fbpx

banner αεροδρομίου

 

Αντιγόνη Ζόγκα: «Κιντσούγκι», Ας Γνωρίσουμε, πως Όλοι Κάπου Σπάμε», συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Είμαστε και αληθινοί και φανταστικοί. Και με τις δύο έννοιες φανταστικοί!»

Την Αντιγόνη τη γνώρισα στις πρωινές δημοσιογραφικές προβολές ταινιών, στο κινηματογράφο Ιντεάλ. Έκανε δημόσιες σχέσεις σε εταιρεία διανομής. Ένα κορίτσι όμορφο, χαμογελαστό που ακόμα και αν η ταινία που προωθούσε δεν σου άρεσε, εκείνη σου έφτιαχνε την ημέρα με τον ζήλο της εικόνας της. Σε έκανε να θες πραγματικά να την πλησιάσεις για να σώσεις τη μέρα σου, χαμένη στο βλέμμα της σαν αντικατοπτρισμός στα μάτια ενός σκανταλιάρικου μικρού παιδιού.

Για λίγα χρόνια την έχασα. Περιπλανιόταν σε διάφορες δουλειές, δίνοντας τον εαυτό της. Μέρος όμως του προσώπου που κρυβόταν πίσω από αυτό που έβλεπα εγώ ανακάλυψα το εφετινό φθινόπωρο, όταν ήρθε ένα μήνυμα στο κινητό πως κάνει παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου της. Πώς; Το Ζογκάκι γράφει βιβλία; «Τα πόδια στην πλάτη», να ξαναδώ το γλυκό κορίτσι και να διαβάσω όσα έχει να μου πει, μέσα από έξι διηγήματα με τίτλο «Κιντσούγκι» από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Αργότερα συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για το βιβλίο και για άλλα προσωπικά μας, που δεν θα σας τα πω εδώ, μα και πουθενά αλλού!

Ας το πιάσουμε απ’ την πολλή αρχή. Η Αντιγόνη γεννήθηκε στην Αργεντινή, από μαμά Αργεντίνα και μπαμπά Έλληνα. Ήρθε στην Ελλάδα όταν ήταν ενός έτους. Μεγαλώνοντας μου είπε, πως ποτέ δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει. Δεν ήταν σαν τα παιδάκια που τα ρωτάς «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις» και απαντάνε αμέσως: «ποδοσφαιριστής».

Με δικά της λόγια:

«Δεν είχα κάποιον στόχο. Νομίζω πως αυτό το έχω και τώρα. Από τη μία χάνεις χρόνο, είναι δύσκολο να μην έχεις στόχο, αλλά έχω μικρούς. Όταν μου έκαναν την ερώτηση, στα είκοσι, στα είκοσι πέντε, στα τριάντα: “Πώς θέλεις να είσαι σε δέκα χρόνια;” έλεγα “παιδιά, δεν έχω ιδέα”. Αυτό που έλεγα τότε, αυτό λέω και τώρα. Από την άλλη όμως, αυτό σου δίνει και μια ελευθερία. Μπορείς να εφεύρεις εσύ αυτό που θες να γίνεις σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής σου. Γίνομαι ό,τι θέλω μεγαλώνοντας».

Έχοντας παππούδες δασκάλους, έπρεπε, μα το ήθελε και η ίδια, να έχει πανεπιστημιακή μόρφωση. Σπουδάζει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα. Με το που ξεκινάει τις σπουδές, δουλεύει συγχρόνως. Η πρώτη της δουλειά: σερβιτόρα. Καθώς τελειώνει τη σχολή συνειδητοποιεί πως κάτι θα έπρεπε να κάνει. Δεν την ενδιέφερε να γίνει σκηνοθέτιδα, θεατρολόγος. Δεν της άρεσε και πολύ το θέατρο. Ο κινηματογράφος την τραβούσε. Της άρεσε να διαβάζει κριτικές ταινιών. Χωρίς γνωριμίες στον χώρο, έγραψε δυο-τρεις κριτικές και γίνεται βοηθός στο «Αθηνόραμα», του Μπάμπη Ακτσόγλου.

Βαρκελώνη, Ρώμη και πάλι Αθήνα

Με το Εράσμους πηγαίνει Βαρκελώνη. Εκεί ζει τη φοιτητική ζωή που δεν είχε στην Αθήνα. Πηγαίνει σε μεγάλα sets. Γνωρίζει τον Τρουέμπα, τον Αλμοδόβαρ, την Πενέλοπε Κρουζ. Γυρίζοντας στην Ελλάδα για οικογενειακούς λόγους, αποφάσισε να μπει στην παραγωγική φάση, μέσα από το γραφείο του Κώστα Λαμπρόπουλου. Αργότερα ξαναφεύγει. Στη Ρώμη έζησε πέντε χρόνια σαν «ερωτική μετανάστρια» και γυρίζει πίσω το 2011.

Μιλώντας για βιβλία, μιας και αυτός ήταν ο σκοπός της κουβέντας μας, τη ρωτάω ποιο βιβλίο την άγγιξε από τα μικράτα της;

«Όταν ήμουν δεκαέξι, ανακάλυψα τον Μπουκόφσκι. Ξέρω ότι πολλές γυναίκες τον αντιπαθούν. Λένε πως είναι σεξιστής, μισογύνης. Αγάπησα πολύ τον Χένρι Τσινάσκι, δέχεται τη ζωή όπως του έρχεται, δεν προσπαθεί για κάτι, δεν έχει έναν στόχο. Ζει τη ζωή, έτσι όπως του συμβαίνει. Μου άρεσε αυτό. Κάποιος που περιγράφει τα πράγματα όπως είναι, δεν το κάνει επίτηδες για να δείξει κυνικός, αυτός είναι. Αυτή η αυθεντικότητα είναι που με γοήτευσε».

Οι ήρωες του «Κιντσούγκι» κινούνται πολύ στην Αθήνα. Παλαιοφαληριώτισσα η ίδια, πώς οριοθετείται μέσα στην πόλη;

«Νομίζω ότι τα όρια για μένα είναι εκεί, λεωφόρος Αλεξάνδρας. Μέχρι εκεί. “Επόμενη στάση” οδοντίατρος! Δεν περνάω μετά τον Νέο Κόσμο, άντε και Καλλιθέα. Αλλά και η Γλυφάδα για μένα, που είναι δίπλα, μου φαίνεται άλλος πλανήτης. Μου είναι πολύ δύσκολο να ζω σε ένα μέρος που δεν βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Αυτή είναι που μου δίνει την εντύπωση της διεξόδου. Ξέρω πως μπορώ να φύγω».

Οι χαρακτήρες του βιβλίου σίγουρα θα έχουν κάποια βάση από τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω σου, μα και μια φανταστική υπόσταση. Ποιο απ τα δύο βαραίνει περισσότερο;

«Νομίζω όλοι μας είμαστε και φανταστικοί χαρακτήρες, από την άποψη ότι εμείς έχουμε μια άποψη για τον εαυτό μας και οι άλλοι έχουν μια εικόνα για μας. Δεν ξέρω ποιο είναι το πραγματικό. Είναι λίγο ένα μείγμα αυτό. Ακόμα και ένας φανταστικός χαρακτήρας, δηλαδή μη υπαρκτός, είναι κι αυτός αληθινός, από την άποψη πως θα έχει κάποια στοιχεία αληθινών ανθρώπων. Δεν ξέρω πόσο σημαντικό είναι για μένα να βάλω τα όρια μέσα στα δύο. Είμαστε και αληθινοί και φανταστικοί. Και με τις δύο έννοιες φανταστικοί!».

«…Υπάρχει μια μεγάλη φοβία προς την αποτυχία, η οποία δεν είναι απαραίτητα πάντα κακή. Αναγνωρίζεις τι σου έχει συμβεί, βρίσκεις τα σημεία που έχουν σπάσει και μετά βρίσκεις τον τρόπο που θα τα ξανακολλήσεις»

Ιστορίες που κυλούν στα δάχτυλα. Ποιο από τα έξι διηγήματα γεννήθηκε πιο εύκολα;

«Οι ιστορίες ήταν σαν να κυλούσαν στα δάχτυλα, γράφτηκαν μέσα σε δύο μήνες, δεν το έλεγχα, δεν το σκεφτόμουν, έβγαιναν από μόνες τους. Όλες τις ιστορίες τις αγαπάω, όπως και στο πρώτο μου βιβλίο τις αγαπούσα όλες. Πιστεύω πως ίσως έχει ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον εκείνη της υπαλλήλου με τον εργοδότη της. Εκεί βλέπουμε έναν άνθρωπο σε θέση εξουσίας να κάνει κατάχρηση, να είναι αντιπαθής. Δεν είναι ένας ήρωας, μα ένας αντιήρωας.

Για μένα όμως έχει ενδιαφέρον το να ασχοληθώ με κάτι τέτοιο, να το σκάψω και να το ανακαλύψω, γιατί ό,τι αρνητικό υπάρχει σε έναν άνθρωπο μπορεί να υπάρχει και στον άλλον και συνήθως το κρατάμε, είτε γιατί δεν μπορούμε να το εκδηλώσουμε, είτε γιατί δεν θέλουμε. Όταν σου δίνεται όμως η ικανότητα να κάνεις ό,τι θέλεις, χωρίς καμία συνέπεια, τι είναι αυτό που κάνεις; Πώς θα φερθείς στον άλλον; Νομίζω ήταν και το πιο διασκεδαστικό. Όταν το έγραφα γελούσα πάρα πολύ. Αυτή τη λυπόμουν, αυτός όμως με διασκέδαζε. Ελπίζω να μην ακούγεται σαδιστικό, γιατί περί σαδιστή πρόκειται. Μα είναι κομμάτι της ζωής. Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον που να μην είναι και λίγο έτσι;».

Η τέχνη των σπασμένων πραγμάτων

Kintsugi είναι η τέχνη της επισκευής των σπασμένων πραγμάτων. Σύμφωνα με την κουλτούρα των Ιαπώνων, αν ένα αντικείμενο κομματιαστεί δεν απορρίπτεται, ούτε χάνει την αξία του. Αντιθέτως, επανασυνδέεται με χρυσό, γιατί η εμπειρία του σπασίματος το έχει καταστήσει πιο όμορφο και πολύτιμο: θα έχει μία ακόμα ιστορία να διηγηθεί, και του δίνεται μια νέα ζωή, καθώς μεταμορφώνεται σε έργο τέχνης.

Αυτό το νέο έργο τέχνης με την τεχνοτροπία Κιντσούγκι τι σχέση έχει με τους ανθρώπους γύρω μας;

«Μέσα από τις σχέσεις μαθαίνουμε τον εαυτό μας. Επιλέγουμε τους ανθρώπους που θα είναι δίπλα μας, γιατί καθρεφτιζόμαστε πάνω τους. Εγώ καταλαβαίνω καλύτερα ποια είμαι μέσα από τα δικά σου τα μάτια. Όσο πιο κοντινή σχέση έχουμε, τόσο πιο πολύ μπορώ να ζουμάρω και σε σένα αλλά και σε μένα. Εσύ με κάποιον τρόπο με βοηθάς να μεταφράσω τον εαυτό μου σε μένα. Οπότε η πρώτη τέτοια δουλειά, των σπασμένων κομματιών, νομίζω πως έχει να κάνει με τη δουλειά που κάνω με τον εαυτό μου.

Ας μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε ότι κάπου σπάμε, ότι δεν είμαστε τόσο δυνατοί. Κάποτε ήταν και ταμπού να δείξεις θλίψη, πως κάπου απέτυχες. Υπάρχει μια μεγάλη φοβία προς την αποτυχία, η οποία δεν είναι απαραίτητα πάντα κακή. Αναγνωρίζεις τι σου έχει συμβεί, βρίσκεις τα σημεία που έχουν σπάσει και μετά βρίσκεις τον τρόπο που θα τα ξανακολλήσεις. Τώρα το τι σχήμα θα βγει, τι άλλα κομμάτια μπορεί να βάλεις μέσα, γιατί μπορεί να μην είναι μόνο τα δικά σου, να είναι και κάποιου άλλου, αυτό σε βοηθάει να  γίνεσαι πιο δημιουργικός με τον ίδιο τον εαυτό σου. Μαθαίνεις να τον συγχωρείς, να τον αποδέχεσαι. Ξαναφτιάχνεις το παζλ».