fbpx

«Ανατολικογερμανοί έφηβοι επαναστατούν, ποίηση και μποξ στα άκρα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ιεροφάντης των εσωτερικών Αρχών, ο Αυστραλός σκηνοθέτης Πίτερ Γουίαρ, το 1989 πρόσφερε γενναιόδωρα στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό την ταινία «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».  Οι θεατές εκείνης της εποχής με το πέρας της προβολής αναφώνησαν δακρυσμένοι: «Τι, καταπληκτική ταινία για την εκπαίδευση!», «Έτσι, πρέπει να μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά μας», συμπλήρωσαν, φευγαλέα κάποιοι γονείς του «πολιτικού ορθού» γίγνεσθαι.

Το αστείο είναι, πως ο Γουίαρ δεν έφτιαξε μια ταινία για την εκπαίδευση, μηδέ για τους «ψαγμένους» γονείς που αναζητούν το σούπερ σύστημα εκπαίδευσης για τα βλαστάρια τους. Κι αν θα έπρεπε κάποιοι να προβληματιστούν σοβαρά αυτοί κανονικά θα είναι οι γονείς και όχι οι εκπαιδευτικοί.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης ζωγράφισε τον άνθρωπο στο πλατύσκαλο της πνευματικής του νεότητας και με την επιλογή της καθαρής οδού, αυτής της απαλλαγμένης από πεποιθήσεις, μπορεί η προσωπικότητα ελευθέρως να αναδειχθεί, φανερώνοντας το αήττητο μέγεθος της απέναντι στο σύστημα. Κανονικά η ταινία σε άλλα σκληρά, πολιτικά καθεστώτα θα έπρεπε να απαγορευτεί και ο Γουίαρ να περάσει από σωκρατική δίκη γιατί σπέρνει καινά δαιμόνια στις «αθώες», νεανικές ψυχές. Όλοι όμως είδαν μια ταινία για το εκπαιδευτικό σύστημα. Τι ατυχία, ρε γαμώτο…

Η κρυφή και καλά προστατευμένη αμερικανική διανόηση, αυτοί οι ελάχιστοι και αφανείς λόγιοι του αμερικανικού έθνους, προφύλαξαν την ταινία, όπως κράτησαν ασφαλή και την ταινία του Ματ Ρος «Captain Fantastic» το 2016, με τον Βίγκο Μόρντενσεν. Και στις δυο ταινίες οι βασικοί πρωταγωνιστές, αυτοί που φέρνουν τα πάνω κάτω στο σύστημα της φορμόλης και της χειραγώγησης είναι οι έφηβοι. Εκεί είναι το παιχνίδι όλο, στην νεότητα, στον μπαξέ του κάθε έθνους. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα δεξιόθεν και τα αριστερόθεν, στήριξαν όλο το μηδενιστικό τους σχέδιο στα κρίνα των χωρών τους, στους νεολαίους.

Η αρχή της φιλοσοφίας (κι όταν εννοώ φιλοσοφική σκέψη μόνο τους αρχαίους παππούδες μας έχω μπροστά μου), εκτός του θέματος του θανάτου, αναπτύσσει ασφαλώς την ανθρώπινη πρόοδο ακριβώς στο σημείο του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε μέλλον παρά μόνο παρών. Άλλωστε η ανθρωπότητα κινείται στις πλευρές της μνήμης και του μέλλοντος και πουθενά αλλού. Ό,τι συμβαίνει στο πλανήτη κρίνεται στο μετά. Το παρών είναι η δράση της κοινωνίας, δηλαδή εμείς και τα όποια έργα μας που θα «συζητηθούν» στο μέλλον της ανθρωπότητας.

Η κάθε νεολαία είναι το τώρα. Και ο καθηγητής (Τζον Κίτινγκ, λογοπαίγνιο το όνομα του) συστήνεται στους έφηβους μαθητές του, δια μέσω του παρελθόντος, στημένος στην βιτρίνα με τα αθλητικά τρόπαια και τους πεθαμένους αθλητές του κολλεγίου, προβάλλοντας τον θάνατο, ψιθυρίζοντας τελετουργικά στα ώτα τους το λατινογενές «carpe diem» (seize the day: άδραξε την μέρα). Ο επικούρειος καθηγητής προσφέρει στους μαθητές την τέχνη της ζωή στους νεολαίους του μέσα από το ανθρώπινο τέλος.

Είναι αλήθεια, ότι κάποιο ποσοστό των σημερινών νέων της χώρας μας, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου συμβαίνει, είναι αμόρφωτο και «αιχμαλωτισμένο» στην επιρροή της συστημικής προπαγάνδας, ακολουθώντας σχεδόν πειθήνια, οτιδήποτε του σερβίρουν σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να τρώγεται εύπεπτα και να δουλεύει το σύστημα όπως εκείνο έχει σχεδιάσει. Υπάρχει όμως και ένα αντίστοιχου μεγέθους και δυναμικής ποσοστό νεολαίων μορφωμένο, αηδιασμένο που δεν ψωνίζει φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, αλλά αντιδρά και ενίοτε δείχνει άφοβα το μπόι του στον γεμάτο φωτιές δαιμονικό δράκο.

Αυτοί οι σημερινοί, νέοι πολίτες που διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας μας αντέδρασαν όχι για πολιτικό-οικονομικούς λόγους, αλλά για ιστορικούς. Έκπληξη! Γιατί διαβάζουν, γνωρίζουν, κατανοούν, απορρίπτουν τα άχυρα, διαθέτουν λόγο και θέση στην πορεία της πατρίδας τους, κι έτσι πρέπει. Δεν είναι αμέτοχοι, μηδέ παραγκωνισμένοι επειδή είναι ανήλικοι. Κι ήρθε το σύστημα της εξουσίας με μπροστάρηδες τους δασκάλους-εκπαιδευτές (ώιμε!) να τους επιπλήξουν, να τους φιμώσουν, να τους τιμωρήσουν, να τους κολλήσουν ταμπέλες για να διαβάζουν πιο καλά τα έτερα, ενήλικα δίποδα τα ευανάγνωστα και κατανοητά: «φασίστες», «εθνικόφρονες», «ταραξίες».

Δεν γνωρίζουν όμως, ότι το αυθόρμητο, το προερχόμενο εκ της νεανικής ψυχής είναι άδολο, ευγενικό και συνοδεύεται από δέος και ορμή ανυπολόγιστης αόρατης δύναμης. Όπως των μαθητών στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», όπως των πολυάριθμων τέκνων του «Captain Fantastic», όπως των γερμανόπουλων στην πραγματική ιστορία της ταινίας «Η Σιωπηλή Επανάσταση».

Όταν χρησιμοποιείς βία για το δίκιο σου, τότε το κράτος είναι ο σύμμαχος σου. Δεν το πολεμάς αλλά το δυναμώνεις. Σπείρε προβληματισμό, πανικό και φόβο, όπως οι αρχαίοι πρόγονοι σου… με την αλάθητη και κυρίαρχη γνώση! Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός εφιάλτης τους…

«Η Σιωπηλή Επανάσταση»

(Das Schweigende Klassenzimmer / The Silent Revolution)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
  • Με τους: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμενς Γιόνας Ντάσλερ, Μπούρχαρτ Κλάουσνερ, Λένα Κλένκε
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Seven Films

Στην διαταραγμένη και κοινωνικό-πολιτικά και οικονομικά διαλυμένη χώρα, όπως ήταν η μεταπολεμική Γερμανία, μια ιστορία με έφηβους, Γερμανούς μαθητές έρχεται να δώσει πολύχρωμη πινελιά στο μουντό κινηματογραφικό τοπίο.

Να ξεκαθαρίσουμε, όμως, πως οτιδήποτε διαδραματίζεται στην υπόθεση αφορά την πέρα του «τείχους» ζωή, εκεί, στην πλευρά της λεγόμενης ανατολικής Γερμανίας, στο κομμάτι, που διαφέντευε το ίδιο τυραννικά όπως και οι ναζί, η σοβιετική ζώνη επικράτειας.

Ήταν τέτοιο το πλήγμα του διαμελισμού της χώρας το 1949, κατόπιν της απόφασης της Φολκσκάμερ, που ο λαός δεν ήξερε τελικά ποια τραύματα να θεραπεύσει. Το ό,τι έχασαν τον πόλεμο μέσα από τα χέρια τους και όλη η αίγλη και η εξουσία του Γ΄ Ράιχ αποκαλύφθηκε ως ύψιστου μεγέθους κτηνωδία ή το ό,τι αδέλφια και συγγενείς διαμοιράστηκαν από την ρωσική αρκούδα και τον αμερικανικό κογιότο πίσω και μπρός μιας αισχρής γραμμής;

Το χιτλερικό παρελθόν είναι ακόμα νωπό στην ιστορία, καθώς η χρονική περίοδος της ταινίας ορίζεται το 1956 με την εξέγερση της Ουγγαρίας ενάντια στην σοβιετική εισβολή, οι δε μνήμες του 2ου μεγάλου πολέμου ζωντανές και ο θυμός, η οργή, αλά και η υπερηφάνεια, ότι ο σοσιαλισμός είναι καλύτερος από τον καπιταλισμό (βλέπε Χίτλερ), ειδικά στις αντιλήψεις των νέων, ανεβάζουν το ενδιαφέρον στον κοίλο, πορφυρό λόφο των εκρήξεων.

Οι Σοβιετικοί εισβολείς στο δικό τους έδαφος συναγωνίζονται σε τρόμο και βαναυσότητα τους ναζί, επιβάλλοντας με σκληρότητα στους ανατολικογερμανούς την παύση της όποιας ελεύθερης έκφρασης και της όποιας σκέψης που αντιτίθεται στα σοβιετικά ιδεώδη της σκαλοβοποίησης. Και λογικό είναι, καθώς το κάθε τι που έχει σχέση με τους Ες Ες, τον Χίτλερ και την ναζιστική κυριαρχία είναι κολάσιμο έως προδοτικό.

Η αντίθεση όμως καταφθάνει από τους αλογάριαστους μαθητές ενός καλού γερμανικού σχολείου, που λειτουργεί στα πρότυπα του υπαρκτού σοσιαλισμού (διαβαστεροί έφηβοι με άποψη και δυναμισμό, τα ακατανίκητα αυριανά μυαλά), σε προνομιακή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας, δημιουργώντας ρήγμα και αναστάτωση στο μεταλλικό σύστημα.

Για να μην ξεχνιόμαστε και γλυκαίνουμε χάπια που δεν καταπίνονται και να θυμόμαστε καλά, πως ακόμα και σήμερα η φανερή αλλά και η αθέατη νεαρή, ώριμη και ηλικιωμένη κοινωνία της ενωμένης πια Γερμανίας κοιμάται και ξυπνάει ενθουσιαστικά με το παρελθόν του Γ΄ Ράιχ. Ουδείς Γερμανός ξεχνά το πρόσφατο, «ένδοξο» παρελθόν του και μάλιστα θα ήθελε να το ξαναζήσει τα μάλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ε, εδώ που λέμε μεταξύ μας δεν είναι και λίγο από αυτοκράτωρ και δυνάστης του κόσμου να καταλήξεις δούλος και τσανακογλύφτης των Άγγλων και των Αμερικανών…

Εν ολίγοις, βρισκόμαστε στο 1956 στην Ανατολική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κινηματογράφο του Δυτικού Βερολίνου (ακόμα τα πήγαινε έλα είχαν μια ελαστικότητα), ο Τέο (ο νεαρός Λέοναρντ Σάιχερ πολύ καλός) και ο Κουρτ (επίσης πολύ καλός και ο νεαρός Τομ Γκράμενς), μαθητές λυκείου και φίλοι, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εικόνες από τα τραγικά γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την ουγγρική εξέγερση στη Βουδαπέστη (στις 22 Οκτωβρίου του 1956, φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης συνέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας απαιτούσαν ελευθερία του τύπου, ελευθερία της έκφρασης, εθνική ανεξαρτησία, ελεύθερες εκλογές και απομάκρυνση της ρωσικής παρουσίας από τη χώρα).

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά τους, την πόλη πρότυπο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίζουν όλοι οι μαθητές να κρατήσουν δύο λεπτών σιγή κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τα θύματα της εξέγερσης. Η ενέργειά τους αυτή, όμως, προκαλεί πολύ μεγαλύτερη αναταραχή από την αναμενόμενη.

Αρχικά, ο διευθυντής προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά των μαθητών ως καπρίτσιο της ηλικίας τους. Οι μαθητές, όμως, τελικά δεν αργούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης των πολιτικών μηχανισμών της νεοσύστατης χώρας. Αν και έξυπνα σκεπτόμενα οι έφηβοι, για να μην δημιουργήσουν πρόβλημα στο μέλλον τους και στο σχολείο, αποφάσισαν να δηλώσουν, ότι η δίλεπτη σιωπή τους ήταν αθλητικού ενδιαφέροντος και αφορούσε την απώλεια του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή Φέρεντς Πούσκας (μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού). Ο ορφανός συμμαθητής τους, ο Έρικ (Γιόνας Ντάσλερ, κ-α-τ α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς !!!), με πατέρα αντιναζί ήρωα, ταγμένο στο σοβιετικό όραμα της εργατικής κυριαρχίας που εκτελέστηκε από συμπατριώτες του στον πόλεμο, διαφωνεί με την όλη στάση των συμμαθητών του και γίνεται ο καταλύτης για να δημιουργηθούν οι ανατροπές.

Ο υπουργός παιδείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μπούρχαρτ Κλάουσνερ  – πολύ καλός) αναλαμβάνει προσωπικώς το θέμα και καταδικάζει την κίνηση των μαθητών ως ξεκάθαρα αντεπαναστατική. Απαιτεί δε να βρεθεί και να κατονομαστεί ο υποκινητής, εκείνος που ηγήθηκε της ενέργειας μέσα σε μια βδομάδα, αλλιώς θα αποβάλει όλη την τάξη και θα στερήσει το δικαίωμα στους καλούς μαθητές να δώσουν εξετάσεις στις ανώτατες σχολές της χώρας.

Οι μαθητές, που ο καθένας έχει την προσωπική, οικογενειακή του ιστορία, αποφασίζουν να μείνουν ενωμένοι, να μην γίνουν «καρφιά» και να υποστηρίξουν την επιλογή τους. Αυτή τους η απόφαση θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα…

Ο 45χρονος, Γερμανός σκηνοθέτης Λαρς Κράουμε, γεννημένος στην Ιταλία και μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, γνωστός στο ελληνικό κοινό από την προ τριετίας ταινίας του «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα», στήριξε το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο, στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα. Όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται η πλοκή συνέβησαν, είναι αληθινά και στο τέλος, μάλιστα, οι φωτογραφίες των πραγματικών, έφηβων πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης φιγουράρουν στο μεγάλο πανί.

Πέρα από αυτό, ο Κράουμε συνδιαλέγεται με τραύματα και ανοιχτές πληγές ης χώρας του, έχοντας ως ήρωες νέους, όπου η οπτική τους είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη και ανιδιοτελής από αυτή των ενηλίκων. Υπ΄ όψιν, οι μαθητές δεν είναι εχθροί του συστήματος. Και εδώ είναι το πασπαρτού για να ανοίξει όλες τις θύρες των μυστικών ενός λαού που τραμπαλίζεται στην ύβρη, στην ανάγκη να προχωρήσει παρακάτω και στην επιθυμία για ελευθερία.

Ο σκηνοθετικός του άξονας είναι καλά στερεωμένος στην νεανική ορμή, που σαφώς εκπορεύεται από το γνωσιακό επίπεδο και την μόρφωση των εφήβων. Το ναζιστικό παρελθόν των αποδώ κατοίκων είναι απαγορευτικό, κάτι που στερεί την επαφή στους νεαρούς Γερμανούς με την ιστορία τους.  Ήρωες και προδότες  του πολέμου λαμβάνουν τοτεμική αξία, οπότε η λατρεία και η απέχθεια στήνουν τους στρατούς τους στις νεανικές συνειδήσεις. Αν και πολίτες της ανατολικής πλευράς δεν παύει να είναι Γερμανοί και σκεπτόμενοι. Άλλωστε η πόλη που διαμένουν οι νέοι μαθητές είναι το Στάλινσταντ του 1956, που σημαίνει πως το τείχος δεν είχε χτιστεί ακόμα. Για πολύ κόσμο υπήρχε η πίστη και η ελπίδα πως ο σοσιαλισμός ήταν μια ανώτερη μορφή κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό μετά το τείχος.

Στιβαρή σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα η μυθοπλασία της με δραματικές στιγμές έντεχνα πλασαρισμένες, άριστα αποτυπωμένη η ιστορική περίοδος με υπέροχη ατμόσφαιρα, εκπληκτικές ερμηνείες, και ένα φινάλε που σε πολλούς θα θυμίσει, vice versa, την ταινία του Πίτερ Γουίαρ «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».

Κλείνω τον διάδρομο της κρίσης ως προς την αντικειμενικότητα της καταγραφής των δυο πλευρών η οποία είναι ελλιπής: Του τρομερού και φοβικού σοβιετικού καθεστώτος και αυτού του ναζιστικού με την πλάστιγγα να γέρνει εμφανώς υπέρ των Γερμανών. Μόνο ο σύντροφος υπουργός παιδείας εκφράζει ένα μίσος για τους ναζί, λόγω των βασανιστηρίων του ίδιου και της οικογένειας του από τα Ες Ες… oh, captain my captain!             

«Κριντ ΙΙ»

(Creed II)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζ.
  • Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμπσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Φλόριαν Μουντεάνου, Γουντ Χάρις, Φιλίσια Ρασάντ, Άντριου Γαρντ, Μπριγκίτε Νίλσεν, Ράσελ Χόρνσμπι.
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Tanweer

Για τους παλαιότερους του μπαλπμοϊκού έπους οι μνήμες βγήκαν σεργιάνι στο sequel και κάθισαν σε καλό στέκι για να μαζέψουν λίγη, καλή νοσταλγία. Δυο πρόσωπα από το «βαθύ» παρελθόν του Ρόκι (Ντολφ Λούντγκρεν και Μπριγκίτε Νίλσεν) μαζί με κάποια καλά σε διάρκεια μέτρα από τον γνωστό, μουσικό θούριο του Μπιλ Κόντι «Gonna Fly Now», σήμα κατατεθέν της οθονικής πολυλογίας του Ρόκι, πιθανώς να γεμίσουν με υγρασία τα οφθαλμικά ζεύγη διαφόρων γκριζομάλληδων. Για τους νεότερους τώρα, που απλά, απόλαυσαν τους άθλους του θρυλικού Μπαλμπόα στο σπιτικό dvd τους και βρήκαν στέγη και κατανόηση στον απόγονο Κριντ, το σίγουρο είναι, ότι στα 130 λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία θα περάσουν φίνα.

Ο Ρόκι δεν δέρνει, ρίχνει μόνο φονικά βλέμματα στον Ντράγκο. Δέρνει όμως ο Κριντ, κι όταν έρχεται η ώρα να δικαιώσει τον μπαμπά Απόλο, που έπεσε νεκρός, τότε στο «Ρόκι 4», στο ρινγκ από το γροθίδι της σοβιετικής μηχανικής θανάτου, τρώει της χρονιάς του από τον γιο του Ιβάν Ντράγκο, τον τερατώδη Βίκτορ. Και ο Βίκτορ με την σειρά του θέλει να δικαιώσει τον πατέρα Ντράγκο, που έφαγε και εκείνος της χρονιάς του από τον Ρόκι, εντός σοβιετικής έδρας, παρουσία του Γ. Γ. του κόμματος, Γκορμπατσόφ (ήταν εξαιρετικός ο σωσίας).

Η ζωή έχει γίνει ένας διαρκής αγώνας ισορροπίας για τον πρωταθλητή Άντοναϊς Κρίντ (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν – καλός). Εν μέσω προσωπικών υποχρεώσεων, ενός αρραβώνα με την καλή του Μπιάνκα (Τέσα Τόμπσον – καλή) και προπόνησης με τον Μπαλμπόα (Συλβέστερ Σταλόνε – καλός, αλλά ούτε σφαλιάρα δεν ρίχνει στην ταινία) για τον επόμενο μεγάλο αγώνα του, βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Αυτή τη φορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο ρινγκ έναν αντίπαλο που έχει βλάψει την οικογένεια του. Ο θηριώδης, Ρώσος σκοτώστρας Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντεάνου – καλός) γιός του Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν – σταθερή αξία του ψυχρού, κακού και αγέλαστου), προκαλεί τον Κριντ σε έναν αγώνα για τον τίτλο.

Ο Κριντ απομακρύνει τον Ρόκι Μπαλμπόα από δίπλα του γιατί τον αποθαρρύνει στο να αγωνιστεί με ένα μποξέρ που είναι μεγαλωμένος στο μίσος. Στον αγώνα ο Ρώσος Βίκτορ κάνει τον πρωταθλητή ακόμα πιο μαύρο απ΄ ότι είναι από το ξύλο, στέλνοντας τον στο νοσοκομείο σκόρπιο. Ο Κριντ γίνεται πατέρας και με πληγωμένη την υπερηφάνεια που δεν τίμησε τον πατέρα του Απόλο ξαναφέρνει τον Μπαλμπόα κοντά του για να τον «φτιάξει» με σπαρτιάτικες μεθόδους, ώστε κερδίσει την επαναληπτική μάχη.

 

Ο νεότατος σε ηλικία, Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Κέιπλ Τζ, μόλις 30 χρόνων, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σηκώνει ένα ιστορικό βάρος από τον χώρο της κινηματογραφικής πυγμαχίας, μαζί και έναν ηθοποιό θρύλο, όπως ο Σλάι (στην πρώτη ταινία κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου, και προτάθηκε για Όσκαρ). Στήνει το sequel του «Κριντ» και τα πάει περίφημα. Η ταινία έχει ότι απαιτεί το genre, μαζί με την εξαίσια R&B μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον. Το τραγούδι «Midnight», ερμηνευμένο από την Τέσα Τόμπσον (παίζει και μια χαρά το ρόλο της Μπιάνκα), είναι μεγαλείο. Επίσης, η ταινία έχει ό,τι ποθεί ο «προπονημένος» στο είδος θεατής. Καλές σκηνές πυγμαχίας, αίμα, κορμιά αγάλματα, κοιλιακούς φέτες, ένταση, το σορτσάκι αστερόεσσα, έρωτα, διδάγματα, μελό τραβηγμένο από τα ώτα, νοσταλγία, σύγχρονη, σκληρή, αμερικανική προπαγάνδα σε σενάριο του Τζούελ Τέιλορ και του Σιλβέστερ Σταλόνε.

Ο  Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στον ρόλο του Άντοναϊ Κριντ, είναι αυτός που μου είχε κάνει εντύπωση στον μαρβελικό «Black Panther» ως ο αδικημένος διεκδικητής για τον θρόνο στο βασίλειο της Γουακάντα. Ο Σλάι πια σε αυτόν τον ρόλο έχει πλήρως μεταμορφωθεί σε ήρεμο Μίκι (για τους νεότερους είναι ο ηλικιωμένος, σοφός προπονητής του Ρόκι, που τον ερμήνευε ο αείμνηστος Μπέρτζες Μέρεντιθ). Σε μια μίξη από Ρόκι 2, 3 και 4, το Κριντ δεν σε κοροϊδεύει και τα χρήματα σου δεν είναι για πέταμα. Το γράψαμε…. για τους funs του genre και τους νοσταλγούς του Ρόκι!     

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

(The Happy Prince)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’

Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Ρομπέν των Δασών»

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες».

Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα. 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ  «Ο Δρόμος Μας», των:  Κώστα Σταματόπουλου, Σήφη Στάμου, Παυλίνα Αγαλιανού με την ιστορία των 100 χρόνων του ΚΚΕ (New Star)