fbpx

banner αεροδρομίου

«Αλήθεια…», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Τι σημαίνει άραγε Αλήθεια;.

Εάν ακολουθήσουμε τον τρόπον σκέψεως τού Κρατύλου μία εξεταζομένη λέξις αποκαλείται «φύσει» όταν η έννοιά της περιγράφεται δια των γραμμάτων, των συλλαβών ή και των αναγραμματισμών, εάν όμως η εκφώνησις τής λέξεως έχει συμφωνηθεί από κοινού, ασχέτως δεσμών των γραμμάτων με το κατονομαζόμενον, τότε όπως υποστηρίζει ο Ερμογένης η λέξις αυτή είναι «κατά συνθήκην».

Ας επεξεργασθούμε εδώ τις λέξεις Άλήθεια και Ψεύδος θα ανακαλύψουμε πολλά ενδιαφέροντα.

Η λέξις «Αλήθεια» είναι συγγενής με το θέμα της Δήλου και του Φωτός των Διδύμων Αρτέμιδος και Απόλλωνος δια της μητρός των Λητούς και των ετεροθαλών αδελφών των, και ιδιαιτέρως με την τρίτην των Χαρίτων την Θαλίην και την τρίτην τών Μουσών Θάλειαν.

Η Λητώ-Ληθώ-Λήθη-Σκότος είναι η πρώτη διαβάθμισις του φωτός.

Η πρωτότοκη δίδυμος Άρτεμις (εγεννήθη τήν 6ην Θαργιλιώνος δηλ. 21ην Μαϊου) εκπροσωπεί το ημίφως, ενώ ο  δίδυμος αδελφός Απόλλων (τήν 7ην Θαργιλιώνος δηλ. 22αν Μαϊου) εκπροσωπεί το πλήρες φώς. Ο  πατέρας Ζεύς/Δίας/Νούς την Αιτίαν του Παντός, την παν-συμπαντικήν κεραύνιον νοημοσύνην των δια-λογισμών και των συν-λογισμών  του μήποτε  δύοντος φωτός.

Συνευρισκόμενος ο Νούς-Ζεύς μετά του σκότους-Λήθης-Λητούς-το λείον του ήθους όπως την απεκάλεσε ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον,έχει ως αποτέλεσμα  το φώς νά εκ-δηλ-ούται εις το νοητόν Σύμπαν εις την νήσον Δήλον με την γένεσιν των Διδύμων, Αρτέμιδος και Απόλλωνος. Η μητέρα Λητώ-Ληθώ-Λήθη-σκότος είναι το εφαλτήριον, η πηγή των δυνάμει ιδιοτήτων του φωτός, κυοφορούσα εκ του Διός εις το σκότος και λήθην τους μέλλοντας νά εκ-δηλ-ωθούν νοητικούς συλ-λογισμούς, έργα των τέκνων της ημίφωτος Αρτέμιδος και φωτός Απόλλωνος.

Κατά τον Αθανάσιον Σταγειρίτην εις την «Ώγυγίαν» του, σύνδεσμοι αυτών εις το φυσικόν σύμπαν είναι ο μέν Ήλιος τού Απόλλωνος, η δε Σελήνη της Αρτέμιδος. «Και επειδή η Λητώ αλληγορείται και εις Λήθην και εις Νύκτα,  τα τέκνα ενταύθα σημαίνουν, ο μέν Απόλλων τον Ήλιον, η δε Άρτεμις την Σελήνην».

Giulio Romano (1530)- Η γέννηση του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος

Σκότος εις την αλληγορίαν σημαίνει άγνοια, αμάθεια, δοκησισοφία και δογματισμός.

Τό Φώς αλληγορεί τήν γνώσιν, τήν νοημοσύνην, τήν κατανόησιν, τήν διαλεκτικήν σκέψιν μετά λόγου.

Η Αρχή των όντων, η σκοτεινή μήτρα της μητρός, δέχεται το αρχέγονον σπέρμα με τήν διτήν ιδιότητα τού ζευγνύειν καί διασπάν, δια να τεκνοποιήση εις αμφότερα τα πεδία: εις το φυσικόν τα φυσικά τέκνα και εις το νοητικόν τας σκέψεις-ιδέας.

Η ένωσις πραγματοποιείται μέσα εις το απόλυτον σκότος της Λήθης-Λητούς, μητρός των διδύμων του Φωτός. Τίποτα δεν ευρίσκεται εν ενεργεία. Πολλοί την ονομάζουν Ληθώ, λέγει ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον.  Εν δυνάμει και ανεκδήλωτα ευρίσκονται τα πάντα, και αναμένουν την άφιξιν του νοητού φωτός δια να αποκαλυφθούν και παραδίδουν εις την αλήθειαν το πλέον ουσιαστικόν της χαρακτηριστικόν, την αποκάλυψιν.

Εάν η γνώσις δεν είναι αληθής γνώσις, δεν έχει γνωσιολογικόν περιεχόμενον και καθίσταται ψευδής.

Αλήθεια:  η λέξις αποτελείται από το στερητικόν α  και ακολουθεί η ρίζα  λήθ- .

Το α- αναιρεί την σημασίαν της αποκρύψεως, της μη αποκαλύψεως.

Η λέξις Λήθη παράγεται εκ του ρήματος λανθάνω, που σημαίνει εν γνώσει μου αποκρύπτω κάτι, δεν κοινοποιώ εκείνο το οποίον θα ώφειλα να καταστήσω γνωστόν, αποσιωπώ, παραλείπω, αντιπαρέρχομαι, παραμελώ. 

Έλεγε ο Όμηρος εις την Ιλιάδα, ότι ο Οδυσσεύς «πάντας ελάνθανε δάκρυα λείβων» δηλ. ότι ο Οδυσσεύς έκρυβε απ΄ όλους ότι έχυνε δάκρυα.

Συνεπώς, 

Αλήθεια είναι η αποκάλυψις δια τού λόγου της καθαράς και αυθορμήτου σκέψεως, η οποία είναι η προσωπική υποκειμενική έκφρασις τής, κατά την αντίληψιν εκάστου, γνώσεως τού πράγματος, τής εννοίας  ή τού γεγονότος και έχει δύο δυνατότητες: να ανταποκρίνεται ή μη εις την ουσίαν του πράγματος.

Αλήθεια επίσης είναι η αντικειμενική πραγματικότης τής ουσίας τού πράγματος, τής εννοίας ή τού γεγονότος, π.χ. το ηλιοκεντρικόν σύστημα είναι η αλήθεια τού ουρανίου θόλου.  Αυτή είναι μία αεί υπάρχουσα πραγματικότης, ανεξαρτήτως τών όποιων υποκειμενικών απόψεων.

Όπως λέγει και ο Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά του,  η διαχρονική υπάρχουσα αλήθεια είναι η «αεί σύν παντί».

Η Αλήθεια μπορεί να αναλυθή και ως εξής:

ΑΛΗΘΕΙΑ = ΑΕΙ   ΘΕΙΑ  ΑΛΗ,  όπου άλη είναι η περιπλάνησις, η περιφορά, η κίνησις (από την ιδία ρίζα έχουμε και την λέξιν αλήτης, αλαζών κλπ).  Επομένως η Θεία Ανέναος Κίνησις.

Η ελευθερία τής σκέψεως, η απηλλαγμένη από οιονδήποτε φόβον, προκαθωρισμένην δοξασίαν θρησκευτικής, πολιτικής, κοινωνικής ή άλλης φύσεως, είναι το δεσπόζον χαρακτηριστικόν τής επιτυχούς και κατόπιν σοβαρών αναζητήσεων, ανευρέσεως της αληθείας.

Δύο τρόποι αναζητήσεως υπάρχουν :

Η δια των μεθοδικών κατευθυνομένων ερωτήσεων, δήλαδή η μαιευτική μέθοδος τού Σωκράτους ( Διάλογος Μένων) καί

Η προσωπική αναζήτησις, κατά τον Ξένον εις τον διάλογόν του με τόν Θεαίτητον εις τόν   Σοφιστήν τού Πλάτωνος.

«Ουκούν διάνοια μέν καί λόγος ταυτόν. πλήν ή μέν εντός τής ψυχής πρός αυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος, τούτ’ αυτό ημίν επωνομάσθη διάνοια» (Σκέψις και λόγος λοιπόν είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνην την διαφοράν ότι ωνομάσθη από εμάς σκέψις ο διάλογος που γίνεται μέσα εις την ψυχήν με τον εαυτόν της, χωρίς την συμμετοχήν τής φωνής- Σοφιστής 263 Ε).

Μετά τήν ερμηνεία τής λέξεως ΑΛΗΘΕΙΑ να επισημάνω ότι στά Λατινικά η λέξις VERITAS έχει τήν ρίζαν ver, η οποία με τήν κατάληξη e γίνεται vere δηλ. άνοιξις, ενώ με τήν κατάληξη us γίνεται verus = αληθής.

Εύκολα θα μπορούσε να πή κανείς ότι όπως η φύσις όλη ανθίζει και σάν μπουμπούκι ανοίγει και φαίνεται  έτσι και η αλήθεια βγαίνει εις τό φώς. Εις τά Ελληνικά έχουμε τήν ποιητικότητα να λέμε ότι στό νησί τής Δήλου, άρα στήν πηγή τού φωτός εκ-δηλ-ούται η αλήθεια.

Ευγενή λογοπαίγνια αποδίδοντα όμως μία πραγματικότητα.

Ψεύδος =   ψ(υχής) + εύδος –  ύπνος της ψυχής

Αντίθεσις τής αληθείας είναι το ψεύδος. Πάν τό μή άληθές, ο ψευδής λόγος.

«Ού γαρ επί ψευδέσσι πατήρ Ζεύς έσσετ’ αρωγός» (διότι εις τους ψευδομένους ο πατήρ Ζεύς δεν γίνεται αρωγός –  Ιλιάς Δ 235)

Λέγει ο Αριστοτέλης εις τα Μεταφυσικά του: «τό μέν λέγειν τό όν μή είναι ή τό μή όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν μη είναι αληθές».

Εις τήν έννοιαν τής αληθείας ενυπάρχει η αποκαλυπτικότης αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η θεία άλη, η κίνησις. Πάσα αποκάλυψις απαιτεί αλλαγήν καταστάσεως και πάσα αλλαγή προϋποθέτει κίνησιν. 

Κι όπως λέγει και ο Πλάτων μέ τόν Θεαίτητόν του: «Το πάν κίνησις ήν και άλλο παρά τούτο ουδέν».

Εις το τέλος του πρώτου του αποσπάσματος ο Ηράκλειτος δεν διστάζει να περιγράψη την ανθρωπίνην φύσιν ως «καθεύδουσαν» δήλα δή κοιμωμένην.

«Τούς δέ άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν, οκώσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται.» (Οι δε άλλοι άνθρωποι λησμονούν εκείνα τα οποία πράττουν, όταν ευρεθούν εν εγρηγόρσει, όπως ακριβώς λησμονούν και εκείνα τα οποία πράττουν ενώ κοιμούνται.)

Η Ελληνική Γλώσσα δια τής μυθιστορίας αφιέρωσεν εις τον Θεόν του Φωτός, τον Απόλλωνα, το σύμ-βολον, το βάλλον δια τών βολών-βελών τού τόξου τήν διάνοιαν. Ταυτοχρόνως ο Απόλλων φωτίζει την διάνοιαν δια των βελών-βολών-ακτίνων του.  Όχι η μία, αλλά και οι δύο επιδιώξεις, τού φωτισμού και τής επιτεύξεως τού στόχου, είναι τής δικαιοδοσίας τού Θεού. Άνευ φωτισμού ο στόχος είναι δυσδιάκριτος και η αποτυχία αναπόφευκτος.

Η τοξοβολία δεν πραγματοποιείται εις το σκότος διότι δέν θά επιτύχη τόν στόχον της. Η σοφία τού συνδυασμού, καλώς επενδεδυμένη διά τού μύθου, γίνεται τώρα κατανοητή και απαστράπτουσα εκ τού κάλλους καί τῆς ευκρινείας τῶν εἰκόνων-ἐννοιῶν.

Τό σύμβολον, ἐάν φορτισθῆ συγκινησιακῶς μέ διευρυμένην τήν νοητικήν ὅρασιν, φωτιζομένην ἐκ τοῦ ἰδίου τοῦ μύθου, μεταβάλλεται εἰς ἀρχέτυπον. «Φαίνεται μοι δόξα ἐξιέναι έκ διανοίας ἤ ἐκουσίως ἤ ἀκουσίως, ἐκουσίως μέν ἡ τοῦ μεταμανθάνοντος, ἀκουσίως δέ πάσα ἡ ἀληθής.» (Νομίζω ότι μία ιδέα βγαίνει από τον νούν μας είτε θεληματικά είτε άθελά μας. Θεληματικά βγαίνει η ψεύτικη ιδέα, άμα μαθαίνουμε τήν αλήθεια, άθελά μας βγαίνει κάθε αληθινή ιδέα –  Πολιτεία Πλάτωνος 413).

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας.

Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε. Πίστευε, καί μή ερεύνα.

Θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.» Πίστευε καί μή, ερεύνα. (Friedrich Nietzsche)