fbpx

«Αγγλίδες γυναίκες «Κληρονόμοι» του φανταστικού, η Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ και Μαίρη Σέλεϋ απελευθερώνουν τα τέρατα τους», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Βαδίζουμε σιγά σιγά προς τις μεγάλες ετυμηγορίες. Τα γνωστά, διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ της Γηραίας Ηπείρου έκλεισαν τον ετήσιο κύκλο τους, παρέδωσαν με δόξα και τιμές φοίνικες, λέοντες, Αλέξανδρους και αρκούδες και οι παραγωγές του 2018, οδεύουν καρσί προς το τελετουργικό, «βαρύ» κόκκινο χαλί της μέκκας του παγκόσμιου σινεμά. Αρχή γενομένης με τις Χρυσές Σφαίρες, για να πάρει την αίγλη της και η τιβούλα, θα ακολουθήσουν τα βραβεία Όσκαρ, προς τον Φεβρουάριο του 2019, όπου οι κότινοι πλέκονται για να κοσμήσουν τις «κάρες» των ταινιών και οι δημιουργοί της 7ης Τέχνης να κρατήσουν στα χέρια τους το πολυπόθητο αγαλματίδιο.

Στας ευρώπας, η κινηματογραφική παραγωγή κοινώνησε με νάμα και όστια τις επιλογές της, ξεκάθαρα προσανατολισμένη στις πιο καλλιτεχνικές, οικονομικές σκιτσογραφίες του σινεμά, όπως θα διαπιστώσετε, οπότε το αναμενόμενο της υπερπαραγωγής θα αποκαλυφθεί στην αντιπέρα και πιο αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού.

Το σημαίνον είναι πόση εμπιστοσύνη μπορείς να έχεις στις ευρωπαϊκές βραβεύσεις και πόση στις αμερικάνικες ως προς την επιλογή του λεγόμενου καλού, «εμπορικού» σινεμά με αυτό του αποκαλούμενου «καλλιτεχνικού». Δυο ορισμοί ως κολάσιμες «ταμπέλες» που διαχώρισαν το φιλεθεάμον κοινό σε αρματωλούς και κλέφτες εναντίον κοτζαμπάσηδων και προσκυνημένων. Χάλι μαύρο, δηλαδή.

Ο απόλυτος νικητής, βέβαια, σε αυτές τις μεγαλειώδης φιέστες του σινεμά είναι η απόλυτη προπαγάνδα, η «γραμμή», όπως λέμε λαϊκά, που χαράζεται ως προς το κοινωνικό-πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο της σύγχρονης ανθρώπινης ζωής, που κυοφορεί στις κινηματογραφικές παραγωγές, ένθεν και εκείθεν των δυο ωκεανών, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε πονηρά καμουφλαρισμένα. Είτε συμβαίνει το ένα ή το άλλο σε μια ταινία, η συγκεκαλυμμένη ή απογυμνωμένη φόρα παρτίδα προπαγάνδα είναι πια εξόφθαλμη έως ανυπόφορη.

Κοινωνικά, νέα μοντέλα συμπεριφορών και ανθρώπινων τύπων, που μπαίνουν και στα βιβλία της επίσημης διδακτικής ύλης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προωθούνται μεθοδευμένα με ταχύτητα βέλους δια μέσω ταινιών και μάλιστα ολίγον ύπουλα και με καλαίσθητα «κτυπήματα» κάτω από την ζώνη, έχοντας ως αλεξίσφαιρο το ανάλαφρο, συμπαθητικό ένδυμα της καλλιτεχνίας και του δήθεν κοινωνικού προβληματισμού. Ξάφνου, το νοσηρό μετασχηματίζεται σε λογική εξέλιξη και καθιερώνεται στην συνείδηση μας ως αποδεκτό δίχως άμυνες, δίχως φίλτρα και σου μου του.

Ο χαμηλής πνευματικότητας εγκέφαλος μας, αυτός που καθημερινώς βομβαρδίζεται από το βαθύ, σκοτεινό κράτος της άρνησης, σφραγίζει το διαβατήριο και ανοίγει τις πύλες του για να φιλοξενήσει στην ρημαγμένη, εγκεφαλική πολιτεία την ύβρη, το ανορθόδοξο, το παράδοξο, το παραβατικό και πολλές φορές την ανωμαλία. Οι δρόμοι υγροί, φωτεινοί με έντεχνες, γοητευτικές μουσικές, πολύχρωμα φώτα, ωραίες, συμπαθείς φατσούλες και διάκοσμο την ψευδαίσθηση της ευφορίας δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, αλλά προστατεύουν δυναμικά το μη ορθό μέχρι να μετασχηματιστεί σε πολιτικά ορθό. Το κακό, βέβαια, με την ψευδαίσθηση είναι, ότι η αρχή της είναι γλυκιά σαν μέλι, ενώ το τέλος της πικρό σαν φαρμάκι.

Η κοινωνική χειραγώγηση δια μέσω των τεχνών και δη των πιο λαϊκών – όπως θέατρο, σινεμά, μουσική – είναι μεν ένα παλιό όπλο συνήθως επιτυχημένο, αλλά – αυτό το «αλλά» είναι που αναιρεί τον αρχικό εφιαλτικό στόχο – η φύση, φίλοι μου, έχει την δική της πορεία και είναι ακριβοδίκαιη, αλύγιστη, άκαμπτη, δεν παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό της μοίρας ως προς την δημιουργία της με ό,τι παράταιρο κι αν εμφανιστεί ως εμπόδιο μπροστά της. Διαθέτει αυτή την ανυπέρβλητη δύναμη της νομοτέλειας, την ακρίβεια της διάκρισης, της τέλειας ισορροπίας που όταν το μη ορθό προσπαθεί να ανακτήσει έδαφος, του χώνει μια και το εξαφανίζει από το πρόσωπο της Γης. Πολλές φορές σε αυτή την κοσμογονική, επιστημονική διαδικασία η μπάλα παίρνει, δυστυχώς, και πλήθος αθώων. Αν και αθώοι πια, ως γνωστόν, δεν υφίστανται πουθενά.  

Ποτέ δεν ξεχνώ, όπως λένε και οι αρχαίοι, σοφοί παππούδες μου, πως η ίδια η φύση δημιουργεί το όποιο παράσιτο και η ίδια η φύση το εξολοθρεύει. Σκεφτείτε, λοιπόν, τι γίνεται, όταν η όποια παρέμβαση, το όποιο εμπόδιο προέρχεται από «ξένο δάχτυλο», τι έχει να γίνει. Το ιστορικό παρελθόν, πάντως, έχει καταδείξει, πως σε τέτοιες περιπτώσεις χάθηκαν ολόκληροι ήπειροι εν μια νυκτί.                  

«Φανταστικά Ζώα: Τα Εγκλήματα του Γκρίντελβαλντ»

(Fantastic Beasts: The Crimes of Grindelwald)

 

  • Είδος: Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γιέιτς
  • Με τους: Τζουντ Λο, Τζόνι Ντεπ, Έντι Ρέντμεϊν, Κάθριν Γουάτερστον, Νταν Φόγκλερ, Αλισον Σούντολ, Έζρα Μίλερ, Τζο Κράβιτζ, Κάλουμ Τέρνερ, Κλαούντια Κιμ, Γουίλιαμ Νέιντιλαμ, Κέβιν Γκάθρι, Κάρμεν Εχόγκο, Πόπι Κόρμπι Τουέκ
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Tanweer

Τούτη η υπερδραστήρια, ταλαντούχα και υπερπλουσία, Αγγλίδα συγγραφέας, Τζόαν Ρόουλινγκ (πνευματική μητέρα του διάσημου, έφηβου μάγου Χάρι Πότερ) δεν έχει ησυχία. Τα βιβλία της, κατόπιν οι ταινίες, σημάδεψαν κατάστηθα σε παγκόσμιο πεδίο μια ολόκληρη γενιά έφηβων ανθρώπων, που σήμερα πια κοντεύουν τα τριάντα. Σκεπτόμενη σοφά να συνεχίσει τον θηλασμό με επική μαγεία τα καμάρια της, που ενηλικιώθηκαν με τον ήρωα Χάρι, αποφάσισε να ανοίξει ένα καινούργιο χρυσοφόρο κεφάλαιο, ως ποτεριακού prequel, μυώντας ταυτόχρονα και τους σημερινούς προέφηβους και έφηβους στα μονοπάτια που οδηγούν στο μυθικό, σχολείο μαγείας Χόγκουαρτς.

Το πεντάτομο καινούργιο εγχείρημά της, καθολικά ενταγμένο στο «Wizarding World», με τον γενικό τίτλο: «Φανταστικά Ζώα», είναι γεγονός καθώς τα «Φανταστικά Ζώα: Τα Εγκλήματα του Γκρίντελβαλντ», είναι η δεύτερη κινηματογραφική συνέχεια, αφού παραδοσιακά, ως συγγραφέας που είναι η Ρόουλινγκ, το κυκλοφόρησε πρώτα σε βιβλίο. Στην χώρα μας, τώρα, δεν γνωρίζω πως έγινε να προηγηθεί η ταινία και έπειτα το βιβλίο. Πάντως, οι φανατικοί αναγνώστες θα το απολαύσουν στις 6 Δεκέμβριου 2018 από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Ακριβώς στην μέση του δίπολου καλού και κακού, που εκπροσωπείται από τον σοφό και αγαπητό καθηγητή μάγο Ντάμπλντορ σε νεαρή ηλικία (Τζουντ Λο – καλός) και τον μοχθηρό, δαιμόνιο Γκρίντελβαλντ (Τζόνι Ντεπ) αντιστοίχως, ο λιγομίλητος, συμπαθής, μαγικοζωολόγος Νιουτ Σκαμάντερ (Έντι Ρέντμεϊν – καλός) συντροφιά ξανά με τα απίθανα ζωάκια του και κάποια καινούργια, θα προσπαθήσει να αποτρέψει την καταστροφή του κόσμου.

Χμμμ… Στην σκιά της γέρικης, χοντρής βελανιδιάς, εκεί στην απόμερη, πράσινη ησυχία της αγγλικής υπαίθρου του παραμυθιού και της μαγείας, οι δύο Κύριοι, ο Τζον Ρόναλντ Ρόιελ Τόλκιν και ο Κλάιβ Στέιπλς Λιούις, ως απόλυτοι τζέντλεμεν, ετοιμάζουν τον χώρο για να καθίσει αναπαυτικά και ανάμεσα τους η Κυρία Τζόαν Ρόουλινγκ. Η συντροφιά των Inkglish αυξάνει τα μέλη της αισθητά!  

 

Στο τέλος της πρώτης ταινίας, ο ισχυρός σκοτεινός μάγος Γκέλερτ Γκρίντελβαλντ (Τζόνι Ντεπ) συλλαμβάνεται με τη βοήθεια του Νιουτ Σκαμάντερ (Έντι Ρέντμεϊν) από το Μαγκούσα (Macusa – Συνέδριο Μαγείας των ΗΠΑ).

Τηρώντας την απειλή του, ο Γκρίντελβαλντ καταφέρνει να δραπετεύσει. Έτσι, θα βρεθεί στο Παρίσι του 1927. Στόχος του είναι να συγκεντρώσει γύρω του όσους περισσότερους,  ανυποψίαστους για τους πραγματικούς σκοπούς του συμμάχους, ώστε να θέσει σ ΄ εφαρμογή το σχέδιό του, που είναι να αναθρέψει απόλυτα καθαρόαιμους μάγους, έτοιμοι να καταδυναστεύουν όλα τα άμαγα πλάσματα της Γης.

Σε μια προσπάθεια ν’ ανατρέψει τα σχέδια του Γκρίντελβαλντ, ο Άλμπους Ντάμπλντορ (Τζουντ Λο), που διδάσκει στο Χόγκουαρτς καλεί τον πρώην μαθητή του Νιουτ Σκαμάντερ, ο οποίος δέχεται να τον βοηθήσει, αγνοώντας τους αληθινούς κινδύνους.

Ο Νιούτ θα συστηθεί και με καινούργια φανταστικά τέρατα, που τα εκτιμάει και τα φροντίζει ιδιαίτερα, όπως ο κινέζικος δράκος Ζούγου. Πολύ γρήγορα οι μάσκες θα πέσουν και οι διαχωριστικές γραμμές θα τεθούν, καθώς δοκιμάζεται η αγάπη και η αφοσίωση, ακόμη και ανάμεσα στους πιο κοντινούς φίλους ή στα μέλη της ίδιας οικογένειας, σ’ έναν κόσμο μαγείας που διχάζεται όλο και περισσότερο.

Ο έμπειρος σκηνοθέτης Ντέιβιντ Γιέιτς των τεσσάρων τελευταίων ταινιών Χάρι Πότερ ξανά στο τιμόνι, όπως και στην προηγούμενη των «Φανταστικών Πλασμάτων», έχοντας πια αφομοιωθεί εντελώς στο πνεύμα και το ύφος της παραμυθένιας δράσης και της περιπέτειας που εκφράζει η Ρόουλινγκ.  Μαστόρικα, φαντασμαγορικά το δεύτερο βιβλίο από την καινούργια πεντάτευχο της Αγγλίδας συγγραφέως (ήδη ανακοινώθηκαν και τα επόμενα τρία της σειράς πάλι με τον Γέιτς στην σκηνοθεσία), αρχίζει να γίνεται πιο dark και πιο σκληρό από το προηγούμενο.

Βέβαια, η Ρόουλινγκ, που μεταφέρει η ίδια το βιβλίο σε κινηματογραφικό σενάριο, ακόμα δεν έχει προπονηθεί κατάλληλα στους χρόνους και την σινε-οικονομία, δημιουργώντας, σε κάποια σημεία μια πλαδαρή μάζα, η οποία λειτουργεί εις βάρος της δράσης. Η ανησυχία της να ζωγραφίσει όσο το δυνατόν πιο αναλυτικά την ψυχοσύνθεση των καινούργιων ηρώων της, ανοίγει ιστορίες με τις περισσότερες από αυτές να ξεμένουν ορφανές στον αέρα. Θα μάθει όμως, καθώς είναι καλή μαθήτρια, το έχει το συγγραφικό και η θητεία της στον κινηματογραφικό χώρο από το στασίδι της παραγωγής (εκεί δηλαδή που είναι και το οικονομικό κεφαλόβρυσο της ταινίας) θα την εκπαιδεύσει και θα την φέρει στο σημείο της σωστής διάταξης και της διαχείρισης του κινηματογραφικού χρόνου αναγκαστικά.

Ο Ντεπ, ο Λο και ο Ρέντμεϊν στέκονται άψογοι στο νήμα που καθορίζει τις αποστάσεις του ρεαλιστικού από το φανταστικού δίχως να αυτοκαταστρέφονται, αλλά να προσφέρουν στους χαρακτήρες που υποδύονται ακεραιότητα και αληθοφάνεια. Ηθοποιάρες και οι τρεις τους, ούτως ή αλλιώς.

Η πλοκή της ταινίας κατεβαίνει σε πιο ανήλιαγα δώματα από την προηγούμενη, κάτι που το ευχαριστιέσαι, μολονότι το σενάριο έχει στεγανά κινδυνεύοντας να χυθεί από την μαγική χύτρα. Δεν χύνεται όμως και τα 134 λεπτά της ώρας βρίσκονται στο τσακ πριν σε ραπίσει το μπουχτιστικό του θεάματος. Αρκετοί καινούργιοι ήρωες μπαίνουν στο παιχνίδι για να έχετε να ασχολείστε, μεταμορφώσεις, σκηνικά, σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη μετά τον 1ο μεγάλο πόλεμο, ευχάριστη και η μεταφορά στο θρυλικό σχολείο μαγείας Χόγκουαρτς για να νοσταλγήσουμε. Τα εφέ μαγείας και ο διάκοσμος υπερφορτωμένα στο όριο κι αυτά. Εικάζω, πως το πέμπτο και τελευταίο επεισόδιο αυτής πενταλογίας, ως prequel της επταλογίας που σέβεται τον εαυτό του, η Ρόουλινγκ θα το πάει με τέτοιο τρόπο για να κλείσει με την οικογένεια Πότερ πριν τον θάνατο τους από τα χέρια του Λορντ Βάλντερμοντ, οπότε και της εμφανίσεως του βρέφους Χάρι Πότερ. Λέω τώρα, πιθανώς, μην το δέσετε κιόλας…

«Μαίρη Σέλλεϋ»

(Mary Shelley)

 

  • Είδος: Βιογραφία εποχής
  • Παραγωγή: Λουξεμβούργο, Αγγλία, Η.Π.Α. (2017)
  • Σκηνοθεσία: Χάιφα αλ-Μανσούρ
  • Με τους: Ελ Φάνινγκ, Ντάγκλας Μπουθ, Μπελ Πόουλ, Τομ Στάριτζ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα όπως ο «Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας», όπως είναι ο σωστός τίτλος του γνωστού βιβλίου με το ανθρωπο-τέρας της Μαίρη Σέλλεϋ. Μόνο η γυναίκα, διαθέτοντας φαντασία, γνώση και καλή πένα, έχει την δυνατότητα να αποκωδικοποιήσει φιλοσοφικά την ανθρώπινη ζωή και να την εντάξει στο σύνολο της δημιουργίας με το ανώτερο και το κατώτερο συναίσθημα, όπως το έθεσε ο Σωκράτης στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, βάσει των λεγομένων της Διοτίμα.

Ο Φρανκεστάιν, που είναι ο επιστήμονας θεός και το τρομακτικό δημιούργημά του, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκόσμιας λογοτεχνίας (ας μην μορφάζουν απαξιωτικά οι κουλτουριάρηδες όταν διαβάζουν τούτες τις γραμμές, παρακαλώ θερμά), καθότι η ανάγνωση του (όχι οι ταινίες), ορθώνει πολλαπλά επίπεδα, όλα τους φιλοσοφικά γεφυρωμένα, χρησιμοποιώντας δομικά υλικά που μόνο η εσωτερικότητα της Θηλυκής Αρχής διαθέτει. Καμιά ταινία δεν κατόρθωσε, έστω να χαϊδέψει λίγο τις παρυφές του αναγνώσματος, ούτε αυτή του Κένεθ Μπράνα (Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλευ – 1994), που προσπάθησε να δώσει από τις πιο σοβαρές μεταφορές του μυθιστορήματος. Ουδείς! Το βιβλίο παραμένει αλώβητο, κρυστάλλινο, αξεπέραστο αναμένοντας τον κάθε αναγνώστη να το επισκεφθεί με την ψυχή και το μυαλό του ανοιχτό.

Η Μαίρη Σέλλεϋ (30 Αυγούστου 1797 – 1 Φεβρουαρίου 1851) ήταν μεγάλη μορφή, αδιαχείριστου, πνευματικού μεγέθους, κάλλους και γνώσεων. Λογοτέχνης, αλκοολική (στην ταινία δεν αναφέρεται), αντιδραστική, σκηνοθετημένη από την Χάιφα Αλ-Μανσούρ, από την Σαουδική Αραβία. Εύγε στα κότσια της. Η Αλ-Μανσούρ, που μας αφηγείται την ζωή της μεγάλης, Αγγλίδας συγγραφέως και, δυστυχώς, ο φακός της «κολλάει» μονόμπαντα, εμμονικά και αβοήθητος στην φεμινιστική θέση της γυναικείας ελευθερίας.    

Η 16χρονη Μαίρη Γουόλστονκραφτ Γκόντγουιν (Ελ Φάνινγκ – καλή ηθοποιός και βγάζει ανάστημα στον ρόλο της Σέλλεϋ) ζει στο Λονδίνο στις αρχές του 19ου αιώνα με τον πατέρα της, τον πολιτικό φιλόσοφο και συγγραφέα Γουίλιαμ Γκόντγουιν (Στίβεν Ντιλέιν – καλός). Η μητέρα της, η Μαίρη Γουόλστονκραφτ ήταν η γνωστή Αγγλίδα, συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια της εποχής, η οποία έφυγε από την ζωή λίγες ημέρες αφότου γεννήθηκε η κόρη της Μαίρη. Η έφηβη Μαίρη βρίσκει ησυχία και ηρεμία στο νεκροταφείο που είναι θαμμένη η μάνα της, γράφοντας σκέψεις στο ημερολόγιο της. Σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον μεγαλωμένη με τον πατέρα της ξαναπαντρεμένο, η εκπαίδευσή της ήταν κατ΄ οίκον και το απίστευτο μορφωτικό της εύρος προήλθε αποκλειστικά από τον κηδεμόνα της, που την ενθάρρυνε στο διάβασμα και τις φιλελεύθερες πολιτικές ιδέες. Ο εκδοτικός οίκος του πατέρα της φανερώνει οικονομικά προβλήματα από χρέη και η Μαίρη αναχωρεί για την Σκωτία σε έναν συγγενή, όπου εκεί γνωρίζει τον μποέμ, ριζοσπάστη ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ (Ντάγκλας Μπουθ – αδύναμος να υποστηρίξει το ανένταχτο πνεύμα του ρομαντικού ποιητή Σέλλεϋ). Οι δυο νέοι ερωτεύονται (εν τω μεταξύ ο Πέρσι ήταν παντρεμένος και με παιδί), η Μαίρη εγκαταλείπει το σπίτι της μαζί με την ανάλαφρη και όχι τόσο διαβαστερή μηλαδελφή της Κλερ Κλερμόντ (Μπελ Πάουλι – καλή) και με τον Πέρσι, ζουν οι τρεις τους μια ξέγνοιαστη ζωή ταξιδεύοντας, διαβάζοντας, γράφοντας και φιλοσοφώντας επί παντός του επιστητού.

Η γνωριμία τους με τον ευγενή, πλούσιο Άγγλο ποιητή, πλήρους ελευθεριότητος άτομο, τον Λόρδο Βύρωνα (Τομ Στάριτζ – καλός), τους φέρνει για ένα καλοκαίρι του 1816 στο σπίτι του Λόρδου στην Ελβετία. Εκεί, και εν μέσω ενός παιχνιδιού, που παίρνει μέρος και ο Άγγλος-Ιταλός ιατρός και συγγραφέας Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι (Μπεν Χάρτνι – πολύ καλός), οι προσκεκλημένοι συγγραφείς και ποιητές καλούνται να γράψουν μια ιστορία τρόμου και φαντασμάτων. Με αφορμή το παιχνίδι η Σέλλεϋ δημιουργεί τον περίφημο Φρανκενστάιν. Μια από τις μικρές ανακρίβειες του σεναρίου είναι το κίνητρο, της συγγραφής του διάσημου λογοτεχνήματος της Σέλλεϋ.

Τα χρήματα τελειώνουν, ο εύπορος πατέρας του Πέρσι αποκληρώνει τον άσωτο γιο, η Μαίρη είναι έγκυος, το κοριτσάκι τους πεθαίνει από κακουχίες (στην πραγματικότητα η Σέλλεϋ έχασε τρία παιδιά), παντρεύεται, τελικά, τον Πέρσι και το μυθιστόρημα της εκδίδεται το 1818, αρχικά δίχως το όνομα της συγγραφέως, καθότι ήταν απαγορευτικό για μια γυναίκα της εποχής εκείνης να γράφει μυθιστορήματα και δη τρόμου. Το βιβλίο το προλογίζει ο άνδρας της Πέρσι Σέλλεϋ, γίνεται μεγάλη επιτυχία και άπαντες θεωρούν ότι εκείνος είναι ο ανώνυμος συγγραφέας. Η αλήθεια αποκαθίσταται σύντομα από τον ίδιο τον Πέρσι, για να εκδοθεί ξανά ο Φρανκενστάιν το 1823 με το όνομα της αυτή τη φορά, όπου η ιστορία του σύγχρονου Προμηθέα θα εκτοξευθεί στους επτά ουρανούς.     

 

Καλή η προσπάθεια της 44χρονης, βραβευμένης ντοκιμαντερίστριας Χάιφα αλ-Μανσούρ (Το Απαγορευμένο Ποδήλατο – 2012), που αποτυπώνει εύμορφα την ατμόσφαιρα του 19ου αιώνα με τον κύκλο των ρομαντικών ποιητών, αυτών που άφησαν βαρύ αποτύπωμα στην αγγλική λογοτεχνία. Η προσωπικότητα της Σέλλεϋ είναι χαμηλού εκτοπίσματος και δεν ντύνεται με τον δυναμισμό που διέκρινε την συγκεκριμένη συγγραφέα, η οποία απετέλεσε δέλεαρ πολλών εργασιών μεταγενέστερων μελετητών τόσο για το πνεύμα της, όσο και για την μεγαλειώδη προσωπικότητα της.

Η Φάνινγκ δίνει θετικό πρόσημο στο τελικό άθροισμα της αλ-Μανσούρ. Η σκηνοθέτις είναι φανερά γοητευμένη από το κίνημα του Ρομαντισμού και όλα όσα περιέβαλαν την εποχή. Η ταινία κρατάει το ενδιαφέρον λόγω της περιόδου, του ονόματος της συγγραφέως και της σύνδεσης της με το τρομακτικό μυθιστόρημα του Φρανκενστάιν. Το σημείο αναφοράς στην ταινία με τον ιατρό και συγγραφέα Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι και τους υπόλοιπους στο σπίτι του Βύρωνα είναι καλά κινηματογραφημένο. Εδώ να αναφέρουμε για την ιστορία, ότι ο Πολιντόρι στο παιχνίδι της συγγραφής μιας ιστορίας τρόμου εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Λόρδου Βύρωνα, δημιούργησε μια γκόθικ ιστορία με βρικόλακες, το γνωστό «Vampyre», που εσφαλμένα πιστώθηκε στον Λόρδο Βύρωνα. Το συγκεκριμένο διήγημα του Πολιντόρι ήταν η πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα Μπραμ Στόκερ, ώστε να γράψει 60 χρόνια μετά τον γνωστό σε όλους «Δράκουλα».   

«Αιγαίο SOS»

 

  • Είδος: Πολεμική κωμωδία
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πιέρρος Ανδρακάκος
  • Με τους: Θοδωρής Αθερίδης, Πάνος Βλάχος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Κωνσταντίνος Μπιμπής
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης (δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο καθόλου), ο Πιέρρος Ανδρακάκος, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Σουρεαλιστική, ελληνική κωμωδία (ως είθισται) με φόντο τον στρατό (ως είθισται) και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο στρατός ως ευκολάκι για να περαστούν άνετα τα διάφορα στοιχεία των χαρακτήρων της ελληνικής καθημερινότητας με χιούμορ χαβαλέ φανταροπαρέας σε μορφή ατάκας (βλέπε τηλεόραση, ως είθισται) και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ως σάτιρα για το αλατοπίπερο και βέβαια για την ύπαρξη σεναρίου (άκου τον βυζαντινό αμανέ που τον τραγουδούν Έλληνες και Τούρκοι μαζί, ως είθισται).

Συνταγή κατά γράμμα εκτελεσμένη από την μαμά μαγείρισσα «Λούφα και Παραλλαγή» (ο Καρδιτσιώτης με την παρατραβηγμένη θεσσαλική προφορά, ο θερμοκέφαλος ενθικιστής, το λαμόγιο, ο καπάτσος, ως είθισται)  με απλοϊκά ψηφιακά εφέ και εμβόλιμα πολύγλωσσα, τηλεοπτικά breaking news σε βαθμό υπερβολής (ως είθισται). Η ελληνική τηλεόραση μετακόμισε ξανά στην μεγάλη οθόνη. Δεν χρειάζεται να γράψω τίποτα άλλο. Έτσι κι αλλιώς αγαπητοί μου, όσα «κρίμα» και να αναφέρω γραπτώς για την κατάντια του ελληνικού κινηματογράφου, εσείς θα δείτε την ταινία γιατί είναι ελληνικό προϊόν, γιατί έχετε την κάψα να ακούσετε ελληνικούρες στην σκοτεινή αίθουσα και να βγάλετε το ανάθεμα από μέσα σας: «κουτσό, στραβό, ζαβό είναι δικό μας, γαμώτο!» Το ξέρω, εκεί ποντάρουν και σερβίρουν γαλέτα στην καραβάνα, ενώ άλλοι τρώνε κινηματογραφικό παντεσπάνι σε πιάτα Ikea (ως είθισται).       

 

Καλοκαίρι 2018. Ελληνικές και τουρκικές φρεγάτες οργώνουν το Αιγαίο. Ένας μεγάλος σεισμός όμως φέρνει στην επιφάνεια μια βραχονησίδα σε διεθνή χωρικά ύδατα. Έλληνες και Τούρκοι στέλνουν άμεσα στρατεύματα για να καταλάβουν το νησί. H κάθε διμοιρία καταλαμβάνει περίπου… από μισό. Τα αστεία αλλά και σοβαρά περιστατικά μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν αργούν να πάρουν διαστάσεις τσουνάμι.

«Κορίτσι»

(Girl)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λούκας Ντοντ
  • Με τους: Βίκτορ Πόλστερ, Αριε Βολτχάλτερ, Ολιβερ Μπόνταρντ
  • Διάρκεια: 109’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερου Σεναρίου 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου – Βραβείο Σκηνοθεσίας της Πόλης των Αθηνών 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας»

Η 15χρονη Λάρα (Βίκτορ Πόλστερ – πολύ καλός) είναι αποφασισμένη να γίνει επαγγελματίας μπαλαρίνα. Με την υποστήριξη του πατέρα της, ρίχνεται στην απόλυτη μάχη. Η αγανάκτηση και η ανυπομονησία της μεγαλώνουν καθώς συνειδητοποιεί ότι το σώμα της δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κλασικού χορού γιατί γεννήθηκε αγόρι. Καλά διαβάσατε: Αγόρι, που θέλει να γίνει κορίτσι-μπαλαρίνα….

Απλοϊκή κινηματογράφηση, άνευ σπουδαίων σκηνοθετικών ακροβασιών, με την κινούμενη κάμερα και έμφαση στο παιχνίδισμα των φωτισμών, ένεκα των πολύπλοκων συναισθημάτων του πρωταγωνιστή.  Εντός του ευγενικού, ήρεμου, μικροαστικού, απαλού, περιβάλλοντος μονογονεϊκής οικογένειας, πατέρας ταρίφας με δυο αγόρια, το μεγαλύτερο του σε ηλικία επιθυμεί δια καώς να μεταμορφωθεί χειρουργικά σε κορίτσι. Και σ΄ αυτή την επιθυμία του βράχος και στυλοβάτης, αρωγός με κατανόηση, αγάπη, συγκαταβατικότητα και απαζάρευτη υποστήριξη, στέκεται ακλόνητα ο πατέρας ταρίφας. Όλο αυτό όμως γιατί να γίνει ταινία;

Ίσως γιατί ο σκηνοθέτης θέλει να προτείνει μια εικόνα που υπάρχει έντονα στην σύγχρονη εποχή μας και η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να την δεχθεί, αλλά υπάρχει τρόπος να την αποδεχθεί.

Ερώτημα απλό: Γιατί να την αποδεχθεί η κοινωνία;

Απάντηση: Γιατί είναι μέσα στην ζωή.

Δεύτερο ερώτημα, επίσης απλό: Δηλαδή εάν ένα πρωί δω τον έφηβο γιό του γείτονά μου να με καλημερίζει ξαφνικά, χειρουργημένο σε τέλειο κορίτσι, θεωρείς, ότι θα πάω να κάψω το σπίτι του πατέρα του ή στην ήπια εκδοχή να κακοποιήσω λεκτικά ή να τραμπουκίσω (bullying λέγεται στα ελληνικά) το μεταμορφωμένο αγόρι σε κορίτσι;

Απάντηση: Ενδέχεται να γίνει αυτό όχι από εσένα, αλλά κάποιο δίποδο πιθανώς να το πράξει. Να ενεργήσει βίαια σε μια τέτοια ενέργεια, που έχει να κάνει με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Προτελευταία ερώτηση: Και γιατί να το κάνει; Γιατί να ενεργήσει βίαια σε ένα τέτοιο γεγονός;

Απάντηση: Γιατί είναι απολίτιστος, αμόρφωτος, αγροίκος και δεν δέχεται το διαφορετικό.

Τελευταία ερώτηση: Εσύ αποδέχεσαι την διαφορετικότητα; Δηλαδή, αυτόν που θα αντιδράσει βίαια στο δικό σου διαφορετικό, που εδώ όπως τα λέμε, έχει μια υπέρβαση η αλλαγή φύλλου, είναι ένα πολιτισμικό σοκ.

Απάντηση: Όχι, δεν θα αποδεχθώ έναν τραμπούκο, διότι χρησιμοποιεί βία, κάτι που στην διαφορετικότητα του άλλου ανθρώπου δεν υφίσταται. Άλλωστε όσο αφορά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι ένα θέμα αυστηρά προσωπικό και δεν αφορά κανέναν παρά μόνο το κάθε συγκεκριμένο άτομο και τις επιλογές του.

Ακόμα μια ερώτηση, παρακαλώ: Δεν διαφωνώ, μόνο που γίνεται ταινία και μάλιστα με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Το «Κορίτσι» προέρχεται από αξιοπρεπές, υγιές περιβάλλον, με τον τέλειο εργαζόμενο, ταξιξή  πατέρα, απουσία μητέρας, που δεν γνωρίζουμε τι και πως, στην ήρεμη αστική ζωή, κάνει μπαλέτο, πάει σχολείο, βέβαια δεν έχει φίλες ή φίλους και δεν εκπορεύεται από το περιθώριο, τα πρεζόνια, την αντίδραση, τις κραγμένες τραβεστί που κάνουν πιάτσα, προγκάνε και άλλα ακραία. Πρώτη φορά αντικρίζουμε κινηματογραφικά τέτοιο διάκοσμο σε αυτού του είδους την θεματική. Θεωρείς, ότι το θέμα της ταινία είναι διδασκαλία, ας πούμε, για το πως πρέπει ο σημερινός, πολιτισμένος» άνθρωπος να συμπεριφέρεται στην σεξουαλική διαφορετικότητα και στις επιλογές των ανθρώπων;

Απάντηση: Είναι αγγελικά πλασμένη η ατμόσφαιρα, εκτός ενός σημείου μπούλινγκ, αλλά και αυτό εξ΄ απαλών ονύχων κινηματογραφείται. Κατά τα άλλα μοιάζει κάπως διδακτική, αλλά έχει σημασία;

Απάντηση: Όχι καμιά, απλά συζήτηση κάνουμε. Η νομενκλατούρα του υπαρκτού σοσιαλισμού της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., φιλμάριζε ταινιάκια διαφημίζοντας τον πολίτη μέσα στην χαρά, στο σφρίγος, στο ιδανικό περιβάλλον αγάπης, συνεργασίας, ελευθερίας, ασφάλειας, κατανόησης και επιβράβευσης, πάντα με τις ευλογίες του καθεστώτος. Ήταν όμως αλήθεια όλα αυτά;             

«Οι Κληρονόμοι»

(Las Herederas / The Heiresses)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Παραγουάη (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαρσέλο Μαρτινέσι
  • Με τους: Άνα Μπρουν, Μαργκαρίτα Ιρούν, Άνα Ιβάνοβα
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας, Αργυρή Άρκτος Alfred Bauer Κινηματογραφικής Πρωτοπορίας, Βραβείο FIPRESCI Διεθνούς Διαγωνιστικού στο 68ο Φεστιβάλ Βερολίνου – Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας «Νύχτες Πρεμιέρας, Φεστιβάλ Αθήνας»

Γράφει ο σκηνοθέτης Μαρσέλο Μαρτινέσι στο σημείωμα του για την ταινία: «Το χειρότερο επακόλουθο ενός καθεστώτος το οποίο προφυλάσσει και ταυτόχρονα καταστέλλει είναι ότι δημιουργεί πολίτες που αδυνατούν να ξεφύγουν από αυτόν τον τρόπο ζωής. Η Παραγουάη είναι μία χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο, και οι γυναίκες αυτές ανήκουν σ’ αυτή την προστατευμένη ελίτ που έχει εξασφαλισμένη τροφή και στέγη. Όμως η ιστορία ξετυλίγεται από τη στιγμή που αρχίζουν να χάνουν τα κεκτημένα και δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Η κεντρική ηρωίδα δε θέλει να χάσει τις μικρές πολυτέλειες όπως το ακριβό αυτοκίνητο ή την υπηρέτρια της ακόμα κι αν το αυτοκίνητο είναι παλιό και η υπηρέτρια άπειρη. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να συνεχίσει να ζει με τις ανέσεις που είχε συνηθίσει. Όταν βρίσκει δουλειά και αρχίζει να βγάζει λεφτά, βιώνει κάτι πρωτόγνωρο: η επιθυμία ξυπνάει μέσα της και βλέπει να ανοίγεται ένας καινούριος δρόμος μπροστά της γεμάτος ευκαιρίες».

Η Τσέλα και η Τσικίτα, δύο γυναίκες που προέρχονται από ευκατάστατες οικογένειες της Ασουνσιόν στην Παραγουάη, συμβιώνουν για πάνω από 30 χρόνια. Το τελευταίο διάστημα η οικονομική τους κατάσταση δεν είναι καλή κι αρχίζουν να πουλάνε κάποια από τα αντικείμενα που έχουν κληρονομήσει. Όταν η Τσικίτα καταδικάζεται για απάτη λόγω των χρεών και φυλακίζεται, η Τσέλα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και καταλήγει να κάνει την οδηγό για μια παρέα ηλικιωμένων και πλούσιων κυριών. Η Τσέλα συνηθίζει σε ένα καινούριο τρόπο ζωής, κι όλα αλλάζουν όταν γνωρίζει την αρκετά νεότερή της Άντζι που της κεντρίζει το ενδιαφέρον και την ωθεί να βγει από το καβούκι της και να κάνει την προσωπική της επανάσταση.

 

Ο 45χρονος Παραγουανός σκηνοθέτης Μαρσέλο Μαρτινέσι στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του εμπνεύστηκε, όπως λέει ο ίδιος: «από έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν οι γυναίκες: η μητέρα μου, οι αδελφές μου, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι γειτόνισσες. Ήθελα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου να μπει μέσα σ’ αυτό το γυναικείο σύμπαν το οποίο με ενδιαφέρει ακόμα περισσότερο από τότε που άρχισα να βλέπω ταινίες του Φασμπίντερ.

»Όσοι γεννηθήκαμε στην Παραγουάη στα 70s, είμαστε απόγονοι μιας χαμένης γενιάς. Ο στρατιωτικός που πήρε τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας το 1954, απαγόρευσε βιβλία, και βασάνισε, δολοφόνησε ή εξόρισε νέους ανθρώπους. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1989. Όσοι από τη γενιά των γονιών μας έμειναν στη χώρα, πέρασαν τα νιάτα τους κάτω από τη σκιά ενός καθεστώτος που δεν τους επέτρεπε να είναι ο εαυτός τους. Τα καλύτερά τους χρόνια, τα έζησαν μέσα στον φόβο. Αυτές οι γυναίκες είναι προϊόν εκείνης της εποχής. Γι’ αυτό με ενδιέφερε να ρίξω ένα φως πάνω τους και να εξερευνήσω εκείνον τον κόσμο που παραμένει ένα μυστήριο για μένα». 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ «λ π», του Χρήστου Πέτρου, που αφορά την Ελληνίδα καλλιτέχνιδα Λένα Πλάτωνος. Προβολές στον κινηματογράφο «Τριανόν»,  που συνοδεύονται από μουσική, την ίδια τη Λένα Πλάτωνος και αναπάντεχες συνεργασίες.