fbpx

banner αεροδρομίου

«Αγγλία ενωμένη, δυνατή, απομονωμένη στoν Πύργο της!», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

 

 

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 3

Υπόθεση περί σεναρίου ταινίας: Το σενάριο, πληροφορούν, ότι είναι βασισμένο στο τάδε βιβλίο, όπερ σημαίνει, πως ο σκηνοθέτης ενθουσιάστηκε από το ανάγνωσμα, η παραγωγή αγοράζει τα πνευματικά δικαιώματα από τον συγγραφέα ή τους κληρονόμους του, αναθέτει σε έναν έμπειρο γραφιά να το προσαρμόσει για την μεγάλη οθόνη και να, το καλό βιβλίο σε ταινία. Σωστά; Πάμε παρακάτω.

Διαβάζουμε, επίσης, ότι το σενάριο της ταινίας είναι, απλά, εμπνευσμένο από το τάδε βιβλίο.  Δηλαδή, ένας σκηνοθέτης ή κάποιος κινηματογραφικός σεναριογράφος διάβασε ένα μυθιστόρημα, επίσης ενθουσιάστηκε, αλλά η παραγωγή δεν απέκτησε τα πνευματικά δικαιώματα του βιβλίου γιατί ο γραφιάς κράτησε μόνο την κεντρική ιδέα, «συνθέτοντας» ένα εντελώς δικό του, διαφορετικό, ίσως σε άλλο τόπο και χρόνο, μυθιστόρημα με άλλη πλοκή και ήρωες, που να μην μοιάζει καθόλου με το αυθεντικό δημιούργημα για να μην έχει και τα ανάλογα μπλεξίματα και τα οικονομικά έξοδα. Διακριτικά, όμως, για να μην γίνει ρεζίλι των σκυλιών, αναφέρει σε συνεντεύξεις, άντε και σε κάποιο σκηνοθετικό σημείωμα, την πηγή της έμπνευσής του. Αυτός ο άθλιος λωποδύτης όχι μόνο ξεπέρασε την φόρμα της διασκευής, άλλα εφόρμησε άπληστα στην σφαίρα της κλοπής και της παραχάραξης του αυθεντικού.

Όταν όμως το σενάριο της ταινίας είναι εξόφθαλμα βασισμένο σε γνωστό βιβλίο (και αυτό πουλάει η ρεκλάμα), το οποίο, μάλιστα, είναι ευπώλητο (μπεστ σέλερ, ελληνιστί), σεναριογράφος και σκηνοθέτης προσπαθούν να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστοί στην πλοκή του χειρόγραφου (απειλή κινηματογραφικού χρόνου γαρ). Όσο το δυνατόν! Ορισμένοι το πετυχαίνουν, άλλοι πάλι όχι, αρχίζοντας τις εκπτώσεις και τις παραποιήσεις, καθιστώντας το σενάριο της ταινίας, οπότε και την σκηνοθεσία, σε έναν τραγέλαφο. Θέλει μαγκιά η εικονοποίηση του όποιου σοβαρού αναγνώσματος και είναι μέγας κινηματογραφικός άθλος να την βγάλει «καθαρή» ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης.

Το κοινό που θα παρακολουθήσει την ταινία, η οποία βασίζεται σε ένα πολυδιαβασμένο βιβλίο, χωρίζεται σε δυο κατηγορίες: Σε αυτούς που έχουν, κυριολεκτικώς, «ξετινάξει» τις σελίδες του διαβάζοντάς το, παράλληλα το έχουν λατρέψει και σε αυτούς που είναι, εντελώς, ανέπαφοι με το βιβλίο του συγκεκριμένου κινηματογραφικού θέματος, ερχόμενοι ως πρώτη επαφή με το θέμα από το όχημα της μεγάλης οθόνης.

Στα βιβλία του συρμού και της εφήμερης επιτυχίας, που μετά πέντε χρόνια δεν τα θυμάται ούτε η μητέρα του συγγραφέα και πέρασαν λόγω μόδας, δυστυχώς, στο σύμπαν της 7ης Τέχνης, τα συγχωροχάρτια, από την πρώτη κατηγορία των θεατών (αυτών των διαβαστερών), προσφέρονται αφειδώς στον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη, ένεκα της βιβλιομοδάτης μπούρδας, που διαβάστηκε κάπως ευχάριστα, στην ανάλαφρη ξεπέτα, βία, εντός τριών ημερών σε κάποια εύμορφη, ελληνική νησιώτική παραλία το ευγενές θέρος.

Τα βιβλία, όμως, που η ιδέα, η έμπνευση και η γραφή του λογοτέχνη (λογοτέχνη και όχι απλά συγγραφέα) έχουν σημαδέψει καίρια μια γενιά ή μια σημαντική, ιστορική περίοδο – είτε υπαρκτή, είτε φανταστική – και στην διαχρονικότητα τους ως αναγνώσματα παραμένουν ακόμα και τώρα οι άσβεστοι φανοί των εσωτερικών μας μαχών, τότε, το αναγνωστικό κοινό έχει απαιτήσεις, φίλοι μου, όταν το αγαπημένο τους βιβλίο παίρνει σάρκα και οστά στο μεγάλο άσπρο πανί.

Όταν η ταινία ανταποκρίνεται, στο μέτρο του δυνατού, στα προσωπικά ονείρατα του αναγνώστη (ποτέ δεν προσεγγίζει την τελειότητα του βιβλίου μια ταινία), το απαλό μειδίαμα ταύτισης βιβλίου και ταινίας στα χείλη του βιβλιόφιλου-κινηματογραφόφιλου είναι ο αόρατος κότινος θριάμβου στην κεφαλή του σκηνοθέτη. Ο συγγραφέας είναι προ πολλού δαφνοστεφανωμένος, οπότε μην αγχώνεστε.

Η άλλη κατηγορία, αυτή των κινηματογραφόφιλων που ποτέ δεν συστήθηκαν με τον αυθεντικό, γραπτό λόγο του σεναρίου θα κρίνουν την δημιουργία, απλά, ως μια ταινία και εάν πραγματικά ευχαριστήθηκαν από το θέαμα της κινούμενης εικόνας, ενδεχομένως να επισκεφτούν και τις σελίδες του μυθιστορήματος, ανακαλύπτοντας αυτά που ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης παράλειψαν ή «δακτύλισαν» εντέχνως από το πρωτογενές κείμενο για να συμμαχήσουν με τον απειλητικό φιλμικό χρόνο. Άντε να προσθέσουν ευλαβικά κάτι δικό τους, που δεν τραυματίζει ή να αλλοιώνει το συνολικό έργο.

Είναι φύσει αδύνατον, όταν το σενάριο μιας ταινίας είναι βασισμένο σε ένα σπουδαίο βιβλίο, να μην περάσει από την ηλεκτρισμένη κρίση του αναγνώστη-θεατή. Πως να το κάνουμε, δεν γίνεται! Σε άλλη περίπτωση, πάλι, δεν είναι εφικτό ο σκηνοθέτης να βασίζει μεν την ταινία του σε ένα σπουδαίο ανάγνωσμα και στην συνέχεια δε, να κάνει ό,τι του κατέβει στην γκλάβα. Η ταινία, βέβαιον είναι, πως μαθηματικά θα ακολουθήσει την οδό της κατακραυγής, της αυτοχειρίας της, οπότε και της αποτυχίας.   

Υφίσταται μια διαδικασία προσωπική, ξεκίνησε παιδιόθεν φτάνοντας έως σήμερα, όταν διαβάζω ένα βιβλίο και οι πρώτες του σελίδες με έχουν συνεπάρει, κάπου στην μέση η ιστορία με έχει αιχμαλωτίσει στην μαγεία της, οπότε αμέσως το φέρνω στην σκέψη μου ως ταινία, δημιουργώντας την δική μου διανομή ρόλων με γνωστούς ηθοποιούς. Ως ερασιτέχνης σκηνοθέτης, λοιπόν, με τον νου, σκέφτομαι πως θα έκανα εκείνο με την δείνα ηθοποιό, πως το άλλο με εκείνον τον ηθοποιό και η φαντασία μου αλωνίζει αγόγγυστα στον δημιουργικό αργαλειό του ανέφικτου. Μικρό και αθώο βίτσιο, ας πούμε. Τελειώνοντας το ανάγνωσμα, σκέφτομαι, επίσης, ενθουσιασμένος πόσο υπέροχο θα είναι να γυριζόταν σε ταινία από κάποιον έμπειρο σκηνοθέτη (τον έχω ήδη ονοματίσει, ανάλογα το μυθιστόρημα που διαβάζω), ως ένα χαζό στοίχημα με τον εαυτό μου στο κατά πόσο πλησίασα τα γούστα του κινηματογραφιστή στο casting.  

Εικάζω, ας με συγχώρεσε τε, πως είναι ένα πανέμορφο τελετουργικό, άρρηκτα συνδεδεμένο με όλους όσους διαβάζουν και συνάμα είναι αθεράπευτα κινηματογραφόφιλοι. Για τον λόγο αυτόν και μόνο δεν αποδέχομαι οποιαδήποτε αιτιολογία που να αφορά ταινία, όταν το σενάριο της βασίζεται σε σπουδαίο βιβλίο και δεν είναι, απλά, εμπνευσμένο από κάποιο ανάγνωσμα. Οι σελίδες του όποιου μυθιστορήματος σημείωσαν στην υγρή γη της ανθρώπινης, γόνιμης φαντασίας βαθύτατο, διαχρονικό και άσβεστο χνάρι. Και αυτό απαιτεί σεβασμό και προσοχή.

Τρανό παράδειγμα στα κινηματογραφικά πράγματα είναι η επιτυχημένη τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Σπουδαίοι σκηνοθέτες του φανταστικού επιχείρησαν να την μεταφέρουν στην μεγάλη οθόνη και εγκατέλειψαν το σχέδιο λόγω της πολυπλοκότητας του λογοτεχνικού έπους. Ο πανέξυπνος σκηνοθέτης Τζορτζ Λούκας, ακραιφνής θαυμαστής του Τόλκιν, εμπνεύστηκε από την ιδέα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και γύρισε το δικό του διαστημικό έπος «Star Wars» το 1977 σε τρεις συνέχειες. Δεν το έκρυψε ποτέ ο «λωποδυτάκος» Λούκας, πως η ανεκτίμητη πηγή της έμπνευσης του είναι η saga του «Δαχτυλιδιού» και όλοι οι ήρωές του αποτελούν ξεκάθαρη αντιγραφή από αυτούς του Τόλκιν. Σύντομα καταφθάνει το καινούργιο «Star Wars» και θα αναλύσουμε προσεχώς σε άρθρο όλη αυτή την ιστορία.

Ο Πίτερ Τζάκσον, παρότι τόλμησε το ακατόρθωτο για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, φέρνοντας τα πάνω κάτω με νέα δεδομένα και τεχνικές στο χώρο του επικού-φανταστικού σινεμά, αρχικά στην πρώτη τριλογία οι «ταγμένοι» Ringers, οι άγρυπνοι «φύλακες» της Μέσης Γης τον πέρασαν γενεές δεκατέσσερις για τα λάθη, τις παραλείψεις και τις αλλοιώσεις των νοημάτων που ταξινόμησε στις κινηματογραφικές σεναριακές μεταφορές στην τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Στο «Χόμπιτ», όμως, ο σκηνοθέτης έγινε πιο προσεκτικός, διαθέτοντας, βέβαια, την άνεση των τριών ταινιών για εμπορικούς λόγους.

Επαναλαμβάνω, λοιπόν, πως ταινία βασισμένη σε γνωστό βιβλίο ποτέ δεν λειτουργεί αυτόνομα και φυσικά ποτέ δεν μπορείς να την παρακολουθήσεις ως νεόφερτη, σεναριακή ιδέα, εφόσον έχεις διαβάσει την ιστορία και την έχεις αγαπήσει. Οι καλλιτεχνικοί ακροβατισμοί σε ξένο σώμα και δη επιτυχημένο μόνο ερασιτεχνισμό και απειρία αναδεικνύουν. Αλλιώς ο κάθε σκηνοθέτης και σεναριογράφος ας φτιάξουν κάτι δικό τους.                  

Αξιολόγηση Ταινιών

* * * * *  Αριστούργημα

* * * * Εξαιρετική

* * * Ενδιαφέρουσα

* * Προβληματική

* Αδιάφορη

@ : Κάκιστη

«Ο Πύργος του Downton»

(Downton Abbey)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Αγγλία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Ένγκλερ
  • Με τους: Χιου Μπόνβιλ, Τζιμ Κάρτερ, Μισέλ Ντόκερι, Ελίζαμπεθ ΜακΓκάβερν, Ιμέλντα Στόντον, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Tulip Entertainmen

Η άφιξη του βασιλιά Γεωργίου Ε΄ της Αγγλίας μετά της συζύγου του, βασίλισσας Μαίρης, θα σημάνει συναγερμό στο «επάνω» σπίτι όπου διαμένει η οικογένεια του φεουδάρχη λόρδου Κρόλεϊ, αλλά κυρίως στο «κάτω» σπίτι με το υπηρετικό προσωπικό, καθώς τα πάντα πρέπει να είναι στην εντέλεια και ο χρόνος είναι περιορισμένος για μια επίσκεψη τέτοιων απαιτήσεων.

Βρισκόμαστε στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του ’20 και τα χρόνια της μεγάλης, αγγλικής δόξας έχουν παρέλθει. Η αριστοκρατική τάξη βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας εποχής και η άλλοτε καλογυαλισμένη μηχανή του σπιτιού αρχίζει και παρουσιάζει προβλήματα στη λειτουργία της. Φυσικά το δείπνο πρέπει να είναι άριστο σε κάθε του λεπτομέρεια, η υποδοχή οφείλει να είναι αλάνθαστη και η ψυχαγωγία του βασιλικού ζεύγους αντάξια της φήμης της οικογένειας Κρόλεϊ.

Όλες οι πτυχές αυτής της σημαντικής επίσκεψης έχουν προσχεδιαστεί άριστα, μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια και το πιστό, υπηρετικό προσωπικό του Downton Abbey καλείται να ξεπεράσει κάθε δύσκολο εμπόδιο προκειμένου να τιμήσει την ιστορία της φιλοξενίας του σπιτιού.

Το τηλεοπτικό φαινόμενο «Ο Πύργος του Downton», μετά από μια δεκαετία ζωής, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη σε σκηνοθεσία του Αμερικανού, θεατρικού παραγωγού και σκηνοθέτη Μάικλ Ένγκλερ, που είχε αναλάβει 4 τηλεοπτικά επεισόδια της σειράς, αλλά και 8 επεισόδια του, επίσης επιτυχημένου «Sex and the City».

Ουδέποτε παρακολούθησα το τηλεοπτικό «Ο Πύργος του Downton», οπότε ο οποιοσδήποτε παραλληλισμός της ταινίας με την σειρά δεν υφίσταται στα γραφόμενα. Συστήθηκα απ΄ ευθείας με το κινηματογραφικό προϊόν το οποίο όλο το set είναι μια κορυφαία αγγλούρα με την θεατρική, σεξπηρική εκφορά του λόγου των, εμφατικά, τονισμένων λέξεων στην προπαραλήγουσα και την παραλήγουσα, κουρδισμένη από την αμερικάνικη, σκηνοθετική μπαγκέτα του Ένγκλερ. Δηλαδή, ρυθμός θανατικά αργός, πλοκή γεωμετρικά επίπεδη συνδυαζόμενα από κορυφαία ντεκόρ και άριστη ενδυματολογία, που οφείλεται όμως στην εργασία της αγγλικής παραγωγής στην ταινία.

Μην αυταπατάστε, δεν είναι αγγλικό σινεμά. Άγγλοι ηθοποιοί πρωταγωνιστούν γυρισμένη η παραγωγή εξ’  ολοκλήρου στην αγγλική ύπαιθρο, έτσι για τον αέρα και το άρωμα της υπόθεσης, προφανώς όπως και στο σήριαλ. Οι Άγγλοι κινηματογραφιστές θα το δούλευαν διαφορετικά το θέμα, με τσεκουράτη θέση και κρομγουελινή άποψη, εν όψει μάλιστα των τελευταίων πολιτικών εξελίξεων της γηραιάς Αλβιόνας. Εδώ παίζουν μπάλα οι Γιάνκις, οπότε καταλαβαίνετε τι μέλει γενέσθαι.  

Το ψιλοπροοδευτικό αμερικανάκι στρέφει την πυξίδα του αδέξια στον επερχόμενο απομονωτισμό της Αγγλίας με τους φεουδάρχες και την πλέμπα ενωμένους σε μια γροθιά για την εύρυθμη συνέχεια της μικρής κοινωνίας, σε μια ταινία να μιμείται ακατέργαστα τον αγγλικό ακαδημαϊσμό. Ανασύρω αυτό που είχε ειπωθεί, εάν ενθυμούμαι καλώς από τον Άρη Βελουχιώτη: «τον γιό της πλύστρας να φοβάσαι» και εδώ αποδεικνύεται περίτρανα, βλέποντας όλους τους καταπιεσμένους και ανασφάλιστους δούλους να υποκλίνονται και να επιδίδονται σε ρεβεράντζες και γλειψίματα στο βασιλικό ζεύγος, όμοια με την άρχουσα τάξη προς τους μονάρχες της.

Το σεναριακό ενδιαφέρον είναι ανάλαφρα στραμμένο στις πολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές της Αγγλίας εκείνης της εποχής (1927), που δεν διαφέρουν από τις σημερινές, με κάποιες, μικρές, πινελιές παλ χρωμάτων κοινωνικού απόηχου σε ενδοεσωτερικά ζητήματα των «άνω» και των «κάτω» περί αγγλοσαξωνικής παράδοσης, κληρονομιάς, πολιτισμού και έρωτα, έτσι, για να μην πάει άπατη η δίωρη, βαρετή υπόθεση.

«Είσαι Έτοιμος;»

(Ready or Not)

 

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: των Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ
  • Με τους: Σαμάρα Γουίβινγκ, Άνταμ Μπρόντι, Μαρκ Ο’ Μπράιεν, Χένρι Τσέρνι
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Η ερωτική σχέση της Γκρέις (Σαμάρα Γουίβινγκ – καλή) με τον Άλεξ (Μαρκ Ο’ Μπράιαν) ολοκληρώνεται με μια εντυπωσιακή γαμήλια τελετή στην πατρική, γοτθικού ρυθμού, έπαυλη του γαμπρού.  Ο γάμος πραγματοποιείται δίχως πρόβλημα, αλλά η οικονομικά εύρωστη και εκκεντρική οικογένεια του Άλεξ έχει κάποιες παραδόσεις. Ετοιμάζεται να δεχτεί τη νύφη στην φαμίλια της με έναν ασυνήθιστο τρόπο.

Το βράδυ του γάμου θα παίξουν ένα οικογενειακό παιχνίδι, που κρατάει από τα παλιά, φέρνοντας τα πάνω κάτω στο νεαρό ζευγάρι. Η Γκρέις, που είναι η πρωταγωνίστρια αυτού του παράδοξου εθίμου, ως νέο μέλος θα προσπαθήσει να επιβιώσει από τις σκοτεινές και παράξενες διαθέσεις της αλλόκοτης οικογένειας του Άλεξ, ακόμα και αν χρειαστεί να ανατρέψει τους κανόνες του παιχνιδιού μια για πάντα.

Ξεκινάει τόσο καλά το στόρι. Τοποθετεί τον θεατή αργά και προσεκτικά σε μια περιποιημένη ατμόσφαιρα γκορ τρόμου με μια έξυπνη ιδέα, πανέτοιμος για να απολαύσει ενήλικο σπλάτερ. Ξαφνικά, στο τέλος της πρώτης ενότητας ανατρέπονται τα πάντα και η όμορφη ιδέα, όμορφα καίγεται σε ό,τι πιο κλισέ υπάρχει. Μέσα στα αποκαΐδια ξεφυτρώνει και ένας ζαβός υβριδικός συνδυασμός σατανο-βαμπιρισμού ως γρήγορη διαφυγή, μια όπως όπως σεναριακή διάσωση από τα ελώδη μονοπάτια που έμπλεξαν οι μικροκομηκάδες σκηνοθέτες: Ματ Μπετινέλι και ’Ολπιν, Τάιλερ Ζιλέτ («Ο Ερχομός του Διαβόλου», 2014) στην δεύτερη απόπειρα τους σε μεγάλου μήκους ταινία.

Πιο εφηβικό δεν γίνεται, αν και η καλή φωτογραφία του Μπρετ Τζάκοβιτς και η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του gothic σπιτιού προσδίδει ένα τόνο αισιοδοξίας, δυστυχώς όλο το concept είναι μια ακόμα πληγή στο ήδη βασανισμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου. Η παρουσία της νεαρής, Αυστραλής κουκλάρας Σαμάρα Γουίβινγκ («Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» και της νετφλιξιακής «Νταντάς»), κόρη του σκηνοθέτη και συγγραφέα Σιμόν Γουίβινγκ, αλλά και ανεψιά του αγαπημένου μας ηθοποιού Χιούγκο Γουίβινγκ («Matrix», «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών»), είναι απίθανη και σύντομα θα βρεθεί ο ρόλος που θα την βγάλει μπροστά.

Η Σαμάρα Γουίβινγκ μαζί με την Ιταλίδα συνομήλική της, Ματίλντα Άννα Ίνγκριντ Λουτζ (Revenge) είναι σαφώς το νέο, χολιγουτιανό δροσιστικό αεράκι, ακολουθώντας όμως την καταιγιστική και αφοπλιστική παρουσία της εξαιρετικής, κατά τέσσερα χρόνια μικρότερη τους Αγγλίδας, Φλόρενς Που (Μεσοκαλόκαιρο).

Σίγουρα τα εφηβάκια θα ξετρελαθούν με την ταινία, παρότι το cast είναι ενήλικο, η ιστορία διαθέτει το γνωστό, αιματοβαμμένο χιούμορ, την κατάμαυρη πλακίτσα του και μερικές, έξυπνες ανατροπές προς το τέλος που αρέσουν στους κινηματογραφόφιλους του είδους.

«Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε»    

(Angel Has Fallen)                                

 

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρικ Ρόμαν Γουό
  • Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μόργκαν Φρίμαν, Πάιπερ Περάμπο, Τζέιντα Πίνκετ Σμιθ, Φρέντερικ Σμιντ, Ντάνι Χιούστον
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

 

Ύστερα από την απόπειρα δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Άλαν Τράμπουλ (Μόργκαν Φρίμαν) και τον τραυματισμό του, ο πρόεδρος πέφτει σε κώμα. Ο έμπιστός του μυστικός πράκτορας Μάικ Μπάνινγκ (Τζέραρντ Μπάτλερ), ως ο μόνος επιζών της επίθεσης, κατηγορείται άδικα και τίθεται υπό κράτηση.

Δραπετεύει κατά την μεταφορά του στις φυλακές με την βοήθεια των εξτρεμιστών στρατιωτικών που σχεδίασαν την επίθεση με αποτέλεσμα να βρεθεί εντελώς μόνος του. Επιδιώκει να αποδείξει την αθωότητα του, οπότε θα χρειαστεί να αποφύγει την υπηρεσία του και να ξεγελάσει το FBI ώστε να εντοπίσει ποιος απειλεί τον Πρόεδρο.

Απεγνωσμένος να βρει την αλήθεια στρέφεται στον αποσυρμένο και ξεχασμένο πατέρα του, Κλέι Μπάνινγκ (Νικ Νόλτε) με σκοπό να προστατεύσει την οικογένειά του, αλλά και να σώσουν τη χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο.

Σε ακολουθία του «Ο Όλυμπος Έπεσε» (2013) και «Το Λονδίνο Έπεσε» (2016), είναι η τρίτη κατά σειρά ταινία «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» (όλα «πέφτουν» σε αυτή την τριλογία), με τον Μπάτλερ να προστατεύει με αυταπάρνηση και όλο του το Είναι τους προέδρους των Η.Π.Α.. Έτσι και εμείς «πέφτουμε» στην ζεστή χύτρα της επαναλαμβανόμενης δράσης. Το είδος καλά κρατάει το ηνία της ανιαρής περιπέτειας με τα ήδη γνώριμα στοιχεία και ο Τζέραρντ Μπάτλερ βαφτίζεται πανηγυρικά ο προεδρικός σωστάκιας εν ονόματι, πάντα, της παγκόσμιας ειρήνης και ευημερίας

Ο Καλιφορνέζος ηθοποιός, stunman και σκηνοθέτης Ρικ Ρόμαν Γουό, που έχει αναλάβει την ευθύνη της εν λόγω ταινίας, το 2008 γύρισε μια καλοβαλμένη και ενδιαφέρουσα δραματική, βίαιη περιπέτεια «Ο Κατάδικος» (Felon) με τον ξεχασμένο σήμερα Στίβεν Ντορφ, πλαισιωμένο από τον Σαμ Σέπαρντ, την Άνι Άρτσερ και τον Βαλ Κίλμερ. Ακολούθησε το μετριότατο αλλά επιτυχημένο στις Η.Π.Α. «Καρφί» με τον Ντουέιν – Ροκ – Τζόνσον και ο Γουό θα επιστρέψει στο γνώριμο περιβάλλον των φυλακόβιων με το συμπαθητικό «Shot Caller» (2017), που δεν ευτύχησε της ελληνικής διανομής και πρωταγωνιστή τον Δανό ηθοποιό Νικολάι Κόστερ Βελντάου (ο Τζέιμι Λάνιστερ του «Game of Thrones»).

Στην πέμπτη κατά σειρά ταινία του: «Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» ως το τρίτο μέρος με την ίδια θεματική και τον ίδιο ήρωα (ελπίζουμε να είναι και το τελευταίο), ο Γουό ακολούθησε την πεπατημένη οδό του σαματά, της βαβούρας, αναδεικνύοντας την ισχύ της βαθιάς Εσπερίας, που εξολοθρέυει εσωτερικές συνομωσίες εις βάρος του καλού πρέζιτεντ οφ γιούζα. Δηλαδή, απαραίτητα στοιχεία για συγκεκριμένο είδος περιπέτειας που εξυπηρετεί σκηνοθετικά ο Γουό.

Η παρουσία του εξαιρετικού, «γέροντα» πιά, βετεράνου του Βιετνάμ και αυτοεξόριστου στο δάσος, Νικ Νόλτε, με την μορφή κάτι ανάμεσα σε Μωυσή και Αη Βασίλη από την Καισάρεια, ως κινηματογραφικό τέχνασμα δεν καταφέρνει να προσδώσει πόντους στο θέμα.

Η παραγωγή φιλμάρει σε Αμερική, Αγγλία και στα στούντιο της Βουλγαρίας, όπου γυρίζει και ο Σταλόνε τους «Αναλώσιμους»  – στην Σόφια έχουν στηθεί «χρυσές δουλειές» και εμείς εδώ περί τα αλλότρια τυρβάζουμε -, η ταινία είναι ένα ακατανίκητο copy paste διαφόρων, όμοιων συνομωσιολογικού ενδιαφέροντος ιστοριών δράσης με σκληροτράχηλους, ταγμένους στο καθήκον μυστικούς πράκτορες παρά τω προέδρω, ανατινάξεις, μαγκιές, ηρωισμοί και ο πλανητάρχης, πάνω απ΄ όλα, να είναι ασφαλής, γερός και δυνατός. Έχουμε τον Ράμπο που διασώζει χωριουδάκια και άπορες κορασίδες, τώρα αποκτήσαμε και τον Μάικ Μπάνινγκ, που κρατάει με το στανιό στη ζωή προέδρους.

Άλαν Τράμπουλ; Μα είναι όνομα για μαύρο πρόεδρο των Η.Π.Α; Σκέτη ειρωνεία είναι!

«Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές»

(Murder on the Orient Express)

 

  • Είδος: Θρίλερ μυστηρίου
  • Παραγωγή: Αγγλία Η.Π.Α (1974) σε επανέκδοση με νέες αποκατεστημένες κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λουμέτ
  • Με τους: ‘Αλμπερτ Φίνεϊ, Λόρεν Μπακόλ, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Ζακλίν Μπισέ, Ζαν-Πιερ Κασέλ, Σον Κόνερι, Άντονι Πέρκινς, Βανέσα Ρεντγκρέιβ
  • Διάρκεια: 131΄
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) – 3 βραβεία Bafta: Β’ Ανδρικού Ρόλου (σερ Τζον Γκίλγουντ), Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Ίνγκριντ Μπέργκμαν) και Μουσικής (Ρίτσαρντ Μπένετ)

Ο διάσημος Βέλγος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό (Άλμπερτ Φίνεϊ – υπέροχος!) ταξιδεύει με το Οριάν Εξπρές, αλλά εξαιτίας μιας τρομερής χιονοθύελλας, το τρένο σταματά στα μισά της διαδρομής Κωνσταντινούπολης-Παρισιού.

Ξαφνικά, ένας από τους επιβάτες του τρένου, ύποπτος για την υπόθεση απαγωγής και δολοφονίας ενός μικρού κοριτσιού, βρίσκεται δολοφονημένος. Ο Πουαρό αναλαμβάνει να ρίξει φως στην υπόθεση. Όλοι έχουν κίνητρο, όλοι είναι ύποπτοι, αλλά όλοι έχουν ένα καλό άλλοθι. Μυστήριο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του θρυλικού ντεντέκτιβ.

Το ομώνυμο βιβλίο της «βασίλισσας» του αστυνομικού μυστηρίου, Αγκάθα Κρίστι, είναι το περισσότερο κινηματογραφημένο μυθιστόρημα από κάθε άλλο της συγγραφέως. Ως βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 1934 στην Αγγλία, ενώ στις 28 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. με τον τίτλο: «Murder in the Calais Coach» (Φόνος στην Κλινάμαξα του Καλαί). Διαφορετικός τίτλος για την Αμερική, ώστε να μην προκαλέσει σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό και μπερδευτεί με το μυθιστόρημα του Γκράχαμ Γκριν «Stamboul Train» το οποίο κυκλοφορούσε στις Η.Π.Α από το 1932 με τον τίτλο «Orient Express».

Έπειτα από αρκετές απογοητευτικές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές των βιβλίων της Κρίστι, η αυστηρή Άγκαθα αποφάσισε να μην πουλήσει ποτέ ξανά πνευματικά δικαιώματα των βιβλίων της για να μεταφερθούν σε ταινίες. Ο πρόεδρος, όμως της EMI, Νατ Κόλεμαν ζήτησε τη βοήθεια του Λόρδου Λούις Μάουνμπάντεν για να πείσει τη αλύγιστη Άγκαθα να επιτρέψει τη μεταφορά στον κινηματογράφο του μυθιστορήματος «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Ο Λόρδος Λούις Μάουνμπάντεν ήταν ο πατέρας του παραγωγού της ταινίας Τζον Μπρέιμπουν.

Η 84χρονη Αγκάθα Κρίστι, τελικά υπέκυψε στην πολιορκία του Μάουνμπάντεν και, έτσι, τον Νοέμβριο του 1974 παρακολούθησε, μάλιστα, την πρεμιέρα στον κινηματογράφο που προβλήθηκε η ταινία. Όπως είπε η ίδια η συγγραφέας: «είναι η μόνη μεταφορά βιβλίου μου σε κινηματογραφική ταινία με την οποία έμεινα απόλυτα ικανοποιημένη». Συγκεκριμένα, αισθάνθηκε ότι η απόδοση του Άλμπερτ Φίνεϊ πλησίασε κατά πολύ τον χαρακτήρα του ήρωα της, Ηρακλή Πουαρό. Αν και, όπως γράφτηκε, το κινηματογραφικό μουστάκι του Βέλγου ντεντέκτιβ δεν την είχε εντυπωσιάσει τόσο. Η παρουσία της Άγκαθα Κρίστι στην πρεμιέρα της ταινίας ήταν η τελευταία της δημόσια εμφάνιση. Η διάσημη συγγραφέας αποχώρησε από τον κόσμο των ανθρώπων δεκατέσσερις μήνες αργότερα, στις 12 Ιανουαρίου 1976.

Η ταινία όμως με αυτό το σουπερ, διεθνές cast ηθοποιών έγραψε σπουδαία, κινηματογραφική ιστορία. Η σκηνοθεσία του Αμερικανού Σίντεϊ Λιούμετ (25 Ιουνίου 1924 – 9 Απριλίου 2011) είναι άκρως ατμοσφαιρική, αποδίδοντας μοναδικά την πλοκή και το μυστήριο του βιβλίου, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και σε μέγιστο βαθμό όλες τις υποκριτικές δυναμικές των πρωταγωνιστών. Με δυνατό σύμμαχο το κλειστοφοβικό περιβάλλον των βαγονιών της αμαξοστοιχίας και την αγωνία να ρέει ποταμηδόν σε ένα χώρο δίχως διαφυγή, ο σκηνοθέτης των «Δώδεκα Ενόρκων», της Σκυλίσιας Μέρας», αλλά και του τρομερού «Δικτύου», πραγματικά μεγαλουργεί.

Η δε ερμηνεία του εξαιρετικού, 37χρονου, τότε, θεατρικού ηθοποιού Άλμπερτ Φίνεϊ που αποχώρησε τον περασμένο Φεβρουάριο από την ζωή (9 Μαΐου 1936 – 7 Φεβρουαρίου 2019) στον ρόλο του Ηρακλή Πουαρό, είναι ονειρεμένη και προσωπικά εκτιμώ, καλύτερη από αυτή του Πίτερ Ούστινοφ, που έχουμε συνηθίσει. Ο Φίνεϊ ανήκει στην μεταπολεμική, αγγλική στόφα των μεγάλων ανδρών ηθοποιών, όπως ο Άλαν Μπέιτς, ο Μάικλ Κέιν, ο Ρίτσαρντ Χάρις και ο Πίτερ Ο’ Τουλ, που η θεατρομάνα Αγγλία πρόσφερε γενναιόδωρα και για πολλοστή φορά στις ανάγκες του Χόλιγουντ.

Ο 37χρονος Φίνεϊ, ήταν η τρίτη επιλογή για υποδυθεί τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερο του Βέλγο ντεντέκτιβ, Πουαρό. Ο ρόλος προσφέρθηκε αρχικά στον σερ ‘Αλεκ Γκίνες, που δεν ήταν διαθέσιμος, όπως και στον Πολ Σκόφιλντ, που επίσης ήταν κλεισμένος εκείνη την χρονική στιγμή. Για να πλησιάσει ηλικιακά ο Φίνεϊ τον Πουαρό, δηλαδή την ηλικία των 55-60 χρόνων, σε καθημερινή βάση, ο ηθοποιός υποβαλλόταν σε πολύωρο, ειδικό μακιγιάζ για να αποκτήσει την ώριμη μορφή του αγαπημένου, αλλά ιδιότυπου ντετέκτιβ.

Για την σημειολογία της κινηματογραφικής ιστορίας, που μας αρέσει τα μάλα, να αναφέρουμε, ότι για τον σερ Σον Κόνερι είναι η δεύτερη φορά που κινηματογραφικά παίζει χαρακτήρα, ταξιδεύοντας με το «Οριάν Εξπρές». Η πρώτη ήταν το 1963, ως Τζέιμς Μποντ στην δεύτερη ταινία του 007, «Από την Ρωσία με Αγάπη», (From Russia with Love) όταν συναντιέται σιδηροδρομικώς με τον Σοβιετικό, δολοφόνο πράκτορα Ντόναλντ – Ρεντ – Γκραντ, που υποδύεται ο αξέχαστος Ρόμπερτ Σόου.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Έχω παρακολουθήσει κάθε κινηματογραφική μεταφορά του συγκεκριμένου μυθιστορήματος της Αγκάθα Κρίστι, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου, ακόμα κι αυτή την πρόσφατη, υπερφίαλη πρόταση του Κένεθ Μπράνα. Ε, τούτη, ως η πρώτη, είναι αξεπέραστη, μια πραγματική απόλαυση. Μην την χάσετε!

«Ο Καταδικασμένος» 

( / Ikiru / To Live)    

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (1953) σε επανέκδοση με νέες ψηφιακές κόπιες
  • Σκηνοθεσία: Ακίρα Κουροσάουα
  • Με τους: Τακάσι Σιμούρα, Σινίτσι Χιμόρι, Μινόρου Τσιάκι
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Ειδικό Βραβείο (Ασημένια Άρκτος) Επιτροπής Φεστιβάλ Βερολίνου (1954) – Καλύτερης Ταινίας στα κινηματογραφικά Βραβεία Kinema Junpo (1953)
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Άστυ» (Κοραή 4) και Σινέ «Πτι Παλαί» (Ριζάρη 24)

Ένας στερημένος από χαρές δημόσιος υπάλληλος, o Κάντζι Γουτανάμπε (Τακάσι Σιμούρα – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!) πληροφορούμενος ότι θα πεθάνει σύντομα από καρκίνο στο στομάχι, προσπαθεί να ζήσει κάποιες εφήμερες απολαύσεις, σταματώντας να πηγαίνει στη δουλειά και σπαταλώντας τις οικονομίες του σε διασκεδάσεις.

Τελικά, αφιερώνει τις τελευταίες του μέρες σε ένα κοινωνικό έργο μετατρέποντας έναν σκουπιδότοπο σε παιδική χαρά. Στην κηδεία του, συνάδελφοι και συγγενείς συγκεντρώνονται για να τον τιμήσουν, όμως καθένας έχει την δική του εκδοχή για τα κίνητρα και τον χαρακτήρα του μακαρίτη.

Ο «αυτοκράτορας» του ιαπωνικού σινεμά, Ακίρα Κουροσάβα (23 Μαίου 1920 – 6 Σεπτεμβρίου 1998), ο ποιητής των κινηματογραφικών ονείρων, αλλά και ο σαμουράι της 7ης Τέχνης στην 13η κατά σειρά ταινία του, φιλμάρει μια πανδαισία συναισθημάτων σε ασπρόμαυρο φορμάτ μεν, αλλά γεμάτες χρώμα ανθρωπιάς δε. Γυρισμένη το 1953, μα, τόσο επίκαιρη και καυτή θεματολογικά ταινία, που η διαχρονικότητα της παραμένει σταθερή και ανεξίτηλη.

Το σενάριο είναι γραμμένο από τους Σινόμπου Χαϊσμότο, Χίνετο Ογκούνι και τον ίδιο τον Κουροσάβα, εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς» (1890). Η ταινία ταξιδεύει στους βατούς διαδρόμους του ιταλικού νεορεαλισμού, όπως άλλωστε εκφράζει και η αφηγηματική του σκηνοθέτη, αλλά και στην σιγουριά των αμερικανών τεχνικών κινηματογράφησης. Πάνω απ΄ όλα όμως κυριαρχεί το αφηγηματικό «πνεύμα» του Ιάπωνα δημιουργού με τις καφκικές ανάσες, εκπνέοντας την ζώσα ενέργεια στην πλοκή. Το νόημα της ζωής, αλλά και η ίδια η σκέψη μιας χαμένης ζωής μπροστά στην αναγγελία ενός προδιεγεγραμμένου θανάτου συμφιλιώνονται και αφομοιώνονται ουσιαστικά σε ένα σώμα με σκοπό. Ο Ακίρα αποδομεί το σύστημα και την οικογένεια και ανασυντάσσει την ανθρώπινη οντότητα μοναδικά.

Ο εις εκ των τριών σεναριογράφων του «Καταδικασμένου», ο Χίνετο Ογκούνι είχε φανταστεί τον ήρωα ως μέλος της ιαπωνικής μαφίας Γιάκουζα και όχι ως τον απονευρωμένο και υποταγμένο υπαλληλάκο του κρατικού, γραφειοκρατικού συστήματος. Ο Κουροσάβα όμως επεκράτησε στο να δοθεί η ιδιότητα του γραφειοκράτη υπαλλήλου στον Κάντζι Γουτανάμπε, έχοντας στην σκέψη του παράλληλα και το καθρεπτίζον είδωλο του φοβερού Μπάρτλεμπι, από το διήγημα του Χέρμαν Μελβίλ: «Μπάρτλεμπι, ο Γραφιάς» του 1853.   

Είναι και το σπαραξικάρδιο τραγούδι, «Gondola no Uta», που τραγουδάει στην ταινία ο ίδιος ο Τακάσι Σιμούρα, με το χιόνι να πέφτει στην κούνια της παιδικής χαράς, που ο ίδιος έφτιαξε πριν φύγει από την ζωή. Από τις πιο ποιητικές σεκάνς του παγκόσμιου σινεμά σε ρεσιτάλ φωτογραφίας του Ασακάζου Νακάι. Το τραγούδι γράφτηκε το 1915 και μιλάει για τις γυναίκες που πρέπει να βρουν την μεγάλη αγάπη πριν κλείσει ο χρόνος της ζωής τους. Μάλιστα, ο Κουροσάβα υπέδειξε στον Τακάσι Σιμούρα (από τους μόνιμους συνεργάτες του σκηνοθέτη), πώς για να το τραγουδήσει σωστά διοχετεύοντας το εσωτερικό συναίσθημα πρέπει να αισθάνεται σαν ένας ξένος σε ένα κόσμο που πιστεύει πως δεν υπάρχει. Υπέροχη στιγμή.

Ο «Καταδικασμένος» ήταν από τις αγαπημένες ταινίες του Ακίρα Κουροσάβα, ενώ βρίσκεται στην λίστα του Αμερικανού κριτικού ταινιών Στίβεν Σνάιντερ με τις 1001 ταινίες που πρέπει να δει ο κινηματογραφόφιλος πριν αποχωρήσει από την ζωή. Σύμφωνα με το BBC η ταινία του Κουροσάβα καταλαμβάνει την 72η θέση των μη αγγλόφωνων αριστουργημάτων της 7ης Τέχνης. Μην την χάσετε!