fbpx

Έρση Σωτηροπούλου: Μια ζεστή κουβέντα της συγγραφέως με την Τίνα Πανώριου από την μακρινή, παγωμένη Βαλτική

 

 

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Οι μαύρες κηλίδες της οικογενειακής ζωής είναι μέρος αυτού που είμαι. Αν προσπαθήσω να τις απαλύνω θα πάψω να είμαι εγώ»

Η Έρση Σωτηροπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα το 1953 και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε φιλοσοφία και πολιτιστική ανθρωπολογία στη Φλωρεντία και εργάστηκε ως μορφωτική σύμβουλος στην ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη.

Έχει γράψει ποιήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το βιβλίο της «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2000 και με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω». Τιμήθηκε με το Βραβείο «Μεσόγειος» (Prix Mediterranee Etranger 2017) για το βιβλίο της «Τι μένει από τη νύχτα» (γαλλικός τίτλος «Ce qui reste de la nuit«, εκδ. Stock, μετάφραση Gilles Decorvet), ένα βιβλίο που ακολουθεί τον νεαρό Κωνσταντίνο Καβάφη στο Παρίσι του 1897 και μας παρουσιάζει τα εμπόδια που συναντά ο ποιητής στην πορεία προς την προσωπική και ποιητική του ωρίμανση.

Έργα της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και σουηδικά.

«Οξύ φώς

Κι αυτό το φρικτό σκούξιμο

Υγρό που πέφτει σταγόνα σταγόνα

Τις ατέλειωτες ώρες που ο ορός χύνεται στη φλέβα

Η νύχτα στη μέρα

Αυτό το τρομακτικό πρωινό που

Το νοσοκομείο ξυπνάει

Τα μέλη μουδιασμένα

Κι έξαφνα ο γδούπος

Ποιος μίλησε;

Κανείς».

Σπαρακτικός στίχος που κυριολεκτικά σε «στέλνει». Αφορά τις ώρες που περάσατε δίπλα στη μαμά σας πριν σας αφήσει, έτσι είναι κ Σωτηροπούλου; Και αναρωτιέμαι  Πώς ενώ είμαστε πια μεγάλοι, πως και  δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε,  έστω ελάχιστα, με αυτές τις αναπόφευκτες εν τέλει καταστάσεις ;

Νομίζω ότι όσο μεγαλώνουμε γίνεται πιο δύσκολο. Όταν είσαι νέος, ο θάνατος, ίσως επειδή βρίσκεται τόσο μακριά, έχει σχεδόν μια «φυσικότητα» με την έννοια ότι αντιλαμβάνεσαι ότι κάποιοι ζουν, κάποιοι πεθαίνουν, είναι μέσα στο πρόγραμμα. Φυσικά και στη νεανική ηλικία, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου αποτελεί ένα τρομακτικό πλήγμα, όμως αυτό το πλήγμα σιγά σιγά κάποια στιγμή επουλώνεται. Όταν είσαι μεγάλος η απώλεια δεν έχει τέλος.

Έχω την αίσθηση ότι  η ασθένεια και η απώλεια της μητέρας είναι περισσότερο σκληρή όταν η κόρη δεν είναι πια παιδί, έφηβη, νέα. Τι αισθανθήκατε εσείς;

Ονειρευόμαστε, καμιά φορά ευχόμαστε τον θάνατο τον γονιών μας. Η ορφάνια είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ενηλικίωση, ένα άνοιγμα στον μεγάλο άγνωστο κόσμο. Αλλά όταν αυτό συμβαίνει αργότερα, για ποια ενηλικίωση πια μιλάμε;

Γράψατε τα ποιήματα αυτά τα συγκλονιστικά, σε ένα ταξίδι σας στην Αρκτική; Πως προέκυψε αυτό; Τόσο συναίσθημα σε μια παγωμένη διαδρομή; Πως βγήκε;

Το ταξίδι είχε προγραμματιστεί από καιρό πριν. Εκείνο το καλοκαίρι με την ασθένεια της μητέρας μου αμφέβαλλα αν θα μπορούσα να το πραγματοποιήσω. Έπειτα η μητέρα μου πέθανε και σε μια βδομάδα έφυγα για την Αρκτική. Έζησα το πένθος στους παγετώνες. Είναι ένα τοπίο υψηλής συγκίνησης.

Το βιβλίο «Άνθρωπος στη Θάλασσα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Στο τέλος του βιβλίου σας ευχαριστείτε το ίδρυμα «Baltic Centre for Writers and Translators» για την φιλοξενία αλλά και το δώρο της σιωπής. Χρειάζεστε ίσως  περισσότερη ηρεμία εσείς για να γράφετε;

Ναι, νιώθω αυτή την ανάγκη για ησυχία και σιωπή που γίνεται ολοένα πιο έντονη. Τώρα που σας γράφω βρίσκομαι στη Βαλτική.

Αν και ακούγεται λίγο αντιπαθητική ως ερώτηση: πως ήταν η μαμά σας ως νέα; Γλυκιά, δοτική ,απαιτητική;

Δεν θα έλεγα, ότι ήταν γλυκιά, ούτε ιδιαίτερα τρυφερή. Ήταν έξυπνη, δηκτική, με μια δική της αίσθηση του χιούμορ.  Δεν ήταν εύκολη μητέρα, ούτε μπορούσες να την ξεγελάσεις.

Όταν ο γονιός περάσει στην αντιπέρα όχθη, το παιδί ωραιοποιεί κάποιες καταστάσεις του παρελθόντος, τις  λειαίνει; Από ανάγκη δική του;

Δεν ωραιοποιώ τίποτα. Οι μαύρες κηλίδες της οικογενειακής ζωής είναι μέρος αυτού που είμαι. Αν προσπαθήσω να τις απαλύνω θα πάψω να είμαι εγώ.

Βιβλία  σας κυκλοφορούν  σε χώρες πολλές. Ωραία δεν είναι αυτή η αίσθηση: μια Σουηδέζα ή μια Τουρκάλα να διαβάζει για την δική σας μητέρα μέσα σε ένα τρένο  και να ταυτίζεται, να συγκινείται;

Είναι ωραίο κι αυτό συμβαίνει γιατί το έργο δεν ταυτίζεται με τον δημιουργό του. Ξέρω ότι κάθε βιβλίο μου όταν εκδοθεί μοιάζει να αποσπάται από μένα και να συνεχίζει μόνο του τη δική του πορεία, για να συναντήσει ανθρώπους τελείως διαφορετικούς που πιθανόν να τους συγκινήσει.