16
Σαβ, Ιαν
Tο διάβασαν 171 άτομα (171 Views)

«Τα παιδιά των λουλουδιών στο ειδώλιο και μικροαστικά όνειρα σε αδιέξοδο», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

C7-06988_R2


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 49

Βραδινός περίπατος στην γειτονιά με το ημερολόγιο να δείχνει φθινόπωρο, αλλά η διάθεση να κουτρουβαλιέται ακόμα στην θαλασσινή άμμο. Ώρα 22:30' και στον φαρδύ δρόμο τα αυτοκίνητα είναι ελάχιστα, όπως και οι άνθρωποι μετρημένοι που βρίσκονται και βαδίζουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Φώτα στα παράθυρα των σπιτιών, άλλοτε να φέγγουν πίσω από τις κλειστές κουρτίνες, άλλοτε φώτα ελεύθερα και σε κοινή θέα να παρουσιάζουν το εσωτερικό των χώρων πίσω από την γυάλινη επιφάνεια σαν βιτρίνες καταστημάτων. Μ΄ αρέσει το βραδινό φως στα σπίτια γιατί μαρτυράει ζωή και κάθε σπίτι μέσα του κρύβει ανθρώπινα μυστικά, αναπνοές, μυρωδιές, την θερμοκρασία της χαράς ή του πόνου. Το βραδινό, σπιτικό φως είναι παρουσιολόγιο των ψυχών.

Περπατάω διασχίζοντας το στενό που φέρει το όνομα της μητέρας του ημίθεου ήρωα Αχιλλέα, ενώ στη σκέψη μου ανοίγουν σήραγγα για πολλοστή φορά τα γεγονότα της χώρας μου, τα προβλήματα με την έξαρση της πανδημίας, όπως λένε, τα μύρια οικονομικά προβλήματα, τα νέα από ανθρώπους που είναι άνεργοι και αδύναμοι να προσφέρουν στον εαυτό τους και την οικογένεια τους.

Προχθές συναντήθηκα με ένα καλό, 52χρονο συνάδελφό μου. Έπειτα από 30 χρόνια εργασίας στον χώρο απολύθηκε και την τελευταία τριετία, αφού εξαντλήθηκαν τα έτοιμα, δουλεύει σε μαύρη εργασία, μεταφέροντας καφάσια με τρόφιμα. Πριν δυο εβδομάδες έπαθε ελαφρά ρήξη σπονδύλου, απομακρύνθηκε από το χαμαλίκι και βρίσκεται σε απόγνωση. Η σύζυγός του αποχώρησε από την ζωή, όταν  ένα τρικυμιώδες δίκυκλο έπεσε επάνω της ενώ περίμενε αμέριμνη στο πεζοδρόμιο για ταξί. Οι δυο θυγατέρες του, η μεν μεγάλη θα τελειώσει φέτος το Λύκειο με σκοπό να περάσει το κατώφλι της Νομικής σχολής, η δε μικρότερη σε δυο χρόνια που θα αποφοιτήσει, θέλει να γίνει γραφίστας. Έχουν ακόμα δρόμο μπροστά τους. Εκείνος λαμβάνει ένα γεύμα την ημέρα. Αγοράζει μια φρατζόλα ψωμί των 60 λεπτών και ένα γάλα για να φουσκώσει και να χορτάσει.

«Κουράστηκα, Γιώργο», εκμυστηρεύτηκε σχεδόν άφωνα στον καφέ μας. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την ζωή. Εργαζόμουν 16 ώρες την ημέρα, πήγαινα στο σπίτι τον μισθό και η συγχωρεμένη τακτοποιούσε τα πάντα. Ήμασταν καλά όχι τέλεια, αλλά ζούσαμε. Είμαι σε αυτή την ηλικία, έχω όρεξη, διάθεση, αλλά οι πόρτες για δουλειά είναι κλειστές και ζω με δανεικά από την μητέρα μου. Κατάντια! Εάν δεν ήταν τα δυο μου χρυσά μετάλλια να με κρατούν και να δίνουν κουράγιο δεν ξέρω τι θα έκανα. Είναι δυνατόν οι κόρες να δίνουν δύναμη στον πατέρα; Είναι δυνατόν;»

Ήσυχος ο μικρός, νυχτερινός δρόμος, αθόρυβος και στα δεξιά μου ένα δίπατο σπίτι, σκοτεινό και άφωτο, κλειστό με τα ρολά ερμητικά κατεβασμένα στα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες . Διακόπτω τις σκέψεις μου, μαζί και το βάδισμα να το παρατηρήσω. Έχω περάσει τόσες φορές από μπροστά του και πρώτη φορά το κοιτάζω ότι είναι τόσο κενό και άδειο. Παραμελημένος ο περιβάλλων χώρος, αφημένος στην τύχη του. Η αυλή γεμάτη αγριόχορτα, ξερές πευκοβελόνες και σκουπίδια καλύπτουν την επιφάνεια της γης γύρω του. Οι τοίχοι ξεθωριασμένοι και το, πάλαι ποτέ άσπρο, φωτεινό χρώμα του, που θυμόμουν ως πιτσιρικάς έχει μετατραπεί σε θλιβερό φαιό. Στέκει εκεί βωβό, ανάμεσα σε άλλα σπίτια να το προσπερνούν αδιάφορα οι περαστικοί. Κάποτε, κάποιο παράθυρο του, τέτοια ώρα βραδινή, ήταν ανοιχτό και το εσωτερικό φως στις κλειστές ή τις ανοικτές κουρτίνες του μαρτυρούσε θαλπωρή, ζωή άξια να την γευτείς στην γλύκα και στην πίκρα της. Τώρα μοναχικό, προδομένο από τον άνθρωπο, τον χρόνο, τις υποσχέσεις, τους όρκους, προσδοκά τι;

Βράδυ Σεπτεμβρίου μιας ακόμα χρονιάς σημάδι, που έγινε λαβωματιά. Περίπατος νυχτερινός για να αλαφρώσει το μέσα μου και να μετρήσω για μια φορά ακόμα τις ευκαιρίες, τις δυνατότητες που διαθέτουμε ως άνθρωποι και να μην καταλήξουμε προδομένοι. Έξω από αυτό το έρημο, νεκρό σπίτι θυμήθηκα την μάνα μου που έλεγε, πως το χρήμα, παιδί μου, δεν το παν, αλλά είναι τα πάντα.

Η φωνή της ψυχής μου έχει την δική της απάντηση, τώρα πια: Στην ζωή να συμπεριφέρεσαι ως Θεός και να μάχεσαι ως Ήρωας.
Καλό μήνα εύχομαι να ανταμώσουμε.


«Η Δίκη των 7 του Σικάγου»

(The Trial of the Chicago 7)

Είδος: Δικαστικό, βιογραφικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Άαρον Σόρκιν

Με τους: Σάσα Μπάρον Κοέν, Εντι Ρεντμέιν, Τζέρεμι Στρονγκ, Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ, Γιάχια Αμπντούλ-Μάτιν ΙΙ, Mαρκ Ράιλανς, Τζον Κάρολ Λιντς, Φρανκ Λανγκέλα, Μαίκλ Κίτον

Διάρκεια: 129΄

Διανομή: Odeon


Στην εκπνοή της δεκαετίας του '60 και συγκεκριμένα το έτος 1968, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου των Δημοκρατικών στο Ιλινόις του Σικάγο, οι ειρηνικές, αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στους δρόμους λαμβάνουν τεράστιες διαστάσεις, για όσα συμβαίνουν στο Νότιο Βιετνάμ, όπου η προεδρία του Λίντον Τζόνσον καλεί με κλήρωση τους Αμερικανούς παίδες να καταταγούν, αυξάνοντας τον αριθμό των στρατευμάτων. Η κυβέρνηση δίνει το πράσινο φως για πλήρη καταστολή των κινητοποιήσεων της νεολαίας, δυναμιτίζοντας το κλίμα και μετατρέποντας τις απλές, αντιπολεμικές διαδηλώσεις σε εξέγερση.

Επί πέντε μέρες και πέντε νύχτες, το Σικάγο καίγεται και λίγους μήνες μετά οι Δημοκρατικοί χάνουν τις εκλογές. Η κυβέρνηση του Τζόνσον πέφτει και το Ρεμπουμπλικανικό κόμμα με επικεφαλής τον Ρίτσαρντ Νίξον αναλαμβάνει την προεδρία των Η.Π.Α. Η νέα κυβέρνηση με τον πόλεμο του Βιετνάμ σε εξέλιξη και για να ξεμπερδεύει από τους ταραξίες, αντιφρονούντες νεολαίους, τους αριστερόφρονες φοιτητές, τους ειρηνικούς χίπις, τους αρνητές του πολέμου και τους μαχητικούς Μαύρους Πάνθηρες, επαναφέρει την τάξη, συλλαμβάνοντας τους οργανωτές της τότε εξέγερσης του Σικάγο, εφαρμόζοντας τον Νόμο Ραπ Μπράουν περί συνομωσίας και υποκίνηση των ταραχών.

Ο Έιμπι Χόφμαν (Σάσα Μπάρον Κοέν), ο Τζέρι Ρούμπιν (Τζέρεμι Στρονγκ), Τομ Χέιντεν (Έντι Ρεντμέιν), ο Μπόμπι Σιλ (Γιάχια Αμπντούλ-Μάτιν ΙΙ) και ακόμα τρεις στήθηκαν στο ειδώλιο με την κατηγορία, πως συνωμότησαν και υποκίνησαν ταραχές κατά της εθνικής ασφάλειας. Η δίκη που ακολούθησε είναι μία από τις πιο διαβόητες στην ιστορία της αμερικανικής δικαιοσύνης.

Αρκετό καιρό είχαμε να δούμε στην μεγάλη οθόνη την «πολιτική» αστερόεσσα να κυματίζει στον ιστό της ιστορικής, κινηματογραφικής αναφοράς και μάλιστα να πλαντάζει μεσαιωνικά στα δικαστικά έδρανα. Ο κινηματογράφος, ως γνωστόν, δεν διδάσκει ιστορία αλλά εικονοποιεί την ιστορία, με το βλέμμα και την θέση του εκάστοτε σεναριογράφου και του σκηνοθέτη. Η συγκεκριμένη δικαστική παραγωγή, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα με φόντο την «Δημοκρατική Εθνική Σύμβαση του 1968» και την συνεχιζόμενη αμερικανική στρατιωτική συμμετοχή στον πόλεμο του Βιετνάμ από τον Λίντον Τζόνσον, είναι φτιαγμένη από τον καλό μάστορα της σεναριακής πένας σε βιογραφικές ταινίες, Άαρον Σόρκιν («Παιχνίδια Εξουσίας», «Steve Jobs», «Το Κοινωνικό Δίκτυο»), αλλά και σκηνοθέτη, όταν ο Σόρκιν ντεμπουτάρισε πίσω από τον φακό το 2017 με «Το Παιχνίδι της Μόλλυ», καδράροντας την εκπληκτική Τζέσικα Τσαστέιν στον ομώνυμο ρόλο.

Το στόρι της ταινίας είναι κυριολεκτικώς, ας πούμε, μια παρθενογένεση και πραγματικά αναρωτιέσαι, πως στο καλό τόσα χρόνια δεν ασχολήθηκε μαζί του κάποιος, αφού σφύζει από ενδιαφέρον. Ο Στίβεν Σπίλμπεργκ ήταν αυτός, που αποφάσισε, κάποτε, να ενδιαφερθεί στο επίπεδο της παραγωγής και της σκηνοθεσίας, αλλά διάφορα γεγονότα, με κυρίαρχο την μεγάλη απεργία των σεναριογράφων το 2007, έθεσαν την ταινία στον πάγκο. Έτσι λοιπόν, όπως λένε και στα όμορφα παραμύθια, ο Άαρον Σόρκιν, που είχε αναλάβει την συγγραφή το 2007 για τον Σπίλμπεργκ, ακόνισε την γόνιμη πένα του, δίνοντας την τελική μορφή το 2018. Αποφάσισε κιόλας να καθαρίσει τις χλιδάτες εικόνες της «Μόλλυ», από την ύαλο του φακού του και τόλμησε να φιλμάρει την περιβόητη «Δίκη των 7» με ένα καστ, που πραγματικά φυσάει.

Με κεντρικό πρόσωπο τον γνωστό «βιτριολιστή» Σάσα Μπάρον Κοέν στον ρόλο του κατηγορούμενου χίπι Άμπι Χόφμαν - ο ηθοποιός έχει αποκαλύψει περίφημα και τις δυο υποκριτικές του όψεις - η ατμόσφαιρα των σίξτις, των πολιτικών αναταραχών, του πολέμου Βιετνάμ, του «Make Love not War» και του συνθήματος «Ο Κόσμος Παρακολουθεί», στήνεται άκρως ικανοποιητικά ο δικαστικός τραγέλαφος από την πένα και την κάμερα του Σόρκιν. Με αρκετά ατού σίγουρα η παραγωγή θα βρεθεί σε παραπάνω από μια κατηγορία στην αναμενόμενη οσκαρική βραδιά.

Άρτια ζυγισμένοι υποκριτικά άπαντες, ακόμα και η χειμαρρώδης εμφάνιση του Μάικλ Κίτον στον ρόλο του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, είναι τα μάλα αρωματισμένη από ένταση και ενδιαφέρον. Νευραλγική η χρονική στιγμή που εμφανίζεται η ταινία για τα αμερικανικά, πολιτικά πράγματα, όπου σαφώς είναι η «δημοκρατική» φωνή προς το σημερινό, ρεμπουμπλικανικό στάτους των Η.Π.Α. Το Χόλιγουντ του 21ου αιώνα, ως γνωστόν, είναι σάνβουρ «στρατολογημένο» με την «δημοκρατική» όχθη και τον αεράτο μαρξιστικό τρόπο σκέψης, που καταλήγει στον ελώδη καπιταλιστικό πυθμένα.

Οι ένθερμοι θεατές των δικαστικών εδράνων θα απολαύσουν τα μέγιστα την ταινία, καθώς είναι μια χαρά δομημένη η σεναριακή και η σκηνοθετική οδός εντός της δικαστικής αίθουσας (που είναι και το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας) και δίχως να διαθέτει ντοκιμαντερίστικο ή δημοσιογραφικό νευρικό σύστημα απολαμβάνεις να μετατρέπεται το δικαστήριο άλλοτε σε ατραξιόν πολιτικής σάτιρας και άλλοτε σε δράμα. Ο δε εξαιρετικός Φρανκ Λανγκέλα στον ρόλο του δικαστή Τζούλιους Χόφμαν, ενδεδυμένος με τα της «εξέχουσας» και «αδέκαστης» τηβέννου, ισοπεδώνει κάθε νομική αξία και δυνατότητα υπεράσπισης, μετατρέποντας απροκάλυπτα την δίκη σε κολασμένο χώρο της ιερής εξέτασης.

Η ταινία αφηγείται καλοφτιαγμένα και ξεκάθαρα το χρονικό ενός πολιτικού γεγονότος σε συσκευασία δίκης τοποθετημένο στην κομβική ιστορική περίοδο, όπου το αμερικανικό έθνος, συν αυτώ και το «αμερικανικό όνειρο», αναζητούν εκ νέου την πολιτισμική τους ταυτότητα, ξανά μανά εν μέσω γεωπολιτικών πολέμων, οικονομικής ευμάρειας, μαστούρας, σεξουαλικής απελευθέρωσης, φυλετικών αντιπαραθέσεων και φυσικά αναταραχών.

Photo Gallery «Η Δίκη των 7 του Σικάγου»

«Vivarium»

Είδος: Κοινωνικό, ψυχολογικό θρίλερ, επιστημονική φαντασία

Παραγωγή: Ιρλανδία, Βέλγιο, Δανία, Καναδάς, (2019)

Σκηνοθεσία : Λόρκαν Φίνεγκαν

Με τους: Τζέσι Αϊζενμπεργκ, Ίμοτζεν Πουτς, Τζόναθαν Άρις

Διάρκεια: 97'

Διανομή: Weird Wave


Η νεαρή νηπιαγωγός Τζέμα (Ίμοτζεν Πουτς – πολύ καλή) και ο κηπουρός Τομ (Τζέσι Αϊζενμπεργκ, επίσης πολύ καλός) είναι ένα αγαπημένο ζευγάρι που ενδιαφέρονται να αγοράσουν σπίτι για να στεγάσουν τον έρωτά τους και την οικογένεια που προγραμματίσουν να φτιάξουν. Το μεσιτικό γραφείο που επισκέπτονται, ο παράξενος υπάλληλος Μάρτιν (Τζόναθαν Άρις – καλός) προτείνει στο ζευγάρι να ξεναγηθούν στα προάστια της πόλης και στον νεόδμητο οικισμό «Γιόντερ» με τα ολόιδια, όμορφα, αστικά σπίτια, τα εξοπλισμένα με όλα τα κομφόρ, ιδανικά στοιχεία για μια οικογένεια που είναι έτοιμη να ξεκινήσει την καινούργια της ζωή.

Λίγο πριν τελειώσει η παρουσίαση του σπιτιού, ο μεσίτης Μάρτιν εξαφανίζεται και το ζευγάρι παγιδεύεται στον δαιδαλώδη χώρο του οικισμού δίχως την δυνατότητα εξόδου. Κάθε δρόμος που ακολουθούν καταλήγει στο σπίτι με τον αριθμό 9. Εγκλωβισμένοι, ολομόναχοι στον έρημο, λαβυρινθώδη οικισμό Γιόντερ με τα αμέτρητα, πανομοιότυπα σπίτια, παραλαμβάνουν ξαφνικά έξω από το σπίτι με τον αριθμό 9, από άγνωστο αποστολέα μια χαρτόκουτα με τρόφιμα. Σε μια απέλπιδη προσπάθεια να απελευθερωθούν, μια δεύτερη χαρτόκουτα, πάλι από άγνωστο αποστολέα, βρίσκεται έξω από το σπίτι. Αυτή την φορά περιέχει ένα μωρό αγόρι και μια ρητή, έγγραφη εντολή: «πάρτε το και μεγαλώστε το».

Με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Λόρκαν Φίνεγκαν συστήνεται στο ελληνικό κοινό. Με την πρώτη δουλειά του 41χρονου σκηνοθέτη το 2016 και τον τίτλο «Without Name» δεν έχω επαφή, αφού δεν υπήρξε διανομή, ούτε αφίχθη πακεταρισμένη σε κάποιο ντόπιο ή διεθνές φεστιβάλ της χώρας μας. Τα κινηματογραφικά αντανακλαστικά του πρώην μικρομηκά Φίνεγκαν είναι πλήρως κουρδισμένα στο εφιαλτικό σύμπαν του παράδοξου, ραντισμένα μάλιστα από εύκαμπτη αλληγορική διάθεση περί της σύγχρονης αστικής οικογένειας. Η καλαίσθητη, εικαστική φόρμα στα πλάνα του, που το έντονο φως στα ψυχρά χρώματα του μπλε, του πράσινου και του γαλάζιου να μοιάζει το ντεκόρ με ζωγραφιά παιδικού βιβλίου ή αρχιτεκτονική μακέτα, αλλά και την αθόρυβη, απάνεμη, ηρεμία να δουλεύουν ως συστατικά και να εμπλουτίζουν, ως σχήμα οξύμωρο, το γεμάτο ένταση σενάριο και την έξυπνη σκηνοθεσία.

Ο τίτλος με το λατινικό «Vivarium», που προσδιορίζει τον κλειστό και ελεγχόμενο χώρο για την διατήρηση των ζώων ή των φυτών σε έρευνα και παρατήρηση, αλλά και με την έναρξη της ταινίας να βλέπουμε ντοκιμαντερίστικα την παρασιτική ζωή του πτηνού κούκου, λαμβάνουμε την πρόγευση για το τι θα ακολουθήσει στο σενάριο. Η αλήθεια είναι πως έχουμε δει αρκετές κινηματογραφικές να εστιάζουν κριτικά, απαξιωτικά ή φιλοσοφημένα, άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε άτοπα, στην στείρα, σύγχρονη αστική μόντα, αυτή που συνήθως φυλακίζει και τέλος κατακερματίζει την ανθρώπινη ελευθερία. Η ψευδαίσθηση του τακτοποιημένου και βολεμένου φαίνεσθαι, όπου αναπτύσσεται ο μικρόκοσμος της οικογένεια και ο μεγαλόκοσμος του κοινωνικού πολιτισμού.

Ο Λόρκαν Φίνεγκαν συνάπτει το δικό του άγριο μνημόνιο με την ανελευθερία, όπως αθέλητα είναι φυλακισμένο το ζευγάρι στον άνευ διεξόδου «ονειρικό» οικισμό, με την μητρότητα, τις μικροαστικές συνήθειες, την παρουσία του άνδρα και τον θάνατο, για να ενταχθεί αυτό το μνημόνιο πανέξυπνα και ήρεμα στην σφαίρα του εφιάλτη και της επιστημονικής φαντασίας. Η αλήθεια είναι πως η ιστορία και ο τρόπος της σκηνοθεσίας διαθέτουν τους δικούς τους, ξεχωριστούς κινηματογραφικούς κώδικες, διαφοροποιώντας την ταινία από αντίστοιχες του είδους. Η εύστοχη επιλογή του καστ με την Ίμοτζεν Πουτς και τον Τζέσι Αϊζενμπεργκ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, είναι μια έκπληξη, όπως εντυπωσιακή είναι και η εικαστική πρόταση της ταινίας.

Αρκετοί θα εκφράσουν την άποψη, ότι η ταινία χρειαζόταν μικρότερη διάρκεια ή μοιάζει με επεισόδιο της σειράς «Twilight Zone». Όλες οι ταινίες κάπου μοιάζουν, πόσο μάλιστα όταν το θεματολογικό υπόβαθρο διαθέτει σκέψη και αφορά το παράδοξο και την επιστημονική φαντασία, τότε όλες είναι επιμηκυμένα χρονικά επεισόδια της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς. Όσο για τον χρόνο, να αναφέρω, ότι ο κινηματογραφικός χρόνος είναι ο ρυθμός του βήματος που αναπτύσσει ο κάθε σκηνοθέτη, είναι ο αέρας του από τους πνεύμονες, είναι η μηχανική να ξεδιπλώνεται και να δίνει το επιθυμητό μπόι στο δημιούργημα του, δίχως να εξαρθρώνεται. Η τέχνη του μοντάζ κρατάει υγιή τα παραπάνω στοιχεία και ο Ιρλανδός φροντίζει να είναι συντονισμένα στον ρυθμό που ο ίδιος έχει αποφασίσει.

Ως πρώτη γνωριμία με τον Λόρκαν Φίνεγκαν, διακρίνω πως το ανάστημα του στο «Vivarium» είναι άψογο, ατρόμητο, καινοτόμο, στιλάτο έχει φινέτσα και ψυχή και δίχως να βιαστούμε αναμένουμε την επόμενη δουλειά του.

Photo Gallery «Vivarium»

«Τα «γερακίσια» φτερά του ταξιδεύουν την ψυχή μας»...
«Έλα παππού μας να σου δείξω τα αμπελοχώραφά μας…»...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/