19
Δευ, Οκτ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Στου Παπάγου είναι που τρώνε μέλι οι ταινίες της εβδομάδος»

----11

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 26

Εμείς, οι κρισιανοί Έλληνες, βιώνουμε την καρπόψυχη εφηβεία του «Υποτίθεται». Εντός ενός «υποτίθεται» ζούμε. Τι, κι αν κάποιοι ελάχιστοι κρώζουν: «ξυπνήστε!», «ενεργοποιηθείτε!», «κινδυνεύουμε!»  

Το εφηβικό «υποτίθεται», της σημερινής, κρισιανής περιόδου, γιατί έφηβο είναι, δημιουργήθηκε υβριδικά πριν χρόνια, μεθοδικά, τελετουργικά και, εν τέλει, ορμητικά και βίαια από την σπερματική Ένωση του άψυχου και της «δούλης του Θεού» πάνω στην ντιβανοκασέλα με τα ουράνια προικιά. Άστερη ήταν η νύχτα της συνεύρεσης τους, μόνο με την βοήθεια του κλεμμένου φωτός της σελήνης, έμπροσθεν του τέμπλου της «άγιας κονόμας», εντός του νοσηρού ναού της αποκαθήλωσης του ανθρώπου, ψέλνοντας μονότονα οι μαίες, στο πολύτιμο νεογέννητο «υποτίθεται», τις σούνες των χαντίθ. Το «μωρό» μεγάλωσε πήγε στα ακριβά σχολειά του «λαϊκισμού» και τώρα φοιτά στα πανάκριβα κολέγια της ύβρεως, φορώντας τα ουράνια προικιά της ντιβανοκασέλας, μόνο, για να ξεγελά.

Και εμείς υποδεχθήκαμε το άψογα ρυθμισμένο «υποτίθεται» και ως σταυρωμένοι εργάτες του «μεγάλου αδελφού» της κοινωνικής βιομηχανίας, ως περιδεείς αχθοφόροι της πολιτικής βιοτεχνίας, ως κολασμένοι μικροπωλητές ενός αδαμάντινου πολιτισμού, υποθάλψαμε μετά βαΐων και κλάδων, ενεοί και άφωνοι στον νυμφώνα μας το τρομερό μωρό τους, το «υποτίθεται».

«Μοίρα μας ο χαρακτήρας μας», έγραψε ο ατρόμητος Ηράκλειτος και   

«Υποτίθεται», ότι η χώρα μας διακρίνεται από λαμπρή, κρατική οντότητα. «Υποτίθεται», πως υπάρχουν χρήματα και ως πολίτες ανακάμπτουμε. «Υποτίθεται», πως η εκπαίδευση εμπλουτίζει νόες νέων. «Υποτίθεται», ότι «φιλοξενούμε» οικονομικούς μετανάστες και κατατρεγμένους πρόσφυγες. «Υποτίθεται», πως ελέγχουμε την εγκληματικότητα. «Υποτίθεται», ότι υπάρχει ανθρώπινη εργασία. «Υποτίθεται», ότι μέσα μας πάλλεται η εθνική συνείδηση. «Υποτίθεται», πως είμαστε σφιχτά αγκαλιασμένοι. «Υποτίθεται», πως διαφυλάττουμε, ως κόρη οφθαλμού, τα ουράνια προικιά μας. «Υποτίθεται» πως έχουμε δημοκρατία. «Υποτίθεται», ότι είμαστε Έλληνες. «Υποτίθεται», πως είμαστε ελεύθεροι.       

 

Αξιολόγηση Ταινιών


 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 


«Απόστρατος»  



 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ζαχαρίας Μαυροειδής
  • Με τους: Μιχάλης Σαράντης, Γιώτα Φέστα, Θανάσης Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Γιάννης Νιάρρος, Άκης Σακελλαρίου, Ξένια Καλογεροπούλου
  • Διάρκεια: 100΄
  • Διανομή: Danaos Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού Fischer - Βραβείο Νεότητας στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Ο εργένης Γλυφαδιώτης Άρης Νικολόπουλος (Μιχάλης Σαράντης  - πολύ καλός) στα τριάντα του «αποστρατεύεται» αναγκαστικά στο σπίτι τού ένδοξου παππού Αριστείδη, στο υποτονικό, συντηρητικό προάστιο του Παπάγου. Με την εταιρία εισαγωγών μηχανών εσπρέσο που διευθύνει σε αδιέξοδο, εν μέσω οικονομικής κρίσης, το στοκ των μηχανών του καφέ στοιβάζεται στο αραχνιασμένο γραφείο του απόστρατου αξιωματικού, καθώς ο εγγονός ξανασμίγει με παιδικούς φίλους κολλημένους εσαεί στο προάστιο των αξιωματικών.

Γνωρίζει έναν πρώην συναγωνιστή τού παππού του, παραδόξως κομμουνιστή, τον Βάσο (Θανάσης Παπαγεωργίου  - υπέροχος!) και κάνουν παρέα, καθώς το σπίτι που διαμένει ο Βάσος το έχει παραχωρήσει ο Αριστείδης. Αντιμέτωπος με ηρωικά φαντάσματα του παρελθόντος ο απολιτίκ εγγονός θα νιώσει την ανάγκη να φανεί αντάξιος του ονόματός του. Όμως, όσο πλησιάζει τον θρύλο του παππού Αριστείδη, τα μυστικά αποκαλύπτονται και ο νεαρός Άρης αρχίζει να αλλάζει σκεπτικό και στάση ζωής.

https://youtu.be/hHqkMnCYEn8







Πανέμορφη ελληνική ταινία για κινηματογράφο, διαθέτοντας στο οπλοστάσιο της ένα βατό, ανθρώπινο σενάριο με αρχή μέση και τέλος, καταπληκτικές ερμηνείες και μεστό, γευστικό απόσταγμα, σύγχρονης, κοινωνικής κατάστασης. Τα πράγματα είναι απλά και συνάμα πολύτιμα στην δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του Ζαχαρία Μαυροειδή (Ξεναγός) και ο Αθηναίος κινηματογραφιστής τα προσφέρει απλόχερα στον θεατή: Η «αλλού για αλλού» γενιά της οικονομικής κρίσης στήνει μια παρτίδα τάβλι με την γενιά του δεύτερου μεγάλου πολέμου και του εμφυλίου, ενώ η ενδιάμεση «καταραμένη» γενιά του Πολυτεχνείου είναι εντελώς απούσα. Αυτό είναι καταπληκτικό, γιατί η ζώσα ιστορία μιας άλλης, μεγάλης κρίσης διασώζει το «χάσιμο» των νέων ανθρώπων μιας εποχής άνευ ιδανικών και προσανατολισμού.

Η αρχιτεκτονική της ταινίας είναι σταθερή, μετρημένη, δωρική είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός, αλλά η ψίχα της άνετη, ευήλια, εύηχη και ευρύχωρη, καθώς απουσιάζει, παντελώς, ο γνωστός κινηματογραφικός, τραυματικός, ελληνικός βερμπαλισμός. Η ιστορία του Μαυροειδή (σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη), είναι άμεση, ολοζώντανη και το νευρικό της σύστημα ρεαλιστικό και απόλυτα ρυθμισμένο να λειτουργεί στην ελληνική πραγματικότητα. Μια έκπληξη όλο το εγχείρημα με ανθρώπινους, σωστούς διαλόγους, αντιδράσεις οικείες και σκεπτικό που εκφράζει την γενιά των τριαντάρηδων της οικονομικής κρίσης, καθώς η γνωστή, ελληνική περίοδος της Σύβαρης παρέδωσε βιαίως την σκυτάλη στην εποχή του ξεπουλήματος κάθε είδους. Τα πρώτα μαζικά θύματα αυτής της αλλαγής, φυσικά, οι νέοι, ως μάρτυρες μιας ψευδαίσθησης όπως ο Άρης, που ερμηνεύει καταπληκτικά ο βραβευμένος με το «Βραβείο Χορν» Μιχάλης Σαράντης.

Υπέροχος ο Μιχάλης Σαράντης, ο κατάδικός μας άνθρωπος, που αιωρείται ζαλισμένος σαν κτυπημένο ορτύκι στο κενό της ψευδαίσθησης, πλάθοντας ανεκπλήρωτα όνειρα, ούτε ο ίδιος τα πιστεύει κατά βάθος, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια μόνο την προδοσία σύστησε στους πολίτες της σε όλους του τομείς.

Ο Μαυροειδής πετυχαίνει το απίθανο κινηματογραφικά, καθώς πουθενά δεν εκφράζει λεκτική κριτική στα τρομερά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της χώρας μας, αλλά αφήνει ορθάνοιχτη την θύρα των συναισθημάτων στον θεατή να ταυτιστεί ελεύθερα με το αυτονόητο της ιστορίας. Και εκεί, στο συντηρητικό προάστιο των αξιωματικών, εκτός των παλαιών φίλων, καταφθάνει η διακριτική φιγούρα του αριστερού Βάσου - τι φανταστικός ηθοποιός ο Θανάσης Παπαγεωργίου –, του επιστήθιου φίλου και συναγωνιστή του παππού, που ο εμφύλιος σπαραγμός τους διαμέλισε, για να ορθώσει τον καθρέπτη του ιστορικού παρελθόντος καρσί στο σήμερα και τα χλωμά είδωλα να στήσουν ξανά χορούς με το παρών. Βέβαια, για την ευπλασία της σεναριακής πλοκής, ο Μαυροειδής, στήνει ένα καλοκουρδισμένο τρικάκι με μυστικά καλά θαμμένα, που αναδύονται κι αυτά στην επιφάνεια, καθώς ο βυθός είναι ήδη ταραγμένος και τα κοινωνικά νερά πάλι θολά και δίχως ορατότητα.

Πόσοι νέοι άνθρωποι με όνειρα στο ξεκίνημα των ζωών τους αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στα πατρικά τους σπίτια ή σε αυτά των παππούδων και των γιαγιάδων τους για να επιβιώσουν; Πόσοι συμβιβάστηκαν απέλπιδα με την κοινωνική φρίκη που εισέβαλλε στις ζωές τους, σφραγίζοντας κάθε διέξοδο και όραμα; Πόσοι νέοι άνθρωποι είδαν τους γονείς τους, αυτούς της γενιάς του Πολυτεχνείου, να διαλύονται ανήμποροι, άλλοι οικονομικά και άλλοι οικογενειακά κατά την διάρκεια της λαίλαπας που φυτεύτηκε στην χώρα μας; Η κοινωνική κριτική δεν είναι άμεση, αλλά υφέρπει φονικά και διακριτικά τακτοποιημένη μέσα απ΄ όλους από τους περιφερικούς χαρακτήρες της ταινίας, που είναι καλογραμμένοι και φίνα προσαρμοσμένοι στο στόρι του Μαυροειδή, ενώ το βλέμμα του σκηνοθέτη στο κοινωνικό φαινόμενο είναι σαφές, ξεκάθαρο και λάμπει κρυστάλλινα.

Το δε εφεύρημα του Παπάγου, ως προαστίου «αποστρατείας» του νεαρού Άρη στην εποχή της κρίσης, είναι ευφυέστατο, όπως και αυτό το αστικό «κατάλυμα» των οικογενειών από τις Ένοπλες Δυνάμεις δεν έμεινε αλώβητο από την κρίση, ενώ στα σπλάχνα του αυστηρού, στρατιωτικού περιβάλλοντος, συμβιώνει χρόνια ένας αριστερός αγωνιστής, δακτυλοδεικτούμενος και παρίας, να «μουτζουρώνει», ας πούμε, την γενική εικόνα στο κάδρο.

Ο «Απόστρατος» είναι μια τίμια ταινία, άνευ δηθενιάς, είναι άμεση και υπέροχα κινηματογραφημένη. Πραγματικά ενθουσιάστηκα τα μάλα με την οδό της προσέγγισης που επέλεξε ο Ζαχαρίας Μαυροειδής, μιλώντας ανοιχτά, από ψυχής, για την δική του σακατεμένη γενιά των τριαντάρηδων, που είτε «αποστρατεύτηκαν» στην χώρα της ένδειας και της «επαιτείας», είτε μετανάστευσαν σε άλλη γη, σε άλλα μέρη.

«Το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης»

(The Call Of The Wild)  



 

 

  • Είδος: Περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)
  • Σκηνοθεσία: Κρις Σάντερς
  • Με τους: Χάρισον Φορντ, Νταν Στίβενς, Ομάρ Σι, Κάρεν Γκίλαν, Μπράντλεϊ Γουίτφορντ, Κόλιν Γούντε
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Odeon

O Μπακ είναι o όμορφος, έξυπνος σκύλος με την μεγάλη καρδιά, που ζει ήσυχα και αγαπημένα μαζί με μια οικογένεια στην Καλιφόρνια. Η ευτυχισμένη ζωή του ανατρέπεται όταν ξαφνικά απάγεται από το σπίτι του και μεταφέρεται στην εξωτική και άγρια Αλάσκα την περίοδο της μεγάλης εξόρυξης χρυσού το 1890. Ως το νεότερο μέλος μιας ομάδας σκύλων για αποστολές αλληλογραφίας – αργότερα γίνεται ο αρχηγός τους – ο Μπακ θα βιώσει την εμπειρία της ζωής του.

Εκεί ο τετράποδος φίλος θα συναντηθεί με τον Τζον Θόρντον (Χάρισον Φορντ – καλός), που ηθελημένα και λόγω προσωπικών καταστάσεων έχει αποσυρθεί από τα εγκόσμια, ψάχνοντας τον εαυτό του και την ηρεμία στην αγριάδα της φύσης.

https://youtu.be/cUUiHB8n5V0


Ακόμα μια ταινία βασισμένη  στο πασίγνωστο, συγκινητικό μυθιστόρημα του Τζακ Λόντον «Το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης» (The Call of the Wild), δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1903 στο περιοδικό «The Saturday Evening Post». Το βιβλίο του Λόντον, για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι μεταφράστηκε σε 47 γλώσσες και είναι μέσα στην πρώτη δεκάδα της κλασσικής αμερικάνικης λογοτεχνίας, καθώς αφηγείται μια συγκλονιστική ιστορία ταξιδιού, περιπέτειας και φιλίας σε απρόσιτες, πλην όμως μαγευτικές, περιοχές της Βορείου Αμερικής, που ο συγγραφέας είχε δει μόνο σε φωτογραφίες.

Ο σκηνοθέτης Κρις Σάντερς των animations films («Οι Κρουντς», «Πώς Να Εκπαιδεύσετε τον Δράκο σας», «Λίλο και Στιτς»), αυτή την φορά τοποθετεί «ζωντανά» απέναντι από τον φακό του τον Χάρισον  Φορντ (εγγύηση στην προσπάθεια) έναν, όπου χρειάζεται, συμπαθέστατο ψηφιακό CGI σκύλο και με το σενάριο του Μάικλ Γκριν («Green Lantern», «Blade Runner 2049») δίνει κινηματογραφική ζωή στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Λόντον.

Για να αποτύχεις σε ένα τέτοιου είδους εγχείρημα, επιτρέψτε μου να εκφράσω, ότι θα πρέπει να είσαι εντελώς άχρηστος. Ο Σάντερς, πάραυτα, δεν είναι άχρηστος, φροντίζει την ταινία του και πετυχαίνει να προσδώσει ψυχούλα, συναίσθημα και αρκετή συγκίνηση στην γνωστή ιστορία με πρωταγωνιστή τον τετράποδο Μπακ. «Το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης» τοποθετείται σε αυτό το είδος που αποκαλούμε: ταινία για όλη την οικογένεια, καθώς είναι ικανοποιητικά δουλεμένα τα στοιχεία της περιπέτειας για όλες της ηλικίες, της απώλειας, της φιλίας, της αναζήτησης, αλλά και της επιβίωσης σε αντίξοες συνθήκες.  

«Στη Γη του Άγριου Μελιού»   

(Honeyland)



 

  • Είδος: Doc-fiction
  • Παραγωγή: Βόρεια Μακεδονία (2019)
  • Σκηνοθεσία των: Ταμάρα Κοτέβσκα και Λούμπομιρ Στεφάνοφ
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Cinobo
  • Διακρίσεις: Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής, Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας Διεθνούς Ντοκιμαντέρ, Ειδικό Βραβείο Επιτροπής Impact for Change στο Φεστιβάλ Σάντανς - Καλύτερη Ταινία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τελ Αβίβ - Καλύτερη Φωτογραφία & Βραβείο «Πάρε Λόρεντς» της Διεθνούς Ενώσεως Ντοκιμαντέρ – Βραβείο Καλύτερου της Ένωσης Αμερικανών Κριτικών Κινηματογράφου - Καλύτερο Ντοκιμαντέρ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας

Σε απομονωμένη, ορεινή περιοχή των Σκοπίων ζει η καταγόμενη εκ Τουρκίας Χατίτζε Μουράτοβα με την ηλικιωμένη μισότυφλη και κλινήρη μάνα της, η οποία δεν μπορεί καν να βγει από την ετοιμόρροπη καλύβα τους, σε ένα χωριό χωρίς δρόμους, ηλεκτρικό ρεύμα ή τρεχούμενο νερό. Είναι η τελευταία μιας σειράς γενεών μελισσοκόμων άγριου μελιού και μονάχη στην έρημη περιοχή, η Χατίτζε βγάζει μικρές παρτίδες, αγνού προϊόντος, το οποίο και πουλάει στην κεντρική αγορά των Σκοπίων.

Η ήρεμη ζωή της Χατίτζε διαταράσσεται με την άφιξη μιας οικογένειας που στήνει τεράστιο τροχόσπιτο και νοικοκυριό δίπλα της, με τις θορυβώδεις μηχανές τους, τα επτά ανυπάκουα παιδιά τους και ένα κοπάδι από αγελάδες και άλλα ζώα. Αρχικά η Χατίτζε αντιμετωπίζει την αλλαγή με ανοιχτό μυαλό και θετική διάθεση, αλλά γρήγορα δημιουργείται μια κόντρα που εκθέτει την θεμελιώδη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τους ανθρώπους, την αρμονία και την ασυμφωνία, την εκμετάλλευση και τη βιωσιμότητα.

https://youtu.be/B27ORUHlp6E


Το ντεμπούτο των σκηνοθετών Λιούμπομιρ Στεφάνοφ και Τάμαρα Κοτέφσκα, σημειώνει μια πρωτιά, καθώς είναι η πρώτη ταινία μυθοπλασίας-ντοκιμαντέρ (doc-fiction) στην ιστορία, που βρέθηκε υποψήφια για Όσκαρ στις κατηγορίες «Ντοκιμαντέρ» και «Ξενόγλωσσης Ταινίας». Παρά τα άφθονα βραβεία που γενναία κοσμήθηκε από τα διάφορα φεστιβάλ, όπου κι αν προβλήθηκε, η σκοπιανή ταινία δεν κατάφερε να κερδίσει κάποιο Όσκαρ.

«Μισό μισό» και αυτό είναι νόημα του ντοκιμαντέρ. Δηλαδή, το μισό μέλι ανήκει στην παραγωγό προς χρήση και εκμετάλλευση και το άλλο μισό επιστρέφεται στις μέλισσες για να υφίσταται η ισορροπία και να ταΐζονται τα παραγωγικά έντομα με αγνή τροφή και όχι ζάχαρη που καταστρέφει τα μελίσσια. Ώσπου η ανατροπή έρχεται με την άφιξη της πολύτεκνης, φασαριόζικης οικογένειας του Τούρκου Χουσείν, που μαθαίνει την τέχνη της μελισσοκομίας από την γυναίκα, αλλά δεν τηρείται καμία από τις άγραφες προδιαγραφές, δημιουργώντας αναστάτωση στο μικρό και οργανωμένο οικοσύστημα της μοναχικής μελισσοκόμου.

Πέραν της καλής φωτογραφίας που «αιχμαλωτίζει» μοναδικά σε διάφορες ώρες και εποχές την φύση, το ντοκιμαντέρ μυθοπλασίας των Σκοπιανών κινηματογραφιστών Στεφάνοφ και Κοτέφσκα δεν προσφέρει τίποτα άλλο. «Νάδα», που λένε και οι Ισπανοί. Είναι φλύαρο, παρά τον μικρό χρόνο των 87 λεπτών προβολής του, εσωτερικά του βασιλεύει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο και τέλος ψάχνεις, που στο καλό βρίσκονται αυτά τα τρία χρόνια φιλμαρίσματος και οι 400 ώρες υλικού, όπως αναφέρουν οι δημιουργοί του;

Κάλλιστα, «Στη Γη του Άγριου Μελιού»  θα μπορούσε να είναι ένα απλό ντοκιμαντέρ για το National Geographic με αφορμή το πρωτόκολλο της Ναγκόγια, την σύμβαση των Η.Ε. (παντού χωμένος ο κατά τα άλλα «ειρηνικός» Ο.Η.Ε), για τη βιοποικιλότητα που τέθηκε σε ισχύ το 1993 και καθόρισε τις παγκόσμιες κατευθυντήριες γραμμές για την πρόσβαση στους φυσικούς πόρους, διατηρώντας την βιωσιμότητα των πόρων. Μέχρι εκεί όλα καλά και εύγε στους δυο κινηματογραφιστές. Όλος αυτός ο ντόρος περί αριστουργήματος, βραβείων και λοιπών τιμών δεν τον ανακάλυψα πουθενά, αν και τον αναζήτησα επιμόνως σε κάθε γωνιά και άκρη της ταινίας, καθότι το μικρό σε παραγωγή σινεμά των Σκοπίων τα τελευταία χρόνια έχει ένα ενδιαφέρον, όπως η πρόσφατη ταινία: «Υπάρχει Θεός, Το Όνομά της Είναι Πετρούνια», της Τεόνα Στρούγκαρ Μιτέφσκα, που πραγματικά αυτή ναι, είναι μια έκπληξη.

«Έμα»

(Ema)



 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Χιλή (2019)
  • Σκηνοθεσία: Πάμπλο Λαραΐν  
  • Με τους: Μαριάνα Ντι Τζιρολάμο, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάολα Τζιανίνι, Σαντιάγκο Καμπρέρα
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Weirdwave

H προβληματική, πυρομανής, χορεύτρια Έμα (Μαριάνα ντι Τζιρόλαμο) και ο σκηνοθέτης σύζυγός της - ο αποκαλούμενος και o «ηλίθιος άνδρας της» από την κοινωνική λειτουργό -  παρέδωσαν το αγοράκι τους, τον 10χρονο Πόλο δεύτερη φορά στην Πρόνοια για υιοθεσία, ανίκανοι να το μεγαλώσουν, καθώς ο πιτσιρικάς έβαλε φωτιά στο σπίτι, προκαλώντας τον τραυματισμός της θείας του.

Έπειτα από αυτά τα τρομερά γεγονότα που θα συγκλονίσουν την οικογενειακή της ζωή, η Έμα, προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή της, αναλαμβάνοντας κάθε ρίσκο για να το καταφέρει.

https://youtu.be/7Y-0ZnDlUgI


Εξαιρουμένης της «Μυστικής Λέσχης» του 2015, που κατέδειξε τον Χιλιανό σκηνοθέτη  Πάμπλο Λαραΐν ως πολλά υποσχόμενο, οι υπόλοιπες ταινίες του, ειδικά οι βιογραφίες του, χαρακτηρίζονται, είτε από υπερβολικά λιγωτικό ναρκισσισμό (Νερούδα), είτε από την τάση της αγιοποίησης (Jackie). Εδώ, με την «Έμα» ξεπέρασε τον εαυτό του, αφού ο εικαστικός σφυγμός της ταινίας κτυπά γοργά στο τσόφλι του art-house cinema, ξαφνικά ο Λαραΐν εναγκαλίστηκε θερμά και εγκάρδια με την μεξικάνικη σαπουνόπερα.

Τραυματική εμπειρία η «Έμα», προσωπικά για μένα, καθώς τούτη την υπερβολή στην ιστορία δεν κατάφερα να την βολέψω κάπου. Βλέπω ταινίες σαν την «Έμα» και η άμοιρη η τρίχα στο δέμας μου γίνεται ιστός σημαίας. Όλα μαζί σε έναν μύλο: τα διάφορα στιλ κινηματογράφησης, το μοιραίο, το ατίθασο, το δράμα που μεταλλάσσεται σε μελό από την Χιλιανή τηλεστάρ Μαριάνα ντι Τζιρόλαμο, ο άγονος ρεαλισμός, οι πλαϊνοί ρόλοι που μοιάζουν με φιγούρες «μπουλουκιού», η ωμότητα, η σεναριακή αμηχανία που επικρατεί σε θέματα που αδυνατεί να κουμαντάρει ο σκηνοθέτης (ακτιβισμός, ελεύθερο καλλιτεχνικό πνεύμα, υιοθεσία, μητρότητα) και η καλή φωτογραφία (μόνο τούτο είναι το δυνατό στοιχείο της ταινίας). Άπαντα ρίχτηκαν στο μπλέντερ για να φτιαχτεί ένα άγευστο, πολύχρωμο, υποτίθεται βαθέως προβληματισμού smoothie.

Είδος σινεμά που έχει στήσει παντού παγίδες τα τελευταία χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες, έτσι και καλά, ότι έχει άποψη, ενώ πανηγυρικά είναι μια ανοησία, με ρηχό, σενάριο, διάτρητο από παντού και πλείστα αθεράπευτα τραύματα, διανθισμένο με ωραίες εικόνες, απλά για να κερδίσει κάποιες εντυπώσεις ο σκηνοθέτης και όχι η ιστορία. Για μια φορά ακόμα σε τέτοιου είδους ταινίες, που πολιορκούν εγωιτικά την ολιγόωρη ψυχαγωγία μας, θα πούμε: Asta la vista, seniora Ema!

«Πράσινο μίλι στην Αλαμπάμα, έρωτες στην αγγλική ε...
«Αυστριακός αντιρρησίας πολέμου και η ελληνική κρί...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares