27
Τρι, Οκτ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Στη γειτονιά των αγγέλων και ο Γιάννης Πουλόπουλος», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

101---112-


«Έπεφτε βαθιά σιωπή ,πόση ανατριχίλα μέσα στην ψυχή.

Και μια κίτρινη σιγή στο παλιό μας δάσο, πώς να σε ξεχάσω που σε πήρε η γη….»



Η καρδιά του Γιάννη Πουλόπουλου, του σπουδαιότερου τραγουδιστή της γενιάς του σταμάτησε να χτυπάει. Η είδηση του θανάτου του μεγάλου ερμηνευτή της ελληνικής μουσικής γέμισε θλίψη όλο τον κόσμο ακόμα και τους πολύ νεώτερους, που τον είχαν γνωρίσει μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο και τον είχαν λατρέψει.

Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί γιατί η αισθητική του δεν ταίριαζε με τα μαγαζιά όπως είχαν διαμορφωθεί, εκτός από μια συνεργασία που είχε με την Αλέκα Κανελλίδου που την εκτιμούσε πολύ.

Έφυγε σε ηλικία 79 ετών κουρασμένος από τα πολλά προβλήματα υγείας που είχε αφήνοντας την τελευταία του πνοή στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου «Αττικόν».


Πριν χρόνια είχα επικοινωνήσει με τον Γιάννη Πουλόπουλο και την σύζυγό του και είχα πληροφορηθεί, ότι έδινε μάχη με το γλαύκωμα των ματιών και ήταν σε καλό δρόμο.

Ήταν παραμονές Πάσχα μετά την υπογραφή του δεύτερου μνημονίου και με εντυπωσίασε η αγωνία του σπουδαίου καλλιτέχνη για την Ελλάδα και τους συμπατριώτες του.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος έμπαινε στο στούντιο να ηχογραφήσει και σάρωνε. «Τα έλεγε με τη μία» όπως έλεγαν σπουδαίοι συνθέτες, γιατί είχε μια φωνή προικισμένη, που σημάδευε τα τραγούδια κι εκείνο που τον πονούσε ήταν, ότι δεν υπήρχαν πιστοί στο επάγγελμα του τραγουδιστή, όπως είχε δηλώσει σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του: «Πρέπει να κουραστείς πολύ για να πετύχεις. Βιάζονται να γίνουν όλοι Φρανκ Σινάτρα από τη μια στιγμή στην άλλη» είχε πει χαρακτηριστικά.

Γιάννης Πουλόπουλος: Μια φωνή που απογείωσε τα τραγούδια του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου στον περίφημο «Δρόμο», που κυκλοφόρησε το 1969 και θεωρείται ένας από τους εμπορικότερους - αν όχι ο εμπορικότερος - δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας, με πωλήσεις που έχουν ξεπεράσει τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα.


Ο Γιάννης Πουλόπουλος γεννήθηκε στις 29 Ιουνίου του 1941 στην Καρδαμύλη Μεσσηνίας, στην περιοχή της Μάνης. Οι γονείς του, μεσσηνιακής καταγωγής, κατοικούσαν στην Αθήνα, στην περιοχή του Μεταξουργείου και ύστερα μετακόμισαν στο Περιστέρι και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Τριάδας. Σε ηλικία 5 ετών μένει ορφανός από μητέρα και μεγαλώνει με τον πατέρα του Γιώργο και τον μικρό αδερφό του Βασίλη.

Ο Γιάννης Πουλόπουλος από μικρός είχε κλίση στο τραγούδι. Παρακινημένος από τους φίλους του, που τον άκουγαν να τραγουδάει, αλλά και έχοντας ο ίδιος μεγάλη πίστη στις φωνητικές του ικανότητες, πήγαινε στην εταιρεία Columbia το 1962 κάνοντας προσπάθειες για να πει κάποια τραγούδια που γίνονταν τότε ακροάσεις. Αναζητούσε να τον ακούσουν, αλλά κανείς δεν του έκλεισε κάποιο ραντεβού.

Συνέχισε να κυνηγάει το όνειρό του πηγαίνοντας στις ακροάσεις σχεδόν καθημερινά, παρ' όλα τα μεροκάματα που έχανε αφού δούλευε τότε ως ελαιοχρωματιστής και οικοδόμος, ενώ παράλληλα έπαιζε ποδόσφαιρο στον Άγιο Ιερόθεο και στον Ατρόμητο. Την ίδια χρονική περίοδο φοιτούσε στη νυχτερινή σχολή «Ντήζελ», με ειδικότητα ηλεκτρολόγου. Όταν έγινε τραγουδιστής μετά το πρόγραμμα στη μπουάτ ασκούσε το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου γιατί το νυχτοκάμματο ήταν ελάχιστο και δεν τον έφθανε να ζήσει αξιοπρεπώς.

Στο στούντιο μπήκε για να ηχογραφήσει το πρώτο του τραγούδι, σε μουσική και στίχους του Μπάμπη Δαλιάνη, με τον τίτλο «Κορμί μου πονεμένο». Στην πίσω πλευρά του δίσκου των 45 στροφών θα έμπαινε το τραγούδι «Στο άδειο προσκεφάλι», που όμως τελικά το πήρε επί πληρωμή ο Στέλιος Καζαντζίδης από τον συνθέτη. Τελικά το τραγούδι δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα στην Columbia. Ένας επιπλέον λόγος ήταν, ότι ο Πουλόπουλος ακόμα ήταν ανήλικος και απαγορευόταν να εκδοθεί δίσκος με το αναγραφόμενο τραγούδι. Το δεύτερο τραγούδι ήταν ένα συρτοτσιφτετέλι του Πάνου Πετσά με τίτλο «Δως μου την καρδιά μου πίσω».

Κυκλοφορεί ένα 45άρι και στην πίσω πλευρά είχε ένα «μπαγιό» του ίδιου του συνθέτη με την Πόλυ Πάνου και τη Βούλα Γκίκα, με τίτλο «Γεννήθηκα να σε αγαπώ». Εκείνη την περίοδο η Columbia, έχοντας στο δυναμικό της μεγάλο αριθμό άγνωστων και ανερχόμενων τραγουδιστών, αποφασίζει να κάνει εκκαθάριση και να κάνει νέες ακροάσεις, από τις οποίες θα κρατούσε 50 άτομα. Την επιτροπή ακροάσεων αποτελούσαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Απόστολος Καλδάρας, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Τότε ο Γιάννης Πουλόπουλος διάλεξε να πει δύο δύσκολα τραγούδια: το «Μάνα μου και Παναγιά» και το «Παράπονο». Μόλις τελείωσε, τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης λέγοντας: «Αυτόν εγώ θα τον κάνω τραγουδιστή» και τελικά ήταν ο μόνος που πέρασε από αυτή την ακρόαση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει στο νεαρό Γιάννη Πουλόπουλο να πει τρία τραγούδια στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η γειτονιά των αγγέλων», που εκείνη τη χρονιά (1963) ανεβαίνει στο θέατρο Ρεξ από τον θίασο Τζένης Καρέζη και Νίκου Κούρκουλου. Τα τραγούδια ήταν: «Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι». Αυτά είναι και τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφεί σε δίσκο ο Πουλόπουλος, τα οποία αργότερα θα δισκογραφήσει στην ίδια εταιρεία και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Εκείνη την περίοδο ηχογραφεί το ένα και μοναδικό τραγούδι με τον Σταύρο Ξαρχάκο, το «Πρωινό τραγούδι», σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το οποίο επίσης δεν κυκλοφορεί και μένει ως δείγμα και το 1963 συμπεριλαμβάνεται στο διπλό LP «Χρυσές επιτυχίες του Σταύρου Ξαρχάκου».

Ο χειμώνας του 1963 τον βρίσκει να τραγουδά στο κέντρο Ξημερώματα, στα Άνω Πατήσια, μαζί με την Καίτη Γκρέυ, τον Γιάννη Αγγέλου στο μπουζούκι και τον Γιάννη Μπουρνέλη ως κονφερασιέ. Στην συνέχεια, απομακρύνεται από την Columbia, εξαιτίας του Γρήγορη Μπιθικώτση, ο οποίος έθεσε βέτο στην εταιρεία και στους αδελφούς Λαμπρόπουλους, ότι αυτόν δεν τον ήθελε εκεί. Το 1964 κατατάσσεται φαντάρος και απολύεται το 1966.


Η συνέχεια βρίσκει τον Γιάννη Πουλόπουλο να τραγουδάει σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα (Το στέκι του Γιάννη, Ταβάνια). Στη Λύρα ηχογραφεί ξανά τα τρία τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και άλλα δώδεκα του ίδιου συνθέτη, όπως τα «Βράχο βράχο τον καημό μου», «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», «Καημός».

Το 1965 τραγουδάει τέσσερα τραγούδια του τότε πρωτοεμφανιζόμενου Μάνου Λοΐζου, ενώ το 1966 θα τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση το «Ακορντεόν», στην ταινία μικρού μήκους «Αθήνα: πόλη χαμόγελο», σε σκηνοθεσία του Λάμπρου Λιαρόπουλου για το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Σχεδόν παράλληλα κάνει μεγάλη επιτυχία με το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», του επίσης τότε πρωτοεμφανιζόμενου Σταύρου Κουγιουμτζή.

Το 1966 τραγουδά σε συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, μαζί με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τη Μαρία Φαραντούρη και τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Μητροπάνο. Την ίδια χρονιά μπαίνει για τα καλά στη δισκογραφία. Τα 45άρια δισκάκια του κυκλοφορούν σωρηδόν και εμφανίζεται για πρώτη φορά στις κινηματογραφικές ταινίες: «Οι στιγματισμένοι» (1966), με τον Γιώργο Φούντα και τη Μάρω Κοντού, όπου τραγουδάει μαζί με την Ελένη Κλάδη το «Πολύ αργά» και το «Σ' αγαπώ». «Ο τετραπέρατος» (1966), με τον Κώστα Χατζηχρήστο, όπου ερμηνεύει το τραγούδι του Γιώργου Κατσαρού «Στον Πειραιά, στον Πειραιά». Στην ταινία «Εκείνος κι εκείνη» (1966), με τη Τζένη Καρέζη και τον Φαίδωνα Γεωργίτση, όπου τραγουδάει τη σύνθεση του Γιάννη Μαρκόπουλου «Ξεγυμνώστε τα σπαθιά».

«Eddie Van Halen: O «θεός» της κιθάρας πέταξε μακρ...
«Μίκης Θεοδωράκης: Ένας ωκεανός μουσικής 95 χρόνων...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares