InTownPost

Ακολουθήστε μας :

16
Κυρ, Μάι
Tο διάβασαν 262 άτομα (262 Views)

«Σκάνδαλα, χοροί και τραγούδια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 18

Ενηλικίωση, αποδέσμευση από την πειθαρχημένη ρουτίνα τού οικογενειακού κλοιού, δίπλωμα αυτοκινήτου, πλυμένο, γυαλισμένο το τετράτροχο όχημα, φουλ καύσιμο στο ρεζερβουάρ, γυρολόγι άνευ προγραμματισμού και εξηγήσεων στην κηδεμονική, άρχουσα τάξη, φλερτ, τσιγάρα, ποτά, ξενύχτια, ανεξαρτησία, ελευθερία.

Αμέσως και με την τελευταία μπουκιά στο στόμα από το οικογενειακό, πολυποίκιλο δείπνο της παραμονής Χριστουγέννων, σενιαρισμένοι, παρφουμαρισμένοι, με όλο το χρήμα στην τσέπη από την προσωρινή εργασία, λόγω σπουδών, εγκαταλείπαμε το ευλογημένο, τραπέζι πίσω μας και στα γρήγορα έπεφταν τα τελευταία, απαραίτητα τηλεφωνήματα του σωστού συντονισμού, εντός της παρέας. Οι γνωστές, τετριμμένες πλέον, ερωτήσεις έπεφταν βροχηδόν, με έντονη την γεύση της ανησυχίας, άρρηκτα σφιχτοδεμένες με τον αλησμόνητο ήχο του δίλεπτου, λόγω συνήθειας, κηρύγματος και υποδείξεων στην εξώπορτα του σπιτιού από το ντουέτο των αρχηγών της φυλής, ειδικά από τον θηλυκό πολέμαρχο: «Που θα πάτε να ξέρουμε εάν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι; Μην πιείτε πολύ! Μην οδηγήσεις ζαλισμένος! Μην ξοδέψεις όλα τα χρήματα σου! Μην αργήσεις! Έχετε κλείσει τραπέζι γιατί δεν θα βρείτε τίποτα! Πήρες το κασκόλ και το παλτό σου; Τα μάτια σου δεκατέσσερα με το αυτοκίνητο, γιατί μεταφέρεις κόσμο! Σιγά να πηγαίνεις! Το πρωί τί ώρα να σε ξυπνήσω; Αύριο να ξέρεις, ότι…», η πόρτα έκλεινε απαλά πίσω και άπασες οι ερωτήσεις ελέγχου παρέμεναν αναπάντητες, εκτός των καθοδηγιών προς ναυτιλλόμενους, που, πια, ήταν μια μαγνητοταινία σε λούπα σχεδόν άφθαρτη, οπότε και οι αποκρίσεις κυλούσαν ατσαλάκωτες και τσεκουράτες ανάμεσα σε ένα λακωνικό «ναι!» και ένα αντίστοιχο, μονολεκτικό «όχι!»         

Με τον σφοδρό και ανένταχτο αέρα των απάτητων βουνών, την αύρα της ατίθασης θάλασσας και τα αρώματα των εύοσμων κάμπων ριχνόμασταν στα καθίσματα του αυτοκινήτου για τη νυχτερινή εξόρμηση. Τι ξεγνοιασιά, ω θεοί των ανθρώπων! Η τελευταία έκδοση της παράνομης, μιξαρισμένης κασέτας από το κολωνακιώτικο δισκάδικο του Μάριου, με τα χιτάκια στο τετραφωνικό σύστημα να παίζει, ενώ τα κάτω άκρα ανάλαφρα τοποθετημένα στα πεντάλ της πλοήγησης, τάιζαν οκτάνια τον ευγενικό, μηχανικό ήχο του κινητήρα, απελευθερώνοντας το τετράτροχο μέσο για το ταξίδι των εμπειριών, εκεί, στις απροσδιόριστες γραμμές των οριζόντων μας.

Οι στολισμένοι, υγροί δρόμοι της πόλης παραδινόντουσαν στην αήττητη νιότη. Καμιά γκρίνια για το ψοφόκρυο, το χιονόνερο, άκριτες ξοδευόντουσαν και οι πελώριες στιγμές από το μποτιλιάρισμα στους δρόμους, ώρα ενδεκάτη βραδινή παραμονή Χριστουγέννων. Χαρά και μόνο χαρά εντός και εκτός της 20χρονης οντότητας και με το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη οδηγούσαμε και μαζί τραγουδούσαμε: «…smiling faces as you wait to land, but once you get there no one gives a damn, you're in the army now, oh, oh, you're in the army now

Πρώτη στάση στο όμορο προάστιο για να παραλάβουμε το αμόρε, που περίμενε σε αναμμένα κάρβουνα για να απαλλαγεί από το πολυπληθές, οικογενειακό ρεβεγιόν, που βρισκόταν σε εξέλιξη με ζωντανές κιθάρες ακορντεόν και μαντολίνα, να άδουν με μπρίο οι καλλίφωνοι συγγενείς επτανησιακές καντάδες, να ακούγονται σε όλη την γειτονιά. Βιδωμένη στο παράθυρο παρακολουθούσε ανυπόμονα τον δρόμο, καταλυμένο το κορμί της από τον βαβυλωνιακό δαίμονα, φουγίρι. Μόλις το αυτοκίνητο έστριβε την γωνία του δρόμου, εκείνη είχε εγκαταλείψει το πλοίο και ήταν κάτω, φτιαγμένη σαν κούκλα βιτρίνας, μακιγιαρισμένη διακριτικά να ταχυδρομεί προς εμένα το νευρικό βλέμμα της ανυπομονησίας, από την μικρή σε χρόνο αργοπορίας μου ένεκα της κίνησης.

Δυο ακόμα στάσεις και στα επόμενα δέκα λεπτά το όχημα ήταν κομπλέ από νέους ανθρώπους. Γιορταστικές ευχές, αγκαλιές, φιλιά, βιαστικές αφηγήσεις από τα οικογενειακά, δεσμευτικά, εορταστικά δείπνα, κριτική στους γονείς, τους συγγενείς, στα αδέλφια, στα μουσικά νέα και τις καινούργιες κινηματογραφικές ταινίες. Ταχύτατες και οι ενημερώσεις για τους χωρισμούς και τους καινούργιους δεσμούς γνωστών, νέα προγράμματα, καινούργια όνειρα, μικροί και μεγάλοι άθλοι υπό σύσταση, γέλια, άπαντα στοιχισμένα από τις νεανικές ανθρωπολαλιές να συγκρούονται στην κλειστή, μπριλάντε ατμόσφαιρα του αυτοκινήτου και να μπερδεύονται με τα γυναικεία, τα ανδρικά αρώματα στα σταυροδρόμια της κάπνας των τσιγάρων. Μια χρυσή, προστατευτική σφαίρα κάλυπτε την δύναμη, την αποφασιστικότητα, την θέληση για ζωή, την επιθυμία να γίνουμε βασιλιάδες και βασίλισσες του Κόσμου. Τα σώματα πάλλονταν σε ρυθμούς εξέγερσης και οι άνεμοι ψυχής ανεξέλεγκτοι κατατρόπωναν στο πέρασμα τους κάθε εμπόδιο, κάθε παρείσακτο και αυθάδη στη χώρα των άπλαστων ονείρων μας.

Η Λιάνα δυνάμωνε τον ήχο στο κασετόφωνο κάθε τόσο, όταν η κασέτα του Μάριου πρόσφερε κάποιο τραγούδι, δημιουργώντας έντονο χτυποκάρδι στο στέρνο της. Καθότι Κερκυραία, όπερ φωνητικά ολόσωστη, ακολουθούσε μελωδικά τα λόγια, τραγουδώντας το αλάνθαστα. Ο Θανάσης από το Γιοχάνεσμπουργκ, παρότι μιλούσε καταπληκτικά αγγλικά, απλά μουρμούριζε ρυθμικά στο πίσω κάθισμα γιατί ήταν βασανιστικά φάλτσος, που όποτε σήκωνε από τις φωνητικές του χορδές μελωδικούς τόνους, η πολυκατοικία, ευθύς, συγκέντρωνε υπογραφές για την άμεση απέλαση του με συνοπτικές διαδικασίες.

Τρεις κοπέλες και δυο αγόρια από 19 έως 22 χρόνων, πέντε νέοι άνθρωποι, χάρμα οφθαλμών, στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, παραμονή Χριστουγέννων στην βροχερή, φιλόξενη πόλη, βράδυ ελεύθερο με άγνωστο το αύριο και ένα πλεχτό καλάθι κρατούσε ο καθένας μας γεμάτο φως ζωής σε μια χώρα που είχε αρχίσει να ζυμώνει υποδόρια τον πικρό άρτο της.

Ώρα δωδεκάτη μεσονύκτιο και η προτελευταία στάση της μακρινής νύχτας μας ήταν ο υπαίθριος χώρος στάθμευσης του κλαμπ «Αυτοκίνηση» του ραλίστα Μάκη Σαλιάρη στην άνοδο της λεωφόρου Κηφισίας, στον Παράδεισο Αμαρουσίου, όπου συναντούσαμε τους υπόλοιπους φίλους. Ο χορευτικός παράδεισος της ποπ κουλτούρας, το χειμερινό στέκι ανεξαρτήτου ηλικίας και κοινωνικής κάστας, που ανακάτευε διονυσιακά στην πασοκική περίοδο, εντός του φουτουριστικού, γυάλινου προκάτ, παγόδα στιλ, σωθικό του, έργο του αρχιτέκτονα Παναγιώτη Τουλιάτου, το τρικούβερτο γλέντι, με τον «μαέστρο» Βασίλη Λάλο στα MK II πλατό του να στριφογυρίζει τα δωδεκάιντσα βινύλια.  Το «Rock the Gasbah», μαζί με το «Sweet Dreams are Made of These», το «Der Kommissar» και το «Thriller» περικύκλωναν μάχιμα τις υπόλοιπες χορευτικές επιλογές με την τεράστια ντισκόμπαλα στην οροφή και τους περιστρεφόμενους προβολείς, αποκαλύπτοντας στην μεγάλη πίστα το ακούραστο και ανελέητο, σαμανικό μάντραμ ωρών.

Μικρές σταγόνες έρωτα στα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα, παθιάρικα φιλιά, μέθεξη στο χορευτικό παρκέ με πορεία τον ουράνιο θόλο και τα μάτια κλειστά, όταν ακόμα αγόρια και κορίτσια αγκαλιζόμασταν, μιλούσαμε ο ένας στο αυτί του άλλου ψιθυριστά, χορεύαμε ακομπλεξάριστα μέχρι τελικής πτώσης και ο εμφραγματικός θόρυβος στον θώρακα θρυμμάτιζε τα οστά, κατέλυε το νευρικό μας σύστημα, μεθώντας από ζωή. Και για το κλείσιμο της βραδιάς στην «Αυτοκίνηση», πάντα ως σήμα κατατεθέν του φινάλε, το ατμοσφαιρικό, ερωτικό «La Vie en Rose» με την Αμερικανο-Τζαμαϊκανή Γκρέις Τζόουνς.

Ώρα πέντε ξημερώματα, όταν πια το αλκοόλ, τα τσιγάρα και η πείνα αποδομούσαν τα νεανικά μας, στομαχικά τοιχώματα, οι συναρμολογημένες παρέες από το χριστουγεννιάτικο ξεφάντωμα κατέβαιναν επιβλητικά σαν βακχικές πομπές στο ξενοδοχείο Κάραβελ για τις μακαρονάδες υπερπαραγωγή ή στο Χίλτον για comme il faut πρωινό στο «Βυζαντινό». Εκεί, συναντούσαμε τις άλλες συντροφιές από την «Bora Bora», τις «9 Μούσες», το «Ακρωτήρι», το «Ρόδον» και άρχιζε η φασαρία από το άκοπο, νεανικό μελίσσι, το ρυθμικό βουητό, ο χαλασμός, η ζωντάνια να πλημμυρίζει τις μέχρι πρότινος, ήσυχες σάλες.

Τα κους κους, τα μετρήσιμα σημεία της καλής διασκέδασης, οι διάφορες ευτράπελες φάσεις, οι χυλόπιτες που έσκασαν βασιλικά, εν μια νυκτί, στα μούτρα των επίδοξων εραστών, κάποια σφαλιαρο-μπουνίδια για τα μάτια μιας καστανής δεσποσύνης, οι αφηγήσεις των παράδοξων, νεανικών κατορθωμάτων της γιορτινής βραδιάς και ξανά τα γέλια, η αφτιασίδωτη χαρά έπαιρναν και έδιναν στις λογής παρέες με το πρώτο χάραμα σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει, παρά μόνο η σκιά της στα μελαγχολικά χαμόγελα κάποιων συνομηλίκων, βωβά συνωστισμένων στον βαθύ, χωμάτινο κρατήρα της νοσταλγίας ως μουσειακά εκθέματα.

Κυρίες και κύριοι, εύχομαι, από ψυχής, όμορφες γιορτές και ένα γόνιμο, νέο έτος γεμάτο Χαρά και Τύχη!

 

Αξιολόγηση Ταινιών


 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 


«Βόμβα»

(Bombshell)       



 

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α, Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζέι Ρόουτς
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Νικόλ Κίντμαν, Μάργκο Ρόμπι, Τζον Λίθγκοου, Μάλκομ ΜακΝτάουελ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Spentzos Film

Τα γεγονότα του σκανδάλου που ξέσπασε στο μεγαθήριο των αμερικανικών Μ.Μ.Ε. της  τηλεοπτικής Fox και αφορούσε τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση. Οι διάσημες γυναίκες δημοσιογράφοι, η news anchor Μέιγκαν Κέλι (Σαρλίζ Θερόν – καλή!) και η παρουσιάστρια Γκρέτσεν Κάρλσον (Νικόλ Κίντμαν – καλή), μηνύουν τον κραταιό Ρότζερ Έιλς (Τζον Λίθγκοου – πολύ καλός), τον εμβληματικό ιδρυτή και διευθύνοντα σύμβουλο του τηλεοπτικού δικτύου Fox News, ότι οι σχέσεις του εργοδότη με τους υπαλλήλους του ξεπερνούσαν τα αυστηρά επαγγελματικά όρια, φτάνοντας εκβιαστικά και απροκάλυπτα στο σύμπαν των ανήθικών προτάσεων και πράξεων.

https://youtu.be/ey1BQl4O0Ao





Με τις δυο υποψηφιότητες υπό μάλης, για την Χρυσή Σφαίρα του Α’ Γυναικείου Ρόλου στην Σαρλίζ Θερόν και στην Μαργκότ Ρόμπι για τον Β’ Γυναικείο Ρόλο, η ταινία του Αμερικανού σκηνοθέτη του «Austin Powers», Τζέι Ρόουτς, επίσης δημιουργού των δυο επιτυχημένων κωμωδιών «Γαμπρός της Συμφοράς», αλλά και του υπέροχου «Trumbo», κατεβαίνει στο σιρκουί των βραβείων, καταλήγοντας, πιθανώς, μέχρι την μεγάλη βραδιά της οσκαρικής τελετής.

Είναι από τις ταινίες που στην παρούσα κατάσταση της πολιτικής σκληροπυρηνικής Tramp-era Αμερικής, οι «δημοκρατικοί» στήνουν χορούς και πανηγύρια, αντάμα με το κίνημα των #MeToo, περί σεξουαλικών παρενοχλήσεων στους διάφορους επαγγελματικούς στίβους. Με εμφανή τον μισογυνισμό και την εκμετάλλευση της θηλυκής παρουσίας, όταν αυτή είναι εκτεθειμένη στα φώτα της δημοσιότητας, η ταινία ξεδιπλώνει το πρώτο μεγάλο σκάνδαλο των σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο εφήμερο σύμπαν της τηλεόρασης, λίγο πριν «σκάσει» το άλλο, τρανταχτό όνομα του μεγάλο-παραγωγού του Χόλιγουντ, Τζέφρι Έπσταϊν. Ο ιδρυτής του τηλεοπτικού δικτύου της Fox News, ο «βασιλιάς» Ρότζερ Έιλς, μαζί και τα λογής βίτσια του, ένα από αυτά είναι και η σκοποφίλια – ίδιο με το βίτσιο του Άλφρεντ Χίτσκοκ – έπειτα από την απόφαση της «ριγμένης» δημοσιογράφου Γκρέτσεν Κάρλσον, τοποθετείται στα δικηγορικά γραφεία και έπειτα στο ικρίωμα της αποκαθήλωσης του.

Ναι, το δίνει ξεκάθαρα η ταινία, ότι η διαδικασία της πτώσης του Έλις ξεκίνησε εκδικητικά από μια αδικημένη δημοσιογράφο, που της άλλαξαν την ώρα μετάδοσης της εκπομπής της, αλλά και του ανθρώπινου φθόνου που κυοφορούσε μέσα της, βλέποντας την συνάδελφό της, την έξυπνη  και μοντέρνα Μέιγκαν Κέλι να συντονίζει εύρυθμα το σημαντικό, πολιτικό debate με τον υποψήφιο για τον προεδρικό θώκο των Η.Π.Α., Ντόναλντ Τραμπ, αγγίζοντας η δημοτικότητα της ουράνια ύψη.

Ναι, σκιαγραφεί καλά η ταινία, ότι η υπαίτια που ξεκίνησε όλο αυτό το σκάνδαλο είναι ένα δόλιο «τσόκαρο», μια κουτσομπόλα πολιτικών εκπομπών, μια ξανθιά τηλεπερσόνα σε παρακμή, που έφερε βαρέως την ακμάζουσα καριέρα της ανταγωνίστριας και ομόσταυλη της. Βέβαια, το εάν προσγείωνε στο κρεβάτι ο Ρότζερ Έιλς τις διάφορες μορφονιές του, δεν το βλέπουμε, απλά το υποθέτουμε, καθώς μόνο την ανάγκη του για μπανιστήρι καταμετρούμε στα δεικνυόμενα του κινηματογραφικού σεναρίου.

Όλοι μας, λίγο ή πολύ, γνωρίζουμε, πάντως, τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτούς τους χώρους, όπως μια όμορφη γυναίκα ή ένας γοητευτικός άνδρας, που επαγγελματικά επιλέγει να ακολουθήσει τα συγκεκριμένα πεδία για να αναπτύξει καριέρα, επίσης, γνωρίζει, ότι τέτοιου είδους καταστάσεις «παίζουν» φόρα παρτίδα στο νοσηρό σύστημα των μίντια. Αρκετές, αρκετοί, πριν γίνουν αυτό που έγιναν, δηλαδή διάσημοι και «σημαντικοί», πρωτίστως, «πέρασαν» από τον πλανήτη κρεβάτι κάποιου ή κάποιας επικεφαλής και με ανοιχτά ή κλειστά τα σκέλια τους όρθωσαν τρανές καριέρες.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, που πηγάζει αβίαστα, καταλήγει, ότι το κακό πρέπει να σταματάει εν τη γενέσει του και όχι να ενδίδει το υποκείμενο για να πάρει την θέση και μετά από χρόνια, ως αδικημένο να εξαπολύει φωτιά και ατσάλι με την αιτιολογία, το δήθεν φοβικό απέναντι στο ανδροκρατούμενο βασίλειο: «για να μην χάσω την δουλειά μου, δεν μιλούσα τόσα χρόνια». Αυτές είναι αστειότητες και άκαρπες δικαιολογίες για να διαιωνίζεται η φασιστική και χυδαία νοοτροπία του: «πρώτα σεξ και μετά καριέρα», που προτείνεται αφειδώς και απροκάλυπτα από άνδρες, αλλά και από γυναίκες σε κυρίαρχα πόστα όχι μόνο στους τομείς της ενημέρωσης και των καλλιτεχνών, αλλά παντού, όπου υπάρχει άφθονο χρήμα, αναγνώριση και ανταγωνισμός.

Ο έμπειρος σκηνοθέτης Τζέι Ρόουτς ρίχνει μπροστά τρεις εντυπωσιακές θηλυκές παρουσίες, πραγματικές «βόμβες», για να ισορροπήσει το χθες, το σήμερα και πως θα είναι το αύριο σε αυτόν τον αδίστακτο χώρο, προτείνοντας την μαχητική Σαρλίζ Θερόν, την πονηρή Νικόλ Κίντμαν και την άβγαλτη Μαργκότ Ρόμπι για να αφηγηθούν, ως εργαζόμενες γυναίκες την γραμμή πλεύσης των σύγχρονων μέσων μαζικής επικοινωνίας, όταν αυτά έχουν φύγει πια από την δύναμη και την κυριαρχία του ενός και, εντελώς, οικονομίστικα μεταβιβάστηκαν στην ισχύ των απρόσωπων, στυγνών και ψυχρών πολυεθνικών εταιριών για πιο σκοτεινά και άνευ συναισθήματος, παιχνίδια χειραγώγησης.

Ενδιαφέρουσα ταινία με ευαίσθητο νευρικό σύστημα στο σενάριο, καλές ερμηνείες, ευέλικτη η σκηνοθεσία του Ρόουτς σε μια άψογη στημένη παραγωγή πολιτικο-κοινωνικού διάκοσμου, ρίχνοντας, ας πούμε, μια αντικειμενική ματιά στα μετόπισθεν της αυλαίας ενός γεγονότος, που, τελικώς, κρίθηκε στα έδρανα της δικαιοσύνης με βαρβάτες αποζημιώσεις, – το ζητούμενο άλλωστε - και την αποκαθήλωση του mister Fox, από τον θρόνο του, αφού πέρασε, πρωτίστως, από την γνωστή, λαϊκή κρίση της τηλε-μάζας, ως είθισται άλλωστε.

«Και Μετά Χορέψαμε»

«And Then We Danced»          



 

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Σουηδία, Γεωργία, Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία: Λεβάν Ακίν
  • Με τους:, Λεβάν Γκελμπαγκιάνι, Μπάμπι Βαλισβίλι, Άνα Τζαβακισβίλι
  • Διάρκεια: 113΄
  • Διανομή: Weird Wave

Ο νεαρός Μεράμπ χορεύει από μικρή ηλικία παραδοσιακούς χορούς στην Εθνική Ακαδημία Χορού της Γεωργίας και μαζί με την παρτενέρ του Μέρι, είναι πολύ κοντά στο να πάρουν την πολυπόθητη θέση στην εθνική ομάδα χορού και να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο.

Όλα όμως θα ανατραπούν όταν μπαίνει στη ζωή τους ο χαρισματικός και ιδιόρρυθμος Ηρακλί, επίσης χορευτής, τον οποίο ο Μεράμπ ερωτεύεται σφόδρα. Οι επιθυμίες του Μεράμπ θα τον ωθήσουν να αμφισβητήσει το συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον του, και να τα ρισκάρει όλα.

https://youtu.be/KR78r2Ac5S0


Στην σημερινή, φτωχική Γεωργία, που οι παραδοσιακοί χοροί είναι το βασικό, πολιτιστικό, εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, ο κώδικας στην ακαδημία είναι αυστηρός και αμείλικτος, καθώς οι άνδρες χορευτές πρέπει να εκπέμπουν ανδρισμό, αρρενωπότητα, ευγένεια και μαχητικότητα, ενώ οι γυναίκες επιβάλλεται να επιδεικνύουν την αγνότητα και την υπακοή στον άνδρα. Όπως αναφέρεται και στην ταινία: «οι παραδοσιακοί χοροί δεν είναι η τελειότητα, αλλά το πνεύμα της πατρίδας». Στον ταλαντούχο και επιμελή Μεράμπ, που προσπαθεί να πετύχει το όνειρό του, αναδύεται η ερωτική του προτίμηση στο ανδρικό φύλλο, κάτι που είναι απαγορευτικό για τον Γεωργιανό χορευτή, ειδικά όταν ερμηνεύει τους τραχείς, πολεμικούς, αζάρικους χορούς.

Ο Σουηδός με τις γεωργιανές ρίζες σκηνοθέτης Λεβάν Ακίν, περιγράφει μια καλοφτιαγμένη, ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δυο άνδρες, που αναπτύσσεται στο σκληροπυρηνικό, άκρως συντηρητικό κοινωνικό πλέγμα δίχως διέξοδο. Ο βαθιά συναισθηματικός νέος, όπως είναι ο Μεράμπ, που θέλει να ξεφύγει από την μιζέρια με όχημα τους παραδοσιακούς χορούς και ο αζαρικής καταγωγής Ηρακλί, επίσης ταλαντούχος χορευτής, που για αυτόν όμως ο χορός δεν είναι το μέσον διαφυγής αλλά η πηγή εξοικονόμησης χρήματος και εκτόνωσης.

Και οι δυο πλευρές διατρέχονται από μύρια οικογενειακά προβλήματα, λόγω οικονομικής ανέχειας και αβέβαιου παρόντος, όπου ο Ακίν ασχολείται περισσότερο με τα οικογενειακά θέματα του Μεράμπ, καθότι είναι και ο βασικός ήρωας της ιστορίας. Η σκληρή παράδοση της Ανατολής και η δυτική, «φορεμένη» κουλτούρα σε ένα φτωχό έθνος συγκρούονται στην ταινία με φόντο τον απαγορευμένο, ομοφυλοφιλικό έρωτα δυο νέων. Αν και είναι χιλιοειπωμένο το θέμα, η οπτική του Λεβάν Ακίν είναι ευαίσθητη και συνάμα αντιδραστική. Οι θεατές, μάλιστα, θα έχουν την δυνατότητα να δουν και την εκπαίδευση των εντυπωσιακών παραδοσιακών χορευτικών ανσάμπλ της Γεωργίας, που κατά καιρούς έχουν επισκεφθεί και την χώρα μας.        

«Παβαρότι» 

(Pavarotti)



 

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρον Χάουαρντ
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο Λουτσιάνο Παβαρότι ήταν ένας συνδυασμός προσωπικότητας, ιδιοφυίας και διασημότητας, ενώ χρησιμοποιούσε τις θαυμάσιες αυτές αρετές του για να διαδώσει το Ευαγγέλιο της όπερας ως τρόπο διασκέδασης, που μπορεί να απολαύσει όλος ο κόσμος όταν αγαπάει τη μουσική.

Μέσα από την απόλυτη δύναμη του ταλέντου του, ο Παβαρότι κυριάρχησε στις μεγάλες σκηνές του κόσμου και έκλεψε τις καρδιές του κοινού όπου και να εμφανιζόταν.

https://youtu.be/Sf8ey5yoLV4


Σπάνιες συνεντεύξεις με την οικογένειά του και τους συναδέλφους του, ακυκλοφόρητο υλικό και τελευταίας τεχνολογίας ηχητική επεξεργασία, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ για την ταινία «Ένας Υπέροχος Άνθρωπος» (A Beautiful Mind - 2001), συγκεντρώνει τα παραπάνω και σκηνοθετεί το ντοκιμαντέρ αγιοποίησης του Λουτσιάνο Παβαρότι, ενός θρύλου του λυρικού θεάτρου που έγραψε ιστορία.

Σημεία από την ζωή του, την καλλιτεχνική του δράση, τις συναντήσεις του με διάσημα πρόσωπα της πολιτικής και της show biz, το φιλανθρωπικό έργο του, αλλά και την αγάπη του λαού στο πρόσωπο του τενόρου είναι οι κύριοι άξονες αυτής της ντοκιμαντερίστικης βιογραφίας λατρευτικού χαρακτήρα.

Γεννημένος στις 13 Οκτωβρίου 1935 στην Μόντενα της βορειοδυτικής Ιταλίας, την έδρα των φημισμένων αυτοκινητοβιομηχανιών, της Φεράρι, της Λαμποργκίνι και της Μαζεράτι, από πατέρα αρτοποιό και ερασιτέχνη τενόρο και μητέρα εργάτρια σε βιομηχανία πούρων, έκτισε μια τεράστια και καταξιωμένη καριέρα στον χώρο της όπερας, έχοντας πρότυπο τον Μάριο Λάντζα. Ο Λουτσιάνο έφυγε από την ζωή στις 6 Σεπτεμβρίου 2007 σε ηλικία 71 χρόνων, από καρκίνο του παγκρέατος και αγαπήθηκε, παγκοσμίως, όσο κανένας άλλος λυρικός ερμηνευτής.

Ο «τενόρος του λαού», όπως ήταν το ψευδώνυμο του, άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύτερο κοινό όταν εμφανίστηκε μαζί με τους Ισπανούς τενόρους Χοσέ Καρέρας και Πλάσιντο Ντομίνγκο στην πρώτη από κοινού συναυλία τους κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA του 1990 ενώπιον παγκόσμιου ακροατηρίου.

Λάτρης της μουσικής, των γυναικών, του καλού φαγητού και του ποδόσφαιρου (η ομάδα του ήταν η Γιουβέντους), ακριβώς με αυτή την σειρά αξιολόγησης, ο ταλαντούχος τενόρος των 150 κιλών, ξεχώρισε αμέσως. Αναφέρει δε η 81χρονη σήμερα πρώτη σύζυγός του Άντουα Βερόνι: «έπεσα στην αγάπη του, γιατί ερωτεύτηκα την φωνή του. Ποιος δεν θα ερωτευτεί την φωνή του Λουτσιάνο Παβαρότι;»

Ήταν, άλλωστε ο καλλιτέχνης που έβαλε την όπερα στα στάδια, φέρνοντας πιο κοντά τους ανθρώπους σε αυτό το ελιτίστικο είδος μουσικής. Ο Χάουαρντ πλαισιώνει συναισθηματικά τα θετικά σημεία του Λουτσιάνο και όπως στο ντοκιμαντέρ του με τα σκαθάρια: «The Beatles: Eight Days a Week - The Touring Years» (2016), καταφέρνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή αίθουσα προβολής με την μουσική και την φωνή του Παβαρότι μέσα σου.  

«Αδιέξοδος έρωτας και ζουγκλο-video game Νο 2», οι...
««Ευτυχία» κατ΄ όνομα και επί της ουσίας στο μεγάλ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/