13
Δευ, Ιουλ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Πράσινο μίλι στην Αλαμπάμα, έρωτες στην αγγλική εξοχή και μάνα ψάχνει τον γιο της», κριτική των ταινιών της εβδομάδος

rev-1-JM-06026_High_Res_JPEG

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 27

Εδώ, όπου κάποτε μόλις σπινθήριζε η αυθεντία, ευθύς ενεργοποιούταν και στην συνέχεια εγκαθίστατο στο Αρχετυπικό Πάνθεον, είτε ήταν επίτευγμα, είτε ήταν πνευματικός ή υλικός άθλος. Από την άλλη όμως, ωσάν συμπαντική παραφροσύνη, ακολουθούσε η κατάρρευση, η διάλυση, ο όλεθρος του εμπνευστή και του δημιουργού της, μα ποτέ ηλήθη του.

Διαθέτουμε, εμείς οι Έλληνες, τούτη την ιδιότητα στο γενετήσιο μας κύτταρο, μηδενός εξαιρουμένου. Ό,τι ύψιστο, αυθεντικό και ουράνιο δημιουργηθεί, μόλις δημιουργηθεί και φωταγωγήσει τα ανεξερεύνητα πεδία, ευθύς ακυρώνουμε τον δημιουργό του. Τελικώς, τούτη η αντίδραση μοιάζει με παράνοια ή είναι ένα εκρηκτικό μείγμα ένθεου δαίμονα, που ακροβατεί επικίνδυνα στην γραμμή της τελειότητας;

Πλείστα τα παραδείγματα, άπειρα τα γεγονότα της αρχαίας, της νεότερης ακόμα και της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας, όταν η πνευματική και η υλική δράση των άφθαστων προγόνων μας να αγγίξουν την πρωτογενή ουσία – και την άγγιξαν – κατέληγε μαθηματικώς στην αντίδραση και τελικά στον αφανισμό τους. Μην ψάξετε να ανακαλύψετε την λύση και τις απαντήσεις σε κοινωνιολογικά, πολιτικά δοκίμια και σε αδιέξοδες βαρύγδουπες αναλύσεις. Θα ξοδέψετε τον χρόνο σας άσκοπα. Έτσι είναι φτιαγμένος ο Έλληνας και ο χαρακτήρας της Ελληνικής Φυλής. Να διχάζεται και να διχάζει.

Το φαινόμενο αυτό το ανέλυσαν διεξοδικά: ο Αριστοτέλης, ο Ισοκράτης, ο Γοργίας. Οι Έλληνες Πανεπιστήμονες οι Σοφοί, οι Φιλόσοφοι, οι Νομοθέτες, οι Στρατηγοί, οι Συγγραφείς, οι Καλλιτέχνες, εκείνες οι απαράμιλλες, γήινες οντότητες που εμπνεύστηκαν ιδανικά την τελειότητα και ερμήνευσαν επιστημονικά και με ακρίβεια τα φυσικά και τα μεταφυσικά φαινόμενα, ενώ πρόσφεραν γενναιόδωρα και συνάμα προστάτευσαν άφοβα με τιμή - όσο μπορούσαν – την Ιδέα τού παγκόσμιου πολιτισμού. Μόλις μεγαλουργούσαν, αμέσως η ανθρώπινη νοητική άβυσσος τούς αφάνιζε, παντοιοτρόπως. Το οξύμωρον του θέματος είναι, ότι οι ίδιοι οι συμπατριώτες τους, οι συνέλληνες συντελούσαν στον αφανισμό τους. Πραγματικά, είναι να γελάς!

Σε τούτη την ευλογημένη γη γεννήθηκε ο ήρωας μαζί και ο προδότης, εδώ αποκαλύφθηκε η κωμωδία μαζί και η τραγωδία. Ο Πυθαγόρας εγκατέλειψε τα γήινα από την πείνα στην εξορία. Ο Μιλτιάδης πέθανε στην φυλακή από γάγγραινα. Ο Αριστείδης απεβίωσε στην εξορία από την πείνα. Ο Θεμιστοκλής, ο Αισχύλος, ο Αναξαγόρας, ο Ηρόδοτος, ο Ικτίνος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Αλκιβιάδης, ο Θουκυδίδης, ο Αριστοφάνης εγκατέλειψαν τα γήινα, επίσης, εξόριστοι. Ο μέγας Σωκράτης ήπιε το κώνειο. Τον ηλιακό Αριστοτέλη τον πρόλαβε ο καρκίνος του εντέρου και έσβησε ως δραπέτης στην Χαλκίδα, αλλιώς ήταν καταδικασμένος σε θάνατο. Διασυρμός, εξορίες, αφανισμός. Για να μην αναφέρω τους νεώτερους: τον Καραϊσκάκη, τον Κολοκοτρώνη, τον Νικηταρά, την Μαυρογένους, τον Ανδρούτσο, την Μπουμπουλίνα, τον Καποδίστρια. Μερικοί δολοφονήθηκαν, άλλοι εξορίστηκαν, άλλοι πάλι κατηγορήθηκαν αδίκως και σύρθηκαν στις υγρές φυλακές και κάποιοι κατάντησαν επαίτες. Οι διώκτες και οι τιμωροί τους ήταν Έλληνες, τουλάχιστον στο προσκήνιο.

Σε τούτο το τρομερό προσκήνιο της σύγχρονης ιστορίας οι ίδιοι πάντα πρωταγωνιστές, οι γνωστοί δήμιοι υπάρχουν και σήμερα, που αυτή την φορά, καθώς εμπνευσμένες οντότητες δεν παράγουμε πια, έβαλαν σημάδι εκεί που πάντα ήταν άλλωστε ο στόχος τους, στην χώρα και την γη της. Πολιτικοί θέλουν διχοτόμηση των θαλασσών μας, στρατιωτικοί θαυμάζουν και εκθειάζουν αυτούς που μας τραμπουκίζουν, καθηγητές προτείνουν ένα εκατομμύριο εισβολείς για να λυθεί το δημογραφικό. Οι ίδιοι και οι ίδιοι πάντα. Εμείς, ουδόλως τους απασχολούμε, καθότι απροστάτευτοι, με τα νώτα μας ακάλυπτα και το εντός μας σε κωματώδη διάσταση παραμένουμε το ευκολόπαρτο λάφυρο.

Ελώδης ο δρόμος μας για την Ιθάκη συνωστιζόμαστε με δουλοπάροικους, ξενόδουλους, προδότες, νωθρούς και αδιάφορους, ούτε εις εμπνευσμένος, ούτε ένας να ξαποστάσουμε για λίγο, να πάρουμε μια ανάσα, μωρέ, να αντικρίσουμε αντάμα τον ήλιο καρσί στα ανθρώπινα όμματα, ούτε ένας…

«…Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε» (Κώστας Καβάφης, «Θερμοπύλες»)





«Αγώνας Για Δικαιοσύνη»

(Just Mercy)





Είδος: Βιογραφικό δικαστικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον

Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Τζέιμι Φοξ , Μπρι Λάρσον

Διάρκεια: 137΄

Διανομή: Tanweer

Έπειτα από την αποφοίτησή του από το Χάρβαρντ, ο Αφρο-Αμερικανός δικηγόρος Μπράιαν (Μάικλ Μπι Τζόρνταν - καλός) θα μπορούσε να είχε επιλέξει μία προσοδοφόρα επαγγελματική πορεία. Αντιθέτως, κατευθύνεται στην Αλαμπάμα προκειμένου να υπερασπιστεί όσους καταδικάζονται άδικα. Αναλαμβάνει την υπόθεση του μαύρου Γουόλτερ ΜακΜίλιαν (Τζέιμι Φοξ – πολύ καλός), που το 1987, καταδικάζεται σε θάνατο χωρίς αποδείξεις για την περιβόητη δολοφονία ενός 18χρονου λευκού, κοριτσιού σε ένα καθαριστήριο.

Στα χρόνια που ακολουθούν, ο Μπράιαν εμπλέκεται σε ένα λαβύρινθο νομικού και πολιτικού παρασκηνίου, απροκάλυπτου και αναίσχυντου φυλετισμού, καθώς παλεύει για τον Γουόλτερ και άλλους σαν αυτόν, με τις πιθανότητες και το σύστημα να είναι εναντίον τους.

Το σενάριο της ταινίας γραμμένο από τους: Ντέστιν Ντάνιελ Κρίτον και Άντριου Λάναμ, είναι βασισμένο στα απομνημονεύματα του Μπράιαν Στίβενσον, που, κυριολεκτικώς, ως συνήγορος υπεράσπισης των αδικημένων μαύρων πάλεψε με τα χέρια, τα δόντια και τα νύχια το ανάλγητο, φυλετικό σύστημα του Νότου της Αμερικής, σε πρόσφατη, χρονική περίοδο, δηλαδή, μόλις πριν 33 χρόνια. Σαν να μην έχει αλλάξει απολύτως τίποτα, από εκείνες τις φρικτές εποχές της νοσηρής, αμερικανικής ιστορίας, τις πριν 100 χρόνων, τότε, που η ανθρώπινη υπόσταση μηδενιζόταν στα σκλαβοπάζαρα και η ζωή των Αφρικανών σκλάβων άξιζε μόλις μερικά δολάρια για τους τσιφλικάδες. Έτσι και το 1987, χρονολογία που εκτυλίσσεται η σεναριακή πλοκή, επικρατεί η ίδια ακριβώς νοοτροπία, εκεί, στον καυτό πυρήνα των dixie stages, στην περιβόητη Αλαμπάμα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπάρχουν τα γρήγορα λιντσαρίσματα στα δένδρα, αλλά το άριο δικαστικό σύστημα να καταδικάζει εν μέσω συνοπτικών διαδικασιών, «νόμιμα», άνευ αποδεικτικών στοιχείων τους «ενόχους» σε θάνατο, απλά, γιατί ήταν μαύροι, γιατί, απλά, πρέπει να υπάρχει ένα εξιλαστήριο, «μαύρο» θύμα σε δολοφονία λευκού ανθρώπου.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης του ιδιαίτερου, νεανικού στόρι με τους προβληματικούς ανηλίκους στα «Μικρά Όμορφα Πλάσματα» (2013), αλλά και της βιογραφίας της συγγραφέως Τζάνετ Γουόλς στο «Γυάλινο Κάστρο» (2017), ο Χαβανέζος από το Μάουι, Ντέστιν Ντάνιελ Κρέτον, στην τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του στρέφει ξανά τον φακό του στο δράμα μιας αληθινής ιστορίας, αυτή την φορά ενδοσκοπώντας στους δικαστικούς αγώνες του Μπράιαν Στίβενσον να απαλλάξει αθώους από την ηλεκτρική καρέκλα.

Με βατή σκηνοθεσία, διατηρώντας τον ορθό προσανατολισμό που διακρίνει τις ταινίες του είδους, που βασίζονται σε βιογραφίες και στα καταπατημένα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Κρέτον παραδίδει ένα ευπρεπές κινηματογραφικό αποτέλεσμα, καταφέρνοντας να αποσπάσει το ενδιαφέρον, αλλά και τον θυμό του θεατή, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο. Τα κυρίαρχα συστατικά της ταινίας είναι τα γνωστά περί κατάφορης αδικίας, αδιαφορίας, στημένων δικών και φυσικά η θανατική ποινή. Το στοίχημα με το περιβάλλον της πτέρυγας των θανατοποινιτών και την ψυχολογία των φυλακισμένων ανθρώπων, που θα αντιμετωπίσουν τα χιλιάδες, θανατηφόρα βολτ στο κεφάλι τους, τερματίζοντας την ζωή τους, ο Χαβανέζος σκηνοθέτης το κερδίζει και οι σκηνές είναι σπαραξικάρδιες.

Απέναντι του στήνει τον οσκαροβραβευμένο Τζέιμι Φοξ στον ρόλο του θανατοποινίτη Γουόλτερ ΜακΜίλιαν, που μετά από πολύ καιρό ο ηθοποιός εμφανίζεται δυνατά σε ταινία. Είναι όντως καταπληκτική η ερμηνεία τού Φοξ, δραματική, έντονη, μεστή από συναίσθημα η οποία αγνοήθηκε πανηγυρικά από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ για να τοποθετήσουν την κάτω του μετρίου ιστορία της «Harriet» ως ταινία επιλογής στα βραβεία του λεγόμενου «μαύρου» σινεμά.

Η μόνιμη συνεργάτιδα στις δυο προηγούμενες ταινίες τού σκηνοθέτη, η ηθοποιός Μπρι Λάρσον (Captain Marvel) στον «Αγώνα Για Δικαιοσύνη» διατηρεί έναν υποτονικό, σχεδόν, τρίτο ρόλο, εντελώς ανύπαρκτη, καθώς όλη η δράση εστιάζεται στο πρόσωπο του ηθοποιού Μάικλ Μπ. Τζόρνταν. Ο Τζόρνταν αφήνει στην άκρη τα γάντια του μποξ, απαλλάσσεται από την στολή του Black Panther και με την τσάντα του αφρο-Αμερικανού δικηγόρου από το Χάρβαρντ συγκρούεται κατά μέτωπο με τους φυλετιστές Αγγλοσάξονες του αμερικανικού Νότου. Είναι καλός, παρότι σε κάποιες σκηνές στέκει αμήχανος, αν και είναι ο πρωταγωνιστής, πάραυτα η ταινία λαμπρύνεται από τον δεύτερο ρόλο του υπέροχου Τζέιμι Φοξ.


«Emma»




Είδος: Ρομαντική ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Αγγλία (2020)

Σκηνοθεσία : Ότομ Ντε Γουάιλντ

Με τους: Άνια Τέιλορ-Τζόι, Τζόνι Φλιν, Μπιλ Νάι, Μία Γκοθ, Μιράντα Χαρτ, Τζος Ο' Κόνορ, Κάλουμ Τέρνερ, Ρούπερτ Γκρέιβς, Τζέμα Γουίλαν, Άμπερ Άντερσον, Τάνια Ρέινολντς, Κόνορ Σουίντελς

Διάρκεια: 125'

Διανομή: Tulip Entertainment

Η νεαρή, ευκατάστατη, ολίγον επιπόλαια αλλά δυναμική Έμα Γούντχαους (Άνια Τέιλορ-Τζόι) είναι μια ανήσυχη «βασίλισσα των μελισσών», όπως λένε, δίχως ανταγωνισμό σε μια μικρή, σχεδόν βαρετή, επαρχιακή πόλη, που το ενδιαφέρον της έχει στραφεί ολοκληρωτικά στο πως να ταιριάξει γνωστούς και φίλους σε ζευγάρια και να τα στείλει στην εκκλησία για γάμο. Για την Έμα ενδιαφέρονται δυο περιζήτητοι, πλούσιοι νέοι, αλλά εκείνη δεν δίνει σημασία, καθώς είναι απορροφημένη από το «χόμπι» της προξενήτρας.

Όσο τα ερωτικά μπερδέματα μεγαλώνουν και τα συναισθηματικά μπλεξίματα πυκνώνουν, οι κακές γλώσσες δίνουν και παίρνουν και τα λογής μπλεξίματα προκαλούν κοινωνικό κουτσομπολιό και αφόρητους μπελάδες. Στο επίκεντρο όλων, βρίσκεται η Έμα, η οποία έρχεται σε σταδιακή επαφή με τα λάθη της και τα ελαττώματα που δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει.

Αν δε απατώμαι, η διάσημη «Emma», του ομότιτλου βιβλίου της Αγγλίδας συγγραφέως Τζέιν Όστιν, είναι η τρίτη κινηματογραφική μεταφορά των τελευταίων χρόνων, ξεκινώντας από την ταινία του 1995 «Το κορίτσι του Μπέβερλι Χιλς» με την Αλίσια Σίλβερστόουν, τοποθετημένη η ιστορία στην σύγχρονη εποχή. Ακολούθησε ακόμα μια το 1996 με την Γκουίνεθ Πάλτροου και τώρα η καινούργια έκδοση ως σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία της 49χρονης Αμερικανίδας Ότομ Ντε Γουάιλντ (υπέροχο όνομα Ότομ, δηλαδή Φθινόπωρο), η οποία φέρει ενδιαμέσως έναν γαλλικό τίτλο «Ντε», ένα επώνυμο Γουάιλντ και είναι παντρεμένη με τον ντράμερ των Beachwood Sparks, Άαρον Σπέρκσε. Όπως ακριβώς είναι το ονοματεπώνυμο της σκηνοθέτιδος, δηλαδή, μπλεγμένο και αδιευκρίνιστο, ακριβώς το ίδιο είναι και η ταινίας της: ανακατωμένη, κουραστική και το πνεύμα της Όστιν απών. Περισσότερο σε ρομαντικά καπρίτσια αγκαλιάζει η οπτική της Γουάιλντ, εξορίζοντας σε χώρα άγνωστη τον γερό κοινωνικό σχολιασμό της Όστιν ως προς την ισότητα της γυναίκας σε μια κοινωνία ανδρών.

Αγγλική παραγωγή με βαρύ, αγγλικό ακαδημαϊσμό, οξφορδιανή στην εντέλεια γλώσσα, άνευ αυθορμητισμού, στα χέρια μιας Αμερικανίδας, που μάλλον είναι τρελαμένη με τα γραπτά της Όστιν. Η, επίσης, Αμερικανίδα ηθοποιός Άνια Τέιλορ-Τζόι έπειτα από την καλή εμφάνιση της στην ταινία «Η Μάγισσα» του Ρόμπερτ Έγκερς, εδώ είναι εκτός γνώριμων υδάτων, εντελώς αποπροσανατολισμένη και όλη η συγκέντρωση της στον ρόλο ξοδεύεται στην προσεκτική εκφορά των «αυστηρών» αγγλικών, που προστάζει η τιμονιέρισα Ότομ Ντε Γουάιλντ .

Η συνταγή, στο παρατρίχα, να αγγίξει την αποτυχία, παρότι τα υλικά είναι δελεαστικά, όπως η άψογη ενδυματολογία, ο φυσικός διάκοσμος των επαρχιακών επαύλεων των τσιφλικάδων του 18ου αιώνα ή τα εσωτερικά, παλ χρώματα να μεταμορφώνουν παράδοξα για την εποχή το ντεκόρ της ταινίας σε ζαχαρωτό για πικ νικ στην εξοχή. Πολυλογία ακατάσχετη, αλάνθαστο θεατρικό στήσιμο καθ΄ όλη την διάρκεια, με μοναδική εξαίρεση την πληθωρική εμφάνιση του σαρωτικού Μπιλ Νάι, υποδυόμενος τον πατέρα της Έμα, όταν εισβάλλει, σε κάποιες στιγμές, σαν δαίμονας στο κινηματογραφικό κάδρο και παίρνει μια κάποια ζωή το πλάνο. Φυσικά και η «Emma» με την Γκουίνεθ Πάλτροου και τον Γιούαν ΜακΓκρέγκορ είναι μακράν η καλύτερη μεταφορά του μυθιστορήματος της Τζέιν Όστιν στην μεγάλη οθόνη.


«Εξαφανισμένος»

(Madre)



Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία (2019)

Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν

Με τους: Μάρτα Νιέτο, Ζιλ Ποριέ, Άλεξ Μπρέντεμουλ, Αν Κοσινί, Φρεντερίκ Πιερό

Διάρκεια: 128'

Διανομή: Rosebud 21

Η χωρισμένη, Ισπανίδα μητέρα Έλενα (Μάρτα Νιέτο – καλή) παραδίδει τον εξάχρονο γιό της στον ανεύθυνο πατέρα του για να πάνε διακοπές. Από μια ερημική παραλία της Γαλλίας, ο πιτσιρικάς τηλεφωνεί στην μάνα του και της λέει πως είναι μόνος του γιατί ο μπαμπάς πήγε στο τροχόσπιτο να πάρει κάποια παιχνίδια του. Ο μικρός εξαφανίζεται και η μάνα τρελαίνεται, καθώς ζει από το κινητό τηλέφωνο την απαγωγή του μικρού γιού της.

Δέκα χρόνια έχουν περάσει από την εξαφάνιση του γιου της και η Έλενα ζει και εργάζεται σε ένα τουριστικό εστιατόριο στην ίδια παραλία. Έχει αρχίσει να αφήνει πίσω της το τραγικό αυτό συμβάν, όταν γνωρίζει έναν Γάλλο έφηβο που της θυμίζει έντονα τον χαμένο της γιο. Οι δυο τους θα αναπτύξουν μια σχέση που θα σπείρει χάος και καχυποψίες στους γύρω τους.

Ο «Εξαφανισμένος» του βραβευμένου Ισπανού σκηνοθέτη Ροντρίγκο Σορογκόγιεν, ξεκίνησε ως ταινία μικρού μήκους μυθοπλασίας 19 λεπτών το 2017 και δυο χρόνια μετά τοποθετήθηκε ως υποψήφια για Όσκαρ στην συγκεκριμένη κατηγορία. Το 2016 από τον ίδιο σκηνοθέτη είδαμε το αστυνομικό θρίλερ «Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει» και πρόπερσι το πολιτικό θρίλερ «Ο Έκπτωτος». Έτσι, αποφάσισε την μικρομηκάδηκη «Madre» (όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του «Εξαφανισμένου») να την επιμηκύνει κατά 109 λεπτά και να την περάσει στο σαλόνι των ταινιών μεγάλου μήκους με πρωταγωνίστρια πάλι την εξαιρετική Μάρτα Νιέτο στον ρόλο της μητέρας που αναζητά τον χαμένο γιό της. Την μικρού μήκους δεν την έχω δει, ώστε να εκφέρω γνώμη για το αρκετά συμπιεσμένο σε χρόνο σενάριο, αλλά η συγκεκριμένη εκδοχή των 128 λεπτών, εκτός από την έναρξη της που πραγματικά μεταφέρει όλη την ένταση του γεγονότος στον θεατή, δηλαδή της εξαφάνισης του 6χρονου γιου μέσα από την τηλεφωνική επικοινωνία με την μητέρα του, αλλά και τα διάφορα σκηνοθετικά τρικάκια και την πολύ καλή φωτογραφία του Άλεξ ντε Πάμπλο, το σενάριο με βρήκε εντελώς κόντρα σε αυτό που πρεσβεύει το μυαλό του σκηνοθέτη.

Καθότι, λοιπόν, κινηματογραφική ταινία σημαίνει πρωτίστως σενάριο και σενάριο σημαίνει ιδέα, ε, αυτή η ιδέα του Σορογκόγιεν στον «Εξαφανισμένο» δεν ταιριάζει καθόλου σε εμένα. Όσο ανοιχτόμυαλος θαρρώ πως είμαι, η πλοκή και η εξέλιξη της ταινίας δεν συνάδει με τον προσωπικό μου ορίζοντα και δεν θα το αναλύσουμε εδώ γιατί ο χώρος είναι μετρημένος. Ναι, όντως η ταινία είναι καλά σκηνοθετημένη, ενταγμένη στην γνωστή θρίλερ ατμόσφαιρα του σκηνοθέτη και η ηθοποιός Μάρτα Νιέτο είναι εξ΄ ίσου υπέροχη και ανθρώπινη. Το όλο υπόβαθρο, που έντεχνα γλιστρά επικίνδυνα στο «πονηρό» κλιμακοστάσιο του καλαίσθητου ως μιας όμορφης απόδοσης νοσηρής ιδέας με βρίσκει ανέπαφο και έτη φωτός μακριά.

Ένα μόνο θα αφήσω σε τούτο το γραπτό, για μην προδώσω το στόρι, ότι η γυναίκα όταν έχει περάσει την θύρα της μητρότητας, πρώτα είναι «Μάνα» και έπειτα όλα τα υπόλοιπα, ειδικά όταν με την υπόνοια πως πιθανώς, ίσως, μπορεί απέναντι της να έχει τον χαμένο της παίδα, όσα χρόνια κι εάν περάσουν, θα παλέψει ψυχή τε και σώματι για να το αποδείξει. Είναι το δημιούργημα της, είναι το ανεκτίμητο πετράδι στο στέμμα της ζωής της, είναι η αποστολή της και αυτό δεν μετασχηματίζεται ούτε συμβιβάζεται με όλες τις δυνάμεις του σύμπαντος από διεστραμμένες, ιλαρές λύσεις και απόψεις. Η δε μάχη της μητρότητας στα λιβάδια των σκιών με το βάρος της εξαφάνισης ενός τέκνου και τον φόβο ότι δεν θα το ξαναβρεί, πρώτον δεν μετασχηματίζεται, δεύτερον δεν ξεχνιέται ποτέ, γιατί μια μάνα πάντα θα ζει με την ελπίδα της επανάκαμψης έως το βαθύ της γήρας και τρίτον για να αποδοθούν ψυχικά τα δίκαια μεγέθη αυτού του πολέμου απαιτούνται από ένα τόνο γενναίες cojones - για να το εκφράσω στην μητρική γλώσσα του σκηνοθέτη - και όχι προχειρότητες. Έως και την ζωή της θα προσφέρει μια γυναίκα για να επανακάμψει ισόρροπα ο μέγας κυρίαρχος ρόλος μεταξύ μάνας και τέκνου, πόσο μάλιστα όταν αυτό είναι άρρεν. Ω αθώε Οιδίποδα, τούτη την φορά από σκουριασμένο, σπανιόλικο σπαθί έμελε να ματώσεις.



«Brahms: The Boy II»



Είδος: Τρόμου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία των: Γουίλιαμ Μπρεντ Μπελ

Με τους: Κέιτι Χολμς, Ραλφ Ίνσον, Όουεν Γίομαν

Διάρκεια: 105'

Διανομή: Odeon

Μία νέα οικογένεια μετακομίζει στην καταραμένη έπαυλη Χίλσαϊρ, δίχως να γνωρίζει την ανατριχιαστική ιστορία της. Εκεί, ο μικρός γιος τους Τζουντ βρίσκει θαμμένη μια πορσελάνινη κούκλα την οποία αποκαλεί Μπραμς. Όμως, κανείς δε γνωρίζει το σκοτεινό μυστικό της τρομακτικής κούκλας.

Εμείς όμως, επειδή γνωρίζουμε καλά το «σκοτεινό», κινηματογραφικό «μυστικό» της τρομακτικής κούκλας καλό θα είναι να την ξαναθάψουν εκεί που ήταν και να μην ξαναδεί ποτέ το φως της σκοτεινής αίθουσας. Το sequel συναγωνίζεται σε κλισέ την πρώτη μπαλαφάρα του 2016 με τον τίτλο «The Boy», του ίδιου σκηνοθέτη Γουίλιαμ Μπρεντ Μπελ.

Τα εφηβάκια, όπου είναι και το κοινό της ταινίας, εκπαιδευμένα πια στην εξτρίμ, κινηματογραφική φρίκη, μάλλον θα τους φανεί αστείος ο κούκλος Μπράμς, ενώ οι πιο ώριμοι, ας πούμε, παραμένουν σταθεροί στην πρωτοτυπία και τον αποκρουστικό Τσάκι ως «Η κούκλα του Σατανά» του 1988.

«Περί Aοράτων και Oρατών Aπειλών», κριτική των ται...
«Στου Παπάγου είναι που τρώνε μέλι οι ταινίες της ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares