InTownPost

Ακολουθήστε μας :

12
Τετ, Μάι
Tο διάβασαν 371 άτομα (371 Views)

«Ποικίλες βιογραφίες, νεογέννητα και ναρκοβαρώνοι», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

FONZO_01863


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 44

Φαντάζει με όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό, όπως άδει ο αγαπητός μας Σταμάτης Κόκοτας τους στίχους της Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου στην μουσική του Απόστολου Καλδάρα. Όνειρο άπιαστο είναι να ασχοληθεί ο σύγχρονος άνθρωπος με τις Τέχνες, τα Γράμματα, την Φιλοσοφία, τις Επιστήμες. Πως, στον δαίμονα, θα συμβεί κάτι τέτοιο, να αφοσιωθεί, δηλαδή, συγκεντρωμένα και απρόσκοπτα με όλη την ψυχή του στην χρήσιμη και αναζωογονητική πνευματική τροφή, όταν από μέρα σε μέρα κινδυνεύει να απολέσει την εργασία του ή, τέλος πάντων, την «δουλεία» του, κουτρουβαλώντας σαν σακί με προδιαγεγραμμένη κατεύθυνση τον τρανό σωρό της ανεργίας; Όταν συνεχώς βρίσκεται στο εφιαλτικό σταυροδρόμι με την τσέπη αδειανή να παζαρεύει το δικαίωμα της επιβίωσης: «δεν έχω σήμερα για φαγητό, τι θα κάνω Θεέ μου;». Όταν κλυδωνίζεται τρομοκρατημένος εάν, πυξ λαξ, καταλήξει ανέστιος ή όχι; Όταν είναι «άρρωστος» νοητικά και σωματικά, στριφογυρίζοντας απέλπιδα στον αέρα το αστραφτερό, κάλπικο νόμισμα της ζωής και του θανάτου που του χάρισαν να «παίζει»;

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.

Η ζωή μας μετασχηματίστηκε σε γόνιμο πεδίο πάσης φύσεως πειραμάτων, η Γη μεταμορφώθηκε σε επιστημονικό εργαστήριο από μερικούς, ελάχιστους πατρικίους, άπαντες γερά προστατευμένους από τις αμείλικτες λεγεώνες των πραιτοριανών και όλη η πολιτική σκηνή συνδράμει τα μάλα σε αυτή την διαδικασία. «Σκηνή»! Αυτός είναι ο ορθός χαρακτηρισμός που ταιριάζει στην κατά μέτωπον θεατρική παράσταση που διαδραματίζεται.

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.

Και οι πόλεις, τα έθνη, τα κράτη καταρρέουν στην δύναμη των εφήμερων μύθων, σκλαβοποιούνται στην ισχυρή επίθεση ενός επαναλαμβανόμενου εφευρήματος μετά ανεξιχνίαστων, θολών τεκμηρίων και κατασκευασμένων αποδείξεων, σφόδρα συμπιεσμένα ανάμεσα σε αμείλικτες εντολές, που γεννούν τον τρόμο και την αβεβαιότητα στην ανθρώπινη σκέψη: «πεθαίνουμε, σβήνουμε!». Ο απλός, καθημερινός άνθρωπος είναι ανυπεράσπιστος απέναντι στην υλική δύναμη του πλούτου, την ακόρεστη δίψα για εξουσία, που καταλυτικά καθορίζει και συνάμα ζοφερά προδιαγράφει παρών, μέλλον, τύχες, ζωές. Μαγεμένος και δεσμευμένος στα επιστημονικά επιτεύγματα, καθολικά ναρκωμένος στο δολοφονικό περιβάλλον της ψευδαίσθησης παραδίδεται ηττημένος. Νύχτα είναι και τα ιερά, απόρθητα στενά μαρτυρήθηκαν από δικούς μας, απλά ομόγλωσσους. Μια αυγή χρειάστηκε μόνο για να μεταλλαχθεί το υπάρχον τοπίο και από ονειρικό ψεύδος κατέληξε σε εφιαλτικό ψεύδος. Αναμενόμενο! Η ιστορία θα κρίνει και θα είναι αδέκαστη.

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.

Μόνοι και αβοήθητοι πρέπει να βγάλουμε, για μια φορά ακόμα, τα κάστανα από την φωτιά, τον δόλιο όφι από την σκοτεινή οπή του. Ολομόναχοι, όπως σε κάθε σημαντική, ιστορική στιγμή πράττουμε, σε τούτα τα άγια χώματα του πλανήτη. Τούτος ο τόπος είναι η ανάσα μας και το οξυγόνο του μας ανήκει. Τούτο το σώμα είναι το όχημά μας, η σπουδή μας και μας ανήκει. Η ψυχή μας, το πνεύμα μας είναι η αιώνια ιστορία μας και οι μνήμες είναι οι φανοί μας στα σκότη που διαβαίνουμε και μας ανήκουν, είναι δικά μας.

Όταν ο Δημήτριος, ο γιός του στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Αντιγόνου του Μονόφθαλμου, κυρίευσε τα Μέγαρα το 307 π.Χ. και οι πολεμιστές του όρμησαν στις λεηλασίες στην πόλη, μια από τις οικίες που καταστράφηκαν ήταν και αυτή του φιλόσοφου και Δασκάλου Στίλπωνος, που ο Δημήτριος εκτιμούσε και σεβόταν βαθύτατα. Κάλεσε αμέσως τον Δάσκαλο κοντά του και ζήτησε να συντάξει έναν κατάλογο με τα τιμαλφή και τα άλλα πράγματα που έχασε. Ο Στίλπων χαμογελώντας απάντησε: «Από αυτά που πραγματικά ανήκουν σε εμένα δεν έχασα τίποτα απολύτως, γιατί κανείς δεν κατάφερε να μου τα αφαιρέσει: την παιδεία, τον λόγο και την επιστήμη».

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.

Κανείς δεν δίνει για τους ανθρώπους πεντάρα τσακιστή. Είμαστε τα σπουδαία πειραματόζωα, οι αρουραίοι τους, τα ινδικά χοιρίδια, τα «πράγματα» τους, τα θύματα μιας κατακτητικής παραφροσύνης με σκοπό την εξόντωσή μας. Ο καθείς που, δυστυχώς, μάχεται κατά μόνας για την αλήθεια και εσείς διακρίνετε, πως όντως πράττει ανιδιοτελώς το σωστό, αυτό που σπαράζει και πυρακτώνει το μέσα σας και δεν το εκδηλώνετε, παρακαλώ πολύ, μην του δίνεται ως δώρο και «φυλαχτό» την ραγιαδίστικη, δειλή ευχή: «Ο Θεός μαζί σου!», αλλά σταθείτε πλάι του, πολεμήστε μαζί του, στηρίξτε τους ώμους, την πλάτη, την μέση, τα άκρα του να νοιώσει ρωμαλέος, ατρόμητος, πως δεν είναι μόνος και δεν θα πάει χαμένος σαν σκυλί στο αμπέλι. Η ευχή να μετασχηματιστεί ευθύς ουράνια: «Ο Θεός είναι μαζί μας!»

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.

Τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα δεν διακρίνονται από προνόμια και οράματα για το «ευ» των πολιτών τους. Κάποτε, πιθανώς να υπήρχαν μερικές, κάποιες ελάχιστες δόσεις ζάχαρης στους πολίτες για να ευφραίνεται ελαφρώς η υποδούλωση, κι αυτές δόθηκαν έπειτα από αιματηρούς, κοινωνικές αγώνες. Σήμερα όμως αυτή η ζάχαρη είναι πικρή σαν κινίνο και τα προνόμια είναι ανύπαρκτα, τα δε οράματα για μια εύνομη, εύρυθμη και ισότιμη Πολιτεία ουδέποτε υπήρξαν στις σελίδες της σύγχρονης ιστορίας. Το να επιβιώνεις από κρατικά βοηθήματα και επιδόματα, να ζητιανεύεις τάλαντα και γρόσια από τους επικυρίαρχους είναι όνειδος, ύβρις προς τους εαυτούς μας, τους απογόνους μας, την πατρίδα μας, είναι η ολοκληρωτική πνευματική και υλική ερήμωση έθνους και ανθρώπου.

Οι πολιτικοί δεν διαμορφώνουν παραδειγματικούς πολίτες με το ηθικό ακμαίο και το πνεύμα στους επτά ουρανούς, αλλά πειθήνιους φυλακισμένους.

Κανείς δεν υπερασπίζεται τους ανθρώπους.


«Καπόνε»

(Capone)







Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Τζος Τρανκ

Με τους: Τομ Χάρντι, Λίντα Καρντελίνι, Κάθριν Ναρντούτσι, Ματ Ντίλον, Αλ Σαπιέντσα, Νόελ Φίσερ, Κάιλ ΜακΛάχλαν

Διάρκεια: 104΄

Διανομή: Odeon

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όπου έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια φυλάκισης, ο θρυλικός γκάνγκστερ του Σικάγο της δεκαετίας του '20, «the boss» Αλ Καπόνε (Τομ Χάρντι – καταπληκτικός!), καταπονημένος από την νευροσύφιλη και μια ακολουθία εγκεφαλικών επεισοδίων, παραφρονεί, καθώς οι μνήμες από το βίαιο παρελθόν του επιστρέφουν για να τον στοιχειώσουν.

Αποτραβηγμένος στο παλάτι του στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα μαζί με την οικογένεια του, ο 47χρονος βασιλιάς του εγκλήματος, Αλ Καπόνε, είναι η σκιά του εαυτού του, βιώνοντας τον εφιάλτη της αρρώστιας του, ενώ οι πράκτορες του FBI, τον παρακολουθούν για να μάθουν που, τελικά, είναι κρυμμένος ο ξακουστός θησαυρός του Καπόνε.

Οι κινηματογραφικές ταινίες που στον πυρήνα της θεματολογία τους περιλαμβάνουν βιογραφικά στοιχεία περιβόητων πρωταγωνιστών της Μαφίας και εν γένει του διεθνούς εγκλήματος, αποδεδειγμένα πλέον, μαγνητίζουν το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοινού. Μια έλξη που λειτουργεί κάπως δοξαστικά και λυτρωτικά στις αισθήσεις του θεατή, καθώς γίνεται μάρτυρας «μορφών» της παρανομίας που τα έβαλαν με το σύστημα, το χρησιμοποίησαν, έγιναν βαθύπλουτοι, απόκτησαν εξουσία, σεβασμό, λειτουργώντας, πρωτίστως, στο κοινωνικό περιθώριο, εξολοθρεύοντας κάθε τι που στεκόταν εμπόδιο στα σχέδια τους, αλλά βοηθώντας και απλούς, ανήμπορους και φτωχούς ανθρώπους. Κάτι σαν σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών είναι οι προπολεμικοί γκάνγκστερς, τότε στα σκληρά χρόνια της αμερικανικής ποταπαγόρευσης και του μεγάλου οικονομικού κραχ, με εξέχουσα μορφή τον «αυτοκράτορα» του οργανωμένου εγκλήματος, τον γνωστό μαφιόζο Αλφόνς Καπόνε ή scarface ή Φονς για τους φίλους του, που φυλακίστηκε όχι για τα εγκλήματα του, αλλά για φοροδιαφυγή. Ο Καπόνε είναι σημαντικό κομμάτι της ποπ κολτούρας και το Χόλιγουντ, ως γνωστόν, δεν αφήνει ανεκμετάλλευτες τις όποιες δυνατές ευκαιρίες για ταινίες που τα σενάρια τους αφορούν τα διάφορα biopic του «θρύλου» του σκοτεινού σύμπαντος της παρανομίας.

Ο 35χρονος Καλιφορνέζος σκηνοθέτης Τζος Τρανκ, που κατέπληξε το 2012 το κινηματογραφόφιλο κοινό με το εξαιρετικό του ντεμπούτο στην ταινία επιστημονικής φαντασίας «Το Χρονικό», στην τρίτη κατά σειρά δουλειά του και έπειτα από το όχι τόσο εύστοχο remake των «Fantastic 4», εστιάζει το ενδιαφέρον του στην προσωπικότητα του Αλ Καπόνε, αφού όμως είναι σμπαραλιασμένος νοητικά και σωματικά από αθεράπευτα, χρόνια θέματα υγείας. Ένας Καπόνε ράκος και ερείπιο, ένας Καπόνε σαλεμένος εγκεφαλικά να τον καταδιώκουν οι προσωπικές του ερινύες, ένας Καπόνε να ρεζιλεύεται μπροστά στους δικούς του ανθρώπους γιατί ξεχνάει, μπερδεύει τον παρόντα χρόνο με το ολέθριο παρελθόν του, αφοδεύει, ουρεί, παραδομένος στην αήττητη δύναμη της νευροσύφιλης και του διαλυμένου εγκεφάλου του. Για αυτόν το ρόλο, τον καθολικά ενταγμένο στην απομυθοποίηση του «αφεντικού» του εγκλήματος, επιλέχθηκε ο Τομ Χάρντι. Και εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης.

Η ταινία σε σενάριο του σκηνοθέτη Τζος Τρανκ δεν είναι προσανατολισμένη στις ιστορίες και τους «άθλους» του Καπόνε, αλλά στον ίδιο τον «ήρωα» που διάγει τα τελευταία μέτρα της ζωής του. Είναι ταινία ρόλου και αυτή την αποστολή την φέρνει σε πέρας ο εξαιρετικός Τομ Χάρντι, ένα «all in» (ρέστα), όπως λένε και στο πόκερ. Υποκριτική εργασία πολλών καρατίων, να παίζει με το φευγάτο βλέμμα ο ηθοποιός, να προσδίδει ένταση και λογής συναισθήματα μόνο με το σακατεμένο πρόσωπο του Αλφόνς Καπόνε, στο οποίο έχει γίνει άριστη δουλειά στον τομέα του μακιγιάζ και των προσθετικών στο πρόσωπο του Χάρντι, με επικεφαλής της ομάδας την Όντρεϊ Ντόιλ.

Ο Τομ Χάρντι και αυτή την φορά μεταμορφωμένος, εντός ενός «ασθενούς» κινηματογραφικού σεναρίου, ακριβώς ίδια περίπτωση, όπως ο Ντάνιελ Ντέι Λούις στον «Λίνκολν», δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, κινησιολογίας και υποκριτικής, όπως πάντα άλλωστε. Βατή η σκηνοθεσία με αρκετή φοβική διάθεση από τον Τζος Τρανκ και η παραγωγή καλοβαλμένη να δίνει πιθανότητες για να κερδίσει η ταινία μια υποψηφιότητα στα προσεχή Όσκαρ, γιατί όχι και το ίδιο το Όσκαρ στον Χάρντι, καθώς το αγαλματίδιο του Β' Ανδρικού Ρόλου το 2016 στην «Επιστροφή» του Αλεχάντρο Ιναρίτου, «εκλάπη» κυριολεκτικώς, από τον μετριότατο Μαρκ Ράιλανς στο επίσης μετριότατο δραματικό, κατασκοπευτικό θρίλερ «Η Γέφυρα των κατασκόπων» του Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Photo Gallery «Καπόνε»


«6.5 Εκτός Ελέγχου»

(Metri Shesh Va Nim/ Just 6.5)






Είδος: Κοινωνικό δράμα, περιπέτεια

Παραγωγή: Ιράν (2019)

Σκηνοθεσία : Σαΐντ Ρουσταΐ

Με τους: Πεϊμάν Μοάντι, Ναβίντ Μοχαμαντζαντέχ, Φαρχαντ Ασλάνι, Παρινάζ Ιζαντιάρ

Διάρκεια: 134'

Διανομή: Neo Films

Ο ντετέκτιβ Σαμάντ (Πείμαν Μοάντι – καταπληκτικός!) αναμετριέται σε μια σκληρή μάχη με τον πανίσχυρο και έξυπνο έμπορο ναρκωτικών Νάσερ (Ναβίντ Μοχαμαντζαντέχ – πολύ καλός). Ο αστυνόμος θέλει να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει στο δικαστήριο, όπου για τους εμπόρους ναρκωτικών η ποινή είναι η εκτέλεση δια απαγχονισμού. 

Το κυνηγητό, η σύλληψη και η φυλάκιση τού μεγαλέμπορου όμως είναι μόνο η αρχή.

«Στο Ιράν σήμερα η κατοχή ναρκωτικών ουσιών τιμωρείται με την θανατική ποινή. Παρ' όλα αυτά σε μια χώρα 80 εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν 6,5 εκατομμύρια χρήστες ναρκωτικών. Ποιος προμηθεύει αυτούς τους χρήστες;», θέτει το ερώτημα ο 31 χρόνων σκηνοθέτης και σεναριογράφος Σαΐντ Ρουσταΐ. Το πρώτο που σκέφτεσαι είναι, πως θα γίνεις «μαθητής» στο θρανίο μιας ακόμα διδασκαλίας περί της μάστιγας των ναρκωτικών, αυτή φορά με αφετηρία το θρησκευτικό Ιράν, από έναν άγνωστο, νεαρό σε ηλικία, Πέρση σκηνοθέτη. Το δεύτερο που έρχεται στο μυαλό αβίαστα, είναι η «αφετηρία» αυτή της ταινίας, δηλαδή το ίδιο το Ιράν του Ασγκάρ Φαραντί, της Μαρζάν Σατραπί, του Τζαφάρ Παναχί, του Βαχίντ Τζαλιλβάντ, του Αμπάς Κιαροστάμι, του Νιμά Τζαβιντί, σκηνοθετών που πραγματικά έδωσαν μικρούς και μεγαλύτερους αδάμαντες στην 7η Τέχνη, δημιουργώντας μια αξιοπρεπέστατη, σύγχρονη σχολή κινηματογράφου. Οπότε λες: για να δούμε τι έχει να πει ο άγνωστος σε μένα σκηνοθέτης Σαΐντ Ρουσταΐ, στην δεύτερη, όπως ενημερώθηκα, μεγάλου μήκους δουλειά του και ξεκινάει η ταινία.

Τελικά, οι Ιρανοί κινηματογραφιστές είναι οι στρωτοί story tellers, αυτοί που θα σε καθίσουν χάμω και θα σου αφηγηθούν αυτό που θέλουν, έχοντας ανακαλύψει το μαγικό συστατικό που τονώνει μετρημένα και ουσιαστικά το δραματικό στοιχείο με αυτό της καταγγελίας, δίχως να πέφτουν σε παγίδες και αδιέξοδα. Απολαυστικοί, σαν ακούς τα παραμύθια της Χαλιμάς, δίχως το εξωτικό περίβλημα, αλλά με την μαγευτική ατμόσφαιρα που σε καθηλώνει. Μπορεί ο νέος Σαΐντ Ρουσταΐ στον ενθουσιασμό του να ανοίγει περισσότερο από το κανονικό την αφηγηματική του και να διέπεται από ένα διδακτισμό η ιστορία του, το σίγουρο όμως είναι, ότι δεν χάνει τον προορισμό του.

Στην εν λόγω περίπτωση του σεναρίου η εκτός ελέγχου μάστιγα των ναρκωτικών, που κατακτά το Ιράν δημιουργώντας 6,5 εκατομμύρια χρήστες τα τελευταία χρόνια (όπως αναφέρει και ο τίτλος της ταινίας), είναι το προσκήνιο της θεματικής του, παράλληλα όμως ενεργοποιείται και η αναφορά ενός δύσκαμπτου, κρατικού συστήματος που βρίσκεται ανέτοιμο και ανήμπορο να σταθεί αποφασιστικά απέναντι στην φονική, κοινωνική λαίλαπα, που μετατρέπει τους χρήστες σε νεκρούς ή στην καλύτερη των περιπτώσεων σε ζόμπι. Η μέριμνα, η πρόνοια και η σωστή καθοδήγηση στα θύματα είναι ανύπαρκτη, ενώ η μονόπαντη δικαιοσύνη προς τους φτωχοδιάβολους χρήστες και τα βαποράκια είναι αμείλικτη. Τα αφεντικά ξέρουν πάντα να ξεγλιστρούν, διαθέτοντας άφθονο χρήμα. Τα πλάνα του Ρουσταΐ και το στήσιμο της παραγωγής δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από αντίστοιχες ταινίες του είδους.

Οι απαντήσεις έρχονται σε πρώτη φάση από τον αστυνόμο, που κυνηγά να πιάσει το μεγάλο ψάρι και υποδύεται ο γνώριμος σε εμάς από την ταινία του Ασγκάρ Φαραντί «Ένας Χωρισμός», ο εξαιρετικός Πείμαν Μοάντι, ενώ σε δεύτερη πλάνο οι μεγάλες αλήθειες σερβίρονται από τον, επίσης, υπέροχο Ναβίντ Μοχαμαντζαντέχ («Ο Φύλακας», «Περίπτωση Συνείδησης»), που ερμηνεύει τον μεγαλέμπορο ναρκωτικών για να διασταυρωθούν σε μια δραματική περιπέτεια γεμάτη ένταση, νεύρο και δυνατό ατού την παρουσία δυο πολύ καλών ηθοποιών.

Photo Gallery «6.5 Εκτός Ελέγχου»


«Μαντάμ Κιουρί: Η Γυναίκα που Άλλαξε τον Κόσμο»

(Radioactive)





Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Αγγλία, Ουγγαρία, Κίνα (2019)

Σκηνοθεσία: Μαρζάν Σατραπί

Με τους: Ρόζαμουντ Πάικ, Σάμ Ράιλι, Ανια Τέιλορ-Τζόι, Ονερίν Μπαρνάρ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ

Διάρκεια: 110'

Διανομή: Spentzos Film

Ένα ταξίδι στη ζωή της θρυλικής Μαρίας Κιουρί (Ρόζαμουντ Πάικ – καλή), στις παθιασμένες σχέσεις της, στις επιστημονικές καινοτομίες της και στις συνέπειες αυτών για τον κόσμο ολόκληρο. Η γνωριμία της με τον επίσης επιστήμονα Πιερ Κιουρί (Σάμ Ράιλι – καλός), ο γάμο τους και η ανακάλυψη του ραδίου που άλλαξε την επιστήμη για πάντα.

Η βραβευμένη Ιρανή συν-σκηνοθέτις του animation «Persepolis» (2007) και του «Κοτόπουλου με Δαμάσκηνα» (2011), εγκαταλείπει το σκηνοθετικό της ταίρι, τον Βενσάν Παρονό και σε σόλο εμφάνιση «ακτινογραφεί» την έντονη προσωπικότητα της πολωνικής καταγωγής επιστήμονος Μαρία Κιουρί, βασισμένη στο βιβλίο της Λόρεν Ρέντνις «Radioactive: Marie & Pierre Curie, A Tale of Love and Fallout».

Η Ρόζαμουντ Πάικ ενδύεται μαντάμ Κιουρί, αντεπεξέρχεται μια χαρά στις απαιτήσεις τους ρόλου και ως δεύτερη Υπατία η Αλεξανδρινή αφοσιώνεται στο έργο της, αλλά και στον αγώνα της καθιέρωσης της στην ανδροκρατουμένη, άκαμπτη επιστημονική κοινότητα. Η σκηνοθέτις Μαρζάν Σατραπί ενώ έχει την δυνατότητα και το περιθώριο για να ασχοληθεί καλλιτεχνικά και ουσιαστικά με την μορφή της Κιουρί, έχοντας στα χέρια της το ισχυρό θέμα, που αφορά την ζωή μιας ξεχωριστής γυναίκας, που μέσα από στερήσεις, πόνο, αντίξοες συνθήκες και προσωπικές θυσίες (η ίδια ήταν το πρώτο θύμα της ραδιενέργειας) κατάφερε άθλους και ο φακός της Περσίδας να διαχειριστεί ένα κομψό υποκριτικό «εργαλείο», όπως είναι η εργατική και πειθαρχημένη Πάικ, άπαντα συμπιέζονται σε μια κονσέρβα αεροστεγώς σφραγισμένη.

Η Σατραπί περιπλέκει, μεν, τον θαυμαστικό κότινο της γυναικείας δύναμης, της ευφυΐας, της επιμονής και της αποφασιστικότητας, τον εναποθέτει, δε, με βιάση και άδοξα στην κεφαλή της Μαρία Σαλώμη Σκλοντόφσκα-Κιουρί, όπως είναι ολόκληρο το ονοματεπώνυμο της μέγιστης ερευνήτριας, η οποία βραβεύθηκε με τα Νόμπελ Χημείας και Φυσικής. Η σκηνοθέτις στην προσπάθεια της να τα πει όλα και να δώσει το κάτι διαφορετικό στην ταινία της πέφτει στο δόκανο με τα κινηματογραφικά τρικάκια και χάνει το κουπί από τα χέρια της. Η Περσίδα Μαρζάν Σατραπί, δυστυχώς, μας ακτινοβόλησε.

Photo Gallery «Μαντάμ Κιουρί: Η Γυναίκα που Άλλαξε τον Κόσμο»

«Κάνε Παιδιά να Δεις Καλό»

(Figli)






Είδος: Κοινωνική κωμωδία

Παραγωγή: Ιταλία (2020)

Σκηνοθεσία: Τζουζέπε Μπονίτο

Με τους: Βαλέριο Μασταντρέα, Πάολα Κορτελέσι, Αντρέα Σαρτορέτι

Διάρκεια: 97'

Διανομή: Danaos Films & Rosebud 21

Η Σάρα και ο Νίκολα είναι παντρεμένοι και ερωτευμένοι. Έχουν μια εξάχρονη κόρη και μέχρι στιγμής, μια ήρεμη ζωή. Η οικογένεια τους μεγαλώνει και η γέννηση του δεύτερου τέκνου τους γρήγορα θα φέρει τα πάνω – κάτω, διαταράσσοντας την οικογενειακή τους ισορροπία.

Η αγάπη τους φυσικά πολλαπλασιάζεται, αλλά μαζί κι η κούραση τους. Εγωιστές παππούδες και γιαγιάδες, φίλοι στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού και απίθανες μπέιμπι σίτερ μετατρέπουν την καθημερινότητα του ζευγαριού σε κόλαση.

Η ιστορία της ταινίας είναι γραμμένη από τον σεναριογράφο, συγγραφέα θεατρικών παραστάσεων, ηθοποιό και σκηνοθέτη, τον Ιταλό Ματία Τόρε, που έφυγε από την ζωή σε ηλικία 47 χρόνων το 2019. Η σκηνοθεσία είναι δουλειά του Τζουζέπε Μπονίτο, που από βοηθός σκηνοθέτη τηλεοπτικών σειρών και σκηνοθέτης μιας μεγάλου μήκους ταινίας, ανέλαβε να δώσει σάρκα και οστά στο τελευταίο σενάριο του Τόρε.

Οι επιδερμικοί προβληματισμοί περί της υπογεννητικότητας στην ευρωπαϊκή κοινότητα, τα άγχη της παρουσίας ενός δεύτερου τέκνου στην ιταλική, αστική οικογένεια, όπου και οι δυο γονείς είναι εργαζόμενοι, η προσπάθεια να διατηρηθεί η ενότητα, η κατανόηση και η αγάπη ανάμεσα στο ζεύγος από τις απαιτήσεις που γεννούνται με τον ερχομό ακόμα ενός μέλους στην οικογένεια, ταξινομούνται σε οκτώ κεφάλαια στην ταινία με το θετικό σκεπτικό «όλα θα πάνε καλά!»

Περιστατικά, στιγμιότυπα, καταστάσεις, άνευ σεναριακού πυλώνα διανθισμένα με τις σύγχρονες υστερίες ζευγαριών-γονέων, προβληματισμοί και κοινωνική κριτική τσιχλόφουσκα, ρεαλισμός και ενίοτε σουρεαλισμός ανακατεύονται άλλοτε χιουμοριστικά, άλλοτε θλιβερά και άλλοτε αδιάφορα σε μια ακόμα ταινία με πρετ α πορτέ σενάριο και τηλεοπτικής αντίληψης σκηνοθεσία.

Photo Gallery «Κάνε Παιδιά να Δεις Καλό»


«Να Ζει Κανείς ή να Μη Ζει;»

(To Be or not to Be)




Είδος: Σάτιρα ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Η.Π.Α. ( 1942), Α/Μ, με πλήρως αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Ερνστ Λιούμπιτς

Με τους: Κάρολ Λομπάρντ, Τζακ Μπένι, Ρόμπερτ Στακ

Διάρκεια: 99'

Διανομή: Summer Classics

Τον Αύγουστο του 1939, τις παραμονές της εισβολής των Γερμανών στην Πολωνία δυο ηθοποιοί η Mαρία Τούρα (Κάρολ Λόμπαρντ) και ο σύζυγός Tζόζεφ (Τζακ Μπένι) κάνουν πρόβες με τον θίασό τους στη Bαρσοβία για να ανεβάσουν μια αντιπολεμική σάτιρα με τίτλο «Γκεστάπο». Οι τοπικές αρχές όμως απαγορεύουν τελευταία στιγμή την παράσταση με τον φόβο μήπως προσβάλουν τον Xίτλερ.

Ως εναλλακτική λύση της στιγμής ο θίασος ανεβάζει τελικά τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ. Κατά την διάρκεια της παράστασης κι ενώ ο Τζοζεφ (Τζακ Μπένι) ερμηνεύει τον γνωστό μονόλογο του Άμλετ, η Mαρία (Κάρολ Λομπάρντ) φλερτάρει με τον εμφανίσιμο υπολοχαγό Στανισλάβ (Ρόμπερτ Στακ). Όταν τελικά ξεσπάει ο πόλεμος οι τρεις πρωταγωνιστές εμπλέκονται σε ένα κατασκοπικό παιχνίδι με αποστολή να αποτρέψουν μια προδοσία.

Είναι από αυτούς τους όμορφους, αστραφτερούς, πολύτιμους λίθους του Χόλιγουντ εν καιρώ πολέμου, που δυστυχώς η εκθαμβωτική σταρ Κάρολ Λομπάρντ δεν πρόλαβε να δει. Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα και η ταινία βρισκόταν στο στάδιο του post-production η Λομπάρντ σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα μαζί με την μητέρας της και 15 ακόμα στρατιώτες, επιστρέφοντας από μια εκστρατεία για τις ανάγκες του δεύτερου μεγάλου πολέμου. Ήταν 33 χρόνων και παντρεμένη σε δεύτερο γάμο με τον σούπερ σταρ Κλαρκ Γκέιμπλ, όταν το αεροσκάφος της T.W.A. καρφώθηκε από λάθος των πιλότων στο βουνό Ποτόσι, νοτιοδυτικά του αεροδρομίου του Λας Βέγκας. Η ταινία βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες ένα μήνα μετά τον θάνατο της μεγάλης σταρ.

Ο γερμανικής καταγωγής Ερνστ Λιούμπιτς, ο σκηνοθέτης της «Ninotchka» με την Γκρέτα Γκάρμπο, «Ο Ουρανός Ας Περιμένει» με την Τζιν Τίρνεϊ και της «Εύθυμης Χήρας» με τον Μορίς Σεβαλιέ και την Τζάνετ ΜακΝτόναλντ, ως δεινός αντιναζιστής και πολέμιος του χιτλερικού καθεστώτος, με την κομψότητα και το εκλεπτυσμένο χιούμορ που τον διακρίνει στήνει μια αντιπολεμική, μαύρη κωμωδία χάρμα οφθαλμών, περιστοιχισμένη από ένα μοιραίο, ερωτικό τρίγωνο και αρκετή κατασκοπία. Η Κάρολ Λομπάρντ, η ανεκτίμητη χολιγουτιανή, ξανθιά «πλατίνα» της χρυσής εποχής του κινηματογράφου, ο ωραίος Ρόμπερτ Στακ, που αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό ως Έλιοτ Νες στην τηλεοπτική σειρά «Οι Αδιάφθοροι» και είναι μόλις 23 χρόνων, αλλά και ο καταπληκτικός, Αμερικανός κωμικός Τζακ Μπένι, που έγραψε ιστορία στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, παρελαύνουν στην ταινία του Λιούμπιτς και γράφουν ιστορία.

Photo Gallery «Να Ζει Κανείς ή να Μη Ζει;»

«Το Μίσος» 

(La Haine)






Είδος: Κοινωνικό δράμα, περιπέτεια

Παραγωγή: Γαλλία (1995) - Α/Μ σε επανέκδοση με πλήρως αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Ματιέ Κασοβίτς

Με τους: Βενσάν Κασέλ, Ιμπέρ Κουντέ, Σαΐντ Ταγκμαουί

Διάρκεια: 98'

Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας Φεστιβάλ Κανών 1995

4 Βραβεία Σεζάρ: Καλύτερης Ταινίας, Παραγωγής και Μοντάζ

2 Βραβεία Λιμιέρ: Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας

Διανομή: Bibliotheque

Τρεις νεαροί φίλοι, μετανάστες, που διαμένουν σε έναν από τους υποβαθμισμένους τομείς στην περιφέρεια του Παρισιού, θα προσπαθήσουν να πάρουν εκδίκηση για το φίλο τους που έπεσε θύμα αστυνομικής βίας. Περιφερόμενοι άσκοπα στο κέντρο και τις φτωχογειτονιές του Παρισιού με ένα κλεμμένο περίστροφο στα χέρια τους θα ζήσουν ένα έντονο 24ωρο, προσπαθώντας να πείσουν όσους δεν τους σέβονται ότι θα πρέπει να τους φοβούνται.

Ο Γάλλος ηθοποιός και σκηνοθέτης Ματιέ Κασοβίτς, στην δεύτερη ταινία του το 1995 με τον τίτλο «Το Μίσος», εκτινάχθηκε στον στίβο των νέων κινηματογραφιστών σκηνοθετών, τότε, με πολλές υποσχετικές, αποσπώντας, μάλιστα, και το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Κανών. Ο Κασοβίτς στο «Μίσος» συγκέντρωσε όλα εκείνα τα στοιχεία, που πραγματικά αναδύουν απόγνωση, θλίψη, στεναχώρια, οργή, θυμό, απαξίωση, δηλαδή όλα τα συναισθήματα που σταυλίζονται στους πυρήνες των μεταναστών και των μειονοτήτων μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης και τα έκανε ταινία.

Το 1995 που προβλήθηκε «Το Μίσος», η Ελλάδα μόλις έμπαινε σε αυτό το νέο και πρωτόγνωρο, κοινωνικό ταμπλό με την αθρόα είσοδο του αλβανικού πληθυσμού στην χώρα μας. Το οδοιπορικό στη αστική βία των τριών, νεαρών φίλων και μεταναστών στο Παρίσι: του οργίλου, Ισραηλίτη Βινς (Βενσάν Κασέλ), που μιμείται τον Τρέιβις Μπίκλ από την ταινία «Ο Ταξιτζής», του καλοπροαίρετου, Άραβα Σαΐντ (Σαΐντ Ταγκμαουί), που προσπαθεί να επιφέρει την ισορροπία στην παρέα και του ήρεμου, σκεπτόμενου Αφρικανού Ουμπέρτ (Ουμπέρτ Κουντέ), που ήταν κλεφτρόνι και έμπορος ναρκωτικών, νυν προπονητής του μποξ, με την επιθυμία να ξεφύγει από την κόλαση, συνδέουν τις εικόνες του «Μίσους» σε μια περίοδο που όχι μόνο η Γαλλία, αλλά όλη η Ευρώπη αρχίζει να αλλάζει.

Ο σκηνοθέτης απλά καταγράφει το σκηνικό και λύσεις δεν προτείνει. Άλλωστε είναι πολύ εύκολη η εικονοποιήση του όποιου μίσους σε ταινίες με θεματική τις φυλετικές συγκρούσεις και πανδύσκολη η σύνταξη ορθών προτάσεων και λύσεων σε τέτοιου είδους θέματα. Από την αρχή έως το τέλος της η ταινία είναι μια αναπαραγωγή βίαιων συμπεριφορών, πότε από την πλευρά των πραιτοριανών και πότε από την πλευρά των μειονοτήτων. Ένα ασταμάτητο και αδιέξοδο δούναι και λαβείν με διώξεις, βασανιστήρια, ξυλοδαρμούς από τους μεν και υποσχέσεις, όρκους ζωής και θανάτου από τους δε, που αφορά μόνο τους ανθρώπους διαφορετικού χρώματος, άλλων φυλών και θρησκειών (η ταινία έξυπνα δεν θίγει σημεία πίστεως σε θρησκευτικά δόγματα), που μεταφέρθηκαν είτε νόμιμα, είτε παράνομα σε μια ευρωπαϊκή χώρα.

Ακόμα και τότε που προβλήθηκε η ταινία, εκτός της εξαιρετικής ασπρόμαυρης φωτογραφίας του Πιέρ Αΐμ, την προσεγμένη σκηνοθεσία, αλλά και το σφιχτό μοντάζ από τον ίδιο τον Ματιέ Κασοβίτς, το θέμα, σε μένα προσωπικά, δεν δημιούργησε καμιά εντύπωση, καθώς και ο σκηνοθέτης Κασοβίτς δεν είναι των δικών μου προτιμήσεων. Θεωρώ, πως είναι μαγεμένος στην προσωπική του ανάλαφρη και εύκολη αντιμετώπιση των θεμάτων να ξεκουράζεται στην αφράτη επιφάνεια των πραγμάτων, κάτι που το απέδειξε και στις μετέπειτα σκηνοθετικές δουλειές του. Ό,τι είχε να πει τεχνικά ο Ματιέ Κσοβίτς το έδωσε μια και έξω με το «Μίσος» του. Η ταινία, βέβαια, είναι αυτή που ανέδειξε τον Βενσάν Κασέλ σε αστέρα πρώτου μεγέθους του σύγχρονου γαλλικού σινεμά, σφραγίζοντας λίγα χρόνια αργότερα και το απαιτητικό διαβατήριο του προς Χόλιγουντ μεριά. Ας είναι καλά και η Μόνικα.

Photo Gallery «Το Μίσος»
«Στον αιώνα της μετάλλαξης», κριτική των ταινιών τ...
«Δολοφόνοι και «παρθένες» στην καρδιά του θέρους»,...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/