04
Σαβ, Απρ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Περί Aοράτων και Oρατών Aπειλών», κριτική των ταινιών της εβδομάδος

2527_D033_00076R

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 28

Μάσκες! Μάσκες παντού! Στα λεωφορεία, στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα τρένα. Πριν ακόμα εισέλθει ο κρισιανός άνθρωπος εντός των όποιων οχημάτων και βαγονιών της μαζικής μεταφοράς, το πρώτο που πράττει, ως βαθύ καθήκον, είναι να φορέσει την μάσκα. Την μάσκα, φίλοι μου, την μάσκα! Στις αποβάθρες των συρμών ή στην στάση των λεωφορείων, ενώ περιμένει να καταφθάσει το μέσο, σπανίως την φέρει στη μουτσούνα του, αλλά μόλις επιβιβαστεί, τσουπ, έτοιμη η μάσκα να καλύπτει μύτη στόμα, για να τον προφυλάξει από την εισβολή του αερομεταφερόμενου, «θανατηφόρου» ιού. Στο ψιλικατζίδικο όμως της γειτονιάς ή στον φούρνο ή στο σούπερ μάρκετ είναι άνευ της προστατευτικής καλύπτρας στη μούρη.

Χθες ένας νέος σε ηλικία άνθρωπος πέρασε γενεές δεκατέσσερις τον οδηγό του λεωφορείου πίσω από την πράσινη, χειρουργική μάσκα του, γιατί ο άμοιρος ο οδηγός πάτησε απότομα φρένο, ώστε να αποφύγει ένα ημιφορτηγό που πετάχτηκε από στενό στην λεωφόρο σαν ρουκέτα. Το λεωφορείο, βέβαια, έγινε σέικερ με τους όρθιους επιβάτες να βρεθούν σε βαρυτικό κενό, αλλά ευτυχώς δεν λαβώθηκε ούτε μύγα. Ο «μασκοφόρος» βοηθός χειρουργού, δίχως να δει τι στο καλό συνέβη γεύτηκε την απώλεια στήριξης και έπεσε στην αγκαλιά της λιανής, Γεωργιανής κυρίας και αυτή με την σειρά της πάνω σε έναν μουστακαλή Πακιστανό. Ταραγμένοι όπως ήταν από το απότομο φρενάρισμα, τις ακαθόριστες ακροβασίες και την προσάραξη του ενός στις αγκάλες του άλλου, αντάλλαξαν προς κάθε υπαίτιο βρισιές, ο καθείς, βέβαια, στην γλώσσα του. Ο μουστακαλής Πακιστανός στα πακιστανικά, η αδύνατη, κοντόσωμη Γεωργιανή στα γεωργιανο-ρωσικά και ο Έλληνας «μασκοφόρος» βοηθός χειρουργού στα γνωστά δικά μας.

Ο σαράντα something οδηγός μας, ταραγμένος από το ξαφνικό συμβάν κράτησε την δεξιά πλευρά της λεωφόρου και αμέσως ο άνθρωπος ακινητοποίησε το όχημα φυσαρμόνικα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, σηκώθηκε στα γρήγορα από την θέση του και ευγενικά, με αληθινό, ανθρώπινο ενδιαφέρον στράφηκε προς τους επιβάτες που προσπαθούσαν αναμαλλιασμένοι σαν να πέρασε από πάνω τους η ανάσα του Γκοτζίλα, να ξαναβρούν την πρότερη θέση τους. Μετακινούσαν τα σώματα τους, ξανά, προς το γνωστό σημείο ισορροπίας.

«Είστε όλοι καλά;» ρώτησε ο άνθρωπος με βλέμμα ανήσυχο και προχώρησε στα ενδότερα του οχήματος του, ρίχνοντας φροντισμένες ματιές στους ηλικιωμένους, τα ανήλικα και στους υπόλοιπους, εάν είναι όλοι εντάξει.

«Καλά! Καλά είμαστε!», απαντήσαμε άπαντες καταφατικά, ενώ ο επαγγελματίας οδηγός έφτασε έως τα πίσω καθίσματα να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι, το τρομοκρατημένο μεν αλλά αισιόδοξο δε: «Καλά είμαστε!» των επιβατών του.

Ζήτησε τρεις φορές συγγνώμη ο άνθρωπος για το ξαφνικό φρενάρισμα και την αναστάτωση που προκλήθηκε στο κέλυφος του οχήματος, εξήγησε τι προέκυψε στον δρόμο, έλαβε την κατανόηση μας, μερικά «μπράβο» για την ετοιμότητα του, αλλά μέχρι εκεί. Ο «μασκοφόρος» βοηθός χειρουργού, ο κρισιανός άνθρωπος με την μάσκα που βρέθηκε χύμα στην αγκαλιά της Γεωργιανής κυρίας και οι δυο τους, επίσης, χύμα στο σώμα του μουστακαλή Πακιστανού, δεν συγχώρεσε τον οδηγό. Άρχισε να φωνάζει, κοινώς να τα «χώνει» ανελέητα στον επαγγελματία γιατί ήταν απρόσεκτος και δεν είδε το ημιφορτηγό την στιγμή που έπρεπε, ώστε να μην πέσει στα φρένα και δημιουργήσει το εσωτερικό ανθρωπο- κουβάριασμα. Μεταξύ υποδείξεων, σφοδρής κριτικής περί οδήγησης, πολιτικών, κρατικών ευθυνών που η υπηρεσία προσλαμβάνει ανίκανους με ρουσφέτια, διανθισμένα με κάποια δύσκολα κοσμητικά επίθετα, όλα να εκτοξεύονται φωνητικά και έντονα πίσω από την χειρουργική μάσκα, δημιούργησαν δυσφορία στον οδηγό. Ο άνθρωπος κοιτούσε αμίλητος τον «μασκοφόρο» βοηθό χειρουργού και ένα ελαφρύ μειδίαμα τσίμπησε τα χείλη του, δίχως να απαντήσει όμως στην άδικη επίθεση. Δεν έβγαλε λέξη και συνέχισε προς την θέση του.

Οι επιβάτες δεν κάλυψαν τον οδηγό. Κότες όλοι, άλαλοι, σιωπηλοί στον βομβαρδισμό του κρισιανού ανθρώπου με την μάσκα, ενώ ελάχιστα δευτερόλεπτα προηγουμένως τον επευφημούσαν και μόνο τον κότινο στο κεφάλι του δεν φόρεσαν για την άμεση και σωστή αντίδραση του. Όταν βρέθηκε στο μένος του κρισιανού, «μασκοφόρου» πολίτη ήταν ολομόναχος σαν τον Μπρους Γουίλις στο «Last Man Standing», απέναντι στους φονιάδες του Κρίστοφερ Γουόκεν. Σηκώθηκα από την θέση μου και μη αντέχοντας αυτή την στάση στράφηκα στον «μασκοφόρο» και ήρεμα του εξήγησα πως έχει άδικο.

«Εσύ τώρα τι είσαι, ο υπερασπιστής των λεωφοριατζήδων;», είπε γελώντας και ολίγον μαζεμένος αυτή την φορά.

Ο οδηγός άκουσε την απάντηση του «μασκοφόρου» και μόλις το όχημα πήρε με ασφάλεια την πορεία της λεωφόρου έβαλε τα γέλια.

Ζήτησα από τον κρισιανό να βγάλει την «μάσκα» για να τον ακούω καλύτερα και να μιλήσουμε. Ταράχτηκε!

«Όχι!», απάντησε δυνατά και αναστατωμένος. «Την μάσκα δεν την βγάζω. Θα μιλήσουμε με την μάσκα μου στο πρόσωπο!», αποκρίθηκε επιτακτικά με το «μου» τονισμένο στον ουρανό.

Ήταν τόσο αστείο αυτό που άκουσα, που έβαλα δυνατά γέλια, ξεκαρδιστικά γέλια μπροστά σε όλο τον κόσμο: «…θα μιλήσουμε με την μάσκα μου στο πρόσωπο!» και συνέχισα να γελάω όσο το σκεφτόμουν. Το έκανα αμέσως εικόνα. Να μιλάω ταυτόχρονα σε άνθρωπο και την «μάσκα του». Το δε «μου» ήταν η χαριστική βολή. Η «…μάσκα μου!». Τρομερό και απίθανο μαζί!

Αμήχανοι με ακολούθησαν και οι υπόλοιποι επιβάτες, όσοι τουλάχιστον καταλάβαιναν ελληνικά στο λεωφορείο σαν να κόλλησαν από τα ασταμάτητα γέλια μου. Αήττητος «ιός» το γέλιο δίχως αντίδοτο, που μεταδίδεται στο πιτς φιτίλι προς κάθε κατεύθυνση. Γελούσαν όλοι μαζί, εγώ περισσότερο απ΄ όλους, γιατί η εικόνα του «ανθρώπου» και της «μάσκας του» δεν έλεγε να ξεκολλήσει ως εικόνα από το μυαλό μου. Σουρεαλισμός και μεταφυσική σε τέλεια αρμονία στην εποχή της κρίσης. Σάστισε ο «μασκοφόρος» από την τροπή που πήρε το πράμα και στην πρώτη στάση, που μάλλον δεν ήταν αυτή για την οποία πήρε το λεωφορείο, ο κρισιανός με την «μάσκα» εγκατέλειψε άρον άρον το όχημα με τους επιβάτες ακόμα να γελούν.

Ίσως να ήξεραν τον λόγο για τον οποίο γελούσαν. Πάλι όμως, πιθανώς να μην γνώριζαν κανέναν λόγο και απλά έπρεπε να γελάσουν, επειδή γελούσα, επειδή πέταξα από πάνω μου το ραγιαδίστικο ρούχο και έπραξα εκεί, που οι άλλοι κιότεψαν και δεν το έκαναν: το να υπερασπιστούν τον οδηγό. Ώρα απογευματινή, έγινα η μικρή ασπίδα του στις βολές ενός άδικου κρισιανού ανθρώπου με την «μάσκα Του», που φορούσε στο πρόσωπο, μην τυχόν κολλήσει τον θανατηφόρο «ιό».

Όταν έφτασε η στάση και το λεωφορείο σταμάτησε, κατεβαίνοντας είπε ο οδηγός σε μένα χαμογελώντας με σιγανή φωνή: «ευχαριστώ πολύ!»


«O Αόρατος Άνθρωπος»

(The Invisible Man)





Είδος: Ψυχολογικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας

Παραγωγή: Η.Π.Α., Αυστραλία (2020)

Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ

Με τους: Ελίζαμπεθ Μος, Άλντις Χοτζ, Στορμ Ρίντ, Χάριετ Ντάιερ

Διάρκεια: 96΄

Διανομή: Tulip Entertainment

Παγιδευμένη σε μια βίαιη, κακοποιητική σχέση με έναν πλούσιο και ευφυή επιστήμονα, η Σεσίλια Κας (Ελίζαμπεθ Μος – πολύ καλή) καταφέρνει να αποδράσει μέσα στη νύχτα από την απομονωμένη, μινιμαλιστικού ύφους έπαυλη και να εξαφανιστεί, με τη βοήθεια της αδερφής της (Χάριετ Ντάιερ), ενός παιδικού της φίλου (Άλντις Χοτζ) και της μικρής του κόρης (Στορμ Ρέιντ).

Όταν όμως ο βάναυσος πρώην σύντροφος της Σεσίλια (Όλιβερ Τζάκσον – Κόεν) αυτοκτονεί και της αφήνει ως κληρονομιά ένα μεγάλο μέρος της τεράστιας περιουσίας του, η Σεσίλια υποψιάζεται ότι πρόκειται για παγίδα. Μια σειρά από παράξενες συμπτώσεις θα αποβούν σχεδόν θανατηφόρες και θα απειλήσουν τις ζωές εκείνων για τους οποίους η Σεσίλια νοιάζεται. Η λογική της θα αρχίσει να κλονίζεται και θα προσπαθεί απελπισμένα να αποδείξει στον περίγυρό της, ότι καταδιώκεται από μια αόρατη παρουσία, που είναι ο πρώην άνδρας της, και την καταδιώκει με σκοπό να την σκοτώσει.

Ο «Αόρατος Άνθρωπος» του μοναδικού και ευφάνταστου συγγραφέα Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς γράφτηκε το 1897 και μόλις το 1933 ο σκηνοθέτης Τζέιμς Γουέιλ έφερε τον μυστηριώδη κύριο Γκρίφιν στην μεγάλη οθόνη για να στοιχειώσει μαζί με την «Μούμια», τον «Λυκάνθρωπο», τον «Φρανκενστάιν» και μερικά ακόμα, γνωστά, χάρτινα τέρατα, την φαντασία του κινηματογραφόφιλου κοινού. Μικροπαραλλαγές, και κάποιες αναφορές έχουν γίνει κατά διαστήματα στην ιστορία του «Αόρατου Ανθρώπου» σε διάφορες κινηματογραφικές ταινίες ή σε τηλεοπτικές σειρές όχι όμως κάτι το σπουδαίο, μέχρι το 2000, όταν ο τρελό-Ολλανδός Πολ Βερχόφεν στην έναρξη της νέας χιλιετίας προσφέρει το «Αόρατο Άγγιγμα» (Hollow Man) με τον απίθανο Κέβιν Μπέικον στον ρόλο του επιστήμονα Σεμπάστιαν Κέιν που τελικά ανακαλύπτει τον τρόπο να γίνει αόρατος. Μια σπουδαία ταινία από τον χώρο του φανταστικού σινεμά.

Το θέμα που πραγματεύεται ο «Αόρατος Άνθρωπος», ξεκινώντας ως χάρτινος ήρωας, εκτός της γοητείας να γίνεται άφαντος και να συμπεριφέρεται σαν πνεύμα στο περιβάλλον, είναι ότι οι επιστήμονες είναι μια χαρά άνθρωποι, αγαπούν την σύντροφό τους και μόνο με την χρήση της μεθόδου για να γίνονται αόρατοι και της έκθεσης του οργανισμού τους στα λογής φάρμακα, ώστε να αποκτήσουν αυτή την ιδιότητα, μετατρέπονται σε μοχθηρά όντα, που στο τέλος επιζητούν μόνο το κακό και την καταστροφή. Εδώ, ο αξιότιμος Λι Γουανέλ, που αγαπάμε πολύ ως σκηνοθέτη, μας συστήνει έναν ήρωα που είναι εξ΄ αρχής κέρατο βερνικωμένο, έναν χειριστικό, βίαιο άνθρωπο, που η γυναίκα του Σεσίλια διάγει μαζί του βίον σταύρωσης με γιαπωνέζικα, ψυχολογικά βασανιστήρια και κάποιες φάπες και για αυτό αποφασίζει να δραπετεύσει, η άμοιρη, από την εκπάγλου ομορφιάς έπαυλη τους και την άνετη ζωή, προς την ελευθερία της.

Ο Γουανέλ από το πρώτο κιόλας δευτερόλεπτο της ταινίας σε αρπάζει από τα μαλλιά και σε αδειάζει στουβαλάτα και χύμα στην άψογα ρυθμισμένη θρίλερ ατμόσφαιρα, ώρα βραδινή, σε ντιζαϊνάτο σπίτι φτιαγμένο από πέτρα και γυαλί για να βλέπεις έξω την φαινομενική ελευθερία και να συμπάσχεις με την αγωνία της Σεσίλια στο να τα καταφέρει και φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού.

Δεύτερη επιτυχία για τον σκηνοθέτη Γουανέλ και το πρώτο bonus για την ηθοποιό Ελίζαμπεθ Μος, η οποία, παρότι δεν είναι αυτή που αντικειμενικά ονομάζουμε: η καλλονή (συμπαθητική έως γοητευτική είναι), κατάφερε έπειτα από πολύ δουλειά να δημιουργήσει μια ενδιαφέρουσα υποκριτική περσόνα με καλές ερμηνείες σε ρόλους. Ποιο είναι το αυτό το bonus; Είναι, ότι ενώ παρακολουθείς μια γυναίκα να προσπαθεί να αποδράσει από το μοδάτο σπίτι της, ναρκώνοντας, μάλιστα, τον σύντροφο της, με κάποιο ανεξήγητο τρόπο, δίχως να ξέρεις το γιατί, είσαι μαζί της. Μπορεί, διάολε, να είναι μια θεότρελη δολοφόνος, εσύ όμως καταλαβαίνεις ενστικτωδώς πως κάτι ιδιαίτερο «παίζει» με την κυρία και συμμετέχεις στην αποστολή της, συμπάσχεις σφίγγεται το στομάχι σου από την κινηματογράφηση των ανοιχτών και συνάμα κλειστοφοβικών πλάνων του Γουανέλ και οπωσδήποτε θέλεις να φύγει.

Αυτή είναι επιτυχία της ταινίας και η απόλυτη στρογγυλοποίηση του είδους που ονομάζουμε ψυχολογικό θρίλερ. Από το πρώτο λεπτό της ιστορίας ο Γουανέλ σε αρπάζει, σε παίρνει μαζί του για να σε αφήσει στο τέλος πια, αποκαμωμένο και ενεό. Καταλαβαίνετε, λοιπόν αγαπητοί μου, ότι για 96 λεπτά της ώρας θα είστε στην τσίτα. Στο τεντωμένο σχοινί της κινηματογραφικής έντασης θα βαδίζετε, που αξίζει να το περάσετε με οδηγό τον Αυστραλό σκηνοθέτη του πολύ καλού προπέρσινου neo-noir φανταστικού σινεμά «Upgrade» (Εδώ), μιαταινία που «σκλάβωσε» κυριολεκτικώς όλους τους φανατικούς φίλους του είδους του φανταστικού σινεμά και του body horror, βγάζοντας πέντε πήχες γλώσσα στους πολύχρωμους ήρωες με τα κολάν και τις μπέρτες.

Ψυχολογικό θρίλερ προδιαγραφών «Ο Αόρατος Άνθρωπος» με ενσταλάξεις τρόμου άψογα κινηματογραφημένα και επιστημονική φαντασία μαζί αποτελούμενη από μετρημένα, καλοστημένα εφέ, άνευ φανφαρολογίας και κομπασμών. Τέλειος συνδυασμός, που είχαμε αρκετά χρόνια να δούμε και να ιδρώσουμε ως θεατές στο μονοθέσιο της σκοτεινής, κινηματογραφικής αίθουσας.

Στον δικό του «Αόρατο Άνθρωπο» ο ταλαντούχος Αυστραλός κινηματογραφιστής, φτάνοντας στην τρίτη κατά σειρά ταινία του, συστήνει εντελώς το προσωπικό του στιλ στο στόρι (δικό του το σενάριο) και βγαίνει εκτός των γνωστών διαδρομών της πρωτότυπης ιστορίας. Ο «Αόρατος Άνθρωπος» για τον Γουανέλ είναι η βασική απειλή στο σενάριο, ο μπαμπούλας, ο απόλυτος τρόμος, εστιάζοντας όμως αποκλειστικά στο θύμα του, την μικροαστή γυναίκα, το πρώην κοριτσάκι που σπούδασε μεν αλλά παντρεύτηκε τον φραγκάτο επιστήμονα για να φτιάξει την ζωής της, η οποία όμως τρελαίνεται, παγιδευμένη στον ιστό της εκδίκησης του ψυχάκια άνδρα της. Τέλειο, σαν την ταινία του Τζόζεφ Ρούμπεν «Νύχτες με τον Εχθρό μου» του 1991 την Τζούλια Ρόμπερτς και τον Πάτρικ Μπέρτζιν.

Εντελώς μέσα στο πνεύμα, καθολικά ενταγμένος στο κοινωνικό γίγνεσθαι ο Αυστραλός σκηνοθέτης με την γυναίκα ως «υποχείριο» στα καμώματα του ευφυούς, αλλά νοσηρού, ισχυρού άνδρα (βλέπε τα διάφορα που γίνονται στο Χόλιγουντ μεριά), τοποθετεί την φοβισμένη αρχικά, τρελαμένη στην συνέχεια και στο τέλος αποφασισμένη γυναίκα να πολεμήσει έως εσχάτων για να τα βγάλει πέρα με το βλαμμένο, δυσλειτουργικό αρσενικό και δη «αόρατο», ως το κακό πνεύμα των ονείρων της. Υπέροχη ταινία που από την αρχή έως το τέλος βλέπεται με μια ανάσα, και αυτή κομμένη.


«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»



Είδος: Ερωτική περιπέτεια, μαύρη κωμωδία

Παραγωγή: Ελλάδα (2020)

Σκηνοθεσία : Γιάννης Οικονομίδη

Με τους: Βασίλης Μπισμπίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, Στάθης Σταμουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Λένα Κιτσοπούλου

Διάρκεια: 140'

Διανομή: Αργοναύτες Α.Ε.– για την επαρχία: Tulip Α.Ε

Προβολή της ταινία στην Αθήνα: Αποκλειστικά στον κινηματογράφο «Άστυ» (Κοραή 4)

Η Όλγα ή η «Ωραία Κοιμωμένη» (Βίκυ Παπαδοπούλου – καλή), αποφασίζει να εγκαταλείψει τον επιχειρηματία σύζυγό της Ηρακλή (Γιάννης Τσορτέκης – καταπληκτικός!) για έναν ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου τον Μάνο (Βασίλης Μπισμπίκης – καλός) και πρώην λαϊκό τραγουδιστή. Δεν αρκείται όμως σε αυτό και εγκαταλείποντας την συζυγική εστία, η μοιχαλίδα Όλγα παίρνει μαζί της κι ένα εκατομμύριο ευρώ από τον «κουμπαρά» του Ηρακλή άνδρα της.

Φυσικά, ο σύζυγος παρανοεί, και ορκίζεται εκδίκηση. Εν τω μεταξύ, ο υπόκοσμος της νύχτας, στη μικρή επαρχιακή πόλη, μπαίνει σε αναβρασμό γύρω από το παράνομο ζευγάρι. Και το κερασάκι στην τούρτα: οι φοβερές μαμάδες των δύο αντεραστών που δεν θα κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

Το πόσο ευθύγραμμος, εύκαμπτος και πειθαρχημένος σκηνοθέτης είναι ο Κύπριος Γιάννης Οικονομίδης το έχει αποδείξει ένδοξα μέσα από μια σειρά ταινιών, τέσσερις τον αριθμό, με απαστράπτον πετράδι στο στέμμα το παραλυτικό «Σπιρτόκουτο». Προσωπική γνώμη εκφράζω και θεωρώ την συγκεκριμένη, πρώτη, μεγάλου μήκους ταινία του ως το ύψιστο ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας των τελευταίων είκοσι χρόνων.

Από εκεί και έπειτα ο Γιάννης Οικονομίδης είναι ο κινηματογραφιστής που άλλαξε την πεδιάδα, τις πλαγιές, τις λόχμες, τα φαράγγια, τα δάση και τις όχθες του πρόσφατου, ελληνικού σινεμά, δίνοντας άλλες διστάσεις τόσο στην κινηματογράφηση, όσο και στο σεναριακό σετάρισμα με ιστορίες που έχουν σαφή αρχή, σαφή μέση και σαφές, μοιραίο τέλος. Ακολούθησαν και άλλοι σύγχρονοι Έλληνες σκηνοθέτες σε αυτά τα χνάρια και σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να διαφαίνεται μια μικρή, ζωογόνος αχτίδα διαφοράς και ανανέωσης στον ελληνικό κινηματογράφο, που ελπίζουμε να παραμείνει και να μην χαθεί κι αυτή στο κρόνιο σκότος της μισαλλοδοξίας και της τρέλας.

Ο Γιάννης Οικονομίδης αναγνώρισε τις δυνάμεις του στο «μαύρο» σινεμά, όπως λένε, με τους λούμπεν χαρακτήρες, τις παράνομες δραστηριότητες, τα σκοτεινά περάσματα, που συνήθως καταλήγουν σε τραγικά φινάλε και σε αυτό το σύμπαν αποτύπωσε περίτεχνα και ολοζώντανα την Ελλάδα της κομπίνας, του λαμόγιου, αλλά και του ήρωα και του παράνομου με μπέσα και ηθική. Το υπηρετεί καλά αυτό το σινεμά ο σκηνοθέτης και το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό, καθώς από τις ταινίες του, πέρασαν σπουδαίοι Έλληνες ηθοποιοί, ερμηνεύοντας ποικίλους και σκληρούς ρόλους.

Το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη μ΄ αρέσει, όπως θαυμάζω και την τόλμη που διαθέτει να αφήνει τα σκυλιά λυτά να αλυχτούν με ωμότητα στο λερωμένο προφίλ του Έλληνα, που σήμερα είναι ο «Ελληναράς». Γουστάρω επίσης, που ο Γιάννης Οικονομίδης δοκιμάστηκε και στο θέατρο με το επιτυχημένο «Στέλλα Κοιμήσου». Πάνω απ΄ όλα όμως δημιούργησε μια σχολή, όπου το κινηματογραφικό γαμοσταυρίδι ως μέρος της ατάκα ή σκέτο ως ατάκα, απέκτησε οντότητα, εκτόπισμα και ειδικό βάρος, ξεπερνώντας το απλό μπινελίκι ως βρισιά, ανάθεμα και εργαλείο του διαλόγου, για να στρογγυλοκαθίσει πολυθρονάτο στο σαλόνι του ανθρώπινου πολιτισμού ως κάτι το εντελώς καθημερινό, απενοχοποιημένο και χρήσιμο, κάτι που θα το διαπιστώσετε και σε αυτή την ταινία.

Στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» ο Γιάννης παίζει με τους ήρωες του, όσο δεν έχει παίξει σε καμιά ταινία του, όπως παίζουν μεταξύ τους τα ξέγνοιαστα παιδιά στο σκάμμα του πάρκου, ανακατεύοντας την άμμο, λερώνοντας με λάσπη τα ρούχα τους, «κλέβοντας» ένα ή δυο φτυαράκια το ένα από το άλλο, βάζοντας τα γεμάτα άμμο δάχτυλα τους στο στόμα, φτιάχνοντας ωραίους πύργους και τέλος γκρεμίζοντας τους. Ελληνική επαρχία το διάκοσμο, μια ερωτική ιστορία προδοσίας, ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο ευρώ, εκδίκηση και συμβόλαια θανάτου με πληρωμένους δολοφόνους, όπως ο αγαπητός Βαγγέλης Μουρίκης, έτοιμοι να βγάλουν από την μέση το ερωτευμένο ζευγάρι: Μάνος και Όλγα, που προκάλεσε την αναστάτωση στον ήδη κατακρεουργημένο και ανήθικο κόσμο τους .

Ο επιχειρηματικός κόσμος, ο κόσμος της νύχτας, με ότι αυτό συνεπάγεται, ο κόσμος του παράφορου έρωτα και ο κόσμος των μανάδων – αγορομανάδων μάλιστα – είναι οι αστερισμοί που αποφασίζει να συγκεράσει το φως τους ο Οικονομίδης στην νέα του ταινία, ραντίζοντας αυτή την φορά τα συστατικά του με χιούμορ, πετυχαίνοντας να υπάρχουν στιγμές που γενούν το γέλιο όχι το ξεκαρδιστικό, αλλά γελάς. Εδώ, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο ασθενής στο χειρουργικό κρεβάτι του Οικονομίδη είναι η ανδρική βλακεία, ο εγωισμός, η ανοησία, το γαμώτο, αλλά και οι μανάδες που σκίζουν το αγορίστικο δέμας στα δυο και ο σκηνοθέτης τα διαχειρίζεται στον βαθμό της ακρίβειας και της αλήθειας, όπως δηλαδή συμβαίνουν σήμερα εν Ελλάδι 2020. Η δε μουσική του Ζαν Μισέλ Μπερνάρ στο score της ταινίας είναι μια μαγεία, όπου αρκετές φορές ακούγοντας τα νευρικά τζαζίστικα μέτρα τού Μπερνάρ, συνέλαβα τον εαυτό μου να βρίσκεται σε γαλλικό φιλμ noir του Μελβίλ.

Κατά την άποψη μου το γέλιο ο Οικονομίδης δεν χρειάζεται να το βάζει επί τούτου στις ταινίες του, όπως άλλωστε ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Γκάι Ρίτσι δεν το χρειάζονται, γιατί η πλοκή στο σενάριο είναι από μόνη της σατυρικά κινηματογραφημένη, προβοκατόρικα στημένη, οπότε στους ήρωες ή στις καταστάσεις που διαδραματίζονται στο καλογραμμένο σενάριο, όλοι θα δούμε θραύσματα των εαυτών μας και κρυφά θα γελάσουμε. Και όπως πολύ καλά γνωρίζετε και εσείς, αυτό το γέλιο, το κρυφό, το μύχιο, το ένοχο πολλές φορές είναι το πιο ξεκαρδιστικό.


«Σκοτεινά Νερά»

(Dark Waters)



Είδος: Βιογραφικό δικαστικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)

Σκηνοθεσία: Τοντ Χέινς

Με τους: Μάρκ Ράφαλο, Αν Χάθαγουέι, Τιμ Ρόμπινς, Μπιλ Καμπ, Βίκτορ Γκάρμπετ, Μέιρ Γουίνινγχαμ, Μπιλ Πούλμαν

Διάρκεια: 126'

Διανομή: Spentzos Film


Ο μεγαλοδικηγόρος με ειδίκευση σεθέματα Περιβάλλοντος Ρομπ Μπίλετ (Μάρκ Ράφαλο – καλός) εκπροσωπεί μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες στην σπουδαία φίρμα που εργάζεται στο Σινσινάτι. Η καριέρα του βρίσκεται στην καλύτερηφάση της όταν δύο αγρότες έρχονται σε επαφή μαζί του ισχυριζόμενοι, ότι ένα παράρτημα της εταιρίας Ντιπόντ (DuPont) αποβάλλει τα τοξικά της απόβλητα στον τοπικό ποταμό με αποτέλεσματην καταστροφή των γεωργικών εκτάσεων και τον θάνατο εκατοντάδων ζώων.

Με σκοπό να τους βοηθήσει και να ανακαλύψει την αλήθεια συντάσσει μια επιστολή διαμαρτυρίας που σηματοδοτεί την έναρξη μιας δεκαπενταετούς διαμάχης που θα θέσει σε δοκιμασία όχι μόνο την καριέρα του, αλλά την υγεία του και τις οικογενειακές του σχέσεις.

Καθαρόαιμη ταινία καταγγελίας, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, που αφορούν την βιομηχανική εταιρεία, που χρησιμοποιούσε στα προϊόντα της το γνωστό, θανατηφόρο, χημικό υλικό τεφλόν (αυτό που έφεραν τα αντικολλητικά τηγάνια), δηλητηριάζοντας τους καταναλωτές, καταστρέφοντας συνάμα για πολλά χρόνια με τα τοξικά απόβλητα τούς εργαζόμενους και το περιβάλλον.

Το γνωστό, νευραλγικό ζήτημα, που μια κολοσσιαία βιομηχανία στηρίζει την οικονομία του τόπου και προσφέρει εργασία στους κατοίκους, αλλά καταστρέφει κιόλας, μπαίνει στον κινηματογραφικό φακό του Τοντ Χέινζ («Το Δωμάτιο των Θαυμάτων», «Carol», «Velvet Goldmine»), ο οποίος κινηματογραφεί ισοδύναμα τόσο την αθλιότητα, την αδιαφορία των βιομηχάνων για τις ανθρώπινες ζωές, ενώ γνωρίζουν πως προκαλούν ολοκαυτώματα με τα προϊόντα τους, όσο και την ανθρώπινη, ευαισθητοποιημένη πλευρά του δικηγόρου Ρομπ, που αγνόησε, χρήματα, κύρος, θέση, προσωπική υγεία για να αποδείξει με δικαστικούς αγώνες κοντά δυο δεκαετιών την αλήθεια για τον όλεθρο που έσπερναν οι βιομηχανίες σε εργαζομένους και κατοίκους.

Ταινία που θα ικανοποιήσει τους φανατικούς τους είδους των δικαστικών εδράνων και των ταινιών που στηρίζονται σε πραγματικά ντοκουμέντα. Η σκηνοθεσία του Χέινζ χαρακτηρίζεται από δυναμισμό και ευαισθησία, ενώ η ερμηνεία του Μαρκ Ράφαλο πηγάζει εντελώς από μέσα του, είναι άμεση, ολοζώντανη και ευαίσθητη.


«O Δρόμος της Επιστροφής»

(The Way Back)



Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία των: Γκάβιν Ο' Κόνορ

Με τους: Μπεν Άφλεκ, Αλ Μάντριγκαλ, Μικαέλ Γουάτκινς, Τζανίνα Γκάβανκαρ, Λούκας Κέιτζ

Διάρκεια: 108'

Διανομή: Tanweer

Ο Τζακ (Μπεν Άφλεκ – εντάξει, κάπως «τρώγεται» εδώ) είχε μπροστά του μια ζωή γεμάτη υποσχέσεις. Στο γυμνάσιο ήταν το παιδί φαινόμενο στο μπάσκετ, όταν ξαφνικά, για άγνωστους λόγους, αποσύρεται από τα πάντα, καταστρέφοντας το μέλλον του. Τον παίρνει η κάτω βόλτα, βιώνει μία ανυπολόγιστη απώλεια και «βυθίζεται» στο αλκοόλ, γεγονός που του κοστίζει το γάμο του και κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

Όταν του ζητείται να προπονήσει την ομάδα μπάσκετ του πανεπιστημίου του - που έχει πέσει πολύ η απόδοσής της σε σχέση με τις ένδοξες εποχές του- αποδέχεται την πρόταση, εκπλήσσοντας περισσότερο απ' όλους τον εαυτό του. Καθώς οι παίκτες δένουν μεταξύ τους ως ομάδα και πετυχαίνουν τη μία νίκη μετά την άλλη, ο Τζακ αισθάνεται ότι ίσως έχει βρει τελικά ένα λόγο για να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του. Όμως, θα είναι αυτό αρκετό για να γεμίσει το κενό του, να θεραπεύσει τις βαθιές πληγές του παρελθόντος και να τον οδηγήσει στο δρόμο προς τη λύτρωση;

Να λοιπόν, που υπάρχουν και mainstream ταινίες με το φινάλε τους όχι τόσο αγγελικά δοσμένο και λουλουδένια κινηματογραφημένο. Μην νομίζεται, πως είναι τρομακτικό και φοβερό το τέλος, απλά, δεν είναι και τόσο χουλιγουτιανό σε μια ταινία δράματος όπως «O Δρόμος της Επιστροφής». Είναι ρεαλιστική ταινία, ενταγμένη στο ύφος των ανθρώπινων ναυαγίων έπειτα από θλιβερές προσωπικές ή οικογενειακές καταστάσεις, που ψάχνουν οι άνθρωποι να ανακαλύψουν το σωστό σημείο για να κρατηθούν στην κορυφογραμμή του ενδιαφέροντος για ζωή.

Το ενδιαφέρον του αλκοολικού ήρωα της ταινίας είναι η εφηβική ομάδα μπάσκετ του θρησκευτικού σχολείου του, που κάποτε ο ίδιος ήταν το μεγάλο αστέρι της ομάδας με τις σπουδαίες προοπτικές που δεν υλοποιηθήκαν. Χωρισμένος με την γυναίκα του, να σβήνει τον πόνο στα μπυροπότηρα των μπαρ, ανακάμπτει, κόβει το ποτό για να μπορεί να κουμαντάρει τους εφήβους, να τους δέσει ως ομάδα και να αρχίζουν να κερδίζουν τους αγώνες, κάτι που γίνεται με μεγάλη επιτυχία.

Το παρελθόν επανέρχεται μαζί και το πάθος στο αλκοόλ και η επιστροφή στο σκότος είναι δεδομένη. Ο Μπεν Άφλεκ βγάζει τον ρόλο (τον εκτιμώ τα μάλα ως σκηνοθέτη όχι ως ηθοποιό) και ο σκηνοθέτης Γκάβιν Ο' Κόνορ, του «Λογιστή», πάλι με τον Άφλεκ, αλλά και του πολύπαθου φιλμ «Η Τζέιν Πήρε το Όπλο της» με την Νάταλι Πόρτμαν, στήνει τον ηθοποιό σωστά στο δραματικό κάδρο του σεναρίου και κινηματογραφεί αυτό που πρέπει όπως του πρέπει, δηλαδή: τον πόνο, τον εθισμό, την επιστροφή και την λύτρωση.


«Το Βαμμένο Πουλί»

(The Painted Bird)



Είδος: Δράμα ιστορικής περιόδου (Α/μ)

Παραγωγή: Τσεχία, Σλοβακία, Ουκρανία (2019)

Σκηνοθεσία: Βάκλαβ Μαρχούλ

Με τους: Πετρ Κότλαρ, Νίνα Σούνεβιτς, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Ούντο Κίερ, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Γίτκα Τσαντσάροβα, Αλα Σακάλοβα, Μπάρι Πέπερ

Διάρκεια: 169'

Διανομή: Weirdwave

Σε μια χώρα της Ανατολικής Ευρώπης προς τα τέλη του δεύτερου μεγάλου πολέμου, ένα ανήλικο εβραιόπουλο δίχως όνομα, έπειτα από τον αιφνίδιο θάνατο μιας ηλικιωμένης που διέμενε μαζί της και την πυρκαγιά στο σπίτι της από ατύχημα, ο μικρός παίρνει τους δρόμους, προσπαθώντας να επιβιώσει μόνος του στην ύπαιθρο.

Ταξιδεύοντας από χωριό σε χωριό, για να επιστρέψει σπίτι του ή να τον βρουν οι δικοί του, αντιμετωπίζει τις πιο σκληρές δοκιμασίες, διατηρώντας όμως την ελπίδα ζωντανή, σε μια αδυσώπητη εποχή.

Το σενάριο της ασπρόμαυρης ταινίας του Τσέχου σκηνοθέτη Βάκλαβ Μαρχούλ είναι βασισμένο στο ομότιτλο, κλασικό μυθιστόρημα του συμπατριώτη του συγγραφέα Γιέρζι Κοζίνσκι (1933–1991) και πραγματεύεται το βίαιο οδοιπορικό ενός πιτσιρικά, εβραϊκής καταγωγής, στο σκοτεινό βασίλειο της ανθρώπινης παρουσίας και δη της υπαίθρου. Επί 169 λεπτά προβολής της ταινίας ούτε το όνομα του μικρού δεν γνωρίζουμε, παρά το μαθαίνουμε μόλις στο τελευταίο λεπτό.

Μέθυσοι, παιδόφιλοι, βιαστές, κλέφτες, μάγισσες, βάναυσοι άνδρες του ρώσικου, κόκκινου στρατού, ψυχασθενείς Γερμανοί Ες Ες είναι μερικοί από τους ανθρώπους που αναλαμβάνουν να «φροντίσουν» το μικρό εβραιόπουλο κατά το ταξίδι του. Ο μπόμπιρας, που δεν μιλάει καθόλου, δουλεύει σαν είλωτας για ένα πιάτο φαγητό, ενώ κοντά τους βιώνει του λιναριού τα πάθη. Ένας Γερμανός λοχίας (Στέλαν Σκάρσγκαρντ) και ένας καθολικός παπάς (Χάρβεϊ Καϊτέλ) είναι οι μοναδικοί, δυο άνθρωποι που συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα, ας πούμε, στον ανώνυμο, άγνωστο, πιτσιρικά ταξιδευτή.

Σκληρή ταινία που πιάστηκε η ψυχή μου. Σημαντικό ατού τα υποβλητικά ασπρόμαυρα πλάνα, να καλύπτουν εντέχνως την αλαλία του μικρού πρωταγωνιστή, το δυνατό, διεθνές καστ και τα σκηνοθετικά δεσίματα της τσέχικης σχολής των ευκόλως εννοούμενων να υπερπηδούνται, εμβαπτισμένα στον υπαρκτό, ακραίο, ποιητικό ρεαλισμό αντάμα με μπεργκμανιακές ερμηνείες.

«Κορόνα… γράμματα και ό,τι κάτσει!», κριτική των τ...
«Πράσινο μίλι στην Αλαμπάμα, έρωτες στην αγγλική ε...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares