17
Σαβ, Απρ
Tο διάβασαν 385 άτομα (385 Views)

«Παλιό, καλό σινεμά, αμετάφραστο», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

100-5

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 35

Αδρανές υλικό ο πολιτισμός. Αναφέρομαι στον πολιτισμό και εννοώ, φυσικά, το εσωτερικό κεφαλόβρυσο, αυτό που αναδεικνύει το ανθρώπινο ον ως παρουσία προόδου στον πλανήτη μας. Κανένα βλέμμα δεν εστιάζει σε ανθρώπινο γεγονός, καθώς ουδένα τέτοιου είδους γεγονός υφίσταται εν έτει 2020. Η Γη κοχλάζει ολόκληρη στην μαντεμένια χύτρα σαν ρευστή, χυδαία μαρμίτα έτοιμη να σερβιριστεί στο δείπνο της απαξίωσης κάθε ανθρώπινου στοιχείου. Η ανθρωπότητα ομοιάζει με ξεπεσμένη, πρώην ακριβοθώρητη φαμίλια να αναπολεί περασμένα μεγαλεία και σαν την ρακένδυτη γιαγιάκα αφηγείται ιστορίες ενός ένδοξου παρελθόντος, που δεν υπάρχει πια. Σιγά σιγά όμως και ένεκα της απραξίας η μνήμη θα αλλοτριωθεί, θα υποστεί την ανήκεστο νόσο της εμμονικής ψευδαίσθησης και θα χαθεί κι αυτή.

Κάποτε στο άβατο της πνευματικότητας βασίλευε η ελευθερία, ενώ τώρα εδράζεται ο εγωκεντρισμός, η βία, ο τρόμος της επιβίωσης. Δεν κακίζω εμάς τους ανθρώπους που απωλέσαμε τις οδούς της αλήθειας, αλλά εκείνους που τις απόκρυψαν. Φαουστικό γεγονός, που διόλου υποθετικό είναι: Θα ανταλλάσσατε την ελευθερία, την πατρίδα, τα ιδανικά σας σε κάποιον, εάν αυτός ο κάποιος ντόμπρα και εγγυημένα, σας εξασφάλιζε από σήμερα κιόλας, σε εσάς και την οικογένεια σας και για κάμποσες ακόμα γενιές, μια καλή ζωή απαλλαγμένη εντελώς από τα υλικά άγχη και τις αγωνίες, τους φόβους σας; Θα ενδίδατε σε μια τέτοιου είδους, καθ΄ όλα στακάτη πρόταση, να ενταχθείτε στους ευνοημένους ενός κοινωνικού συνόλου, που δεν «λιώνει» για τον επιούσιο, δεν «γονατίζει» το δέμας του από την ανεργία, δεν κινδυνεύει να βρεθεί στον δρόμο γιατί αδυνατεί να πληρώσει ενοίκιο και λογαριασμούς, γιατί, τέλος πάντων, βιώνει την απόλυτη ένδεια; Σκεφτείτε το λίγο, παρακαλώ όχι βιαστικά, αλλά βαθιά, αντικειμενικά, αποστασιοποιημένα, καθαρά και πάνω απ΄ όλα έντιμα απέναντι στον εαυτό σας, στα τέκνα σας, στους δικούς σας ανθρώπους και απαντήστε.

Μια ζωή χαρισάμενη, ονειρεμένη, εξασφαλισμένη, απροβλημάτιστη, κυρίως προστατευμένη, μίλια μακριά από την φονική αρρώστια της μιζέριας, που ταλανίζει το ογδόντα πέντε τοις εκατό της χώρα μας, με αντάλλαγμα, έτσι απλά, την ελευθερία, την πατρίδα, τα όποια ιδανικά σας. Κλείστε τα μάτια για λίγο, μην βιαστείτε, αλλά οραματιστείτε την αλλαγή και ήρεμα σκεφτείτε την πρόταση, σήμερα εν έτει 2020, μαζί και τα επακόλουθα των εξελίξεων και παρακαλώ απαντήστε: θα το κάνατε ή θα αφήνατε να πάρει εσάς και τους δικούς σας ανθρώπους το άγριο ποτάμι; Στην πρόταση θα ενδίδατε;

«Οι Μεταφραστές»

(Les Τraducteurs)








Είδος: Μυστηρίου

Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο (2019)

Σκηνοθεσία: Ρεζί Ρουανσάρ

Με τους: Ρικάρντο Σκαρμάτσιο, Όλγκα Κιριλένκο, Λαμπέρ Γουιλσόν, Σίντσε Μπαμπέτ Κνούντσεν, Μαρία Λείτε, Εντουάρντο Νοριέγκα, Μανώλης Μαυροματάκης, Αλεξ Λόθερ, Άνα Μαρία Στρουμ

Διάρκεια: 105'

Διανομή: Feelgood Entertainment

Εννέα μεταφραστές από διάφορες χώρες προσλαμβάνονται από έναν μεγαλοεκδότη για να μεταφράσουν το πολυαναμενόμενο, τελευταίο βιβλίο μιας μπεστ-σέλερ τριλογίας του μυστηριώδη συγγραφέα, ονόματι Όσκαρ Μπραχ με τα 100 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Τα συμφέροντα πολλά και οι μεταφραστές κλείνονται στα υπόγεια διαμερίσματα ενός πολυτελούς, αρχοντικού στην Γαλλία χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Πληρώνονται, μάλιστα, αδρά ώστε να εξασφαλιστεί η εχεμύθεια και ότι δεν θα υπάρξει καμία διαρροή.

Όταν όμως δημοσιεύονται ξαφνικά οι πρώτες δέκα σελίδες του μυθιστορήματος στο διαδίκτυο η δουλειά γίνεται εφιάλτης. Ο εκβιαστής απειλεί, πως εάν δεν πληρωθεί με ένα αστρονομικό, χρηματικό ποσό θα αποκαλύψει την συνέχεια του βιβλίου. Ο εκδότης είναι έτοιμος να κάνει ό,τι χρειάζεται για να αποκαλύψει τον κλέφτη.

Διεθνές καστ και ένα έξυπνο, ως ιδέα κατά βάση, σενάριο στα χέρια του, ο Γάλλος σκηνοθέτης Ρεζί Ρουανσάρ («Χτυποκάρδια στο Γραφείο» - 2012), προσπαθεί να στήσει, ας πούμε, ένα φιλμ μυστηρίου στην intellectuel σφαίρα των λογοτεχνικών διαδρομών και της γλωσσολογίας. Δυστυχώς, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις αντίστοιχες, σύγχρονες, γαλλικές ταινίες του είδους, τα όμορφα και τα έξυπνα ξοδεύονται γρήγορα για να καταλήξουν «βυθισμένα» στην πάτο της λίμνης με τους νάρκισσους.

Μια ταινία που στο σύνολο της υπόσχεται, κάπως, ροή εγκεφαλικής πλοκής και μια άνετη φιλοξενία στο καθιστικό της Άγκαθα Κρίστι, όλα αποδυναμώνονται και σερβίρονται στο άψε σβήσε σαν να χάνεται η παραγωγή στην δική της, προσωπική της «μετάφραση». Αρχίζει η φλυαρία, η διάλεξη και η κατήχηση, καθηλωμένα, σχεδόν απειλιτικά, στην γαλλική, λεκτική «ωραιοπάθεια» της γλώσσας.

Εννέα, τον αριθμό, μεταφραστές, διαφορετικοί χαρακτήρες μεταξύ τους, προσλαμβάνονται, ώστε να μεταφέρουν τον τελευταίο τόμο της σπουδαίας τριλογίας, ο καθείς στην γλώσσα του, όπως στα αγγλικά από τον παράξενο, Σκωτσέζο Άλεξ (Αλεξ Λόθερ), στα γερμανικά από την νευρική Ίνγκριντ (Άνα Μαρία Στρουμ), στα ρωσικά από την ελκυστική Κατερίνα (Όλγκα Κιριλένκο), στα πορτογαλικά από την αντικομφορμίστρια Τέλμα (Μαρία Λείτε), στα δανικά από την καταθλιπτική Έλεν (Σίντσε Μπαμπέτ Κνούντσεν), στα μανδαρινικά από τον ρεαλιστή Τσεν (Φρέντερικ Τσόου), στα ισπανικά από τον «μουρμούρη» Χαβιέ (Εντουάρντο Νοριέγκα), στα ελληνικά από τον μαρξιστή Κωνσταντίνο (Μανώλης Μαυροματάκης) και στα ιταλικά από τον φανταχτερό Ντάριο (Ρικάρντο Σκαρμάτσιο). Όλοι τους είναι μια χαρά, καθώς και ο εξαιρετικός, Έλληνας ηθοποιός Μανώλης Μαυροματάκης, είναι υπέροχος, να στέκεται επαξίως στις απαιτήσεις του ρόλου. Αυτό είναι το καλό στήσιμο της ταινίας για να ξεχυθούν τα αινίγματα, οι γρίφοι και τα flashbacks για το ποιός τελικά είναι ο ένοχος, σε ένα σενάριο θριλερικού ύφους με ανάλαφρη κομψότητα άνευ εκτοπίσματος και ειδικού βάρους.

Photo Gallery «Οι Μεταφραστές»

«Περιφρόνηση»

(Le Mepris)



Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό δράμα

Παραγωγή: Γαλλία (1963) επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ζαν-Λικ Γκοντάρ

Με τους: Μπριζίτ Μπαρντό, Μισέλ Πικολί, Τζακ Πάλανς, Φριτς Λανγκ

Διάρκεια: 102΄

Διανομή: Neo Films

Ο Αμερικανός παραγωγός Τζέρεμι Πρόκος (Τζακ Πάλανς) προσλαμβάνει τον γνωστό Αυστριακό σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ (υποδύεται τον εαυτό του στην ταινία) προκειμένου να μεταφέρει στον κινηματογράφο την «Οδύσσεια» του Ομήρου. Δυσαρεστημένος με την «καλλιτεχνική» προσέγγιση που ακολουθεί ο σκηνοθέτης, προσλαμβάνει τον Πολ Ζαβάλ (Μισέλ Πικολί), συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών και θεατρικών έργων, για να επεξεργαστεί το σενάριο.

Η σύγκρουση μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εμπορικής απήχησης ακολουθεί μια παράλληλη πορεία με την προοδευτική αποξένωση του Πολ από τη σύζυγο του Καμίλ (Μπριζίτ Μπαρντό) η οποία φαίνεται να ξεκινά από τη στιγμή που ο Πολ αφήνει την Καμίλ μόνη με τον εκατομμυριούχο παραγωγό.

Το γιατί η «Περιφρόνηση» του τρομερού παιδιού της νουβέλ βαγκ, Ζαν Λικ Γκοντάρ, παραμένει διαχρονική, κλασική, αισθαντική, τρυφερή και συνάμα σκληρή, αισθητικά άψογη έπειτα από 57 χρόνια, οι λόγοι είναι πολλοί και πρώτος απ΄ όλους, πάντα προσωπικά αναφέρομαι, διότι μοιάζει σαν μια φαντασμαγορική, πλην όμως, παράταιρη βελονιά στο φιλμικό σύμπαν του Γάλλου σκηνοθέτη.

Φαινομενικά μια τέτοια παρέμβαση στο σινεμά του Γκοντάρ φαντάζει ιεροσυλία, αλλά η «Περιφρόνηση» αθωώνεται ομόφωνα, διότι ο Γκοντάρ ως αυθεντικός auteur μιας άλλης εποχής, ως φωτισμένος αντικομφορμιστής και επί της ουσίας ανήσυχος δημιουργός – συμφωνείς ή δεν συμφωνείς μαζί του - έφτιαξε την πιο εμπορική του ταινία, δικαιώνοντας τον όρο «σινεμά» μέσω του εαυτού του. Γουστάρω τον Γάλλο σκηνοθέτη για αυτή και μόνο την ταινία, καθώς κινηματογράφησε αριστουργηματικά ό,τι ακριβώς απεχθανόταν: την μεγάλη παραγωγή, το σινεμασκόπ, την εμπορικότητα, τα επιτηδευμένα τρικ για να πουλήσει η ταινία, τα φαντεζί, τα πλουμιστά και τα απαστράπτοντα παρελκόμενα. Ναι, τα κατάφερε και σε κανένα πλάνο ή σεκάνς της «Περιφρόνησης» δεν απουσιάζει το στιλ, ακόμα και στον τριαντάλεπτο καυγά του ζευγαριού ανάμεσα στην Μπριζίτ Μπαρντό και τον Μισέλ Πικολί, ακόμα όταν η ταινία ανοίγει με την Μπαρντό γυμνή. Η κάμερα του Ζαν Λικ συνεχίζει να είναι επικριτική, ενθουσιαστική, ερωτική και μελαγχολική, αιχμαλωτίζοντας τις αλληγορίες του, την προσωπική του σύνταξη στο ομηρικό δράμα, την ειρωνεία, αλλά και την αυτοαναφορά, καθώς ο Γκοντάρ είναι χωρισμένος από την μούσα της ζωής του, την Άνα Καρίνα. Φινέτσα σαν πραγματικό μετάξι από την γενιά του απέριττου υλισμού που ακόμα εμπνέει.

Σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Αλμπέρτο Μοράβια «Il disprezzo» (1954), διασκευασμένο από τον Γκοντάρ, σε παραγωγή του Κάρλο Πόντι και του Ζοζέφ Λεβίν και μουσική του Ζορζ Ντελερί, η «Περιφρόνηση» γυρίστηκε στο θρυλικό στούντιο της Τσινετσιτά και στη βίλα του Ιταλού συγγραφέα Κούρτσιο Μαλαπάρτε στο Κάπρι. Η ταινία ενδύθηκε με την κατάλληλη παρασκηνιακή φιλολογία και, φυσικά, είναι μια οξύτατη, κριτική αντιπαράθεση του Γκοντάρ στις αμερικάνικες κινηματογραφικές παραγωγές. Πάραυτα είναι μια ταινία ορόσημο, γεννημένη στον αμφιβληστροειδή χιτώνα της νουβέλ βαγκ, που άφησε εποχή.

Photo Gallery «Περιφρόνηση»

«Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί» 

(The Producers)



Είδος: Κωμωδία

Παραγωγή: Η.Π.Α. (1967), επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Μελ Μπρουκς

Με τους: Ζίρο Μόστελ, Τζιν Γουάιλντερ, Κένεθ Μαρς, Ανδρέας Βουτσινάς, Κρίστοφερ Γιούιτ

Διάρκεια: 88'

Διανομή: Summer Classics

Διακρίσεις: Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου στον Μέλ Μπρουκς


Ο ξεπεσμένος παραγωγός του Μπρόντγουεϊ, Μαξ (Ζίρο Μόστελ) για να συγκεντρώσει χρήματα καταφεύγει στο να γοητεύει ηλικιωμένες κυρίες και ο άτολμος λογιστής του, Λίον Μπλουμ (Τζιν Γουάιλντερ) για να διασωθούν από την οικονομική καταστροφή και να βγάλουν γρήγορα χρήματα, σκαρφίζονται την θεατρική κομπίνα του αιώνα. Ανεβάζουν στην θεατρική σκηνή ένα έργο για το οποίο ελπίζουν να αποτύχει τόσο θριαμβευτικά, που θα «κατεβεί» αμέσως μετά την πρεμιέρα του.

Έτσι, ανακαλύπτουν το μιούζικαλ: «Springtime for Hitler» (Άνοιξη για τον Χίτλερ), μια μουσικοχορευτική ιστορία αγάπης για τον δικτάτορα γραμμένη από τον πατριώτη και ταλαιπωρημένο ναζί Γερμανό Φραντς Λίπκιντ (Κένεθ Μαρς). Ο Μαξ και ο Λίο, αφού έχουν πουλήσει τα ποσοστά της παραγωγής απίστευτα παραπάνω από το εκατό τοις εκατό, θεωρούν ότι κανείς από τους επενδυτές δεν θα απαιτήσει πίσω τα χρήματα του από μια αποτυχία.

Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μελ Μπρουκς από την καρέκλα του σκηνοθέτη (επί δυο δεκαετίες περίπου έγραφε σενάρια), που δικαίως προκάλεσε αίσθηση και ακράτητα γέλια. Βραβευμένη κινηματογραφική παραγωγή με το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου στον Μέλ Μπρουκς και μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ Δεύτερου Ανδρικού Ρόλου στον Τζιν Γουάιλντερ, «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί» φιλοξενούνται στις κλασικές κωμωδίες του κινηματογραφικού πανθέου.

Γνωστός «προβοκάτορας», ενίοτε βιτριολικός ο Μελ Μπρούκς, ο σεναριογράφος, παραγωγός, συνθέτης και σκηνοθέτης Μελ Μπρουκς, ένα μοναδικό ταλέντο στον χώρο της 7ης Τέχνης, που χάρισε στο κινηματογραφόφιλο κοινό ασύλληπτες κωμωδίες όπως: «Φρανκενστάιν Τζούνιορ», «Μπότες, Σπιρούνια και Καυτές Σέλες» (Blazing Saddles), «Η Τελευταία Τρέλα του Μελ Μπρουκς» (Silent Movie), «Λίγο... πολύ... τρελούτσικος» (High Anxiety), αγαπήθηκε όσο κανένας άλλος σκηνοθέτης στα σέβεντις και τα έιτις. Αν και η συνέχεια του δεν ήταν το ίδιο επιτυχημένη, καθώς άρχισε να χάνει έδαφος από την αρχική του πρωτοτυπία, σκηνοθετώντας μια σειρά από κωμωδίες μπαλαφάρες, ο Μπρούκς παραμένει ο πολυπράγμων καλλιτέχνης που αναβίωσε στην μεγάλη οθόνη το σπιρτόζικο, κωμικό πνεύμα του Τσαρλς Τσάπλιν, καθιερώνοντας, επίσης τον Τζιν Γουάιλντερ ως σπουδαία περσόνα της σύγχρονης κωμωδίας.

«Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί» είναι ταινία γέλιου, σάτιρας, μια καθαρόαιμη κωμωδία καταστάσεων φτιαγμένη σε μια χρονική περίοδο που το Χόλιγουντ διανύει, ίσως, την μεγαλύτερη κρίση του. Ο εξαιρετικός Ζίρο Μόστελ, ο μοναδικός Τζιν Γουάιλντερ, ο Κένεθ Μαρς, αλλά και ο δικός μας Ανδρέας Βουτσινάς, ως χαρακτήρες, συστήνουν, εκείνη την εποχή, ένα, εντελώς, διαφορετικό και εμπνευσμένο είδος κωμωδίας. Ο Μελ Μπρουκς εμπλουτίζει το παράδοξο και το ακραίο με στοιχεία θεατρικότητας και ξεκαρδιστικών διαλόγων. Ταινία που διατηρεί την φρεσκάδα της, παρότι έχει ταξιδέψει επάνω της μισός αιώνας ζωής.

Για την ιστορία να αναφέρουμε, ένα περιστατικό όπως το αφηγήθηκε ο διάσημος Αμερικανός, κριτικός ταινιών Ρότζερ Έμπερτ: Έπειτα από την πρεμιέρα της ταινίας «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί», το 1967 στην Νέα Υόρκη, ο Μελ Μπρουκς μαζί με την ηθοποιό Αν Μπάνκροφτ και τον Έμπερτ βρίσκονται στο ασανσέρ, όπου μπαίνει μια γυναίκα η οποία αναγνώρισε τον σκηνοθέτη, λέγοντας του: «Οφείλω να σας πω, κύριε Μπρουκς, ότι η ταινία σας είναι χυδαία». Ο Μπρουκς, χαμογελώντας απάντησε: «Κυρία μου ανέβηκε κάτω από τη χυδαιότητα.»

Photo Gallery «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί»
«Στην γυάλα με την Γουάντα κολυμπούν φιλότεχνοι, σ...
«Παραμύθια φαντασίας και έρωτος, κλασικά και εικον...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/