28
Πεμ, Μάι

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Μίκης και Μάνος: Έχει δίκιο ο λαός μας που τους ταυτίζει», γράφει η Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

«Σχεδόν όλος ο κόσμος μας ταυτίζει. Τουλάχιστον ως μουσικούς και νομίζω ότι ο ελληνικός λαός έχει τελικά δίκιο να μας ταυτίζει. Κι αυτό γιατί θεωρώ πως η μεγαλύτερη ίσως προσφορά μας υπήρξε η συμβολή μας στην εξέλιξη και διαμόρφωση του ελληνικού τραγουδιού. Ενώ η κοινή μας αγάπη για την ποίηση και τους ποιητές οδήγησε την έμπνευση μας σε κείμενα μεγάλης αξίας που ντυμένα στις μελωδίες μας έγιναν κτήμα μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού» (Μίκης Θεοδωράκης)

Μία φωτογραφία με το Μίκη και το Μάνο στα νιάτα τους, που ανέβασε η Μαργαρίτα Θεοδωράκη στην ομάδα Φίλοι του Μίκη στο Fb , από το πολύ πλούσιο φωτογραφικό της αρχείο, στάθηκε η αφορμή για αυτή την προσέγγιση, που είναι αφιερωμένη στους ορθοστάτες ή πιο σωστά στους θρύλους της Ελληνικής μουσικής: τον Μέγα Μίκη και τον Μάνο που εξευγένισε το περιθώριο της ζωής με τις ευαίσθητες  μελωδίες και μεταγραφές, οι οποίες είναι εφάμιλλες με τα λαϊκά ορατόρια του Μίκη, μελοποιώντας τιτάνες ποιητές.

Κι επειδή όλα αυτά τα χρόνια έχει χυθεί πολύ μελάνι γι αυτό το πλησίασμα, από τους ειδήμονες κυρίως, θα αφήσω να μιλήσουν οι ίδιοι οι κορυφαίοι μουσουργοί, ο «ψηλός» και ο «χονδρός» όπως έχει καθιερωθεί να τους ονοματίζουν από τον σωματότυπό τους.




Ο Μίκης και ο Μάνος συναντήθηκαν για πρώτη φορά το φθινόπωρο του 1944.

Έτρεφε απεριόριστη  εκτίμηση και θαυμασμό ο ένας για τον άλλο, αλλά τη σχέση τους χαρακτήριζε μια συγκρουσιακή κατάσταση , που έφθανε σε ακραία σημεία.

Ασύλληπτοι οι καβγάδες τους. Μια φορά που συνέτρωγαν στο «Μαγεμένο Αυλό», το αγαπημένο εστιατόριο του Μάνου, ξεσήκωσαν τον τόπο με τις φωνές τους. Στο διπλανό τραπέζι έτυχε να κάθεται η Βυζαντινολόγος Ελένη Αρβελέρ, η οποία και σηκώθηκε από τη θέση της για να τους «σωφρονήσει»: «Δεν ντρέπεστε, είστε τα ινδάλματα όλης της Ελλάδας και τσακωνόσαστε σαν μαθητούδια», τους είπε και ηρέμησαν γιατί κατάλαβαν, ότι είχε δίκιο.

«Η αντίθεσή μας ειδικά ως προς τη μουσική υπήρξε ριζική. Εγώ ξεκίνησα με τη φιλοδοξία να γίνω κάποτε συμφωνιστής. Εκείνος κατέληξε να ερμηνεύει και μάλιστα με ένα δικό του μουσικό συγκρότημα, συμφωνικά έργα. Εγώ δεν εμπιστευόμουν την έμπνευση, αλλά εργάσθηκα σκληρά για να αποκτήσω τεχνική, εκείνος απολάμβανε τη ζωή του και εμπιστευόταν το ένστικτο και την ιδιοφυία του. Αλλά και σε σχέση με τη λαϊκή μας μουσική -ανεξαρτήτως του αποτελέσματος- οι αντιλήψεις και οι πρακτικές μας ήσαν εντελώς αντίθετες. Και νομίζω ότι αντανακλούσαν τις ιδεολογικές και πολιτικές μας αντιλήψεις. Ίσως ο Μάνος να αποδείχτηκε τελικά περισσότερο ρεαλιστής απέναντι στην έννοια «Λαός» από μένα που αμέσως μετά την Κατοχή τον αντιμετώπιζα με έντονη ρομαντική διάθεση σαν απόλυτη ηθική και πολιτιστική αξία» γράφει ο Μίκης Θεοδωράκης σκιαγραφώντας εν μέρει τη δική του αλλά και την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι.

«Θυμάμαι τη συζήτησή μας στο καθιστό του Λουμίδη», συνεχίζει  ο Μίκης, «όταν τα σύννεφα του Εμφύλιου σκέπαζαν τον ουρανό της Ελλάδας και όλοι μας προβληματιζόμαστε για το μέλλον.

Ήταν άνοιξη του 1947. Ο Μάνος αναλύοντας την κατάσταση λέει: «Το ΕΑΜ έχασε οριστικά τη μάχη. Είναι μάταιο να διακυβεύουμε τη ζωή μας και το ταλέντο μας σε μια χαμένη υπόθεση...». Όσο κι αν τα γεγονότα ήσαν δύσκολα για την Αριστερά, δεν υπήρχε τότε ούτε ένας αριστερός που να πίστευε κάτι τέτοιο. Το ίδιο κι εγώ.

Έτσι, όταν βρέθηκα σε λίγο εξόριστος στην Ικαρία, ενθυμούμενος τη συζήτηση αυτή, του έγραφα κι αυτός μου απαντούσε πάντοτε πάνω στο ίδιο πρόβλημα: το μέλλον της πατρίδας μας. Τελικά ξανασμίξαμε μετά το τέλος του Εμφύλιου.

Στο μεταξύ, όταν για ένα διάστημα ήμουν παράνομος το 1948, ο Μάνος φρόντιζε να με κρύβει σε φιλικά του σπίτια με κίνδυνο να συλληφθεί και να τιμωρηθεί γι' αυτό», σχολιάζει ο Μίκης Θεοδωράκης καταθέτοντας το συλλογισμό του,  που δείχνει το σεβασμό που είχε στην πολιτική σκέψη του ομότεχνού του.






Συνεργασίες με μουσικές αντιπαραθέσεις



Ο «Επιτάφιος»,  που γράφτηκε από τον Γιάννη Ρίτσο το 1936 μετά την απεργία των καπνεργατών στη συμπρωτεύουσα,  έφερε σε αντιπαραβολή τους γίγαντες της ελληνικής μουσικής  που ο καθένας είχε  τη δική του εκδοχή , ενώ και οι δύο κυκλοφόρησαν την ίδια περίοδο.

Ερμηνεύτρια στον «Επιτάφιο» του Χατζιδάκι ήταν η Νάνα Μούσχουρη και του Μίκη Θεοδωράκη ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Αποτέλεσμα αυτής της μουσικής κόντρας ήταν να διαχωριστεί και το κοινό.

Στην εκδήλωση που οργανώθηκε και ακούστηκαν και οι δυο βερσιόν ως η καλύτερη επικράτησε αυτή του Μίκη Θεοδωράκη. Ο Νίκος Παπανδρέου γράφει σχετικά στο βιβλίο του: «H μουσική του Mάνου όχι μόνο είναι μελωδικότερη και λυρικότερη, αλλά και προσεγγίζει το ρόλο της ποίησης στη μουσική με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από του Mίκη. Στον Mίκη φαίνεται ότι η μουσική υπηρετεί τις λέξεις και μεγεθύνει το νόημα, σαν μια τεράστια επιγραφή από νέον που λάμπει πάνω από την Ακρόπολη. Για τον Mάνο οι λέξεις υπηρετούν τη μελωδία

Το καλοκαίρι του 1963, ακολούθησε η τρίτη εγγραφή του κατά Θεοδωράκη «Επιταφίου» του Ρίτσου με την εποπτεία του ίδιου του συνθέτη με ερμηνεύτρια  την Μαίρη Λίντα, σολίστ στο μπουζούκι τον Μανώλη Χιώτη, αλλά και μικρή ορχήστρα εγχόρδων, αποτελούμενη από τρεις μουσικούς της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών που τότε διηύθυνε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Στα μέσα εκείνης της δεκαετίας, λίγο πριν έρθει η χούντα  και σχεδόν παράλληλα με τη «Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν», αρκετά από τα κομμάτια του «Επιταφίου» ηχογραφήθηκαν και με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη στη Σοβιετική Ένωση. «Από την στάση μας αυτή», διευκρινίζει ο Μίκης Θεοδωράκης, « νομίζω, προέκυψε η βασική μας αντίθεση ως προς το λαϊκό τραγούδι που εκείνος το αντιμετώπισε απ’ έξω και εκ των άνω -σαν λόγιος συνθέτης- και το θεωρούσε σαν πρώτη ύλη, ενώ εγώ, ζυμωμένος και ταυτισμένος όπως είπα με αυτό το ασαφές αμάλγαμα, τον «Λαό», ένιωσα πραγματικά σαν λαϊκός συνθέτης (προσθέτοντας για να ακριβολογώ το «έντεχνο»), δήλωσα μαθητής των Τσιτσάνη, Βαμβακάρη κ.λπ. και προσπάθησα να προχωρήσω το ίδιο το λαϊκό τραγούδι εκ των έσω και όχι εκ των άνω.»



Νίκος Γκάτσος, Μάνος Χατζιδάκης και Μίκης Θεοδωράκης

Το 1964 μια άλλη πόλη, μια «Μαγική Πόλη», ανέβηκε στη σκηνή του θεάτρου Παρκ. Η Μαγική πόλη, σε μουσική Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, απετέλεσε -κατά την Ελένη Βλάχου («Μεσημβρινή», 24.6.1963)- αφορμή «καλλιτεχνικής μονομαχίας» των δύο συνθετών με νικητή τον πρώτο. Επρόκειτο για μια μουσική παράσταση, των Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη. Τα σκηνικά και τα κοστούμια είχε επιμεληθεί ο Μίνως Αργυράκης. Τις χορογραφίες ο Μανόλης Καστρινός. Τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε και πάλι ο Λεωνίδας Τριβιζάς.

Στο πρόγραμμα της παράστασης ο Μάνος Χατζιδάκις έγραφε: «Η Μαγική Πόλη, είναι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, του Μίκη και μένα … είναι ένα δραματικό έργο. Οι στίχοι έχουν κοινωνικό περιεχόμενο και, περιέργως πώς, ερωτικόν. Αυτό είναι ακριβώς και το δραματικό στοιχείο των στίχων. Μπορώ να σας πω ακόμα ότι είμεθα απόλυτα πεπεισμένοι πως η Μαγική Πόλη είναι ένα ιστορικό έργο με την τραγική μοίρα των μεγάλων έργων. Δεν πρόκειται δηλαδή να ξαναπαιχτεί ποτέ και πουθενά.»

Το 1978  ο Μάνος Χατζιδάκις κάνει τη μουσική προσωπογραφία του Μίκη Θεοδωράκη εξυμνώντας τον και παρουσιάζοντας «έναν Μίκη Θεοδωράκη τέτοιο που δεν τον φανταστήκατε ποτέ κι ούτε τον μάθατε ποτέ», όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στον πρόλογο του κειμένου του:  «…Αλλά ποιοι είναι αυτοί που ξέρουνε τη μουσική του σημασία μέσα στον χώρο μας; Κι ακόμα ότι ο Θεοδωράκης δεν έγραψε μόνο τον «Ζορμπά» ή το «Πέντε-πέντε-δέκα..» με τα οποία πολλοί νομίζουν πως εκεί τελειώνει η προσφορά του. Ούτε πάλι οι άλλοι, οι περισσότεροι, που ερμηνεύουν τη μεγαλοσύνη του γιατί τους καθηλώνει στα γήπεδα με τις ώρες και τους κινητοποιεί εσωτερικά. Δεν είναι μόνο αυτό.

Ο Θεοδωράκης είναι βαθειά και πλατειά μουσικός και λειτουργεί παράλληλα σ’ άλλες λιγότερο γνωστές στιγμές, με ακρίβεια και με συνείδηση των πηγών του και των στόχων του, με ευαισθησία και με τεχνική απαράμιλλη. Αυτές είναι οι στιγμές που τον τοποθετούν στο μέλλον, σίγουρα και παντοτινά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας ποταμός σπανίων μελωδιών που έχει βαθιές τις ρίζες του στον αραβικό χώρο κι όχι μόνο στην Κρήτη. Από την Κρήτη πήρε την επική μεγαλοστομία και λεβεντιά που σφραγίζει τους ρυθμούς του. Απ’ τα νησιά του Αιγαίου τη χάρη του και τη λεπτεπίλεπτη δεξιοτεχνία του. Κι από τη βόρεια Ελλάδα τους βαθείς αναστεναγμούς της μουσικής του. Όσοι θέλησαν να τον μιμηθούν, το μόνο που κατάφεραν ήταν να φτιάξουν μια μονότονη μπροσούρα που προκαλούσε αθεράπευτη πλήξη και ανία στον ακροατή. Η επανάσταση χωρίς ταλέντο είναι για να κοιμάσαι ασφαλώς κι όχι για να λιθοβολείς.»

Και καταλήγει ο Μάνος: «Αρχίζω τη δεύτερη σειρά των τραγουδιών που διάλεξα του Θεοδωράκη μ’ ένα από τα πιο λυρικά τραγούδια που έχουν γραφτεί στην νεότερη Ελλάδα, και με μοναδική την ερμηνεία της Φαραντούρη. Αυτό το τραγούδι είναι ένα αριστούργημα, το περιέχουμε και μας αποκαλύπτει: «στης νύκτας το μπαλκόνι παγώνει ο ουρανός.»

Το 1984 ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης είχαν προγραμματίσει να δώσουν δύο συναυλίες στην Κρήτη, διοργανωμένες από τον δήμο Ηρακλείου. Την πρώτη μέρα ο Μάνος και τη δεύτερη ο Μίκης. Όπως και έγινε! Σε εκείνη την πρώτη συναυλία, ο Χατζιδάκις παρουσίασε το ολοκαίνουργιο έργο του «Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς» με ερμηνευτές τους Νένα Βενετσάνου, Βασίλη Λέκκα, Έλλη Πασπαλά και Ηλία Λιούγκο.

Όταν τελείωσε η συναυλία οι δυο δημιουργοί και οι συντελεστές συνέφαγαν σε μια ταβέρνα και ο Μίκης θέλοντας να προκαλέσει την οργή του Μάνου σχολίασε σε αυστηρό ύφος:

«Μα, καλά τι σόι τραγούδι ειν' αυτό που πήγες κι έγραψες;»

«Ποιο;» απάντησε έκπληκτος ο Χατζιδάκις!

«Εκείνο ΄κει που λέει «πονούν οι ρώγες μου, θα' χεις τα πόδια σου ανοιχτά κλπ.»», συνέχισε ο Μίκης, αναφερόμενος φυσικά στο τραγούδι Ερωτική άσκηση για τέσσερις, σε στίχους του Χατζιδάκι.

Ο Μάνος δεν μίλησε και όπως φάνηκε περίμενε τη συναυλία της επόμενης μέρας του Θεοδωράκη. Τελειώνει κι εκείνη η συναυλία, ξαναβρίσκονται  στην ταβέρνα κι εκεί ο Μάνος λέει του Μίκη:

«Τα ανοιχτά πόδια κι οι ρώγες σε πείραξαν, εσύ τραγούδι ειν' αυτό που έγραψες;»

«Ποιο;» ρωτάει ο Μίκης, το ίδιο έκπληκτος όσο κι ο Μάνος την προηγούμενη.

«Ε, δεν ξέρεις», συνεχίζει ο Χατζιδάκις, «Αυτό που λέει: «Να τη πετιέται από ψηλά κι αγριεύει και θεριεύει, και τα λοιπά και τα λοιπά»». Οι παρευρισκόμενοι γέλασαν μέχρι δακρύων.




Ο Μάνος Χατζιδάκις όταν βρισκόταν υπό το κράτος του θυμού συνήθιζε να λέει: «Με τον Μίκη δεν έχομε καμία σχέση παρά μόνο την κατάληξη –ακης στο επίθετο μας για αυτό και εγώ είπα να την γράφω με «ι» Χατζιδάκις. Πέρναγε μια εβδομάδα και του πέρναγε ο θυμός, όταν τον ξαναρωτούσαν έλεγε « όχι μωρέ, άλλαξα την κατάληξη γιατί το η Χατζιδάκης με παχαίνει!»

Ο Μίκης αναφερόμενος στην παρουσία του Μάνου στη ζωή του παραδέχεται: «…υπήρξε διαρκής και έντονη. Πιστεύω, ότι το ίδιο κατά κάποιον τρόπο συνέβη και με κείνον. Σε όλη τη διάρκεια της συνύπαρξης μας υπήρχε ταυτόχρονα απώθηση και ταύτιση, απαξίωση (απόρριψη κριτική) και εκτίμηση, σκεπτικισμός και θαυμασμός, πολεμική και συνεργασία. Στο βάθος δεν φταίγαμε εμείς, αλλά τα γονίδια μας, που είχαν μεταξύ τους τόσο βαθιές αντιθέσεις και ταυτόχρονα μιαν ανεξήγητη αμοιβαία έλξη

»Η μαγεία ήταν το αποκαλυπτικό στοιχείο του Χατζιδάκι, αδιάφορο αν αυτοσχεδίαζε στο πιάνο, αν έπαιξε το «Κομπολογάκι» του Μητσάκη με το δικό του μοναδικό τρόπο ή αν σου μιλούσε για τον Εγγονόπουλο ή τον Μάλερ. Έπρεπε να περάσουν χρόνια για να συμφιλιωθεί με το μπουζούκι. Εξάλλου ο Χατζιδάκις της μεταχουντικής εποχής είχε αρχίσει να αποβάλλει τις παλιές, αριστοκρατικές του αντιλήψεις. Θα έλεγα, ότι ξαναγύριζε όλο και πιο πολύ στις εφηβικές του αριστερές ρίζες. Χαρακτηριστικό του Χατζιδακι υπήρξε η πρώιμη ωριμότης του. Η ευφυΐα και η αντίληψη του τον καθιστούσε ξεχωριστό μέσα στο περιβάλλον και στην εποχή του. Παράλληλα διέθετε ένα άκρως ευαισθητοποιημένο ένστικτο και εκλεπτυσμένο γούστο που τον βοηθούσε να ανακαλύπτει την ομορφιά και την αλήθεια όταν οι άλλοι ήσαν ακόμη ανυποψίαστοι. Στο τέλος οδηγήθηκε σε μια θαυμαστή ωριμότητα που αντανακλούσε υπευθυνότητα και σοφία. Έτσι, συνέλαβε και εξέφραζε την ουσιαστική προοδευτική ουσία της ιστορικής συγκυρίας. Τουλάχιστον εγώ σπάνια αρνήθηκα τόσο πολύ, αλλά και θαύμασα ακόμα πιο πολύ έναν άνθρωπο.»



Ο Μίκης αποχαιρετά τον Μάνο του






Στέκοντας στον άνθρωπο Μάνο Χατζιδάκι, που τον γοήτευε, ο Μίκης Θεοδωράκης έχει να πει πολλά δηλώνοντας την απέραντη τρυφερότητα που ένοιωθε για εκείνον: «…είχε θερμό χαρακτήρα. Κακώς κατά τη γνώμη μου προβάλλεται η αναμφισβήτητα ισχυρή, ερωτική του πλευρά. Για μένα προείχε η φιλική του διάσταση. Αυτή που του προσέδιδε ένα βαθύτατο ανθρώπινο χαρακτήρα στις σχέσεις του. Και ακόμη πιο πολύ νομίζω, το στοιχείο της αγάπης.»

»Για μένα αυτό το τελευταίο ήταν που με γοήτευε και με συγκινούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.  Έτσι, ανεξάρτητα από τις περιπέτειες των σχέσεών μας, ένιωθα πάντα μια απέραντη τρυφερότητα για τον ευάλωτο Χατζιδάκι που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρύψει από τους ξένους τη βαθιά πληγή της αγάπης που τον έκαιγε, αλλά και τον ανανέωνε συγχρόνως. Ήμουν γι' αυτόν σε κάθε δύσκολη στιγμή του ο μεγάλος του αδελφός. Στις προσωπικές μας σχέσεις μου άρεσε να τον ακούω να μιλάει. Δεν τον διέκοπτα ποτέ και πάντα συμφωνούσα με τις όποιες ιδέες, σχέδια, οράματά του. Απέπνεε σε κάθε στιγμή αυθεντικότητα, πρωτοτυπία και πολύ συχνά μαγεία. Νομίζω πως ναι, η μαγεία ήταν το αποκαλυπτικό στοιχείο του Χατζιδάκι.»

Μας συγκλόνισε δε με τη στάση του ο Μίκης Θεοδωράκης, όταν αποχαιρέτισε το Μάνο Χατζιδάκι στις 15 Ιουνίου του 1994. Φανερά συγκινημένος αποκάλυψε:

 «Ο Μάνος είχε ησυχάσει και άρχισε να ομορφαίνει. Ήταν πάρα πολύ όμορφος. Τον πλησίασα του έκλεισα τα μάτια και του είπα «Καλή Αντάμωση Μάνο μου» και έφυγα».

Πηγές:

  • Η ελληνική, μεταπολεμική μουσική
  • Αρχεία Μίκη Θεοδωράκη (διαδικτυακοί τόποι)
  • Έλληνες μουσικοί και συνθέτες του 20ου αιώνα
  • Μάνος Χατζηδάκις: ο Μέγας Ερωτικός
  • Ιστορία της ελληνικής μουσικής
  • Αρχεία Μάνου Χατζιδάκι (διαδικτυακοί τόποι)
«Όταν η μουσική εμπνέεται από το ζωικό βασίλειο!»,...
«Prince: Η Επανεκτίμηση», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares