04
Σαβ, Απρ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Κορόνα… γράμματα και ό,τι κάτσει!», κριτική των ταινιών της εβδομάδος

4567

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 29

Στην κινηματογραφική ταινία «Ο Χαρτοπαίκτης (The Cincinnati Kid – 1965), ταινία ορόσημο για τους φανατικούς της πράσινης τσόχας, σε σκηνοθεσία του Νόρμαν Τζούισον, ο πολύ καλός τζογαδόρος με το ψευδώνυμο Κιντ, που υποδύεται ο αξέχαστος Στιβ ΜακΚουίν, θέλει να ρίξει από το υψηλό βάθρο του πόκερ τον μετρ Λάνσι Χάουαρντ, που ερμηνεύει ο μοναδικός Έντουαρντ Ρόμπινσον. Ο Κιντ είναι ο νέος σε ηλικία δυνατός παίκτης, ο οργανωτικός, ο προσεκτικός, ο καλά διαβασμένος, το new face on the block που δεν έχει ηττηθεί από κανέναν, μαζεύοντας άφθονο χρήμα και γνώση στα περί των τραπουλικών συστημάτων του πεντάφυλλου πόκερ. Ως αλάνι, που είναι, μπαινοβγαίνει στις χαρτοπαικτικές λέσχες και στα μυστήρια, καπνισμένα καταγώγια, παίζοντας με κάθε καρυδιάς καρύδι έχοντας αποκτήσει την κατάλληλη εμπειρία, για να κτυπηθεί κατά μέτωπο, στα ίσια όπως λέμε, με τον γκράντε «δάσκαλο». Ο σκοπός είναι να εκθρονίσει τον βασιλιά του stand up πόκερ – ένα φύλλο κλειστό πέντε ανοιχτά- και να στεφθεί ο ίδιος το νούμερο ένα της πιάτσας. Οι υψηλοί στόχοι, που εκπορεύονται από την γνώση του πόκερ αλλά και τον παρορμητισμό της ηλικίας είναι το κάδρο που απεικονίζει ρομαντικά την επιθυμία του νεαρού Κιντ. Το φρέσκο, το νέο εναντίον του παλαιού, του έμπειρου της πράσινης τσόχας.

Το επικό τραπέζι τελικά κανονίζεται με πέντε παίκτες και τον Σούτερ να αναλαμβάνει χρέη ενός όχι και τόσο «καθαρού» ντίλερ, που παίζει ο Καρλ Μάλντεν. Ο χαρτοπαικτικός μαραθώνιος ξεκινάει, που θέλει νικητή μόνον έναν και από τον πρώτο γύρο ο υδράργυρος στο θερμόμετρο χύνεται στα κόκκινα, για να καταλήξει στο τέλος μονομαχία ανάμεσα στον Λάνσι και τον Κιντ.

Ο Κιντ θέλει ολοκάθαρο παιχνίδι, δίχως κλεψιές και στημένες μοιρασιές, ώστε η νίκη του να είναι κρυστάλλινη, διαυγής και καταγεγραμμένη ως η απόλυτη ήττα του «προφέσορα» από τον νεαρό σε ηλικία, καλύτερο του, παίκτη. Όλα πάνε καλά μέχρι που το δυνατό φουλ του άσσου του Κιντ χάνει αυτοκρατορικά από την κέντα χρώμα στην ντάμα, δηλαδή από το κυρίαρχο φλος στα καρό του «μάστορα» Λάνσι.

Η ήττα για τον νεαρό παίκτη Κιντ είναι ένας κόλαφος, ένας σεισμός των 12 Ρίχτερ, που ερήμωσε συθέμελα ό,τι έκτιζε τόσα χρόνια. Το παιχνίδι όμως είναι τζάμι, τίμιο που βασικό ρόλο παίζει η τεχνική ενός βετεράνου με την δήθεν μπλόφα του, όταν αυτή συγκρούεται στην χειμαρρώδη, καμιά φορά επιπόλαιη, ιδιοσυγκρασία και την λανθασμένη εκτίμηση από έναν νεότερο παίκτη, που διεκδικεί τα σκήπτρα της πρωτιάς. Ο Κιντ, σαφώς, δεν διάβασε καλά τον «μπαρουτοκαπνισμένο» Λάνσι και έπεσε επάνω στον τρισθεόρατο βράχο του για να καταλήξει ναυάγιο, σε ένα, κατά τα άλλα, καθαρό παιχνίδι πόκερ.

Σε αντίθεση με τον «Χαρτοπαίκτη» του Τζούισον, η ταινία του Τζον Νταλ «Rounders», που προβλήθηκε το 1998 και η θεματική της είναι πάλι η πράσινη τσόχα και το πόκερ, επίσης πολύ καλή του είδους, αφηγείται το πάθος του φοιτητή, της Νομικής Μάικ με την τράπουλα και το αμερικάνικο πόκερ. Ο νεαρός Μάικ, ρόλος ενσαρκωμένος από τον πολύ καλό Ματ Ντέιμον στο ξεκίνημα της υποκριτικής του καριέρας, είναι πάλι ένα έξυπνο «poulet» του πεντάφυλλου Texas Holdem, βάζοντας σκοπό να «πατήσει κάτω» σε μια τετ α τετ μονομαχία τον κλαμπάρχη και τζογαδόρο Τέντι Κα Γκε Μπε, που στο πρόσωπο του Τζον Μάλκοβιτς ο Ρώσος κακοποιός με κώδικα και ηθική αποκτά τσαρικές διαστάσεις. Εδώ όμως ο ξανθούλης clean cut υποψήφιος δικηγόρος και «αρρωστάκι» του τζόγου, έχει τον δαίμονα του, που ακούει στο όνομα Γουόρμ και είναι ο απίθανος Έντουαρντ Νόρτον στον ρόλο του δυνατού παίκτη μεν, αλλά του αθεράπευτου κομπιναδόρου δε, που «στήνει» την τράπουλα μάγκικα για να μαδάει με τον φίλο του τα «θύματα» παίκτες, κλέβοντας τους ασύστολα. Κάτι, βέβαια, που δεν συμφωνεί ο Μάικ.

Η ταινία του Νταλ είναι ένα δεξιοτεχνικό ψυχογράφημα στο πάθος του πόκερ, εκεί που η αδρεναλίνη πιάνει ταβάνι, καταστρέφοντας λαμπρούς νόες, όπως αυτός του Μάικ, αλλά και μια έντεχνη χαρτογράφηση στους ανθρώπους θύματα άνευ ελπίδος, αυτά που λένε οι έμπειροι τζογαδόροι, ταμάμ για «ξεπουπούλιασμα». Η στημένη τράπουλα, η αβανταδόρικη μοιρασιά στο τραπέζι από το σαΐνι Γουόρμ, τα υποτιθέμενα άτσαλα, υψηλά «κτυπήματα» από το ξεφτέρι Γουόρμ για να παρασύρει τους παίκτες με το χρήμα, το στρατηγικής σημασίας ξαφνικό πάσο, πάλι, από τον χαρτοκλέφτη, πειστικό Γουόρμ, για να πάρει, φυσικά, «κεφάλι» ο συνεργός με το καλό, «στημένο» φύλλο, την συμπαθή φατσούλα, που είναι παικτάρα μεγάλη κι αυτός και να αφήσουν στο τέλος ρέστους τους ανίδεους.

Το κάθε στημένο παιχνίδι είναι οργανωμένο εξ' αρχής στην παραμικρή του λεπτομέρεια από τους εμπνευστές του και διαφυγή δεν υπάρχει για τα κορόιδα. Το τρικ, η παραπλάνηση, ο αποπροσανατολισμός, το δέλεαρ, η υποκριτική, η επιδεξιότητα, η εμπειρία, η εγρήγορση και τέλος η καλή γνώση της ψυχολογίας είναι τα όπλα του κάθε κλέφτη, άρπαγα και λωποδύτη, που κατέχει καλά τα τερτίπια της τράπουλας αλλά και των παικτών και θέλει να «σηκώσει» το τραπέζι, στέλνοντας τους υπόλοιπους παίκτες σε βαθύ ύπνο άφραγκους.

Το καλό «στήσιμο» σε ένα χαρτοπαικτικό τραπέζι πολλών δισεκατομμυρίων με πολλούς παίκτες, οπωσδήποτε χρειάζεται πάνω από δυο απατεώνες για να περικυκλωθούν γερά τα θύματα, όποια κι αν είναι αυτά, ώστε να αποκτηθεί στα γρήγορα ο έλεγχος και ο συντονισμός του τραπεζιού και να είναι ακριβής και επιτυχής η κάθε κίνηση. Επίσης, χρειάζεται ένα αληθοφανές σενάριο, τραγικό πολλές φορές, για να πειστούν οι αμέριμνοι, ότι όντως βιώνουν μια αλήθεια και είναι οι πρωταγωνιστές αυτής της αλήθειας. Οι ιθύνοντες, οι εμπνευστές και αρχιτέκτονες του «στησίματος», ως γνωστόν δεν έχουν συναισθήματα για τα θύματα τους, γιατί η λύπηση, το έλεος και ο οίκτος δεν συνάδουν με τους καθ΄ έξιν κακοποιούς και εγκληματίες με συγκεκριμένη τακτική, μέθοδο και πρόγραμμα.

Αγαπητοί μου φίλοι, προσέξτε το σημαντικότερο. Υπάρχει η στιγμή στο τραπέζι που δείχνει ότι το παιχνίδι κυλά ισόρροπα, δίκαια – αναφέραμε για αληθοφανές σενάριο – και τα θύματα ενθαρρύνονται, αλλά και αποπροσανατολίζονται, νομίζοντας ότι έχουν πιάσει τον πάπα από τα ράσα. Το χρήμα στο κέντρο της πράσινης τσόχας ρέει ποταμηδόν, υπάρχει αναταραχή, δράση, ένταση, μικροί πανικοί πολιορκούν το εντός σύστημα του αμέριμνου παίκτη, αλλά η αγνωσία, καθότι θύματα άνευ ελπίδος, δυστυχώς, είναι η βασιλεύουσα του τραπεζιού. Τότε, στον πυρετό αυτού του καλά οργανωμένου σιρκουί των απερίγραπτων, ετερόκλητων καταστάσεων με στόχο, πάντα, τον αποπροσανατολισμό, οι απατεώνες, οι κλέφτες, οι άρπαγες, που έχουν στήσει το παιχνίδι στα μέτρα τους με αληθοφανή ταχυδακτυλουργικά κόλπα, θα αποκαλύψουν το κρυφό χαρτί για τους ίδιους, αυτό που θα ολοκληρώσει το άψογα μελετημένο σχέδιο υπέρ τους και το φινάλε, όπως καταλαβαίνετε, θα είναι το ολοκαύτωμα για τους βλάκες παίχτες, βεβαίως, βεβαίως…

Στην έξαψη του παιχνιδιού, στον πανικό εν όψει μιας καταστροφής, στα φουσκωμένα από έπαρση και εγωισμό στήθη, στη θερμότητα που γεννά ο κρύος ιδρώτας του: «ζω ή πεθαίνω», στην θολωμένη σκέψη λόγω αγνωσίας, ουδείς θα καταλάβει την διαφορά με την εμφάνιση του λεγόμενου κρυφού χαρτιού από την στημένη τράπουλα, που, βέβαια, είναι αυτό που θα σφραγίσει μοιραία την βραδιά κάτι που ήταν εξ'  αρχής προσχεδιασμένο.

Το ντούκου στο πόκερ είναι σπουδαίο κτύπημα για τους έμπειρους παίχτες, καθώς βλέπουν ψύχραιμα τι παίζεται γενικώς στο τραπέζι. Το πάσο στην αψάδα του παιχνιδιού δεν είναι ήττα, αγαπημένοι μου. Είναι η στιγμιαία υποχώρηση ύψιστης στρατηγικής σημασίας και δεν καταλήγεις ταπί. Με το πάσο στην κρίσιμη στιγμή βρίσκεσαι ακόμα στο παιχνίδι, είσαι ενεργός και εάν, πραγματικά, θέλεις να συμμετέχεις και στον επόμενο γύρο για να παρακολουθήσεις με καθαρό μυαλό τις κινήσεις, σίγουρα θα ανακαλύψεις τους απατεώνες, τους κλέφτες και τους άρπαγες, που σε παρασύρανε ως θύμα άνευ ελπίδος σε χαρτοπαικτικό τραπέζι με «στημένη» τράπουλα. Στο μοίρασμα των χαρτιών και το τελευταίο χαρτί που θα πέσει είναι δομημένη όλη η περίτεχνη κομπίνα.

Όπως λειτουργούν οι σωστοί και εγκεφαλικοί παίκτες, στις πεντάφυλλες μπόμπες και στον μονό με αλλαγή κούκο -ακόμα και σε αυτόν που, πιθανώς, θα φέρει το Έαρ- στο άνοιγμα τους παίζονται πάντα: après les avoir vus (αφού τα έχεις δει), ποτέ στα τυφλά!


«Μάντεψε Ποιός Ήρθε Για τα Γενέθλιά Σου;»

(Fête de Famille)




Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Γαλλία (2019)

Σκηνοθεσία: Σεντρίκ Καν

Με τους: Κατρίν Ντενέβ, Εμανουέλ Μπερκό, Βενσάν Μακένι, Σεντρίκ Καν

Διάρκεια: 101'

Διανομή: Filmtrade

Μια μεγάλη οικογένεια συγκεντρώνεται στο σπίτι της στην νότια Γαλλία για να γιορτάσει τα γενέθλια της μητέρας που γίνεται 70 χρόνων. Είναι όλοι εκεί: η μητέρα, ο πατέρας καθώς και οι δυο γιοι τους: ο ένας με την γυναίκα του και τα δύο του παιδιά και ο άλλος με την καινούργια του φίλη από την Αργεντινή, οι οποίοι έχουν φέρει μαζί και μια κάμερα για να καταγράψουν τις όμορφες οικογενειακές στιγμές. 

 Όλα μοιάζουν να πηγαίνουν μια χαρά, μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο και εμφανίζεται η μικρότερη κόρη της οικογένειας, που όλοι έχουν πολύ καιρό να δουν.

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Σεντρίκ Καν στην 11η ταινία του («Ανία», «Περίσσια Ευτυχία») σκηνοθετεί τα γυναικεία, γενικώς, αντανακλαστικά εν μέσω αντιδράσεων, θέσεων και αντιθέσεων σε μια ταινία με μονοδιαστάτη οπτική, την Κατρίν Ντενέβ σε πρώτο πλάνο, άνευ ρυθμού και ατμόσφαιρας. Η ταινία «Μάντεψε Ποιος Ήρθε για τα Γενέθλιά σου;» (με το ειρωνικό, σχεδόν απειλητικό ερωτηματικό στο τέλος του τίτλου από την ελληνική διανομή) περιστρέφεται στο νευραλγικό σύστημα συμπεριφοράς μιας πραγματικά προβληματικής, πολυμελούς οικογένειας, που τα μέλη της επιλύουν παλαιές καταστάσεις και τα του οίκου τους στην διάρκεια της ημέρας των γενεθλίων της μάνας.

Το σεναριακό ενδιαφέρον του Καν (ο οποίος πρωταγωνιστεί και στην ταινία) επικεντρώνεται στα έργα και τις ημέρες των θηλυκών αυτής της οικογένειας, στήνοντας τον ανδρικό πληθυσμό της φαμίλιας έτσι, ώστε να μοιάζει με διεκπεραιωτική παρουσία στην όλη δράση. Κωμικοτραγικές καταστάσεις, που στο θρόνο αυτής της «αυλής των θαυμάτων» βρίσκεται η Κατρίν Ντενέβ (πρώτη φορά συνεργάζεται η Ντενέβ με τον Σεντρικ Καν), σε ένα φιλμ που θέλει να αντλήσει θεατρική υπόσταση, αλλά δεν έχει ούτε το άρωμα της κομεντί, μηδέ του δράματος, αλλά της καταγραφής ενός συνηθισμένου, κοινωνικού φαινομένου, που διατρέχει το μυϊκό ιστό των περισσοτέρων οικογενειών.

Η θρυαλλίδα που θα ανατινάξει την μπαρουταποθήκη, είναι η κόρη που εμφανίζεται στην γιορτή έπειτα από πολλά χρόνια. Τα γνωστά και μη εξαιρετέα που σέρνει η κάθε οικογένεια στις εκτός φαίνεσθαι καταστάσεις της, όπως αντιπαλότητες, κληρονομικά, κόντρες, παράπονα στήνονται επιδερμικά, ανάλαφρα, αλλά και βαρύγδουπα στο φράγκικο τραπέζι για να λυτρωθούν κάπου μεταξύ τυριού, αχλαδιού και γαλλικού κρασιού από τους εύφορους αμπελώνες της νότιας Γαλλίας. Τίποτα το ενδιαφέρον δεν διαφαίνεται στην ταινία, ώστε να γίνει ένας ενδιαφέρον πόλος έλξης στο διαφορετικό και το πρωτότυπο, από τον θεατή. Ο Καν με την σκερτσόζικη ιδέα του εγκλωβίζεται, άνευ διαφυγής, σε ρηχή τάφρο με χορτασμένους κροκόδειλους.
«Περί Aοράτων και Oρατών Aπειλών», κριτική των ται...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares