02
Τετ, Δεκ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Κομήτες, σκύλοι και πολιτική», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

129888--


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 47

Η ιστορία δίδαξε πως μια ή δυο υποχωρήσεις δεν έκριναν έναν πόλεμο. Η υποχώρηση είναι κίνηση τακτικής για ανασυγκρότηση. Ο μακεδονικός στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου ουδέποτε υποχώρησε και ουδέποτε ηττήθηκε στα δέκα συνεχόμενα χρόνια ατελείωτων μαχών. Μερικούς αιώνες αργότερα, ο οργανωμένος ρωμαϊκός στρατός, έπειτα από την όποια υποχώρηση του στο πεδίο της μάχης, κίνηση που οι αντίπαλοι την έκριναν ως ήττα, έφτιαχναν αμέσως τρανή σπουδή απόλυτα επικεντρωμένη στα δικά τους λάθη και στα πλεονεκτήματα του εχθρού, ώστε να καλυτερεύσουν. Η επόμενη σύγκρουση με τον ίδιο εχθρό, φυσικά, ήταν νικηφόρα και οι διαβασμένοι Ρωμαίοι, βεβαίως, οι νικητές.

Η ελληνική ιστορία δίδαξε, πως ο ρίψασπις είναι ο δειλός πολεμιστής, αυτός που ο φόβος της μάχης τον κυρίευσε καθολικά, πέταξε το όπλον, δηλαδή την ασπίδα του και ετράπη σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους συμπολεμιστές του να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, εγκαταλείποντας τούς ιερούς όρκους περί υπερασπίσεως της πατρίδας. Οι δειλοί και οι τρομαγμένοι, αυτοί που έβαλαν τον εαυτό τους πάνω από τα ιδανικά της ελευθερίας και λειτούργησαν, ως ο σώζων εαυτόν σωθήτο, είτε ο στρατός τους κέρδιζε, είτε έχανε την μάχη, οι ριψάσπιδες αντιμετωπιζόντουσαν ακριβώς όπως και οι προδότες, με θάνατο.

Μηδέ ο φόβος, μηδέ ο τρόμος είναι ικανοί να σε κυριεύσουν όταν αμύνεσαι για την πατρίδα σου. Είσαι στο πεδίο της μάχης και νικάς ή χάνεσαι, πάντα, ελεύθερος. Η ιστορία δίδαξε, πως άπαντες οι μακρινοί, αλλά και οι πιο πρόσφατοι πρόγονοί μας αγωνίστηκαν, χάθηκαν στα πεδία των μαχών όχι για τους εαυτούς τους, αλλά για τους απογόνους τους, το μέλλον της πατρίδας τους, να είναι τα τέκνα τους και τα τέκνα των τέκνων τους ελεύθεροι και η πατρίδα τους ακέραιη, απόρθητη, ασφαλής και αδούλωτη.

Στην κοχλάζουσα χύτρα της όποιας μάχης κρίθηκαν οι μορφές, οι ήρωες και οι φοβισμένοι που λιποθυμούσαν στην όψη του επικείμενου θανάτου, οι δειλοί που ξεσπούσαν σε κλάματα και τα γόνατα τους λύγιζαν αλλά παρέμεναν στις γραμμές τους. Οι χειρότεροι όλων είναι αυτοί που πέταξαν στο έδαφος τα όπλα τους, παράτησαν εκτεθειμένους τους συμπατριώτες τους και σαν λαγοί εξαφανίστηκαν από τον πόλεμο για να επιστρέψουν, εάν και εφόσον αλλάξουν τα πράγματα όπως διατυμπανίζουν, δίνοντας, δήθεν και καλά, τον δικό τους αγώνα στα ξένα και ως «διανοούμενοι της φακής» να γράφουν, εκ του ασφαλούς, αράδες, σχολιάζοντας καυστικά την υπάρχουσα, οδυνηρή κατάσταση, που διάγει η Ελλάδα. Κάποιοι από εμάς έχουν τέτοιους ανθρώπους στο στενό ή στο ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον. Άνθρωποι άνω των 45 και 50 χρόνων, που επέλεξαν την φυγή αντί της μάχης και τηλεφωνούν για να μάθουν τα νέα: «τι κάνετε εκεί στην άμοιρη ελλαδίτσα ρε, πως την γαζώνετε στην μιζέρια και την κακομοιριά;.» Πόσο ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι μου αυτή η αντιμετώπιση.

Κριτική και πάλι κριτική άνευ ψυχής και θετικών πράξεων εκ του μακρόθεν. Λόγια παχυλά και κούφια πίσω από προστατευμένα ταμπούρια, μακριά από τον πυρακτωμένο κλοιό του πολέμου, είναι το γνωστό σπορ του σύγχρονου, δειλού ανθρώπου. Είναι εντελώς διαφορετικό το αγωνίστηκα με όλο μου το είναι, πιάστηκα αιχμάλωτος και δραπετεύω από τα δεσμά της «φυλακής» και εντελώς διαφορετικό εγκαταλείπω την κρίσιμη στιγμή την μάχη.

Αναγκαστικά εξορίστηκε ο άνθος, το απαύγασμα της χώρα μας, οι λαμπροί νέοι μας με τα βαρβάτα πτυχία, την γνώση και την αδάμαστη θέληση για πρόοδο και εργασία, μόνο και μόνο για να μπορούν να επιβιώσουν στα ξένα, αλλιώς εδώ μόνο ζητιάνοι θα κατέληγαν. Και η νιότη με φρόνηση, πιστέψτε με, δεν αντέχει την εξαθλίωση. Το μέλλον μας ταξίδεψε ξανά στο παχνί του Μινώταυρου, ως σπονδή.

Υπάρχουν και εκείνοι οι ώριμοι και οι βολεμένοι, που μόλις τα βρήκαν σκούρα, έχοντας την οικονομική άνεση, μάζεψαν τα συμπράγκαλα τους και διακτινίστηκαν σε χρόνο dt προς άλλη γη, σε άλλα μέρη με την δικαιολογία, πως δεν ταιριάζει σε αυτούς το πολίτευμα και οι πολιτικοί της χώρας. Και από εκεί στα ξένα, χρησιμοποιώντας τα γνωστά κανάλια και τους γνώριμους, ψηφιακούς διαύλους επικοινωνίας, αρθρογραφούν και τα «χώνουν» ακίνδυνα, τακτοποιημένοι όπως είναι στην συνειδησιακή τους ασυλία, πιστεύοντας πως τραυματίζουν το κουβέρνο. Και οι υπόλοιποι, οι εμείς εδώ, ματώνουν οι σάρκες και οι ψυχές μας, από τις επιθέσεις του εχθρού, κι όμως ακόμα πολεμάμε.

Η ιστορία δίδαξε περίτρανα, πως ουκ ολίγοι «εξόριστοι», που βίωναν μποέμικα την ωραιότητα, την ασφάλεια και την ελευθερία της αλλοδαπής την περίοδο της επταετούς δικτατορίας, επανέκαμψαν πρώτοι, κατόπιν εορτής, στην πατρίδα, δαφνοστεφανομένοι και αγιοποιημένοι από τον αμαθή λαό, ως «σωτήρες», «εθνάρχες», «αντιστασιακοί», αλλά και «πιονέροι της αλλαγής». Η ιστορία τα δίδαξε!



«Greenland: Το Τελευταίο Καταφύγιο»

(Greenland)

Είδος: Δραματική περιπέτεια, δράση φαντασίας

Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2020)

Σκηνοθεσία: Ρικ Ρόμαν Βο

Με τους: Τζέραρντ Μπάτλερ, Μορένα Μπάκαριν, Ρότζερ Ντέιλ Φλόιντ, Σκοτ Γκλεν

Διάρκεια: 119΄

Διανομή: Spentzos Film


Ο κομήτης Κλαρκ και τα θραύσματά του απειλούν σοβαρά την Γη με αφανισμό. Ο Tζον Γκάριτι (Τζέραρντ Μπάτλερ – πραγματικά καλός!) θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να προστατέψει την γυναίκα και τον μικρό του γιο και να βρεθούν όλοι μαζίσε ένα ασφαλές καταφύγιο.

Η ώρα μηδέν για τη μεγάλη σύγκρουση πλησιάζει και η οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη με πολλά εμπόδια που την κρατούν μακριά από την σωτηρία.


Έντιμη, ειλικρινής κινηματογραφική παραγωγή, ευπρεπώς ευθυγραμμισμένη στο είδος των disasters films, δίχως φανφάρες και αναμασημένη διδακτέα ύλη, περί οικολογικών μηνυμάτων. Ο Καλιφορνέζος σκηνοθέτης Ρικ Ρόμαν Βο, επιστρατεύει ξανά τον action hero των Χάιλαντς, Τζέραρντ Μπάτλερ («Ο Φύλακας Άγγελος Έπεσε» - 2019) και τον αφήνει ελεύθερο σε ένα δραματικό, καταστροφικό οδοιπορικό που, πρωτίστως, κρίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος του πλανήτη.

Στην φλόγα της ουράς παρόμοιων ταινιών που άφησαν πίσω τουςοι ταινίες, όπως η μελό αστερόεσσα των εφέ «Αρμαγεδδών» και η πιο ανθρώπινη και συναισθηματική «Ολέθρια Σύγκρουση», ο Ρικ Ρόμαν Βο, χρησιμοποιεί ως «σκηνικό» τον ορμητικό κομήτη με πορεία πρόσκρουσης την επιφάνεια της Γης, για να καταδείξει τις ανθρώπινες συμπεριφορές σε στιγμές βιβλικού αφανισμού ή αν θέλετε λόγω των καταστάσεων που βιώνουμε αυτή την εποχή, μιας παγκόσμιας πανδημίας.

Σεναριακή και κατά συνέπεια σκηνοθετική γραμμή επικεντρωμένη στους χαρακτήρες, που πάντα ενδιαφέρει τους πιο ψυχανεμισμένους θεατές και φανατικούς της κινηματογραφικής καταστροφολογίας, καθώς πρώτοι οι δημιουργοί, Φρανκ Ντάραμποντ και Άντζελα Κάνγκ, της επιτυχημένης, τηλεοπτικής, ζομπι-σειράς «Οι Ζωντανοί Νεκροί», επέκτειναν τα μάλα και παρουσίασαν. Στην χρονική διάρκεια της όποιας καταστροφής, φυσικής ή τεχνητά βιολογικής, στον πανικό και στην αίσθηση της απώλειας και του ανθρώπινου τέλους, αλλά και στον αγώνα της σημαντικής επιβίωσης ο μεγαλύτερος αντίπαλος δεν είναι η ίδια η καταστροφή, αλλά ο απρόβλεπτος ανθρώπινος παράγοντας και οι συμπεριφορές του. Θετικοί και αρνητικοί χαρακτήρες κρίνονται ξεκάθαρα.

Βέβαια, με τον Τζέραρντ Μπάτλερ πρωταγωνιστή δεν απουσιάζει η δράση, όπως επιβεβλημένα προτείνει μια ταινία τους είδους, μηδέ και τα εφέ καταστροφής. Τα παραπάνω όμως είναι και χαρά αλφαδιασμένα στην ροή της παραγωγής, το ίδιο και ο Μπάτλερ και πάνω στο σενάριο του Κρις Σπάρλινγκ, παρακολουθούμε απλά, ρεαλιστικά και ανθρώπινα την οδύσσεια του καθημερινού ανθρώπου Tζον, ως προς την διάσωση της γυναίκας του Άλισον (Μορένα Μπάκαριν) και του μικρού γιού του Νέιθαν (Ρότζερ Ντέιλ Φλόιντ), από τον κομήτη που θα καταστρέψει ολοσχερώς τον πλανήτη.

Εν μέσω πανδημίας covid-19 και με το αναμενόμενο φινάλε, η ταινία «Greenland: Το Τελευταίο Καταφύγιο» δεν σε στέλνει για βαθύ χασμουρητό.

Photo Gallery «Greenland: Το Τελευταίο Καταφύγιο»


«Ακαταμάχητος»

(Irresistible)

Είδος: Πολιτική σάτιρα, κωμωδία

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία : Τζον Στιούαρτ

Με τους: Στιβ Καρέλ, Κρις Κούπερ, Ρόουζ Μπερν, Μακένζι Ντέιβις, Τόφερ Γκρέις

Διάρκεια: 101'

Διανομή: Tulip Entertainment


Ο φιλόδοξος λομπίστας Γκάρι Ζίμερ (Στιβ Καρέλ – καλός, όπως πάντα άλλωστε) οργανώνει τη στρατηγική επικοινωνίας για το στρατόπεδο των Δημοκρατικών. Στα κεντρικά του αμερικάνικου, φιλελεύθερου κόμματος αντιλαμβάνονται ότι οι θέσεις τους βρίσκουν αντίκρισμα μόνο στην αστική ιντελιγκέντσια και στη λεγόμενη ελίτ. Προσπαθούν, επομένως, να απευθυνθούν στον απλό επαρχιώτη και στον καθημερινό άνθρωπο του μόχθου. Ο Γκάρι θα ανακαλύψει έναν εκκολαπτόμενο λαϊκό ήρωα, στο πρόσωπο του απολιτίκ, επαρχιώτη και πρώην πεζοναύτη Τζακ Χάστινγκ (Κρις Κούπερ- καλός), τον οποίον θα αναλάβει να στρατολογήσει ώστε να κατέβει υποψήφιος στις εκλογές και να «πιάσει» επικοινωνιακά τα λαϊκά στρώματα εκ των έσω. 

Στο επιτελείο του φιλόδοξου πρωταγωνιστή θα βρεθεί η κόρη του αγνού επαρχιώτη ήρωα και πολλοί εθελοντές που νοιάζονται για το μέλλον της μικρής κοινότητας. Οι Ρεπουμπλικάνοι θα αποπειραθούν να ανατρέψουν τον σχεδιασμό του Γκάρι, επιστρατεύοντας την δυναμική λομπίστρια Φέιθ Μπρούστερ (Ρόουζ Μπερν - καλή) για να αντιμετωπίσει και να εκθέσει τον αντίπαλο της.

Κωμωδία, πλήθους κάμψεων και κυβιστήσεων πολιτικής σάτιρας δια χειρός, σενάριο και σκηνοθεσία, του βραβευμένου με Emmy, Αμερικανού κωμικού και τηλεοπτικού παρουσιαστή Τζον Στιούαρτ, γνωστού από την διάσημη, πολιτική εκπομπή του «The Daily Show», αλλά και δυο φορές παρουσιαστής της βραδιάς των Όσκαρ το 2006 και το 2008.

Ο Πωλονο-εβραίος επιτυχημένος σταντ απ κομίντιεν και μετέπειτα τηλεπαρουσιαστής Τζον Στιούαρτ (Τζόναθαν Στιούαρτ Λίμποβιτζ είναι το ονοματεπώνυμο του), έπειτα από το σκηνοθετικό του ντεμπούτο: «Άρωμα Ελευθερίας» το 2014 με σοβαροφανές, βιογραφικό δράμα του Ιρανο-Καναδού δημοσιογράφου Μαζιάρ Μπαχαρί, αποφασίζει να ρίξει τον φακό και την πένα του με χιουμοριστική διάθεση και γουντιαλενικό κλίμα που ο ίδιος θαυμάζει, στο παρασκήνιο της πολιτικής σκηνής. Το μεγάλο ερώτημα, είναι: « γιατί σκηνοθέτης;», το οποίο ερώτημα θα παραμείνει αναπάντητο, όπως τόσα άλλα παρόμοιων αποριών.

Λομπίστες «παίζουν» παιχνίδια στις πλάτες των ψηφοφόρων, αφελών και μη, δημιουργώντας ευτράπελες καταστάσεις, που ξεφεύγουν από το έδαφος της πραγματικότητας και του ρεαλισμού, καθότι η σύγχρονη πολιτική σκηνή ναι μεν είναι φαιδρή και άνευ φαντασίας όχι όμως άφρων.

Ξαναζεσταμένο ταινιακό έδεσμα, με τις λαϊκότροπες χαριτωμενιές, που τις στηρίζει άψογα ο πολύ καλός Στιβ Καρέλ, ένας δοκιμασμένος ηθοποιός, κατά βάση κωμικός, ο οποίος έχει περάσει με θετικό πρόσημο και στην δραματική υποκριτική σφαίρα. Το σενάριο είναι αναπτυγμένο σε βατούς, γνωστούς διαδρόμους, δηλαδή στο προσκήνιο της ζωής του πρώην πεζοναύτη και απλού επαρχιώτη, που ως Δελαπατρίδης υπερασπίζεται τα δικαιώματα όσων απασχολούνται στην «μαύρη» εργασία, όπερ γίνεται το ορεκτικό υποκείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, αλλά και στο πολιτικό παρασκήνιο που εκδηλώνεται ανάμεσα σε δυο image makers, που κονταροχτυπιούνται για το ποιος θα επικρατήσει στην «αρένα».

Αστειάκια, σάτιρα, πολιτικές τεχνικές, ανταγωνισμός, ολίγον τρυφερότητα και χλιαρό συναίσθημα για δέσει η αμερικάνικη, εύπεπτη ταινία με τον Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία, γνωρίζοντας, βέβαια, πόσο Δημοκρατικός και πόσο αντι-Ρεμπουμπλικάνος είναι ο Τζον Στιούαρτ. Εκατόν ένα λεπτά προβολής με τον Στιβ Καρέλ να σώζει κάπως την κατάσταση, ψεκάσατε, σκουπίσατε, τελειώσατε.

Photo Gallery«Ακαταμάχητος»

«Οι Ζωές που δεν Έζησα»

(The Roads Not Taken)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Αγγλία (2020)

Σκηνοθεσία: Σάλι Πότερ

Με τους: Χαβιέ Μπαρδέμ, Σάλμα Χάγιεκ, Ελ Φάνινγκ, Λόρα Λίνεϊ

Διάρκεια: 85'

Διανομή: Odeon


Ο Λεό (Χαβιέ Μπαρδέμ) και η κόρη του Μόλι (Ελ Φάνινγκ) ζουν στη Νέα Υόρκη Η ψυχολογική κατάσταση του πατέρα μοιάζει να ξεπερνάει τα όρια της λογικής. Η σκέψη του ταξιδεύει σε διαφορετικές πραγματικότητες που θα μπορούσε να έχει ζήσει, από τον γάμο του με την παλιά του αγαπημένη στο Μεξικό, την πιθανή καριέρα του ως ντράμερ στην Νέα Υόρκη ή ακόμη και στη μοναχική ζωή του σε ένα απομακρυσμένο ελληνικό νησί.


Η Αγγλίδα σκηνοθέτις Σάλι Πότερ, πέρα από τον «Ορλάντο» του 1992, βραβευμένη ταινία ιστορικής περιόδου, βασισμένη στο εξαιρετικό μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ, που έκανε την ηθοποιό Τίλντα Σουίντον γνωστή και αγαπητή στο κινηματογραφόφιλο κοινό, δεν έχει προσφέρει έως σήμερα κάτι το δυνατό και το εμπνευσμένο. Το άκρως μικροαστικό «The Party» του 2017, με την Κριστίν Σκοτ Τόμας, είναι από τις ταινίες που ξαφνικά ξεμένουν από πολύτιμο οξυγόνο και σβήνουν στα μισά του δρόμου από ασφυξία.

«Οι Ζωές που δεν Έζησα», είναι ένα άμορφο δημιούργημα από την αρχή έως το τέλος της. Όσο δύσκολο είναι να διεισδύσει στον γυναικείο ψυχισμό ένας άνδρας σκηνοθέτης, τόσο ακατόρθωτο είναι μια γυναίκα σκηνοθέτις να αφηγηθεί τα υπαρξιακά θέματα ενός άνδρα, που έχει ολοκληρώσει σημαντικούς κύκλους ζωής.

Η Πότερ λειτουργεί σαν ανιστόρητος μετανάστης στο ανδρικό μυαλό με αφελείς και προχειροσυνταγμένες περιηγήσεις στην υπαρξιακή άβυσσο ενός μεσήλικα. Τα ακατανόητα παράλληλα σύμπαντα, τα οράματα, οι απολογισμοί και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες της ανδρικής, νοητικής δυναμικής, τοποθετημένα στην γρήγορη ταχύτητα του σεναριακού και σκηνοθετικού της μίξερ, καταλήγουν σε μια παχύρευστη μαρμίτα δίχως γεύση, άρωμα και σχήμα.

Ο δε Ευρωπαίος γόης Χαβιέ Μπαρδέμ, εκτός του ότι στην ταινία είναι μια εικονογραφημένη απογοήτευση με το άσβεστο, θλιμμένο, ταλαιπωρημένο, χαμένο βλέμμα στο πρόσωπο του, έχει καταντήσει ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο της Γηραιάς Ηπείρου: όπου τον καλούν τρέχει και παίζει.

Photo Gallery «Οι Ζωές που δεν Έζησα»

«Oι Άγνωστοι Αθηναίοι»

Είδος: Ντοκιμαντέρ

Παραγωγή: Ελλάς (2020)

Σκηνοθεσία - Φωτογραφία: Αγγελικής Αντωνίου

Μουσική: Σεραφείμ Γιαννακόπουλος

Διάρκεια: 76'

Διανομή: Filmtrade

Το ντοκιμαντέρ της Αγγελικής Αντωνίου «Οι Άγνωστοι Αθηναίοι» παρακολουθεί την ζωή των αδέσποτων σκύλων στο κέντρο Αθήνας και τη σχέση τους με τους ανθρώπους και τον χώρο γύρω τους.

Ένα ταξίδι στις διαδρομές ανθρώπων και των ζώων και ταυτόχρονα ένα πορτραίτο που προσπαθεί να αποκαλύψει την καρδιά μιας Αθήνας που συνεχώς παίρνει νέα μορφή.

Συμπαθητική, ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση της βραβευμένης σκηνοθέτιδας Αγγελικής Αντωνίου («Eduart», «Χαμένες Νύχτες», «Donousa»), που για έξι χρόνια, όπως η ίδια αναφέρει, παρακολούθησε και αιχμαλώτισε στον φακό της κάμερας τούς αυθεντικούς «αλήτες» των Αθηνών. Έπειτα από το ντοκιμαντέρ Τουρκάλας Τσεϊντά Τορούν με τις επτά «Γάτες της Κωνσταντινούπολης» (2016), σειρά στην μεγάλη οθόνη έχουν τα αδέσποτα σκυλιά της ελλαδικής πρωτεύουσας, ο Διονύσης, ο Ιάσωνας, η Φωτούλα, ο Σωκράτης, ο Χρήστος και ακόμα μερικά, γνωστά σε όλους εμάς συμπαθή τετράποδα, που τα συναντάμε συχνά όταν κυκλοφορούμε στην Αθήνα. Ενώ οι «γάτες» της Τορούν διαθέτουν στόρι και χαρακτήρες, τα «σκυλιά» της Αντωνίου, είναι απλά ένα οδοιπορικό στα πολυσύχναστα σημεία του αθηναϊκού κέντρου, ως μοναδικό φαινόμενο, που δεν υφίσταται σε άλλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, καθώς μόνο στην Ελλάδα υπάρχουν αδέσποτα ζώα.

Εδώ, πρωταγωνιστές δεν είναι μόνο οι σκύλοι που περιφέρονται νυχθημερόν στους δρόμους ψάχνοντας για τροφή, ασφάλεια και λίγα χάδια, αλλά και οι προστάτες τους άνθρωποι, μερικοί, απλοί, καθημερινοί Αθηναίοι που έχουν ταχθεί να ταΐζουν και πειθαρχημένα να φροντίζουν με ανιδιοτελή αγάπη αυτή την ήσυχη και καλόκαρδη παρέα των μαλλιαρών, τετράποδων φίλων. Ο κύριος Σπύρος Ασπιώτης, ο κύριος Αχιλλέας Αδάμ, ο κύριος Παύλος Γιάννοπουλος είναι οι αθέατοι, φύλακες άγγελοι των «Άγνωστων Αθηναίων», που συστήνονται στην κάμερα της Αντωνίου και μιλούν για τα μύρια προβλήματα και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν τα αδέσποτα ζώα.

Άριστη η φωτογραφία της Αγγελικής Αντωνίου σε ένα ευαίσθητο ντοκιμαντέρ, που κάλλιστα θα μπορούσε να διαθέτει τον μισό χρόνο προβολής του και να είναι το ίδιο αξιόλογο.

Photo Gallery «Oι Άγνωστοι Αθηναίοι»
«Έλα παππού μας να σου δείξω τα αμπελοχώραφά μας…»...
«Κόζα Νόστρα, Κινέζα αμαζόνα και μια «χαμένη» Τζέν...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares