21
Τετ, Απρ
Tο διάβασαν 667 άτομα (667 Views)

«Ιστορίες Κινηματογραφικής Τρέλας Νο 33: «Τα Κοράκια»»

UNDE222300-019


Η βραχύβια ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής κατάφερε να εικονοποιηθεί καθολικά μέσα από την 7η Τέχνη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το Χόλιγουντ δεν άφησε γεγονός και δεν αγνόησε μορφή, που είτε θετικά, είτε αρνητικά έγραψε την μικρή ή την μεγάλη ιστορία του στην νεώτερη ζωή του βόρειου τμήματος της ηπείρου. Βέβαια, όπως άριστα γνωρίζετε, όλοι οι απόκληροι, τα κακοποιά στοιχεία, οι φτωχοδιάβολοι της Ευρώπης, τα καθοδηγούμενα στίφη από την προτεσταντική πυξίδα και το καθολικό φραγγέλιο, βαφτίστηκαν αυθαίρετα ως έποικοι και ξεφορτώθηκαν ως λαθρομετανάστες στην γη της Εσπερίας, δημιουργώντας υπό το καθεστώς της απόλυτης βίας και των ολοκαυτωμάτων τον επονομαζόμενο Νέο Κόσμο.

Η μέκκα του σινεμά, από την στιγμή της δημιουργίας τής κινηματογραφικής Τέχνης, έδωσε βαρύτητα σε σενάρια από το νωπό, ιστορικό παρελθόν της Αμερικής, φτιάχνοντας πλήθος ταινιών με διάκοσμο την γνωστή σε όλους μας Άγρια Δύση, όπου τα Κόλτ και το φονικό μολύβι ήταν ο κυρίαρχος Νόμος. Αγριάδα, πιστολίδι, θάνατοι για την κυριαρχία της γης, για το μοίρασμα των εξουσιών, αλλά και της εξασφάλισης πλούτου εντός των πρώτων αστικών και των περιφερειακών κοινωνιών της αχανούς ηπείρου ήταν σε πρώτο πλάνο για την τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού, αλλά και μιας ιστορικής αρχειοθέτησης μέσω της εικονο-κουλτούρας, γενναία πασπαλισμένης με ακραία προπαγάνδα, για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και τις απρέπειες της. Σε αυτές τις ξύλινες πόλεις, που όλοι μας απολαμβάνουμε στην μεγάλη οθόνη ως διάκοσμο στις ταινίες του είδους, δυο ήταν οι βασικοί ρόλοι: του καλού και του κακού, δηλαδή, ας πούμε, του νομοταγή και προστάτη σερίφη της πόλης ή του όποιου άξεστου, βρωμίλου παλικαρόπουλου και ο ρόλος του κακού εγκληματία πιστολέρο σε σόλο δράση ή ακολουθούμενου από την πολυμελή συμμορία του, απειλώντας την ισορροπία, την ευταξία, την όποια πρόοδο, αλλά και το εύνομο σύστημα της νεοσυσταθείσας μικρής ή μεγαλύτερης πόλης.

Υπάρχει όμως και ένας τρίτος ρόλος εντός των μικρών και κλειστών κοινωνιών των ξύλινων χωριών της αχανούς υπαίθριας χώρας. Μια μορφή πιο αφανής που φαίνεται ασήμαντη, αλλά χρήσιμη τα μάλα, καθώς ουδέποτε απουσίαζε από τα σενάρια του είδους και είναι αυτή του νεκροθάφτη. Πόλη της Άγριας Δύσης με άφθονο πιστολίδι και θανατικά δίχως την παρουσία της σκοτεινής, σχεδόν απόκοσμης, φιγούρας τού «grave digger» (ταφο-σκαφτιά) ή του «undertaker» (εργολάβου κηδειών), η ταινία, πιστέψτε με, μοιάζει άδεια, αφάνταστη, ανιαρή και ορφανή.


Ο νεκροθάφτης στις ταινίες γουέστερν είναι η εμβληματική μορφή που δεν μιλάει σχεδόν καθόλου, περιφέρεται βλοσυρός, πολλές φορές ανέκφραστος στην σκονισμένη πόλη σαν άγγελος θανάτου, ντυμένος στα μαύρα με ομόχρωμο, ημίψηλο ή πλατύγυρο καπέλο, όπου έπειτα από το όποιο μακελειό ή απαγχονισμό είναι αυτός που θα σπεύσει να πάρει τα ακριβή μέτρα στο πτώμα για να φτιάξει το «ξύλινο κοστούμι», τον σταυρό και να οργανώσει τα της ταφής, πάντα επ' αμοιβή και ποτέ στο τζάμπα, ούτε καν στο βερεσέ. Ο συγχωρεμένος, πιθανώς, να χρωστούσε της Μιχαλούς και να ήταν η επιτομή του ρεμαλιού, που ακόμα και χρήματα να μην έχει, κάποια χρήσιμα τιμαλφή, όπως το ρολόι, το πιστόλι με την θήκη, τις μπότες, ακόμα και το άλογο, την σέλα, θα τα καρπωθεί ο «εργολάβος κηδειών» για τα απολύτως απαραίτητα διαδικαστικά, αποκομίζοντας και ένα, διόλου ευκαταφρόνητο, κέρδος από την αξιοποίηση τους. Εάν, πάλι, ο αποδημήσας είναι ταπί και ψύχραιμος, η πόλη θα αναλάβει τα έξοδα. Αποδεδειγμένα είναι η πιο κερδοφόρος δουλειά και από τα αρχαία χρόνια έως σήμερα, μαζί με αυτή της ιερόδουλης και του ιερέα, πάσης φύσεως και ύφους θρησκειών, έχουν σίγουρη, εξασφαλισμένη πελατεία και άφθονο χρήμα. 

Ο νεκροθάφτης, κυρίες και κύριοι, ο γνωστός, επί του ελληνικότερου, «τσίφτικου» λεξιλογίου, επονομαζόμενος και ως το «κοράκι», είναι η διεκπεραιωτική, αναγκαία περσόνα της αστικής, αλλά και της αγροτικής κοινωνίας, αυτός που θα οδηγήσει το άψυχο, ανθρώπινο κέφυλος στην χωμάτινη αγκαλιά της μάνας Γης και ποτέ δεν θα βρεθεί ζημιωμένος οικονομικά.

Ο ρόλος του νεκροθάφτη είναι διττής σημασίας, καθώς, πρακτικά, καθαρίζει την πόλη από τα ανθρώπινα κουφάρια και αναλαμβάνει την τελετή της εξόδιου ακολουθίας, ενώ συμβολικά, η ανατριχιαστική θωριά της σκοτεινής, απόκοσμης, σαν σκιά του ερέβους μορφή του, δίνει στους ανθρώπους το έναυσμα να στοχαστούν, έστω, για ελάχιστα δευτερόλεπτα την ματαιότητα, αλλά και την φιλοσοφική διάσταση στην τρανή αξία της ζωής και του Τέλους της. Σε πολλά γουέστερν φιλμ έχουμε δει, επίσης, την ανατριχιαστική εικόνα, έξω από το γραφείο τελετών του κάθε νεκροθάφτη, να φιγουράρουν τα όρθια, ανοιχτά φέρετρα με το πτώμα τού, συνήθως κακού, ταραξία νεκρού ως εκφοβισμό, αλλά και σαν ρεκλάμα, ότι η πόλη εξουδετερώνει τα αναρχικά στοιχεία, με τα διάφορα ενημερωτικά και προειδοποιητικά σημειώματα, που είναι καρφιτσωμένα επάνω του, όπως: «Αλογοκλέφτης», «Φονιάς», «Ληστής», «όποιος τα βάζει με τον Νόμο της πόλης εδώ καταλήγει» ή σε πιο σκωπτικό ύφος: «Αυτός ατύχησε!».

Ο εργένης ή ο νυμφευμένος με οικογένεια νεκροθάφτης, δίχως να εντάσσεται στους περιθωριακούς της μικρής κοινωνίας, αλλά στους χρήσιμους πολίτες, είναι ο μοναχικός άνθρωπος της πόλης. Εάν διαθέτει οικογένεια, τέκνα και δη άρρενα, τότε έχουν εξασφαλισμένη εργασία οι πρόγονοι του, αφού η ανθηρή οικονομικά δουλειά τού πατέρα θα εξασφαλίζει ένα σίγουρο, επικερδές, επαγγελματικό μέλλον. Οι πολίτες δεν έχουν πολλά πολλά με το «κοράκι» και μόλις διασταυρωθούν μαζί του ρίγη απλώνονται στο σώμα, σκύβουν το κεφάλι, άλλοι σταυροκοπιούνται, εκφωνούν, σιωπηλές ευχές για ευζωία, δίνοντας μάλιστα και υποσχέσεις στον Θεό περί διορθωτικών κινήσεων αποποιούμενοι φοβικά τον όποιο έκλυτο βίο τους. Μοιάζει σαν να συναντούν αυτοπροσώπως τον βαρκάρη του Αχέροντα, αλλάζουν δρόμο, σιωπούν απότομα, ενώ ταυτόχρονα σέβονται τον νεκροθάφτη με μια παγωμένη υποταγή, που κυριαρχεί στα μυαλά τους σαν κολασμένη ιδέα του τρόμου, πως τα έχει βρει με τον διάολο και με τον Άγιο Πέτρο και είναι ο επιλογέας των ψυχών για το ύστατο ταξίδι τους. Μια σημαντική, λοιπόν, συμβολή του νεκροθάφτη ως προς το σκεπτικό των ανθρώπων, είναι όταν η ισχνή, μαυροντυμένη μορφή του εμφανιστεί ξαφνικά στον δρόμο της πόλης, να ερμηνευτεί ευθύς ως το ολοζώντανο αντίβαρο για την ενάρετη επαναφορά κάθε ανθρώπινης, ανήθικης επιθυμίας, που τραμπαλίζεται ντομπαρισμένη και ακόλαστα στα αμαρτωλά βασίλεια των εφήμερων απολαύσεων. Το μακάβριο παρουσιαστικό του, δίχως λόγια και περισπούδαστα κηρύγματα απλά υπενθυμίζει στους ανθρώπους, το που θα καταλήξουν και ότι ποτέ δεν είναι αργά να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.


Ο νεκροθάφτης είναι κι αυτός ένας επιχειρηματίας της πόλης, όπως άλλωστε είναι όλοι oi επιχειρηματίες και τίποτα παραπάνω, καθώς συνάπτει άρρηκτες, επαγγελματικές σχέσεις με το ιερατείο, γιατί ως γνωστόν το «διάβασμα» από την πλευρά των ιερέων αφορά την ψυχή και κάπως το σώμα του εκλιπόντος, ενώ τα δέοντα της πομπής και της ταφής είναι απολύτως δική του «δουλειά». Εάν η υποχρέωση του ιερέα είναι η «ανιδιοτελής» διάσωση και η «προστασία» των «ναυαγισμένων» ψυχών, τότε, ο ρόλος του νεκροθάφτη είναι η επί του κέρδους ευπρεπής τακτοποίηση του δερμάτινου, ανθρώπινου σκεύους στον επιλεγμένο χώρο για να ενοποιηθεί με τη γη. Ο νεκροθάφτης είναι αυτός που σκάβει τον λάκκο και αυτός που στο τέλος μοναχικά τον σκεπάζει με το σάρκινο περιεχόμενο εντός του. Κάθε φτυαριά χώμα είναι και μια σκέψη του, ξεκινώντας από την διαπίστωση, το πόσο εύκολα το δίποδο καταλήγει ανάσκελα στα δύο μέτρα υπό της γης, έως ό,τι δεν πληρώθηκε καλά για αυτή την κηδεία ή το πιο ανθρώπινο: τι θα γευματίσει την επόμενη ώρα μαζί με την οικογένεια του. Τόσο απλά.

Ο επαγγελματίας νεκροθάφτης για να τελέσει σωστά το έργο του επιβάλλεται να είναι αποστασιοποιημένος από κάθε είδους συναίσθημα οίκτου και λύπης για τον νεκρό, αλλά στέκεται ακλόνητος, πάντα βλοσυρός και αμίλητος κατά την διάρκεια της τελετής. Στις πόλεις της Άγριας Δύσης, που δεν έχουν την δυνατότητα της παρουσίας ιερέως, ο νεκροθάφτης θα «ρίξει» και δυο λόγια αποχαιρετισμού, που έχει κουτσομάθει ή αποστηθίσει για να μην πάει εντελώς αδιάβαστη η ψυχή του συγχωρεμένου, όπως: «All are of the dust, and all turn to dust again» (Όλα είναι από σκόνη και πάλι σκόνη γίνονται), από τον Εκκλησιαστή της Βίβλου ή το αγγλικανικό και πιο σύνηθες των προτεσταντών: «Earth to earth, ashes to ashes, dust to dust» (Γη στη γη, στάχτη σε στάχτη, σκόνη σε σκόνη).


Αυτή η, εξαιρετικά, εμβληματική φιγούρα των ταινιών με θέμα την Άγρια Δύση, απόκτησε την δική της αίγλη, καθώς ουκ ολίγοι τον αριθμό συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί και ποιητές τίμησαν με έργα τους άλλοτε επιθετικά και αντιδραστικά στην ιδέα του θανάτου, άλλοτε φιλοσοφικά και ρομαντικά τον μακάβριο ρόλο του νεκροθάφτη. Ο ορισμός και η απόκοσμη έννοια του «grave digger» (ταφο-σκαφτιά) ή του «undertaker» (εργολάβου κηδειών), απώλεσε την λαμπρότητα της καλλιτεχνικής της διάστασης και άρχισε να φθείρεται. Η λέξη «νεκροθάφτης», κυριάρχησε σε απόλυτες και ακέραιες πολιτικο-οικονομικές σφαίρες, σκιαγραφώντας στυγνά και ξεκάθαρα το νοσηρό σκεπτικό πολιτικών, αρχηγών κρατών, επιχειρηματιών, ως προς την συμπεριφορά τους στον μεταβιομηχανικό πολιτισμό και στο πως βλέπουν τους πολίτες της Γης. 

Τα βασικά, κοινά στοιχεία του γνωστού, κλασικού, νεκροθάφτη των γουέστερν είναι πλήρως αναγνωρίσιμα σε όλους όσους φέρουν τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό σήμερα, που κρατούν οφίκια, κυβερνούν, εμπορεύονται, επιτελώντας συστηματικά την σύγχρονη εντολή της ταφής ανθρώπων και λαών. Όπως oi παλαιοί νεκροθάφτες, έτσι και οι χαρακτηρισμένοι σύγχρονοι, δίχως να είναι περιθωριακοί ζουν απομονωμένοι από τους υπόλοιπους ανθρώπους, έχουν άριστες σχέσεις με τα ιερατεία ανεξαρτήτου θρησκείας, περισσότερα «πτώματα» σημαίνει για αυτούς περισσότερη «δουλειά», είναι στυγνοί επιχειρηματίες με σκοπό το κέρδος, οπότε δεν «θάβουν» στο τσάμπα, ούτε στο βερεσέ και εάν δεν έχεις μετρητό θα σου πάρουν ό,τι έχεις και, φυσικά, όλοι τους είναι κολάσιμα πλούσιοι. Όσο μεγαλύτερη σε πληθυσμό είναι η κοινωνία που θα χώσουν δυο μέτρα υπό της γης, τόσο περισσότερο εξασφαλίζουν «δουλειά» και μέλλον για τους επιγόνους τους. 

Οι νέοι νεκροθάφτες των λαών όταν σε τοποθετήσουν στο τάφο και πριν πέσει το χώμα επάνω σου «ρίχνουν» και μερικά λόγια "ελπίδας" για να μην πας τελείως «αδιάβαστος». Προκαλούν φόβο και όχι δέος, Δεν χαίρουν σεβασμού, έγιναν απαραίτητοι, δεν διακρίνονται από ανθρώπινα συναισθήματα, αλλά από ερεβώδη ιδιοτέλεια και όταν τους ακούς να μιλούν ή τους συναντάς σπάνια στον δρόμο, ρίγη απλώνονται στο σώμα, σταυροκοπιέσαι και αμέσως εύχεσαι, πως θα γίνεις καλύτερος άνθρωπος και να μην σε βρει άλλο κακό.

Το μόνο που δεν υπόσχονται είναι η «ανάσταση».

Η ΕΡΤ δημιούργησε το «Ertflix» και είναι δωρεάν γι...
«Ακόμα μια χαμένη ευκαιρία και ένα δέμα», του Γιώρ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/