11
Τρι, Αυγ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Θυμωμένοι άνδρες και ένα μυθιστόρημα για «γέλια», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

105-12--1

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 39

Όσοι από εσάς, αγαπητοί μου, είστε γονείς και έχετε στις οικογένειες σας τέκνα ενήλικα, θηλυκά ή αρσενικά, που άρπαξαν την ζωή από τον αυχένα της, σφιχτά και αποφασιστικά, σίγουρα θα καθίσατε στο σκαμνί τού κατηγορουμένου, βιώνοντας συνθήκες λαϊκού δικαστηρίου με συνοπτικές διαδικασίες. Εάν όχι, τότε ετοιμαστείτε και οπλιστείτε με ψυχικό να σθένος να αναλάβετε τις ευθύνες σας. Η δική μου θυγάτηρ το έπραξε, μόλις πριν λίγες ημέρες. Το περίμενα πως θα συμβεί, όπως ο μελλοθάνατος στο χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, περιμένει στωικά την αυγή του τέλους του.

Για να βάλουμε το θέμα σε μια τάξη και να εξηγήσω αρχικά, πως η ηλικία των τριάντα μάηδων - αυτή είναι η ηλικία της, καθώς αποφασίσαμε με την μητέρα της να φέρουμε στον κόσμο ζωή και να είμαστε νέοι - , σπούδασε, απέκτησε πτυχίο και μεταπτυχιακό στην επιστήμη της και με τον σύντροφό της έριξαν τους πολύτιμους κύβους τους στο πεντάγραμμον της ζωής, παραμένοντας στην πατρίδα τους. Οι μισοί και παραπάνω φίλοι τους, επίσης, επιστήμονες με απερίγραπτη σε όγκο και βάρος χαρτούρα αναγνωρίσεων, σήκωσαν τα φαιά πανιά των πλοίων τους και αναχώρησαν από τα πάτρια εδάφη, εκδιωγμένοι, για τις βαβυλώνες της βαθιάς Εσπερίας, όπως άλλωστε πρόσταξαν οι πολιτικοί της χώρας στους νέους μας, ώστε να βρουν την «Γη της Επαγγελίας», ως καλά αμειβόμενοι σκλάβοι με πτυχία στις φάμπρικες των επικυρίαρχων. Κοινώς έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους, όπως τόσα σπουδαία ελληνόπουλα.

Βλέπεις, η Ελλάδα στάθηκε ανίκανη να τους κρατήσει δημιουργικά στο στέρνο της. Η θυγατέρα μου και ο σύντροφος της αρνήθηκαν την φυγή, μέσω της Μεγάλης Εξόδου από την λεηλατημένη χώρα και παρέμειναν εντός των τειχών για να δώσουν τον προσωπικό τους αγώνα, την δική τους μάχη. Η απόφαση τους, που μοιάζει με καλοακονισμένο, μινωϊκό, διπλό πέλεκυ, ήταν ομόφωνη και για τους δυο όχι γιατί δεν είχαν προτάσεις για δουλεία στο εξωτερικό, αλλά μέσα τους, ειδικά της θυγατέρας μου, τράνταξε το αίμα και το ελληνικό δαιμόνιο της αντίδρασης ενδύθηκε στα πολεμικά του, λέγοντας τότε, που σχεδίαζαν το μέλλον τους: «κανείς δεν θα με διώξει από την χώρα που αγαπώ και λατρεύω. Μεγάλωσα, κουράστηκα για να σπουδάσω, στερήθηκα και αξιοπρεπώς θα πολεμήσω εδώ, με επιμονή, υπομονή και λίγη καλή τύχη όλους αυτούς τους άθλιους, που θέλουν να με εξορίσουν». Και έτσι έγινε.

Η αλήθεια είναι, πως οι δυο τους πολεμούν νυχθημερόν μονιασμένοι, αγαπημένα, γενναία με νύχια, δόντια, επιμονή και αξιοπρέπεια στο χάος που δημιούργησε ο πολιτικός κόσμος για να υποβαθμίσουν, τελικά, τις προδιαγραφές τους και να προσαρμοστούν ως επιστήμονες σε ένα εργασιακό περιβάλλον υποδεέστερο των δυνατοτήτων τους, ώστε να βρίσκονται και οι δυο, όπως αποφάσισαν, σε μια Ελλάδα που δεν εκπνέει δροσερές και αναζωογονητικές ανάσες δημιουργίας, αλλά έναν μόνιμο, καυτό, επιθανάτιο ρόγχο. Ο νεανικός, κοινωνικός τους κύκλος χαρακτήρισαν την θυγατέρα μου και τον σύντροφό της τρελούς, ανόητους, βλαμμένους και αυτοκτονικούς για την επιλογή να αναπτυχθούν δημιουργικά, επαγγελματικά και μισθολογικά σε αυτό τον τόπο, χαρακτηρισμένο ως την γη του μηδενός, ρουφώντας στα σπλάχνα τους τον τοξικό αέρα της απαξίωσης.

Εγώ πάλι, από την πλευρά μου, σιωπούσα στον αγώνα τους, ενώ βρισκόμουν, απλά, δίπλα τους ως μαξιλάρι παρηγοριάς, ως ο αφελής Περικλέτος να δίνει θάρρος και δύναμη στις απέλπιδες μάχες τους, συνειδητοποιώντας καθολικά, βέβαια, το λάθος μου, το τρομερό μου έγκλημα, αυτό που όρισε σε δύο νέους ανθρώπους τα αδιαπέραστα αδιέξοδα, περιμένοντας, πως κάποια στιγμή, η θυγάτηρ μου, θα με κάθιζε στο σκαμνί του κατηγορουμένου - πριν μερικές εβδομάδες το ίδιο ακριβώς έπραξε με την μητέρα της -, για την χώρα και το μέλλον που απίθωσα στα χέρια της. Αυτό έγινε. Δικάστηκα αμείλικτα, εγώ, οι πρόγονοι της και ακόμα παραπίσω.

Ως εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, ως ο κατεξοχήν αδρά «πληρωμένος» δολοφόνος των αξιών μια φυλής, που από αρχαιοτάτων χρόνων πολεμούσε για την ελευθερία, την δικαιοσύνη, υπέρ βωμών και εστιών, στάθηκα άκαπνος στο ειδώλιο του κατηγορουμένου ως ο άμεσα υπεύθυνος για την κατάντια της πατρίδος μου, το μέλλον των τέκνων μου. Η κατηγορία ευνόητη, πλήρως κατανοητή, αφού ο γράφων και η απαθής γενιά μου, η βολεμένη, επί σειρά δεκαετιών, στον χρυσό θόλο της ψευδαίσθησης και της ευωχίας, επέτρεψα στους ανθέλληνες «άρχοντες» να μας ναρκώσουν και ύστερα να ξεπουλήσουν τα ιερά και τα όσια της χώρας που γεννήθηκα, ανδρώθηκα και αποφασίσαμε με έναν άλλον άνθρωπο να φέρουμε ζωή. Τι αστείο και συνάμα φοβιστικό όλο το σκηνικό, όταν μια σημαντική μερίδα της καινούργιας, σκεπτόμενης και αφυπνισμένης γενιάς – γιατί υπάρχουν και νέοι που κοιμούνται εντελώς αδρανείς και αβοήθητοι στην σκοτεινή σπηλιά – να δικάζει τους προγόνους της και να εξαπολύει «κατηγορώ» για τους χαμένους αγώνες που δεν δόθηκαν ποτέ.

«Ντροπή σας, μπαμπά!», άκουγα ξανά και ξανά να με στολίζει στο τέλος των κάθε δίκαιων επιχειρημάτων της και άοπλος από αντιπαραθέσεις, καθισμένος στο σκαμνί σκεφτόμουν αμίλητος μια σοφία των αρχαίων βερβερίνων: «Ο άρχοντας του λαού, είναι αυτός που τούς υπηρετεί». Ουδείς άρχοντας υπηρέτησε τους Έλληνες, αλλά με άριστη στρατηγική, όλοι όσοι βγήκαν νικητές και τροπαιοφόροι μέσα από το τετράγωνο κουτί της κάλπης, από το 1831 και εντεύθεν, εξέφρασαν στο ακέραιο τα μεγάλα, ανίερα συμφέροντα, την μικροπολιτική, την ιδιοτέλεια, την μικροψυχία των ψηφοφόρων τους και τέλος άναψαν την θρυαλλίδα για το ολοκαύτωμα της πατρίδος μου, όπως διατάχθηκαν από τους εντολείς τους.

«Φταίω, κόρη μου, φταίω! Έχεις απόλυτο δίκιο», απαντούσα στους κεραυνούς που μοίραζε τεκμηριωμένα με τα μάτια μου υγρά από το συναίσθημα της αιδούς.

Φταίμε όλοι εμείς της γενιάς μας, που ξεπουληθήκαμε στην ψευδαίσθηση της Σύβαρης. Δεν αναζητώ την συγχώρεση αλλά την, εκ βάθους ψυχής συγγνώμη σου, που ξεπούλησα ανέντιμα, έναντι πινακίου φακής, την Ελλάδα σου, που τόσο αγαπάς, παραδίδοντας, ο αφιλότιμος, εσένα, το δικό σου μέλλον και των τέκνων σου στα χέρια εθελόδουλων και χαμερπών, άψυχων όντων. Φταίω, φταίμε, που μείναμε απαθείς, ως γενιά ανθρώπων, όμοιοι με τους χορτάτους βόες, τους ναρκωμένους και ασάλευτους στο άνετο κλαδί του δένδρου, αδιαφορώντας, ότι το δένδρο πυρακτώνεται θανατικά από τις φλόγες της προδοσίας ενός τέλειου σχεδίου αφανισμού της φυλής μας. Φταίω, φταίμε εμείς και οι προηγούμενοι από εμένα. Φταίει ο πατέρας μου και παππούς σου, η μητέρα μου και γιαγιά σου, που αγωνίστηκαν, πολέμησαν, βασανίστηκαν, προδόθηκαν και ηττήθηκαν σε στημένους αγώνες ιδεών, ιδανικών και πεποιθήσεων.

Ναι κόρη μου, εγώ και η γενιά μου είμαστε οι σύγχρονοι Εφιάλτες, που μαρτυρήσαμε τα ιερά περάσματα για να επελάσουν μανιωδώς εναντίον σας τα βαρβαρικά, ανθελληνικά στίφη και σαν ακρίδες να αφανίσουν, να λεηλατήσουν αφειδώς και να σε καταστρέψω, να κρύψω τον Ήλιο των ονείρων σου, τα χρώματα της δημιουργίας σου, να μολύνω τον αέρα του παρόντος σου, να σε τάξω ως σκλαβί στις αδυναμίες των πουλημένων «αρχόντων» του τόπου σου και να μετατραπείς σε εξαγώγιμο προϊόν, μιας χώρας που ανερυθρίαστα σε φτύνει κατάμουτρα. Έχεις ουράνιο δίκιο κόρη μου, γιατί εγώ και η βολεμένη γενιά μου πνιγήκαμε ευθύς, δίχως σωσμό, στην άπατη λίμνη των ιδεοληψιών, φλυαρώντας ασταμάτητα άνευ ουσίας και άνευ πράξεων, πίνοντας ουισκάκι, ξοδεύοντας ασυστόλως μονέδα, κομπάζοντας λαϊκίστικα για τα εφήμερα, υλικά επιτεύγματα, θεοποιώντας το τραγικό μας παρών. Η μοναδική μας αλήθεια είναι, ότι δεν εμπιστευτήκαμε κανέναν από αυτά τα μορμολίκια, απλώς αφεθήκαμε, τακτοποιηθήκαμε, βολευτήκαμε. Παίζαμε στην αυλή του ονείρου μας, έτσι όπως μας άφησαν να γλεντήσουμε, που, τελικώς, ήταν η δική σας λαιμητόμος.

Παγιδεύτηκα ηλιθιωδώς, μαζί με τους όμοιους μου, ως νάρκισσοι στην ψευδαίσθηση της πικρής ζάχαρης. Η αλήθεια είναι, ότι δεν έχω επιχειρήματα να προβάλω για να σώσω τον εαυτό μου, το δέμας μου από την σημερινή καταδίκη και όλες οι αποδείξεις των εγκλημάτων μου είναι μπροστά σου, στον δρόμο της ζωής σου, γι αυτό δεν θα κρυφτώ και ήδη ζω τις συνέπειες των πράξεων μου. Σε παρακαλώ, όμως, τα μέγιστα, δώσε μου όρκο τρανό και αγέλαστο, πως θα προσπαθήσεις να σώσεις μαζί με άλλους δικούς σου, ότι μπορείς να σώσεις και μην παραδειγματιστείς από εμένα, την γενιά μου, εμάς τους αποτυχημένους, τους ανόητους και ριψάσπιδες, τους άθλιους βολεμένους και φοβισμένους.

Όσο για την ποινή μου; Τα αποδεικτικά στοιχεία των εγκλημάτων μας είναι ακατάρριπτα, αδιάσειστα. Ως νωθροί και αδιάφοροι μιας γενιάς, που η ιστορία θα δακρύζει καταγράφοντας το όνειδος που αφήσαμε ως κληρονομιά σου, ανοίξαμε δόλια την κερκόπορτα για να μην χάσουμε τα οφίκια, την καλοπέραση, τα φράγκα, τους αφράτους θρόνους της υπεροψίας μας, ότι τάχαμου είμαστε κάτι, πανάθεμα μας και εκθέσαμε εσάς, εσένα κόρη μου, σε προδώσαμε, σας ξεγελάσαμε. Μέχρι σήμερα ασκούμε αυτή την βέβηλη συνήθεια.

Απομακρύνσου από την δική μας εξαρτώμενη ανοησία, φύγε μακριά από τους εθισμένους, που έμαθαν να εργάζονται, να πληρώνονται και να ζουν, αυτοί και οι οικογένειες τους, από τα δανεικά των εμπόρων των εθνών. Τρέξε, τρέξτε, πολεμείστε όσο υπάρχει ακόμα χρόνος και νίκησε, νικήστε. Δεν είναι τόσο ισχυροί όσο καμώνονται. Μπορείς, μπορείτε! Υπάρχει ακόμα χρόνος. Παρατήστε εμάς, αφήστε μας πίσω σας. Εμείς είμαστε τα καμένα χαρτιά, οι υποταγμένες σκιές ενός φρικτού, ανίερου παρελθόντος, αλυσοδεμένες στην στοιχειωμένη ιστορία τους και φταίμε.

Η ετυμηγορία;

«Ένοχος ο κατηγορούμενος, δίχως ελαφρυντικά στοιχεία!», αγαπητό ακροατήριο.


«Νέοι Είστε και Φαίνεσθε»

(Les Vieux Fourneaux)






Είδος: Κωμωδία

Παραγωγή: Γαλλία (2018)

Σκηνοθεσία: Κριστόφ Ντιτιρόν

Με τους: Πιέρ Ρισάρ, Εντί Μιτσέλ, Ρολάν Ζιρό, Αλίς Πολ

Διάρκεια: 89΄

Διανομή: Filmcenter Trianon

Ο αντισυμβατικός, αναρχικός και επαναστάτης Πιερό (Πιέρ Ρισάρ), ο αθλητής και κοσμογυρισμένος Εμίλ ή Μιμίλ (Εντί Μιτσέλ) και ο συνδικαλιστής Αντουάν (Ρολάν Ζιρό), τρεις παιδικοί φίλοι, πλέον στα εβδομήντα τους, έχουν κατανοήσει πως τα γηρατειά είναι o μόνος τρόπος να αποφύγεις τον θάνατο. Και είναι αποφασισμένοι να διαβούν αυτό το κατώφλι με στιλ.

Η επανένωσή τους με αφορμή την κηδεία της συζύγου του Αντουάν δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Όταν βρίσκει κατά τύχη ένα γράμμα, που τον φέρνει σε κατάσταση υστερίας, ο Αντουάν αρπάζει ένα τουφέκι και παίρνει τους δρόμους, χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση στους φίλους του. Ένα θεότρελο ταξίδι, με αφετηρία τη γενέτειρά του, στη νοτιοδυτική Γαλλία, και τελικό προορισμό την Τοσκάνη, στην Ιταλία, έχει μόλις ξεκινήσει.

Ο Πιερό, ο Μιμίλ και η Σοφί, η εγγονή του Αντουάν (Αλίς Πολ), που βρίσκεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ρίχνονται στο κατόπι του, για να τον εμποδίσουν να διαπράξει ένα έγκλημα πάθους με καθυστέρηση 50 ετών.

Το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον Βιλφρίντ Λουπανό, είναι βασισμένο στο επιτυχημένο και πολυδιαβασμένο γαλλικό κόμικ του 2015 του ίδιου και του Πολ Κοέ: «Les Vieux Fourneaux», όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Όσο για τον σκηνοθέτη Κριστόφ Ντιτιρόν, που δηλώνει χρόνια τώρα αθεράπευτος θαυμαστής του κωμικού Πιέρ Ρισάρ (συνεργάστηκε μαζί του και στο θέατρο), το ένα πόδι του στέκει στο σανίδι του ηθοποιού, στο χέρι του κρατάει την γραφίδα σεναρίων και το άλλο του πόδι, μόλις, που εφάπτεται στο περιβάλλον των ταινιών μικρού μήκους και των video clips. Κατά τύχη, λοιπόν, όπως αναφέρει ο ίδιος, έδωσε ένα γερό σάλτο για να ντεμπουτάρει στο απαιτητικό μεγάλο, άσπρο πανί καθισμένος στην καρέκλα του σκηνοθέτη, φιλμάροντας ταινία μεγάλου μήκους, κάτι σαν παραμύθι με ταραξίες υπερήλικες, που δεν το βάζουν κάτω.

Η προσπάθεια του 47χρονου Γάλλου ηθοποιού, γραφιά και νυν σκηνοθέτη, στο παρθενικό και απαιτητικό ταξίδι των 89 λεπτών συνεχόμενης δράσης, να αναφέρουμε έντιμα, πως δεν είναι εντελώς αδιάφορη. Βάζει τα δυνατά του ο άνθρωπος για να υλοποιήσει τους τρεις ηλικιωμένους χάρτινους ήρωες, που γνώρισαν δόξα και τιμές πρώτα μέσα από τις σελίδες του εν λόγω κόμικ και τέλος πάντων να ευθυγραμμιστεί κάπως η κινηματογραφική παραγωγή ανάλογα με την τρανή εκδοτική επιτυχία της. Ο Κριστόφ Ντιτιρόν κρατάει αρκετά την παραμυθένια ατμόσφαιρα, κάτι που τον βοηθάει σε αυτό η γαλλική ύπαιθρος και η φωτεινή φωτογραφία του Λοράν Μασουέλ, τονίζει στα άκρα τους ετερόκλητους χαρακτήρες-ήρωες, που συμβαίνει να είναι φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, διανθίζει τις «περίεργες» και αστείες περιφερειακές φιγούρες του χωριού, ως προς το αλατοπίπερο της υπόθεσης και, φυσικά, αγωνίζεται στο να ακουστούν τα γέλια στην κινηματογραφική αίθουσα, γιατί η ταινία είναι κωμωδία. Σε αυτό δεν σκοράρει όσο κι αν ζορίζεται.

Από την άλλη, το ζητούμενο δίδαγμα της ιστορίας καταφθάνει βαρύγδουπο σαν πρωινή, αφυπνιστική κωδωνοκρουσία της Νοτρ Νταμ, όπως άλλωστε μας έχουν συνηθίσει οι σύγχρονοι Φράγκοι κινηματογραφιστές και σεναριογράφοι τα τελευταία χρόνια στις ταινίες τους, να πέφτουν, δηλαδή, οι χρήσιμες «διδασκαλίες» ολίγον προ της λήξης του μαθήματος, για να μείνει μια κάποια γεύση στον μουδιασμένο ουρανίσκο των μαθητών.

Αεικίνητος ο «Μεγάλος Ξανθός» του σινεμά Πιερ Ρισάρ, στην ηλικία των 86 χρόνων συνεχίζει ακάθεκτος. Βαθιά, λοιπόν, μέσα στα γεροντοκαμώματα και τα αστεία τριών γέρων, που μιμούνται τη νιότη, κυοφορεί μια επαρχιώτικη ιστορία από το παρελθόν, που σκάει σαν γκριζωπό, μπαλονάκι παραμυθιού απογειωμένο στον φρέσκο, αέρα της εξοχής.

Photo Gallery «Νέοι Είστε και Φαίνεσθε»


«Ο Διαφορετικός Κύριος Κόπερφιλντ»

(The Personal History of David Copperfield)






Είδος: Κοινωνική σάτιρα ιστορικής περιόδου

Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α (2019)

Σκηνοθεσία : Αρμάντο Ιανούτσι

Με τους: Ντεβ Πατέλ, Τίλντα Σουίντον, Χιου Λόρι, Πίτερ Καπάλντι

Διάρκεια: 119'

Διανομή: Spentzos Film

Βασισμένη στο κλασσικό μυθιστόρημα του Καρόλου Ντίκενς η ταινία διηγείται την ιστορία του Ντέιβιντ, ο οποίος μένει ορφανός από πολύ νωρίς και παρά τις δυσκολίες κατορθώνει να γίνει συγγραφέας στην Βικτωριανή Αγγλία.

Η πασίγνωστη ιστορία του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ ειδωμένη από την χιουμοριστική της πλευρά.

Ο ευφυέστατος και πραγματικά εύστοχος σεναριογράφος και σκηνοθέτης Αρμάντο Ιανούτσι, που μόλις πριν δυο χρόνια μας πρόσφερε τον βιτριολικό «Θάνατο του Στάλιν», αφήνει την σύγχρονη ιστορία και καταπιάνεται με το περιεχόμενο του πιο αγαπημένου μυθιστορήματος του Καρλ Ντίκενς «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ». Στο ίδιο μοτίβο και αυτή η ταινία, όπως και η προηγούμενη τού σκηνοθέτη, μόνο που αλλάζει το έδρανο θέασης και από την πολιτική σκηνή μεταφέρεται στον κοινωνικό σχολιασμό της βικτωριανής εποχής, που μοιάζει με την σημερινή εποχή, με όχημα ένα σπουδαίο λογοτέχνημα.

Η καινούργια ταινία του Ιανούτσι, παρότι είναι νοικοκυρεμένη τα μάλα, με καλούς ηθοποιούς, δεν είναι της αυτής εμβέλειας και πυκνότητας με τον «Θάνατο του Στάλιν», καθώς ο περίγυρος του σοβιετικού ηγέτη ήταν ταμάμ για ακραία σάτιρα και γέλιο, ενώ ο Κόπερφιλντ είναι μια μεταφορά του μυθιστορήματος με ζυγισμένα τα χιουμοριστικά του στοιχεία εντός των διαφόρων κοινωνικών σχολίων, που λαμβάνουν χώρα στο νησί της αυτοκρατορίας και χρίζουν κάποιας αναφοράς.

Διόλου δύσκολο είναι να μετατοπίσεις το κέντρο βάρους ενός κλασικού, δραματικού μυθιστορήματος, που έχει καθιερωθεί στο πάνθεον της λογοτεχνίας και να το τροχοδρομήσεις ελεύθερα στον διάδρομο του ευτράπελου και της σάτιρας, γιατί υποτίθεται, ότι έχεις κάτι να πεις ως σκηνοθέτης. Προσωπικά εκτιμώ, πως είναι ευκολάκι μια τέτοια επιλογή και δη για τον Ιανούτσι, καθώς το κινηματογραφικό «ραφτάδικο», ως γνωστόν, κάνει μεταποιήσεις για όλα τα γούστα, άλλοτε προσεγμένα και με έμπνευση και άλλοτε στο γόνυ.

Μπορεί όντως ο Αγγλο-Ινδός πρωταγωνιστής του «Slumdog Millionaire» και του «Lion» Ντεβ Πατέλ, να μεγάλωσε και να ωρίμασε ως ηθοποιός, κάτι που το αποδεικνύει εδώ με το σπαθί του, μπορεί το υπόλοιπο cast να αποτελείται από καλούς και αγαπημένους ηθοποιούς, μπορεί να είναι μια προσεγμένη παραγωγή ιστορικής περιόδου, που συντηρεί πιστά το χρονικό δεδομένο, δεν μπορεί όμως η οπτική μου να «κλειδώσει» στον ήρωα, όπως τον σερβίρει ο Ιανούτσι. Αλλιώς έχω τοποθετήσει τον Κόπερφιλντ στην φαντασία μου με οδηγό τον Ντίκενς και τούτος εδώ, πανάθεμα τον, μοιάζει με τις αυτοκτονικές, μεταμοντέρνες μεταφορές του αρχαίου ελληνικού δράματος στην Επίδαυρο, από σκηνοθέτες της μιας νυκτός.

Photo Gallery «Ο Διαφορετικός Κύριος Κόπερφιλντ»


«Οι Δώδεκα Ένορκοι»

(12 Angry Men)






Είδος: Δικαστικό δράμα

Παραγωγή: Η.Π.Α (1957) – Α/Μ σε επανέκδοση, με πλήρως αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λιούμετ

Με τους: Χένρι Φόντα, Λι Τζ. Κομπ, Ε.Τζ. Μάρσαλ, Μάρτιν Μπάλσαμ, Τζακ Γουόρντεν

Διάρκεια: 96'

Διανομή: Summer Classics

Διακρίσεις: Χρυσή Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου 1957 -Βραβείο Bafta 1958 Καλύτερου Ηθοποιού (Χένρι Φόντα)

Στην αίθουσα ενός δικαστηρίου ένα ισπανόφωνο, 18χρόνο αγόρι κατηγορείται για ανθρωποκτονία εκ προμελέτης, για τη δολοφονία του πατέρα του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται αντιμέτωπο με την θανατική ποινή. Ο δικαστής, καλεί τους δώδεκα ενόρκους να αποσυρθούν για να βγάλουν την ετυμηγορία τους.

Οι ενδείξεις είναι όλες εναντίον του κατηγορούμενου και οι ένορκοι φαίνεται να είναι πεισμένοι για την ενοχή του. Όλοι εκτός από έναν. Για να επιβληθεί όμως η θανατική ποινή θα πρέπει η απόφαση να ληφθεί ομόφωνα.

Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σπουδαίου Αμερικανού σκηνοθέτη Σίντεϊ Λιούμετ (1924 – 2011), σε σενάριο του Ρέτζιναλντ Ρόουζ. Περίτεχνα, εμπνευσμένα και απίστευτα κλειστοφοβικά, ο Λιούμετ, έχοντας απέναντι του τον Χένρι Φόντα και τον Τζακ Γουόρντεν ως τα δυο αντίθετα, μαχητικά άκρα, κατορθώνει να μετατρέψει το κινηματογραφικό πανί σε θεατρική σκηνή, ξεδιπλώνοντας ένα πρωτοποριακό δικαστικό δράμα, σταθμό στην 7η Τέχνη.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί επιδέξια τους φακούς του για να προσδώσει την ένταση και τα συναισθήματα που επικρατούν στο κλειστό δωμάτιο των ενόρκων, πρωτοπορεί με τα πλάνα του, δημιουργώντας γωνίες λήψης, τέτοιες που για πρώτη φορά η κινηματογραφική αγωνία εγκλωβίζεται σε ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα, δίχως όπλα και μάχες σώμα με σώμα. Οι εξαιρετικοί ηθοποιοί, επηρεασμένοι ακόμα από την αγγλική σχολή του δράματος και του over acting, καθώς η ταινία γυρίστηκε το 1957, καταφέρνουν να εναρμονιστούν με τον ρεαλισμό που προτείνει ο Σίντεϊ Λιούμετ σε ένα τέτοιο σημαντικό θέμα και να βρίσκονται απόλυτα γειωμένοι στον πυρήνα των ηρώων που υποδύονται.

Είναι υπέροχοι όλοι τους και μάλιστα, ο Χένρι Φόντα, που δεν ήθελε να βλέπει τον εαυτό του να παίζει στην μεγάλη οθόνη, όταν η εταιρεία πρόβαλε την ταινία στους συντελεστές, ο ηθοποιός αποχώρησε από το screening room στα μισά της προβολής, ψιθυρίζοντας στο αυτί του 33χρονου σκηνοθέτη: «Σίντεϊ, η ταινία είναι μεγαλείο!»

«Οι Δώδεκα Ένορκοι» απέσπασαν την Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ του Βερολίνου το 1957, ενώ προτάθηκαν για τρία βραβεία Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σεναρίου και σκηνοθεσίας), για να τα χάσει και τα τρία από την «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι», του Ντέιβιντ Λιν. Απολαύστε την!

Photo Gallery «Οι Δώδεκα Ένορκοι»
«Το χαμένο κύρος του σύγχρονου σινεμά και η γοητεί...
«Αμάραντο ρόδο, επιτυχημένο ριφιφί και ίαση ψυχών ...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares