05
Σαβ, Δεκ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Η Ενοχή του Έντεχνου Τραγουδιού», γράφει ο Κωνσταντίνος Μιχαλός

8-

«Ένα μουσικό είδος που ανθεί εδώ και δεκαετίες και έχει αποδείξει την αξία και τον λόγο της ύπαρξης του, άρχισε τα τελευταία χρόνια να στρέφεται ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, σαν αυτοάνοσο νόσημα!»

Σε κάθε συζήτηση που αφορά το έντεχνο τραγούδι πάντα κάποιος θα αναφέρει τον Χατζιδάκι ως δημιουργό του όρου «έντεχνο». Ο λόγος συνήθως αφορά την υπεράσπιση τού όρου, ή και του ίδιου του μουσικού είδους, αφού το κύρος και μόνο του ονόματος του Χατζηδάκι δίνει την απαραίτητη αξιοπιστία.

Ένας όρος που λειτούργησε εξ αρχής επεξηγηματικά και αμυντικά ως προς το μουσικό είδος, για να δικαιολογήσει και κυρίως να απενοχοποιήσει το ρεμπέτικο – λαϊκό που αποτελούσε συνώνυμο του περιθωρίου, της χαμηλής ποιότητας και κοινωνικής στάθμης. Ένας όρος που παρουσίαζε στο πλατύ κοινό τον λαϊκό ήχο ώς ενα ακατέργαστο, μεν, έργο τέχνης, δε.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Μάνος Χατζηδάκις

Ασχέτως του αν ο Χατζηδάκις ήταν ο εμπνευστής του όρου, το σίγουρο είναι πως πολλές σημαντικές καλλιτεχνικές προσωπικότητες της εποχής στήριζαν και παρουσίαζαν τους λαϊκούς θησαυρούς. Προσωπικότητες από κάθε τομέα της τέχνης στην Ελλάδα, όπως ο Γιάννη Τσαρούχης να χορεύει ζεϊμπέκικο και να συχνάζει σε τέτοια μαγαζιά, ο οποίος ήταν για τα δεδομένα της εποχής του ο τυπικός «κουλτουριάρης», έδινε πιστοποίηση εναλλακτικής (αν μη τι άλλο) τέχνης στο μουσικό είδος.

Θριαμβευτικά τα πρώτα χρόνια της «εφεύρεσης» του όρου – είδους, η αναγέννηση του λαϊκού τραγουδιού, αυτή τη φορά έξω από τις ταβέρνες και με στίχους γραμμένους από μεγάλους ποιητές. Τα υψηλά ιδανικά πλέον δεν είχαν ανάγκη από ένα εμβατήριο, ένα λιμπρέτο ή την γλυκερή μουσική των αρχών του περασμένου αιώνα για να ειπωθούν. Ο Θεοδωράκης έντυσε μουσικά και στέγασε κάτω από τον όρο «έντεχνο» μερικούς από τους πιο σπουδαίους στίχους που γράφτηκαν και χαρακτήρισε μια εποχή που φτάνει στο σήμερα. Ακόμα και κάποια«ελαφρά» τραγούδια του Χατζιδάκι, γραμμένα για ελληνικές ταινίες (τα οποία ο ίδιος είχε αποκηρύξει) ήταν πανέμορφα και διαχρονικά, με εκπληκτική ισορροπία ανάμεσα στο εμπορικό και στο ποιοτικό! Σπουδαίοι λαϊκοί τραγουδιστές, άνθρωποι που πιθανά δεν είχαν καν συνείδηση του σημαντικού στίχου που τους δόθηκε, έγιναν «αθάνατοι» μέσα από αυτά τα τραγούδια και συνδέθηκαν με την έννοια της σύγχρονης Ελλάδας. Σημαντικοί λαϊκοί συνθέτες βρήκαν τρόπο να ακουστούν σε ένα κοινό, που ποτέ δεν θα τους είχε αποδεχτεί αν δεν είχε προϋπάρξει η απενοχοποίηση του λαϊκού ήχου.

Κι αν οι πρώτες δεκαετίες έντυσαν μουσικά ένα έθνος που ζούσε ιστορικά γεγονότα και αλλαγές, η συνέχεια ήταν παράξενη και φυσικά αντίστοιχη των κοινωνικών δεδομένων.

Ο Μίκης Θεοδωράκης

Τις δεκαετίες του '80 και μέχρι ίσως τα μέσα του '90, ο κόσμος γύρισε σε λιγότερο «ποιοτικά» ακούσματα στη Ελλάδα.Η έλευση του παγκόσμιου ποπ ήχου (που άργησε αλλά έφτασε), η απουσία σημαντικών κοινωνικών αναταραχών, η αίσθηση μιας ευημερίας που έρχεται και πλέον δείχνει να αγγίζει τους πάντες, ίσως είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που έκαναν κάθε έκφανση τέχνης να δείχνει πιο «ανάλαφρη» για να μην πούμε και προσχηματική. Η εποχή του νεοπλουτισμού θα είναι για πάντα συνδεδεμένη μουσικά με το «σκυλάδικο» της παραλιακής.

Στα μέσα της δεκαετίας του '90 αρχίζουν να εμφανίζονται νέα και δυνατά ονόματα που δημιουργούν τον δικό τους ήχο και δίνουν νέα πνοή στο έντεχνο, με περισσότερες επιρροές από την παγκόσμια μουσική σκηνή, αλλά με το ένα πόδι πάντα στο παλιό λαϊκό τραγούδι. Δίπλα στα παλιά, πλέον, ονόματα του Νταλάρα, της Αλεξίου, της Γαλάνης, στέκονται νέοι συνθέτες και τραγουδιστές που αποκτούν τη δικιά τους εμβληματική εικόνα μέσα στα χρόνια: Ελευθερία Αρβανιτάκη, Νίκος Παπάζογλου, Σταμάτης Κραουνάκης, Μανώλης Λιδάκης, Γιάννης Κότσιρας, Μανώλης Ρασούλης, Σωκράτης Μάλαμας και πολλοί ακόμα, που με νέο ήχο και συνθέσεις φτάνουν το έντεχνο τραγούδι ακόμα και μέχρι τις μέρες μας.

Και μετά το 2000, κι άλλες νέες φωνές, ενδεχομένως πειραματίζονται και με άλλες φόρμες, πάντα όμως με τον «ευρύτερο έντεχνο» ήχο ως σημείο αναφοράς: Γιάννης Χαρούλης, Νατάσσα Μποφίλιου, Γιώτα Νέγκα, Φωτεινή Βελεσιώτου. Και δεκάδες μικρότερα, εμπορικά, ονόματα, που δίνουν έναν ακόμα πιο συγκεριμένο χαρακτήρα (με την καλή η και την πολύ κακή έννοια πια) στον όρο έντεχνο, πολλοί απο αυτούς ελπιδοφόροι, αλλά πολλοί και με μια εσκεμμένη προσπάθεια «ποιότητας».

Αυτό είναι το παράδοξο της «ενοχής του εντέχνου». Ένα μουσικό είδος που ανθεί εδώ και δεκαετίες και έχει αποδείξει την αξία του και τον λόγο της ύπαρξης του, άρχισε τα τελευταία χρόνια να στρέφεται ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό, σαν αυτοάνοσο νόσημα! Στρέφεται κατά του πιο ζωτικού του κομματιού, του πηγαίου λαϊκού του στοιχείου και προσπαθεί να φορέσει το ένδυμα μιας ακατανόητης και ξύλινης γλώσσας, μέσα από ασαφείς και κλισέ εικόνες και αναμασημένες, αμήχανες μελωδίες. Διότι μετά από όλα αυτα τα χρόνια οι ίδιοι οι δημιουργοί (αλλά και μέρος του κοινού) θεωρούν «φθηνιάρικο» ζητούμενο την διασκέδαση, τον χορό, τον ευθύ στίχο. Σαν κάτι που δεν αρμόζει στην υψηλή τέχνη. Έλα όμως που από αυτό το κομμάτι γεννήθηκε το λαϊκό – έντεχνο.

Οι δημιουργοί αναλώνονται σε προσπάθειες «ευπρεπούς διασκέδασης» που να μην θυμίζουν σε τίποτα το συγγενικό (μουσικά) είδος, που κάποιοι αποκαλούν «σκυλάδικο», ένα παρακλάδι του λαϊκού που πήρε τον δικό του δρόμο.

Πλέον δεν αρκούν τα μεγάλα ονόματα των περασμένων δεκαετιών για να στηρίξουν το μουσικό είδος, η σκυτάλη πέρασε στα σημερινά ονόματα τα οποία ζουν την «εποχή της ενοχής του εντέχνου» με τρόπο τέτοιο που δεν αντιμετώπισαν οι προκάτοχοί τους. Μια ενοχή που δεν έγκειται πια στο να δικαιολογηθεί ο λαϊκός ήχος, αλλά στο να δικαιολογηθεί η διασκέδαση μέσω αυτού του ήχου.

Παρατηρώντας κάποιος από κοντά αυτά τα χρόνια το σύγχρονο έντεχνο τραγούδι, δεν θα ακούσει περισσότερες από μόλις 3 – 4 μεγάλες επιτυχίες κάθε χρόνο. Απουσία πρωτογενούς υλικού αλλά κυρίως απουσία ουσίας: τα περισσότερα τραγούδια δημιουργούνται με την ενοχή της διασκέδασης, με τον φόβο να μην ακουστούν «άτεχνα» και με την ελπίδα να θυμίζουν κάτι από τα γνωστά του παρελθόντος. Κάποιοι προσπαθούν να γράψουν σαν τον Μάλαμα, να ακουστούν σαν την Μποφίλιου, να έχουν την σκηνική παρουσία της Ελεονόρας Ζουγανέλη και όλοι εν χορώ ξεχνούν τον ίδιο τον πυρήνα της μουσικής τους: το απλό λαϊκό τραγούδι. Το αφτιασίδωτο, πηγαίο τραγούδισμα μιας ωραίας μελωδίας που δεν είχε ανάγκη να καλλωπιστεί με ξύλινο λόγο απλά για να προσομοιάζει μέσω της ασάφειας την ποιότητα.

Αυτή η ενοχή του έντεχνου, αυτή η προσπάθεια δημιουργίας διαχωριστικών γραμμών για να μη θίξει κάποιος τις καλλιτεχνικές προθέσεις, είναι ο ίδιος ο εχθρός του τραγουδιού. Η ποιότητα (ή και η απουσία) της θα ορίσει το κοινό και την συμπεριφορά του και όχι το αντίστροφο. Η απενοχοποίηση του έντεχνου έχει γίνει ήδη από τον Χατζιδάκι δεκαετίες πριν, δίχως να χρειάζεται ορισμός - και ως προς αυτό του ανήκει ο όρος «έντεχνο».

"Tα Ελληνικά τραγούδια του Steve Vai", γράφει ο Νά...
STEVE VAI, “The Moon And I”, Recorded in Greece, A...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares