24
Πεμ, Σεπ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος 4ον», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

1-

Σε συνέχεια της προηγουμένης ιστορικής έρευνας-μελέτης για τα «Αριμάσπεια Έπη», όπου απέδειξα την Ελληνοπελασγική προέλευση αρκετών λαών της βορείου Ασίας, στην παρούσα ιστορική έρευνα-μελέτη θα προσπαθήσω να αποδείξω, με τη βοήθεια αρχαιολογικών ερευνών και γλωσσολόγων, ότι οι λεγόμενοι Σουμέριοι δεν ήσαν άλλοι από τους αρχέγονους Πελασγούς του Ελλαδικού χώρου, οι οποίοι διεκπεραιώθησαν δια των στενών του Βοσπόρου, αποίκησαν τη Πρώσο Ασία και εν συνεχεία τη Μεσοποταμία, πολύ πριν οι Πελασγοί μετακινηθούν προς τη βόρεια Ευρώπη.

Την ελληνοπελασγική προέλευση των Σουμερίων είχε υποστηρίξει χωρίς σοβαρά επιχειρήματα ο γνωστός συγγραφές και εκδότης της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» Ιωάννης Πασσάς και αργότερα με καλύτερα επιχειρήματα ο συγγραφέας και ιστορικός Αντώνιος Καψής σε ειδική μελέτη του Θρακολογία που αποτελούσε και απόρριψη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

Διαβάστε (εδώ) το 1ον Μέρος, (εδώ) το 2ον Μέρος και (εδώ) το 3ον Μέρος του άρθρου: «Σουμέριοι»

Ο Νόννος στα Διονυσιακά (βιβλίο Α) αναφέρεται για την απαρχή της εκστρα­τείας του Διονύσου του Α΄ προς την Ινδική, στην Ελληνική Θράκη του βασιλέως Λυκούργου, με μαρτυρίες για συμμετοχή, στην εκστρα­τεία του συνόλου του πελασγικού κόσμου, ο οποίος, σε πανελλήνια εμφύλια σύρρα­ξη των Ελλήνων της ελληνικής Μητροπό­λης και της ελληνικής διασποράς εναντίον του ελληνοπελασγικού επίσης βασιλεί­ου του Δηριάδη22 στην Ινδική, συνδέει τους ήδη εγκατεστημένους στην Ασία Έλληνες : Μαίονες, Τερμίλες, Σολύμους23 (οι οποίοι και ανέγειραν τον Ναό του Σολυμίου Διός στα Σόλυμα, τα αποκαλούμενα αργότερα Ιεροσόλυμα), Λυκίους, Κάρες, Μυσούς, Λυδούς (οι τρεις τελευταίοι παραδί­δονται ώς αδελφοί, υιοί της Κρήτης και του Διός ή και του Φορωνέα, αδελφού του Πε­λασγού και άρα και ώς τμήμα της Πελασγικής Επικράτειας και της μινωικής θαλασσοκρατορίας στην Ασία. Και φυσικά η ίδια η εκστρα­τεία του Διονύσου του Α΄, όπως και οι εκστρατίες των αρχαίων Ελλήνων Αργοναυτών αργότερα, αποτελούν μέρος της πελασγικής επέκτασης στην Ασία, ήδη και προ του Διόνυ­σου και από του Παντοκράτορα Ουρανού και του Άμμωνος Διός: Παγχαία, Μεσοποταμία - Βαβυλώνα και Κιλικία, με τοπάρχη τον Κάσο, τις οποίες επισκέφθηκε ο Ζευς επιστρέφοντας από τη Παγχαία.

Το διά της ελληνικής Θράκης και του Βοσπόρου πέρασμα της Αργείας Ιούς στην Ασία επιβεβαιώνεται μέ την ανάπτυξη, εκατέρωθέν του, των ταυτιζόμενων Πελασγών της Μοισίας24 και των Μυσών της Μικράς Ασίας, των Θινών25 της Ελληνικής Θράκης και των Βιθυνών της Ασίας και των Μαριανδυνών26 ώς απογόνων τοϋ Φινέα βασιλέα της θρακικής Σαλμυδησσού27.

Παραπομπές:

22. Ο Νόννος στα «Διονυσιακά» του αναφέρει: « … Δηριάδης Αραβίης επί πέζον, και Βλέμυς ωκύς ίκανεν επί επταπόρου στόμα Νείλου…», (Νόννος «Διονυσιακά» τόμος Α' βιβλ. 17ο στιχ. 305). Ο βασιλιάς της Ινδίας Δηριάδης είχε επιστρατεύσει όλους εκείνους τους ελληνοπελασγικούς λαούς της Άπω Ανατολής, της Ινδίας της Ινδονησίας (Κευλάνης) καθώς και οι σημιτο-ελαμίτες οι οποίοι ονομάσθηκαν Υξώς, εναντίων των ελληνοπελασγών της μητροπολιτικής Ελλάδος. Η πορεία την οποία είχαν ακολουθήσει οι εισβολείς ήταν προς τρεις κατευθύνσεις. Μία στρατιά τους είχε αποβιβασθεί στις ακτές της Σομαλίας και κατέκτησε την Αιθιοπία, άλλη μία είχε εισχωρήσει στην Μέση Ανατολή και φαίνεται ότι κινήθηκε προς το Δέλτα του Νείλου μέσω της ερήμου Σινά. Και άλλη μία που είχε συγκεντρωθεί στην Βακτριανή απειλούσε την περιοχή της Μεσοποταμίας.

Ο Ιέρων μας αναφέρει: «…Αιθίοπες από Ινδού ποταμού αναστάντες προς την Αίγυπτον ώκησαν…», ήδη δηλαδή είχαν φθάσει στην Αίγυπτο και ο κίνδυνος να επιδράμουν και προς την Μεσόγειο ήταν όχι απλά μπροστά, αλλά ήδη ορατός. Από την Αίγυπτο οι ορδές εκείνες θα ξεχύνονταν προς τις γειτονικές πόλεις, τις ελληνικές κτήσεις της Βορείου Αφρικής, περιοχές με πολιτισμό ανεπτυγμένο που τώρα φαινόταν να κινδυνεύει άμεσα από αφανισμό.

Ο Νόννος μας αναφέρει επίσης: Μετά την ολοκλήρωση της γενικής επιστράτευσης, η ελληνική δύναμη χωρίσθηκε σε τρεις στρατιές που η κάθε μία από αυτές ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Έτσι, η πρώτη οδηγήθηκε με αρχηγό τον Διόνυσο τον Β΄ προς την Μέση Ανατολή και το Ιράν, η δεύτερη με αρχηγό τον Μίνωα τον Α΄ μέσω της ερήμου Σινά προς την Μέμφιδα της Αιγύπτου και η τρίτη με τον Περσέα να ηγείται αυτής προς τις περιοχές της Σομαλίας. Τόσο ο Μίνως όσο και ο Περσέας απέκρουσαν με επιτυχία τις εχθρικές δυνάμεις των εισβολέων και εκκαθάρισαν κάθε κίνδυνο από τις περιοχές της Βορείου Αφρικής, Αιγύπτου, Σομαλίας και Αιθιοπίας. Η μάχη την οποία έδωσε ο Διόνυσος στον Ινδό ποταμό ήταν αποφασιστική και πάρα πολύ σκληρή. Οι εισβολείς Ραξάς και Υξώς κατασφαγιάσθηκαν. Ο αρχηγός τους Νταριοντάνα (Δηριάδης) και ο γαμπρός του Ορόντης σκοτώνονται και ο θρήνος στους εναπομείναντες Υξώς είναι μεγάλος και γοερός. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική και η τύχη των Αρείων της περιοχής του Ινδού κρίθηκε σ' αυτή ακριβώς την μάχη και κρίθηκε θετικά τόσο για αυτούς όσο και για τους απογόνους τους που θα έμελλε να συνεχίσουν την επιρροή τους σ' αυτό το κομμάτι της γης.

23. Σόλυμοι: Λαός της νότιας Μικράς Ασίας, κατά την Μυκηναϊκή περίοδο. Πιθανότατα ήταν ταυτόσημος με τους αποκαλούμενους Τερμίλες. Πιθανόν την 3-2η χιλιετηρίδα π.Χ. κατοικούσαν στην (μεταγενέστερη) Λυκία όπου υπάρχουν και τα Σόλυμα Όρη. Ηττήθηκαν από τον Βελλεροφόντη. Επίσης οι Σόλυμοι ταυτίζονται και με τους επιλεγόμενους Μιλύες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Λυκία παλαιότερα ήταν γνωστή ως Μιλυάς. Τέλος, οι Σόλυμοι πιθανώς να ίδρυσαν αποικίες στη Μεσόγειο κατά την 2η χιλιετηρίδα π.Χ.. Ιδιαίτερα, στην Β.Δ. Σικελία όπου οι Έλυμοι της κλασσικής εποχής, ίσως, είναι απόγονοί τους.

Ο Ηρωδιανός (Περί καθολικής Προσωδίας, ζ, 172) αναφέρει σχετικά τα εξής: «Το έθνος των Σολύμων, που είναι οι Πισίδες, έλαβαν την ονομασία τους από τον Σόλυμο, τον υιόν του Διός και της Χαλκήνης.» Επίσης συνεχίζει (Περί καθολικής Προσωδίας, βιβλ. ζ, 175) «Είναι έθνος που κατοικεί στην Άσπενδον και την Κιλικία» Αυτό προφανώς σημαίνει ότι οι Σόλυμοι εξαπλώθηκαν ανατολικά μέχρι την Κιλικία. Στη χώρα των Σολύμων έφθασε ο Σαρπηδών, όταν εξορίστηκε από τον αδελφό του Μίνωα. Ο Σαρπηδών, ο Μίνωας και ο Ραδάμανθυς υπήρξαν υιοί του Διός και της Ευρώπης.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει (Ιστορίαι 1, 173, 4): «Καθώς φιλονικούσαν εις την Κρήτην δια την βασιλείαν οι υιοί της Ευρώπης, ο Σαρπηδών και ο Μίνως, επεκράτησε εις την φιλονικίαν ο Μίνως και εξόρισε τον Σαρπηδόνα και όσους εξεγέρθησαν κατ' αυτού. Αυτοί λοιπόν αφού εξεδιώχθησαν, έφθασαν εις την Ασίαν, εις την γην της Μιλυάδος, την οποία τώρα νέμονται οι Λύκιοι. Αυτή η χώρα την παλαιά εποχή ήταν η Μιλυάς, οι δε Μιλύες τότε ονομάζοντο Σόλυμοι.»

Απ' αυτούς οι Κάρες ήλθαν στην Ήπειρο από τα νησιά, γιατί παλαιότερα ήσαν υπήκοοι του Μίνωα, με το όνομα Λέλεγες και κατοικούσαν στα νησιά.. Όσο για τους Λυκίους, η παλιά τους καταγωγή είναι κρητική. Φιλονείκησαν όμως για την βασιλεία της Κρήτης με τα παιδιά της Ευρώπης, ο Σαρπηδών και ο Μίνως. Στην διαμάχη επεκράτησε ο Μίνως και έδιωξε τον Σαρπηδόνα μαζί με τους οπαδούς του. Εκείνοι, όταν τους έδιωξε, πήγαν στην Ασία, στην περιοχή της Μιλυάδος. Γιατί η χώρα που σήμερα κατοικούν οι Λύκιοι, παλιά λεγόταν Μιλυάς και οι Μιλύες ονομάζονταν τότε Σόλυμοι". Αργότερα οι Σόλυμοι εποίκησαν την χώρα της Παλαιστίνης, όπου ίδρυσαν την πόλη στους πρόποδες του όρους Σιών. Το όνομα Σιών προέρχεται κι αυτό από την δωρική λέξη "σιός", που σημαίνει Θεός. Στην κορυφή του όρους εκείνου, έκτισαν και τον ναό του πολιούχου θεού της πόλεως, του μεγίστου θεού των Ελλήνων. Ο ναός ονομάσθηκε "Διός Σολυμέως".

24. Μυσοί ονομάζονται οι κάτοικοι της Μυσίας, αρχαίας χώρας της Μικράς Ασίας. Οι Μυσοί, φυλή συγγενική με τους Φρύγες και τους Θράκες μνημονεύονται πρώτα από τον Όμηρο ως φίλοι και σύμμαχοι των Τρώων και εχθροί των Αχαιών (Ιλ Β 858). Οι Μυσοί θεωρούνταν λαός μαλθακός, εκτεθηλυμένου χαρακτήρα και δειλός. Γι΄ αυτό και λέγονταν γι αυτούς πολλές παροιμίες σκωπτικές

25. Οι Θυνοί ήσαν Θρακικό πελασγικό φύλο που ζούσε στη νοτιανατολική Θράκη και αργότερα μαζί με τους Βιθυνούς μετανάστευσαν στις χώρες που θα γίνονταν αργότερα γνωστές με τα ονόματα Θυνία και Βιθυνία.Η κάθε περιοχή πήρε το όνομά της,προφανώς,από την αντίστοιχη Θρακική φυλή που ήταν κυρίαρχη στην περιοχή.Οι Θυνοί περιγράφονται ως ορεσίβιοι και ικανότατοι στον πόλεμο κατά τη διάρκεια της νύχτας.Ο Ξενοφώντας στο έργο του "Κύρου Ἀνάβασις" (7.4.12-7.4.24) αναφέρεται στους Θυνούς σε πολλαπλά χωρία

26. Οι Μαριανδυνοί θεωρούνταν απόγονοι του Μαριανδυνού. H χώρα τους βρισκόταν γύρω από την πόλη Ηράκλεια του Πόντου. Ο Μαριανυνός είχε έρθει από την Θράκη και κατέλαβε την περιοχή. Αρχικά οι Μαριανδυνοί ήταν ελεύθεροι, αλλά το 480 π.Χ. εμφανίζονται να συμμετέχουν στην εκστρατεία του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας, γεγονός που σημαίνει ότι ήδη είχαν υποταχθεί στην Περσική Αυτοκρατορία

27. Σαλμυδησσός: Αρχαία Θρακική πόλη κειμένη στην χώρα των Ασίων Θρακών επί του ομωνύμου κόλπου του Ευξείνου Πόντου, γνωστή ήδη από την Μυκηναική Εποχή.

Σημα­ντική είναι δε και η διασύνδεση δια της Ρόδου και της Κύπρου της Γενεαλογίας του Κινύρα28 και των Κινυραδών του με τη Κιλικία, τον Σάνδοκο29 και τη προσωασιατική πόλη Κελένδερη άλλα και με τη Γενεαλογία της Αφροδίτης ή της Αστάρτης, η οποία ελατρεύετο και στην Κύ­προ και, βεβαίως, και με τους απογόνους της Αφροδίτης και του Άδωνη, ως βασιλέ­ων της Ύπερβόριας και της Μήδιας, που συσχετίζουν αφ' εαυτών τις πελασγικές Επικράτειες στη βορειότερη και νοτιώτερη Ασία. Ήδη δημιουργείται η ευρύτατη Ελληνοπελασγική πρωτοϊστορική Επικρά­τεια, έπι τη βάσει της όποιας συγκροτήθηκε ο μέγας και διευρυμένος Ελληνικός Ιστο­ρικός Κόσμος στην οδό των νότιων παρα­λίων της Μικρας Ασίας και της Κύπρου προς Ουγκαρίτ, της Συρίας και πρός Μάρι της Σουμερίας / Μεσοποταμίας, μέ αφετηρία τους Κρήτες και τους πελασγούς της Μικράς και Πρόσω Ασίας με ταυτόχρονη δημιουργία και της γλωσσικής ενότητας της πρωτοελληνικής πελασγικής γλώσσας από την Ελλη­νική Μητρόπολη μέχρι την ανατολικώταεη Ασία (αντίστοιχη ένότητα παρουσιάζεται και πρός τη δύση και ακτινοιδικώς πρός όλες τις διευθύνσεις) με απαρχή την Ελληνική Μη­τρόπολη, κοιτίδα του Πολιτισμού και γενέ­τειρα της Ελληνοπελασγικής ομογλωσσίας.

Οι αρχαίοι Μοισοί, Γέτες30 και Δάκες κατά τις μαρτυρίες του Ηρόδοτου αλλά και του Αριστέα του Προκονήσιου (διαβάστε εδώ) είναι ομόγλωσσοι και ελληνοπελασγικής γλωσσικής και ιστορικής αφετηρίας, επεκτείνοντας τη πρωτοελληνική διασπορά και πρός τη βόρεια και κεντρική Ασία, δια μέσου της Ευρασίας και της ευρωπαικής και ασια­τικής Σαρματίας31 στην Ελληνική Ύπερβόρια32 του θεού Απόλλωνα (διαβάστε εδώ), συνδέοντας και στην ιστορική εποχή τους βορειοασιατικούς με τους νοτιοασιατικούς πελασγογενείς λα­ούς της ελληνικής διασποράς, οι οποίοι διέδωσαν και δια των ελληνικών πόλεων, την ελληνοπελασγικη γλώσσα στούς ιθαγενείς πληθυσμούς, επεκτείνοντας δια μέσου της γλωσσικής επιδράσεως και ωσμώσεως, την ελληνοπελασγικη ή Αρεία ομογλωσσία.

Οι Φρύγες της Μικράς Ασίας από την ελληνική Μακεδονία και Θράκη, ως Φρυγοπελασγοί, απετέλεσαν το δεσμό μεταξύ των πελασγικών λαών της Ασίας και της Ευρώπης από τις υπωρεί­ες του Καύκασου μέχρι και την Αδρία33, ενώ oι Φρύγες της Μικράς Ασίας αποτελούν και τον αρμό μεταξύ των Ελλήνων και των δυτικών και ανατολικών ασιατικών Αρί­ων (επωνύμων των προπελασγικών κατοί­κων της Αραντίας του βασιλιά Άραντα του Φλοιούντα (μετέπειτα Σικυώνος) και των παιδιών του Αόριου και Αραιθυρέα και μέχρι και τις αριογενείς χώρες της ελληνοπελασγικής διασποράς, την ασιατική Αριανή, το Ιράν και τη περσική Αρταία.

Η μακεδόνικη και θρακική Βρυγία (η μικρασιατική Φρυγία), αποτελεί, κατά τις παραδόσεις των Ελλήνων, τον ελληνοπελασγικό πολι­τισμικό και γλωσσικό υπόβαθρο της αρμε­νικής γλώσσας στις αρμενικές χώρες από τον Ταύρο μέχρι και τους ποταμούς Άβο και Νίβαρο, που έφερναν μέχρι τα Έκβάτανα33 και δια της Ουιτίας, όπου είχαν αποικίσει οι Αινιάνες34: (Η Αρμενία ήταν επώνυμη του Άργοναύτη Θεσσαλού Αρμένου, συντρό­φου του Ιάσονα και οι Αρμένιοι φορούσαν βαθείς χιτώνες, τους καλουμένους θεσσαλι­κούς: ποδήρεις θεσσαλικές εσθήτες).

Παραπομπές:

28. Ο Κινύρας ήταν ιερέας και βασιλιάς στην Κύπρο. Τον θεωρούσαν τον γενάρχη του ομώνυμου γένους των Κινυραδών, ιερέων της Αφροδίτης. Ο Κινύρας αναφέρεται ως βασιλιάς της Πάφου ή και ολόκληρης της Κύπρου

29. Ο Σάνδοκος ήταν βασιλέας της Σάμου αποικιστης της Συρίας

30. Οι Γέτες είναι ομάδα Θρακικών φυλών που κάποτε κατοικούσαν στις περιοχές εκατέρωθεν του Κάτω Δούναβη, στη σημερινή βόρεια Βουλγαρία και νότια Ρουμανία. Η ονομασία Γέτες μπορεί να προήλθε από ένα ελληνικό εξώνυμο. Η περιοχή ήταν η ενδοχώρα ελληνικών αποικιών στην ακτή της Μάβρης Θάλασσας, φέρνοντας τους τους αυτόχθονες σε επαφή με τους αρχαίους Έλληνες από νωρίς. Αρκετοί μελετητές, ιδιαίτερα στη ρουμανική ιστοριογραφία, θέτουν θέμα ταύτισης των Γετών με τους δυτικούς γείτονές τους, τους Δάκες που κατά τυς Ηρόδοτο, Αριστέα του Προκονήσιου και ον Στράβωνα αποτελούσαν αρχαίο πελασγικό φύλο..

31. Η Σαρματία ήταν αρχαία χώρα της Ευραίας στην οποία διέμεναν επί το πλείστον οι Σαρμάτες, εξ ου και η ονομασία της μετά την εισβολή και κατάληψη του χώρου. Η Σαρματία χωρίζονταν από τον ποταμό Τάναϊ (σημερινό Δον ή Ντον) στην Ευρωπαϊκή Σαρματία και την Ασιατική Σαρματία. Ιστορικά την ονομασία Σαρματία πρώτος φέρεται να τη χρησιμοποίησε ο Ρωμαίος γεωγράφος Πομπώνιος Μέλας, περί το 43 μ.Χ., προκειμένου να δηλώσει όλο το βόρειο μέρος της Ευρώπης και Ασίας που εκτεινόταν από τον Βιστούλα και τα Σαρματικά όργ δυτικά, μέχρι του ποταμού Ρα (σημερινός Βόλγας), ανατολικά, που αποτελούσε το όριο με την Σκυθία και που εκτεινόταν βόρεια μέχρι και της Βαλτικής και των άγνωστων ακόμα βόρειων χωρών. Νότια όρια της Σαρματίας θεωρούνταν οι ποταμοί Δύναβις και Τύρας (σημερινός Δνείστερος) που την χώριζαν από την Πανονία και τη Δακία, ο Εύξεινος Πόντος και ανατολικά ο Καύκασος που την χώριζε από την Κολχίδα, την Ιβηρία και την Αλβανία. Παρά ταύτα η Ταυρική χερσόνησος, σημερινή Κριμαία μολονότι περικλειόταν στα όρια της Σαρματίας δεν θεωρείτο τμήμα αυτής αλλά άλλη ιδιαίτερη χώρα.

32. Είναι γνωστές οι ελληνικές παραδόσεις για τους Υπερβορείους και ιδιαίτερα για τον Υπερβόρειο Απόλλωνα και τον ((αιθεροβάτη)), ιπτάμενο και ταξιδεύοντα πάνω σε ένα βέλος, ιερέα του, Άβαρι (α + βάρος, δηλαδή ο αβαρής). Είναι ακόμα γνωστή στην ελληνική μυθολογία η εκδοχή ότι η Λητώ, η μητέρα του Απόλλωνα, καταγόταν από τη χώρα των Υπερβορείων, από την οποία αναχώρησε μεταμφιεσμένη σε λύκαινα (λυκη = φως, απ' όπου και ο Λύκιος Απόλλωνας, το λυκαυγές, το λυκόφως και η αμφιλύκη). η μυθική αυτή περιοχή, που εθεωρείτο σαν ένα είδος επίγειου παράδεισου οι Έλληνες την τοποθετούσαν στο έσχατο βόρειο άκρο του τότε γνωστού κόσμου στις πολικές περιοχές, πέρα από τα Ριπαία Όρη, τα οποία όπως πίστευαν μετακινούνταν και απομακρύνονταν όταν τα πλησίαζαν οι άνθρωποι. Σε αυτή βασίλευε η αιώνια άνοιξη και από αυτή προέρχονταν οι κύκνοι, τα ιερά πτηνά του Απόλλωνα

33. Ἀδρία, Κορινθιακή αποικία υπεράνω της εκβολωλής του Λάδου ποταμού (Τουσκία), μεγάλο κέντρο ἐμπορίου. Από αυτή έλαβε το όνομα ο Αδριάς καθώς και η Ἀδριατικὴ θάλασσα (Liv. V, 33. — Or. od. I, 33, 15. III, 3, 5.—Ἡροδ. Δ, 33. Ε, 9), η μεταξύ Ἰταλίας καὶ Ἰλλυρίας, μέχρι Δυρραχίου καὶ Βρεντισίου το σημερινό Βρινδίσιο ή Μπρίντεζι

34. Τα Εκβάτανα, ή Αγβάτανα, ή Επιφάνεια (ελληνική ονομασία), ήταν αρχαία πόλη στην άνω Μηδία παρά τους πρόποδες του όρους Ορόντου, προ της οποίας εκτεινόταν εύφορη πεδιάδα . Ο Κτησίας αναφέρει ότι η αρχική ίδρυσή της ανάγεται στους μυθικούς χρόνους. Μάλιστα λέγεται ότι η Σεμίραμις είχε στη πόλη αυτή οικοδομήσει το ανάκτορό της και είχε φροντίσει την κατασκευή διώριγας για την υδροδότηση της πόλης.

35. Οι Αινιάνες ήταν αρχαίο Ελληνικό φύλο εγκατεστημένο στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Σπερχειού. Μοιράζονταν την κοιλάδα του Σπερχειού με τους Μαλιεί, οι οποίοι κατείχαν την ανατολική πλευρά της κοιλάδας. Βόρεια συνόρευαν με τους Δόλοπες και νότια με τους Οιτιαίους, με τους οποίους βρίσκονταν συχνά σε συμμαχία. Οι Αινιάνες προέρχονταν από την περιοχή της Θεσαλίας απ' όπου εκτοπίστηκαν τον 11ο αιώνα π.Χ. από τους Θεσαλλούς ή θετταλούς και εγκαταστάθηκαν νοτιότερα, στην κοιλάδα του Σπερχειού.

Ο Κ. Χατζιγιαννάκης στο ομώνυμο άρθρο του αναφέρει, ότι ο Ηρό­δοτος και ο Εύδοξος ρητά παραδίδουν τους Αρμενίους αποίκους Φρυγών και ώς πρός τη γλώσσα πολλά φρυγίζοντες πρβλ και Χάι = Αρμένιος και Αχαιοί του Καυκάσου. Σημαντικό είναι ο αρμενικός όρος χετανός = έθνικός, ο οποίος διαλεκτικά στην ελλη­νική γλώσσα παραπέμπει στην έλληνοπελασγική ρίζα χατ-/χετ-/χιτ-/χιδ-/(τ/δ) που έντάσσει στην ίδια (έλληνοπελασγική) ομογλωσσία τους Χάττι /Χετταίους /Χίδες, λο­γικοί συνειρμοί που οδηγούν στην συσχέτι­ση και των Χετταίων με το ελληνοπελασγικό και ευτύτερο προσωασιατικό υπόστρωμα. Έν προκειμένω διακρίνεται η ελληνική ρίζα σελ-/ σαλ-/Ραλ- (=λαμπρός, ήλιος), η οποία ετυμολογεί το ελληνοπελασγικό βασιλικό γένος των Βαλληναίων της Φρυγίας36 και την εορτή των Βαλληναίων, από το οποίο σημασιολογείται ως αρχαιοελληνικό το όνομα του γιού του Τρώα Γανυμήδη: (Βαλληναίος, πρβλ και το όρος Βαλληναίον της Φρυγίας, ελληνική ρίζα σαλ-: σελ-: σέλας > Fαλ-: βέλαν τόν ηλι- ον γέλαν- τόν ήλιον (Ησύχιος), με δωρικό «α» αντί του αττικού «ε» και δωρική προφορά του «F» ώς «β» (οι Βρύγες της Μακεδονίας μιλούσαν όπως και οι δωριγενείς Μακεδνοί βορειοελλαδική δω­ρική διάλεκτο).

Ήδη η βρυγική, δωρική διάλε­κτος της βορειοελλαδικής Βρυγίας (και της ασιατικής Φρυγίας) συναντάται, ως ελληνοπελασγική διάλεκτος με την αρμένικη άλλα και τη χετταϊκή και περαιτέρω και με τη σουμερικη και τις μεσοποταμιακές, ελληνοπελασγικού υποστρώματος, γλώσσες και Κράτη. Η ελληνική ρίζα γαλ-/καλ- διαλε­κτική της βαλ- έντός της ελληνοηελασγικής προερχόμενη εκ της σαλ-> Ραλ- (=λαμπρός, ήλιος, βασιλεύς) ετυμολογεί τα άρμενικό gal = άρχων, galam = άρχειν (Καθηγητής Π. Καρολίδης), το φρυγικό βαλήν ή βαλλήν- βασι­λεύς, άναξ, με ελληνοπελασγική προφορά του «F» ώς «β» και «γ») αλλά και το σουμερικό γκάλ = βασιλεύς: Κισαργκάλ = σύζυγος του τέταρ­του ηγεμόνος του Νιμπίρου, Νεργκάλ = υιός του Ένκί, ηγεμόνας βασιλείου του Ένκι στην Αφρική, Ερεσκιγκάλ = σύζυγος του Νεργκάλ, Νινγκάλ = σύζυγος του Ναννάρ Σίν, μητέρα της Ινάννα και του Ουτού (από το βιβλίο της Κοσμογονίας των Σουμερίων: Το βιβλίο του Ενκί).

Κατά τον ανωτέρω καθηγητή το αρμενικό χετανός (= έθνικός) εντάσσεται στά ελληνοπελασγικά ομόρριζα (ως διαλεκτικά της ελληνικής): Χεταίοι, Χάττοι, Κήτειοι, Χατάονες /κατάονες, όμο­ροι των Μήδων, Κιλίκων και Αρμενίων με­ταξύ Καυκάσου και Μεσοποταμίας, δηλαδή στο χώρο συνάντησης του ελληνοπελασγικού υποστρώματος της Μικράς και Πρόσω Ασίας με το ελληνοπε­λασγικό υπόστρωμα της Μεσοποταμίας.

Συνεχίζοντας ο Κ. Χατζηγιαννάκης μας εξιστορεί ότι η Μεγάλη Φοινίκη η Φοινίκη της Συ­ρίας, επικράτεια της Αργείας Ιούς, απαντάται στη Γραφή ώς «Καφτόρ» και στις αιγυπτιακές μεταγραφές ως «Καφιούρ» και στις αιγυπτι­ακές ιερογλυφικές επιγραφές ως «Κάφτι» ή «Κέφτι» (ταυτόσημη με την ονομασία: Φοινίκη στο Κανώβιο δίγλωσσο ψήφισμα) και ως «Χαφθοριάμ», που αναφέρονται μαζί με τους Φιλισταίους στους Έβδομήκοντα, σαφώς συ­σχετιζόμενη με τους Κρήτες και τη Κρήτη: (Η Γάζα παραδίδεται ως αποικία Κρητών και λα­τρεύει τον Μάρνα, δηλαδή τον Κρηυογενή Δία. Οι Κρέτθι (Χερεθαίοι) της Γραφής είναι λαός των Φιλισταίων που κατοικούσε μεταξύ Ιουδαίας,της πετραίας Αραβίας και της Αιγύπτου, οι ρητώς στην Γραφή ονομαζόμενοι Κρήτες).

Η Συρία, ή Ασσυρία, ή νήσος Σύρος ετυμολογούνται κατα το Μέγα Μάγκνουμ Λεξικό από την ελληνική ρίζα σαρ-/ σερ-/συρ- (λαμπρός) πρβλ. Σύρος, υιός του Απόλλωνος, σείριος = ο λαμπρότατος των Αστέρων. Απαντώνται και ως Λευκόσυροι στη Μικρά Ασία. Η Συρία απετέλεσε από την απώτατη αρχαιότητα, χώρα των πελασγών Ελληνοφοινίκων και των Κρητογενών Φιλισταίων και κτήσι των Χετταίων και των Ασσυρίων και των Περσών. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε τα λόγια του Διόδωρου:

«ταις δε Μούσαις δοθήναι παρά του πατρός την εύρεσιν των γραμμάτων και όχι εύρεσιν γραμμάτων»

και διευκρινίζει ότι τα λεγόμενα φοινίκεια γράμματα δ ε ν είναι καν εφεύρεση των Φοινίκων, αλλά διασκευή άλλων γραμμάτων, των ελληνικών – κρητικών.

Στον βασιλέα των Χετταίων Χετασάρ απαντάται το ελληνοπελασγικό (με δωρικό ρω­τακισμό στη κατάληξη σαρ-<σαλ- (σέλας, λαμπρός, βασιλικός), το οποίο εντοπίζεται και στα σουμερικά : Ένσάρ, έκτο ηγεμόνα τής χώ­ρας Νιμπίρου του Βιβλίου του Enki, Κισάρ, σύ­ζυγο του πέμπτου ηγεμόνα της Νιμπίρου.

Επί­σης ο σουμερικός όρος σαρ = περίοδος περι­στροφής περί τον ήλιο, παραπέμπει στά λυδικά σάρδις = έτος και νέος σάρδις = νέον έτος και Σάρδεις = πρωτεύουσα του λυδικού κρά­τους, αφιερωμένη στο θεό του έτους Ήλιο (σύφωνα με τον καθηγητής Π. Καρολίδη) και στους αντίστοιχους όρους των μικρασιανών αυτών όρων: [ο βακτρικό Qaredha, καππαδοκικός δω­δέκατος μήνας, Σάνδαρα ή Σόνδαρα, λυδική και μυσική πόλη Σαδησσός, μικρασιανή ηλειακή θεότητα) : (Σαρδάν, Σανδών, Σάνδης η Σάνδανος (ελληνοπελασγική ρίζα σαρ-/ σαν- έκ τής σαλ- σέλας = λαμπρός, διά των δι­αλεκτικών έναλλαγών λ/ρ/ν στην ελληνική πρβλ ήλθεν/ήρθεν/ δωρικό ήνθεν)].

Η ίδια αυτή ρίζα της ελληνοπελασγικής ετυμολογεί τον Σάνδοκο, υιό του Αστυνόου, πατέρα του Κινύρου, κτίστη της πόλεως Κελένδερης, το λυδικό όνομα Σάνδανις, το λυδικό Ξύαρις ταυτώνυμο του Σάρδις κατά τον Ξάνθο τον Λυδό, τον καππαδοκικό μήνα Σάνδαρα, τον περσικό μήνα Asfendarmet, το αρμένικο Σπανταρμέτ, το βακτρικό Dpenta - Armaiti, το αρμέ­νικο Santaraped, ονομασία χθονίων θεών.

Το μικρασιατικό ελληνοπελασγικό όνομα Σαρδάν παραπέμπει στο σουμεριακό ελληνοπελασγικό σα – ρ - αλλά και στο ασσυρι­ακό σαρ-, τα όποια και ετυμολογούνται από την αρχαιότατη ελληνοπελασγική, επαληθεύοντας τη παράδοση περι της καταγωγής του Βήλου και του Νίνου37 από την λυδική δυ­ναστεία των Ηρακλείδων. Το όνομα των βα­σιλέων της Ασσυρίας: As-sur-ban-habai η Σαρδανάηαλος: As-sur/ban/habal ετυμολογούμενο πλήρως από τις ελληνικές: ελλη­νικές ρίζες σαρ-/συρ = ηλιος, λαμπρός, σείριος, βαλ-/βαν- : βαλλής βασιλεύς και naF-/ 0aF-: φως πρβλ φαλιός /βαλιός /πελιδνός = λευκός, λαμπρός.

Ήδη προκύπτει ανάγλυφα, για την κατανόηση των οδών διαδόσεως της ελλη­νικής γλώσσας και των διαλέκτων της στην Ασία, η ανάγκη μελέτης τους μέσα από τις παραδόσεις και τις γραπτές πηγές της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας χώρες της Μικράς και Πρόσω Ασίας - οπότε και από τη μελέτη των ελληνοπελασγικών ιστορικών και γλωσσικών στοιχείων και των διαλέκτων μίας εκάστης έξ αύτών σε συνδυασμό με­ταξύ των παραδόσεων και διαλέκτων αυτών - προκύπτουν, επιστημονικώς, αδιάσειστα πειστήρια ότι τα ελληνοπελασγικό ιστορικά και γλωσσικά υποστρώματα των περιοχών αυτών της Ασίας συσχετίζονται και μετα­ξύ τους και αίρουν οιαδήποτε σαθρή πρό­ταση περί έκ της Ασίας προς την Ελληνική Μητρόπολη κατεύθυνση του πολιτισμού και της γλώσσας, τεκμηριώνοντας ότι το φώς του πολιτισμού και η γλώσσα του ανθρώπου προήλθαν από την Ελλάδα, τη κοιτί­δα του Πολιτισμού και τών γλωσσών.

Σημαντικό εδώ είνα όπως αναφέρει Ο Κ Χατζιγιαννάκης ότι η ελληνοπελασγική ετυμολόγηση τόσο του αρμενικού tabarn dabar, όσο και του έθνους τω Τιβαρηνών38 του Χαλυβικου Πόντου και του περσικού teber ή tever= πέλεκυς από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, ώς έκ του μυ­κηναϊκού da-pu-n-ti-jo = αττικό λαβυρίνθιος / μυκηναϊκό λαβυρίνθιος, με ομόρριζα μεταξύ των ελληνοπελασγικών διαλέκτων, όπως και το ποντοκαρικό και λυδικό και μινωικό λάβρυς με διαλεκτικές εναλλαγές οδοντικών σύμφωνων μεταξύ τους : τ/δ/θ και έναλλαγής του λ προς το δ και άρα και τα λοιπά οδοντικά στην έλλη­νική (πρβλ λίσκος δίσκος Περγαίοι λεξικό του Ησύχιου).

Έτσι αναδεικνύονται συνδυασμοί πολιτισμικής και γλωσσικής ελληνογένεσηςδιαμέσου του Βοσπόρου, Αιγαί­ου, καθώς και της Ρό­δου και Κύπρου, η δευτερογενής από ελληνική διασπορά από τη Λιβύη (Αφρική) προς την Ασία. Ισχυρότατη απόδειξη ελληνογένειας αποτελεί η διατήρηση της χρήσης της σουμερικής σφηνοειδούς γραφής στην Βα­βυλωνία, στην Άσσυρία, στη περιοχή της λί­μνης Βάν της Αρμενίας, στη Μηδία και τη Σουσιανή και σε ολόκληρη τη Περσία. Η σφηνο­ειδής γραφή, κατά τις μελέτες των Γουίλιαμ Κόχ, Τξειμσον Κάμβερ και Νικόλαου Γελέ, είναι εξέλι­ξη της Μινωικής Γραμμικής Α, Γραφής (με την οποίαα σχετίζονται και η Γραμμική Β' μυκηναική Γραφή και η Γραμμική Γ΄ κυπριακή - ελληνοπε­λασγική γραφή).

Παραπομπές:

36. Οι Βρύγες (αρχαία Βρυξ) ή Βρύγοι ή Βρυγοί ή Βρυκοί ή Βρίγες (Βρίγαι) ή Βρίγαντες ήταν πολυάριθμος Θρακικός λαός, του οποίου η κοιτίδα πιστεύεται πως ήταν η χώρα των Κικόνων (τα παράλια μεταξύ Έβρου και Νέστου) και η περιοχή γύρω από τις Βρυγηΐδες λίμνες (μικρή και μεγάλη Πρέσπα). Πρόκειται για τους προγόνους των Φρυγών που αρχικά κατοικούσαν στη Βαλκανική και στη συνέχεια μετανάστευσαν στην Μικρά Ασία εταβάλλοντας το όνομά τους από Βρύγες σε Φρύγες. Η χώρα των Κικόνων λεγόταν στους αρχαιότατους χρόνους Βριαντική και Γαλλαϊκή, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο

37. Στην Ελληνική μυθιστορία ο Νίνος ήταν ο ιδρυτής της πόλεως Νινεβί στη Μεσοποταμία και της Βαβυλωνιακής αυτοκρατορίας. Τον θεωρούσαν γιο του θεού Βήλου ή του Κρόνου (ο μεσοποταμιακός θεός Βήλος αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο). Ο Νίνος αναφέρεται ως ο εφευρέτης της στρατιωτικής τέχνης και ο πρώτος που συγκρότησε μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς. Συμμάχησε με τον (μυθικό) βασιλιά της Αραβίας Αριαίο και κατέλαβε μαζί του, μέσα σε 17 χρόνια, όλη την Ασία εκτός από τις χώρες των Ινδιών. Η Βακτριανή αντιστάθηκε αρκετά, αλλά τελικώς την κατέκτησε χάρη σε μια γυναίκα, τη Σεμίραμι, την οποία και πήρε ως σύζυγό του.

38. Οι Τιβαρηνοί ήταν υπολείμματα παλαιού έθνους των Ταβάλ: ήταν προγονικοί βοσκοί, σε αυτούς το χαρακτηριστικό είναι ότι οι άνδρες κοιμούνται σε κρεβάτια ενώ οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να κοιμούνται στο πάτωμα. Κυριάρχησαν σε εδάφη ανατολικά του Ίριδος ποταμού και του κόλπου της Αμισού ως τα Κοτύωρα και νότια έφτασαν ως την κεντρική Μ. Ασία.


Η πανέμορφη αρχαία Παλμύρα στην έρημο της Συρίας με τον ναό του Βήλου Διός,


Στο Μπογάζκογι της Καππαδοκί­ας ευρέθησαν σφηνοειδείς επιγραφές, στις όποιες αναγνώστηκε το όνομα του ελληνοπελασγού βασιλέα των Χετταίων Μυρσίλου (Μυρσιλίς στη Χεττιτική), που απαντάται στη Λέσβο άλλά και στη Γενεαλογία των Σανδανιδών ή Ηρακλείδών βασιλέων της Λυδίας39, πρό της δυναστείας των Μερμναδών40 βασιλέων της.

Κατά το μέγα λεξικό Μάγκνουμ, ο καππαδοκικός μήνας Άθρα ή Άρθρα παραπέμπει στα έλληνοπελασγικά διαλεκτικά: άθάρα = πυρ πρβλ ρήμα αίθω, αιθάλη (= καπνός έκ καύσεως), ελληνική ρίζα αθ-/ατ-<Φαθ-Fατx-: Fαθίω>αίθιο, αίθω και άρχαιότερα σαθ-jω (α>F) ρίζα :σαθ-/σατ- > Fαθ-/Fατ- > άθ-/άτ- που ετυμολογούν τα: Ερι-σαθ-εύς- ο Απόλλων στην Αττική, τη Συ­ρία θεά Αταργάτι ή Αστάρτη κατά τον Στράβωνα, τη μητέρα των θεών, η οποία στην ελληνογενούς υποστρώματος Φοινίκη ελατρεύετο ως Ασ-τάρ-τη και στη Μικρά Ασία ώς Μά Κυβέλη.

Σύμφωνα με το λεξικό του Ησύχιου, η διαλεκτική ρίζα ταρ- τής σαρ-/ σατ-, σαδ-, σαθ- στην ελληνική βασίζεται σε διαλεκτικές μεταβολές σ/τ και λ/δ/ρ/τ στην αρχαία ελληνική: σαλ- (=λάμπω και φλέγομαι και πυρώνω) > Fαλ-, φαλ- : προφορά «F» ώς χειλικού «φ» και άρα σαλ->Fαλ->φαλ-: φλέγομαι, φλόξ και Fαλ->ταλ-, ταρ- πρβλ προφορά «F» ώς «τ» η τροπή σ/χ στην ελληνική: πρβλ ταλώς- ο ήλιος Κρήτεςμε το δωρικό «τ» άντι Ιωνικού «σ» πρβλ δωρικό τύ = ιωνικό σύ, και περαι­τέρω εναλλαγη ρ/λ στην ελληνική και δω­ρικό «α» αντί ιωνικού «ε» πρβλ δωρικό Ιαρός / αττικό - ιωνικό ιερός.

Ήδη η ελληνοπελα­σγική σημασία όπως φλόξ και πύρ, η ελληνο­πελασγικη ρίζα ταρ- ετυμολογεί: το περσικό ater = πύρ, το περσικό ater = πύρ που αναφέ­ρεται σε θεότητα πυρός, στην χώρα Ατροπατηνή ως χώρα λατρείας του πυρός: περσικό atropata = πυρολάτρης και όρος Αθάρ της Καππαδοκίας, που παραπέμπει στη λατρεία της ορείας καπαδοκικής θεότητας Αθάρ, αντίστοιχη της Αταργάτιδος και σαφώς και της Κυβέλης Μα, όπως επίσης της ορείας θεάς στό όρος Κύβελον. Ήδη πιστοποιείται το ελληνογενές των θεών της Φοινίκης, της Συρί­ας, της Περσίας, της Καππαδοκίας και βεβαί­ως της Σουμερίας όπου ο θεός Utu = o θεός του Ήλιου ετυμολογείται από την ελληνική ρίζα αθ-/αδ-/ατ-.

Η θεά Αθάρα και Αταργάτις (θεά της Σελήνης και του νερού) / Ατ-ταρ- γάτις, η Άθρα των Καππαδοκών πρβλ μινω­ικό Αίθρα, η θεά Ασ-τάρ-τη στη Συρία πρβλ Ασ-θάρα / Αθ-θάρα / Αθάρα, με εναλλαγή του αττικού «θ» πρός το λακωνικό «σ»: σιόρ θεός. Λάκωνες. Στην ονομασία Ασ-τάρ-τη: Ατ-τάρ-τη ή Αθ-θάρ-τη, παρατηρούνται διαλεκτικές εναλλαγές σ/τ/θ στην ελληνική.

Η σύμπτωση του καππαδοκικού μήνα Ξανθηρί προς τον περσικό Σααρίρ, ετυμολογείται από την ελληνοπελασγικη από τη διαλεκτική αντιστοιχία του «ξ» στις δια­λέκτους τη έλληνικής με τα συμπλέγματα σσ, κκ, γγ, χχ, (διπλό ουρανικό) αλλά και σκ, κσ,/σγ, γσ/σχ, χσ) οπότε το αρκτικό ξ γρά­φεται στις διαλέκτους και ως δυπλό (σ) = σσ, ετυμολογώντας το περσικό ομόρριζο του ελληνοπελασγικού (στην αντίστοιχη διάλεκτο της έλλη­νικής). Η παρατήρηση αυτή ισχύει και για τη προφορά του «ξ» ώς «sh» (= σσ, σ ηαχύ) και στην εβραική και οδηγεί στην ετυμολόγηση των σημιτικών γλωσσών από την ελλη­νικη γλώσσα και με την εναλλαγή του σ/κ με­ταξύ του αρκαδικού «σίς» και του αιολικού «κίς» (= αττικό τίς), πρβλ. και την ταυτωνυμία Κίσσιο /Σούσιο Κίσσιοι /Σούσιοι, σύμφωνα και με τό βιβλίο του Joseph Jahuda(Hebrew is Greek), οπότε αίρεται και η ασύσταη και αντιεπιστημονική «Ινδοευρωπαϊκή» θεωρία.

Η νωπογραφία μινωικής τεχνο­τροπίας που ανακαλύφθηκε στην Άβαρι της Αιγύπτου αντέκρουσε την θεωρία περί δήθεν προέλευσης των Ιξώς από το Ισραήλ και τον Λίβανο και μαρτυρεί την ιδι­αίτερη κυριαρχία των Μινωιτών στην Αίγυ­πτο αλλά και στη μεσογειακή Πρόσω Ασία. Η τέχνη της 18ης δυναστείας με το πλούτο των χρωμάτων και τους Κολοσσούς του Μέμνονα και τους ναούς του 'Άμμωνος, η έλευθερία στις απεικονίσεις της 19ης δυναστείας και μέχρι και τους πυραμιδοειδείς τάφους της 25ης δυναστείας αντανακλούν τη μινωική εκπρεσιονιστική νατουραλιστική επίδρα­ση στό Νέο Βασίλειο της Αιγύπτου η οποία εντοπίζεται και στην Ασία ήδη και στους Νεοσουμερίους.

Ολοκληρώνοντας το άρθρο για τη προέλευση των πρωτοϊστορικών πολιτισμών της Ασίας αλλά και της περιμεσογειακής Αφρικής από το Αιγαίο και την ελληνοπελασγικη εξάπλωση στις περιοχές αυτές με την επεξεργασία της θεογονίας των Σουμερίων με βάση τις ελληνοπελασγικές ρίζες ετυμολόγησης - σημασιολόγησής τους σύφωνα πάντα με τα ετυμολογικά λεξικά των Ησύχιου, Σουίδα, και το μεγα ετυμολογικό λεξικό Μάγκνουμ καθώς και τις αναφορές του Κ. Χατζηγαννάκη έχουμε τα εξείς:

Αν/Άνού = ο θεος Ουρανός, πρώτος βασιλιάς - θεός των Σουμερίων από την ελληνικη ρίζα σαν->Fαν>άν : άνω, ανός και ως υψηλός καϊ εξέχων και ένδοξος και ηλιακός, λαμπρός. Η έλληνικη ρίζα σαν-/σον-/σεν- >Fαν-/Fον-/Fεν->άν-,όν-/έν- Eτυμολογεί και το βιβλικό 'Όν που εκπροσωπεί την Ηλι­ούπολη των Ελλήνων, την Ανοΰ των Σου­μερίων, πρβλ και το ομηρικό όνομα Ήνοψ < Fάνοψ < σάνοψ (=λαμπρός) και το σουμεριακό ελληνοπελαογικό παράγωγο Άν-σάρ, όνομα βασιλέα τών Σουμερίων σε συνδυ­ασμό ριζών σν = ήλισκός και σάρ = βασιλεύς (τό β'συνθετικό απαντάται και στους Χεταίους στον βασιλέα τους Χετασάρ).

Η σχέση Σουμερίων μέ τους αρχαίους Αιγυπτίους εντός των ελληνοπελασγικών κυριαρχιών αντικατοπτρίζεται στό βιβλίο του Ενκί στα σουμεριακά Άσαρ και Άστα που αντιστοιχούν στους θεούς Όσιρι και Ίσι, προδυναστικούς βασιλείς - θεούς της Αιγύπτου με ονόματα Ελλήνων θεών μεταξύ των οποίων ο Ήφαιστος, ο Απόλλων (Ωρος), ο Ηρακλής (Όσιρις έκ τών οσ-/ασ- : όσιος και ιρ-/ιερ-, ιιρ-: ιρός, ιερός και Ίσις < Ίδ-σις, ρίζα Fιδ-/Fοδ- : όFδjά < όFδjα = γνωρίζω).

Ο Γιλγαμές του βαβυλωνιακού έπους είναι βασιλιάς της Σουμερικής Ουρούκ που αντιστοιχεί στην αρχαιότερη ελληνική πόλη Ευρυγόρεια ιδρυτής της οποίας ήτο ο Δωριεύς Ευρήγορος.

O Ενλίλ, υιός του Ανού είναι ο Fελιχανός των Μινωιτών και των Τυρρηνών Πελασγών /Πυργιτών /Κρητών ή Ένλάνιος / Έλλάνιος < Fελάνιος < Σελάνιος μέ δωρικό «νλ» άντί «λλ».

H Κι - Ένκι εκπροσωπεί; την διεπιφάνεια της Ki (=γής) και του 'Έν (=ούρ-ανού), την πρώτη περιοχή του Πολιτισμού, την χώρα των υψηλών φυλάκων/πανοπτών φρουρών του Βιβλίου του Ένκι.

H Έρεσ-κι-γκάλ = η Κύρια βασίλισσα: (γκάλ) του Κάτω κόσμου (έρεσ-κι).

O Κισαργκάλ = O τέταρτος βασι­λιάς της Κοσμογονίας των Σουμερίων είναι o βασιλιάς της γης: Κϊ = γη, σαρ = ηλιακός, γκάλ=βασιλιάς < από το βρυγικό βαλ-λήν, λυδικού καλδόις = βασιλιάς με έλληνοπελασγικές φθογγικές εναλλαγές κ/γ και λ/ ρ : fαρ/καλ- : κιλάριος ο ήλιος (Ησύχιος).

Μαρντούκ ή Μαρδούκ = ο πρωτότοκος γυιός τοϋ Eνκι με πόλη τη Βαβυλώνα, ο αντίστοι­χος του θεού Ρα της Αιγύπτου, < Σρα: ελληνοηελασγική ρίζα σρa-/oap-/Fαρ- και μαρ- = λαμπρός, μαρμαρυγή, μάρμαρον (προφορά του γιγαμου F ως μ : θεός Ζευς Μυλεύς) +δοκ-, δοκός, δέκομαι /δέχομαι.

Ναννάρ, υιός του Ενλίλ, εκπροσωπώντας τον Mήνα και τη Σελήνη /Μήνη (θυγατέρα του θεού Ήλιου στην ελληνική Κοσμογονία): ναν- δωρικό του μήν-η, Μήν, πρβλ καππαδοκικό - αρμενικό Μήν Φαρνάκης : και νάρ- /σάρ- με δωρικό «ν» αντί του αττικού «σ», πρβλ. δωρικό πεντάκιν /αττικό πεντάκις, ως: τύπος Ναννάς του Μαννάς, Mην, κατά τον καθηγητή Φαρνάκη: σαν-/ ναν-/μαν-/φαρ- μέ διαλεκτικές προφορές του «F»: σαν -Fαν- ώς ιωνικού – ομηρικού «μ» / δωρικού «ν» /και χειλικού «φ» μέ εναλλαγή χει­λικών η/β/φ/μ καθώς και των αττικών «λ», «ρ», ως δω­ρικού «ν» και δωρισμός - ς/ρ.

Νάννα, αντίστοιχη της αελφης του Απόλλωνα: Αρτεμις Σελήνη δωρικός τύπος του Μήνη /Mav-ja.

Νινγκάλ ή Νιργάλ = σύζυγος του Ναννάρ, μη­τέρα της Ινάννα και του Ουτού: ρίζα νιν-/ ναν = λαμπρός, διαλεκτικό ρλληνοπελασγικό σιν- με εαλλαγή του δωρικού «ν» έναντι λακωνι­κού «σ». Άλλωστε ο θεός Ναννάρ των Σουμε­ρίων αντιστοιχεί στον Σιν των Βαβυλωνίων, ως ήλιακός θεός, πρβλ. και αρχαίο λακωνικό - δωρικό: σιόρ- θεός (Ησύχιος), πρβλ και σαν-/ Fαv- και F<σ και έναλλαγή σ/θ στήν ελληνοπελασγική, η οποία ανάγει το εβραϊκό Σιών στο ελληνοπελασγικό Θεών, πρβλ και Ίνάννα < Έν-σαν-ja.

Ουτού, αδελφός της Ινάννα, που αντιστοιχεί στον θεό Σαμάς των Ακκαδίων, θεό του Ηλίου, με ετυμολόγηση και των δύο θεωνυμίων απο την ελληνοπελα­σγική γλώσσα, προέλευσής τους καταδει­κνύει ακριβώς την ταυτότητα του σουμεριακού και του Ακκαδικού θεού: σαμ-:σάμος = ύψωμα, ύφος, ουρ-άνός, θεός Ήλιος, ο έκ των άνω, εξ υψωμάτων, εξ Ίδαίων άντρων, ή ζιγκουράτ, ο πανεπόπτης, ο σκοπός εξ ορέων, πρβλ ελληνοπελασγική ρίζα Foρ-/oFρ-: ορθός < Fορθός, Fόρνυμι και με ενδοπελασγική διαλεκτική φθογγική εναλλαγή «μίν» και ταυτότητα σαμ-/σαν-/Fαν-/άν- (άνωτέρω) και σαρ-/σαλ-/σαν-:σερ-:σείριος (= o λα­μπρότερος των αστέρων /σέλας (με εναλ­λαγή ρ/λ στην ελληνική) = το φώς του ήλι­ου /δωρικό σαν- τόσο του σαλ- όσο και του σαμ- στην ελληνική με εναλλαγές του ομηρικό «μ» δωρικό «ν» / αττικά λ,ρ. συγχρό­νως η έλληνοπελασγική ρίζα σαλ-/σελ-/ σερ- που εκπροσωπεί την μέγιστη φωτεινό­τητα και λάμψη αυτή του ήλιου, εκπροσωπεί και τη ταυτόχρονη ύψιστη φλόγωση, πύρω­ση και θέρμανση: ρίζα θερ-/λακωνικό - δω­ρικό σερ- με το αττικό «θ» να άντιστοιχεϊ εντός της ελληνοπελασγικής με το δωρικό - λα­κωνικό «σ» και νά ισχύει: ρίζα σαλ- (= λαμπρός, θερμός) /σαρ- (εναλλαγή λ/ρ) /σασ-: σασός > σαFός = σαώς (oF>ω) ο Ηλιος Βαβυλώνιοι (Ήσύχιος) /σαθ- πρβλ Έρισαθεύς, ο Απόλλων επίθετο στην Ατική έν Αττική, επίθετο Αρτέμιδος: Σαρωνία και ρήμα σαθ-jco > Fαθ-jω > aFθjω, αίθω = καίω, θερμαίνω, έλληνική ρίζα σαθ-/Fαθ-/αFθ- (αF> αι) και οι διαλεκτικές της : σασ- και θασ-: θεσ- >θεF-: θέα, θεώμαι, με σημασία ρίχνω φώς σε κάτι για να το καταστήσω ορατό, σαν- (σ/ν) /σαλ- (σ/ν/λ) /σαδ- (λ/δ, ν/δ) : Απόλλων Fαδύς > άδύς /σατ-: σατράπης = βασιλικός δι­οικητής, ήγεμών άλλά και σαφ- (F/φ): σαφής, διαυγής, ορατός, καθαρός, διάφανος και σαχ (φ/χ πρβλ όφις /έχις, έχιδνα): σάχης = τίτλος του βασιλέως των Περσών, ο βασιλιάς Ηλι­ος των Περσών, ο αντίστοιχος του ακκαδικού σαμάς και του βαβυλωνιακού σιν.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα ετυμολογικά λεξικά και από τις διηγήσεις των προαναφερόμενων αρχαίων ιστορικών, αποδεικνύεται η ελληνοπελασγική καταγωγή των Σουμερίων και του πολιτισμού τους.

Παραπομπές:

39. Η Λυδία ήταν αρχαία χώρα στη Μικρά Ασία, η κατά τον Όμηρο Μαιονία. Τα όρια της χώρας αυτής ήταν προς Β. η Μυσία, προς Α. η Φρυγία και προς Ν. η Καρία.

40. Η νέα Δυναστεία των Μερμνάδων στη Λυδία επεκτείνει τη κυριαρχία της προς Δ. και ακολουθεί η προσάρτηση των ελληνικών παράλιων πόλεων (Έφεσος, Σμύρνη, Φώκαια.

Βιβλιογραφία:

Μάριος Δημόπουλος. Οι Σουμέριοι ήταν Ελληνοπελαγοί

Νόννου : Διονυσιακά. Εκδόσεις Κάκτος

Απολλώνιου του Ρώδιου : Αργοναυτικά. Εκδώσεις Κάτος

Ευήμερου: Ιερή Αναγραφή. Εκδώσεις Κάκτος

Κ. Χατζιγιαννάκης: Η Ελληνική προέλευση των Σουμερίων. Εκδώσεις Ιχώρ

Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης : Ο άγνωστος πολιτισμός της Αρχαίας Σουμερίας

Mondatori Σύγχρονη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ 1 (1993-1994).

Ιάκωβος Θωμόπουλος :Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσσας. Εκδόσεις Ιχώρ

Δημήτριος Αλεξανδρίδης :Τρίτομο ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας , εκδόσεις Κάκτος

Μέγα Μάγνουμ ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Ησύχιου ετυμολογικό Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Εκδώσεις Κάκτος

Djiovanni Pellegrini: Dizionario Latino - Greco Antico. Frateli Fabri Editori

Δίωρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη τόμος vi

Parrot André, Sumer, Gallimard, coll. "L'Univers des Formes", 1960, p. 204, ill. 251.

Frayne, Douglas R. (1993). Sargonic and Gutian Periods. University of Toronto Press.

Ωγυγία: Αθ. Σταγειρίτη. Εκδόσεις Διανόηση

F. Johansen, "Statues of Gudea, ancient and modern". Mesopotamia 6, 1978.

A. Parrot, Tello, vingt campagnes des fouilles (1877-1933). (Paris 1948).

N.K. Sandars, "Introduction" page 16, The Epic of Gilgamesh, Penguin, 1972.

Joseph jahuda : Hebrew is Greek

L. A. Waddel. Ο Waddelτο 1927 "A Sumer Aryan Dictionary",

Hirschberger, Μ. (2004), Gynaikōn Catalogos und Megalai Ēhoiai: Ein Kommentar zu den Fragmenten zweier hesiodeischer Epen , Μόναχο & Λειψία, ISBN 3598-77810-4

D'Alessio, GB (2005b), "Από τον Κατάλογο : Πίνδαρ, Βακκυλίδης και Ησιωδική Γενεαλογική Ποίηση

NK Sandars, "Εισαγωγή" σελ. 16, Η Επική του Gilgamesh , Penguin, 1972.

Thureau-Dangin François, Nouvelle inscription de Goudéa, στην Revue d'Assyriologie et d'Archéologie Orientale, 6, Leroux, 1904, σελ. 23-25.

W.Simpson-W.Hallo.''The ancient Near East"Ν.Υόρκη, 1971

Ζήνωνος Παπαζάχου. Σουμέιοι αυτόχθονες πελεσγοί

Helmut Uhlig. Οι Σουμέριοι

Ντοντσάκης Κωνσταντίνος Οι Σουμέριοι
«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου, Ελληνο-Πελασγικού...
«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος ...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares