03
Τετ, Ιουν

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος 3ον», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

-1--1

Σε συνέχεια της προηγουμένης ιστορικής έρευνας-μελέτης για τα «Αριμάσπεια Έπη», όπου απέδειξα την Ελληνοπελασγική προέλευση αρκετών λαών της βορείου Ασίας, στην παρούσα ιστορική έρευνα-μελέτη θα προσπαθήσω να αποδείξω, με τη βοήθεια αρχαιολογικών ερευνών και γλωσσολόγων, ότι οι λεγόμενοι Σουμέριοι δεν ήσαν άλλοι από τους αρχέγονους Πελασγούς του Ελλαδικού χώρου, οι οποίοι διεκπεραιώθησαν δια των στενών του Βοσπόρου, αποίκησαν τη Πρώσο Ασία και εν συνεχεία τη Μεσοποταμία, πολύ πριν οι Πελασγοί μετακινηθούν προς τη βόρεια Ευρώπη.

Την ελληνοπελασγική προέλευση των Σουμερίων είχε υποστηρίξει χωρίς σοβαρά επιχειρήματα ο γνωστός συγγραφές και εκδότης της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» Ιωάννης Πασσάς και αργότερα με καλύτερα επιχειρήματα ο συγγραφέας και ιστορικός Αντώνιος Καψής σε ειδική μελέτη του Θρακολογία που αποτελούσε και απόρριψη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

Διαβάστε (εδώ)το 1ον Μέρος και (εδώ)το 2ον Μέρος του άρθρου: «Σουμέριοι»  

Σουμεριακό ziggurat (ζιγκουράτ)

Οι Σουμέριοι σύμφωνα με τον Αριστέα τον Προκονήσιο (διαβάστε εδώ) και τον Νόννο, εμφανίζονται περί το 6000 π.Χ. στη Μεσοποταμία, είναι δηλαδή μεταγενέστεροι των μνημείων της Θεόπετρας, του Σέσκλου, του Διμηνιού ή του Λιμναίου Οικισμού της Καστοριάς και της μινωικής γραφής του ναού του Ουρανού και του (Άμμωνος) Διός στην Παγχαία. Οι κύριες αρχαιότατες δυνα­στείες της Μεσοποταμίας είναι η πρώτη: από 6000 (5000) π.Χ. - 2350 π.Χ., των Σουμερίων - Ακκαδίων (2300 - 2150 π.Χ.) : (βασιλείς Σαργών, Γουταίοι, Σουμέριοι της Ουρούκ, Αμοριτών της Σενάαρ, δυναστεία Βαβυλώνος (2060 π.Χ.), Ελαμιτών της Λαρίσης (Larsa), στις αρχές της 2ης χιλιετίας, με τον βασιλέα Χαμουραμπί, βα­σιλέα των Σουμερίων και των Ακκαδίων).

Όταν ο Χαμουραμπί κατέστη κύριος σε όλη τη Μεσοποταμία, συμπεριλαμβανομέ­νων των Ασσυρίων, με συνύπαρξη της σουμεριακής και της ακκαδικής (επωνύμου της πόλεως Αγάδ της Μεσοποταμίας), η σουμερική διατηρείται ώς γλώσσα των ιερών βιβλί­ων και των θρησκευτικών ύμνων. Οι πόλεις των Σουμερίων Ορχόη (η Ερέχ της Γραφής), η Λάρισα, η Ούρ, η Εριδού, καθώς και η Νίππουρ παραμένουν ιερές και για την ακκαδική και την βαβυλωνιακή ιστορική περίο­δο. Οι Νόμοι του Χαμουραμπί απεικονίζονται σε Στήλη, όπου ο βασιλιάς παραλαμβάνει τους Νόμους από τον θεό κατ' αντιστοιχία του Μίνωα, οαριστού (συντρόφου) του Διός.

Κατά τη δυναστεία των Κασσιτών (Κισσίων, Κοσσαίων) στη Μεσοποταμία έγινε αποδέκτη η γλώσσα, ο πολιτισμός και η τέχνη της Βαβυλώνας. Το 1760 π.Χ. εισέβαλαν οι Χετταίοι στην Βαβυλώνα και ο βασι­λιάς των Κοσσαίων Γάδδας βασίλευσε στη Βαβυλώνα ως βασιλέας των Σουμερίων και των Ακκαδίων.

Η ιστορική ακολουθία στη Μεσοπο­ταμία καταδεικνύει τη συνύπαρξη Σουμερίων και της γλώσσας τους στην ακκαδική κυρι­αρχία του Σαργών, καθώς και συνύπαρξη Κοσσαίων - Κασσιτών - Σουμερίων - Ακκα­δίων στις δυναστείες της Βαβυλώνος, άλλα και διατήρηση της σφηνοειδούς σουμεριακής γραφής στην ασσυριακή κυριαρχία, άλλα και διατήρηση σουμεριακών στοιχεί­ων στη βαβυλωνιακή και ασσυριακή θρη­σκεία και τέχνη.

εικονογραφημένη απόδοση της ιερής πόλης Εριδού των Σουμερίων

Ο αρχαιότερος πολιτισμός των Σουμερίων, κατά τον Αντρέ Μαριέ, παραδόθηκε στη λήθη, χωρίς να αναφέρεται ούτε καν στα κείμενα της Βίβλου. Ετσι, όταν οι Γάλλοι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως τα μνημεία των Σουμερίων αλλά και τα νομίσματα τα οποία έφεραν τον κρητικό ταύρο, αγαλματίδια και αμφορείς Μινωικής Κρητικής τεχνοτροπίας, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο ευρωπαϊκός κόσμος στάθηκε σαστισμένος μπροστά στο χρονικό βάθος αυτού του πολιτισμού και εντυπωσιάστηκε από την τελειότητα των καλλιτεχνικών δημιουργημάτων, που είχαν δημιουργηθεί στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. σε κέντρα όπως τη Λαγκάς ή τη Γκρασού, των οποίων κάθε ίχνος είχε σβηστεί από την ιστορία.

Σε κάθε πόλη-κράτος των Σουμέριων δέσποζε ογκώδης κατασκευή που είχε την μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας, το ziggurat (ζιγκουράτ), το όνομά του οποίου περικλείει την λέξη βουνό, όχι μόνο για να τονιστεί το μέγεθος και το σχήμα του αλλά και μια λαϊκή ανάμνηση της ορεινής χώρας από την οποία οι Σουμέριοι κατάγονταν. Το ζιγκουράτ ήταν η κατοικία της θεότητάς, του πολιούχου της κάθε πόλης χάρη στον οποίο ευημερούσε, διότι οι άνθρωποι φοβόντουσαν και έτρεμαν τους δυνατούς, ιδιότροπους και ανήθικους θεούς τους. Παρ'όλο που μία ήταν η κυριότερη θεότητα της πόλης υπήρχαν μέσα στο ναό και ιερά άλλων Θεών ή και μικροί ναϊσκοι δίπλα στο κυρίως ιερό. Θυσίες από ζώα και φαγητά, όπως κρασί, γάλα, μπύρα και κρέας γίνονταν καθημερινά. Περιστασιακά γίνονταν και γιορτές, μερικές από αυτές, διαρκούσαν και μέρες. Οι πιο σημαντικές ήταν η γιορτή του καινούριου φεγγαριού, κάθε 7 και 15 του μήνα και με προεξάρχουσα όλων τη γιορτή του Νέου έτους.

Η μελέτη του Κων. Χτζηγιαννάκη απέδειξε ότι τα πρώτα ζιγκουράτ, τύπου Ιερού κορυφής (πρβλ Ιδαίο Άντρο), σε αναχώματα του εδάφους της αρχαιότατης ελώδους Μεσοποταμίας (δείγμα κατακλυσμού), την εποχή ηδη προ του Σαργών του πρώτου, δείχνουν προσθήκη ορόφων. Τα ζιγκουράτ απεικονί­ζονται σε σφραγιδόλιθους και αγγεία από τα Σούσα, στη πόλη όπου ο Μέμνων ονόμασε και τα ανάκτορα των Περσών Μεμνόνια. Τέ­τοια κτίσματα - κατοικίες θεών ανασκάφτηκαν στην Ντιγιάλα, τη Μάρι, την Ασσούρ και κυρί­ως στην Ουρούκ.

Στα πρώιμα ανάκτορα του Μάρι17 εντοπίστηκαν χώροι όπου τελούνταν θρησκευτικές τελειτουργίες κατ' αντιστοιχία τόσο των μινωικών όσο και των μυκηναϊκών ανακτόρων. Σε συνδυασμό με τους ναούς προς τιμή των θεών των Σουμερί­ων: του θεού Νταγκάν (πρβλ θεός Δαγών των Κρητογενών Φιλισταίων) στο Μάρι, της Ινάνα στη Νιππούρ και στην Ουρούκ, του Ενλiλ στη Νιππούρ, οι χώροι λατρείας των ανακτόρων, αποκαλύπτουν ενα θεοκρατικό σύστη­μα με Αρχιερέα τον βασιλιά, αντίστοιχο εκεί­νου των Μινωιτών με τον Μίνωα οαριστη (συντρόφου) του Διός. Επίσης αποκαλυπτεται στη Σουμερία, ότι και η Τέχνη της, την 3η χιλιετία π.Χ., εξυπηρετεί τη θεοκρατική αύτη δομή, μέσω των αγαλμάτων που έχουν τα χέρια σε στά­ση προσευχής και τα μάτια στραμμένα στον ουρανό, ως αγάλματα θεοτήτων, ιερέων ή και πιστών κατ' αντιστοιχία των λατρευτών στην μινωική Κρήτη.

Οι ανασκαφές επίσης έφεραν στο φώς συν­θέσεις των Σουμερίων με ταύρους και βουκράνια αλλά και φίδια που δηλώνουν σχέ­ση με τη Μινωική Κρήτη, κυρίως σε τελε­τουργικά αντικείμενα σε Ιερά, όπως μυροδοχεία διακοσμημένα με ταύρους, περιδέραιο σε σχήμα κεφαλής ταύρου, κεφάλι ταύρου με κέρατα σκαλισμένο σε πέτρα (μπράτσο θρό­νου) ταύροι σε διάζωμα ναού. Ο καυνάκης, το ιδιότυπο ένδυμα των Σουμερίων, διακο­σμημένο με λωρίδες, αντιστοιχεί στο ένδυμα της μινωικής θεάς με τα φίδια. Βρέθηκαν δε και ανάγλυφα και σφραγιδόλιθοι και αγάλματα που παριστούν την θεά (νιν) των ορέων (Foρ-/χορ- με προ­φορά του F ως χ): Νινκχουρσάκ με κάλυμ­μα κεφαλής (τιάρα) με κλάδους γονιμότητας και θεές και θεούς να εξημερώνουν ζώα όπως οι Πότνιες και Πότνιοι θηρών στην Μινωική Κρήτη και τις πελασγικές χώρες. Επίσης κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανακαλύφθησαν και αμφορείς που ήσαν διακοσμισμένοι με ελληνικούς μαιάνδρους.

Επίσης οι ανασκαφές έφεραν στο φώς πίλινες ολάκες στις οποίες εικονίζεται ο θεός Ενκιντού των Σουμερίων, με σγουρά μαλλιά και γένια να δαμάζει δύο λιοντάρια. Τα θηρία, όπως και τα φίδια και οι σκορ­πιοί απεικονίζουν τις χθόνιες δυνάμεις. Οι πα­ραστάσεις αετών με ανοιγμένα τα φτερά τους υποδηλούν θεούς προστάτες. Οι παραστά­σεις ζώων με μορφές αετού - λέοντος χίμαι­ρας ή σφίγγας ή γρυπών ή ανθρωπόμορφων ταύρων, παραπέμπουν στα αντίστοιχα όντα της ελληνοπελασγικής θεογονίας και της μι­νωικής σφραγιδογλυφίας με πτηνόμορφα όντα - λατρευτές της θεάς ή με παραστάσεις επιφάνειας της θεότητας με ανθρώπινη μορφή. Σε γλυπτό της αρχαίας πόλεως Μάρι, ο Γιλγαμές κυριαρχεί σε ταύρους με κεφάλι λιονταριού.

Ο θεός Utu, ο θεός Ήλιος των Σου­μερίων, αντιστοιχίζεται με τον θεό των Ακκαδίων Σαμάς, η θεά Ινάνα με την Ίστάρ, ως θεά του πολέμου και του έρωτα σε αντιπαραβολή και με τη θεά Αθηνά, ο Ενκί θεός της Γης με τον Έα, θεό των υδάτων, ο Ναννάρ των Σουμερίων με τον θεό Σίν, τον θεό της Σελήνης στην Μεσοποταμία (Σενάαρ).

Παραπομπή:

17. Τα ανάκτορα του Mάρι, το σημερινό Tell Ηariri στην Συρία, ιδρύθηκαν γύρω στα 2900 π.Χ. και είχαν χτιστεί πάνω σε ανέπαφα εδάφη σύμφωνα με μια κυκλική κάτοψη σχεδόν 1,920 μέτρα σε διάμετρο.

Το σουμεριακό ένδυμα καυνάκης

Το κάλυμμα της κεφαλής του Ελληνο-σουμέριου βασιλέ­α Γουδέα18, στο αγαλμά του, φέρει ανάγλυφες σειρές σπειρών και κρατάει στα χέρια του το αγγείο της γονιμότητας που ξεχειλίζει. Οι Νεοσουμέριοι λατρεύουν τον θεό Ναννάρ και την θεά Νιργκάλ, τους βασιλείς της Σελή­νης - γονιμότητας - Αφροδίτης [(Μήν: Μήνη = Σελήνη ελληνική ρίζα σελ-δωρικό σιν- με δι­αλεκτικές φθογγικές εναλλαγές στην ελληνική γλώσσα: ιωνικού (ομηρικού) «μ» με δωρικό «ν» και λακωνικού «ι» αντί αττικού «ε» πρβλ σιορ- θεός. Λάκωνες. Λεξικό Ησύχιου: πρβλ και έναλλαγη δωρικού «ν» προς άττικό «σ»: πρβλ δωρικό πεντάκιν άντι άττικοϋ πεντάκις].

Στις παραστάσεις απόδοσης τιμών των βασιλέων των Σουμερίων προς τις θεότητες, οι βασιλείς απεικονίζονται ιστάμε­νοι προ των θεοτήτων, που απεικονίζονται καθιστές όπως και στους μινωικούς σφραγιδόλιθους. Διακρίνονται στις σουμεριακές απεικονίσεις κερασφόρες τιάρες, σκήπτρα και αγγεία γονιμότητας με φίδια. Σημαντικά για την ιστορία των Σουμερίων είναι τα Αρχεία της Μάρι και της εποχής της Ισίν της Λαρίσης.

Η ζωγραφική και η διακόσμηση του ανακτόρου του Μάρι παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις τοιχογραφίες της Κνω­σού και της Αγίας Τριάδας και τις σπειροειδείς τους ζώνες. Βρέθηκαν επιγραφές που ανέφεραν οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με τη Κρήτη. Στην αίθουσα των ακροάσεων, ο βασιλιάς με πομπή προσφέρει θυσία σε κα­θιστή θεότητα, σε σκηνή με ταύρο σε κίνη­ση και φόντο τον έναστρο ουρανό. Ο βασι­λιάς του Μάρι ιερουργεί. Η πόλη Μάρι είναι κέντρο της Ανατολής που μεταφέρει την αρχιτεκτονική, τη γλυπτική και τη Τέχνη του Αιγαίου.

Οι ψαράδες του Μάρι κουβα­λούν τα ψάρια τους όπως στην Κνωσό και τη Θήρα, φορώντας κοντό χιτώνιο. Στην τελετή ενθρόνισης του Μάρι διακρίνονται λιοντάρια και γρύπες φύλακες. Η νατουραλιστική ζω­γραφική της σκηνής της θυσίας του Μάρι παραπέμπει στη ζωγραφική της Θήρας και το γα­λάζιο πουλί του Μάρι στο αντίστοιχο μινωικό. Τα λιοντάρια φύλακες του Ναού του Νταγκάν στο Μάρι είναι πανομοιότυπα των λιονταριών της Δήλου.

Στη παράσταση του βασιλέα Χαμουραμπί της Βαβυλώνας σε στήλη από βασάλτη, αποικονίζεται ο θεός των Βαβυλωνίων Σαμάς να του πα­ραδίδει τους Νόμους (αντιστοιχώντας στην παράσταση με τον Μίνωα, οαριστή του Δία να παραλαμβάνει τους νόμους από το μέγιστο θεό των Ελλήνων - θεός της δικαιοσύνης (ρίζα σαμ-/σομ-: Σουμέριοι- Ετυμολογικό λεξικό Μάγγνουμ).

Η δυναστεία των Κασσιτών του όρους Ζάγρου, που βασίλεψαν επί έξι αιώνες στην Βαβυλώνα, ήσαν σύγχρονοι της δυναστείας των Ελαμιτών στα Σούσα. Ο Ελαμίτης βα­σιλιάς Ουρντάς Χουμπάν κατασκεύασε ζιγκουράτ πέντε ορόφων και Ιερό κορυφής ύψους πενήντα μέτρων στη πεδιάδα, αφι­ερωμένο στον θεό Ινσουσινάκ. Ο θεός Ταύρος των Ελαμιτών στά Σούσα θυμάται τον θεό Ενκιντού και την θεά των Όρέων Νινχουρσάγκ των Κασσιτών της Ουρούκ και των Σουμερίων προπατόρων στην Ασία.

Παραπομπή:

18. Γουδέας γιος της μινωίτησας πριγκίπησας του Μάρι, πρίγκιπας του ανεξάρτητου βασιλείου του Λαγκάς στα τέλη της 3ης χιλιετίας, είναι γνωστός για την ευσέβειά του και τη γόνιμη οικοδόμηση ναών.

εικονογραφημένη απόδοση της πόλης Μάρι των Σουμερίων

Ο Κ. Χατζηγιαννάκης μας αποκαλύπτει, ότι οι αναφορές στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία για την ίδρυση του ναού του Διός - Βήλου στην Βαβυλώνα (ναός Ετεμενάγκι19) - από αποίκιση του Βήλου, της Αργείας Ιούς και των υιών του - και για την εγκατάσταση, από της ιδρύ­σεως του ναού, των Χαλδαίων ως ιερέων και αστρολόγων του ναού και ονομασία των άστρων από τους Χαλδαίους αντίστοιχη των ελληνικών, αλλά και για Έλληνες βασιλείς της Ασσυρίας και της όλης Ασίας καθώς και για Βαβυλώνα, Μήδους και Αχαιμενίδες Πέρσες είναι ονόματα ελληνικά: Βαβυλώνα ή Βαβυλωνίας Νύμφης, Μήδος υιός της Μήδειας, Αχαιμένης, υιός του Πέρσου, εγγονός του Περσέα, διασυνδέουν τις πρώιμες ιστο­ρικές περιόδους τους στην Ασία, γεγονότα που επίσης αναδεικνύουν το ελληνοπελασγικό ιστορικό πολιτισμικό υπόβαθρό τους στην Μεσοποταμία, όπως και στις επί μέρους χώρες της και με βάση και τη ελληνοπελασγικη διασύνδεσή τους με τη Σουμερία.

Η Ελληνική Μητρόπολη ως κοιτίδα των Πελασγών και απαρχή των εποικίσεών τους στον κόσμο, αναγνωρίζεται επίσης από τον Αντικλείδη, του Αλεξανδρινού ιστορικού, ο οποίος παραδίδει κατά μαρτυρία του Στράβωνα (E κεφ.B), πως οι Πελασγοί, εκείνοι που ζούσαν στη Μακεδονία και στην Αττική, ήταν εκείνοι που κατοίκησαν και στα γύρω από την Ίμβρο και τη Λήμνο μέρη και πως μερικοί απ' αυτούς υπό τον Λύδο τον Τυρρηνό μετανάστευσαν στην Ιταλία, που απετέλεσαν και στη συνέχεια το έθνος των Τυρρηνών ως πυργιτών (τύρσις = πύργος) και των Κρητών: Πυργίτες- Κρήτες, ως συγγενών πελασγικής καταγωγής, όπως και τα λοιπά αρχαία ελληνικά φύλα.

Οι Τυρρηνοί Πελασγοί, οι Ετεοί Τούσκοι (πρβλ Κρήτες Ετεόκρητες) επεκτάθησαν και στη λοιπή κεντρική Ιταλία, είτε από την Θεσσαλία, με τον Νάννα, απόγονο του Πελασγού, είτε από την Λυδία, με αρχηγό τον Τυρσηνό, υιό του 'Ατυ, εγγονό του Μάνη ή Μάνεω.

Η Λυδία δεν αναφέρεται στον Όμηρο, παρά με τοαρχαιότερο ονομά της Μαιονία, χώρα Τυρρηνών Πε­λασγών, οι όποιοι είχαν κοιτίδα τους και την ελληνική Θράκη και το Αιγαίο (Άθως, Λήμνος, Σαμοθράκη), ενώ η Μικρά και Πρόσω Ασία, όπως έχει αναφερθεί, αποτελούσαν μέρος της Μινωικής Θαλασσοκρατορίας ήδη από του πρώτου Μίνωα, με τον αδελφό του Ραδάμανθυ να αποικίζει τις Ερυθρές (επώνυμες του υιού του Ερύθρα) και τις Κυκλάδες (δημιουργούς του προμινωικού ελληνοπελασγικού Πολιτισμού) και τον αδελφό τους Σαρπηδόνα να συμμαχεί με τους Τερμίλες20 του όρους Σολύμου και να νικά τους Λύκιους21 Ελληνες και να βασιλεύει σ' αυτούς, ιδρύοντας με τον εταίρο του Μίλατο, μινωικό βασίλειο στη Μί­λητο, συνέχεια του ήδη πελασγογενούς καρικού βασιλείου.

Τα προσωασιατικά βα­σίλεια της Αργείας Ιούς και στην Φοινίκη, η πελασγική Επικράτεια των Φιλισταίων Κρητών και η διασύνδεση των Κρητών με τους Ελληνοφοίνικες δια της Ευρώπης και του Αστέριου, εγγονού του Δώρου, ενισχύ­ουν την έκταση της μινωικής θαλασσοκρα­τορίας, πελασγικής σαφώς αφετηρίας του Αστέριου, ως υιού του Τέκταμου υιού του Δώ­ρου ο οποίος γεννήθηκε στη Θεσσαλική Πελασγιώτιδα και του Τέκταμου, ο οποιος με Αιο­λείς και Πελασγούς πέρασε από την Λακε­δαίμονα στην Κρήτη ιδρύοντας δωρικό - πε­λασγικό βασίλειο, αλά και με την Ευρώπη ως από­γονο της Αργείας και Πελασγίδος Ιούς: η Ιώ είναι απόγονος ή και αδελφή του Φορωνέα βασιλέα του Άργους και του Πελασγού, ως βασιλέα της Αρκαδίας.

Οι Κρήτες και οι πελασγοί της Παγχαίας και της Σουμερίας συμπληρώνουν κατά τα προαναφερθέντα τη μινωική θαλασσοκρατορία, ώς πελασγική Επικράτεια, ήδη η οποία εγκαθιδρύθηκε και δια ξηράς και διά θα­λάσσης και διά της Εκστρατείας του πρώτου Διονύσου, υιού, κατά τον Διόδωρο τον Σικελι­ώτη, του Άμμωνος Διός, βασιλέα της Λιβύ­ης (Αφρικής) και της Κρήτης, αδελφου του Παντοκράτορα Ουρανου (περί το 10.000 πΧ.).

Παραπομπές:

19.Ο πύργος Ετεμενάγκι επί βασιλείας του Ναβοπολάσαρ του Α, είχε μετατραπεί σε Καβείριο κέντρο όπου ανηγορεύτικαν Άνακτες ο Κύρος και ο Μέγας Αλέξανδρος.

20 & 21. Ο Ηρόδοτος μας λέγει πως στην Καρία κατοίκησε ένας λαός εκ Κρήτης, οι Τερμίλες, με αρχηγό τον Σαρπηδόνα, οι οποίοι απ' όταν επικράτησε στην περιοχή ο Αθηναίος Λύκος (υιός του Πανδίονος) εκλήθησαν Λύκιοι.

εικονογραφημένη απόδοση του Ναού Ετεμενάγκι
Ο Ναός Ετεμενάγκι σήμερα.


Στο επόμενο 4ον και τελευταίο μέρος της ιστορικής έρευνας-μελέτης για τους Σουμέριους: «Οι πολιτισμικοί δεσμοί των Πελασγών με τους Σουμέριους και τους λαούς της Ασίας»


Βιβλιογραφία:

Μάριος Δημόπουλος. Οι Σουμέριοι ήταν Ελληνοπελαγοί

Νόννου : Διονυσιακά. Εκδόσεις Κάκτος

Απολλώνιου του Ρώδιου : Αργοναυτικά. Εκδώσεις Κάτος

Ευήμερου: Ιερή Αναγραφή. Εκδώσεις Κάκτος

Κ. Χατζιγιαννάκης: Η Ελληνική προέλευση των Σουμερίων. Εκδώσεις Ιχώρ

Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης : Ο άγνωστος πολιτισμός της Αρχαίας Σουμερίας

Mondatori Σύγχρονη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ 1 (1993-1994).

Ιάκωβος Θωμόπουλος :Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσσας. Εκδόσεις Ιχώρ

Δημήτριος Αλεξανδρίδης :Τρίτομο ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας , εκδόσεις Κάκτος

Μέγα Μάγνουμ ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Ησύχιου ετυμολογικό Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Εκδώσεις Κάκτος

Djiovanni Pellegrini: Dizionario Latino - Greco Antico. Frateli Fabri Editori

Δίωρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη τόμος vi

Parrot André, Sumer, Gallimard, coll. "L'Univers des Formes", 1960, p. 204, ill. 251.

Frayne, Douglas R. (1993). Sargonic and Gutian Periods. University of Toronto Press.

Ωγυγία: Αθ. Σταγειρίτη. Εκδόσεις Διανόηση

F. Johansen, "Statues of Gudea, ancient and modern". Mesopotamia 6, 1978.

A. Parrot, Tello, vingt campagnes des fouilles (1877-1933). (Paris 1948).

N.K. Sandars, "Introduction" page 16, The Epic of Gilgamesh, Penguin, 1972.

Joseph jahuda : Hebrew is Greek

L. A. Waddel. Ο Waddelτο 1927 "A Sumer Aryan Dictionary",

Hirschberger, Μ. (2004), Gynaikōn Catalogos und Megalai Ēhoiai: Ein Kommentar zu den Fragmenten zweier hesiodeischer Epen , Μόναχο & Λειψία, ISBN 3598-77810-4

D'Alessio, GB (2005b), "Από τον Κατάλογο : Πίνδαρ, Βακκυλίδης και Ησιωδική Γενεαλογική Ποίηση

NK Sandars, "Εισαγωγή" σελ. 16, Η Επική του Gilgamesh , Penguin, 1972.

Thureau-Dangin François, Nouvelle inscription de Goudéa, στην Revue d'Assyriologie et d'Archéologie Orientale, 6, Leroux, 1904, σελ. 23-25.

W.Simpson-W.Hallo.''The ancient Near East"Ν.Υόρκη, 1971

Ζήνωνος Παπαζάχου. Σουμέιοι αυτόχθονες πελεσγοί

Helmut Uhlig. Οι Σουμέριοι

Ντοντσάκης Κωνσταντίνος Οι Σουμέριοι
«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος ...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares