27
Τρι, Οκτ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος 2ον», γράφει ο Μιχάλης Μπατής

2

Σε συνέχεια της προηγουμένης ιστορικής έρευνας-μελέτης για τα «Αριμάσπεια Έπη», όπου απέδειξα την Ελληνοπελασγική προέλευση αρκετών λαών της βορείου Ασίας, στην παρούσα ιστορική έρευνα-μελέτη θα προσπαθήσω να αποδείξω, με τη βοήθεια αρχαιολογικών ερευνών και γλωσσολόγων, ότι οι λεγόμενοι Σουμέριοι δεν ήσαν άλλοι από τους αρχέγονους Πελασγούς του Ελλαδικού χώρου, οι οποίοι διεκπεραιώθησαν δια των στενών του Βοσπόρου, αποίκησαν τη Πρώσο Ασία και εν συνεχεία τη Μεσοποταμία, πολύ πριν οι Πελασγοί μετακινηθούν προς τη βόρεια Ευρώπη.

Την ελληνοπελασγική προέλευση των Σουμερίων είχε υποστηρίξει χωρίς σοβαρά επιχειρήματα ο γνωστός συγγραφές και εκδότης της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» Ιωάννης Πασσάς και αργότερα με καλύτερα επιχειρήματα ο συγγραφέας και ιστορικός Αντώνιος Καψής σε ειδική μελέτη του Θρακολογία που αποτελούσε και απόρριψη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

Διαβάστε (εδώ) το 1ον Μέρος του άρθρου: «Σουμέριοι»


Η επιστημονική επίλυση του προβλήματος της γεωγραφικής και φυλετικής προέλευσης των Σουμερίων

από τους γλωσσολόγους, αρχαιολόγους και ιστορικούς

O όρος Μεσοποταμία ως τόπος κατοίκησης των Σουμερίων, αποδίδεται στον γεωγράφο Στράβωνα, αλλά δεν είναι παρά μετάφραση του αρχαίου σημιτικού ονόματος Mπεθ Nαχ(α)ρίν, από το Nαχρ που σημαίνει ποταμός. Στην Πενταύτεχο ονομάζεται Aράμ-Nαχαραίμ και ορίζει την ευρύτερη περιοχή μεταξύ του Tίγρη, του Iντιγκλάτ των Aσσυρίων και του Eυφράτη, του Mπουρατ-σού των Xαλδαίων.

Ο Μάριος Δημόπουλος αναφέρει ότι οι ανασκαφές που έγιναν τον 19ο αιώνα στη Μεσοποταμία αποκάλυψαν τον πολιτισμό ενός αγνώστου λαού, τον οποίο ο Οπέρτ (Oppert) ονόμασε το 1869 συμβατικά Σουμέριους. Οι Σουμέριοι σύμφωνα με τον Οπέρτ κατάγονται από μια παρανάγνωση του βιβλικού ονόματος Σνορ, αποδιδόμενο στους Ο' Εβδομήνκοντα) ως Σαννάαρ. Στη Βίβλο έτσι λεγόταν η κάτω Μεσοποταμία. Μέχρι τότε ήταν γνωστοί μόνο οι Βαβυλώνιοι, οι Ασσύριοι και οι Χαλδαίοι. Το 1843-1846 ανακαλύφθηκαν τα ερείπια της Νινευή, ενώ το 1854 ο Τέιλορ ανακάλυψε τις σημαντικότερες σουμερικές πόλεις της νότιας Μεσοποταμίας. Τέλος το 1925 ο Λέοναρντ Γούλεϊ ανακάλυψε τα ερείπια της πόλης Ουρ, η οποία ήταν η σημαντικότερη σουμερική πόλη.

Τότε γεννήθηκε το πρόβλημα της γεωγραφικής προέλευσης και φυλετικής κατάταξης των Σουμερίων. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε πρώτο τον H. Frankfurt, ο οποίος αμέσως μετά την ανακάλυψη της πόλης Ουρ από τον Γούλλευ δημοσίευσε τη μελέτη «Archeology and the Sumerian Problem» (εκδ. 1932). Έκτοτε διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις για την προέλευση των Σουμερίων, οι οποίες στερούνται αποδεικτικής ισχύος. Άλλοι θεωρούν ότι προήλθαν από τα ορεινά του Ιράν, άλλοι από τα κεντρικά οροπέδια της Ασίας, άλλοι από τη δυτική πλευρά της Ινδικής χερσονήσου και άλλοι από την Ισπανία. Όλοι όμως σχεδόν θεωρούν το 3.500 εποχή άφιξης των Σουμερίων στη Μεσοποταμία, ενώ για την προέλευση του προσουμερικού μεσοποταμιακού πολιτισμού δεν γίνεται καμμιά νύξη.

Οι ίδιοι οι Σουμέριοι σύφωνα με τις ανακαλυφθήσες πινακίδες που ανακάλυψετο 1958 ο αρχαιολόγος Fr. Schachermeyer, έλεγαν ότι ήρθαν διά θαλάσσης από τη χώρα "Μαγκάν 11. Δεδομένου ότι η αρχαιότερη αρχιτεκτονική τους βασίζεται σε ξύλινες κατασκευές, συμπεραίνεται ότι προήλθαν από δασώδη χώρα. Αν αναλογισθούμε ότι η Κρήτη υπήρξε ο σημαντικότερος προμηθευτής ξυλείας προς την Αίγυπτο, Αραβία και Παγχαία, εικάζεται ότι η χώρα Μαγκάν υπήρξε η Κρήτη. Σημειωτέον, ότι ο Βαβυλώνιος ιερέας Βήρωσος στηριζόμενος σε πανάρχαια αρχεία της περιοχής του αναφέρει ότι μια θαλάσσια φυλή με αρχηγό τον Οάννες/Προμηθέας (Ιωνάς) έφθασαν στη Μεσοποταμία και δίδαξαν στους κατοίκους της τη γεωργία, τη μεταλλουργία, την υφαντουργία και τη γραφή (εγκ. Ήλιος, τόμος Λαοί της Ανατολής, σελ. 17). Ας θυμηθούμε και την παράδοση που διέσωσε ο Ευήμερος για την άφιξη Μινωιτών Κρητών στη νήσο Παγχαία για την οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Παραπομπή:

11. Μαγκάν = Χώρα της νοτιοδυτικής πλευράς της αραβικής χερσονήσου. Την περιοχή που αποίκησε η ελληνική φυλή των Μηναίων.

Οι γνώμες για την καταγωγή των σουμερίων ποικίλουν, επειδή η γλώσσα τους δεν ανήκει σε καμία γνωστή οικογένεια γλωσσών, όπως προηγουμένως αναφέρθηκε. Ως συνήθως, η σημερινή διεθνής καιελληνική δημόσια ιστοριογραφία παρακάμπτει τις δηιγήσεις των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών π.Χ.

Ο Ευήμερος αναφέρει ότι, οι πανάρχαιοι Έλληνες Μινωίτες Κρήτες οδηγούμενοι υπό του Διός, είχαν εποικήσει την Αραβία, την Περσία, τα νησιά του Ινδικού Ωκεανού, τη νήσο Παγχαία, την Μεσοποταμία, όπου πολύ αργότερα ονομάσθηκαν Σουμέριοι, μέχρι και τον Εύξεινο Πόντο, όπου εμφανίσθηκαν και εγκαταστάθηκαν ως Χάλυβες12.

Με παραγγελία του Κάσσανδρου, ο Ευήμερος ταξίδεψε στη νήσο Παγχαία του Περσικού Κόλπου. Στο έργο του «Ιερή Αναγραφή» περιγράφει τη ζωή των κατοίκων του νησιού αυτού, ισχυριζόμενος ότι ήταν Κρητικοί που μεταφέρθηκαν εκεί με εντολή του ίδιου του Δία και ζούσαν στην Παγχαία με καθεστώς κοινοκτημωσύνης. Την «αναγραφή» αυτή ο Ευήμερος αφήνει να εννοηθεί, ότι τη διάβασε σε βωμό της Πανάρας, της πρωτεύουσας της Παγχαίας και έγραφε, ότι ο Ουρανός, ο Κρόνος και ο Ζεύς υπήρξαν βασιλιάδες της Παγχαίας και θεοποιήθηκαν μετά τον θάνατό τους.

Ξεκινώντας από αυτό, ο Ευήμερος διαμόρφωσε τη θεωρία που έγινε γνωστή ως «Ευημερισμός», δηλαδή, τη θεωρία ότι οι θεοί ήσαν κάποτε άνθρωποι και στη συνέχεια θεοποιήθηκαν. Η θεωρία αυτή μεταφράστηκε από τον Κόιντο Έννιο (Quintus Ennius, 239 - περ. 169 π.Χ.), προκάλεσε ωστόσο μεγάλες αντιδράσεις ιερέων και φιλοσόφων. Ο Ευήμερος δέχθηκε ιδιαίτερη κριτική, συγκεκριμένα ο Πλούταρχος στο έργο του «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» (εκδόσεις Κάκτος), τον αποκαλεί άθεο. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διέσωσε μερικά αποσπάσματα του έργου του Ευήμερου.

Η αρχαιολογική σκαπάνη το 2001 έφερε στο φώς πλησίον της σημερινής Βασώρας τα ερείπια της πόλης Εριντού ηλικίας 5.400 αιτών π.Χ., Η Εριντού (Eridu) είχε όλα τα πράγματα που συνήθως συνδέονται με μια αρχαία πόλη: ναούς, διοικητικά κτίρια, οικίες, γεωργία, αγορές, τέχνη, και φυσικά, τείχη για να κρατούν μακριά τα άγρια ​​ζώα και τους ληστές. Όπως τεκμηριώνεται από τις σύγχρονες ανακαλύψεις στην Κινεζική έρημο της κοιλάδας Ταρίμ με τις τέσσερις μούμιες, από την εξέταση του DNA των οποίων αποδεικνύεται η Ευρωπαϊκή τους καταγωγή, πιστοποιείται η μετάβασή τους στην Κίνα στο μεσοδιάστημα 3800 π.Χ. και μέχρι το 1800 π.Χ., σίγουρα όμως πολύ αργότερα από τους Ελληνες αποίκους της Άπω Ανατολής Πελασγούς, Καυκωνίτες13, Λέλεγες, Κρήτες, Μινωΐτες και Αχαιούς.

Σύμφωνα με τον Κων. Χατζηγιαννάκη η επιστημονικά αποκλεισμένη, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, επέκταση ασιατικών λαών από βορρά προς νότο αλλά και προς δυσμάς από την ασιατική ανατολή,αλλά και οι αναφορές στην Αρχαία Ελληνική Γραμματεία (Νόννου: Διονυσιακά), (Απολλώνιου του Ρώδιου: Αργοναυτικά), (Ευήμερου: Ιερή Αναγραφή), καθώς και των στηλών των Βαβηλώνιων βασιλέων (Ναβοπολάσαρ του Α και Β) επιβεβαιώνουν - μαζί με τα αρχαιολογικά ευρήματα - την αιγαιακή και πελασγική προέλευση των Σουμερίων.

Ώς χώρα καταγωγής των Σου­μερίων αναφέρεται στους Εβδομήκοντα (Ο') η χώρα Σενάαρ (χώρα της βορίου Αραβίας), η όποια, εντός των αρχαίων δι­αλέκτων της ελληνικής γλώσσας αντιστοιχεί στον τύπο Σελλάς κατά το λεξικό Σουίδα (με το δωρικό ν άντι λ πρβλ δω­ρικό ήνθεν αντί του αττικού ηνθεν αντί ήλθεν και δωρικό ρω­τακισμό της κατάληξης -ας σέ -αρ), οπότε και με διαλεκτικές αντιστοιχίες o>F ως π στην ελληνική γλώσσα, αναγνωρίζουμε την πελασγική και ιδιαίτερη δωρική ονομασία της Σουμερίας σε ελληνική ρίζα σελ-/σαλ-/σολ- με ομόρριζο το δωρικό τύπο σεν-/σαν-/σον- ή και σεμ-/σαμ-/σομ- (και προφορά του «ο» ως «ου» στις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, πρβλ (τ)τούμα- στόμα στην αρχαία βοιωτική διάλε­κτο όπου και το βοιωτικό. ττ αντιστοιχεί σε άττ. στ ή το βοιωτικό /δωρικό «τ» αντιστοιχεί προς το άττικό «σ», μέσω και της διαλεκτικής αντιστοιχίας του Ομηρικού «μ» με το δωρικό «ν», πρβλ ομηρικό μίν /δωρικό νίν (=αϋτόν).

Έτσι επαληθεύεται η σημασία της χώρας των Σουμερίων Σενάαρ ως χώρα του Ηλίου (και ως θεού του πελασγικού Παν­θέου, παρόντος στα Έπη του Ομήρου).

Επίσης ο ανωτέρω συγγραφέας στο ομώνυμο άρθρο του, αναφέρει το αδύνατον της πρόσβασης τουρανικών, χαμιτικών ή σημιτικών λαών προ της εποχής των Σουμερίων στην Μεσοπο­ταμία αποκλείει την αντίστοιχη καταγωγή τους, ενώ ο ανθρωπολογικός τύπος τους, τον οποίο δείχνουν τα αρχαιολογικά ευρή­ματα, ως μετρίου αναστήματος με εύθεία μύτη και ως όμοιο εκείνου των Μινωιτών Κρητών, των άρχαίων Ελλήνων και των Πε­λασγών, είναι απόλυτα συμβατό με τις αναφορές στην αρχαία Έλληνική Γραμματεία, για την διάδοση της Γεωργίας από την Ελλάδα στην Μεσοποταμία (Γορδυαία από τον Γόρδυ, υιό του Τριπτόλεμου με εντολή και οδη­γίες της θεάς Δήμητρας γεγονός που απο­καλύπτει τη δημιουργία των πρώτων καλ­λιεργειών σε πόλεις στην Ελληνική Μητρό­πολη και όχι στη Σουμερία Μεσοποταμία), όπως δείχνουν τα εύρηματα της προϊστο­ρικής Θεόπετρας (8500 πΧ.), άλλά και τα εύρήματα του Σέσκλου του Διμηνιού και του λημναίου οικισμού τη; Καστοριάς, όπου και τα πρώτα ευρήματα ελληνικής Γραφής (σχηματογραφικής αλφαβητικής και γραμ­μικής) στην Ελλάδα, χώρα καταγωγής της Γραφής.

Παραπομπές:

12.  Οι Χάλυβες ή Αλιζώνες κατά τον Όμηρο ή και Άλυβες ήταν αρχαίος λαός της Μικράς Ασίας που ζούσε στα παράλια του Εύξεινου πόντου, στα σημερινά σύνορα Γεωργίας και Τουρκίας. Στα Αργοναυτικά του Ορφέως, οι Χάλυβες αναφέρονται ως ένας τους λαούς που συνάντησαν οι Αργοναύτες. Στην ιωνική γραπτή παράδοση, οι Χάλυβες τοποθετούνται κατά μήκος του ποταμού Θερμώδοντα (σημ. Terme Çayı στην ανατολική Τουρκία), ενώ ο Απολλώνιος ο Ρόδιος τους θέλει στο στόμιο του ποταμού αυτού, πέρα από τη χώρα των Αμαζόνων, αποκαλώντας τους «εξαθλιωμένο λαό που ζει σε μια άγονη βραχώδη γη». Ο Σκύλαξ στο βιβλίο Σκύλακος περίπλους αναφέρει ότι βρισκόταν μετά τη χώρα των Τιβηρινών και μετά τους Χάλυβες ήταν οι Ασσύριοι. Αναφέρει δε το κλειστό λιμάνι Γενέσιντις και τις ελληνικές αποικίες Σταμενεία και Ιασονία.

13.  Καυκωνίτες = Σκυθικό Πελασγικό ή κατά τον Στράβωνα: Μακεδονικό, διασκορπισμένο στην παραλία του Εύξυνου πόντου, ανάμεσα στη Βυθινία και στη Παφλαγονία. Πρωτεύουσά τους ήταν η παραλιακή πόλις Τίειον.

Τα αρχαιολογικα εύρηματα στη Σουμερία δειχνουν ότι oι Σουμέριοι λάτρευαν τον θεό Ηλιο /Δία /Utu (δηλαδή τον λαμπρό­τατο και ύψιστο των θεών) στα ζιγκουράτ (Ιερό ύψωμα) τους πολυεπίπεδους πυραμοειδεΐς ναούς τους σε προσο­μοίωση της λατρείας σε κορυφές ορέων η λόφων, δηλαδή σε ιερά κορυφής που παρα­πέμπουν ακριβώς σε θρησκεία με λατρευτικά έθιμα ανάλογα με τα έθιμα της μινω­ικής Κρήτης, που μαρτυρούν προέλευση από ορεινή χώρα όπως η μινωική Κρήτη και ότι η λατρεία σε τεχνητούς λόφους οφειλότανε στην απουσία των φυσικών Ιερών κορυφής στη πεδινή και επίπεδη Μεσοποταμία. Παρατηρούνται σαφώς ελληνοπελασγικά και ειδικώτερα μινωικά χαρακτηρι­στικά στον πολιτισμό των Σουμερίων.

Η οικοδόμηση ενός υψηλού ναού είχε ως απαρχή την αναζήτηση της γνώσης, μέσα από μια υπερφυσική αντίληψη. Ο Giovanni Garbini λέει χαρακτηριστικά: «Οι Σουμέριοι πίστευαν ότι ο θεός κατοικούσε πάνω σε βουνό, δηλαδή κυριολεκτικά και μεταφορικά βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο από τον άνθρωπο». Αυτή η αντίληψη για τη θεότητα, που βρίσκει την αρχιτεκτονική της έκφραση στη δημιουργία του «υψηλού ναού», ο οποίος προαναγγέλλει το πραγματικό ζιγκουράτ, των μεταγενέστερων χρόνων, δείχνει την απαρχή της επιγνώσεως για τον υπερφυσικό χαρακτήρα του θείου.

Η σουμεριακη τεχνική/αρχιτεκτο­νική παράδοση περιλαμβάνει τις ξύλινες κατασκευές όπως και η ελληνοπελασγική. Στην Σουμερία τα Ιερά κατασκευά­ζονται πυραμοειδή και κλιμακωτά για την ανάβα­ση προς το θείο, όπως καί στη τοπική μινωική πρακτική ή την οριοθέτηση της κατοικίας των θεών των Ελλήνων σε ψηλά όρη, οπως στο όρος Όλυμπος της Ελληνικής Μητρόπόλης ή στον Τριφύλιο Όλυμπο στην επίσης κρητογενή Παγχαία, όπου απαντάταιη αρχαιότατη κρητική Γραφή και Πινακί­δες με τα κατορθώματα του Ουρανού και του Δία.

Σουμεριακό ζιγκουράτ

Η αρχαιότατη σουμεριακη ιερο­γλυφική Γραφή σύφωνα με τους αρχαιολόγους Zιλ Οπέρτ και Πολ Eμίλ Mποτά, αντιγράφει τα κρητικά ιερογλυφικά. Η Σουμεριακη Πολιτεία και Διοίκη­ση κατακερματίζεται σε πόλεις σε πλήρη αντιστοιχία με την Μινωική Κρήτη και τις αποικίες της στην Φιλισταία, Πελαιστίνη ή Παλαιστίνη και Συρία. Το βιβλίο του Ενκί σύφωνα με τον Κ, Χατζηγιαννάκη, που καταγράφει τη Κοσμογονία των Σουμερίων αναφέρεται ως χώρα προέλευσής τους τη Χώρα Μαγκάν, που σημασιολογείται ως χώρα δασώδης. Η ετυμολόγηση του χωρωνύμιου Μαγκάν από την αρχαία ελληνική (σύφωνα με το Λεξικό του Ησύχιου) αναδεικνύει την ελληνικη ρίζα μαδ-/μαγ-/ματ-: με ελληνοπελασγικές διαλεκτικές εναλλαγές γ/δ πρβλ αττικό γέ­φυρα /κρητικό - δωρικό διφούρα και δ/τ πρβλ δάπης τάπης, η οποία ετυμολογεί και το λατινικό material = φυτική μάζα = μαδδα και το φινλανδικό (υπερβόρειο ελληνικό) metsa = δάσος.

Η αναζήτηση και από τον ιστορικό Ευήμερο της Παγχαίας ή άλλης δασώδους νήσου του Ινδικού Ώκεανού ως χώρας προ­έλευσης των Σουμερίων, με προτάσεις και της Ταπροβάνης ή Κευλάνης σημερινής Νια Μάρ, συνδυά­ζει τη δια θαλάσσης άφιξη των Μινωιτών θαλασσοκρατόρων στον Ινδικό και την Ινδική, ήδη από την Εκστρατεία του Κρητικού Άμμωνος Διός, βασιλέα και της Λιβύης, στην Ινδική (από ξηρά και θάλασσα) και με αυξημένη την Ιστορική πιθα­νότητα δημιουργίας και σταθμού στην Με­σοποταμία, με Κρήτες εποίκους, τους Σουμερίους όπως θα αναφεθώ παρακάτω.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αλλά και ο Αθ. Σταγειρίτης στην «Ωγυγία» (εκδόσεις Διανόηση), γράφουν πως οι κάτοικοι της Ιεράς Νήσου Παγχαίας εκαλούντο Παγχαίοι και η ιερατική τάξη της Παγχαίας καταγότανε από την Κρήτη. Εκτός των Κρητών στην νήσο αυτή κατοικούσαν και άλλοι λαοί όπως Ινδοί, Ωκεανίτες, Σκύθες και αυτόχθονες. Όμως η γλώσσα τους ήταν η κρητική και διατηρούσαν σεβασμό και αγάπη προς τους προγόνους τους Κρήτες, μεταδίδοντας αυτήν τη φήμη από γενιά σε γενιά. Η Παγχαία του Ινδικού Ωκεα­νού συνδυάζεται αμέσως με το χωρωνύμιο της Ινδικής, σαφώς και αυτό ελληνικής ετυμολόγησης κατά τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, ως χώρας του θεού Ηλίου και του Διός (πρβλ μακεδονικό ιν-δέα /έν-δία = μεσημβρία: δέα, δια = λατινικού dea = θεά, λαμπρή και ήμερα) και του Ουρανού (ρίζα Fαρ-/Foρ-= λαμπρός, ψηλός: αργός, άργυ­ρος με σίγηση του αρχαιοελληνικού αρκτικού (δίγαμα) F: Fοραν-ιός > ΟFρανός > Ουρανός, παλαιοϊνδικός θεός Βαρούνα.

Τα τοπωνύμια της Παγχαίας: Τριφύλιος Όλυμπος, πρωτεύουσα Πανάρα, πόλεις: Ωκεανίς, Υρακία, Δαλίς. Σημαντικό και για την Ελλάδα, χώρα Προέλευσης των Παγχαίων και των Σουμερίων είναι η αναφορά του Διόδωρου του Σικελιώτη στην κατά τά­ξεις διάκριση της κοινωνίας της Παγχαίας, άλλα και της Ινδικής, με ανώτερη εκείνη των ιερέων.

Η οδός των Ελλήνων πρός την Με­σοποταμία μέσω της Μικράς ή Ελάσσονος ή και Πρόσω Ασίας, επαληθεύεται από την υιο­θέτηση της κρητικής αρχαιότατης ιερογλυφικής Γραφής από τους Χετταίους14 , τους Χάττι15 και τους Λούβιους16, κατά τις μαρτυρί­ες οι οποίες διεκπεραιωθησαν στήν Ασία από την Έλλη­νική Θράκη, αλλά και τους Μιττάνι (Βιθυ­νούς). Ο Ιάκωβος Θωμόπουλος ετυμολογεί το εθνωνύμιο Χετταίοι /Χάττι ομόγλωσσοι των Λουβίων, από τις «γλώσσες», δηλαδή τις δι­αλεκτικές έλληνικές λέξεις του Ησυχίου του Άλεξανδρέα : Χίδες- κρητες, Κισσοέτιοι: οι Κνώσιοι, ενώ κατά τον Κ. Χατζιγιαννάκη, μπορεί να γίνει παραπομπή και στούς όμορους των Χετιαίων: Kissuwatna ώς των Κισσοετίων ή και Κνωσσίων, οπότε οι Κίσσιοι ή Σούσιοι της Σουσιανής (χώρας των Σούσων), συ­σχετίζονται τόσο προς τους Χετταίους/Χί­δες καί τους Μινωίτες Κρήτες και πρός τους υπεράνω της Βαβυλώνος Κοσσαίους ή Kassu των Ασσυριακών επιγραφών, του όρους Ζάκρου.

Σήμερα πλήθος αρχαιολογικών, εθνολογικών και γλωσσολογικών ευρημάτων αποδεικνύουν αυτά που γράφουν αρχαίοι συγγραφείς (Ευήμαρος, Διόδωρος Σικελιώτης, Πλούταρχος, Βυζαντινός Ευσέβιος) περί των αποικιών των Κρητών στον Ινδικό Ωκεανό. Και όπως λέγει ο Α. Σταγειρίτης: «Η αληθής και πραγματική ιστορία του αιώνος εκείνου κατήντησεν εις μυθολογίαν αλληγορικήν… και διά της αλληγορίας ανακαλύπτεται πάλιν οπωσούν η ιστορία, συγκεχυμένη και τεταραγμένη, διά την έλλειψιν της χρονολογίας η οποία είναι τα νεύρα της ιστορίας… εχάθη διά την αστρονομίαν άγνοιαν… ή τα έθνη οικειοποιούνται αυτά (τα γεγονότα) διά ευγενείας επίδειξιν, ως οικειοποιούνται και την αυτοχθονίαν».

Παραπομπές:

14. Οι Χετταίοι λεγόμενοι και Χιττίτες ήταν αρχαίος μη Σημιτικός λαός ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη Μικρά Ασία (Ανατολία) και την Εγγύς Ανατολή.

15. Οι Χάττι αρχαίος λαός, πιθανόν αυτόχθων της Ανατολίας. Αναφέρονται για πρώτη φορά κατά την διάρκεια της Ακκαδικής αυτοκρατορίας του Σαργών (2350 -2150 π.Χ.).

16. Λούβιοι =Λαός που κατοικούσε στα νότια και δυτικά, παράλια της Μικράς Ασίας. Το όνομα Λούβιοι το απέκτησαν από τον Θράκα Λούδιο ή Λουδ και θεωρήθηκε πρόγονος όλων των αρχαίων λαών της Μικράς Ασίας ιδιαίτερα των Λυδών και των προγόνων τους Λουβίων.


Στο επόμενο 3ον Μέρος της ιστορικής έρευνας-μελέτης για τους Σουμέριους: Η γλώσσα, η αρχιτεκτονική, η θρησκεία, οι Τέχνες.

Βιβλιογραφία:

Μάριος Δημόπουλος. Οι Σουμέριοι ήταν Ελληνοπελαγοί

Νόννου : Διονυσιακά. Εκδόσεις Κάκτος

Απολλώνιου του Ρώδιου : Αργοναυτικά. Εκδόσεις Κάτος

Ευήμερου: Ιερή Αναγραφή. Εκδοσεις Κάκτος

Κ. Χατζιγιαννάκης: Η Ελληνική προέλευση των Σουμερίων. Εκδόσεις Ιχώρ

Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης : Ο άγνωστος πολιτισμός της Αρχαίας Σουμερίας

Mondatori Σύγχρονη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ 1 (1993-1994).

Ιάκωβος Θωμόπουλος :Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσσας. Εκδόσεις Ιχώρ

Δημήτριος Αλεξανδρίδης :Τρίτομο ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας , εκδόσεις Κάκτος

Μέγα Μάγνουμ ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Ησύχιου ετυμολογικό Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Εκδώσεις Κάκτος

Djiovanni Pellegrini: Dizionario Latino - Greco Antico. Frateli Fabri Editori

Δίωρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη τόμος vi

Ωγυγία: Αθ. Σταγειρίτη. Εκδόσεις Διανόηση

Parrot André, Sumer, Gallimard, coll. "L'Univers des Formes", 1960, p. 204, ill. 251.

Frayne, Douglas R. (1993). Sargonic and Gutian Periods. University of Toronto Press.

F. Johansen, "Statues of Gudea, ancient and modern". Mesopotamia 6, 1978.

A. Parrot, Tello, vingt campagnes des fouilles (1877-1933). (Paris 1948).

N.K. Sandars, "Introduction" page 16, The Epic of Gilgamesh, Penguin, 1972.

Joseph jahuda : Hebrew is Greek

L. A. Waddel. Ο Waddelτο 1927 "A Sumer Aryan Dictionary",

Hirschberger, Μ. (2004), Gynaikōn Catalogos und Megalai Ēhoiai: Ein Kommentar zu den Fragmenten zweier hesiodeischer Epen , Μόναχο & Λειψία, ISBN 3598-77810-4

D'Alessio, GB (2005b), "Από τον Κατάλογο : Πίνδαρ, Βακκυλίδης και Ησιωδική Γενεαλογική Ποίηση

NK Sandars, "Εισαγωγή" σελ. 16, Η Επική του Gilgamesh , Penguin, 1972.

Thureau-Dangin François, Nouvelle inscription de Goudéa, στην Revue d'Assyriologie et d'Archéologie Orientale, 6, Leroux, 1904, σελ. 23-25.

W.Simpson-W.Hallo.''The ancient Near East"Ν.Υόρκη, 1971

Ζήνωνος Παπαζάχου. Σουμέιοι αυτόχθονες πελεσγοί

Helmut Uhlig. Οι Σουμέριοι

Ντοντσάκης Κωνσταντίνος Οι Σουμέριοι
«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος ...
«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος ...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares