03
Τετ, Ιουν

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος 1ον », γράφει ο Μιχάλης Μπατής

-1

Σε συνέχεια της προηγουμένης ιστορικής έρευνας-μελέτης για τα «Αριμάσπεια Έπη» (ξεκινώντας από εδώ μπορείτε να διαβάσετε όλην την εμπεριστατωμένη ιστορική έρευνα-μελέτη), όπου απέδειξα την Ελληνοπελασγική προέλευση αρκετών λαών της βορείου Ασίας, στην παρούσα ιστορική έρευνα-μελέτη θα προσπαθήσω να αποδείξω, με τη βοήθεια αρχαιολογικών ερευνών και γλωσσολόγων, ότι οι λεγόμενοι Σουμέριοι δεν ήσαν άλλοι από τους αρχέγονους Πελασγούς του Ελλαδικού χώρου, οι οποίοι διεκπεραιώθησαν δια των στενών του Βοσπόρου, αποίκησαν τη Πρώσο Ασία και εν συνεχεία τη Μεσοποταμία, πολύ πριν οι Πελασγοί μετακινηθούν προς τη βόρεια Ευρώπη.

Την ελληνοπελασγική προέλευση των Σουμερίων είχε υποστηρίξει χωρίς σοβαρά επιχειρήματα ο γνωστός συγγραφές και εκδότης της εγκυκλοπαίδειας «Ήλιος» Ιωάννης Πασσάς και αργότερα με καλύτερα επιχειρήματα ο συγγραφέας και ιστορικός Αντώνιος Καψής σε ειδική μελέτη του Θρακολογία που αποτελούσε και απόρριψη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας.

​Σ ο υ μ έ ρ ι ο ι

Δυστυχώς, όλες οι παραπάνω θεωρίες, περί της πελασγικής προελεύσεως των Σουμερίων, κινούνταν στον χώρο του ελληνοκεντρικού εθνικισμού, γι' αυτό και δεν τις έπαιρνε κανείς στα σοβαρά. Η βασική αντίρηση που πρόβαλε η διεθνής επιστημονική κοινότητα ήταν, ότι η γλώσσα των Σουμερίων δεν ανήκε σε καμία γνωστή οικογένεια γλωσσών. Τα πράγματα όμως έμελαν να αναθεωρηθούν και να δικαιώσουν τους ανωτέρω συγγραφείς, όταν το 1964 η αρχαιολογική σκαπάνη στην Ουρούκ έφερε στο φώς και νέες πήλινες πινακίδες οι οποίες έφεραν επιγραφές που αποτύπωναν τη γλώσσα τους σε σφηνοιειδή γραφή, πρώτααπό τον Γκάρεθ Όουενς και εν συνεχεία από τους Φασμπίντερ, Σίνζια Πάπι, Fr. Delitzsch. Οι εν λόγω αρχαιολόγοι μετά από πολύχρονη μελέτη των επιγραφών, παρατήρησαν την ομοιότητα του αρχαίου Ιλλυρικού γλωσικού ιδιώματος (Ελληνοπελασγικό ιδίωμα) με τη σουμερική.

Ως προς την γλώσσα λοιπόν, το κλειδί για την όλη λύση του ζητήματος ήταν η μελέτη της σουμερικής, τη σχέσης της οποίας με την αρχαία Ιλλυρική, απέδειξανεκτός των ανωτέρω αρχαιολόγων και οι 'ελληνες γλωσσολόγοι Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης, Β. Χριστίδη, ο Θωμάς Θωμόπουλος κ.ά, ο τελευταίος δε, γράφει στο έργου του Πελασγικά: «Πελασγικά Ελληνικά και αρχαλια Ιλλυρικά θέματα εν τοις παναρχαίοις Σουμερικοίς λεξικοίς.

Ως προς τη σφηνοειδή γραφή οι γλωσσολόγοι J Chadwick, Michael, Ventris Γκάρεθ Όουενς, L. A. Waddel, Fr. Delitzsch,. Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης, αποφαίνοντε ότι η Σουμερική γραφή είναι δομικά όμοια προς τη Γραμμική Α και την Αρχαία Ελληνική και περιέχει πλήθος αρχαιο-ελληνικών λέξεων, και μάλιστα σύμφωνα με τους ανωτέρω γλωσσολόγους η σουμερική μπορεί να μας βοηθήσει για την ετυμολόγηση πολλών μη ετυμολογούμενων αρχαίων ελληνικών λέξεων.

Έχουν βρεθεί εκατοντάδες χιλιάδες πήλινες πινακίδες με σφηνοειδή γραφή. Και παρότι η γλώσσα τους έχει ήδη αποκρυπτογραφηθεί από το 19ο αι., με τη συνεργασία άγγλων και γάλλων γλωσσολόγων, δεν έχουν διαβαστεί ακόμα όλες, παρά μόνο μερικές δεκάδες χιλιάδες, ενώ οι υπόλοιπες περιμένουν στις αποθήκες των μουσείων (κυρίως στο Λούβρο, στο Βρετανικό μουσείο και στο αρχαιολογικό της Κωνσταντινούπολεως), χωρίς κάποιοι από τις λίγες εκατοντάδες σουμεριολόγων παγκοσμίως να καθίσει να τις μεταφράσει.

Οι αρχαιότατες Γενεαλογίες της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας π.χ. (Αι Μεγάλαι Ηοίαι1) στην Ελληνική Μητρόπολη όπως και τις χώρες της Ελληνοπελασγικής πρωτοιστορικής διασποράς τεκμηριώνουν την έξ Ελλάδος επέκταση προς τις περί αυτήν χώρες ήδη από την εποχή των πρώτων Πε­λασγώνπρογόνων των Ελλήνων σε όλη την Ασία (βόρειο, κεντρική, νότιο) και τη λε­γόμενη Ανατολή.

Ως συνήθως η σημερινή διεθνής και ελληνική ιστοριογραφία παρακάμπτει τις διηγήσεις των αρχαίων Ελλήνων ιστορικών, όπως π.χ. του Ευήμερου, του Διονύσιου του Αλικαρνασέα, του Διώδορου, του Νόννου, οι οποίοι αναφέρουν, ότι οι Έλληνες και ιδιαίτερα οι Μινωίτες Κρήτες θαλασσοπορόντας στο Αιγαίο, τη Μεσόγειο και τον Ινδικό Ωκεανό από την εποχή του Άμμωνος Διός και του υιού του Διονύσου του Α, σύμφωνα με τον Νόννο (Διονυσιακά 4η Ραψωδία) ο οποίος εκστράτευσε προς τη κεντρική Ασία και την Ινδική, αλλά και από την εποχή του Ουρανού και του Διός στην Παγχαία2 προ της Ινδικής. Ειδικά ο Διώδορος ο Σικελιώτης στο τρίτο τόμο σελ. 92 μας αναφέρει για την εξτρατεία του Διονύσου τα εξής: «Ο Διόνυσος ή Διώνυσος ή Δεόνυσος ή Διόνυξος ή Δίας+Νύσσα και Δεύνυσος είναι ο νεώτερος, θορυβωδέστερος και δημοτικότερος από τους ολύμπιους θεούς, που στα Ελευσίνια έλαβε την θέση του στο ελληνικό πνεύμα. Οι δε Ινδοί ονόμαζαν τον Διόνυσο (Soma, στα ελληνικά Σώμα). Με το όνομα Soma επίσης ονομάζουν οι Ινδοί και τον αρχαίο Έλληνα θεό Βάκχο».

Κατά τη διάρκεια της Παντοκρατορίας του Ουρανού3και του Διός επεκτείνεται σύμφωνα με τον Νόννο (Διονυσιακά Ραψωδία 2η βιβλίο 1ο) στην Μεσοποταμία (Βαβυλώνα) και στη Κιλικία απ' όπου πέρασε ο Ζεύς έρχοντας σε επαφή με τον τοπάρχη Κάσο τον 2ο (γιό της Ηδείας και του Φειδίππου), ταυτώνυμο των Kassu των ασσυριακών επι­γραφών του όρους Ζάκρου, των Κισσίων4 ή και Σουσίων της Σουσιανής χώρας5, όπου και τα ανάκτορα του Μέμνονα ή Μεμνόνια των Περσών6 και βεβαίως και των Κοσσαίων7των υπεράνω της Βαβυλώνος. Τα γεγονότα αυτά ανάγονται κατά την εποχή των Πελασγών και σε έποχη πολύ προγενέστερη των Σουμερίων, δηλαδή κατά τη διάρκεια του πρώτου δωδεκάθεου περίπου το 13.000 - 9.000 π.Χ.

O αρχαιολόγος S.K.Chattergi στο κεφάλαιο του περίφημου βιβλίου του «Ιστορία και πολιτισμός του Ινδικού λαού», όχι μονάχα παραδέχεται τη μεγάλη μετανάστευση από τα νησιά του Αιγαίου με επίκεντρο τη νήσο Κρήτη προς ανατολάς, αλλά επιμένει στην καταγωγή όχι μόνο του Σουμερικού λαού αλλά και του Ινδικού λαού από τους προέλληνες του Αιγαίου.

Ο Παόλο Ματίε γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου του, ότι «στη προϊστορική Μεσοποταμία των Σουμερίων συναντάμε, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, το σημαντικότερο, ίσως, εύρημα για την Αιγαιοπελασγική προέλευση των Σουμερίων τη σφηνοειδή γραφή δομικά ομοιάζουσα με τη Γραμμική Α. Η γραφή αυτή των Σουμερίων, αποτέλεσε το εργαλείο της πνευματικής και υλικής προόδου ενός λαού που εδέχθει την επίδραση του αιγαιοπελασγικού πολιτισμού».

Οι Σουμέριοι συνεπώς κατά τους S.K Chattergi, L. A. Waddel, Στράβωνα Απολλώνιου, ήταν ένας πανάρχαιος ιστορικός λαός με ρίζες πελασγικές, φυσικά μη σημητικός (ασιανίτες), που εμφανίστηκε στη περιοχή της Μεσοποταμίας περί το 6000 - 5.000 π.Χ. Αργότερα όμως κατακτήθηκαν από τους σημήτες Ακκαδίους και εν συνεχεία από τους Ασσυρίους οι οποίοι παραλαμβάνοντας από τους Σουμέριους τον πολιτισμό και τη σφηνοειδή γραφή διαμόρφωσαν αυτόν περαιτέρω, για να φθάσουμε αργότερα στον γνωστό Βαβυλωνιακό πολιτισμού. Ένεκα δε της αναμίξεως των δύο τούτων εθνολογικώς διαφόρων στοιχείων επήλθε γλωσσική ανάμιξη της Σουμερικής με τα Σημιτικά στοιχεία από τους Ακκάδες και Ασσύριους, και εν συνεχεία από τους Βαβυλώνιους όπως αναφέρεται από τον Βαβυλώνιο ιστορικό Μπερόζ.

Μετά τη 2η χιλιετία π.Χ. η γλώσσα τους αντικαταστάθηκε, για την καθημερινή χρήση, από την Σημιτική Ακκαδική. Όμως φαίνεται να διατηρήθηκε η γλώσσα των λογίων τους σε λογοτεχνικά κείμενα μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Από το 2.500 π.Χ αναπτύχθηκε μια πολύ στενή, πολιτισμική συμβίωση ανάμεσα στους Σουμέριους και στους Ακκάδιους η οποία περιελάμβανε εκτεταμένη διγλωσία. Η επίδραση της σουμερικής στην σημιτική γλώσσα των Ακκαδίων είναι εμφανής σε όλους τους γλωσσολογικούς τομείς, από το λεξιλογικό δανεισμό, σε μαζική κλίμακα, μέχρι την σύγκλιση στην φωνολογική μορφολογία και το συντακτικό.

Τα σημητικά ακκαδικά θα αντικαταστήσουν σταδιακά τη γλώσσα των Σουμερίων ως ομιλούμενη γλώσσα της Μεσσοποταμίας το 2000 π.Χ., ενώ η γλώσσα των Σουμερίων θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται ως η ιερή, τελετουργική, λογοτεχνική και επιστημονική γλώσσα στη Μεσοποταμία μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.Χ.

Οι ανωτέρω προαναφερθέντες αρχαιολόγοι και γλωσολόγοι αναφέρουν επίσης, ότι η δομή και το σύστημα διοίκησης των Σουμερικών πόλεων κρατών των 10.000 - 50.00 κατοίκων (Κίς, Ουρούκ (Ωρυγία), Ουρ (Ουρία), Σιπάρ, Λαράκ, Νιπούρ, Νίνα (Νίνια), Ούμα, Λαγκάς (Λαγάσεια), Γκίρσου (Γκίρσια), Μπαντ-τιμπιρά (Πατίβηρις) και Λάρσα (Λάρισα)), δεν διέφερε και πολύ από αυτό της Μητροπολιτικής Ελλάδος, οι δε πόλεμοι μεταξύ των ανεξάρτητων πόλεων κρατών ήταν επίσης ενδημικό φαινόμενο. Κάθε πόλη- κράτος των Σουμερίων, την διακυβερνούσε ένας βασιλιάς, ο οποίος ήταν κληρονομικός και εκπρόσωπος του Θεού. Άνακτας, δηλαδή αρχηγός βασιλέυς των επιμέρους βασιλέων των διαφόρων Σουμερικών πόλεων κρατών ήταν ο μεγάλος βασιλιάς, δηλαδή ο βασιλιάς της ισχυρότερης πόλης κατ' αντιστοιχία της Μινωικής και Μυκηναϊκής εποχής, όφειλε δε να περνά ειρηνικά ο λαός του, να διατηρεί τη τάξη και ως εκπρόσωπος του Θεού, οι αποφάσεις του όφειλαν να ήταν συνετές και ισορροπημένες.

Οι Σουμέριοι ως λαός ήταν γενικά ήπιοι, για την εποχή τους, άνθρωποι. Οι Σημίτες όμως, με αρχή τους Ακκάδιους του Σαργκών και στην συνέχεια ακόμα πιό έντονα με τουςτους Ασσύριους, φημίζονταν για την απίστευτη βιαιότητά και κτηνωδίαςτους.Τις πόλεις που κατακτούσαν τις ισοπέδωναν, τους κατοίκους και τους αντιπάλους τους ακρωτηρίαζαν με αφάνταστο σαδισμό, τους έσφαζαν τελετουργικά και με τα κεφάλια τους ύψωναν πυραμίδες.

Οι Σουμέριοι ονόμαζαν τους εαυτούς τους ùĝ saĝ gíg-ga (μαυροκέφαλοι άνθρωποι) και ήκμασαν μεταξύ του 3100 πΧ, και 1500 π.Χ. Άφησαν δε κείμενα ενεπίγραφα σε πλίθινες πινακίδες πχ.(dub-sar «γραφής», εξού το ελληνικόν διπ-σάρα, διψάρα, σύμφωνα με το λεξικό του Ησύχιου διφ-θέρα, σ = θ), γραμμένα στην ιδία γλώσσα διά της σφηνοειδούς γραφής.

Παραπομπές:

1. «Αι Μεγάλαι Ηοίαι» (αυτές οι οποίες) ή Ελληνική Γενεαλογική Βίβλος είναι ένα επικο ελληνικό ποίημα του οποίου ελάχιστα αποσπάσματα διασώζωντε σήμερα, καιτο οποίο αποδίδεται στον Ησίοδο. Το επικό αυτό ποίημα κατ΄ ουσία είναι ένα γενεαλογικό ποίημα το οποίο περιέχει τα ηρωικά οικογενιακά δένδρα, καθώς και τους μύθους που αφορούσαν πολλά από τα μέλη των οικογενειών αυτών. Τουλάχιστον δεκαεπτά απαποσπάσματα του ποιήματος αναφέρονται σε παραπομπές άλλων αρχαίων συγγραφέων. Αρχή του ποιήματος αυτού αποτελεί το προκύπτον γενεαλογικό δένδρο από την Πανδώρα.

2. Η Παγχαία είναι νησί του Περσικού κόλπου, Αναφέρεται στην «Ιερά αναγραφή» του Ευήμερου, έργο του 3ου π.χ. αιώνα. Στο νησί αυτό, κατά το έργο, ζούσαν Κρητικοί, με καθεστώς κοινοκτημοσύνης.

3. Απολλόδωρος (1,1,1,) Οὐρανὸς πρῶτος τοῦ παντὸς ἐδυνάστευσε κόσμου.

4. Κίσσοιοι: Αρχαίο πελασγικό φύλο, που κατοικούσαν ανατολικά του ποταμού Τίγρη στη Μεσοποταμία. Κάλυπταν το κεφάλι τους με και έφεραν μεγάλες ασπίδες από καλάμια που ήταν ενισχυμένες με δέρμα. Κρατούσαν δόρατα αλλά και εγχειρίδια για μάχη σώμα με σώμα. Αρκετοί φορούσαν δερμάτινους και υφασμάτινους θώρακες που επειδή ήταν ραμμένοι με χιαστί ραφές περιγράφονται από τον Ηρόδοτο σαν «λέπια ψαριού».

5. Η Σουσιανή ήταν αρχαία ιστορική χώρα στη Μεσοποταμία. Κατελάμβανε τη πεδιάδα μεταξύ των μεγάλων ποταμών Τίγρη και Ευφράτη. Τη χώρα αυτή αναφέρει με το όνομα αυτό ο ιστορικός της αρχαιότηταςΗρόδοτος.

6. Μεμνόνια των Περσών: Ο Στράβων κεφάλαιο XV. p. 728. Β. αναφέρει τα εξής: Λέγεται και κτίσμα Τιθωνοϋ του Μέμνονος πατρός η δέ άκρόπολις εκαλεϊτο Μεμνόνειον ανάκτορο.

7. Κοσσαίοι: Αρχαίος λαός της Μεσοποταμίας. Ζούσαν στην οροσειρά Ζάγρος του δυτικού Ιράν, στην περιοχή του σημερινού Λουριστάν.Κατά τη διάρκεια της 2ης και 1ης χιλιετίας π.Χ. Στα μέσα του 18ου αι. π.Χ. οι Κ. εισέβαλαν στη Βαβυλωνία, την κατάκτηση της οποίας ολοκλήρωσαν τον 16o αι. π.Χ.

Η   Κ ο σ μ ο γ ο ν ί α   τ ω ν   Σ ο υ μ ε ρ ί ω ν

Η σουμεριακη Κοσμογονία, όπως και η ελληνοπελασγική του Ορφέα, στηρίζεται στην δημιουργία του κόσμου από το χάος, στα Σουμερικά Νάμου, σε αντίθεση προς τις σημιτικές /ασια­τικές δημιουργίας του από τους θεούς. H κοσμογονία τουςαναφέρει ότι μετά τη δημιουργία του κόσμου από το κοσμικό αυγό (Ορφικά), που προήλθε από τη συμπύκνωση του αρχικού χάους. Το κοσμικό αυτό αυγό εν συνεχεία άνοιξε στα δυο και σχηματίστηκαν ο ουρανός, και η γή. Τη στιγμή του διαχωρισμού του κοσμικού αυγού εμφανίζεται και ο χρόνος. Από το κεντρικό σπέρμα του αυγού, εξείλθε ο Φάνης (ο φωτεινός, ο υπαρκτός), το Υπέρτατο Όν και φως, ο πρώτος των θεών, ο πρωτόγονος Έρωτας. Ο Έρωτας συμβολίζει την πνευματική και την εντός της φύσεως δύναμη, που εξωθεί σε ένωση και δημιουργία.

Σύμφωνα πάντα με την κοσμογονική τους θεωρία, εκτός από τον χρόνο υπήρχε αρχικά και το Ύδωρ, και από αυτό δημιουργήθηκε αργότερα η Γη. Τα δε δυο κύρια ποτάμια ο Τίγρης και ο Ευφράτης, έπαιξαν για την Μεσοποταμία τον ίδιο ζωτικό και μαγικό ρόλο που έπαιξε ο Νείλος στους Αιγύπτιους.

Κατά τον με τον ιστορικό Μπερός, ο πρώτος εκπολιτιστής των Σουμερίων ήτο ο Oannes, ένα ανθρωπόμορφο ον που είχε σώμα ψαριού και έφερε την μορφή ενός ανδρός. Περιγράφεται ως κατοικία του ο Περσικός Κόλπος και αναδύετο από τα ύδατα κατά τη διάρκεια της ημέρας και παρείχε στην ανθρωπότητα οδηγίες γραπτώς, τις τέχνες και τις διάφορες επιστήμες.

Η μυθολογική κοσμογονική παράδοση των Σουμερίων δεν διαφέρει από την ελληνική μυθολογία. Υπάρχει η αναφορά του Απολλώνιου του Ρόδιου (Αργοναυτικά, βιβλίον 1, στίχοι 503-506) στον Οφίωνα, ο οποίος είχε μορφολογικά χαρακτηριστικά ανθρώπου και ερπετού, όπως δηλώνει και το όνομά του. Στον Ησίοδο (Θεογονία, στίχοι 820-825) και τον Απολλόδωρο (Μυθολογική Βιβλιοθήκη, βιβλίον 1, παράγραφος 39-40) υπάρχει η αναφορά στον ερπετοειδή Τυφώνα, ενώ ο Nόννος κάνει λόγο και για έθνος ερπετοειδών που άφησε ο Τυφώνας πάνω στη Γη (Διονυσιακά, 1, 176).

Το 3200 - 3000 π.Χ γράφτηκε το πρώτο επικό ποίημα στον κόσμο, το πρώτο αξιόλογο λογοτεχνικό έργο, το έπος του Γιλγαμές, που είχε 3500 στίχους και ήταν βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Το Έπος αυτό εξακολουθεί μετά από 4000 χρόνια να γοητεύει. Αν και προγενέστερο κατά 1500 χρόνια από τα Ομηρικά Έπη, οι ήρωες του Γιλγαμές, Ενκιντού και Χουβάβα, ανήκουν στον ίδιο κόσμο με τους Θεούς της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Οι θεοί στο έπος του Γκίλγκαμες, όπως και στον Όμηρο, αλληλεπιδρούν με τους ανθρώπους, αγαπούν, θυμώνουν, ζηλεύουν, ερωτεύεται ο ένας τον άλλο, αποπλανεί ο ένας τον άλλο, εξαπατά ή απειλεί. Όμως ο κόσμος των θεών διαχωρίζεται με σαφήνεια από τον κόσμο των ανθρώπων. Τα όνειρα βοηθούν τους ανθρώπους να επικοινωνήσουν με τους θεούς, να ερμηνεύσουν τα σημάδια τους, μια έννοια που είναι άγνωστη στη σημερινή εποχή.

Ο Γιλγαμές ήταν υπαρκτό πρόσωπο, που βασίλεψε στη χώρα κάποιο φεγγάρι μεταξύ του 3200 - 3000 π.Χ.. Στη Μεσοποταμιακή όμως μυθολογία, ο Γκιλγκαμές είναι ένας ημίθεος (γιός του Λουγκαλμμπάντα κα Θεάς Νινσούν), με υπερφυσικές δυνάμεις, αντίστοιχος του Ηρακλή της ελληνικής μυθολογίας, ο οποίος εκτέλεσε επίσηςδώδεκα άθλους, μεταξώ αυτών και ο άθλος της οικοδόμησης των μεγάλων τοιχών της πόλεώς του στην περιοχή του σημερινού Ιράκ, για να προστατεύσει το λαό του από εξωτερικούς κινδύνους.

Σύμφωνα με το έπος του Γιλγαμές ο έκπτωτος ηγέτης του πλανήτη Nibiru ('Ηβηρος), που ονομάζεται Anu επικεφαλής των θεών των Σουμερίων αποφάσισε να καταστρέψει την τότε ανθρωπότητα με κατακλυσμό. Στη συνέχεια επικράτησε περίοδος αναρχίας 2.000 ετώνπερίπου, ενώ ακολούθησε περίοδος 10 βασιλέων, που διήρκεσε 456.000 έτη.

Ο ψαρόμορφος θεός των Σουμερίων Οάνες

Mετά τον Kατακλυσμό, άρχισε νέα περίοδος βασιλείας με τις δυναστείες των μεγάλων σουμεριακών πόλεων Oυρ, Oυρούκ και Λαγκάς. Γύρω στο 3.100 π.X. κυριάρχησαν τα βασίλεια της Oυρ και του Kις (Σημιτικού/Aκκάδες, Άνω Μεσοποταμία). Aκολούθησε η κυριαρχία του βασιλείου της Oυρούκ που υπέταξε το Kις. H Oυρούκ ανέδειξε πέντε δυναστείες με 23 βασιλείς, από τους οποίους οι τρεις πρώτοι, Λουγγάλ-Mπάντα, Nτουμμουζί και Γκιλγκαμές ήταν βασιλείς-θεοί. Tο 2.950 π.X. επικράτησε πάλι η Oυρ (2η δυναστεία), ενώ τον επόμενο αιώνα κυριάρχησε η Λαγκάς με τον βασιλιά Eαννατούμ.

Aκολουθεί η περίοδος ακμής της Oυρούκ της οποίας ο βασιλιάς Λουγγάλ-Zαγγιζί (2.750-2.725 π.X.), κατέστρεψε τη Λαγκάς ολοσχερώς. Περί το 2.200 π.X. ο πολιτισμός των Aκκαδίων παρακμάζει από την πίεση των βαρβάρων Γκούτι. Tην ίδια περίοδο ο βασιλιάς της Oυρούκ Oυτουχεγκάλ κατενίκησε τους Γκούτι και κατέλυσε την κυριαρχία τους δίνοντας στο κράτος των Σουμερίων την προηγούμενη ισχύ του. Στη συνέχεια, γύρω στα 1.900 π.X., τα κυριότερα κράτη-πόλεις ήταν πάλι σουμεριακά : Oυρ, Iσίν και Λάρσα (Λαρσάμ). Πάντως, όπως οι ιστορικοί αναφέρουν, γύρω στο 1.970 π.X., τέλος της 3ης δυναστείας, η ιστορία της Σουμερίας συγχέεται πλέον με την εν γένει ιστορία της Bαβυλώνας.

Το όνομα «Σουμέριοι» έλαβαν από τους γείτονές τους Ασσύριους8 και Ακκάδες9, αλλά δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει. Την χώρα τους την αποκαλούσαν ki-en-ĝir (= γη των ένδοξων προγόνων). Οι Σημίτες, για να ορίσουν γεωγραφικά την περιοχή της
κατοικίας αυτού του λαού, χρησιμοποιούσαν τον όρο Σουμερού, Sumeru/sumelu,δηλαδή χώρα του λαού που λατρεύει την Σεμέλη10, την μητέρα του

Διονύσου κατά τον Διονύσιο τον Αλικαρνασέα.

Οι Σουμέριοι θεωρούνται οι πρώτοι κάτοικοι του Σουμερού, μιας περιοχής στη νότια Mεσοποταμία που εκτείνεται μεταξύ τουΤίγρη, του Ευράτη και του Περσικού κόλπου. Ο λαός αυτός αργότερααπορροφήθηκε από τους Σημίτες (τους Ακκάδες, τους Χαλδαίους και τους Ασσυρίους ), που κατέλαβαν και εξαπλώθησαν σε όλη τη Μεσοποταμία από το 2.500 μέχρι το 1500 π.Χ.

Πληροφορίες για τον παράξενο αυτόν πολιτισμό μας δίνουν τα γραπτά που προέρχονται από τον Xαλδαίο ιερέα Bηρωσσό (300 π.X.), που ίδρυσε αστρονομική σχολή στη νήσο Kω και έγραψε στα ελληνικά ένα τρίτομο έργο με τίτλο: τα «Bαβυλωνιακά». Eκτός των άλλων, ο σοφός αυτός ιερέας παρουσίασε το απάνθισμα των λεγομένων «καταλόγων των βασιλέων». Tο έργο του αυτό σώζεται σε αποσπάσματα, ιδίως στην Παντοδαπή Iστορία του Eυσέβιου του Παμφίλου.

O θρύλος μιλάει για μια εποχή γύρω στο 2100 π.X., κατά την A' δυναστεία της Iσίν (βόρεια Σουμερία), που έγινε ο πρώτος χρονολογικός καθορισμός του λαμπρού παρελθόντος. Δημιουργήθηκαν δηλαδή οι «κατάλογοι των αρχαίων βασιλέων». Σύμφωνα με τους καταλόγους αυτούς, από τη δημιουργία του ανθρώπου μέχρι τον Kατακλυσμό βασίλεψαν δέκα «πανάρχαιοι βασιλείς», όπως ακριβώς η Παλαιά Διαθήκη αναγνωρίζει, ότι από τον Aδάμ ως τον Kατακλυσμό έζησαν δέκα «πατριάρχες».

Tο εκπληκτικό όμως είναι ότι οι «πανάρχαιοι βασιλείς», βασίλεψαν συνολικά 456.000 έτη. Στη συνέχεια, μετά τον Kατακλυσμό, από τη γενιά του Oυτ Nαπιστίμ (ο άνθρωπος που ζει μακριά), «του Σουμέριου Nώε», προήλθε η αναδημιουργία της ανθρωπότητας. Σήμερα είμαστε πια βέβαιοι ότι ο πολιτισμός της Bαβυλώνας είχε τις ρίζες του στον πολιτισμό των Σουμερίων.

H ιερατική-σφηνοειδής γραφή, οι νόμοι της Bαβυλώνας, η ιατρική τέχνη, η αστρονομία ως θετική επιστήμη, η επική ποίηση με το περίφημο έπος του Γκιλγκαμές, καθώς και στοιχεία της αρχιτεκτονικής οφείλουν την ύπαρξή τους στον μεγάλο αρχαίο πολιτισμό των Σουμερίων.

Σήμερα, λοιπόν, είναι παραδεκτό από όλους τους επιστήμονες ότι ο σουμεριακός πολιτισμός ήταν ο αρχαιότερος από όλους τους πολιτισμούς της Mεσοποταμίας, που αναμφίβολα γνώριζε τις φάσεις της Σελήνης και είχε συντάξει ημερολόγιο με ορισμένο αριθμό ημερών.

Παραπομπές

8. Η Ασσυρία ήταν αρχαία χώρα (Βασίλειο της Μεσοποταμίας) στην κοιλάδα του Τίγρη η οποία έλαβε την ονομασία της από την αρχική πόλη-κράτος Ασσούρ, που έφερε το όνομα του ομώνυμου θεού. Το Ασσυριακό κράτος απετέλεσε επανειλημμένα αυτοκρατορία της οποίας η μεγαλύτερη ακμή προσδιορίζεται μεταξύ του 9ου και 7ου αιώνα π.Χ.. Το Ασσυριακό κράτος καταλύθηκε οριστικά το 612 π.Χ..

9.ΟιΑκκάδιοι ήσαν οι βορειοι γείτονες των Σουμερίων στην Μεσοποταμία κατά την 3η χιλιετία π.Χ. Το όνομα Ακκάδ χρησιμοποιείται επίσης για όλο το βόρειο τμήμα της περιοχής που αργότερα ονομάστηκε Βαβυλωνία

10. H Σεμέλη ήταν η μητέρα του Διόνυσου, ο οποίος ήταν ο καρπός του κρυφού γάμου της με τον Δία. Όταν η Ήρα έμαθε ότι ο Δίας ήταν κρυφά παντρεμένος με τη Σεμέλη οργίστηκε και έβαλε σκοπό να τη σκοτώσει. Μία μέρα εμφανίστηκε σε αυτήν με τη μορφή της παραμάνας της και δολερά την παρότρυνε να ζητήσει από το Δία να εμφανιστεί μπροστά της με τη θεϊκή του μορφή, όπως εμφανίζεται στην Ήρα.

Όταν η Σεμέλη του το ζήτησε, αυτός απερίσκεπτα θέλοντας να ικανοποιήσει την επιθυμία της, εμφανίστηκε ως θεός, προκαλώντας εκτυφλωτικό φως και κεραυνούς οι οποίοι τη σκότωσαν. Ο Δίας τότε, πικραμένος από τον άδικο χαμό της, πήρε τον αγέννητο ακόμα Διόνυσο από την κοιλιά της και τον έραψε στον μηρό του για να τρέφεται από το αίμα του ώσπου να γεννηθεί. Ο Διόνυσος, όταν μεγάλωσε, περιπλανήθηκε σε όλη την Ανατολή. Αναφέρεται ότι, στα πανάρχαια χρόνια, πήγε στην Ινδία, στην Αίγυπτο, στην Μεσοποταμία και στην Φρυγία. Από την Θεά Ρέα διδάχθηκε την τελετουργική λατρεία. Ο Διόνυσος είναι περιπλανώμενος θεός – εκπολιτιστής .

Στο επόμενο 2ον Μέρος θα διαβάσετε για την «Επιστημονική επίλυση του προβλήματος της γεωγραφικής και φυλετικής προέλευσης των Σουμερίων από τους γλωσσολόγους, αρχαιολόγους και ιστορικούς»

Βιβλιογραφία:

Μάριος Δημόπουλος. Οι Σουμέριοι ήταν Ελληνοπελαγοί

Νόννου : Διονυσιακά. Εκδόσεις Κάκτος

Απολλώνιου του Ρώδιου : Αργοναυτικά. Εκδώσεις Κάτος

Ευήμερου: Ιερή Αναγραφή. Εκδώσεις Κάκτος

Κ. Χατζιγιαννάκης: Η Ελληνική προέλευση των Σουμερίων. Εκδώσεις Ιχώρ

Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης : Ο άγνωστος πολιτισμός της Αρχαίας Σουμερίας

Mondatori Σύγχρονη Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΜΟΣ 1 (1993-1994).

Ιάκωβος Θωμόπουλος : Ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσσας. Εκδόσεις Ιχώρ

Δημήτριος Αλεξανδρίδης :Τρίτομο ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας , εκδόσεις Κάκτος

Μέγα Μάγνουμ ετυμολογικό λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Ησύχιου ετυμολογικό Λεξικό της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας. Εκδώσεις Κάκτος

Djiovanni Pellegrini: Dizionario Latino - Greco Antico. Frateli Fabri Editori

Δίωρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη τόμος vi

Parrot André, Sumer, Gallimard, coll. "L'Univers des Formes", 1960, p. 204, ill. 251.

Frayne, Douglas R. (1993). Sargonic and Gutian Periods. University of Toronto Press.

F. Johansen, "Statues of Gudea, ancient and modern". Mesopotamia 6, 1978.

A. Parrot, Tello, vingt campagnes des fouilles (1877-1933). (Paris 1948).

N.K. Sandars, "Introduction" page 16, The Epic of Gilgamesh, Penguin, 1972.

Joseph jahuda : Hebrew is Greek

L. A. Waddel. Ο Waddelτο 1927 "A Sumer Aryan Dictionary",

Hirschberger, Μ. (2004), Gynaikōn Catalogos und Megalai Ēhoiai: Ein Kommentar zu den Fragmenten zweier hesiodeischer Epen , Μόναχο & Λειψία, ISBN 3598-77810-4

D'Alessio, GB (2005b), "Από τον Κατάλογο : Πίνδαρ, Βακκυλίδης και Ησιωδική Γενεαλογική Ποίηση

NK Sandars, "Εισαγωγή" σελ. 16, Η Επική του Gilgamesh , Penguin, 1972.

Thureau-Dangin François, Nouvelle inscription de Goudéa, στην Revue d'Assyriologie et d'Archéologie Orientale, 6, Leroux, 1904, σελ. 23-25.

W.Simpson-W.Hallo.''The ancient Near East"Ν.Υόρκη, 1971

Ζήνωνος Παπαζάχου. Σουμέιοι αυτόχθονες πελεσγοί

Helmut Uhlig. Οι Σουμέριοι

Ντοντσάκης Κωνσταντίνος Οι Σουμέριοι
«Η Ελληνοπελασγική Προέλευση των Σουμερίων, Μέρος ...
«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρο...

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares