21
Πεμ, Ιαν
Tο διάβασαν 265 άτομα (265 Views)

«Η Αρχαία Κασσώπη της Ηπείρου: Αφετηρία του Βόρειου Δρόμου του Μεταξιού» (Μέρος Β΄), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

EXON01EPIR11345-NEOP


Η Αρχαία Ήπειρος. Αυτό το λησμονημένο, πτωχό και διηρημένο σήμερα Ελληνικού κομματιού της αρχαίας Ελλάδος. Την Ήπειρο του Μαντείου της Δωδώνης και του Νεκρομαντείου του Αχέροντα, όπου σύμφωνα με τον Όμηρο, από αυτό το σημείο κατέβηκε ο Οδυσσέας στον Κάτω Κόσμο για να συναντήσει τον μάντη Τειρεσία και να πάρει χρησμό για τον γυρισμό του στην Ιθάκη.

Η Ήπειρος των αρχαίων πόλεων που ήκμαζαν πολιτισμικά και οικονομικάόπως: η Αμβρακία, Αντιπάτρεια, Απολλωνία, Εχινού, Κασσώπης, Επιδάμνου, Πάνορμος, Ωρράο, Βουθροτόν, Φοινίκης. Η Ήπειρος της Ολυμπιάδος, του Θαρύπα, του Άδμητου, του Πύρου, του Νεοπτόλεμου του Α,΄Β΄ και του Νεοπτόλεμου Γ, του Αρύββα, του Αλκέτα, του Αλέξανδρου του Α΄, της Δηιδάμειας.

Η Ήπειρος των Φιλοσόφων Πρίσκου και του Αμμώνιου, επαναφέροντας στην μνήμη μας τον υψηλό πολιτισμό της πετραίας αυτής περιοχής και την Ελληνικότητα της Ηπείρου, από την αρχαία εποχή έως το Αλβανικό κατασκεύασμα των Ευρωπαίων «εταίρων» και πιο συγκεκριμένα της Ιταλίας και της Αυστρο-ουγγαρίας τον προηγούμενο αιώνα. Όχι πως σήμερα η Ελληνική πολιτεία διαχρονικά ενδιαφέρεται για αυτό το κομμάτι του Ελληνισμού.

Mιά Αρχαία Ελληνική Ήπειρος που μιλούσε, ζούσε, πίστευε και έγραφε Ελληνικά.

Μάλιστα ο Κοσμάς ο Θεσπρωτός (1780-1852) έγραφε ιδίως για το βορειότερο κομμάτι της, ότι στην Ήπειρο βρίσκονταν πολλές αρχαιοελληνικές αποικίες, που είχαν βασιλείς και ελληνικούς νόμους και γι' αυτό οι Ηπειρώτες ήταν περισσότερο πολιτισμένοι παρά οι Ιλλυριοί.


Διαβάστε το Πρώτο Μέρος (εδώ): «Η Αρχαία Ήπειρος»  

Ποταμός Αχέροντας της Ηπείρου


Η Ελληνικότητα της Ηπείρου


Την ελληνικότητα της ηπειρωτικής χώρας δεν την διαλαλούν μόνο τα ερείπια που είναι σπαρμένα παντού και τα οποία σε τίποτε δεν διαφέρουν από τις άλλες ελληνικές πόλεις της κυρίως Ελλάδας, αλλά και η καθαυτού ιστορίας της. Στον πόλεμο των Λακεδεμονίων κατά των Αθηναίων το431 π.Χ. οι Ηπειρώτες συμμάχησαν με τους Λακεδαιμονίους και πολέμησαν κατά των Αθηναίων. Η οργή έκανε τότε τον Αθηναίο Ιστορικό Θουκυδίδη να γράψει σε μια φράση τη λέξη βάρβαροι. «Βάρβαροι Χάονες ανασίλευτοι χίλιοι, ων ηγούντο Φώτιος και Νικάνωρ».

Τον 5ο αι. π.Χ. ο Θουκυδίδης (Ιστορίες 2.80,5) αναφέρεται στους Ηπειρώτες «καὶ αὐτῷ παρῆσαν Ἑλλήνων μὲν Ἀμπρακιῶται καὶ Λευκάδιοι καὶ Ἀνακτόριοι καὶ οὓς αὐτὸς ἔχων ἦλθε χίλιοι Πελοποννησίων», ομοίως και ο Στράβων «πρὸς αὐτὸν πρεσβευταὶ παρὰ μὲν τοῦ τῶν Ἠπειρωτῶν ἔθνους οἱ περὶ Χάροπα, παρὰ δὲ τῆς τῶν Ἠλείων πόλεως οἱ περὶ Καλλίστρατον. οἱ μὲν οὖν Ἠπειρῶται». Ο Ηρόδοτος (Ιστορία Η 45) αναφέρει και το εξής: «Αν και οι Ηπειρώτες ποτέ δεν είχαν ισχυρό ναυτικό, πήραν μέρος στην ναυμαχία της Σαλαμίνος με 7 τριήρεις».

Ο Απολλόδωρος και ο Διόνυσος ο Περιγητής (Περιήγησης της Οικουμένης στίχος 399), Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς (Περί Συνθέσεως ονομάτων), Φροντίνος, Παυσανίας: «πρὸς αὐτὸν πρεσβευταὶ παρὰ μὲν τοῦ τῶν Ἠπειρωτῶν ἔθνους οἱ περὶ Χάροπα, παρὰ δὲ τῆς τῶν Ἠλείων πόλεως οἱ περὶ Καλλίστρατον. οἱ μὲν οὖν Ἠπειρῶται».

Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος και Φλάβιος Ευτρόπιος (Eutropi breviarium ab urbe condita) τους χαρακτηρίζουν ως Έλληνες. Ο Πτολεμαίος (Γεωγραφικά βιβλίο Β Κεφ. 13) επιπλέον θεωρεί την Ήπειρο λίκνο και κοιτίδα πολιτισμού, γράφει δε χαρακτηριστικά: «Αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος» και ότι «Αρχά Ελλάδος από Ωρικίας».

Ο μεγάλος αρχαίος γεωγράφος Στράβων, χωρίζει την Ήπειρο από την Ιλλυρία με την Εγνατία Οδό, η οποία από την Απολλωνία και την Επίδαμνο (σημ. Δυρράχιο) φθάνει μέσω της Οχρίδας και του Πυλώνος στη Θεσσαλονίκη. Η Εγνατία Οδός, ήταν χαραγμένη παράλληλα προς τον ποταμό Γενούσο (ή Σκούμπη). Και συνεχίζει ο Στράβωνας: «Ταύτην (δηλ. την Εγνατία) δη τη οδόν εκ των περί την Επίδαμνον και την Απολλωνίαν ιούσιν, εν δεξιά μεν εστί τα Ηπειρωτικά έθνη, κλυζόμενα τω Σικελικώ πελάγει μέχρι του Αμβρακικού κόλπου, εν αριστερά δε τα όρη των Ιλλυριών». Σε άλλο σημείο, γράφει: «Ηπειρώται δ' εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις Ιλλυρικοίς όρεσι τραχείαν οικούντες χώραν». Και τέλος προσθέτει: «Λοιπή δ' εστί της Ευρώπης η εντός Ίστρου και της κύκλω θαλάττης αρξαμένη από του μυχού του Αδριατικού μέχρι του ιερού στόματος του Ίστρου (Δούναβη), εν η έστιν η τε Ελλάς και τα των Μακεδόνων και Ηπειρωτών Έθνη», όπως αναφέρει ο Μιχάλης Στούπας.

Ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αι. μ.Χ. – Προκόπιος: Περί πολέμων 5.15.25) θέτει ως τελευταίο όριο της Ηπείρου την Επίδαμνο (Δυρράχιο): «Του δε κόλπου εκτός πρώτοι μεν Έλληνές εισιν, Ηπειρώται καλούμενοι, άχρι Επιδάμνου πόλεως, ήπερ επιθαλασσία οικείται».

ο Πύρρος, γιος του Αχιλλέα, που μετονομάστηκε Νεοπτόλεμος.


Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία πρώτος μυθικός βασιλιάς της Ηπείρου θεωρείται ο Πολυπότης. όπως αναφέρεται στην Τελεγονία ( Επικός Κύκλος, Telegony, Fragment 1 Πρόκλος , Chrestomathia 2). Άλλοι υποστηρίζουν ότι βασίλευσε στην Ήπειρο ο Δευκαλίων και η Πύρρα. Ο Ηρόδοτος στο (Β 54-57Έ) αναφέρει ότι ένας άλλος επίσης από τους μυθικούς βασιλείς της Ηπείρου θεωρείται και ο Πελασγός. Γιος του Δία και της Νιόβης ο Πελασγός, βασιλιάς της Αρκαδίας, έδωσε το όνομά του σε ολόκληρη την Ελλάδα, «της νυν Ελλάδος, πρότερον δε Πελασγίης καλουμένης». Στους μυθικούς βασιλείς της Ηπείρου κατατάσσεται επίσης από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς ο Αηδονεύς ο βασιλιάς της Θεσπρωτίας.

Κατά τον Παυσανία, μετά την πτώση της Τροίας, πρώτος κάτοικε στην Ήπειρο ο Πύρρος, γιος του Αχιλλέα. Ονομάζετο Πύρρος γιατί ήταν πυρρότριχος δηλαδή ξανθομάλλης. Αργότερα ονομάστηκε Νεοπτόλεμος (πήγε νέος στον πόλεμο). Ο Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι - Πύρρος -) σημειώνει το εξής ενδιαφέρον στοιχείο: Στην βιογραφία του Βασιλιά Πύρου, υποστηρίζει ότι ο Αχιλλέας λατρευόταν ως θεός στην Ήπειρο και στην τοπική διάλεκτο ονομαζόταν «Ασπετός», δηλαδή αμίλητος, μη προσεγγίσιμος στην Ομηρική γλώσσα.

Κατά τον Μιχάλη Παντούλα (συγγραφέα και Δημοσιογράφο), το ζήτημα των ορίων του Ελληνισμού στην Ήπειρο κατά την αρχαιότητα έχει δύο όψεις. Η πρώτη αφορά στον ελληνικό ή μη χαρακτήρα των ηπειρωτικών εθνών και η δεύτερη στα όρια μεταξύ αυτών και των βόρειων γειτόνων τους Ιλλυριών.

Οι Ηπειρώτες, μολονότι αποδεδειγμένα Έλληνες, ορισμένες φορές οι Αθηναίοι τους έβλεπαν με περιφρόνηση. Η εξέταση αυτού του θέματος αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθόσον αυτό τέθηκε για πρώτη φορά από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, (Θουκυδίδης), οι οποίοι άλλοτε χαρακτηρίζουν τους Ηπειρώτες ρητώς ως «βαρβάρους» και άλλοτε τοποθετούν την Ήπειρο εκτός των γεωγραφικών ορίων της Ελλάδας.

Η ίδια συμπεριφορά επιφυλάχτηκε, βέβαια, από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και για κατοίκους άλλων ελληνικών περιοχών. Για παράδειγμα, ακόμη και κατά το 2o αιώνα. π.Χ., το μεγαλύτερο μέρος της Αιτωλίας λογίζονταν, γεωγραφικά τουλάχιστον, εκτός Ελλάδας, ενώ είναι γνωστό το επεισόδιο που διασώζει ο Ηγήσανδρος (συγγραφέας του 2ου αι. π.Χ.) με τον ευφυολόγο Στρατόνικο, ο οποίος στην ερώτηση «ποιοι είναι περισσότερο βάρβαροι οι Βοιωτοί ή οι Θεσσαλοί», αυτός αποκρίνεται «οι Ηλείοι» (Αθήναιος, 8.350 α).

Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο Ευρυπίδης δε διστάζει να χαρακτηρίσει τον Αιτωλό ήρωα Τιδέα ως «μειξοβάρβαρο» (Ευρυπίδης, Φοίνισσαι 138) και ότι ο Θουκυδίδης (Ιστορίαι 3.94.4,5) είχε επιφυλάξεις ως προς την ελληνικότητα της γλώσσας μεγάλου τμήματος των Αιτωλών και Ευρυτάνων (3.92.1-3.96.2). Γράφει χαρακτηριστικά: «Ευρυτάσιν, όπερ μέγιστον μέρος εστί των Αιτωλών, αγνωστότατοι δε γλώσσαν και ωμοφάγοι εισίν, ως λέγονται». Ο Ησύχιος, τέλος, (Λεξικό Ησύχιου 26-28) χαρακτηρίζει τους Ηλείους μαζί με τους Κάρες ως «βαρβαρόφωνους».

Η αναφορά στα παραπάνω παραδείγματα δείχνει ότι ο χαρακτηρισμός από αρχαίους συγγραφείς των Ηπειρωτών και άλλων ελληνικών φύλων ως «βαρβάρων» ή «μειξοβαρβάρων» ή «βαρβαρόφωνων» έχει ως σημείο αναφοράς καθαρά πολιτιστικά κριτήρια. Εξηγήσιμο είναι επίσης το γεγονός του αποκλεισμού της Ηπείρου από τη γεωγραφική έννοια της Ελλάδας. Και τούτο γιατί ο όρος «Ελλάς» στην αρχαιότητα ακολούθησε εξελικτική σημασία και από τη στενή περιοχή της Φθίας επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το νοτιότερο τμήμα της Χερσονήσου του Αίμου (Ν. Hammond, Epirus, σ. 419-420).

Νόμισμα περιόδου της βασιλιάς της Ηπείρου του Πύρρου Α΄ (307 – 302 π.Χ.)


Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθούν κείμενα, μαρτυρίες και πηγές άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων που επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις που προαναφέρθησαν.

Κατά τον Αριστοτέλη «Αυτή δε η Αρχαία Ελλάδα ευρίσκεται εις την περιοχήν της Δωδώνης και του Αχελώου. Οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήταν οι Σελλοί και εκείνοι που ονομάζοντο πριν Γραικοί και ονομάζουμε σήμερα Έλληνες». Κατά τον Αριστοτέλη, λοιπόν, η Ήπειρος - και ιδιαίτερα η περί τη Δωδώνη περιοχή- ήταν η αρχαιότατη κοιτίδα της Ελληνικής φυλής και από κατοίκους αυτής της περιοχής προήλθε η ονομασία Έλλη­νες, καθώς και η ονομασία Γραικοί, οι οποίες μας συνοδεύουν μέσα στους αιώνες.

Ο Πλούταρχος (Φωκ. 29) αναφερόμενος σε γεγονότα του 4ου αι. π.Χ. τοποθετεί τα όρια του ελληνισμού στα Ακροκεραύνια όρη. Τα ίδια υποστηρίζει ο Ψευδο-Σκύλακας (26-28), ο οποίος περιγράφει την κατάσταση της ίδιας περιοχής περί τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.. Ίδια άποψη έχει ο Στράβων (7.5.8. σ. 316 και 7.6.1 σ.318, 7.7.3 σ. 323, 7.7.8 σ. 326), ο οποίος χρησιμοποιεί προγενέστερες πηγές (βλ. την εισαγωγή του R. Baladiě στο Z΄ βιβλίο του Στράβωνος στη σειρά Collection des universities de France, Παρίσι 1989, σ. 3-41) και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (Ν.Η. 3.145 και 4.1) χρησιμοποιώντας, επίσης, προγενέστερες πηγές. Τέλος, είναι γνωστό το κείμενο του Διονυσίου του Περιηγητή για τα όρια του ελληνισμού στο συγκεκριμένο χώρο: «Προς δε νότον μάλα πολλόν υπέρ Θρήκην ερίβωλον Ωρικίην θ' υπέρ αίαν, ερείδεται Ελλάδος αρχή».

Έχει σημασία να αναφερθεί ένα ακόμη περιστατικό όπως το διασώζει ο Ηρόδοτος: Ο Κλεισθένης, τύραννος της Σικυώνος, κατά το ήμισυ του 6ου αι. π.Χ. ανήγγειλε στους ολυμπιακούς αγώνες ότι προτίθεται να παντρέψει την κόρη του Αγαρίστη με τον άριστο ανάμεσα στους Έλληνες (ταύτην ηθέλησε, Ελλήνων απάντων εξευρών τον άριστον, τούτω γυναίκα προσθείναι). Μεταξύ, λοιπόν, των μνηστήρων που παρουσιάστηκαν εξήντα ημέρες αργότερα και έγινε δεκτός από τον Κλεισθένη ήταν και ο Μολοσσός Άλκων. Όπως ορθά γράφει ο P. Cabanes «Ο τύραννος Κλεισθένης της Σικυώνος δεν επιζητεί κατ' ουδένα τρόπο να νυμφεύσει τη θυγατέρα του με μη Έλληνα». Τα ίδια ισχύουν και για τους ισχυρισμούς ότι οι Ηλείοι και οι Αιτωλοί ήσαν «βάρβαροι».

Τα επιγραφικά κείμενα που ανακαλύφθηκαν στις δύο αυτές περιοχές, τα αρχαιότερα των οποίων ανάγονται στον 7ο αι. π.Χ., μαρτυρούν ότι και τα δύο αυτά φύλα ήσαν εξαρχής ελληνόφωνα. Εξάλλου θα ήταν τουλάχιστον παράδοξο να αμφισβητήσει κανείς την ελληνικότητα των Ηλείων, δηλαδή των ιδρυτών και διοργανωτών των ολυμπιακών αγώνων, στους οποίους ως γνωστόν επιτρέπονταν η συμμετοχή μόνον Ελλήνων.

Επομένως την εθνική ταυτότητα των αρχαίων ηπειρωτικών εθνών θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στα στοιχεία εκείνα τα οποία ορίζονται από τα αντικειμενικά κριτήρια, που με σαφήνεια έθεσε ο Ηρόδοτος, δηλαδή το «όμαιμον», το «ομόγλωσσον», τα «κοινά θεών ιδρύματα και θυσίαι» και τα «ομότροπα ήθεα». Και αυτά είναι όλα ελληνικά.

Δυστυχώς όμως άνθρωποι με ιστορική μνήμη και συνέχεια βγαλμένη από τα βάθη της υπάρξεως των μεγάλων ηγετών της Ηπείρου, γόνοι ευεργετών και άτομα με μια λιτή και δωρική φυσιογνωμία, βίωσαν και συνεχίζουν να βιώνουν διαχρονικά ακόμη και μέσα από το ομηρικό γλωσσικό τους ιδίωμα, την αγάπη τους γι αυτόν εδώ τον τόπο. Κι όμως ετούτοι εδώ οι Έλληνες βαστάζοντας στις πλάτες τους αυτό το αιφνιδίως επιβαλλόμενο από τους εταίρους «σωτήρες» εθνικό προσωνύμιο, άλλοτε αντιμετωπίζονται ως οι αλλοεθνείς μέσα στους λοιπούς Ελλαδίτες και άλλοτε ως οι αλλοεθνείς – έποικοι των ιδίων των εδαφών όπου διαβιούν.

«Θυσία στον Τάφο του Νεοπτόλεμου» (1610 – Εθνικό Μουσείο Château, Fontainebleau), έργο του Ambroise Dubois (1542 – 1614)


Όσο σαφή, εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως, εμφανίζονται τα όρια στα ηπειρωτικά παράλια τόσο συγκεχυμένα είναι στο εσωτερικό. Ο Στράβων επανέρχεται τουλάχιστον τρεις φορές στην εθνολογική σύσταση της περιοχής αυτής. Την πρώτη φορά γράφει: «ταύτην δε την οδόν (δηλ. την Εγνατία) εκ των περί Επίδαμνον και την Απολλωνίαν τόπων ιάσιν εν δεξιά μεν εστί τα ηπειρωτικά έθνη… επί αριστερά δε τα όρη τα των Ιλλυριών» (Στράβων 7.7.4 σ. 323). Την δεύτερη φορά (Στράβων 7.7.8 σ. 326), μετά την απαρίθμηση των κυριότερων ηπειρωτικών εθνών του εσωτερικού: «Ηπειρώται δ' εισί και Αμφίλοχοι και οι υπερκείμενοι και συνάπτοντες τοις Ιλλυρικοίς όρεσι, τραχείαν οικούντες χώραν, Μολοττοί τε και Αθαμάνες και Αίθικες και Τυμφαίοι και Ορέσται και Παρωραίοι τε Ατιντάνες, οι μεν πλησιάζοντες τοις Μακεδόσι μάλλον, οι δε τω Ιονίω κόλπω», προσθέτει δε ότι τα όρια των Ηπειρωτών με τους Ιλλυριούς είναι ασαφή: «αναμέμικται δε τούτοις τα Ιλλυρικά έθνη τα προς τω νότω μέρει της ορεινής και τα υπέρ του Ιονίου κόλπου της γαρ Επιδάμνου και της Απολλωνίας μέχρι των κεραυνίων υπεροικούσι Βυλλίονες τε Ταυλάντιοι και Παρθίνοι και Βρύγοι». Στη συνέχεια ακολουθεί ένα παρεφθαρμένο χωρίο, όπου αναφέρονται το Δαμάσιον, οι Εγχελείς και κατά πάσα πιθανότητα οι Δασσαρήτιοι. Οι πληροφορίες αυτές συμπληρώνονται λίγο παρακάτω από ένα τρίτο χωρίο: «ένιοι δε και δίγλωττοι εισί» (Στράβων 7.7.8 σ. 327).

Η εντύπωση της σύγχυσης διασκεδάζεται κάπως αν γίνει αντιληπτό ότι ο Στράβων ακολουθεί αυστηρώς γεωγραφική τάξη στις απαριθμήσεις του. Κατά τρόπο ανάλογο γίνεται και η απαρίθμηση των Ιλλυριών.

Από την παραπάνω ανάλυση των πληροφοριών του Στράβωνος σε συνδυασμό με την πληροφορία του ίδιου συγγραφέα «Χάονες μεν ουν και Θεσπρωτοί και μετά τούτους εφεξής Κασσωπαίοι (και ούτοι δ' εισί Θεσπρωτοί) την από των Κεραυνίων ορών μέχρι του Αμβρακικού κόλπου παραλίαν νέμονται» (Στράβων 7.7.5 σ. 324), προκύπτει ότι τα βορειότερα ηπειρωτικά έθνη ήταν, από Δυτικά προς Ανατολικά οι Χάονες και οι Ατιντάνες και από τα νοτιότερα έθνη των Ιλλυριών οι Δασσαρρήτιοι.

Η κατάταξη αυτή δεν αίρει όλες τις ασάφειες. Βόρεια των Ακροκεραυνίων, πέραν των αποικιών Απολλωνίας και Επιδάμνου, μαρτυρείται σειρά πόλεων (ή εθνών) των οποίων ο ιλλυρικός χαρακτήρας είναι αμφισβητήσιμος. Στην νοτιότατη ζώνη απαντούν, εκ Δυσμάς προς Ανατολάς, ο Ωρικός, η Ολύμπιη και η Αμαντία, στη δε αμέσως βορειότερη ζώνη οι Βαλαιίται, η Νίκαια και η Βυλλίς. Βορειότερα ακόμη, στο γεωγραφικό πλάτος της Απολλωνίας, η Διμάλη ήταν σε επαφή με τους Παρθίνιους, ενώ η Αντιπάτρεια ήταν μακεδονική αποικία στην Ιλλυρική Δασσαρήτιδα.

Από τις παραπάνω πόλεις ο Ωρικός ήταν πόλη ελληνική της Ηπείρου, κτίσμα των Ευβοέων κατά την παράδοση (Ψευδο-Σκύμνος 411-13): «ελληνίς ωρικός… παράλιος πόλις / εξ Ιλίου γαρ επανάγοντες Ευβοείς / κτίζουσι, Εκαταίος» (Fgr Hist 1, F 106), που κανείς έως σήμερα δε διανοήθηκε να χαρακτηρίσει Ιλλυρική. Μία άλλη παράδοση η οποία αποδίδει την ίδρυση του Ωρικού στους Κόλχους δεν έχει βέβαια καμία ιστορική βάση.

 Στο επόμενο Τρίτον Μέρος της ιστορικής μελέτης έρευνας: «Τα ιστορικά φύλα της Ηπείρου»


Βιβλιογραφία:

Ισίδωρος Σκληρός: Η Άγνωστη αρχαία ιστορία της Βορείου Ηπείρου και των εκεί Ελλήνων

Νίκος Υφαντής: Η γέννηση της Ηπείρου

Γιάννης Πέππας: Η Ήπειρος στην Προϊστορική Εποχή

Κοσμάς ο Θεσπρωτός: Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου

Εκαταίος ο Μιλήσιος: Εγκυκλοπαίδεια "Πάπυρος - Λαρούς", Αθήνα, 1964

Θουκυδίδης: Ιστορίες Αττικά 2.80,5

Καίτη Αργυροκαστρίτη: Αρχαία Χώρα Ηπειρώτις

Κλαύδιος Πτολεμαίος: Γεωγραφικά Βιβλ. Γ Κεφ 13

Στράβων: Ιστορίαι ΙΘ

Φλαβιος Εύτροπος: Breviarium historiae Romanae,

Eκδοτική Αθηνών: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους

'Hπειρος: Eκδόσεις Δωδώνη:

Ηρόδοτος: Ιστορία Η 45

Προκόπιος: Περί πολέμων 5.15.25

Ηρόδοτος: Ιστορία Β 54-57Έ

Πλούταρχος: Βίοι Παράλληλοι

Διαδικτυακός τόπος του Ν. Θεσπρωτίας

Βιργίλιος: Αινιάδα 3.295

Στράβων: Περί Ηπειρώτιδως

Ησύχιος: Αθήναιος Σύνοψις 8.350α

Ηγήσανδρου Υπόμνημα

Στρατόνικος

Λεξικό Ησύχιου: σελ. 612 λήμματα Έλληνες - Ελλοί

Ήπειρος: 4000 χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1997.


«Η Αρχαία Κασσώπη της Ηπείρου: Αφετηρία του Βόρειο...
«Η Αρχαία Κασσώπη της Ηπείρου: Αφετηρία του Βόρειο...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/