08
Σαβ, Αυγ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 9ον: «Οι Κιμμέριοι»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

-33330000

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

​​ « Κ ι μ μ έ ρ ι ο ι »

Οι Κιμμέριοι ήταν αρχαίο πελασγικό φύλο προπάτορας του οποίου κατά τους Στράβωνα, Παυσανία και Πλίνιου του πρεσβύτερου ήτο ο Πελασγός Κίμμερος ο Άπιος, το οποίο κατοικούσε στα βόρεια παράλια του Εύξεινου Πόντου, στη στέπα της Κριμαίας και των περιοχών γύρω από την Αζοφική θάλασσα. Στην Αγία Γραφή πιθανός να αναφέρεται ως λαός του Γαμέρ ή Γομέρ (Γένεση 10,2. Ιεζεκιήλ 38,6), χωρίς να υπάρχουν ιδιαίτερα στοιχεία.

Οι Ασσυριακές παραδόσεις τους ονομάζουν Γιμαράϊα, ενώ στα αρμενικά κείμενα αποκαλούνται Καρμίκ ή Καμέρκ. Ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος τους θεωρούσε συγγενείς των Κιμβρίων(1) ενώ ο Προκόπιος τους συσχέτισε με τους πολύ πιο βόρειους Βρετανούς και Ιρλανδούς.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Λέντζο η κυριαρχία των Κιμμερίων στη στέπα της Κριμαίας αποδεικνύεται από διάφορα τοπωνύμια της περιοχής τα οποία διεσώζοντο μέχρι τουλάχιστον την Ρωμαϊκή εποχή: «Και τώρα είναι μέν εις την Σκυθική Κιμμέρια τείχη, είναι δε πορθμεία Κιμμέρια, είναι δέ και χώρα με όνομα Κιμμερία, είναι δέ ο καλούμενος Βόσπορος Κιμμέριος» (Ηρόδοτος, Δ.12).


  Παραπομπή (1)

Οι Κίμβροι ήταν αρχαίος, γερμανικός λαός που έγινε γνωστός από τις επιδρομές που επιχείρησε με τους Τεύτονες στη νότια Ευρώπη και ιδιαίτερα στο Ρωμαϊκό Κράτος, την Ιβηρική Χερσόνησο και αλλού. Φυλετικά προσέγγιζαν με τους Κιμμέριους. Οι αρχαίοι Έλληνες τους αποκαλούσαν Κέλτες, αργότερα ο Πλούταρχος. (στον βίο του Μαρίου), τους αποκαλεί «Γερμανούς». Οι επαναλαμβανόμενες νίκες τους και καταστροφές επί των Ρωμαίων προκάλεσαν τον λεγόμενο «κιμβρικό τρόμο», που έμεινε παροιμιώδης. Τελικά τους Κίμβρους αντιμετώπισε νικηφόρα ο ανακληθείς Ρωμαίος στρατηγός και νικητής στην Αφρική Γάιος Μάριος ο οποίος και τους κατατρόπωσε ολοκληρωτικά με διπλή επιχείρηση.

Οι Κίμβροι κατοικούσαν αρχικά, κατ΄ άλλους παρά τη Βαλτική θάλασσα, ενώ κατά τον Πλίνιο και Πτολεμαίο στην Κομβρική χερσόνησο, τη σημερινή Γιουτλάνδη. Περί τα τέλη του 2ου αιν. π.Χ., εκδιωκόμενοι πιθανώς από τους Δανούς ή τους Άγγλους άρχισαν να μετακινούνται προς τη νότια Ευρώπη για ανεύρεση νέας πατρίδας προς εγκατάσταση. Έτσι μαζί με τους Τεύτονες άρχισαν από εκείνη την εποχή να περιπλανώνται σε ρωμαϊκά εδάφη, δημιουργώντας πλείστα προβλήματα στους Ρωμαίους. Οι επιδρομές τους έγιναν για πρώτη φορά γνωστές στην αρχαία Ρώμη το 113 π. Χ. επί υπάτων Καικιλίου Μετέλλου και Γναίου Παπιρίου Κάρβονα.

Οχυρωματική των Κιμμερίων

«Το δέ Κιμμερικό ήταν πρίν πόλη ιδρυμένη επί χερσονήσου, κλείουσα τον ισθμό με τάφρο και χώμα. Εκέκτηντο δε κάποτε οι Κιμμέριοι μεγάλη δύναμη εις τον Βόσπορο, δια τούτο και ονομάσθηκε Κιμμερικός Βόσπορος» (Στράβων,11.2.5).

Ο Κιμμέριος Βόσπορος είναι ο σημερινός πορθμός του Κέρτς, μεταξύ της χερσονήσου της Κριμαίας και του Κουμπάν της Ν.Α. Ρωσίας. Αλλά και η πρώην Ταυρική χερσόνησος ονομάσθηκε Κριμαία εκ παραφθοράς του Κιμμερία. Η χερσόνησος της Κριμαίας ήταν όχι τυχαία, το κέντρο του ισχυρότατου κράτους των Κιμμερίων, λόγω της μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας της, αλλά ίσως ακόμη και ουράνιις, αν συσχετισθεί η Ταυρική χερσόνησος με τον αστερισμό του Ταύρου. Αρκεί δέ μία απλή ιστορική αναδρομή δια να διαπιστωθή η διαρκής γεωπολιτική σημασία της Κριμαίας από την εποχή των Κιμμερίων έως και σήμερα:

1. Κατά την υστέρα κλασσική και ελληνιστική αρχαία εποχή η Κριμαία ήταν τμήμα του Ελληνικού βασιλείου του Κιμμερίου Βοσπόρου και αποτελούσε την εμπορική πύλη μεταξύ των Σκυθικών και των Μεσογειακών χωρών.

2. Κατά τον 3ο και 4ο μ.Χ. αιώνα ήταν το κέντρο του κράτους των Γοτθικών φυλών και ορμητήριο των φοβερών επιδρομών τους προς την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία

3. Από τον 7ο έως τον 10ο μ.Χ. αιώνα ήταν το εμπορικό κέντρο του κράτους των Χαζάρων (και αυτοί υποχθονίας καταγωγής όπως οι Κιμμέριοι).

4. Από τον 15ο έως και τον 18ο μ.Χ. αιώνα οι Ρώσοι διεξήγαγαν σκληρούς πολέμους δια την κατάληψη της Κριμαίας, η οποία αποτελούσε το υπό Οθωμανική επικυριαρχία, χανάτο των Τατάρων της Κριμαίας. Η οριστική κατάληψις της Κριμαίας απετέλεσε το εφαλτήριο της Ρωσικής ναυτικής κυριαρχίας εις τον Εύξεινο Πόντο και της προσπάθειας καθόδου εις την Μεσόγειο θάλασσα.

5. Μεταξύ του 1854-1856 διεξήχθη ο Κριμαϊκός πόλεμος, κατά τον οποίο οι συνασπισμένοι Άγγλοι (απόγονοι των Κιμμερίων) και Γάλλοι, επιτέθηκαν εις την Κριμαία, ακριβώς δια να ανακόψουν την δι' αυτής κάθοδο των Ρώσων εις την Μεσόγειο θάλασσα.

6. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο οι Γερμανοί και οι Σοβιετικοί διεξήγαγαν φοβερές μάχες δια την κατοχή της Κριμαίας, την οποία ο ίδιος ο Χίτλερ θεωρούσε το κλειδί δια την επί του Ευξείνου Πόντου κυριαρχία.

7. Και σήμερα η γεωπολιτική σημασία της Κριμαίας είναι τεραστία, καθώς μάλιστα εις την Σεβαστούπολη της Κριμαίας είναι ο κύριος ναύσταθμος του πανισχύρου Ρωσικού στόλου του Ευξείνου Πόντου.

Χάλκινα χαλινάρια Κιμμερίων (1.100 - 600 π.Χ.)

Η κυριαρχία των Κιμμερίων εις την ανωτέρω περιοχή έληξε με την επίθεση των Σκυθών, την οποία περιγράφει ο Ηρόδοτος (Δ.11.):

Στην αρχαία Ελλάδα οι Κιμμέριοι είναι γνωστοί από τους ομηρικούς χρόνους. Ό Όμηρος τους αναφέρει ως πολυάριθμο λαό σε βόρεια μέρη όπου «η νύχτα διαρκεί μια μόνο ώρα» (Οδύσσεια, κ, ξ). Αυτό είχε ως συνέπεια οι αρχαίοι Έλληνες να θεωρούν τη χώρα τους ως σημείο εισόδου στον Άδη.

Ο Όμηρος επίσης στη ραψωδία λ της Οδυσσείας (Νέκυια), όπου περιγράφει την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη, αναφέρεται σε έναν μυστηριώδη λαό, πλησίον του Άδη:

«Το πλοίο έφθασε εις τα πέρατα του βαθυρρόου Ωκεανού. Εκεί δε είναι ο δήμος και η πόλη των Κιμμερίων ανδρών, οι οποίοι είναι κεκαλυμμένοι με αέρα και νεφέλη. Πότε αυτούς δεν τους βλέπουν οι ακτίνες του φαέθοντος ηλίου, ούτε όταν ανεβαίνει προς τον αστερόεντα ουρανό, ούτε όταν από τα ύψη του ουρανού τρέπεται προς την γαία, αλλά ολέθρια νύκτα σκεπάζει τους δειλούς βροτούς» (Ομήρου Οδύσσεια Λ.13-19).

Στη συνέχεια αμέσως μετά τους Κιμμερίους, αναφέρεται ότι, ο Οδυσσέας έφθασε στον Άδη. Αναφορά επίσης γίνεται περί των Κιμμέριων και στα Αργοναυτικά των Ορφικών, κατά τη περιγραφή της επιστροφής των Αργοναυτών από την Κολχίδα:

«Έπειτα δέ, οδηγούντες το ταχύ πλοίο φθάνουμε εις τους Κιμμερίους, οι οποίοι είναι οι μόνοι στερημένοι της αίγλης του πυριδρόμου ηλίου» (Αργοναυτικά Ορφικών, 1126-1128). Αμέσως μετά τους Κιμμερίους τα Αργοναυτικά περιγράφουν περιοχές του Άδη: «…Τον κρυερό Αχέροντα, τις άρρηκτες πύλες του Άδη, τον δήμο ονείρων».

Κατά τον Ησύχιο, το όνομα Κιμμέριος ετυμολογείται από το κάμμερος ή κέμμερος (αχλύς, ομίχλη). Οι Κιμμέριοι λοιπόν είναι οι ομιχλώδεις, ζοφώδεις, σκοτεινοί, και το όνομά τους δηλώνει ακριβώς τα αναφερόμενα από την Οδύυσσεα και τα Αργοναυτικά ότι, στερούνται παντελώς του ηλιακού φωτός. Επίσης, το όνομα Κιμμέριος σχετίζεται ετυμολογικά και με το χειμέριος (χειμερινός), αφού η πύλη της χώρας των Κιμμερίων, ευρίσκεται στις παγωμένες Αρκτικές περιοχές, όπου επικρατούν συνθήκες αιωνίου χειμώνα και όπου κατά την εποχή αυτή, η νύκτα διαρκεί συνεχώς, φθάνοντας τους έξι συνεχείς μήνες.

Οι Κιμμέριοι δύνανται να ερμηνευθούν και ως «νεφελώδεις» που σχετίζεται με τους σατανικούς «νεφελίμ» της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και με το «Νεφελχάϊμ»,ονομασία του σκοτεινού, υποχθονίου κόσμου των νεκρών της Σκανδιναβικής μυθολογίας.

Ο Αρίσταρχος τους αναφέρει ως «Κέρβερους», άλλοι συγγραφείς αναφέρουν τη λέξη «Χειμερίων» δηλαδή χειμερινοί, ενώ άλλοι τη λέξη «Κερβερίων», όπως ο Κράτης. Ακόμη, άλλοι αναφέρουν, ότι οι Κιμμέριοι ζούσαν μαζί με τους κατοίκους δίπλα στον Άδη και χρησιμοποιούσαν γι' αυτούς την έκφραση «εν τοις ηρίοις κείσθαι». Αυτοί οι Κιμμέριοι ή οι Σκύθες νομάδες από τις δυτικές περιοχές του ωκεανού, λεηλάτησαν το ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Εξ αιτίας δε αυτής της πράξης, ο ποιητής τους καθυβρίζει, ότι ζούσαν στο σκοτάδι».

Στο σύγγραμμα του Αρριανού Βιθυνιακά που δεν περισώθηκε υπήρχε η λεπτομέρεια ότι παρά την Ηράκλεια του Πόντου πολλοί Κιμμέριοι πέθαναν μετά από βρώση ακονίτου, ενός δηλητηριώδους φυτού. Κατόπιν οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Λυδία και επί της βασιλείας του Γύγη, επιτέθηκαν κατά των Λυδών. Ο Γύγης κινδύνεψε από τους Κιμμέριους και ζήτησε τη βοήθεια των Αιγυπτίων, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει την κατάληψη των Σάρδεων από τους Κιμμέριους, το 652 π.Χ., οπότε και πέθανε

Το 900 π.Χ. νικήθηκαν από τους Σκύθες και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Τράπηκαν τότε προς την Μικρά Ασία και πολέμησαν πρώτα με τους νομαδικούς λαούς και μετά, επί δύο αιώνες, 900 - 700 π.Χ., με τους Ασσύριους. Πιο συγκεκριμένα:

Οι Κιμμέριοι τον 8ο και 7ο αι. π.Χ. κυριάρχησαν στην κεντρική Μικρά Ασία καταλαμβάνοντας την πόλη Γόρδιο, πρωτεύουσα του φρυγικού κράτους, δολοφονώντας το θρυλικό βασιλιά της, Μίδα. Κατέστρεψαν την περίφημη ελληνική πόλη Μαγνησία στις όχθες του Μαιάνδρου ποταμού και πολιόρκησαν την Έφεσο. Οι ίδιοι δε, κατέλαβαν και τις Σάρδεις, δολοφονώντας το βασιλιά Γύγη, τρομοκρατώντας με τον τρόπο αυτό τη μια μετά την άλλη τις ελληνικές παράκτιες πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας. Η πρώτη αναφορά γι΄ αυτούς, συναντάται στο βασίλειο του Ουράρτη, στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. Οι Κιμμέριοι, αρχικά εισέβαλαν στο βασίλειο του Ουράρτη το 714 π.Χ., ενώ μερικά χρόνια αργότερα, το 679/678 π.Χ. εισέβαλαν στην Ασσυρία. Μετά την ήττα τους από τους Ασσύριους, κατευθύνθηκαν προς τη Φρυγία και το 674 π.Χ. προς τη Βιθυνία.

Ο Κιμμερικός Βόσπορος σε γκραβούρα του 1870

Στο σύγγραμμα του Αρριανού Βιθυνιακά, που διασώζονται λίγα αποσπάσματα, υπάρχει η λεπτομέρεια ότι παρά την Ηράκλεια του Πόντου πολλοί Κιμμέριοι πέθαναν μετά από βρώση ακονίτου, ενός δηλητηριώδους φυτού. Κατόπιν οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Λυδία και επί της βασιλείας του Γύγη, επιτέθηκαν κατά των Λυδών. Ο Γύγης κινδύνεψε από τους Κιμμέριους και ζήτησε τη βοήθεια των Αιγυπτίων, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει την κατάληψη των Σάρδεων από τους Κιμμέριους, το 652 π.Χ., οπότε και πέθανε.

Την εποχή του Άρδη, γιου του Γύγη, οι Σάρδεις κυριεύτηκαν για δεύτερη φορά από τους Κιμμέριους, το 646 π.Χ.. Αλλά οι Κιμμέριοι δεν έμειναν μόνιμα στη Λυδία. Ενώθηκαν με τους συγγενείς τους Τρήρες και επιτέθηκαν κατά των ελληνικών πόλεων της Προποντίδας και του Αιγαίου πελάγους.

Ο ποιητής Καλλίνος στις ελεγείες του κάνει αναφορά γι' αυτή την επίθεση κατά των Ελληνικών πόλεων. Πόλεις που υπέστησαν επίθεση ήταν η Έφεσος, όπου καταστράφηκε ο περίφημος Ναός της Αρτέμιδος από τον βασιλιά των Κιμμερίων Λύγδαμη, Κολοφώνα, Σμύρνη, Μαγνησία και Άνταδρος, οι οποίες καταστράφηκαν ή κάηκαν. Για 75 χρόνια οι Κιμμέριοι υπήρξαν αληθινή μάστιγα των Μικρασιατικών παραλίων, ανάμεσα στα 650 - 575 π.Χ. οπότε ο βασιλιάς της Λυδίας Αλυάτης, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, κατάφερε να τους εκδιώξει οριστικά προς Καππαδοκία και Αρμενία. Από τότε δεν ξανακούστηκαν.

Σε ασσυριακές πηγές, ο βασιλιάς των Κιμμέριων, Δύγδαμις/Λύγδαμις, αναφέρεται ως βασιλιάς της φυλής Sakaugutum. Η προέλευση του ονόματος «Dugdamme», συνδέεται μέσω των ανατολικών ιρανικών γλωσσών με τη φράση «duγδα-maisi», που σημαίνει «ιδιοκτήτης προβάτων γαλακτοπαραγωγής.

Κατά τον Στράβωνα στα «Γεωγραφικά» του, οι Κιμμέριοι φέρονται ως ξένοι στις νότιες, ρωσικές στέπες, ενώ τους αποδίδει θρακική-βαλκανική καταγωγή. Θεωρούνται «ξένοι» σε σχέση με τους Σκύθες. Στην πραγματικότητα, η αρχαία ιστορική παράδοση, μιλά για μια βαθιά σχέση των λαών αυτών. Ο Στράβωνας επίσης τους θεωρεί ως θρακικό φύλο των Τριήρων, ως δορυφόρο των Κιμμερίων. Όλες οι αναφορές των ιστορικών, δείχνουν ότι οι Κιμμέριοι εισέβαλαν στη Μικρά Ασία από το Βόσπορο. Είναι πιθανό, ότι η ταύτιση των Κιμμέριων με τους Τριήρες, είναι βάσιμη. Οι Κιμμέριοι, αφού εκδιώχθηκαν από τη βόρεια Μαύρη Θάλασσα, υποχώρησαν στην περιοχή των Καρπαθίων στην παραδουνάβια ζώνη, όπου αναμείχθησαν με τους Θράκες, οδηγώντας τους ιστορικούς να μιλούν για το λεγόμενο κοινό θρακικό-κιμμερικό πολιτισμό, που διαδόθηκε, όπως πιστεύουν οι Ούγγροι αρχαιολόγοι, στη μεγάλη λωρίδα κατά μήκος των Καρπαθίων και του Δούναβη.

Κιμμεριακά ξίφη

Σε πολλές ανατολικές ιρανικές γλώσσες, μπορεί κανείς να παρατηρήσει την εμφάνιση του ηχηρού οδοντικού -d-,το οποίο εμφανίζεται σε μερικές από αυτές τις γλώσσες και διαλέκτους ως -l-. Η εμφάνιση του d/l υπάρχει ήδη από την πρώϊμη ιρανική εποχή και στις γλώσσες και διαλέκτους των Σκυθών, των Κιμμέριων και των Βάκτρων. Διάφοροι ονοματικοί τύποι καθιερώθηκαν από τους Κιμμέριους και ένας από αυτούς καταγράφηκε ως Tugdamme ή Dugdamme στα ασσυριακά ενώ στα ελληνικά το ίδιο όνομα καταγράφηκε, είτε ως Δύγδαμις, είτε ως Λύγδαμις, Λυγδάμι(ο)ς. Το όνομα του Κιμμέριου βασιλιά Δύγδαμη/Λύγδαμη – βασίλευσε μεταξύ 660 και 640 π.Χ. – αποδεικνύει, ότι η εναλλαγή του -d- με το -l-, έλαβε χώρα, ήδη, στο διάστημα μεταξύ του τέλους του 8ου αι. π.Χ. και του πρώτου μισού του 7ου αι. π.Χ.

Παρόμοια χαρακτηριστικά τεκμηριώνονται, επίσης και για την ονομασία των Σκυθών. Στα ελληνικά, αυτοί είναι γνωστοί ως «Σκύθαι». Ο Ηρόδοτος, αναφέρει, ότι οι Σκύθες αποκαλούσαν τους εαυτούς των ως «Σκόλοτες». Ένας εκ των βασιλέων τους ονομάζετο «Σκύλης». Αν συγκρίνουμε το ελληνικό «Σκύθης» με το σκυθικό «Σκύλης» – από το skula ή skuda (τοξότης), μπορούμε να παρατηρήσουμε τη διαφορά μόνο στα γράμματα θ/λ. Αυτό το χαρακτηριστικό, παρατηρήσαμε, ήδη, στην ονομασία του Κιμμέριου βασιλιά «Dygdamis»/«Lygdamis» και το αντίστοιχο ελληνικό «Δύγδαμις»/«Λύγδαμις, Λυγδάμι(ο)ς». Η «Ιστορία» του Ηροδότου, γράφτηκε τον 2ο μισό του 5ου αι. π.Χ. Σε αυτή την περίοδο, η εναλλαγή του -d- με -l- ήταν πιθανό να μην υπήρχε.

Η ελληνική ονομασία για τους Σκύθες («Σκύθαι»), ήταν πιθανό να υπήρχε σε παλαιότερη εποχή, ενώ τα μεταγενέστερα ονόματα για το βασιλιά Σκύλη και για τους τύπους «Σκύθαι/Σκόλοται», καταγράφησαν ως νεωτερίζοντες τύποι από τον Ηρόδοτο. Αν συγκρίνουμε για άλλη μια φορά την ορθογραφία του κιμμερικού ονόματος Tugdamme:Dugdamme / Δύγδαμις:Λύγδαμις, με τα σκυθικά εθνικά ονόματα Σκύθαι: Σκόλοται, μπορούμε να παρατηρήσουμε την εναλλαγή του πλευρικού προσεγγιστικού ουρανικού -l-/-λ- με το ηχηρό οδοντικό ή το λιγότερο πιθανό φατνιακό. Η οδοντική προφορά του ιρανικού -d- μπορεί καλύτερα να εξηγήσει μια διχοτόμιση στην ανάπτυξη του ιρανικού -d- σε δ/λ στις ανατολικές ιρανικές γλώσσες.

Στο επόμενο άρθρο το 10ο κατά σειρά μέρος θα διαβάσετε για τους «Γρύπες»


Βιβλιογραφία:

Ηρ. 4.13.

Ηρ. 4.27.

Ηρ. 3.116.

Διόδ. Σ. 2.43.5.

Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.

Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.

Αισχ., Πρ. 802-806 Παυσ. 1.24.5 Πλίν., ΦΙ. 7.2.10 Solin. 15.20-22.

Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη - Αριστλεας ο Προκονήσιος

Δοκίμιο του Alberto Bernabé, "Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso", στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
Ηρόδοτος, Μελπομένη

Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος

Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική

West, S., "Herodotus on Aristeas

Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις

Phillips, E.D., "The Legend of Aristeas

Huxley, G., "Aristeas and the Cyzicene

J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],

Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες

Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),

Αισχ., Πρ. 802-806 Παυσ. 1.24.5 Πλίν., ΦΙ. 7.2.10 Solin. 15.20-22.

Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.

Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .

Davis-Kimball, Jeannine. 2002. "Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).

Tadeusz Sulimirski , "Οι Σαρμάτες" (vol. 73 στην σειρά "Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.

Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), "Sarmatiae Europeae

Ηρόδοτος «Ιστορίαι» 4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914

Πολύβιος «Ιστορία» 20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889

Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905

Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914

Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216

Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969

Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος

Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος

Ηρoδώτου Ιστορια3.116 Εκδώσεις Κάκτος

Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias

Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff

Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4
Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια

Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12
Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2
Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.

Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270

Ηροδότου Ιστορια 4,6

Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1

Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα

Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).

ED Phillips, "Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας" Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177

Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρο...
«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρο...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares