28
Σαβ, Μαρ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρος 10ον: «Οι Γρύπες»), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

4

Η πολυετής και ενδελεχής μελέτη-έρευνα στην χαμένη, ελληνική μυθιστορία και την προϊστορία αποκλειστικά στο InTownPost. Λαοί, χώρες και τόποι, εντέχνως, τοποθετημένοι στην σφαίρα του μύθου αποκαλύπτονται, αποδεικνύοντας την πραγματική τους υπόσταση, την προέλευσή τους αλλά και την άρρηκτη σχέση τους με τον πολιτισμό της Αιγηίδας φυλής, μέσα από τα αρχαία κείμενα και τις αναφορές προ-ομηρικών εποχών, καλά κρυμμένα για τους γνωστούς, ευνόητους λόγους, στα άβατα των μεγάλων βιβλιοθηκών του δυτικού κόσμου.

« Γ ρ ύ π ε ς »

Τερατόμορφη απεικόνιση γρύπα με σώμα λιονταριού και κεφάλι αετού

Μυθικός λαός που επισκέφτηκε ο Αριστέας και που αναφέρεται στην Μινωική, Ελληνική, την Ετρουσκική και τη Ρωμαϊκή, καθώς και σε όλες τις ανατολικές μυθολογίες. Ο Ηρόδοτος βασιζόμενος στα Αριμάσπεια έπη του Αριστέα, και με βάση τη γεωγραφική τους θέση, κατέληξε στο συμπέρασμαπως πρόκειται για νομαδικό έφιππο λαό, και έτσι εξηγείται γιατί αναφέρεται συχνά το μίσος των Γρυπών προς τους Αριμασπούς, οι οποίοι έδιναν συνεχείς μάχες για να κατακτήσουν το άφθονο χρυσάφι που οι Γρύπες μανιωδώς μάζευαν.

Οι μάχες τους έγιναν θέμα εικονογράφησης στα αγγεία του Παντικάπαιου (Κριμαία) που προορίζονταν για τις ελληνικές αποικίες των βόρειων ακτών του Εύξεινου Πόντου (Δυτική Σκυθία) κατά τον 9ο αιώνα π.Χ., απεικονίζονταν δε περίπου όπως ο Γρύπας αλλά με διάφορες κατά τόπους παραλλαγές.

Οι Γρύπες ζούσαν στις περιοχές της Σκυθίας και του Καυκάσου, όπως οι Υπερβόρειοι, οι Ισσηδόνες. οι Αριμασποί ακόμα και οι Γαργαρείς και οι Αμαζόνες. Οι γρύπες, θεωρούνται παράξενα μυθολογικά θηρία από εμάς σήμερα. Ήταν στην πραγματικότητα όμως η πρώτη γνωστή προσπάθεια της ανθρωπότητας να περιγράψει ένα ζώο που βασίζεται αποκλειστικά και μόνο σε απολιθώματα.

Γρύπας σε ανάκτορο στα Σούσα (Ιράν 510 π.Χ.)

Ο Ηρόδοτος αναφέρεται στον αγώνα μεταξύ των Γρυπών που φύλαγαν το χρυσό της περιοχής τους και των Αριμασπών που ήθελαν να τον αρπάξουν. Θεωρεί δε τους Γρύπες υπηρέτες ή συνοδούς θεών όπως του Απόλλωνος, της Αρτέμιδος της Νέμεσης και του Διονύσου (του οποίου κρατούν τον κρατήρα γεμάτο κρασί).

Αναφερθήκαμε ήδη στις μάχες Αριμασπών - Γρυπών, όπως αυτές περιγράφο­νται από τον Αριστέα και αναλύθηκε το πρώτο μέρος της εννοίας του πρώτου συστατικού του μύθου εκτενώς στο άρθρο «Αριμασποί».

Το δεύτερο συστατικό του μύθου είναι οι γρύπες, μυθολογικά όντα με αρκετά περίπλοκη προέλευση και μορφολογική εξέλιξη, τόση όπου ξεπερνά τα όρια της φαντασίας και πιάνει τα δεσμά της αλήθειας αν κάποιοι καταλαβαίνετε τι εννοώ.

Ο Γρύπας απέδειξε μέσα σε αυτά τα 5.000 χρόνια ύπαρξης στις μυθολογίες και λαογραφίες των λαών του κόσμου πως είναι ένα σύμβολο αναγκαίο, γιατί συμβολίζει τη δύναμη και το κύρος του λέοντα, το σθένος και τη μεγαλειότητα του αετού, αρετές που οδήγησαν τον άνθρωπο στη μέχρι τώρα εξέλιξή του.

Είναι σύμβολο διαχρονικό, γιατί συμβολίζει την ένωση γης και ουρανού, αλλά και ματαιοδοξίας, χάρη στην ακόρεστη λατρεία τους για τον χρυσό. Και αυτό φωτογραφίζει ξεκάθαρα τον δημιουργό τους -τον άνθρωπο- και τις αδυναμίες του, που πάντοτε φορτώνει σε όλες τις θεϊκές υπάρξεις που ανά τους αιώνες κατασκεύασε.

Τη μορφή του γρύπα την επεξεργάστηκαν στην αρχαία Ελλάδα τόσο λογοτεχνικά όσο και εικαστικά. Ξεκινώντας από την πρώτη αναφορά τους από τον Αριστέα, στη διάρκεια της Αρχαιότητας οι γρύπες μετατράπηκαν σε εχθρικά προς τους ανθρώπους τέρατα, τα οποία διέθεταν σώμα λέοντος, κεφαλή και φτερά αετού.

Αρκετά περίπλοκη η εικαστική εξέλιξη του γρύπα. Θεωρείται ότι η μορφή του εμφανίστηκε στην Ανατολή. Στην Ελλάδα ο γρύπας, ως ον που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά πτηνού και τετράποδου ζώου, εμφανίστηκε κατά την Κρητομινωϊκή περίοδο και είναι γνωστός από τις παραστάσεις από την Κνωσό και από άλλα μέρη του Αιγαίου προτού αυτά γίνουν γνωστά στην Ασία.

Όμως οι παραστάσεις των κρητομινωϊκών γρυπών είναι αρκετά διαφορετικές από τις παραστάσεις τους στην αρχαϊκή και την κλασική τέχνη. Ένας νέος τύπος γρύπα εισήχθηκε στην ελληνική τέχνη στα τέλη του 8ου αι. π.Χ. από τη Μέση Ανατολή, αρχικά στα νησιά του Αιγαίου και από εκεί στην ηπειρωτική Ελλάδα. Σε αυτόν ανήκουν οι αρχαϊκές χάλκινες προτομές γρύπα και οι πολυάριθμες σχετικές παραστάσεις του στη γραπτή κεραμική της ανατολίζουσας τεχνοτροπίας, στα νομίσματα και σε έργα μικροπλαστικής.

Οι αρχαϊκοί γρύπες έχουν ανοιχτό ράμφος, χαίτη και κέρας και μόνο στα Κλασικά χρόνια διαμορφώνεται ο συνήθης σε εμάς τύπος γρύπα, με ρεαλιστική απόδοση των χαρακτηριστικών αετού και λέοντα. Η μορφή του γίνεται σταθερό θέμα πολλαπλών παραστάσεων στα έργα τέχνης, στη γλυπτική, στα νομίσματα, σε διάφορα άλλα αντικείμενα και στα γραπτά αγγεία. Ιδιαίτερα συχνά συναντάμε το γρύπα σε παραστάσεις στα αττικά αγγεία της λεγόμενης τεχνοτροπίας του Κερτς, κυρίως του 4ου αι. π.Χ., όπου συνήθως συνοδεύει τις παραστάσεις Αμαζόνων, του Απόλλωνα και του Διονύσου.

Η απεικόνιση των Γρυπών, είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα στην Τέχνη όλων των εποχών, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η πιο διά­σημη απεικόνισή τους -και μια από τις αρχαι­ότερες στον Ελληνικό χώρο είναι, ως γνω­στόν, η παρουσία τους ένθεν και ένθεν του θρόνου του Μίνωα στη Κνωσό.

Ο γρύπας είναι σύμβολο συνδεδεμένο με τη Μινωική Κρήτη. Σχετικά με τον Μινωικό άπτερο Γρύπα, υπάρχουν ευρήματα αρχαιολογικών ανασκαφών από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 1550 - 145 π.Χ. Δύο άπτεροι γρύπες απεικονίζονται δεξιά και αριστερά του θρόνου στην τοιχογραφία στην κύρια αίθουσα του θρόνου (κρητομυκηναϊκή περίοδος 1700 π.Χ. - 1075 π.Χ.) στο Μινωικό ανάκτορο. Οι γρύπες εμφανίζονται άπτεροι, για να δηλώσουν την συνεχή παρουσία τους στον χώρο της αίθουσας του θρόνου.

Ρωμαϊκό νόμισμα του 79 π.Χ., όπου στην μια όψη απεικονίζεται η κεφαλή της θεάς Juno Sospita (η ρωμαϊκή θεά Ήρα) και στην άλλη όψη ένας γρύπας

Η μικτή μορφή του άπτερου γρύπα έδινε έκφραση των τριών σφαιρών του κόσμου, της ουράνιας, της επίγειας και της υποχθόνιας, με το αετίσιο του κεφάλι, το λιονταρίσιο σώμα και την φιδίσια ουρά, συμβόλιζε δε την βασιλική και θεία ισχύ.

Η απεικόνιση λοιπόν των Γρυπών στην τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσού, αλλά και τα αρχαιολογικά ευρήματα μινωικών σφραγιδόλιθων υποδεικνύουν ότι τα παράξενα αυτά ζώα δεν παρέμειναν στα καθ' ημάς ως απλοί φυλακές του χρυσού, αλλά προήχθησαν σε σύμβολα του ίδιου του βασιλικού αξιώματος.

Όμως, η αίθουσα του Θρόνου στην Κνωσό δεν παρουσιάζει μόνο αυτό το «παράδοξο», τους Γρύπες. Το 2002, η Βρετανίδα αρχαιολόγος Lucy Coodison ανακάλυψε ότι, μέσα στην αίθουσα του Θρόνου, το φώς του άστρου της ημέρας εισέρχεται από τη νότια εξώθυρα, περνά μέσα από τη βόρεια εσώθυρα και αγγίζει το θρόνο, ενώ κατά την ημέρα του Θερινού Ηλιοστασίου, ο ήλιος εισέρχεται πάλι στο δωμάτιο από την απέναντι βορεινή εξώθυρα και περνά μέσα από τη νότια εσώθυρα, αλλά αυτή τη φορά στοχεύει στη «λεκάνη των καθαρμών», που βρίσκεται απέναντι ακριβώς από τον θρόνο.

Σύμφωνα με τηΝτορέτα Πέπα οι Μινωίτες είναι ιστορικά τεκμη­ριωμένο ότι είχαν ιδρύσει πολλούς εμπορι­κούς σταθμούς, ανάμεσα σε άλλα μέρη και στη Φοινίκη, όπου είχαν μεταναστεύσει οι Σκύθες, που επίσης είχαν εμμονή με τους Γρύπες και τους απεικόνιζαν συχνά πυκνά. Αλλά δεν θα δεχθούμε την επικρατούσα άπο­ψη, ότι οι Σκύθες μετέδωσαν στους Μινωίτες τον θρύλο -άλλωστε, oι Μινωίτες είναι σαφώς αρχαιότεροι- και θα επιμείνω πως οι Μινωίτες ήταν εκείνοι που τον γνώριζαν πρώτοι, και μάλιστα από άλλες πηγές. Άς μην ξεχνάμε ότι η θαλασσοκράτειρα Κρήτη αποτελούσε πόλο έλξης για πολλούς «με­τανάστες», π.χ. οι Κάρες είχαν δημιουργή­σει δική τους κοινότητα στην Μεγαλόνησο.

Οι Μινωίτες τοποθέτησαν, λοιπόν, τον θρό­νο του βασιλιά τους και τις πόρτες σε τέ­τοια αρχιτεκτονική διάταξη ώστε να βρίσκε­ται αυτή σε απόλυτη συμφωνία με τον ετή­σιο κύκλο. Επίσης, με το τρόπο αυτό, μας έδειξαν πιθανόν ποια ήταν η Πρωτοχρονιά τους και βεβαίως αυτή εντοπίζεται μάλλον στο χειμερινό ηλιοστάσιο, αφού τότε ο ήλι­ος «σημαδεύει» τον θρόνο.

Όσο για τους δυο ιδιαίτερους Γρύ­πες (με το λοφίο του παγωνιού στο κεφάλι, μιά καινοτομία που δεν ανευρίσκεται εκτός Ελλάδος στις παραστάσεις των Γρυπών) ένθεν και κείθεν του θρόνου, είναι σαφές ότι ως κατεξοχήν ηλιακά «ζώα» (θα τα δούμε πιό κάτω αυτά), υποδέχονται ως «φύλακες» τον ήλιο και στο χειμερινό, αλλά και στο θερινό ηλιοστάσιο.

Οι δύο Γρύπες «πατούν» επιπλέ­ον σε δύο διπλά «Ε» και είναι γνωστή η σχέ­ση του «Ε» με τους Δελφούς και τον Απόλλω­να. Μιλάμε για μία καθαρά ηλιακή αντίληψη της Μινωικής εξουσίας, αλλά με βαθύτατο ελληνικό και διαχρονικό, όπως αποδεικνύεται σημαινόμενο. Άλλωστε, οι Κουρήτες - Κρητες ήταν αυτοί που υπήρξαν οι πρώτοι ιερείς του Απόλλωνος στους Δελφούς -και οι κούροι είναι, βεβαίως, στοιχείο της απολλώνιας ιερής παράδοσης. Και αυτή όλη η ιεροτελεστία δεν ήταν κάτι που γινόταν μόνο προς χάριν του ίδιου του Μίνωα, δηλαδή του εκάστοτε βασιλιά «Μίνως» (ήταν μάλλον τίτ­λος, όπως και ο τίτλος του Φαραώ).

Ο Μινω­ικός κόσμος δεν είχε «μυστικά» μεταξύ εξου­σίας και λαού, αφού όλα ήταν ανοικτά και επίσης, ο θρόνος, σε αντίθεση με τους πε­ρισσότερους θρόνους γνωστών βασιλιάδων και Φαραώ βεβαίως, περιβάλλεται από πάγκο γύρω γύρω στην αίθουσα, που προσέφερε κάθισμα σε πολλούς ανθρώπους. Είναι πασι­φανές ότι ποτέ στην Ελλάδα ένα άτομο δεν αποφάσιζε τα πάντα μόνο του.

'Ας δούμε, όμως, περισσότερα περί Γρυπών εν γένει.

Οι γρύπες στην αίθουσα του θρόνου στο μινωικό παλάτι της Κνωσού

Οι Αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν τα παράξενα αυτά «μυθικά ζώα» «Γρύπες» ή «Γρυπούς» (καμπυλώδεις ή γαμψώδεις, λόγω του ράμφους τους). Πολλοί γλωσσολόγοι, βέβαια, σημιτικού προσανατολισμού πάντα, θέλουν τη λέξη «Γρύπας» να είναι δάνειο από την ακκαδική λέξη «ka-ru-bu» (ιπτά­μενο πλάσμα), που ενδεχομένως κρύβει και τη προέλευση της ονομασίας των αγγε­λικών «χερουβείμ», που στα εβραϊκά είναι «keruv». Για το δεύτερο (σύνδεση ακκαδικής - εβραϊκής) συμφωνώ, για το πρώτο όχι. Επειδή ακριβώς σημαίνει κάτι εντελώς δι­αφορετικό στα ελληνικά το συγκεκριμένο διπλό (δύο συλλαβές) και όχι τριπλό (όπως το ακκαδικό) φώνημα. Άλλωστε, το ελλη­νικό «γ» απαντάται στις ανατολικές (και όχι μόνο) γλώσσες ως «γκ» ή «χ», όχι ως «κ». Τέ­λος, στην Ανατολή ο Γρύπας δεν ονομάζεται «ka-ru-bu», αλλά αποκαλείται με εντελώς δι­άφορες ονομασίες: simurgh, lamassu, huma. Ένας από τους αρχαίους συγγραφείς που αναφέρεται στους Γρύπες είναι ο Φιλόστρατος.

Η ελληνική μυθολογία συνδέει τους γρύπες με διάφορους θεούς. Στον Αισχύλο είναι τα σκυλιά του Δία, στο Νόννο είναι τα ζώα της Νέμεσης, ενώ στα έργα τέχνης ο γρύπας συχνά συνδέεται με το Διόνυσο. Αλλά ισχυρότερη είναι η σχέση του γρύπα με τον Απόλλωνα, με τον οποίο συνδέεται μέσω του δηλιακού μύθου για τους Υπερβόρειους. Είναι οι γρύπες που φέρουν την άμαξα του θεού κατά το ταξίδι του προς τους Υπερβορείους. Ως επιφάνειος ο Απόλλωνας καλπάζει πάνω σε γρύπα. Στην αρχαία Ελλάδα ο γρύπας νοούνταν ως ηλιακό σύμβολο, αλλά η σχέση του με τον ορυκτό χρυσό του προσδίδει χθόνια χαρακτηριστικά. Εξαιρετικά δημοφιλείς ήταν οι παραστάσεις των γρύπων στη Σκυθία, όπου η μορφή τους έφτασε μέσω δύο οδών από την Ανατολή και από τις ελληνικές αποικίες του βορείου Ευξείνου. Οι γρύπες αποδείχθηκαν στενά συνδεδεμένοι με τη σκυθική μυθολογία, όπου αντιπροσώπευαν το χθόνιο στοιχείο.

Στο έργο του για τον Απολλώνιο τον Τυανέα, ο σοφός Απολλώνιος, έχοντας επισκεφθεί μεταξύ άλλων και τους Βραχμάνους στην Ινδία, συζητά με τον αρχηγό τους, που ονομαζόταν, όπως μας έχει παραδοθεί, Ίαρχας. Η κουβέντα, κάποια στιγμή, περιστρέ­φεται γύρω από τους Γρύπες και λέει τότε ο Ιάρχας. «Για το χρυσό που εξορύσσουν οι Γρύπες» είπε ότι «είναι πέτρες με ψήγματα χρυσού εδώ και εκεί σαν σπινθήρες, που το ζώο μπορεί και τις βγάζει χάρη στην δύναμη του ράμφους του. Τα θηρία αυτά υπάρχουν στην Ινδία», είπε «και θεωρούνται ιερά για τον Ήλιο και όταν εκεί στην (Ινδία) απεικονί­ζουν τον Ήλιο, τον βάζουν σε τέθριππο που το σέρνουν αυτά» (τα θηρία οι Γρύπες).

Είναι γεγονός ότι εδώ αναφέρε­ται ρητά η ύπαρξη των Γρυπών και μάλι­στα στην Ινδία, και θα δούμε πιο κάτω πως «έφτασαν» εκεί οι Γρύπες, γιατί οι περισσό­τεροι απ' αύτούς κατοικούσαν βορειότερα, σύμφωνα με τους σχετικούς θρύλους. Επιβεβαιώνεται, παράλληλα, η σχέση τους με το χρυσό, που αναφέρει ο Αριστέας, αλλά αποδεικνύεται και η κοινή παράδοση μεταξύ Κρήτης (και της υπόλοιπης Ελλάδας) και Ινδί­ας, πράγμα που προϋποθέτει όχι απλά επαφή, άλλα και στενή σχέση και επικοινωνία από αρχαιοτάτων χρόνων. Μια σχέση που θα την δούμε αμέσως, όπως θα δούμε και ποιός επέδρασε σε ποιόν: εμείς σ' εκείνους ή εκείνοι δηλαδή οι Ινδοί σ' εμάς;

Το Απολλώνειο άρμα με τους γρύπες

Οι Γρύπες συνδέονται, λοιπόν, και με τον Διόνυσο. θα ήταν αδύνατον να μην συνδέονται, αφού και ο Διόνυ­σος μοιράζεται το Ιερό των Δελφών με τον Φοίβο, διαμένοντας εκείνος εκεί κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν ο Απόλλων πηγαί­νει στους Υπερβορείους. Οι Γρύπες, μάλιστα, είναι εκείνοι που οδηγούν το άρμα του Διο­νύσου στην εκστρατεία του στην Ινδική, και φροντίζουν να είναι πάντα γεμάτος κρασί ο κάνθαρος (το κύπελλο) του Θεού.

Υπάρχει και μία άλλη εκδοχή του μύ­θου περί Γρυπών, αλλά και των εχθρών τους, που δεν είναι, όμως, οι Αριμασποί εδώ, αλλά οι Ινδοί. Ορισμένοι μάλιστα συγγραφείς δεν μιλάνε καν για Γρύπες, αλλά για μυρμήγκια συλλέκτες του χρυσού, από τα οποία οι Ινδοί κλέβουν τον θησαυρό. Τον ίδιο ακριβώς θρύ­λο συναντούμε και σε κάποιες αρχαίες Σκυ­θικές φυλές. Μήπως δέν υπάρχουν και φτε­ρωτά μυρμήγκια; Να επιστρέψουμε, όμως, και να παραμείνουμε στους Γρύπες, για να δούμε και κάποιες άλλες εκδοχές, που υποστηρίζουν την ινδική προέλευση των παρά­ξενων αυτών ζώων.

Ο Κλαύδιος Αιλιανός (τέλη 2ου - αρχές 3ου αϊ. μ.Χ.) στό έργο του «Περί Ζώων Ιδιότητος» τοποθετεί τα μυθικά αυτά όντα στην περιοχή της Ινδίας μας αναφέρει τα εξής:

«Μαθαίνω πως το ινδικό ζώο γρύπας είναι τετράποδο ως ο λέων και πως έχει εξαιρετικά ισχυρά νύχια, που μοιάζουν με του λιονταριού. Είναι φτερωτό και αναφέρουν πως τα φτερά της ράχης του είναι μαύρα και του στήθους του ερυθρά. Τα μάτια του είναι σαν φωτιά. Φτιάχνει την φωλιά του στα βουνά και όταν έχει μεγαλώσει, είναι αδύνα­τον νά συλληφθεί, οι νεοσσοί του όμως πιά­νονται.

Οι κάτοικοι της Βακτριανής, που είναι γείτονες των Ινδών, λένε, πως οι Γρύπες εκεί είναι φύλακες του χρυσού, και λένε πως τον εξορύσσουν και φτιάχνουν μ' αυτόν τις φωλιές τους και πως οι Ινδοί παίρνουν όσο χρυσάφι πέφτει απ' αυτές. Οι Ινδοί, όμως, αρνούνται πως είναι φύλακες του εν λόγω χρυσού, γιατί οι Γρύπες δεν τον έχουν ανάγκη (και αν αυτά λένε, εμένα μου φαίνονται αληθινά), και λένε πώς οι ίδιοι έρχονται να μαζέψουν χρυσάφι, ενώ οι Γρύπες, που φο­βούνται για τα μικρά τους, επιτίθενται στούς εισβολείς».

Ο Κτησίας ο Κνίδιος, όμως, λέει ότι τα φτερά του γρύπα είναι λευκά, με μπλέ απολήξεις. Πολύ λεπτομέρεια και παρατήρηση για ένα ον πού δέν..υπήρχε. Ο Κτησίας, στα «Ινδικά» αναφέρεται στους Γρύπες και το χρυσό, και τοποθετεί τόσο τα ζώα, όσο και την χρυσοφόρο περιοχή, στην Ινδία, άπλα δέν αναφέρεται στούς Αριμασπούς. Μάλλον, όμως, όσοι θεωρούν ως ενδημικούς τους ινδικούς Γρύπες έχουν λάθος. Σε άλλη περιοχή τους τοποθετεί ο Αριστέας και όπως θα διαφανεί από την ερευνά μας, ο Άριστέας είναι εκείνος πού είχε δίκιο.

Η προέλευση του μύθου των Γρυπών από την Ινδία στην παραπάνω πε­ριγραφή του Αιλιανού Κλαύδιου έρχεται επί­σης σε αντίθεση με τις μαρτυρίες του Αισχύλου (525-456 π.Χ.) και του Πλίνιου του πρεσβύτερου (23-79 μ. Χ.). Στο βιβλίο του: «Φυσική Ιστορία», αναφέρει ότι οι γρύπες ήταν ένα μέρος της ζωής για άτομα που βρίσκονται κοντά σε κάποιο ορυχείο χρυσού στη Σκυθία.

Oι νεώτερες μαρτυρίες του Ρωμαίου ιστορικού Πλίνιου φαίνεται πως θεωρούν ως διάφορη των καταγωγή των Γρυπών και των Ιππογρυπών (γιατί υπήρχε και αυτό το «είδος», ένας συνδυασμός αετού όχι με λέο­ντα, αλλά με Ίππο), και τοποθετεί τους Ιππογρύπες στη Σκυθία και τους Γρύπες στην Αιθιοπία και όπως αναφέρει, πρόκειται για «Μυθικά πουλιά, που είναι το πουλί πήγασος, με κεφάλι αλόγου και ο γρύπας, με αυτιά και ένα φοβερό ράμφος. Το πρώτο λέγεται ότι βρίσκεται στην Σκυθία και το δεύτερο στην Αιθιοπία» (Πλίνιος, «Φυσική Ιστορία», Χ, XXXIII, XXI, LXX).

Ό Αθηναίος τραγικός ποιητής Αισχύ­λος, στο έργο του «Προμηθεύς Δεσμώτης» τοποθετεί, όπως προαναφέρθηκε, τους Γρύ­πες στην Αιθιοπία. Στο παρακάτω Ιλιακό απόσπασμα, ο Προμηθέας συμβουλεύει την Ίώ από ποιές περιοχές να περάσει για να γλυτώσει από τον διωγμό της Ήρας, αλλά και ποιους τόπους θα έπρεπε να αποφύγει:

«Να φυλαχτείς και απ' άλλο θέαμα φοβερό, τους Γρύπες, τ' αγριόσκυλα του Δία με τα κοφτερά ράμφη. Και κοντά στων μονόφθαλμων ιππέων τον στρατό, των Αριμασπών, που κατοικούν γύρω στου Πλούτωνα του χρυσόρροου ποταμού, τις όχθες, μησομώσεις. Σε γη μακρινή θα φτάσεις, σε μαύρη φυλή, που στις πηγές κοντά τουήλιου κατοικεί, όπου και ο Αιθίοπας ποταμός βρίσκεται» (Αίσχύλος, «Προμηθεύς Δεσμώτης », 13-510).

Όχι μόνο oι Αριμασποί, λοιπόν, που εδώ, στον Αισχύλο είναι μαύροι, αλλά και oι Γρύπες παρατηρείται ότι εκτείνονται σε δι­αφορετικές περιοχές της γης. Κατά την επι­κρατέστερη άποψη, πάντως, μένουν συνή­θως μέσα σε μία έρημο (μάλλον την Γκόμπι), εκεί που υπάρχει και ο χρυσός. Οπό­τε, τις φωλιές τους θα πρέπει να τις έχτιζαν μάλλον στα παρακείμενα της ερήμου Αλταία Όρη, που στα μογγολικά και τα τουρκικά ση­μαίνει «Χρυσό βουνό». Εκεί, κάθε 3 με 4 χρό­νια, πάνε 1.000 με 2.000 Ινδοί άνδρες και φεύγουν πίσω με σακιά από χρυσό, αφού τον εξορύσσουν μέσα σε αφέγγαρες νύχτες. Και όταν πετυχαί­νουν φωλιές Γρυπών, πιάνουν και τα μικρά τους. 'Αν, όμως, τους ανακαλύψουν, είναι χαμένοι. Να, λοιπόν, πως βρέθηκαν oι Γρύπες και στην Ινδία. Μήπως, η συχνότατη απεικόνισή τους ως υποζύγιων -και ειδικά σε μινω­ικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους και δακτυλίδια- δεν είναι, τελικά, και τόσο φα­νταστική; Ερώτημα χωρίς απάντηση!

Γρύπες που κοσμούν την μεγάλη ανατολική αίθουσα του παλατιού της Κνωσού (1600-1450 π.Χ. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου)

Στους Γρύπες αναφέρεται και ο Ρω­μαίος συγγραφέας Σολίνος Βάιος Ιούλιος (3ος μ.Χ.), ενώ ο Αισχύλος πάλι, ο βαθιά μυημένος τραγικός ποιητής μας και προερχόμενος από τους Ευμολπίδες της Ελευσίνας, θέλει τους Γρύπες «κύνες του Διός» (άρα τους θεωρεί και αυτός ότι υπάρχουν), ο Νόννος στα «Διονυσιακά» του, τους αναφέρει ως ζώα της Νέμεσης (άρα επίκουρους της Δικαιοσύνης και τιμωρούς), ενώ η Υπερβό­ρεια παράδοση τους συνδέει με τον Απόλ­λωνα, αφού εκείνοι σέρνουν την άμαξα του Θεού κατά το ταξίδι του στην Ύπερβορέα κάθε χειμώνα, όπως μας λέει ένας μύθος, που βεβαίως ταυτίζεται με την παράδοση των Ινδών περί του άρματος του Ηλίου, το οποίο σέρνουν Γρύπες. Ως ηλιακός συνοδός, λοιπόν, ο γρύπας είναι λογικό να σχετίζεται και με το χρυσό, το κατεξοχή μέταλλο του Ήλιου και των Θεών.

Από τα ανωτέρω αναφερθέντα ο γράφων συμπεραίνει, ότι τα «Αριμάσπεια Έπη» κατεστράφησαν ή και διασώθηκαν, έστω και σε αποσπάσματα, στην απαγορευμένη βιβλιοθήκη του Βατικανού για να αμφισβητηθεί η ελληνοπελασγική καταβολή των λεγομένων Υπερβορείων χαμένων μυθικών λαών, για πολιτικούς και κυρίως για θρησκευτικούς λόγους.


Βιβλιογραφία:

Ηρ. 4.13.

Ηρ. 4.27.

Ηρ. 3.116.

Διόδ. Σ. 2.43.5.

Σχόλ. στον Πίνδ., Ολ. 3.24.137.

Ευστ., Σχόλ. στο Διον. Περ. 31.

Αισχ., Πρ. 802-806 Παυσ. 1.24.5 Πλίν., ΦΙ. 7.2.10 Solin. 15.20-22.

Ντορέτα Πέππα : Αριμάσπεια έπη - Αριστλεας ο Προκονήσιος

Δοκίμιο του Alberto Bernabé, "Un extraño viajero: Aristeas de Proconeso", στο βιβλίο, Viajes en el Mediterráneo, Madrid, Editorial Universitaria, Ramón Areces
Ηρόδοτος, Μελπομένη

Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος

Ερευνα -συλλογή πληροφοριών Γιώβη Βασιλική

West, S., "Herodotus on Aristeas

Δημήτριος Σαραντάκος : Οι πρώτες Αρχαίες Ελληνικές Εξερευνήσεις

Phillips, E.D., "The Legend of Aristeas

Huxley, G., "Aristeas and the Cyzicene

J.D.P. Bolton [Aristeas of Proconnesus (Oxford 1962)],

Σ. Δωρικου & Κ. Χατζηγιαννάκη. Ελληνοππελασγικά γλωσσικά στοιχεία στις Υπερβόρειες Ευρωπαικές Γλώσσες

Τσαβέλλα-Evjen, Χ., Τα πτερωτά όντα της προϊστορικής εποχής του Αιγαίου (Αθήνα 1970),

Αισχ., Πρ. 802-806 Παυσ. 1.24.5 Πλίν., ΦΙ. 7.2.10 Solin. 15.20-22.

Παναγιώτης Λέντζος. Η κυριαρχία των Κιμμερίων στον Β Εύξινο πόντο και η υπο των Σκυθών διώξεις τους.

Richard Μπρεζίνσκι, Mariusz Mielczarek, Gerry Embleton, Οι Σαρμάτες 600 π.Χ.-450 μ.Χ. (με σειρά Men-at-Arms 373), Oxford: Osprey Publishing , 2002. ISBN 9781841764856 .

Davis-Kimball, Jeannine. 2002. "Πολεμιστές Γυναίκες: Αναζήτηση ενός αρχαιολόγου για κρυφές Ηρωίδες της Ιστορίας . Warner Books, Νέα Υόρκη. πρώτη έκδοση, 2003. ISBN 0-446-67983-6 (PBK).

Tadeusz Sulimirski , "Οι Σαρμάτες" (vol. 73 στην σειρά "Αρχαίοι λαοί και τόποι») London: Thames & Hudson / Νέα Υόρκη: Praeger, 1970.

Αλέξανδρος Guagnini (1538-1614), "Sarmatiae Europeae



Ηρόδοτος «Ιστορίαι» 4. 110-116 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914

Πολύβιος «Ιστορία» 20.4-6 38.1 Τύμφη. Evelyn S. Shuckburgh London: Macmillan, 1889

Πλίνιος «Φυσική Ιστορία» 4.80 J. M. Dent & Sons, Ltd., London, 1905

Βαλέριος Φλάκος Αργοναυτικά 6 Loeb Κλασσική Βιβλιοθήκη έκδοση 1914

Ηροδότου Ιστοριών πρώτη επιγραφομένη Κλειώ Ι, 215-216

Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969

Παυσανίας, Ἀττικά 24.6.5. Εκδώσεις Κάκτος

Διονύσιος ο Περιηγητής. Οἰκουμένης Περιήγησις,. Εκδώσεις Κάκτος

Ηρoδώτου Ιστορια3.116 Εκδώσεις Κάκτος

Wells. Academik Greek Dictionaries and Encyclopedias

Νόννος, Διονυσιακά 48. 395 ff, 48. 449 ff

Ηρόδοτος, Ιστοριών 3. 116. 1, 4. 13. 1, 4. 27. 1, 4. 79. 1, 4. 152. 4
Invisible Lucans team. Περιοδικό Μυστήρια

Στράβων, Γεωγραφικά 8. 3. 12
Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις 1. 24. 6, 8. 2. 7, 1. 31. 2
Φιλόστρατος, «Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον» 3. 48, 6. 1

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Στρωματείς, 6.12.7.

Αριστοφάνου Ερήνης στ.1270

Ηροδότου Ιστορια 4,6

Στράβων , Γεωγραφία , 11.8.1

Γεωργιάδης, Θανάσης (2002). Περίπλους Ευξείνου, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα

Τ. Sulimirski. Οι Σμαρτιανοί στη σειρά Αρχαίοι λαοί και μέρη (Θάμς & Hudson, 1970).

ED Phillips, "Ο μύθος του Αριστέα: Γεγονός και φαντασία στις πρώιμες ελληνικές έννοιες της Ανατολικής Ρωσίας, της Σιβηρίας και της εσωτερικής Ασίας" Artibus Asiae 18,2 (1955), σελ. 161-177

Λεξικό των Αρχαίων Ελληνικών και Περι-ελλαδικών φύλων, Δημητρίου Δ. Ευαγγελίδη

«Αριμάσπεια Έπη» του Αριστέα του Προκονήσιου (Μέρο...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares