08
Σαβ, Αυγ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Αμάραντο ρόδο, επιτυχημένο ριφιφί και ίαση ψυχών στην Τοσκάνη», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

WR_00067

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 38

«Αθήνα και πάλι Αθήνα κι απόψε τα χείλη μου ας πουν, Αθήνα και πάλι Αθήνα, και γέροι και νιοί και παιδιά σ' αγαπούν, με κρύο ή με λιακάδα, μ' αρέσεις Αθήνα γιατί όλη η γλυκιά μας Ελλάδα στα χέρια σου Αθήνα μου έχει χτιστεί…», υμνεί η Σοφία Βέμπο το 1951 την πρωτεύουσα της χώρας μας στο ομότιτλο τραγούδι, σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σογιούλ.

Το 1955 η Σοφία Βέμπο, σε σύνθεση και στίχους των: Μενέλαου Θεοφανίδη, Ναπολέοντα Ελευθερίου, Κώστα Νικολαϊδη και Λυμπερόπολου, με την μελωδική της φωνή φέρνει πάλι την όμορφη Αθήνα στις σκάλες του ελαφρού, μουσικού πενταγράμμου τραγουδώντας: «Τριγύρω στεφάνι τα κάλλη της, η Εκάλη της η Δροσιά της, πιό κει η Φιλοθέη βελούδινη και λουλούδινη η Κηφισιά της. Να η Αθήνα, που είμαστε όλοι ερασταί της, να η Αθήνα που δεν ξεχνιέται ποτέ της».

Η Βέμπο, ήταν εκείνη που άνοιξε το 1946 το μελωδικό υμνολόγιο για το πάλαι ποτέ ξακουστό, κλεινόν άστυ, αγκαλιάζοντας την Αθήνα ρομαντικά, αγαπησιάρικα και ιστορικά ως την καλύτερη πρωτεύουσα από όλες του δυτικού κόσμου, σε μουσική του Λέοντα Ραπίτη και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου: «Σε κατοικούνε Θεοί, ξελογιάστρα μου Αθήνα, που κατεβαίνουν στην Πλάκα να πιούνε ρετσίνα και ζαλισμένοι, το βράδυ, κολώνα - κολώνα, να κοιμηθούνε, πηγαίνουνε, στον Παρθενώνα… Νιού Γιόρκ, Βουδαπέστη, Βιέννη, μπρός στην Αθήνα, καμιά μα καμιά σας δε βγαίνει, γιατ' είναι πάντα γιομάτες με ρόδα οι ποδιές της κι άσπρες δαντέλες τυλίγουν τις ακρογιαλιές της».

Τούτα τα μουσικά και άλλα υπέροχα, συνέβαιναν πριν από εβδομήντα και βάλε χρόνια, όταν η Αθήνα, διέθετε ατμόσφαιρα, αρώματα, φως, γειτονιές, νερά, κήπους, αισθήματα και από μόνη της ήταν μια φιλόξενη οντότητα για τους ανθρώπους και τους επισκέπτες της, άλλοτε φτιασιδωμένη στα πλουμιστά της φορέματα, κι άλλοτε στα ταπεινά της ενδύματα, διατηρώντας, όμως, το κατάδικό της, ιδιαίτερο νεύρο. Ένα αλλόκοτο νεύρο παλλόμενο φιλότιμα, πότε στην γόνιμη παράδοση και την ιστορία της και πότε στον καταστροφικό της μιμητισμό. Για το τελευταίο, αυτό του μιμητισμού, η Αθήνα και οι υπόλοιπες πρωτεύουσες της Ελλάδας το πλήρωσαν ακριβά. Μόλις μισός αιώνας χρειάστηκε για να μετασχηματισθεί η Αθήνα από λίκνο πολιτισμού στην πιο εφιαλτική πρωτεύουσα της Ευρώπης. Άπασες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αρχής γενομένης της δεκαετίας του εξήντα, επιδόθηκαν σε μια χυδαία σκυταλοδρομία άνευ αγαθών προθέσεων, ερημώνοντας, εξαφανίζοντας, ακυρώνοντας την ευταξία, το Κάλλος, την ομοιογένεια και το παρελθόν αυτής της πόλης.

Έπειτα από το «τάπωμα» των ποταμιών μας, ήρθαν οι αντιπαροχές και τα ακαλαίσθητα κτήρια για να στοιβάξουν τα θύματα της αστυφιλίας, που εντός των στενάχωρων, ανήλιαγων, ψυχρών «κελιών», με τα βεραντάκια ένα επί ένα, κυοφόρησε ο νεοπλουτισμός και ο θανατηφόρος λαϊκισμός, τα εύρωστα τέκνα της μετέπειτα αστικής μας ιστορίας. Ουδεμία κυβέρνηση δεν καλλώπιζε το περιβάλλον, απλά γκρέμιζε αφειδώς, ξεδένδριαζε, μετασχημάτιζε φασιστικά το όνειρο σε εφιάλτη, ορθώνοντας άπληστα τα μπετόν αρμέ τέρατα, ικανά να κρύβουν τον ήλιο, να φαρμακώνουν τον αέρα, να καρυδώνουν τον ορίζοντα. Το λεκανοπέδιο ηττήθηκε, το «κλεινόν άστυ» παραδόθηκε αμαχητί στα «ζαχαρένια» λόγια των σειρήνων περί ευζωίας και κονόμας. Και η Ακρόπολις των Αθηνών αποψιλωμένη με βλέμμα στερημένο από την δόξα της βιώνει την εξαθλίωση στον Ιερό της Βράχο.

Παραδοσιακές συνοικίες με τις μυρωδιές των λουλουδιών, των παιδικών φωνών, των παιχνιδιών, των μαγειρεμάτων, των γλυκών και των νοικοκυραίων του μόχθου, μαγικά, μετασχηματίστηκαν σε βαλτώδη, άοσμα ωχρά, εν σειρά, πολυόρωφα σαρδελοκούτια να αναδύουν την απόγνωση. Τα προάστια αλλοτριώθηκαν και απώλεσαν μεμιάς το φυσικό τους, ευάερο ύφος και κυριευμένα «φυτεύτηκαν» ευθύς στα καμένα κρανία τους μύρια σπίτια «τούρτες». Οι άνετες, ανθοφόρες πλατείες, ενίοτε με σιντριβάνια, χώροι αναψυχής, περιπάτου και αντάμωσης, μεταμορφώθηκαν σε μαντρωμένες, πολύχρωμες, κρύες παιδικές χαρές. Οι άλλοτε αστικές περιοχές της πρωτεύουσας καταλήφθηκαν από λογής κατατρεγμένους, αλλόγλωσσους ξένους και η φτώχια, ο φόβος, η ανασφάλεια, η παρανομία, οι συμπλοκές έσβησαν δια παντός το φωτεινό, ελλαδικό χρώμα από την ζωγραφιά του τόπου. Οι νεολαίοι έφτιαξαν συμμορίες, μοίρασαν άκριτα, δεξιόθεν και αριστερόθεν, ανθελληνικές ταμπέλες στους συντοπίτες τους και ως κατευθυνόμενη, πια, μάζα οχυρώθηκαν σε συνοικίες του κέντρου, ισοπεδώνοντας ό,τι είχε διασωθεί από το χιλιοτραγουδισμένο, όμορφο παρελθόν.

Η ανοιχτωσιά της ελλαδικής κοινωνίας, της αλληλεγγύης, της κατανόησης, της συντροφιάς και της συμπαράστασης αποτραβήχτηκε, απομονώθηκε, συρρικνώθηκε, φυλακίστηκε στον ατομισμό, στην μοναξιά του γκρίζου κελύφους, αδιαφορώντας για τον διπλάνο, τον γείτονα, τον συνάνθρωπο. Τα ιμάτια της ελληνικής πρωτεύουσας χωρίστηκαν δίκαια σε κομμάτια και ως τιμαλφή μοιράστηκαν σε απάτριδες χρυσοκάνθαρους ασελγώντας, δαιμονικά, μέχρι σήμερα, επάνω τους, πάντα, εν ονόματι της «αγίας κονόμας», μετασχηματίζοντας την Αθήνα μας σε ό,τι πιο απόκοσμο μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους.

Να, λοιπόν, που μέσα σε αυτό το μακελειό ενός αιώνα ως προς την απαξίωση της πρωτεύουσας, υπάρχει και η ευτράπελη ιστορία μιας έκφρασης, ως αστικός μύθος της ασχήμιας ενός γεγονότος, αφήνοντας εμβρόντητους τους Αθηναίους και οι οποίοι αντέδρασαν έντονα στην ακαλαίσθητη παρέμβαση ενός σημαντικού θέματος, πριν 89 χρόνια. Η εν λόγω έκφραση, που όλοι γνωρίζουμε, την συνάντησα όταν υπηρετούσα ως έφεδρος στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και αφορά, ίσως, την χειρότερη αγγαρεία στρατεύσιμου. Μια έκφραση που η ιστορία της προέρχεται από την πολύπαθη, γνωστή αθηναϊκή πλατεία, θύμα πολλών δημάρχων, την πρωτοονομασθείσα το 1846 ως «πλατεία των Ανακτόρων», μετέπειτα ως «πλατεία του Όθωνος», για να λάβει, τελικώς, το 1862 το όνομα με την οποία γνωρίζουμε σήμερα: την «Πλατεία Ομονοίας».

Το 1931, επί δημαρχίας του Σπύρου Μερκούρη αναπλάθεται, ανεπιτυχώς, ο χώρος της πλατείας, λόγω των αεραγωγών εξαερισμού του κεντρικού, ηλεκτρικού σταθμού, κοτσάροντας οι μηχανικοί οκτώ, φρικτές, τσιμεντένιες κολώνες στην επιφάνεια τα γης, κάνοντας την πλατεία να μοιάζει σαν «τούρτα με κεριά», όπως σχολίαζαν οι Αθηναίοι εκείνης της εποχής τον άστοχο σχεδιασμό με την άθλια αισθητική στην κεντρικότερη πλατεία της πρωτεύουσας μας.

Ο Μερκούρης για να κατευνάσει τα ανήσυχα πνεύματα από τις πραγματικά αρνητικές εντυπώσεις των πολιτών, τοποθέτησε στις εξαμβλωματικές κολώνες τα αγάλματα των Μουσών. Οι αεραγωγοί, όμως, που εξείχαν ήταν οκτώ και όχι εννέα, όπως είναι ο γνωστός αριθμός των Μουσών. Οπότε ο «ευφυής» δήμαρχος και το επιτελείο του αναγκάστηκαν υποχρεωτικά να «ρίξουν» την ένατη Μούσα εντός του σταθμού. Το μοναδικό σημείο όπου μπορούσε να φιλοξενήσει το άγαλμα της, λόγω του όγκου, ήταν ακριβώς δίπλα από τις δημόσιες τουαλέτες του σταθμού. Έτσι, όποιος περαστικός στα πέριξ της πλατείας Ομονοίας ρωτούσε για το κατά πού πέφτει το «μέρος», οι γνώστες απαντούσαν: «κάτω στην Καλλίοπη!» Η Μούσα της ποίησης, από την οποία ο Όμηρος εμπνεύστηκε τα έπη του, δυστυχώς, ταυτίστηκε με τον χώρο όπου ο άνθρωπος επιδίδεται στις αναγκαίες, σωματικές του, αποβλητικές λειτουργίες.

Και η ατεχνία, ο λαϊκισμός και η καλαισθησία αποχωρητηρίου ένθεν και εκείθεν στο ανυπεράσπιστο, πληγιασμένο κορμί της Αθήνας μας δεν έχει σταματημό. Και εμείς οι Αθηναίοι, δεκαετίες τώρα, απλά κοιτάζουμε, αλλά δεν βλέπουμε, γιατί εάν βλέπαμε, είμαι σίγουρος, πως σύσσωμοι θα αντιδρούσαμε.

«Το Κόλπο του Αιώνα»

(El Robo del Siglo)






Είδος: Περιπέτεια

Παραγωγή: Αργεντινή (2020)

Σκηνοθεσία: Αριέλ Γουϊνογκράδ

Με τους: Γκιγιέρμο Φρανσέγια, Ντιέγο Περέτι, Χουάν Αλάρι, Πάμπλο Ράγκο

Διάρκεια: 114΄

Διανομή: Rosebud.21

Αργεντινή, 2006. Μια συμμορία εισβάλλει σε υποκατάστημα της τράπεζας «Banco Rio» και κρατάει 23 ομήρους, σε μια προσπάθεια να φτάσουν στις δεκάδες εκατομμύρια δολάρια και τα κοσμήματα που κρύβονται στις θυρίδες του θησαυροφυλακίου.

Η αστυνομία καταφθάνει και περικυκλώνει την τράπεζα, τα μέσα ενημέρωσης αρχίζουν να μεταδίδουν ζωντανά τις εξελίξεις και οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν. Όσο περνούν οι ώρες και οι ληστές δεν παραδίδονται, η αστυνομία παίρνει την παράτολμη απόφαση να κάνει έφοδο. Μόλις, όμως, μπουν στο κτίριο, τους περιμένει μια τεράστια έκπληξη.

Σενάριο βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, εμπνευσμένο, μάλιστα, από το βιβλίο του Φερνάντο Αραούχο, ενός εκ των ληστών που έλαβαν μέρος και σε σκηνοθεσία του Αριέλ Γουϊνογκράδ (Χωρίς Παιδιά), κλέβει, σάνβουαρ, το ενδιαφέρον σου, έχοντας μια cool και συνάμα μεστή προσέγγιση χαρακτήρων, καταστάσεων και δράσης στο απαιτητικό και άκρως ανταγωνιστικό genre των heist movies.

Από την έναρξη της ταινίας ο Γουϊνογκράδ ξεκινάει να δομεί πειθαρχημένα τους χαρακτήρες που απαρτίζουν την συμμορία, αναμειγνύοντας χιούμορ, ευφυΐα, συναίσθημα, τα απλά όνειρα, την καθημερινότητα στις ζωές τους σε ανθρώπινες διαστάσεις συμπεριφοράς και όχι με υπερβολές και εξωφρενικές μαγκιές, για να προχωρήσει στο πανέξυπνο σχέδιο τού ξαφρίσματος μιας τράπεζας - έτσι τουλάχιστον χαρακτηρίστηκε η ληστεία από τον παγκόσμιο Τύπο και αυτό είναι -, καταλήγοντας σε ένα καταπληκτικό φινάλε, συμπιεσμένης αναφοράς μέσα από ένα εξαιρετικά κατανοητό, σφιχτό μοντάζ (Πάολο Μπαρμπιέρι Καρέρα), που αναδεικνύει και επιβεβαιώνει τις άριστες προσπάθειες των τελευταίων χρόνων του αργεντίνικου σινεμά. Η μουσική του συνθέτη Ντάριο Εσκενάζι, που ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη, είναι το σπουδαίο αντίβαρο στην παραγωγή και οι τζαζίστικες φόρμες του αμέσως σε προσκαλούν φιλόξενα σε mood ταινιών του είδους άλλων δεκαετιών. Ο δε Γκιγιέρμο Φρανσέγια στον ρόλο του εγκέφαλου και σχεδιαστή της πιο απίστευτης ληστείας στα χρονικά των ριφιφί, είναι χάρμα οφθαλμών. Μην την χάσετε!

Photo Gallery«Το Κόλπο του Αιώνα»


«Wild Rose»







Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Αγγλία (2018)

Σκηνοθεσία: Τομ Χάρπερ

Με τους: Τζέσι Μπάκλεϊ, Σόφι Οκενόντο, Τζούλι Γουόλτερς

Διάρκεια: 101'

Διανομή: Feelgood Entertainment

Η 23χρονη Ρόουζ Λιν Χάρλαν (Τζέσι Μπάκλεϊ – πολύ καλή) σφύζει από καθαρόαιμο ταλέντο, χάρισμα και θράσος. Έχει μόλις αποφυλακιστεί και πρέπει να συντηρήσει τα δύο παιδιά της. Το μόνο που θέλει είναι να φύγει άρον άρον από τη Γλασκόβη και να κάνει καριέρα ως τραγουδίστρια της κάντρι.

Πιστεύει ότι η μόνη της ευκαιρία στην ευτυχία την περιμένει στην πρωτεύουσα της κάντρι μουσικής, στο Νάσβιλ του Τενεσί. Η μητέρα της Μάριον (Τζούλι Γουόλτερς – καλή) θέλει η κόρη της να τακτοποιηθεί, να αποδεχθεί τη ζωή της και να αναλάβει τις ευθύνες της. Όταν, όμως, η μοίρα φέρνει τη Ρόουζ Λιν κοντά στην εύπορη Σουζάνα (Σόφι Οκενόντο – καλή) και το ταξίδι της στο Νάσβιλ μπορεί να γίνει πραγματικότητα, καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην οικογένεια και την φήμη.

Διαθέτοντας ένα γερό ατού, που είναι η παρουσία, αλλά και η φωνάρα της αφοπλιστικής, Ιρλανδής Τζέσι Μπάκλεϊ (Τσέρνομπιλ), ο συν-σκηνοθέτης των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», του «Πόλεμος και Ειρήνη» και των κινηματογραφικών «Αεροναυτών», ο Λονδρέζος Τομ Χάρπερ, πραγματικά, παραδίδει στο κινηματογραφόφιλο κοινό μια καθ'όλα έντιμη, κοινωνική ταινία γεμάτη πάθος, αμφισβήτηση, γέλιο, μουσική και σταγόνες από δάκρια. Το δε σενάριο της Νικόλ Τέιλορ, που είναι «πωρωμένη», όπως αναφέρει η ίδια, με την κάντρι μουσική, είναι ευέλικτο, ανθρώπινο, στιβαρό, διαθέτοντας τις κοινωνικές και υπαρξιακές του ανατροπές, δίχως να καταλήγει ανούσιο και βαρετό.

Με διάκοσμο της ταινίας την εργατική τάξη της Γλασκόβης, πασπαλισμένη και από την πετυχημένη κάστα των αστών, το «Wild Rose» είναι ρεαλιστικό, αυθάδικο, τρυφερό και γεμάτο από την χειμαρρώδη και ατρόμητη ορμή της πρωταγωνίστριας, Τζέσι Μπάκλεϊ, που κινείται άλλοτε με θράσος και άλλοτε πλήρους απόγνωσης στο μεταίχμιο της βάναυσης πραγματικότητας των ευθυνών και της υλοποίησης του μεγάλου ονείρου της στο να γίνει μια αναγνωρισμένη τραγουδίστρια της κάντρι μουσικής. Εντός ενός άκρως προσεγμένου μοντάζ (Μαρκ Εκέρσλεϊ) και μιας δυναμικής φωτογραφίας με τις κατάλληλες χρωματικές, αναλόγως των περιστάσεων (Τζορτζ Στιλ), η ταινία του Τομ Χάρπερ στο σύνολο της είναι απλή και αξιοπρεπής, αναδύοντας, μάλιστα, ένα ανεπαίσθητο άρωμα, που σε κάποιους από εσάς, πιθανώς, να θυμίσει, στην πιο feelgood, μουσική της εκδοχή, την καταπληκτική ταινία του Άλαν Πάρκερ «The Commitments», του 1991.

Η ταινία είναι αυτό ακριβώς, όπως δηλώνει αναντίρρητα, η απάντηση της Ρόουζ στην ερώτηση γιατί αγαπάει την κάντρι μουσική: «Γιατί είναι φτιαγμένη από τρία ακόρντα και αλήθεια και βγαίνει από την ψυχή!»

Photo Gallery «Wild Rose»


«Made in Italy»







Είδος: Ρομαντική δραμεντί

Παραγωγή: Η.Π.Α (2020)

Σκηνοθεσία : Τζέιμς Ντ' Αρσι

Με τους: Λίαμ Νίσον, Μάικλ Ρίτσαρντσον, Βαλέρια Μπιλέλο, Λίντσεϊ Ντάνκαν

Διάρκεια: 94'

Διανομή: Odeon

Στη μαγευτική Τοσκάνη βρίσκεται το εξοχικό που έχουν κληρονομήσει ο χήρος ζωγράφος Ρόμπερτ Φόρεστ (Λίαμ Νίσον) και ο γιος του Τζακ (Μάικλ Ρίτσαρντσον). Ο νεαρός Τζακ πρέπει να πουλήσει το σπίτι της μητέρας του άμεσα και με τα χρήματα να αγοράσει την γκαλέρι της γυναίκας του, με την οποία βρίσκονται σε διάσταση. Επιχειρώντας να ανακαινίσουν το μισογκρεμισμένο κτήριο και να το επαναφέρουν στην παλιά του αίγλη, θα γνωρίσουν τους ντόπιους κάτοικους της περιοχής, αλλά πατέρας και γιός θα γνωριστούν καλύτερα και μεταξύ τους, βελτιώνοντας την σχέση τους, που ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Ο Τζακ θα αναπολήσει τις ευτυχισμένες στιγμές με την μητέρα του, ενώ ταυτόχρονα θα ερωτευτεί την νεαρή Ιταλίδα σεφ μιας μικρής τρατορίας, την όμορφη Νατάλια (Βαλέρια Μπιλέλο). Το μέλλον και για τους δύο άνδρες πλέον δείχνει διαφορετικό και γεμάτο εκπλήξεις.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον ηθοποιό Τζέιμς Ντ' Αρσι και αμέσως στήνει απέναντι από το φακό του τον χειμαρρώδη και ώριμο action man Λίαμ Νίσον, ενώ πλάι του για δεύτερη φορά πατρονάρεται ο πραγματικός του γιος, Μάικλ Ρίτσαρντσον (το επώνυμο Ρίτσαρντσον το κράτησε για τιμήσει την μητέρα του, την, επίσης, ηθοποιό Μιράντα Ρίτσαρντσον, που έφυγε από την ζωή το 2009).

Ακόμα μια ταινία από τα γνωστά, κλισαρισμένα μονοπάτια των αγεφύρωτων σχέσεων πατέρα και γιού, άνευ εκπλήξεων και ανατροπών, η οποία εκτυλίσσεται σαν προγραμματισμένη ρουτίνα δρομολογίου, αστικού λεωφορείου με τον Νίσον ήρεμο, από την εξαιρετική «Λίστα του Σίντλερ» έχουμε να τον δούμε χωρίς πιστόλια και μπουνιές. Το κάπως ρομαντικό, μποέμικο καλλιτεχνικό και ρομαντικό στιλ τού παίρνει χρόνο για να στρώσει, ενώ ο υιός θέλει ακόμα αρκετή δουλειά στο στασίδι του ηθοποιού. Κατά βάση, πατέρας και γιός παίζουν το προσωπικό τους δράμα στο σενάριο, εξου και η εν λόγω επιλογή των δυο πρωταγωνιστών από τον σκηνοθέτη Τζέιμς Ντ' Αρσι.

Παβαρότι, Μίνα, τοπικό χρώμα της Τοσκάνης και ριζότο, εναντίον ερμηνειών, σεναρίου και ενδιαφέροντος, σημειώσατε Χ.

Photo Gallery «Made in Italy»


«Η Νύχτα του Κυνηγού»

(The Night of the Hunter)







Είδος: Μυστήριο, θρίλερ, noir

Παραγωγή: Η.Π.Α. ( 1955), Α/Μ, σε επανέκδοση, με πλήρως αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Τσαρλς Λότον

Με τους: Ρόμπερτ Μίτσαμ, Σέλεϊ Γουίντερς, Λίλιαν Γκις, Τζέιμς Γκλίσον, Πίτερ Γκρέιβς, Έβελιν Βάρντεν

Διάρκεια: 93'

Διανομή: Summer Classics

Στη Δυτική Βιρτζίνια την δεκαετία του 1930, ο κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνων γυναικών, ο μισογύνης και αυτοαποκαλούμενος αιδεσιμότατος Χάρι Πάουελ (Ρόμπερτ Μίτσαμ – καταπληκτικός), σκοτώνει γυναίκες για το κομπόδεμά τους, επικαλούμενος ότι εκτελεί έργο Θεού. Ο Πάουελ συλλαμβάνεται για την κλοπή ενός αυτοκινήτου και στην φυλακή γνωρίζει τον Μπεν Χάρπερ (Πίτερ Γκρέιβς), έναν ντόπιο που δολοφόνησε δύο άντρες σε τραπεζική ληστεία για δέκα χιλιάδες δολάρια, την οποία λεία την έχει κρύψει στην κούκλα της κόρης του Περλ, υποσχόμενα τα παιδιά του να μην μαρτυρήσουν ποτέ την κρυψώνα.

Ο ληστής Μπεν Χάρπερ εκτελείται και ο δολοφόνος Πάουελ αποφυλακίζεται για να βρεθεί αμέσως στην πόλη του ληστή, γοητεύοντας τους κατοίκους με τα κηρύγματα του και για να παντρευτεί την χήρα Γουίλα Χάρπερ (Σέλεϊ Γουίντερ – πολύ καλή), ώστε να μάθει από τα παιδιά της, που βρίσκονται τα κρυμμένα χρήματα του πατέρα τους.

Το σενάριο της ταινίας γραμμένο από τον Τζέιμς Άγκι, είναι βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ντέιβις Γκραμπ (1919 – 1980), το οποίο βιβλίο, επίσης, βασίστηκε στην πραγματική ιστορία ενός διεφθαρμένου υπουργού, που απαγχονίστηκε το 1932, για την δολοφονία δυο γυναικών και τριών παιδιών με κίνητρο το χρηματικό ποσό των 10 χιλιάδων δολαρίων.

Ο σπουδαίος Άγγλος ηθοποιός Τσαρλς Λότον, βραβευμένος με το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου το 1958 για την ταινία: «Μάρτυς Κατηγορίας», για μια και μοναδική φορά στην καριέρα του, στάθηκε πίσω από την κάμερα ως σκηνοθέτης για να γυρίσει τον noir, απαστράπτοντα αδάμαντα, την «Νύχτα του Κυνηγού», γράφοντας με ολόχρυσα γράμματα την δική του ανεξίτηλη ιστορία στο παγκόσμιο σινεμά. Η ταινία είναι ένα αριστούργημα της 7ης Τέχνης, που επάξια βρίσκεται μαζί με τον «Πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλες στο ανεκτίμητο σεντούκι των κινηματογραφικών «θησαυρών». Τόσο το noir ύφος, η πλαστική των πλάνων που φέρνει σηον γερμανική σχολή του εξπρεσιονισμού, όσο και η ερεβώδης ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ στον ρόλο του ψυχοπαθούς δολοφόνου, αλλά και των δυο μικρών αδελφών, που έρχονται αντιμέτωπα με τον χειρότερο εφιάλτη τους, «Η Νύχτα του Κυνηγού» έγινε η ταινία ορόσημο στο είδος της, αλλά και το εφαλτήριο έμπνευσης πολλών μεταγενέστερων σκηνοθετών.

Σε μεγάλη ηλικία πια ο φειδωλός στα λόγια Ρόμπερτ Μίτσαμ, είχε αναφέρει, ότι Τσαρλς Λότον ήταν ο αγαπημένος του σκηνοθέτης και ο ρόλος του στην «Νύχτα του Κυνηγού» είναι από τους αγαπημένους της καριέρας του. Είναι από τα φιλμ που δεν χάνεις την ευκαιρία για να το απολαύσεις ξανά και ξανά.

Photo Gallery «Η Νύχτα του Κυνηγού»


«Η Δίκη»

(The Trial)







Είδος: Κοινωνικό δράμα

Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (1962) - Α/Μ σε επανέκδοση με πλήρως αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Όρσον Γουέλς

Με τους: Άντονι Πέρκινς, Ζαν Μορό, Όρσον Γουέλς, Ακίμ Ταμίροφ, Ρόμι Σνάιντερ, Έλσα Μαρινέλι

Διάρκεια: 118'

Διανομή: Bibliotheque

Ο Γιόζεφ Κ. (Άντονι Πέρκινς – πολύ καλός) είναι τραπεζικός υπάλληλος και κατακεραυνώνεται από μια σειρά γεγονότων που τον αφοπλίζουν σιγά-σιγά, τον ακυρώνουν και του στερούν κάθε βεβαιότητα, εφόσον «τον πιάνουν στον ύπνο», τον συλλαμβάνουν χωρίς σαφή κατηγορία και χωρίς να του πουν ποτέ το γιατί.

Ανακρίνεται επίμονα, σε διαδικασίες ονειρικά διαστρεβλωμένες, προσπαθώντας του κάκου να ανακαλύψει τις αιτίες της ενοχής του.

Διασκευή του κλασικού έργου του Φραντς Κάφκα, δια χειρός Όρσον Γουέλες. Η προσωπική καταγραφή του μεγάλου σκηνοθέτη πάνω στο υπαρξιακό μοτίβο του Τσεχοεβραίου συγγραφέα, παρουσιάζοντας την εφιαλτική εικόνα ενός ανθρώπου που συλλαμβάνεται και δικάζεται για κάτι που ούτε ο ίδιος ξέρει.

Ο Γουέλες στην ταινία ανασυντάσσει τον Κάφκα, ξεκινώντας την υπόθεση αφηγηματικά με τον άνθρωπο που περιμένει έξω από την πύλη του Θεού-Νόμου, παρακαλώντας, μάταια, να του επιτραπεί η είσοδος. Μια τρίλεπτη, περίπου, κινηματογραφική σεκάνς, που σου κόβει την ανάσα, φτιαγμένη αριστουργηματικά εξ'ολοκλήρου με την τεχνική pin-screen από τον ίδιο τον εμπνευστή καλλιτέχνη του pin-screen art, τον Ρώσο εικαστικό Αλεξάντρε Αλεξέγιεφ. Είναι η έκτη κατά σειρά σκηνοθετική δουλειά του αξεπέραστου Όσρον Γουέλες - τρία χρόνια μετά από τον, επίσης, σκοτεινό και μοναδικό «Άρχοντα του Τρόμου» (Touch of Evil – 1958) - η «Δίκη» με την ασπόνδυλη ερμηνεία του εκπληκτικού Άντονι Πέρκινς, καθιερώνει τον Γουέλς ως μέγιστο τεχνίτη της εικόνας και έναν εκ βαθέων δυναμιτιστή των υποτιθέμενων σταθερών αξιών του συστήματος, που οδηγούν γεωμετρικά τον άνθρωπο στην σκλαβοποίηση και την εξόντωσή του.

Το ημιτελές έργο του Κάφκα, που εκδόθηκε κατόπιν του θανάτου του, το 1925, είναι η καλά ρυθμισμένη βόμβα στα χέρια του σκηνοθέτη Όρσον Γουέλς για να την τοποθετήσει περίτεχνα σε συγκεκριμένους πυλώνες των δικών του κοινωνικών αναθεωρήσεων. Η ταινία είναι το προσωπικό του αριστούργημα, όπως είχε αναφέρει ο ηθοποιός και σκηνοθέτης. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι η Κατίνα Παξίνου συμμετέχει σε έναν μικρό ρόλο στην ταινία ως αναλύτρια υπολογιστών, αλλά η σκηνή κόπηκε στο μοντάζ. Ο Όρσον Γουέλς ισχυρίστηκε χιουμοριστικά, εκτιμώντας την Ελληνίδα ηθοποιό, πως άφησε το όνομα της Παξινού στο διαφημιστικό τρέιλερ, έτσι ώστε οι θαυμαστές της να δουν την ταινία για δεύτερη φορά για να συνειδητοποιήσουν εάν όντως έχασαν την σκηνή την πρώτη φορά.

Photo Gallery«Η Δίκη»

«Θυμωμένοι άνδρες και ένα μυθιστόρημα για «γέλια»,...
«Ένας «Γείτονας» πλάι σε κλασικά αριστουργήματα», ...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares