InTownPost

Ακολουθήστε μας :

16
Κυρ, Μάι
Tο διάβασαν 223 άτομα (223 Views)

«Αδιέξοδος έρωτας και ζουγκλο-video game Νο 2», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 19

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, ώρα ενδεκάτη πρωινή και η μελωδία του Τζοβάνι Μπατίστα Περγκολέζι χύθηκε σαν ιαματικό νερό πρώτα στα πλατύσκαλα της πολυκατοικίας και έπειτα στις ανθρώπινες αισθήσεις. Η σύνθεση  «Stabat Mater», του Ιταλού συνθέτη από το Τζέσι της Αγκόνας κύκλωσε άπαντα τα διαμερίσματα σαν επιβλητικό ηχόδραμα, κυριαρχώντας δυναμικά στην γιορτινή ατμόσφαιρα, διακόπτοντας κάθε είδους ήχους που προερχόντουσαν από τις γιορτινές, σπιτικές ετοιμασίες της ημέρας. Οι σπαρακτικές, υψίφωνες γυναικείες φωνές καθοδηγούμενες από τα ελεγειακά έγχορδα έμοιαζαν να κτυπούν απαιτητικά τις θύρες των νοικοκυραίων σαν να ήθελαν να περάσουν μέσα τους, αναζητώντας την προσοχή σου.

«Δεν είμαστε καλά!», σκέφτηκα αμέσως, όταν ο μελωδικός, γυναικείος θρήνος της μητέρας του Ιησού, κάτω από τον σταυρό του μαρτυρίου τού γιού της, επισκέφθηκε απρόσκλητα και το δικό μου σπίτι. Άνοιξα γρήγορα την εξώπορτα και εντυπωσιασμένος από την συγκεκριμένη μουσική επιλογή, που αφορά άλλη, μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και όχι κάποιο χαρούμενο, γιορτινό τραγούδι παραμονή πρωτοχρονιάς, προσπαθούσα να εντοπίσω την πηγή απ΄ όπου ξεχυνόταν αυτή η παράταιρη μεν, μοναδική δε, μουσική πανδαισία χρονιάρες ημέρες.

Όλες οι πόρτες της δίπατης κυψέλης που διαμένω άνοιξαν και οι απορημένοι ένοικοι στάθηκαν στα κατώφλια τους, ο ένας να κοιτάει τον άλλον, δίχως ερωτήσεις και απαντήσεις, δίχως όμως να παραπονιούνται για αυτήν την αυθαίρετη, μουσική παρέμβαση πρωινιάτικα, παραμονή πρωτοχρονιάς.

Οι λογής μυρωδιές από τις κουζίνες των ετοιμασιών ξεχύθηκαν κι αυτές ελεύθερες στον κοινόχρηστο χώρο στήνοντας, ένα τρελό πανηγύρι στα ανθρώπινα ρουθούνια. Τα γλυκά ανακατεύτηκαν με τα μαγειρευτά φαγητά, τα καρυκεύματα στα κρέατα διασταυρώθηκαν με τις ζάχαρες στις βασιλόπιτες και το μυαλό άρχισε να τα χάνει. Η μοναδική πόρτα που ήταν ορθάνοιχτη, αλλά χωρίς τον άνθρωπο του σπιτιού να στέκει μπροστά της, ήταν αυτή του Γρηγόρη.

Όταν βγήκα έξω, ήδη οι άνθρωποι του ορόφου είχαν στραμμένα τα βλέμματα τους σε εκείνο το σημείο, στην άδεια, ανοικτή θύρα του σπιτιού του Γρηγόρη. Ήμουν σίγουρος, ότι θα ήταν ο τρελο-μαθηματικός, που είχε ανοίξει στη διαπασών το μαμούθ στερεοφωνικό του. Τότε, άρχισαν και τα πρώτα μουρμουρητά ανάμεσα στους ενοίκους του ορόφου. Ήρεμες, κοφτές κουβέντες σαν να μην ήθελαν να διακόψουν την φωνή της λυρικής τραγουδίστριας, που συνέχιζε να μας περικυκλώνει λυπητερά, ίσως την πιο χαρούμενη ημέρα του χρόνου.

Τόλμησα και πάτησα το κουμπί του κουδουνιού, ενώ ταυτόχρονα έβαλα το κεφάλι μου ελάχιστα μέσα στο σπίτι του ανθρώπου και λόγω των καλών σχέσεων που έχουμε ως γείτονες, φώναξα κάπως δυνατά, ξεπερνώντας την φωνή της σοπράνο: «Γρηγόρη, είναι όλα καλά;»

«Γιώργο εσύ είσαι;», άκουσα αμέσως την φωνή του από μέσα, μάλλον από την κουζίνα, σαν να μην συνέβαινε το παραμικρό. «Έλα, φτιάχνω τσάι του βουνού. Πέρασε να πιούμε ένα φλιτζάνι συντροφιά με πεντανόστιμο, χειροποίητο παστέλι από την Βυτίνα. Κερνάω!»

Οι ένοικοι της πολυκατοικίας ησύχασαν που όλα είναι μια χαρά και ενώ έφτανε στο φινάλε του το εξαιρετικό «Stabat Mater» του Περγκολέζι, άρχισαν να αποσύρονται στα σπίτια τους. Οι περισσότεροι κουνούσαν πέρα δώθε το κεφάλι τους, μορφάζοντας ολίγον απαξιωτικά για το έντονο, μουσικό γεγονός, που τάραξε τον προγραμματισμό τους.

Δεν χάλασα χατίρι στον Γρηγόρη και πριν ενδώσω στην πρόσκληση του, έτρεξα να κλείσω την πόρτα του σπιτιού μου που ήταν ορθάνοιχτη. Με σταμάτησε διακριτικά η κυρία Φλώρα, που πάντα γλυκοκοιτάζει τον συνταξιούχο, τρελάρα Γρηγόρη, αλλά δεν τολμά να σηκώσει τα μάτια της από το πάτωμα όποτε διασταυρώνονται στην είσοδο, αν και οι χαιρετισμοί τους πριν εκφωνηθούν είναι πρώτα βουτηγμένοι στο ροδόνερο. «Ευτυχώς όλα καλά», είπε ανήσυχα. «Περίμενε να σου δώσω λίγα μελομακάρονα για τον κύριο Γρήγορη, που τα ‘φτιάξα προχθές να συνοδεύσουν το τσάι σας», πρότεινε ευγενικά με ένα πρόσωπο γεμάτο ήλιο.

«Κυρία Φλώρα, εσείς να τα δώσετε στον Γρηγόρη», απάντησα κάπως προβοκατόρικα και ήταν σαν να πρότεινα στην γειτόνισσα μου να βάλει το μαγιό της και να πάει τώρα αμέσως, με το χιονόνερο και το ψοφόκρυο για ηλιοθεραπεία στην παραλία.

«Όχι παιδί μου, δεν γίνεται αυτό!», απάντησε αναστατωμένη. «Να, πάρε και δοκιμάστε τα. Έτσι τα φτιάχνουν στην πατρίδα μου, την Αίγυπτο. Φοινίκια τα λέμε και είναι ωραιότερα από αυτά των Ελλαδιτών, πιο τραγανά σαν μπισκότα μελωμένα» και με φόρτωσε με ένα πιάτο έως επάνω γεμάτο μελομακάρονα, προσφορά στην κρυφή της συμπάθεια.

Ο Γρηγόρης είχε σερβίρει το τσάι όταν πέρασα την θύρα του εργένικου σπιτιού του. Άλλαξε το cd στο στερεοφωνικό και το κονσέρτο για έγχορδα του Μπαχ, με χαμηλά την ένταση αυτή την φορά, το άφησε να παίζει. Κάθισα στην πολυθρόνα απέναντι του, βάζοντας το πιάτο με τα γλυκά της Φλώρας προς την μεριά του. «Αυτά είναι για σένα από την μυστική σου θαυμάστρια», είπα και χαμογέλασα.

«Θα ευχαριστήσω την όμορφη Φλωρίτσα για τα νοστιμότατα καλούδια της», αποκρίθηκε δοκιμάζοντας ένα φοινίκι. «Εξαιρετικό!» αναφώνησε με το στόμα γεμάτο, παραδομένο στην ευχαρίστηση που πρόσφεραν οι γεύσεις του γλυκού.

«Τι σε έπιασε και έβαλες το Stabat Mater του Περγκολέζι μέρα που είναι;», ρώτησα τον Γρηγόρη.

«Ήθελα να δώσω έναν διαφορετικό τόνο στους ανόητους θηρευτές της ανθρώπινης ευτυχίας γύρω μας. Μαγειρεύουν ξανά από το ξημέρωμα για να καθίσουν το βράδυ στα γιορτινά τραπέζια, όπως τα λένε. Σε λίγες ώρες θα τρώνε, πάλι, σαν κτήνη μαγειρεμένη, ζωική σάρκα. Θα ανταλλάξουν, υποκριτικά ευχές, που δεν τις πιστεύουν για: «καλή χρονιά» «υγεία», «αγάπη», «λεφτά» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Η υποκρισία σε συνδυασμό με τον φόβο. Τί το καλύτερο από το να ακούσουν τον αληθινό θρήνο της μητέρας του θεανθρώπου τους, που τον σταύρωσαν. Να νοιώσουν το κλάμα της μάνας για τον θάνατο τού γιού της στην εντός λίγων ωρών έναρξη μιας καινούργιας χρονιάς, όπως θέλουν να νομίζουν; Προτείνω το Τέλος για να κατανοηθεί η ζωή, έτσι, μπας και συνειδητοποιήσουν, πως το οποιοδήποτε σαφάρι της λεγόμενης «ευτυχίας» είναι μια τρύπα στο νερό!»

«Ποτέ δεν χάνεις το κέφι σου, αλλά μάλλον, δεν έπιασαν το μήνυμα σου», είπα χαμογελώντας, δοκιμάζοντας ένα από τα νοστιμότατα φοινίκια της Αιγυπτιώτισσας Φλώρας.

«Αναλυτικά να εξηγούσες την βλακεία τους περί της λατρείας του χρόνου, που δεν αλλάζει τίποτα στο χωροχρονικό συνεχές του και αυτή η γιορτή είναι μια σκέτη χαζομάρα, ανθρώπινα να παρακαλούσες να σταματήσουν να καταναλώνουν με τέτοιο μένος τα άμοιρα τα ζώα, πάλι δεν θα καταλάβαιναν, Γιώργο. Οπότε τι απέμεινε; Απόλαυσαν ένα υπέροχο, αναγεννησιακό, θρησκευτικό τραγούδι απώλειας, κόντρα στο πνεύμα των ημερών, μια αντιπρόταση στο ψευδές κυνήγι της ευτυχίας, που έχουν στήσει οι ανίδεοι και άσχετοι άνθρωποι. Εγκατέλειψαν, καιρό τώρα, το νόημα της ζωής, παραδόθηκαν στο ψέμα και την κραιπάλη και από μαχητές μεταμορφώθηκαν σε νωθρούς μακελάρηδες, που με όποιο κόστος κυνηγούν την καλοπέραση για την παρτάρα τους και το χρήμα. Απομακρύνθηκαν συστηματικά από την πραγματικότητα», είπε στα γρήγορα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και τράβηξε μια δυνατή ρουφηξιά από το τσάι του.

Το κουδούνι του σπιτιού του βρόντηξε και ο Γρηγόρης σηκώθηκε για να ανοίξει. «Ποιος είναι, άραγε; Λες να θέλουν να το ξαναπαίξω;», είπε σκωπτικά πηγαίνοντας προς την πόρτα. Δίχως να γυρίσω το σώμα για να δω περί τίνος πρόκειται, άκουσα τις ορμητικές φωνές των τριών πιτσιρικάδων: «Να τα πούμε;»

«Βεβαίως και να τα πείτε! Δυνατά και από την καρδιά σας, αφού αυτά τα κάλαντα είναι το πιο αγαπησιάρικο μήνυμα των ημερών και αφορά όλους τους ερωτευμένους! Μετά όμως να πάτε και σε εκείνο το σπίτι απέναντι, που μένει η κυρία Φλώρα από την Αίγυπτο, να τα πείτε και εκεί, δώρο από εμένα», απάντησε περιχαρής ο Γρηγόρης. Εδώ, χαμογέλασα και  ΄γω.

Μια μικρή παύση έπεσε στο ενδιάμεσο, προφανώς ήταν η σιωπή της απορίας ως προς τα λεγόμενα του νοικοκύρη του σπιτιού και οι άγουρες φωνές των μικρών άρχισαν να άδουν με σθένος, τροφοδοτούμενες από το καλό χρηματικό φίλεμα του αδιόρθωτου, συνταξιούχου μαθηματικού Γρηγόρη:

«Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με τ’ άγιο θόλος. Άγιος Βασίλης έρχεται και δε μας καταδέχεται, από την Καισαρεία. Συ είσ’ αρχό.., αρχόντισσα κυρία. Βαστάει πένα και χαρτί, ζαχαροκάντυο ζυμωτή. Χαρτί-χαρτί και καλαμάρι. Δες και με…, δες και με το παλικάρι …»     

 

Αξιολόγηση Ταινιών


 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 


Για την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι «Κατηγορώ» (J' Accuse), που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες, δεν συντάχθηκε παρουσίαση και κριτική, καθώς η εταιρεία διανομής «Odeon», αποφάσισε, ξαφνικά, να ακυρώσει την προγραμματισμένη, δημοσιογραφική προβολή.

«...Για Πάντα»



 

 

  • Είδος: Ερωτική, δραματική
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2019)
  • Σκηνοθεσία : Γιάννης Παπαδάκος
  • Με τους: Γιάννης Τσιμιτσέλης, Κατερίνα Γερονικολού, Όλγα Δαμάνη, Χάρης Μαυρουδής, Ευγενία Σαμαρά, Πένυ Αγοραστού, Αντιγόνη Νάκα, Σπύρος Κυριάκος, Στέργιος Αντούλας.
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Village Films

O Πέτρος (Γιάννης Τσιμιτσέλης) είναι ένας επιτυχημένος σεφ με άστατη ερωτική και αισθηματική ζωή. To παιδικό παρελθόν του, το γεμάτο από ενδοοικογενειακή βία στιγμάτισε την αισθηματική του ζωή, με αποτέλεσμα να κινείται στα λειβάδια των εφήμερων σχέσεων, των αγοραίων γυναικών και των πληρωμένων ερώτων, βλέποντας την δέσμευση σαν τον χειρότερο εφιάλτη του. Αγοράζει βινύλια από δεύτερο χέρι και είναι αφοσιωμένος στο δικό του εστιατόριο που χαίρει εκτίμησης.

Η Ζωή (Κατερίνα Γερονικολού) είναι η ρομαντική, ισορροπημένη κοπέλα που ράβει παιδικά κουστούμια φανταστικών ηρώων, δίνοντας ζωή και χαρά στις επιθυμίες των μικρών ανθρώπων, αγοράζει μεταχειρισμένα βιβλία και αγαπάει την δουλειά της. Οι δυο αυτοί άνθρωποι συναντώνται τυχαία και ξεκινούν μια ερωτική σχέση όλο πάθος, αλλά η άρνηση του Πέτρου να δεσμευτεί μοιάζει με αξεπέραστο εμπόδιο.

https://youtu.be/VIjrLalLHVg


Οι δυο νέοι, Έλληνες ηθοποιοί, σύντροφοι και στην ζωή, ο Γιάννης Τσιμιτσέλης και η Κατερίνα Γερονικολού συναντώνται κινηματογραφικά και ερμηνεύουν τον Πέτρο και την Ζωή, αντιστοίχως, στο ριμέικ της τούρκικης ταινίας  «Issiz Adam», του Τσαγκάν Ιρμάκ, που προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες το 2008, με τον τίτλο «Πάντα Μόνος».

Ο σκηνοθέτης Γιάννης Παπαδάκος των «κανιβαλιστικών» προγαμιαίων «Bachelor 2» και «Bachelor 3», αφήνει το τηλεοπτικό μπόλι της προχειροκαφρίλας στην άκρη και μαζί με τον Γιάννη Τσιμιτσέλη, που είναι υπεύθυνος για την διασκευή του σεναρίου, φτιάχνει κάτι το κινηματογραφικό, που έχει, βρε παιδί μου, σώμα και νευρικό σύστημα ικανό να το παρακολουθήσεις. Ριμέικ είναι και όχι πρωτογενής ιδέα το σενάριο, οπότε ο σκηνοθέτης με προσοχή αντιγράφει πλείστες σκηνές του τούρκικου πρωτότυπου έργου και τις προσαρμόζει στην ελλαδική πραγματικότητα, που σε λίγο δεν θα απέχει και πολύ από την τουρκική από τα τόσα τηλεοπτικά σίριαλ της όμορης χώρας, που παρακολουθεί ο Έλληνας.

Η ταινία δεν είναι από αυτές που θέλεις να φύγεις στο πρώτο δεκάλεπτο γιατί δεν αντέχεται, ούτε όμως να κουτρουβαλιαστείτε στις άκαρπες πλαγιές των συγκρίσεων με τις αντίστοιχες ταινίες του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.

Παρότι είναι εμφανής η σεναριακή αδυναμία στην περιφερειακή στήριξη των δυο χαρακτήρων η ταινία βλέπεται, μια χαρά, έως το τέλος της. Είναι μοδάτη, τρυφερή, βγάζει συγκίνηση, ειδικά στο φινάλε, διαθέτει soundtrack με φροντισμένη επιλογή τραγουδιών και είναι ενταγμένη στο σύγχρονο πνεύμα της παραγωγής του κινηματογραφικού είδους. Ο Γιάννης Παπαδάκος με το «...Για Πάντα» αλλάζει αεροδιάδρομο και προσπαθεί, όσο μπορεί, να αποδιώξει το τηλεοπτικό φάντασμα από τον κινηματογραφικό του φακό, πλασάροντας μια υπέροχα, φωτογραφημένη Αθήνα, αποφεύγοντας, επιτέλους, τα θλιβερά και μίζερα σημεία της. Οι δυο πρωταγωνιστές είναι φρέσκοι, άψογοι, συμμετέχουν στο σενάριο, δένουν μεταξύ τους και γουστάρουν που είναι μαζί, παρότι ο ρόλος είναι κόντρα στον Γιάννη Τσιμιτσέλη, καθότι τον έχουμε συνηθίσει στις ανάλαφρες κωμωδίες. Τώρα, τα διάφορα συγκρίσιμα μεγέθη με άλλες ταινίες, όπως ανέφερα παραπάνω, ας τα αφήσουμε στην άκρη γιατί, τελικά, δεν βγάζουν νόημα, μόνο κακό κάνουν και σπρώχνουν ακόμα πιο πίσω στο έρεβος το ελληνικό σινεμά και τις όποιες, πραγματικά, φιλότιμες προσπάθειες του.  

«Jumanji: Η Επόμενη Πίστα»

«Jumanji: The Next Level»          



 

 

  • Είδος: Περιπέτεια, δράση (μεταγλωττισμένο και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζέικ Κάσνταν
  • Με τους:, Ντουέιν Τζόνσον, Τζακ Μπλακ, Κέβιν Χαρτ, Ντάνι Ντε Βίτο, Ντάνι Γκλόβερ,
  • Διάρκεια: 123΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Οι τέσσερις έφηβοι που επιβίωσαν από τις δοκιμασίες της προηγούμενης ταινίας επιστρέφουν σπίτι τους για τα Χριστούγεννα. Είναι πια φοιτητές και προσπαθούν να περάσουν στην επόμενη φάση της ζωής τους.  Όταν ο Σπένσερ επιστρέφει στο σπίτι του απογοητευμένος συναισθηματικά, φτιάχνει το παιχνίδι και μπαίνει μέσα. Η Μάρθα, ο Φρίντζ και η Μπέθανι πρέπει να ανασυνταχθούν και να ξαναμπούν στον κόσμο του Jumanji  για να τον σώσουν με κάθε κόστος.

Το παιχνίδι όμως έχει πια χαλάσει. Ό,τι ήξεραν για το Jumanji δεν ισχύει πια, καθώς ανακαλύπτουν καινούριες περιοχές πέρα από τη ζούγκλα. Είναι αχανές, πιο επικίνδυνο και γεμάτο παγίδες και ο μόνος τρόπος να βγουν ζωντανοί είναι να στηριχτούν στις δυνάμεις τους, για να επιβιώσουν από τις αλλαγές του παιχνιδιού και να σώσουν τον φίλο τους.

https://youtu.be/QHpq7RdcP0g

Το franchise καλά κρατεί, η πιτσιρικαρία συγκεντρώνεται στις σκοτεινές αίθουσες (και μπράβο!), ενώ το χρήμα κυλάει ευχάριστα. Το πνεύμα και η ψυχή, βέβαια, του πρώτου ευφάνταστου και μοναδικού «Jumanji» (1995) του Τζόι Τζόνστον, με τον αξέχαστο Ρόμπιν Γουίλιαμς, έχει ήδη αναληφθεί σε άλλες σφαίρες και πεδία και, φυσικά, ουδεμία σχέση έχει με αυτά τα απαράδεκτα, άψυχα δεικνυόμενα.

Η ταινία καθώς είναι αποκλειστικά για 12χρονους άντε, βαριά βαριά για 15χρονους θεατές, δηλαδή, δράση και όλα τα παρελκόμενα ενός video game, ρίξανε, πάραυτα, και τα δυο παπούδια στην παραγωγή: τον έναν αγέρωχο Ντάνι Ντε Βίτο μαζί με τον άλλο συνονόματο, τον Γκλόβερ, μπας και ραντιστεί με αίγλη το σενάριο, αν και δεν το έχει ανάγκη, εδώ που τα λέμε, γιατί το προηγούμενο, ιδίου ύφους, πρώτο μέρος του 2017, πάλι με τους ίδιους συντελεστές και τον ίδιο σκηνοθέτη έσπασε το ταβάνι της επιτυχίας με παγκόσμιο τζίρο σε εισπράξεις τα 962.102.237 ντόλαρς, my good fellas!  

«Στα δραματικά χαρακώματα του πολέμου το σινεμά ση...
«Σκάνδαλα, χοροί και τραγούδια», οι ταινίες της εβ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/