24
Πεμ, Σεπ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου Ελληνο-Πελασγικού Πολιτισμού», (Μέρος 3ον), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

101a-exon-3-egypt

Κατόπιν των δημοσιεύσεων της ιστορικής μελέτης με τον τίτλο: «Τα Αριμάσπεια Έπη» σε δέκα (10) συνέχειες, του Αριστέα Προκονήσιου, αλλά και της «Ελληνοπελασγικής Προέλευσης των Σουμερίων», έρευνας μελέτης σε, επίσης, τέσσερα (4) ιστορικά άρθρα, θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα βάθη των ιστορικών χρόνων και στην αδιάψευστη αλήθεια με την παράθεση αποδεικτικών στοιχείων περί της προϊστορικής, οικιστικής και πολιτισμικής επεκτάσεως των Ελλήνων προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος.

Στην καινούργια ιστορική έρευνα μου παραθέτω τα αποδεικτικά στοιχεία για την προς Νότο προϊστορική και πολιτισμική επέκταση των Ελλήνων και δη προς Αίγυπτο και Λιβύη.


Διαβάστε το Πρώτο Μέρος: «Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου, Ελληνο-Πελασγικού Πολιτισμού» (εδώ) και το Δεύτερο Μέρος: «Προϊστορικά στοιχεία τού Αρχαίου Ελληνικού Βασιλείου της Αιγύπτου»  (εδώ)




«Η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ομιλεί περί της προϊστορικής Ελληνικότητας της Αιγύπτου»


Σύμφωνα με τους σημερινούς επιστήμονες: Ρόμπερτ, Μπάλαρντ, Ντέιβιτ Μίντελ, Παν. Μαρίνι, Κων. Χασάπη, πριν από 140.000.000 χρόνια ολόκληρη η Γη είχε περίπου τη μορφή μιας «πανθάλασσας». Κάποια στιγ­μή και σύμφωνα με την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκ­δοτικής Αθηνών»: μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνη­ση ανύψωσε επάνω από τα κύματα τη λεγομένη Πελαγονική οροσειρά, μια στενή ζώνη ξηράς που περιλάμβανε την βορειό­τερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την ανατολική Θεσ­σαλία και την βόρεια Εύβοια. Προέκταση της οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγομένη Αττικοκυκλαδική μάζα: η Αττική, η νό­τιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.

Πριν από 35.000.000 χρόνια, όταν η τάφρος της Πίνδου είχε πια γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις. Ύστερα από μια πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλη­τική οροσειρά της Πίνδου. Έτσι αναδύθηκε η Αιγαιίς μια ενιαία μάζα ξηράς. που κάλυπτε περίπου τον σημερινό ελληνικό χώρο από το Ιόνιο ως τη Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης. Την ίδια περίπου περίοδο αναφαίνονται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της Γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πως εδώ, στην Ελλάδα, στην περιοχή της Αιγηίδος η ζωή είχε την ευκαιρία να εκδηλωθεί πολύ νωρίτερα από τις άλ­λες περιοχές του πλανήτη οι οποίες αναδύθηκαν 100.000.000 χρόνια αργότερα. Έτσι, μοιραία η φυλή που θα εμφανιζόταν σε αυτή την περιοχή θα είχε το προβάδισμα αναπτύσσοντας πρώτη πολιτισμό. Αυτή φαίνεται να είναι η εξήγηση στο «γιατί» οι Έλληνες σημάδεψαν με την παρουσία τους τον πλανήτη στο απώτατο και μακρινό παρελθόν.

Την εποχή που το Αιγαίο ήταν ακόμη βουνό, η Αίγυπτος ήταν η θάλασσα που βρισκόταν «ξαπλωμένη» στα πόδια του. Βρι­σκόταν «υπτίως της Αιγηίδος» και έτσι όταν αναδύθηκε διατήρησε και ως ξηρά το σύνθετο από τις λέξεις Αιγηίς + υπτίως (Αιγαίο+Υπτιο) δηλαδή Αίγυπτος.

Όμως, η κυοφορούσα μάνα - γη γεννούσε και κατάπινε στε­ριές. Έτσι, κάποια στιγμή ένα μεγάλο τμήμα της Αιγηίδος κα­ταποντίστηκε σχηματίζοντας το Αιγαίο, ενώ οι κορυφές των βου­νών που κατάφεραν να κρατηθούν πάνω από τα νερά σχημάτι­σαν τα ελληνικά νησιά. Αυτή η πλανητική «εισπνοή - εκπνοή» συνεχίστηκε και αργότερα αφανίζοντας ανθρώπους, θεούς, πόλεις, πολιτι­σμούς και μνήμες. Γι' αυτό και ο Αιγύπτιος ιερέας επεσήμανε στον Σόλωνα πως οι Έλληνες θυμούνται μόνο έναν Κατακλυ­σμό ενώ είχαν γίνει περισσότεροι.

Πόσο πίσω πηγαίνουν, όμως, οι μνήμες των «οικιστών θεών» που βα­σίλεψαν κάποτε στην Αίγυπτο; «Οι ιερείς των Αιγυπτίων υπο­λογίζοντας τον χρόνο από την εποχή της Βασιλείας του Όσιρι μέχρι τη διάβαση του Αλεξάνδρου στην Ασία, λένε ότι φτάνει περίπου τις είκοσι τρεις χιλιάδες χρόνια», μας πληροφορεί στο Α' Βιβλίο του ο Διόδωρος Σικελιώτης, επισημαίνοντας επίσης, πως οι ιερείς έλεγαν ότι από τα αρχεία τους βρήκαν σαράντα επτά βασιλικούς τάφους αλλά ως την εποχή του Πτολεμαίου Α' του Λάγου είχαν διασωθεί μόνο δεκαεπτά.
Πριν από 35.000.000 χρόνια, όταν η τάφρος της Πίνδου είχε πια γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις.


Μία απάντηση για το πόσο πίσω πηγαίνουν οι μνήμες για τους αρχαίους Έλληνες οικιστάς θεούς μας δίνει ο Διογένης Λαέρτιος: «Αιγύπτιοι μεν γαρ Νείλον γενέσθαι παίδα Ήφαιστον, ον άρξαι φιλοσοφίας, της τους προεστώτας ιερέας είναι και προφήτας από δε τούτου εις Αλέξανδρον τον Μακεδόνα ετών είναι μυριάδας τέσσαρας και οκτακισχίλια οκτακόσια εξήκοντα τρία, εν οις ηλίου μεν εκλείψεις γενέσθαι τριακοσίας εβδομήκοντα τρεις, σελήνης δε οκτακοσίας τριάκοντα δύο».

Δηλαδή, ο γιος του Νείλου ο Ήφαιστος εισήγαγε τη φιλοσοφία στην Αίγυπτο και από την εποχή που έζησε μέχρι το πέρασμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου πέρασαν τέσσερις δεκάδες χιλιάδων και οκτακόσιες χιλιάδες και οκτακόσια εξήντα τρία έτη. Δηλαδή 48.863 χρόνια πριν το Μ. Αλέξανδρο και 51.200 χρόνια περίπου πριν από σήμερα. Ο δε Μανέθωνας στα «Αιγυπτιακά» του αναφέρει τον Ήφαιστο ως πρώτο βασιλιά πριν από τον κατακλυσμό της πρώτης δυναστείας των Αιγυπτίων, ο οποίος βασίλευσε 727 και ¾ έτη.

Ο Διόδωρος όπως αναφέρουν οι: Ιουλία Πιτσούλη, Δημήτριος Μεντές και Νιοκόλαος Μαργιώρης μας πληροφορεί πως στην Αίγυπτο υπάρχουν πολλές πόλεις χτι­σμένες από τους αρχαίους Έλληνες «θεούς», από τον Δία η Διόσπολις, από τον Ήλιο η Ηλιούπολις, από τον Πάνα η Πανόπολις, από τον Απόλλωνα η Απολλωνόπολις από τον Ερμή η Ερμούπολις, η Θωνής ήΗράκλεια την οποία οικοδόμησαν σύμφωνα με τον μύθο ο Πάρις και η Ελένη κατά δεύτερη εκδοχή από τον Ηρακλή, η Κάνοπος επί βασιλείας του Έπαφου, η Τανίς, η Ουρανούπολις από τον Ουρανό, η Φιλοτέρη, η Νύσα, η Κόπτος1 , Θήβες2.

Τι άλλο από ελληνικές αποικίες να δηλώνουν τα αρχαιότατα ελληνικά ονόματα των αρχαιο-αιγυπτιακών πόλεων; Άλλωστε και τα ονόματα Αίγυπτος και Νείλος ανήκουν στην ελληνική μυθολογία. Όμως η λέξη μυθολογία προέρχεται επίσης και από την μυη-ολογία. Πρόκειται λοιπόν για μύηση σε αληθινά γεγονό­τα που διασώθηκαν συχνά με τον μανδύα του συμβολισμού, αλλά βέβαια υπέστησαν και αλλοιώσεις στην παρέλευση των χιλιε­τηρίδων. Ποιοι γνώριζαν την αλήθεια; Σίγουρα οι ιερείς και οι μυημένοι γι' αυτό και δεν είναι τυχαία η ομοιότητα αιγυπτια­κών και ελληνικών Μυστηρίων.

Επανειλημμένως οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στους Έλληνες ως οικιστές πολλών αιγυπτιακών πόλεων. «Εις Αίγυπτον Ακτίς ο Ρόδιος έκτισε την Ηλιούπολιν οι δ' Αιγύπτιοι έμαθον παρ' αυτού τα περί την αστρολογίαν θεωρήματα, ύστερον δε παρά τοις Έλλησι γενομένου κατακλυσμού... τα διάτων γραμμάτων υπομνήματα συνέβη φθαρήναι» αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο 5ο βιβλίο του, όπου επίσης επισημαίνει «...οι Αθηναίοι κτίσαντες εν Αιγύπτω πόλιν την ονομαζομένην Σαϊν της οποίας έτυχον αγνοίας δια τον κατακλυσμόν».

Π α ρ α π ο μ π έ ς:

1) Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι, τι απέγιναν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι; Είναι οι σημερινοί Αιγύπτιοι απόγονοι του αρχαίου λαού που κατοικούσε κάποτε τη γη του Νείλου; Μερικοί απαντούν καταφατικά αvαφέρovτας πως πρόκειται για το κράμα φυλών που προέκυψε στην πάροδο των ετών και των αλλεπάλληλων κατακτήσεων της χώρας. Μερικοί άλλοι όμως διατυπώνουν μια διαφορετική άποψη σύμφωνα με την οποία αυθεντικοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων είναι οι χριστιανοί Κόπτες.

Το σχετικό επιχείρημα που χρησιμοποιούν είναι, πως οι Άραβες Μουσουλμάνοι ήρθαν στην Αίγυπτο το 642 μ.Χ. φέρνοντας μαζί τους τη δική τους θρησκεία την οποία και διατήρησαν. Εκείνη την εποχή όμως ήδη υπήρχαν χριστιανοί Κόπτες στην Αίγυπτο. Ήταν γηγενείς που είχαν ασπαστεί τον χριστιανισμό εγκαταλείποντας την πατρογονική τους θρησκεία. Πολλοί από αυτούς διατήρησαν το χριστιανικό θρήσκευμά τους και μετά την Αραβική επέλαση. Έτσι, λαμβάνοντας υπ' όψιν και κάποιες μεταπηδήσεις από το ένα θρησκευτικό στρατόπεδο στο άλλο, καταλήγουν κάποιοι ερευνητές, πως σε γενικές γραμμές οι σημερινοί Κόπτες είναι απόγονοι του αρχαίου εξελληνισμένου λαού της Αιγύπτου. Τον ισχυρισμό αυτόν, μάλιστα, τον ενισχύουν επισημαίνοντας πως οι Κόπτες έχουν ένα δικό τους γλωσσικό ιδίωμα.

Η αρχαία Κόπτος είναι το σημερινό Κουφτ και η κοπτική γλώσσα ήταν η εθνική γλώσσα της Αιγύπτου κατά την εποχή που οι ντόπιοι εκχριστιανίστηκαν. Κατά συνέπεια, η κοπτική γλώσσα δεν είναι παρά η αρχαία αιγυπτιακή κατά την τελευταία της περίοδο. Η γλώσσα είναι πάντα μια ταυτότητα. Όμως, ενώ η λέξη Κόπτης προσδιορίζει σήμερα κυρίως μια θρησκευτική ταυτότητα ωστόσο και φυλετικά οι Κόπτες μπορούν να θεωρηθούν ως οι πλέον αυθεντικοί απόγονοι του πληθυσμού της αρχαίας Αιγύπτου για έναν επιπλέον λόγο: την άρνηση των Κοπτών για μικτούς γάμους.

Μέσω της θρησκευτικής μετεξέλιξης μπορούμε να αντλήσουμε άλλο ένα επιχείρημα: οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λάτρευαν τον Θεό Άνουβι που είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι τσακαλιού ή σκύλου. Οι απόγονοι τους - όταν έγιναν χριστιανοί - μετεξέλιξαν τον Άνουβι στον Άγιο Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο. Η όψη του δεν διαφέρει από τον αρχαίο Θεό παρά μόνο στα ενδύματα και στα σύμβολα, που από αιγυπτιακά μετατράπηκαν σε βυζαντινά. Στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας υπάρχει μια χαρακτηριστική παλιά εικόνα του Αγ. Χριστοφόρου του Κυνοκεφάλου και μπορεί κανείς να κάνει εύκολα τις συγκρίσεις.

Σύμφωνα με τον μύθο που συνοδεύει τον Αγ. Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο, αυτός ήταν, λέει, ένας ευσεβής νέος αλλά πολύ όμορφος και έτσι έμπαινε σε πειρασμό από τις γυναίκες που τον πολιορκούσαν επίμονα. Ένα βράδυ, λοιπόν, προσευχήθηκε στο Θεό να τον απαλλάξει από τη δοκιμασία του πειρασμό*. Το επόμενο πρωί ξύπνησε με κεφάλι σκύλου. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Αγ. Χριστόφορος απεικονίστηκε με κεφάλι σκύλου γιατί ήταν υπερβολικά άσχημος. Και οι δυο ισχυρισμοί είναι μάλλον αφελείς, ο πρώτος για ευνόητους λόγους ο δεύτερος γιατί δεν φτάνεις ποτέ να ζωγραφίσεις έναν άγιο με κανονικό κεφάλι σκύλου ακόμα κι αν ήταν «σκυλομούρης» από την ασχήμια Απλώς, πίσω από τις σχετικές παραδόσεις διακρίνει κανείς το σημείο συνάντησης δυο θρησκειών. Όταν η παλιά πίστη είναι ζωντανή και ισχυρή η νέα πίστη αναγκάζεται να την «υιοθετήσει» και κατόπιν να την μεταλλάξει.

Πάντως και πίσω από τον Αγ. Χριστόφορο τον Κυνοκέφαλο και πίσω από τον Άνουβι αλλά και τον Κέρβερο και τον Λύκειο Απόλλωνα κρύβεται, αναφέρουν οι μελετητές, το Άστρο του Κυνός. Ο Σείριος.

2) Θήβα, Θήβαι, Θήβη, δεν βρίσκονταν μόνο στη Βοιωτία και την Αίγυπτο. Υπήρχε Θήβα και στη Θεσσαλία (Οι Καδμείοι της Θήβας είχαν εκδιωχθεί στη Θεσσαλία), καθώς και στη Μικρά Ασία, που ήταν σύμμαχος της Τροίας, και «ιερή». Θήβηςυπήρχε και στην Παλαιστίνη, η Μικρασιατική Θήβα που κατοικούνταν από Κίλικες. Η γυναίκα του Έκτορα, η Ανδρομάχη, κατάγονταν από εκεί. Οι μυθικοί Κίλιξ και Σύρος ήταν αδελφοί του Κάδμου. Φυσικά λοιπόν υπήρχαν Θήβες όπου αυτοί έδρασαν, Αίγυπτος, Παλαιστίνη, Τροία, Ελλάδα. Ο Απολλόδωρος πιστεύει, πως και η Κιλικία της Συρίας, «Φοινίκης πλησίον», εποικίστηκε από αυτόν τον Κίλικα.

Νότια από το Κάιρο, στο μέσον περίπου της αιγυπτιακής διαδρομής του Νείλου, υπάρχει μια ακόμη αρχαία πόλη. Το σημερινό της όνομα είναι Λούξορ στην αρχαιότητα όμως ονομαζόταν Θήβαι και στην «εποχή των θεών» Διόσπολις, ονόματα που μας ειδοποιούν για την ελληνική καταγωγή των κτιστών της.

«Τα. πλούτη αν μου 'δινε και της Αιγύπτιας Θήβας που θησαυρούς κει πέρα αρίφνητους το κάθε σπίτι κρύβει κι είναι κι αυτή της εκατόπορτη, κι από την κάθε πόρτα διακόσιοι πολέμαρχοι χύνονται με αμάξια ομάδι και άτια».

Έτσι μνημονεύει τις αρχαίες Θήβες ο Όμηρος και ο Διόδωρος Σικελιώτης συμπληρώνει: «...απόδειξη της παρουσίας του Ομήρου στην Αίγυπτο επικαλούνται διάφορα τεκμήρια και κυρίως το φάρμακο που φέρνει τη λήθη των περασμένων συμφορών το οποίο έδωσε η Ελένη στον Τηλέμαχο. Γιατί ακόμη και σήμερα οι γυναίκες αυτής της πόλης συνηθίζουν να χρησιμοποιούν αυτό το δυνατό νηπενθές φάρμακο και από τα παλιά τα χρόνια, λένε, ότι μόνο ανάμεσα στις γυναίκες της Διόσπολης είχε ανακαλυφθεί φάρμακο που να θεραπεύει την οργή και τη λύπη. Αλλά, Θήβα και Διόσπολη είναι η ίδια πόλη».

Στην αρχαιότητα οι Θήβες ήταν κτισμένες αποκλειστικά στην ανατολική όχθη του Νείλου, ενώ στην αντίπερα δυτική όχθη. εκεί όπου ο ήλιος δύει, ήταν η κατοικία των νεκρών.

Ο Άγιος Χριστόφορος ως Κυνοκέφαλος σε φορητή εικόνα του 1681 από την Καππαδοκία.


Οι Ευμπολπίδες και οι Κήρυκες - επιφανή ιερατικά γένη της Αττικής - ορκίζονταν στην Ίσιδα της οποίας η λατρεία, ανα­φέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς, ήταν ομοιότατη με εκείνη της Δήμητρας ενώ του Όσιρι ήταν ολόιδια με τη λατρεία του Διονύ­σου.

Το όνομα Ίσις μεθερμηνευόμενο στα Ελληνικά σημαίνει «παλαιά» όπως αναφέρει ο Διόδωρος Σικελιώτης. Άραγε πόσο «πα­λαιά», ώστε να ανήκει στο προκατακλυσμιαίο γένος του Διός, του Κρόνου και των άλλων θεοποιημένων Ελλήνων; Η απάντη­ση βρίσκεται στον Α' τόμο του Διοδώρου, ο οποίος αναφερόμε­νος σε μια στήλη με ιερογλυφική επιγραφή που υπήρχε στη Νύσα γράφει, πως μεταξύ άλλων αναφερόταν: «εγώ είμαι η Ίσις, η βασί­λισσα κάθε χώρας που μορφώθηκα από τον Ερμή. Εγώ είμαι η μεγαλύτερη θυγατέρα του νεότατου Κρόνου».

Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει πωςη καταγωγή της Ίσιδας ήταν από το Άργος και ότι την συνέ­δεαν με την Ιώ, αλλά και ότι υπήρχε κάποια διαφωνία γιατί. «...την ίδια θεά άλλοι την ονομάζουν Ίσιδα, άλλοι Δήμητρα, άλλοι Θεσμοφόρο, άλλοι Σελήνη, άλλοι Ήρα και άλλοι της απο­δίδουν όλα αυτά τα ονόματα».

Όμως δεν είναι τυχαία η σύνδεση της Ίσιδας με την Ιώ. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Ιώ ενώθηκε ερωτικά με τον Δία προκαλώντας την οργή της Ήρας. Ο Δίας για να απαλ­λάξει την Ιώ από την εκδικητική μανία της γυναίκας του την μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Ο Ηρόδοτος παρατηρεί ότι η Ίσις και η Ιώ απεικονίζονταν με κέρατα αγελάδας. Μια αλογόμυγα άρχισε τότε να την τσιμπάει και εκείνη τρέχοντας συνεχώς έφτα­σε στην Αίγυπτο. Εκεί γέννησε τον Έπαφο ο οποίος αργότερα παντρεύτηκε την Μέμφιδα, την κόρη του Νείλου.

Ο Απολλόδωρος επίσης μας πληροφορεί πως η Αργεία Ιώ, η θυγατέρα του πρώτου βασιλιά του Άργους Ινάχου, γέννησε στην Αίγυπτο τον Έπαφο, ο οποίος έκτισε τη Μέμφιδα. Ακόμη, ότι ο Άπις, επίσης από το Άργος, έκτισε αποικία στην Αίγυπτο όπου μετά το θάνατο του θεοποιήθηκε. Μία μία βλέ­πουμε να ξεπροβάλουν, λοιπόν, οι λέξεις Νείλος και Μέμφις για να βαφτίσουν τον ποταμό της Αιγύπτου και την αρχαία της πρωτεύουσα.

Αυτά είναι και τα ονόματα που έμειναν στην ιστο­ρία. Αν η μυθολογία δεν περιείχε στοιχεία αλήθειας θα είχαν άραγε τόση ισχύ αυτά τα τοπωνύμια; Θα εξακολουθούσαμε μέχρι σήμερα να λέμε Αίγυπτο την Αίγυπτο και Νείλο τον Νεί­λο;

Εικονική αναπαράσταση της αρχαίας, αιγυπτιακής Μέμφιδος

Ο Ηρόδοτος παρουσιάζει τους Αιγυπτίους να έχουν έρθει από το Νότο προς την Μεσόγειο θάλασσα. Είναι πιθανό να είχαν έρθει από την Ινδία μέσω Αιθιοπίας. Άλλωστε τους Αιγύπτιους, όσο και τους Αιθίοπες, οι Έλληνες τους αποκαλούσαν αδιακρίτως «Αιθίοπες». Ο Ηρόδοτος μάλιστα ονομάζει και τους Ινδούς «ἀπὸ ἡλίου ἀνατολέων Αἰθίοπες», ενώ ο Όμηρος ομιλεί για «Αιθίοπες χωρισμένους στα δύο, στο δυτικό και στο ανατολικό άκρο της γης». Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πράγματι των Αιθιόπων, αλλά και των κατοίκων της Μαδαγασκάρης, είναι και σήμερα έντονα ινδικά, αν εξαιρέσει κανείς τις μείξεις με νεγρικά στοιχεία.

Ο ίδιος μας αναφέρει επίσης τον Μήνα ως ιδρυτή της Μέμφιδας, που βρισκόταν στα παλιά σύνορα των δύο βασιλείων και έγινε η νέα πρωτεύουσα της Αιγύπτου. Του πιστώνεται δε η ίδρυση πολλών ναών και κατασκευές φραγμάτων. Ο Μήνης καταγόταν από την Θίνιδα, γι αυτό αναφέρεται και ως Θινίτης, ενώ η περίοδος των δύο πρώτων δυναστειών του αρχαίου βασιλείου ονομάζεται και θινιτική. Αναφέρει επίσης την Ναύκρατην, την Κάνωβον (Ευτέρπη). Ο δυτικός βραχίονας του Νείλου ελέγετο Καννωβικός από τον Έλληνα Κάνωβον που πέθανε εκεί. Ο δε Πίνδαρος (10ος Νεμεονικός) γράφει στο Δέλτα του Νείλου υπήρχε η Άρχανδρος, πόλις την οποία ίδρυσε ο Άρχανδρος εγγονός τουΑχαιού (Ηρ 2. 98).

Ο Ηρόδοτος, στο Β' βιβλίο του «Ιστορίας Απόδειξις», μας πληροφορεί ότι, οι ιερείς των Θηβών της Αιγύπτου, κατά την εκεί επίσκεψή του, του έδειξαν 341 ξύλινα αγάλματα που αναπαράσταιναν διαδοχικά, από πατέρα σε γιό, τους προηγούμενους αρχιερείς μέχρι και πριν από 11.000 χρόνια, πράγμα που αποδείχνει την μακρά παράδοση του ιερατείου. Επίσης του ανέφεραν ότι, πριν από τις 341 αυτές γενιές των ιερέων, οι οικιστές θεοί ζούσαν μαζί με τους ανθρώπους, αλλά μετά δεν τους επισκέφθηκε πλέον κανένας θεός με ανθρώπινη μορφή, «Μανέθωνος Αιγυπτιακά»: «…Θεόν ανθρωποειδέα ουδένα γένεσθαι».

Τα Αιγυπτιακά του Μανέθωνα μας οδηγούν στην προϊστορική ελληνική Αίγυπτο. Την χώρα που βρίσκεται «υπτίως του Αιγαίου». Ο Μανέθων μας πληροφορεί, ότι οι πρώτοι Βασιλείς της Αιγύπτου ήσαν οι οικιστές Θεοί, Ήφαιστος, Ήλιος, Αγαθοδαίμων, Κρόνος, Ερμής Όσιρις-Ίσις, και Τυφών. Ακολούθησαν οι Ημίθεοι ως Βασιλείς της Αιγύπτου, Ωρος, Αρης, Άνουβις, Τιθόης Σώθος και Ζεύς.

Ανασκαφές στη νεκρόπολη της Σακκάρας στη Μέμφιδα έχουν φέρει στο φως τάφους της εποχής της 1ης δυναστείας, του αρχαίου βασιλείου, ενώ τάφοι ή, κατά μία άποψη, κενοτάφια των βασιλιάδων της έχουν βρεθεί στη νεκρόπολη της Αβύδου, κοντά στην περιοχή όπου εκτιμάται ότι βρισκόταν η αρχαία Θίνις.

Ο πατέρας της Ιστορίας επίσης αναφέρει, ότι 11.340 χρόνια πριν απ' αυτόν κυβερνούσαν την Αίγυπτο οι «θεοί»: «Αιγύπτιοι τε και ιρέες έλεγον, αποδεικνύντες από του πρώτου βασιλέως τον τελευταίο βασιλεύσαντα.... Ούτω εν μυρίοισί τε έτεσι και χιλίοισι και τριηκοσίοισί τε και τεσσαράκοντα έλεγον θεόν ανθρωποειδέα ουδένα γενέσθαι» (Β",142), δηλαδή από τότε κανένας θεός δεν πήρε ανθρώπινη μορφή.

Γάμος στην Αρχαία Αίγυπτο: Το Αιγυπτιακό Οικογενειακό Σύστημα (εικ.: Matrioshka-Shutterstock)


Υπάρχουν όμως και άλλα ονόματα που συνδέουν την Ελλά­δα με την Αίγυπτο: της Περσεφόνης που επίσης συνδέεται στην Ίσιδα αλλά και τον Ηρακλή, που ως στρατηγός έμεινε να προ­στατεύει την Αίγυπτο όταν ο Όσιρις αναχώρησε για μια εκστρα­τεία παίρνοντας μαζί του και τους δυο γιους του: τον Άνουβι και τον Μακεδόνα, όπως μας πληροφορεί ο Διόδωρος. Από τον ίδιο συγγραφέα μαθαίνουμε επίσης ότι ο Ηρακλής, ο γιος της Αλκμήνης γεννήθηκε δέκα χιλιάδες χρόνια αργότερα από τον «παλαιό Ηρακλή».

Τελικά, ονόματα και χρονολογίες που επικαλύπτουν το ένα το άλλο και που εξαπλώνονται πέρα από τα όρια της Ελλάδας, και των ιστορικών χρόνων οδηγούν τους μελετητές στο συμπέ­ρασμα πως: «οι Αρχαιοέλληνες αλλά και οι απόγονοι τους εκκινούντες από τον χώρο του Αιγαίου είχαν επεκταθεί και εισχω­ρήσει προς όλες τις κατευθύνσεις, από την απώτατη αρχαιότη­τα, αφυπνίζοντας και διαφωτίζοντας τους άλλους λαούς με τους οποίους έρχονταν σε επαφή».

Πρόσθετα στοιχεία για τον Ηρακλή μας δίνει και πάλι ο Ηρόδοτος στο «Περί της Αιγύπτου», αν και στο τέλος αυτοαναιρείται: «...για τον Ηρακλή των Αιγυπτίων άκουσα πως ήταν ένας από τους πρώτους δώδεκα θεούς. Για τον άλλο Ηρακλή, αυτόν που ξέρουν οι Έλληνες, πουθενά στην Αίγυπτο δεν μπόρεσα να ακούσω τίποτα. Το ότι όμως δεν είναι οι Αιγύ­πτιοι που πήραν το όνομα Ηρακλής από τους Έλληνες αλλά οι Έλληνες έδωσαν το όνομα Ηρακλής στον γιο της Αλκμήνης λένε ότι αποδεικνύεται και από το εξής: ότι και οι δυο γονείς τον Ηρακλή, ο Αμφιτρύων και η Αλκμήνη ήταν αιγυπτιακής κατα­γωγής. Αλλά όμως ο Ηρακλής είναι ένας αρχαίος οικιστής θεός των Αι­γυπτίων. Όπως λένε οι ίδιοι, δεκαεπτά χιλιάδες χρόνια πριν από την βασιλεία του Άμασι, οι οχτώ θεοί έγιναν δώδεκα, και ο ένας ήταν ο Ηρακλής.».

Επίσης, ο ισχυρισμός των Αιγυπτίων, περί του «Αιγύπτιου Ηρακλή» δεν ευσταθή γιατί το ίδιο το όνομά του ετυμολογούμενο μας δείχνει την ελληνική καταγωγή του. Η λέξη Ηρακλής: είναι σύνθετη και προέρχεται από την Ήρα και το κλέος (δόξα;). Το ελληνικότατο αυτό όνομα λοιπόν ανήκει προφανώς σε κά­ποιον από τους προκατακλυσμιαίους Έλληνες που οι Αιγύπτιο, ονόμασαν «οικιστάς θεούς».

Στο επόμενο 4ον Μέρος θα συνεχίσουμε διαβάζοντας: «Η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ομιλεί περί της προϊστορικής Ελληνικότητας της Αιγύπτου»


Βιβλιογραφία:

Δαμάχου: «περί Μυστηρίων», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Ιωσήφ Λαζαρίδη: «Η γενετική συνέχεια των Ελλήνων»

Νόννος «Διονυσιακά»: Εκδ. Κάκτος

Πλάτων: Τίμαιος - Κριτίας, Εκδ. Κάκτος.

Δαμάχου: «περί Αρχαίων θεών», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Διόδωρος Σικελιώτης: ιστορική βιβλιοθήκη, βιβλ. α' και ε', εκδ. Γεωργιάδης - βιβλιοθήκη των Ελλή­νων.

Ιωάννης Πασσάς: Τα Ορφικά, εκδ. Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Κωνσταντίνος Σπετσιωτάκης - Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης. Η Γεωμετρική Θεώρηση του Κόσμου στην Αρχαία Ελληνική σκέψη. Εκ. Ιχώρ

Δ, Λιακόπουλος. «Οι ρίζες των Ελλήνων»

Παντελης Κ. Ιωαννίδης: Η Άγνωστη Προϊστορία των Ελλήνων, εκδ. Δίον.

Παρασκευή Βλαχογιάννη: «Η Αίγυπτος στο χθες και στο σήμερα», εκδ.Ευσέβιος της Καισαρείας.«Θεοί και Μυστήρια»

Ιουλία Πιτσούλη. Έλληνες οι Θεοί της Αιγύπτου. Εκδόσεις Aldebaran

Απολλόδωρος, βιβλ. Β', εκδ. Ζαχαρόπουλος. Αθανάσιος

Μανέθωνος Αιγυπτιακά. Εκδ. Γεωργιάδη

Απολλλόδωρος περί θεών. Εκδώσεις Κάκτος

Αθανάσιος Σταγειρίτης: «Ωγυγία ή Αρχαιολογία», με ερμηνευτικά σχόλια του Ηρακλή Μιχαήλ Μουτζουρίδη: Εκδόσεις «Διανόηση»

Jill Α. Pochan: Τα μυστήρια των μεγάλων πυραμίδων, εκδ. Ορφανίδη.

Θ. Μανιάς .Το ελληνικό πνεύμα στις πυραμίδες της Αιγύπτου

Στράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ, Κάκτος

Tom Valentine: Το μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας, εκδ. Ωρόρα.

Στοβαίου τραγωδίαι: Εκδ Κάκτος

S. Otrander, l. Shroeder: ψυχικές ανακαλύψεις στην Ε. Σ. Σ. Δ.. Εκδόσεις Βολούκου.

Σράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ. Κάκτος

Paul Hrn: Iside the grate pyramid,c.d. jema

Θεοφάνης Μαντάς: «Το Ελληνικό πνεύμα στις πυρα­μίδες της Αιγύπτου», εκδ. πύρινος Κόσμος

Παυσανίας (ΙΙ.27.4). Εκδ. Κάκτος

Διαμαντής Κούτουλας: περ. Δαυλός τ. 154

Αλέξανδρος Πετίδης: «Η όαση του Άμμωνα Δία», περ. Ανεξήγητο.

Πλούταρχος: «Ηθικά, περί Ίσιδος και Οσίριδος», βιβλ. β' εκδ. Γεωργιάδη - βιβλιοθήκη των Ελλήνων

Κόπτος: τόμος Η', Πάπυρος Λαρούς.

Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ Α΄, σελ 379

Ομήρου Ιλιάς: Ζ 395

Διόδωρος Σικελιώτης, Δ΄, 72

Κλήμης Αλεξανδρείας, (αποσπάσματα έργων, τομ. Β΄, σελ. 390) (Από τον Ιω. Μαλάλα)

Απολλόδωρος: Γ΄, Ι, 1

Στράβων, ΙΓ΄, Ι, 7, σελ. 53. και IV, 6, σελ. 179

Απολλόδωρος, Επιτομή ΙΙΙ, 9

Παναγιώτης Χατζηιωάννου: «Οι Πυραμίδες των Ελ­λήνων», περ. δαυλός, τευχ. 148

Δημήτριος Μαντές : Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. Α', Εκδοτική Αθηνών

Διαμαντής Κούτουλας: Ο Προκατακλυσμιαίαος Οι­κουμενικός Πολιτισμός των Διογενών Ελλήνων, περ. Δαυλός, τευχ. 151.

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός του Ώρου στο Εντφου, περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 34

Ed. Schure. Οι Μεγάλοι Μύσται. Εκδ. Κάκτος.

Κ.. Θεοχάρης Δετοράκης. Ιστορία της Κρήτης του καθηγητή

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός της Ίσιδας στις Φίλες, περ. Τρίτο Μάτι τ. 28

Παντελής Ιωαννίδης: Ερμής ο Τρισμε'γιστος, εκδ. Δίον.

Γεώργιος Σιέττος: Αρχαίες επιβιώσεις στον χριστιανι­σμό, εκδ. Aldebaran

Pierre Montet: «H καθημερινή ζωή στην αρχαία Αίγυπτο», Εκδ. Παπαδήμα

Στέκιος Πετράκης. Ερευνώ, βρίσκω και γράορω

Τομ Βαλλεντάιν. «Το μυ­στήριο της Μεγάλης Πυραμίδας»

Κωαταντίνος Κωνσταντινίδης: «Δημιουργοί και παραχαράκτες της Παγκόσμιας Ιστορίας», εκδ. 21ος Αιώνας

Ηροδότου Ιστορία - Ευτέρπη (περί της Αιγΰπτου). Εκδ. Κάκτος

I. Θωμόπυλος: Πελασγικά

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: «Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου»

Κ. Κουτρουβέλης στο βιβλίο του «Η αναχρονολόγηση της Προϊστορίας»

Φίλων ο Βύβλιος. «Πρεσβεία προς Γαίο», Εκδ Κάκτος

Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά: «Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της»
«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου Ελληνο-Πελασγικού ...
«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου Ελληνο-Πελασγικού ...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares