24
Σαβ, Οκτ

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου Ελληνο-Πελασγικού Πολιτισμού», (Μέρος 2ον), γράφει ο Μιχάλης Μπατής

100-exon-egypt-2

Κατόπιν των δημοσιεύσεων της ιστορικής μελέτης με τον τίτλο: «Τα Αριμάσπεια Έπη» σε δέκα (10) συνέχειες, του Αριστέα Προκονήσιου, αλλάκαι της «Ελληνοπελασγικής Προέλευσης των Σουμερίων», έρευνας μελέτης σε, επίσης, τέσσερα (4) ιστορικά άρθρα, θα συνεχίσουμε το ταξίδι μας στα βάθη των ιστορικών χρόνων και στην αδιάψευστη αλήθεια με την παράθεση αποδεικτικών στοιχείων περί της προϊστορικής, οικιστικής και πολιτισμικής επεκτάσεως των Ελλήνων προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος.

Στην καινούργια ιστορική έρευνα μου παραθέτω τα αποδεικτικά στοιχεία για την προς Νότο προϊστορική και πολιτισμική επέκταση των Ελλήνων και δη προς Αίγυπτο και Λιβύη.


  Διαβάστε το πρώτο μέρος: «Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου, Ελληνο-Πελασγικού Πολιτισμού» (εδώ)


«Προϊστορικά στοιχεία τού Αρχαίου Ελληνικού Βασιλείου της Αιγύπτου»


Η αιγυπτιακή ιστορία χωρίζεται συμβατικά σε δύο μεγάλες περιόδους, τη Προδυναστική (προϊστορία) που περιλαμβάνει :

1. Την προ Δυναστική περίοδο που περιλαμβάνει α) το αρχαίο Ελληνικό βασίλειο β) την προ Φαραωνική δυναστική περίοδο που περιλαμβάνει διάφορα αυτόνομα βασίλεια, με ξεχωριστές θεότητες, διαφορετικά σύμβολα, αλλά κοινή τη χρήση βασικών ιερογλυφικών στοιχείων.

2. Την Δυναστική ή Φαραωνική περίοδο (ιστορική) η οποία σηματοδοτείται από την καθιέρωση της θεοκρατικής μοναρχίας, όπου ο Φαραώ, ως απόλυτος μονάρχης ταυτίζεται με τον θεό Ώρο, και θεωρείται ενσάρκωσή του θεού στη Γη. Παράλληλα, εδραιώνεται η τάξη των ευγενών και εξελίσσονται τα ιερογλυφικά. (Lloyd 2010, 25), με σημείο τομής το 4.000 - 3500 π.Χ., δηλαδή την χρονική στιγμή κατά την οποία θεωρείται ότι ενοποιήθηκε η Άνω και η Κάτω Αίγυπτος (Lloyd 2010, 49). Η περίοδος προ του 3.500 π.Χ. ονομάζεται συμβατικά Αρχαίο Βασίλειο. Ως αρχή της ορίζεται συνήθως το 7.000 - 6.000 π.Χ., αν και ως προς αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των ερευνητών.

Σε όσους δεν υποστηρίζουν τα ανιστόρητα περί «παναρχαιότητος» και «προτεραιότητος» των Αιγυ­πτίων, είναι γνωστό, τόσο από τις αρχαίες πηγές (Πλάτων, Απολλόδωρος, Νόννος), ότι η Αίγυπτος ουσιαστικά ήταν τμήμα του Ελληνικού χώρου από εποχές πανάρχαιες, όταν δεν είχαν εμφανισθεί ακόμη άνθρωποι στην Αίγυπτο και οι μόνοι κάτοικοι ήσαν οι προϊστορικοί Έλληνες,. Αναφέρει σχετικά ο Α.Σ. Αρβανιτόπουλος το 1926, στην «Σύγχρονη Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη»): «Μέχρι προ τίνων δεκαετηρίδων εθεωρείτο βέβαιο, ότι οι ελληνικές αποικίες άρχονται από της μεγάλης μεταναστεύσεως.» Προσέξετε τον όρο: των Δωριέων, ήτοι από το 1.100 π.Χ..

Την θεωρία όμως αυτή ανέτρεψαν οι μεγάλες ανασκαφές οι οποίες πραγματοποιήθησαν από τούς αιγυπτιολόγους Φλίνδερς Πήτρι, Ρόμπερτ. Μποβάρ. και Μανφρεντ Μπίντακ. Οι ανασκαφές αυτές έφεραν στο φως ευρήματα τα οποία αποδεικνύουν ότι και αυτό το Δέλτα του Νείλου, δηλαδή η σημερινή Αίγυπτος, «κατοικείτο και κατείχετο» από τους προϊστορικούς Έλληνες αποίκους προ της εμφανίσεως των παλαιών Αιγυπτίων, δηλαδή πριν το 6.000 π.Χ.. Οι ίδιοι ανασκαφείς βεβαιώνουν ότι οι παλαιοί Αιγύπτιοι ήταν επιδρομείς από τη Νουβία και μέσω μακρών αγώνων, από της Α' μέχρι της Δ' δυναστείας, κατόρθωσαν να εκδιώξουν ή να υποτάξουν τους παλαιούς εκείνους Έλληνες, οι οποίοι κατείχαν το Δέλτα..

Ο αρχαιολόγος καθηγητής Μάνφρεντ Μπίντακ διαπίστωσε κατά τη διάρκεια των ανασκαφών της αρχαίας Αβαρίδας, ότιοι τοιχογραφίες στα ανάκτορα της τρίτης φαραωνικής πε­ριόδου, ήταν Μινωικές! Βρέθηκαν ακόμα και αναπαραστάσεις ταυροκαθαψίων όμοιες με αυτές της Κνωσού.

Θολή ανάμνηση ακόμα και για τους αρχαίους Αιγυπτίους η «θεϊκή απόβαση» των Ελλήνων διασώθηκε σε πολλά θρησκευ­τικά τους δρώμενα όπως στην πόλη Βούβαστη όπου την μέρα της μεγάλης γιορτής άνδρες και γυναίκες έμπαιναν πολλοί μαζί σε βάρκες και ταξίδευαν από πόλη σε πόλη κατά μήκος του Νεί­λου παίζοντας αυλούς και χτυπώντας τις παλάμες τους.


Ο Ιωάννης Τσασμανής με βάση τα ευρήματα τα οποία ανεβρέθησαν κατά τις διάφορες ανασκαφές των ανωτέρω αρχαιολόγων (αμφορείς, ερείπια κατοικιών, τοιχογραφίες ανακτόρων, πήλινες και μαρμάρινες πινακίδες, αγγεία, είδη ατομικής χρήσεως), επιβεβαιώνει την ελληνική παράδοση και φυσικά ανατρέπει τις θεωρίες περί του υψηλού πολιτισμού των Αιγυπτίων ή την περί «Ινδοευρωπαίων θεωρεία», καθώς και την θεωρεία περί της «καθόδου» των Ελλήνων το 2.000 π.Χ.. Διότι, .αν οι Έλληνες κατήλθαν το 2.000 π.Χ. ή το 3.000 π.Χ., ποιοι είχαν αποικήσει την Αίγυπτο 3.000 χρόνια πριν και. περισσότερο; Μα φυσικά οι «Έλληνες και όχι οι Προέλληνες»;

Ο Άγγλος αιγυπτιολόγος Πήτρι ομιλεί περί «προϊστορικών Ελλήνων» και όχι περί ανύπαρκτων «Προελλήνων». Ταυτόχρονα διαπιστώνεται και το άλλο μεγάλο ψεύδος, περί της δήθεν μεταναστεύσεως Ασιατών στην Ελλάδα το 6.000 π.Χ.. Το αντίθετο συνέβη όπως απέδειξα στα προηγούμενα άρθρα.

«...Είναι φανερό για όποιον άνθρωπο έχει παρατηρητικό­τητα και νοημοσύνη, ότι η Αίγυπτος, στην οποία οι Έλληνες τα­ξιδεύουν με καράβια, είναι επίκτητη γη για τους Αιγυπτίους», αναφέρει ο Ηρόδοτος ο οποίος επίσης συμπληρώνει τον μακρύ κατάλογο αιγυπτιακών πόλεων, ναών και θεών με ελληνικά ονόματα: «στην Ατάρβηχι υπάρχει ο σπουδαίος ναός της Αφρο­δίτης, στη Βούβαστη τιμούν την Άρτεμη, στη Βουτού τη Λητώ και στην Πάπρημι τον Άρη.. Υπάρχει ακόμη και η πόλη του Αρχάνδρου που νομίζω ότι πήρε το όνομά της από το γαμπρό του Δαναού Άρχανδρο, γιο του Φθίου και εγγονό του Αχαιού. Μπορεί να υπήρξε και κανένας άλλος Άρχανδρος, αλλά πάντως το όνο­μα δεν είναι αιγυπτιακό».

Όσον αφορά τις πυραμίδες, ο Ηρόδοτος αναφερόμενος στον λαβύρινθο της Αιγύπτου λέει ότι: «τις πυραμίδες τις έκτισαν Έλληνες αρχιτέκτονες.»
Είναι φανερό λοιπόν ότι αυτοί οι Έλληνες άποικοι είναι οι εμπνευστές και οι κατασκευαστές των πυραμίδων, αφού όλα όσα αργότερα. αποτέλεσαν την «Αιγυπτιακή Σοφία», ήταν στην ουσία κατάλοιπα των γνώσεων που οι εισβολείς αντέγραψαν από τους εκδιωκομένους Έλληνες. Ακόμα και αν δεχτούμε την επίσημη άποψη, ότι οι πυραμίδες άρχισαν να οικοδομούνται κατά την Γ' δυναστεία, πάλι το συμπέρασμα είναι το ίδιο.

Πρέπει να αντιληφθούμε, ότι οι πρώτοι Αιγύπτιοι, που κατ΄ ουσία προήλθαν από την Νουβία, δεν διέθεταν τότε ούτε την απαραίτητη θεωρητική υποδομή, ούτε την τεχνογνωσία για να κατασκευάσουν μία πυραμίδα. Αυτό φαίνεται ακόμα και στα μεταγενέστερα έτη, όταν ο Θαλής αποδεικνύει την έλλειψη μαθηματικών και γεωμετρικών γνώσεων των Αιγυπτίων σοφών, υπολογίζοντας το ακριβές ύψος της μεγάλης Πυραμίδας.

Ό Θαλής ο Μιλήσιος, όπως υποδεικνύει ο Πλούταρχος, ως ο θεμελιωτής της ελληνικής Γεωμετρίας, γνωρίζει τα πρώτα μεγάλα γεωμετρικά προβλήματα τα οποία και ανέπτυξε. Το γεγονός ότι κατόρθωσε πράγματι να μετρήσει το ύψος των πυραμίδων της Αιγύπτου, συγκρίνοντας το μήκος της σκιάς της προς το μήκος σκιάς ράβδου ορισμένου μήκους, μας οδη­γεί μονοσήμαντα να δεχθούμε ότι ο Θαλής είχε μελετήσει τα προβλήματα της ομοιότητας των τριγώνων και ότι ήταν γνώ­στης των αντιστοίχων θεωρημάτων και αποδείξεων. Αποδεικνύεται ακόμα σε σχέση με τον υποτιθέμενο αρχαίο Αιγυπτιακό πολιτισμό ότι η 'Ελληνική επιστήμη της Γεωμετρίας και των Μαθηματικών κινείται μέσα στις αρχές της αποκάλυψης και χρήσης της γνώσης και τής εφαρμογής τής επιστημονικής μεθόδου, με τις όποιες είναι αδιάρρηκτα και απόλυτα συνασμένη η επιστήμη, που και ή ίδια αποτελεί αρχαίο ελληνικό γλωσσικό όρο και έννοια.

Το ανωτέρω παράδειγμα όπως ορθά αποφαίνονται οι: Κ. Σπετσιωτάκη και Κ. Χατζηγιάννη, καταδεικνύει επίσης ότι τα 'Ελληνικά Μαθηματικά και η 'Ελληνική Γεωμετρία ασχολήθηκαν με θέματα της 'Επιστήμης, του Λο­γισμού και της αναζήτησης της γνώσης δια της μαθηματικής οδού και ανάπτυξης της λογικής σκέψης, τού λογισμού και του συλλογισμού και γι' αυτό τον λόγο συνδέονται εννοιολογικά με ακρίβεια με τήν ελληνική γλώσσα καταγωγής και δημιουργίας τους (μάθησις, μανθάνω, Μαθηματικά). Και συγ­χρόνως αναγνωρίζουμε στο προαναφερθέν παράδειγμα την αποδεικτική διεργασία στην διατύπωση γενικής αρχής θεωρημάτων (προτάσεων συνοδευόμενων από απόδειξη) τό­σο της Γεωμετρίας, όσο και της Αριθμητικής (ή θεωρίας των αριθμών).

Οι πάπυροι που αναφέρονται σε μαθηματι­κές ή κατασκευαστικές επιδόσεις των Αιγυ­πτίων, δεν διεκδικούν παρά εμπειρική γνώση, χωρίς οιαδήποτε θεωρητική θεμελίωση κα\ οι σχέσεις που χρησιμοποιούσαν π.χ. στον υπολογισμό των εμβαδών, είναι στοιχειώδεις και προσεγγιστικές.


Συνδυάζοντας οι: Φ. Πήτρι και Ρ. Μποβάρ όλα τα αρχαιολογικά στοιχεία και γεγονότα, επιβεβαιώνουν για ακόμη μια φορά τη πρωτοπορία των Ελλήνων. Και, αν κάποιος επιθυμεί να επιβεβαιώσει το γεγονός της πανάρχαιας, προκατακλυσμιαίας αποικίσεως της γης του Νείλου από τους Έλληνες, δεν έχει παρά να ανατρέξει στο Β' βιβλίο του Απολλόδωρου (κεφ. VI παρ. 3).

Η Αίγυπτος στην ουσία όπως αναφέρει και η Ιουλία Πιτσούλη, αποτελούσε τμήμα του Ελληνικού Αιγιακού χώρου (Ύπτία Αιγιής) από πανάρχαιες εποχές όταν δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη άνθρωποι στην Αίγυπτο και οι μόνοι κάτοικοι ήσαν οι προϊστορικοί Ελληνοπελασγοί. 'Όμως, μεγάλης έκτασης γεωφυσικά γεγονότα, όπως πιθανόν της αντιστροφής των πόλων, των σεισμών και των πλημμυρών Ωγύγου, Δευκαλίωνος Δαρδάνου, που επακολούθησαν κατέστρεψαν το μεγαλύτερο μέρος της γνώσηςκαι των επιτευγμάτων των Ελλήνων της απώτατης εκείνης περιόδου. Παρ' όλα αυτά, κάποια τμήματα διασώθηκαν σκορπισμένα σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ένα από αυτά βρίσκεται στην Αίγυπτο.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Ε,57,3-5) αναφέρει: «εις Αίγυπτον απάρας έκτισε την Ηλιούπολιν ονομαζομένην από του πατρός. Οι δ' Αιγύπτιοι έμαθον παρ' αυτού τα περί την Αστρολογίαν (Αστρονομίαν) θεωρήματα. Ύστερον δε παρά τοις Έλλησι γενομένου Κατακλυσμού, και δια την επομβρίαν των πλείστων ανθρώπων απολομένων, ομοίως τούτοις και τα δια των Γραμμάτων υπομνήματα συνέβη φθαρήναι.... Ομοίως δε και Αθηναίοι κτίσαντες εν Αιγύπτω την πόλιν την ονομαζομένην Σάιν (γενική της Σάιδος), της ομοίας έτυχον αγνοίας δια τον Κατακλυσμόν».

Ο Πλούταρχος επίσης κάνει δυο αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις αναφέροντας: «οι Αιγύπτιοι ονομάζουν Αμένθη τον τόπο στον οποίο πηγαίνουν οι ψυχές όταν πεθαίνουν και πως η λέξη αυτή είναι μια από τις μεταφερθείσες παλαιά από την Ελλάδα, και ότι «τον παλαιό καιρό η Αίγυπτος ήταν θάλασσα, γι' αυτό στα μεταλλεία και στα βουνά ευρίσκονται κοχύλια μέχρι σήμερα». Πίσω από αυτές τις επισημάνσεις διαφαίνεται επίσης και πάλι ένα απώτατο ελληνικό παρελθόν αλλά και γεωφυσικές, πλανητικές μεταβολές.

Επομένως δεν έμειναν γραπτά στοιχεία στους Έλληνες που να θυμίζουν ότι αυτές οι γνώσεις και οι πόλεις της Αιγύπτου ήσαν Ελληνικές, διότι έτυχον αγνοίας εξ αιτίας του Κατακλυσμού.

Οι συνεχείς καταστροφές στο Ελλαδικό έδαφος επιτείνουν την σύγχυση των μετέπειτα Κλασικών ιστορικών συγγραφέων, που επιχειρούν να θέσουν μία σειρά στα γεγονότα. Πχ: ο γνωστός Τρωικός Πόλεμος, που όπως δεικνύουν οι Κ. Κουτρουβέλης στο βιβλίο: «Η Αναχρονολόγηση της Προϊστορίας» και Σ. Παπαμαρινόπουλος στο βιβλίο: «Η Αστρονομική Χρονολόγηση του Τέλους του Τρωικού Πολέμου», συνέβη, τελικά το 3.150 π.Χ. και εσφαλμένα έχει μετατοπισθεί το 1.200 π.Χ., διότι η τελευταία ισχυρότατη καταστροφή από την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας (το 3.150 π.Χ.) επέφερε άγνοια πολλών αιώνων και ταύτιση όλων των προηγουμένων καταστροφών με αυτήν χωρίς να αναφέρεται από κανέναν συγγραφέα η έκρηξη του ηφαιστείου.

Οι κάτοικοι γενικά των Ελληνικών πόλεων (Κρατών) και κατ΄ επέκταση της Κρήτης, της εποχής εκείνης, ήσαν αναγκασμένοι λόγω της σταδιακής αυξήσεως του πληθυσμού τους και της μη επάρκειας του ζωτικού χώρου τής κάθε πόλεως κράτους, να αποικίσουν όχι μόνο τα διάφορά νησιά του Αιγαίου αλλά και τις ακτές της Μεσογείου. Το αρχαίο βασίλειο της Αιγύπτου κατοικείτο από τους προϊστορικούς Έλληνες αποίκους και δει από τους Μινωίτες προ της εμφανίσεως των παλαιών Αιγυπτίων, δηλαδή πριν το 7.000 - 6.000 π.Χ.

Οι παλαιοί Αιγύπτιοι ήσαν επιδρομείς από τη Νουβία και μέσω μακρών αγώνων, κατόρθωσαν να εκδιώξουν ή να υποτάξουν τους παλαιούς εκείνους Έλληνες, οι οποίοι κατείχαν την περιοχή που σήμερα ονομάζεται Αίγυπτος. Η Αιγυπτιακή σοφία και θρησκεία ήσαν στην ουσία κατάλοιπα των γνώσεων που οι εισβολείς αντέγραψαν από τους εκδιωκομένους Έλληνες.

Στα Αιγυπτιακά ιερά όπως αναφέρει ο Δημήτριος Μαντές, υπήρχαν πανάρχαια αρχεία ενός καταγεγραμμένου προκατακλυσμιαίου πολιτισμού στην Αίγυπτο. Το πιο εκπληκτικό γεγονός όμως είναι, ότι σε αυτούς τους καταλόγους της προκατακλυσμιαίας δυναστείας στην Αίγυπτο τα μισά ονόματα ανήκουν σε πασίγνωστα πρόσωπα της Ελληνικής Προϊστορίας, όπως: Ουρανός, Ερμής, Μιν - Μήνης Μίνωας, Αθώδης - Άθωθις, Βήλος, Πένδωρ, Ερεσιμένης, Βέκτρος Βούσιρις, όπως διασώζει ο Νόννος στο τρίτο βιβλίο του. Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η άποψη ότι από την Ελλάδα μεταφέρθηκε στη Αίγυπτο και ήκμασε ο Ελληνικός προκατακλυσμιαίος πολιτισμός.

Οι ίδιοι οι Αιγύπτιοι ιερείς (στην αρχαία Αίγυπτο) θεωρούν το γένος των Ελλήνων όχι μόνο ανώτερο και παλαιότερο όλων, αλλά και προερχόμενο από τους θεούς. Σύμφωνα με τα γραπτά αρχεία των Αιγυπτιακών ιερατείων, επιβεβαιώνεται η ταύτιση της Ίσιδας με τη θεά Αθηνά ή της θεοποιημένης Ιούς, καθώς και η ελληνικότητα των ριζών του Αιγυπτιακού πολιτισμού.

Επιπρόσθετα οι ίδιοι ισχυρίζονται ότι οφείλουν την ονομασία τους από τον Αίγυπτο, αδελφό του Δαναού, καθώς και την αποκάλυψη των διάσημων μυστηρίων σε δυναστεία Ελλήνων βασιλέων, η οποία διέθετε ρίζες θεϊκές και δίδαξε στους λαούς, τους θεούς να σέβονται και θυσίες να προσφέρουν. Να σημειωθεί ότι η πνευματική ηγεσία της Αιγύπτου έτρεφε ευγνωμοσύνη προς τους Έλληνες ιδρυτές του κράτους τους.

Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει στο Β΄ βιβλίο του, καθώς και ο Ευήμερος, ότι ο Αίγυπτος ήτο γιος του Βήλου και της Αγχινόης και δίδυμος αδελφός του Δαναού. Από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από τον Ποσειδώνα, ενώ από της μητέρας του από τον ποταμό Νείλο. Ο Βήλος, ο οποίος επίσης βασίλευε στις αφρικανικές χώρες, εγκατέστησε τον Δαναό στη Λιβύη και έδωσε την Αραβία στον Αίγυπτο. Ο Αίγυπτος όμως κατέλαβε για λογαριασμό του τη χώρα των Μελαμπόδων (αυτών που έχουν μαύρα πόδια), που την ονόμασε από το όνομά του Αίγυπτο.


Οι Ιερείς της Αιγύπτου δίδασκαν βασιζόμενοι στα εδάφια που προερχόταν από την «Βίβλο των Νεκρών» (αποσπάσματα του οποίου διέσωσε ο Ευσέβιος και τα οποία φυλάσσονται στην βιβλιοθήκη του Βατικανού). Όσον αφορά τη προέλευσή της οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι γράφτηκε μέσω του δακτύλου του Θεού Θώθ, του οποίου το πρόσωπο ταυτίζεται με τον Έρμη τον Τρισμέγιστο, 9.000 έτη π.Χ, για τον οποίο θα αναφερθώ σύντομα σε συνέχεια της μελέτης και έρευνας.

Κατά την προϊστορική, επίσης, εποχή σύμφωνα με τους Αιγύπτιους ιερείς, εμφανίστηκαν γύρω στα 40 βασίλεια στην κοιλάδα του Νείλου και στις οάσεις. Στο τέλος δε της 5ης χιλιετηρίδας τα μικρά αυτά βασίλεια ενώθηκαν σε δυο μεγάλα ενιαία κράτη το βασίλειο της Άνω Αιγύπτου, το οποίο περιελάμβανε τις περιοχές γύρω από το νότιο τμήμα του Νείλου ως την Ερυθρά Θάλασσα και το βασίλειο της Κάτω Αιγύπτου, το οποίο εκτεινόταν στο βόρειο τμήμα του Νείλου ως τη Μεσόγειο. Γύρω στο 4.500 - 4.000 π.Χ. τα δυο βασίλεια ενώθηκαν και αποτέλεσαν ενιαίο κράτος. Πρώτος δε βασιλεύς της Αρχαίας Αιγύπτου όπως αναφέρεται από τους Μανέθωνα, Ηρόδοτο, Διόδωρο και λοιπούς ιστορικούς αναφέρεται ο Μιν ή Μήνης, ιδρυτής της πρώτης δυναστείας του αρχαίου βασιλείου. Ο Μίνωας αναφέρεται από νεότερους ιστορικούς ως ο ιδρυτής της δεύτερης δυναστείας του αρχαίου βασιλείου. Γενικότερα η σημερινή επιστημονική κοινότητα έχει την άποψη ότι τα δύο αυτά ιστορικά πρόσωπα είναι υπαρκτάκαι οι διάδοχοί τους έφεραν το ίδιο όνομα ως κάτοχοι του αξιώματος.

Οι ανωτέρω επισημάνσεις μαρτυρούν ένα απώτατο ελληνικό παρελθόν αλλά και γεωφυσικών πλανητικών μεταβολών, οι πληροφορίες των οποίων φθάνουν μέχρι σήμερα όχι μόνο από τους αρχαίους Έλληνες ιστορικούς, αλλά και από τους σημερινούς επιστήμονες. Ας παραθέσουμε λοιπόν τις αναφορές λεπτομερώς των ανωτέρω αρχαίων Ελλήνων και Αιγυπτίων ιστορικών καθώς και των σημερινών επιστημόνων, ότι: «οι Θεοί και ο πολιτισμός της Αιγύπτουοφείλονται στον προϋπάρχοντα ελληνικό Θεο- πολιτισμό».

Όποιους ισχυρισμούς λοιπόν και αν προβάλλουν οι σύγχρονοι ιστο­ρικοί για τον αιγυπτιακό πολιτισμό, ότι, δηλαδή, προηγήθηκε του ελλη­νικού, έχουν απέναντί τους, όχι μόνο τους Αρχαίους ιστορικούς: Όμηρο, Πλάτωνα, Ηρόδοτο, Νόννο, Ευήμερο, Διόδωρο Σικελιώτη, Ιώσηπο, Στοβαίο, Πλούταρχο, αλλά και τους αρχαίους Αιγύπτιους ιερείς ιστορικούς όπως: οι Μανέθων, Νεσουναμούν, και Ναρμοχτέπ, οι οποίοι από τα βάθη του χρόνου, τους διαψεύδουν και τους καταγγέλλουν ως πλαστογράφους της αλήθειας,. Οι τελευταίοιαναφέρουν πως στην προϊστορική Αίγυπτο κυβερνούσαν οι θεοί κι ύστερα ακολούθησαν οι γενιές των ημίθεων, που ονομάζονταν οπαδοί ή λατρευτές του Ώρου.


Στο επόμενο 3ον Μέρος θα διαβάσετε: «Η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία ομιλεί περί της προϊστορικής Ελληνικότητας της Αιγύπτου»


Βιβλιογραφία:

Δαμάχου: «περί Μυστηρίων», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Ιωσήφ Λαζαρίδη: «Η γενετική συνέχεια των Ελλήνων»

Νόννος «Διονυσιακά»: Εκδ. Κάκτος

Πλάτων: Τίμαιος - Κριτίας, Εκδ. Κάκτος.

Δαμάχου: «περί Αρχαίων θεών», Βιβλιοθήκη Βατικανού

Διόδωρος Σικελιώτης: ιστορική βιβλιοθήκη, βιβλ. α' και ε', εκδ. Γεωργιάδης - βιβλιοθήκη των Ελλή­νων.

Ιωάννης Πασσάς: Τα Ορφικά, εκδ. Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Κωνσταντίνος Σπετσιωτάκης - Κωνσταντίνος Χατζηγιαννάκης. Η Γεωμετρική Θεώρηση του Κόσμου στην Αρχαία Ελληνική σκέψη. Εκ. Ιχώρ

Δ, Λιακόπουλος. «Οι ρίζες των Ελλήνων»

Παντελης Κ. Ιωαννίδης: Η Άγνωστη Προϊστορία των Ελλήνων, εκδ. Δίον.

Παρασκευή Βλαχογιάννη: «Η Αίγυπτος στο χθες και στο σήμερα», εκδ.Ευσέβιος της Καισαρείας.«Θεοί και Μυστήρια»

Ιουλία Πιτσούλη. Έλληνες οι Θεοί της Αιγύπτου. Εκδόσεις Aldebaran

Απολλόδωρος, βιβλ. Β', εκδ. Ζαχαρόπουλος. Αθανάσιος

Μανέθωνος Αιγυπτιακά. Εκδ. Γεωργιάδη

Απολλλόδωρος περί θεών. Εκδώσεις Κάκτος

Αθανάσιος Σταγειρίτης: «Ωγυγία ή Αρχαιολογία», με ερμηνευτικά σχόλια του Ηρακλή Μιχαήλ Μουτζουρίδη: Εκδόσεις «Διανόηση»

Jill Α. Pochan: Τα μυστήρια των μεγάλων πυραμίδων, εκδ. Ορφανίδη.

Θ. Μανιάς .Το ελληνικό πνεύμα στις πυραμίδες της Αιγύπτου

Στράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ, Κάκτος

Tom Valentine: Το μυστήριο της Μεγάλης Πυραμίδας, εκδ. Ωρόρα.

Στοβαίου τραγωδίαι: Εκδ Κάκτος

S. Otrander, l. Shroeder: ψυχικές ανακαλύψεις στην Ε. Σ. Σ. Δ.. Εκδόσεις Βολούκου.

Σράβωνος Γεωγραφικά. Εκδ. Κάκτος

Paul Hrn: Iside the grate pyramid,c.d. jema

Θεοφάνης Μαντάς: «Το Ελληνικό πνεύμα στις πυρα­μίδες της Αιγύπτου», εκδ. πύρινος Κόσμος

Παυσανίας (ΙΙ.27.4). Εκδ. Κάκτος

Διαμαντής Κούτουλας: περ. Δαυλός τ. 154

Αλέξανδρος Πετίδης: «Η όαση του Άμμωνα Δία», περ. Ανεξήγητο.

Πλούταρχος: «Ηθικά, περί Ίσιδος και Οσίριδος», βιβλ. β' εκδ. Γεωργιάδη - βιβλιοθήκη των Ελλήνων

Κόπτος: τόμος Η', Πάπυρος Λαρούς.

Παπαρρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τομ Α΄, σελ 379

Ομήρου Ιλιάς: Ζ 395

Διόδωρος Σικελιώτης, Δ΄, 72

Κλήμης Αλεξανδρείας, (αποσπάσματα έργων, τομ. Β΄, σελ. 390) (Από τον Ιω. Μαλάλα)

Απολλόδωρος: Γ΄, Ι, 1

Στράβων, ΙΓ΄, Ι, 7, σελ. 53. και IV, 6, σελ. 179

Απολλόδωρος, Επιτομή ΙΙΙ, 9

Παναγιώτης Χατζηιωάννου: «Οι Πυραμίδες των Ελ­λήνων», περ. δαυλός, τευχ. 148

Δημήτριος Μαντές : Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. Α', Εκδοτική Αθηνών

Διαμαντής Κούτουλας: Ο Προκατακλυσμιαίαος Οι­κουμενικός Πολιτισμός των Διογενών Ελλήνων, περ. Δαυλός, τευχ. 151.

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός του Ώρου στο Εντφου, περ. «Τρίτο Μάτι», τ. 34

Ed. Schure. Οι Μεγάλοι Μύσται. Εκδ. Κάκτος.

Κ.. Θεοχάρης Δετοράκης. Ιστορία της Κρήτης του καθηγητή

Μ. Μεγαλομμάτης: Ο ναός της Ίσιδας στις Φίλες, περ. Τρίτο Μάτι τ. 28

Παντελής Ιωαννίδης: Ερμής ο Τρισμε'γιστος, εκδ. Δίον.

Γεώργιος Σιέττος: Αρχαίες επιβιώσεις στον χριστιανι­σμό, εκδ. Aldebaran

Pierre Montet: «H καθημερινή ζωή στην αρχαία Αίγυπτο», Εκδ. Παπαδήμα

Στέκιος Πετράκης. Ερευνώ, βρίσκω και γράορω

Τομ Βαλλεντάιν. «Το μυ­στήριο της Μεγάλης Πυραμίδας»

Κωαταντίνος Κωνσταντινίδης: «Δημιουργοί και παραχαράκτες της Παγκόσμιας Ιστορίας», εκδ. 21ος Αιώνας

Ηροδότου Ιστορία - Ευτέρπη (περί της Αιγΰπτου). Εκδ. Κάκτος

I. Θωμόπυλος: Πελασγικά

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: «Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου»

Κ. Κουτρουβέλης στο βιβλίο του «Η αναχρονολόγηση της Προϊστορίας»

Φίλων ο Βύβλιος. «Πρεσβεία προς Γαίο», Εκδ Κάκτος

Μανόλη Βουτυρά & Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά: «Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της»

«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου Ελληνο-Πελασγικού ...
«Αίγυπτος: Απόρροια του Αρχαίου, Ελληνο-Πελασγικού...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares