InTownPost

Ακολουθήστε μας :

16
Κυρ, Μάι
Tο διάβασαν 175 άτομα (175 Views)

«Έρωτες, Φαντασία, Πόλεμος: συστατικά ζωής», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 16

Είναι εξακριβωμένο ότι τα πιο ενδιαφέροντα και ζουμερά πάνελς αλλά και αιματηρά ντιμπέιτς στήνονται στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Χώροι, ιδιαίτεροι, όπως το καφενείο των γερόντων, ας πούμε, τα οποία στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν υπάρχουν πια, παρά μόνο σε κάτι χωριά θα τα συναντήσουμε, οπότε στα Μ.Μ.Μ. πάλλεται ολοζώντανα και νευρικά το κύτταρο της καθημερινότητας ανδρών γυναικών κάθε ηλικίας, παρουσίας κοινού. Εντός των μακρόστενων, μεταλλικών κουβούκλιων, σταθερής ή ελεύθερης τροχιάς, το κάδρο της σύγχρονης ζωής με την ναίφ τεχνοτροπία γίνεται πιο ξεκάθαρο, πιο αληθινό, πολλές φορές ανεκτίμητα σοφό.

Οι σκέψεις που αποτυπώνονται από τους ανθρώπους του μόχθου σε μια διαδρομή αστικής συγκοινωνίας είναι το απαύγασμα των βιωματικών καταστάσεων, ο αντίκτυπος του πολιτισμικού ρεύματος που διοχετεύεται, συνήθως, από το παραλληλόγραμμο, γυάλινο σχήμα της σπιτικής τηλεόρασης μέσω των ειδήσεων και των προγραμμάτων της σπιτικής διασκέδασης. Ο άνθρωπος, αποδεδειγμένα πια, κλεισμένος σαν τρόφιμος φυλακών συρρίκνωσε τα όνειρα του στα πενιχρά μισθά του με μοναδικό μπαλκόνι εκτόνωσης αυτό το τρομακτικό γυάλινο «μάτι» που δεν βλέπει αλλά μιλάει ακατάπαυστα 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, προπαγαδίζοντας και συνάμα χυδαιολογώντας προς κάθε κατεύθυνση του πολιτισμικού και πολιτιστικού ανθρώπινου ορίζοντα.

Ο πατριάρχης της σύγχρονης προπαγάνδας, ο Γερμανός, πολιτικός Πάουλ Γιόζεφ Γκέμπελς, ως υπουργός της ναζιστικής ενημέρωσης σκέφτηκε ευφυέστατα να κατασκευαστούν προσιτά σε κόστος, αξιόπιστα ραδιόφωνα, ώστε κάθε σπιτικό να είναι εφοδιασμένο από ένα για να φιλοξενείται η ερεβώδης «φωνή» του τρίτου ράιχ, ολημερίς και ολονυχτίς, στις καρδιές και τα μυαλά των Γερμανών πολιτών. Σήμερα, εν έτει 2020, ο ηλεκτρικός ήχος εμπλουτίστηκε με την ψηφιακή εικόνα και ο σκοπός απαράλλαχτος δρα δυναμικότερα, αφού όχι μια, αλλά δυο από τις βασικές ανθρώπινες αισθήσεις αιχμαλωτίστηκαν.

Κανέναν επιθετικό προσδιορισμό, όπως: «άνανδρα», «προδοτικά», «μπαμπέσικα», «ανέντιμα», δεν θα χρησιμοποιήσω για να αποδυναμώσω την δυναμική αυτής της αιχμαλωσίας από την ισχύ και την εξουσία της τηλεόρασης στον άνθρωπο του 21ου αιώνα. Θέλαμε να γίνει και έγινε, αλλιώς, απλά, εάν δεν θέλαμε δεν θα γινόταν. Εμείς είμαστε που υποδεχθήκαμε με τιμή και δόξα στα σωθικά τού νυμφώνα μας το μεταλλακτικό εργαλείο συνειδήσεων και το αφήσαμε ανοιχτό νυχθημερόν να κάνει την δουλειά για την οποία σχεδιάστηκε. Εμείς βιδωθήκαμε απέναντι του, προχθές με περιέργεια, σήμερα εθισμένοι και δεν εννοούμε να το στείλουμε στον αγύριστο. Δικαίωμα του καθενός και αυτή η επιλογή και ουδεμία κριτική επιδέχεται, καθώς η ζωή μας στον παρόντα χρόνο διαθέτει πλάτος, μήκος, ύψος, βάθος και αντηχεί στην αιωνιότητα. Οπότε το ράβουμε δεν εκφέρουμε τον παραμικρό κριτικό ήχο και αφήνουμε τον άνθρωπο να διαχειριστεί τις οντολογικές του διαστάσεις κατά το όπως νομίζει ό ίδιος.

Στο λεωφορείο της γραμμής με προορισμό το πολυσύχναστο και πολύβουο άστυ, ώρα πρωινή πρωινή γίνεται πατείς με, πατώ σε. Είμαι, ας πούμε, από τους τυχερούς του 45λεπτου δρομολογίου γιατί το παραλαμβάνω από τις πρώτες στάσεις του και πάντα βρίσκεται μια ελεύθερη θέση κάπου για να καθίσω και να διαβάσω το βιβλίο μου. Ο νεαρός του διπλανού καθίσματος, με την κουκούλα του φούτερ φορεμένη στη κεφαλή του, ταξιδεύει ανδρειωμένα στα βασιλικά πεδία του Μορφέα με τα ακουστικά του κινητού τηλεφώνου του περασμένα στα ώτα του. Τώρα, το πως κοιμάται με την βαβούρα να σφυρηλατεί τα τύμπανα του, επιστημονικώς είναι ακόμα ανεξήγητο. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στο ηλικιωμένο ζευγάρι απέναντι μου – ανήρ γυνή, πάντα να διευκρινίζουμε το σχήμα σε αυτούς τους καιρούς - τους οποίους βρήκα με την είσοδο μου στο ρυπαρό και αφρόντιστο λεωφορείο. Το εκπληκτικό ντουέτο δεν άφησε τίποτα ασχολίαστο να πέσει χάμω, πρωινιάτικα, θυμίζοντας τους δυο γεροξούρες στο θεωρείο του Μάπετ Σόου.

Άλλοτε ψιθυριστά και άλλοτε πιο έντονα από τα χείλη τους πέρασαν σόγια, περιουσίες, οικογενειακά δράματα, απλά και μόνο βλέποντας κάτι από το παράθυρο του οχήματος ή σχολιάζοντας, out of the blue, κάποιες εικόνες εντός ή εκτός του μεταφορικού μέσου. Καλοβαλμένοι και οι δυο, μετρίου αναστήματος, αδύνατοι, έκοβε ο ένας, έραβε ο άλλος και αντιστρόφως σε άψογο συντονισμό, δίχως να διακόπτουν και άνευ αντιρρήσεων ή αντιθέσεων επιβεβαίωνε δοξαστικά ο ένας τον άλλον. Απίθανο! Με κάποιους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, που έχουν συνάψει στα τόσα χρόνια συμβίωσης, καταλαβαινόντουσαν άψογα με την μια, αμέσως, δίχως πολλά λόγια, ενώ για μένα τα αγεφύρωτα, σημαντικά κενά στον αφηγηματικό τους ειρμό προκαλούσαν καταστροφή, χάος στην παρακολούθηση των γεγονότων. Όπως καταλαβαίνετε, εγκατέλειψα το διάβασμα για να αφοσιωθώ διακριτικά στο ολοζώντανο πάνελ απέναντι μου. Το χάιλαϊτ, της από κόσκινου κριτικής άποψης του ηλικιωμένου ζευγαριού που κράτησα είναι το εξής:

Λέει ο κύριος: «Τρία πράγματα χρειάζονται για πας μπροστά. Χρήμα, μπάρμπα στη Κορώνη και ρουφιανιά».

«Πάντα έτσι δεν ήταν;», απαντάει η κύρια.

«Αλήθεια λες, έτσι ήταν πάντα. Χρήματα για να μην έχεις κανέναν ανάγκη και πέσεις δουλικό, που στο διάβολο, σε κάποια χώρα να σε εκμεταλλεύονται. Μπάρμπα στην Κορώνη για να ξεχωρίσεις από το σωρό και να φτιάξεις κάτι να μην χαθείς και το άλλο το καλό που το πας;», σταματάει και κοιτάει ο κύριος την κυρία με χαμόγελο.

«Ποιο;», αποκρίνεται η κυρία προβληματισμένη.

«Την ρουφιανιά, μωρέ! Επίσημη πια. Τηλεφωνάς, υπάρχει αριθμός σπέσιαλ και καρφώνεις τον άλλον στην αστυνομία επειδή καπνίζει δίπλα σου. Το κάπνισμα σήμερα, αύριο θα τηλεφωνάς γιατί κάποιος παραδίπλα σου είπε κάτι για τον τάδε πολιτικό, μεθαύριο θα τηλεφωνάς για να καρφώσεις τον γείτονα που τον ψάχνουν γιατί χρωστάει στο κράτος. Με το γράμμα του νόμου όλα. Παλιά, στον ρουφιάνο έβγαζαν τα έντερα για παραδειγματισμό και τα κρεμούσαν στην αυλή της εκκλησίας. Θυμάσαι τον γιο της νοσοκόμας στο χωριό σου; Τα σωθικά του πεταμένα στα σκαλιά της Αγίας Μαρίνας και το κεφάλι του στην πόρτα της μάνας του. Σήμερα είσαι υπόδειγμα, σωστός πολίτης εάν ρουφιανέψεις στους μπασκίνες. Παίρνεις άριστα!»  

 

Αξιολόγηση Ταινιών


 

* * * * *  Αριστούργημα * * * * Εξαιρετική * * * Ενδιαφέρουσα * * Προβληματική * Αδιάφορη @ Κάκιστη

 


«Ραντεβού στο Belle Époque»

(La Belle Époque)     



 

 

  • Είδος: Ερωτική κομεντί
  • Παραγωγή: Γαλλία (2019)
  • Σκηνοθεσία : Νικολά Μπεντό
  • Με τους: Ντανιέλ Οτέιγ, Γκιγιόμ Κανέ, Ντόρια Τίλιερ, Φανί Αρντάν, Πιερ Αρντιτί
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Rosebud 21 - Seven Films

Ο αστός, εξηντάχρονος Βικτόρ (Ντανιέλ Οτέιγ – καλός) με όλα τα προβλήματα που υπάρχουν στην ζωή του, διάγει την καθημερινότητα ήσυχο-ταραγμένα, όπως λένε, καθώς θεωρεί ότι το σήμερα όπως έχει διαμορφωθεί δεν τον αγγίζει καθόλου. Τα δεδομένα ανατρέπονται όταν ο νεαρός Αντουάν (Γκιγιόμ Κανέ – καλός) προσφέρει μια μοναδική, πρωτοποριακή μορφή ψυχαγωγίας στον Βικτόρ. Χάρη σε έναν μοναδικό συνδυασμό θεατρικών τεχνασμάτων και ιστορικής αναπαράστασης, η εταιρεία τού Αντουάν χαρίζει την ευκαιρία στους πελάτες της να επιστρέψουν σε όποια χρονική περίοδο επιλέξουν.

Ο Βίκτορ αποφασίζει να χρησιμοποιήσει την πρόταση του Αντουάν και να ταξιδέψει στη Λιόν του 1974 για να ξαναζήσει την πιο αξέχαστη εβδομάδα της ζωής του, τότε, όταν συνάντησε τον μεγάλο έρωτα της ζωής του. Στο πλατό το ντεκόρ στήνεται, οι πρωταγωνιστές είναι έτοιμοι και ο Βικτόρ αναβιώνει εκείνη την βραδιά, όπως ακριβώς ήταν στο καφέ που άλλαξε την ζωή του.

https://youtu.be/zGAAmqv3E_k


Γουστόζικη, ερωτική ταινία, που αποδεσμεύει χαριτωμένα το πνεύμα του έρωτα μην τυχόν καταφέρει να λύσει τα δεσμά της ανθρώπινης ρουτίνας, προσδίδοντας παράλληλα όμορφο συναίσθημα, ως κινητήρια δύναμη, στην αυτοκτονική απραξία μιας ζωής χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. «Amour, amour», όπως λένε και οι σύμμαχοι μας οι Φράγκοι, ειδικά όταν ο μέγας και αξέχαστος έρωτας στην πορεία του ανθρώπου, παρουσιάζεται απρόσκλητος στα πιο απίθανα σημεία με σκοπό να μετασχηματίσει την εσωτερική του γεωγραφία.

 Ο Γάλλος σκηνοθέτης Νικολά Μπεντό, σε συνέχεια του κινηματογραφικού του ντεμπούτο με την «Ο Κύριος και η Κυρία Αντελμάν», στήνει ξανά το παιχνίδι του παρόντος και του παρελθόντος με την γυναικεία παρουσία, one more time, ως κυρίαρχο στοιχείο στο δικό του σενάριο, αυτή την φορά όμως όχι αφηγηματικά όπως ήταν στην πρώτη ταινία, αλλά επί της ουσίας, καθώς η έμπνευσή του ρολάρει ευχάριστα και αρκετά φιλόδοξα στα plots του γουντιαλενικού «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» και της πάλαι ποτέ επιτυχημένης, τηλεοπτικής σειράς των ‘70’s: «Το Νησί της Φαντασίας» με τον αξέχαστο Ρικάρντο Μονταμπλάν.

Λιγότερο φλύαρος ο Μπεντό, πιο συγκεντρωμένος και με νοσταλγικές πινελιές χρωματίζει άλλες εποχές, έχοντας, βέβαια, τον γλυκύτατο Ντανιέλ Οτέιγ σε πρώτο πλάνο, την παρουσία της Φανί Αρτάν, αλλά και την θυελλώδη Ντοριά Τιλιέρ. Το αισιόδοξο είναι, ότι ισορροπεί ικανοποιητικά την ερωτική ιστορία του με ευαισθησία και προσεγμένο χιούμορ. Παρότι η θέση μου για το σύγχρονο, γαλλικό σινεμά δεν είναι αβανταδόρικη, η ταινία έφτιαξε την διάθεση μου και μέρες που είναι χρειαζόμαστε οπωσδήποτε την καλή διάθεση. Ας είναι λοιπόν ο έρωτας ο βατήρας για την πρώτη, την επόμενη και για την κάθε βουτιά στα πολύχρωμα νερά της καλής ψυχαγωγίας και της χαράς.

«Η Ναυμαχία του Μίντγουεϊ»

«Midway»          



 

 

  • Είδος: Πολεμικό ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Ρόλαντ Έμεριχ
  • Με τους: Εντ Σκράιν, Πάτρικ Γουίλσον, Λουκ Εβανς, Άαρον Εκχαρτ, Νικ Τζόνας, Μάντι Μουρ, Ντένις Κουέιντ, Γούντι Χάρελσον
  • Διάρκεια: 105΄
  • Διανομή: Odeon

Αποδεκατισμένοι και με το ηθικό πεσμένο έπειτα από την ιαπωνική επιδρομή στη ναυτική βάση Περλ Χάρμπορ της Χαβάης to 1941, προ εξαμήνου, ο αμερικανικός στόλος βάζει πλώρη, δίχως πολλούς άντρες και πολεμοφόδια, για αυτό που έμελλε να γίνει γνωστό, ως η Μάχη του Μίντγουεϊ.

Το νέο κρυφό και υποτιμημένο όπλο των ενόπλων δυνάμεων είναι οι υπηρεσίες πληροφοριών σε συνδυασμό με τον αυθορμητισμό και το θράσος τους. Πιλότοι, ναύτες, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και διοικητικό προσωπικό στο γραφείο αποκρυπτογράφησης πληροφοριών θα δώσουν την δική τους μάχη, αυτή που γράφτηκε με αίμα και θάνατο στις σελίδες της ιστορίας του δεύτερου μεγάλου πολέμου.

https://youtu.be/4CBnomR8zWU


Ο πρίγκιπας του κινηματογραφικού θεάματος, ο Γερμανο-Αμερικανός Ρόλαντ Έμεριχ, αφήνει για λίγο, ως επί το πλείστον, το πάρκο της επιστημονικής φαντασίας, επιστρέφοντας στα ένδοξα, εμψυχωτικά εδάφη της αμερικανικής ιστορίας. Κατόπιν του «Πατριώτη» (2000), προφανώς βλέποντας την «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν και έχοντας κατά νου το ψηφιακό «Περλ Χάρμπορ» του Μάικλ Μπέι, σκέφτηκε με ενθουσιασμό, ότι κάλλιστα θα μπορούσε να απλώσει αρίδα σε αντίστοιχο κινηματογραφικό, πολεμικό πεδίο, φτιάχνοντας μια ταινία το ίδιο φαντασμαγορική και γεμάτη δράση.

Καλός μάστορας στο είδος της μεγάλης παραγωγής και του blockbuster, ο Έμεριχ επιλέγει το ιστορικό σημείο της ναυμαχίας στις ατόλες του Μίντγουεϊ, όπου αεροπλάνα, υποβρύχια, πλοία και αεροπλανοφόρα πρωταγωνιστούν σε ένα θαλασσινό μακελειό Ιαπώνων και Αμερικανών για την επικράτηση στο πολεμικό θέατρο του Ειρηνικού Ωκεανού τον Ιούνιο του 1942. Να σημειώσουμε, ότι η ναυμαχία του Μίντγουεϊ συμπεριλαμβάνεται στις τέσσερις, σπουδαίας στρατηγικής σημασίας ναυτικές συγκρούσεις της παγκόσμιας ιστορίας μαζί με την ναυμαχία της Σαλαμίνας, την ναυμαχία του Τραφάλγκαρ των ναπολεόντιων πολέμων και τη ναυμαχία των στενών της Τσουσίμα στον Ρωσο-Ιαπωνικό πόλεμο.

Κινηματογραφημένο αρκετά στο παρελθόν το συγκεκριμένο γεγονός του δεύτερου μεγάλου πολέμου, ο Έμεριχ στήνει το δικό του σκηνικό, που, φυσικά, τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχουν τα προσεγμένα ψηφιακά εφέ, ειδικά αυτών των αερομαχιών, τα οποία δίνουν ένα καλό αποτέλεσμα και το προσεγμένο κάστ. Όπως στην «Δουνκέρκη» του Νόλαν, έτσι και στο «Μίντγουεϊ» του Έμεριχ ανάπλαση χαρακτήρων δεν υπάρχει παρά μόνο γεγονότα. Το σπουδαίο γεγονός σε αυτή την παραγωγή, το οποίο και το τονίζει στο στόρι ο σκηνοθέτης, είναι η σύσταση του πρώτου, στρατιωτικού γραφείου πληροφοριών και κρυπτογράφησης, που, τέλος πάντων, έπαιξε σημαντικό ρόλο, πιάνοντας στον ύπνο τους Ιάπωνες και χαρίζοντας τη νίκη στους Αμερικάνους.

Κατά τα άλλα όλη η πολεμική δράση εκτυλίσσεται φόρα παρτίδα στο green screen με αυξημένη την δόση του πατριωτισμού, από την πλευρά των Αμερικανών, η οποία περνάει απευθείας στην φλέβα του θεατή με την αστερόεσσα να κυματίζει κάθε λίγο στα γεμάτα φωτιά, αίμα και σίδερα πλάνα. Δηλαδή «glory, glory Hallelujah» και 3.500 νεκροί και από τις δυο στρατιωτικές δυνάμεις, τους οποίους στο τέλος της ταινίας ο Έμεριχ, ευγενικά, μνημονεύει.

«Marianne & Leonard Λόγια Αγάπης»

(Marianne & Leonard Words of Love)



 

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νικ Μπρούμφιλντ
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: StraDa Films

Η όμορφη και τρυφερή ιστορία ενός εξαίσιου έρωτα, πέρα από σύνορα που υπερνικά ακόμα και τον θάνατο. Ενός έρωτα που στάθηκε μεγάλη έμπνευση για έναν σπουδαίο καλλιτέχνη και τραγουδοποιό που λάτρεψε την Ελλάδα, τον Λέοναρντ Κοέν, ο οποίος γνώρισε και ερωτεύτηκε στην Ύδρα την Νορβηγίδα μουσικό, Μαριάν Ίλχεν, που στάθηκε η Μούσα του για χρόνια και ενέπνευσε τα τραγούδια «So Long, Marianne», «Hey, That’s No Way to Say Goodbye» και Songs From a Room‘s «Bird on the Wire».

Η πολύχρονη, στενή σχέση τους ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1960 στην Ύδρα. Μέλη και οι δύο της μποέμικης καλλιτεχνικής κοινότητας στο ελληνικό νησί, μιας μεγάλης, πολυσυλλεκτικής παρέας που αποτελούσαν συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί αλλά και ντόπιοι. Η ταινία ακολουθεί βήμα προς βήμα τον δεσμό τους από τις πρώτες μέρες του μεγάλου έρωτα στην Ύδρα, την εσωτερική πάλη του Λέοναρντ καθώς δημιουργεί, το σεξ και τα ναρκωτικά ως κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας, τον ανοιχτό γάμο και την εξέλιξή του μέσα στα χρόνια, όταν ο Κοέν γνώριζε την παγκόσμια καταξίωση.

https://youtu.be/wdSnMwlYdBE

Όταν ακόμα στην Ύδρα κυριαρχούσαν οι λάμπες παραφίνης και ηλεκτρικό ρεύμα υπήρχε μόνο για μια ώρα το πρωί και άλλη μια το βράδυ, εκεί στο υπέροχο νησί του Αργοσαρωνικού στην δεκαετία του 60, ο Καναδός ποιητής και μετέπειτα σπουδαίος βάρδος της νεοϋρκέζικης avant-garde σκηνής, ο Λεόναρντ Κοέν (21 Σεπτεμβρίου 1934 - 7 Νοεμβρίου 2016) γνώρισε και ερωτεύτηκε παράφορα την 25χρονη, όμορφη ξανθή Μάριαν Κριστίν Στάνγκ Ίλχεν (18 Μαΐου 1935 - 28 Ιουλίου 2016), η οποία ήταν παντρεμένη με τον Νορβηγό συγγραφέα Άλεξ Τζένσεν.

H μούσα του, όπως αποκαλούσε την Μάριαν και της έλεγε, πως «ομορφότερη γυναίκα δεν έχω γνωρίζει στη ζωή μου», γράφοντας για αυτήν ποίηση, που αργότερα μελοποιήθηκε και τραγουδήθηκε από τον ίδιο για να γίνουν μεγάλες επιτυχίες, που τον καθιέρωσαν στην παγκόσμια, μουσική σκηνή.

Ο 20χρονος, τότε, Άγγλος σκηνοθέτης Νικ Μπρούμφιλντ γνωρίζει την Μάριαν στην Ύδρα και αυτή με την σειρά της τον συστήνει στον Κοέν, όπου ο νεαρός Μπρούμφιλντ, κινηματογραφεί το ειδύλλιο τους βήμα βήμα για να γίνει ντοκιμαντέρ.

Είναι η καταγραφή ενός μεγάλου έρωτα που ευδοκίμησε στο φωτεινό, ελεύθερο γαλάζιο του ελληνικού ουρανού και της θάλασσας, όταν ακόμα η διανόηση έχει τόπο, κατάλυμα, τρόπο έκφρασης και ο μάχιμος έρως ήταν ελευθερία και όχι ανάγκη ή δέσμευση.

Αγαπάμε τον Λέοναρντ Κοέν, αυτόν τον σκοτεινούλη, κατά βάθος αθεράπευτα, ερωτικό βάρδο, όπου το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ φωτίζει μια άγνωστη σε πολλούς πτυχή από την ζωή του σπουδαίου καλλιτέχνη. Τα πλάνα και οι φωτογραφίες του Νικ Μπρούμφιλντ, αν και πρωτόλεια, δίνουν μια μαγευτική Ύδρα της δεκαετίας του ’60, τότε ρε γαμώτο, που ο άνθρωπος δεν ήταν επί ξηρού ακμής και απολάμβανε μποέμικα και με τους δυο πνεύμονες του τις χαρές και τα δώρα της ζωής.       

««Ευτυχία» κατ΄ όνομα και επί της ουσίας στο μεγάλ...
«Μυστήριο, τολμηρές και θαρραλέες γυναίκες, μαζί κ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/