InTownPost

Ακολουθήστε μας :

07
Παρ, Μάι
Tο διάβασαν 482 άτομα (482 Views)

«Ένας «Γείτονας» πλάι σε κλασικά αριστουργήματα», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

4

Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 37

Αγνοήθηκε από τις ειδήσεις, παρότι θα προσέδιδε αρκετό μυστήριο στο καθημερινό και «μακάβριο» δημοσιογραφικό σαλόνι της τηλεοπτικής ενημέρωσης, όπως άλλωστε έχει άριστα εκπαιδεύσει, τα τελευταία τριάντα χρόνια, η «μάμα» τιβί το σπιτικό, θανατολάγνο και αιμολάγνο καναπεδάτο κοινό της. Η είδησης, ως γεγονός, για να μαζέψουν κόσμο στο γυάλινο μάτι, θα ήταν κάπως έτσι: «Βρέθηκε νεκρός, πενηνταοκτάχρονος, στην πολυθρόνα τού σπιτιού του, ντυμένος με κοστούμι. Αστυνομικές πηγές αναφέρουν πιθανή αυτοκτονία και όχι δολοφονία».

Η αλήθεια του γεγονότος είναι: Ήταν καθισμένος στην πολυθρόνα, απέναντι από το μεγάλο παράθυρο στο σαλόνι του σπιτιού, αυτό που βλέπει την βεράντα και τον μικρό, περιποιημένο κήπο, ενδεδυμένος με το καλό του, ανοιχτόχρωμο κοστούμι. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες στις άκρες για να συναναστρέφεται το μακρόστενο δωμάτιο αβίαστα με το φως του ήλιου. Κλασική μουσική έπαιζε απαλά στο ραδιόφωνο. Φορούσε ολόασπρο, καθαρό πουκάμισο με καλαίσθητα, χρυσά μανικετόκουμπα στις μανσέτες, γραβατωμένος στην εντέλεια, γυαλισμένα, μέχρι άψογου καθρεφτίσματος, τα μαύρα παπούτσια, χτενισμένα επιμελώς τα πυκνά, γκριζόμαυρα μαλλιά του, ξυρισμένος, περιποιημένος, ατσαλάκωτος, πανέμορφος σαν να ήταν προσκεκλημένος σε σπουδαίο δείπνο.

Το κεφάλι του ήταν ελάχιστα γυρτό προς την δεξιά πλευρά στην πλάτη της αγαπημένης του πολυθρόνας και ένα απαλό μειδίαμα ευδαιμονίας και αφοβίας στόλιζε το ωχρό πρόσωπο του. Στο τετράγωνο, χαμηλό τραπέζι υπήρχε ένα τελειωμένο κερί, από αυτά τα μικρά και στρογγυλά, ενώ ο θαλασσής, μεγάλος φάκελος στηριζόταν στο μαρμάρινο, αντίγραφο αγαλματίδιο της θεάς Αθηνάς. Καλλιγραφικά γραμμένα έφερε το όνομα μου. Ο φάκελος περιείχε ένα χειρόγραφο, μονοσέλιδο κείμενο, δυο υποφακέλους με οδηγίες, ονόματα και ένδεκα χιλιάδες ευρώ σε μετρητά.

Αυτή είναι η αλήθεια του γεγονότος, γιατί έτσι ακριβώς βρήκα τον Έκτορα, όταν εισήλθα ανήσυχος στο σπίτι του, χρησιμοποιώντας την ανοιχτή πόρτα της κουζίνας, αφού δεν έδινε σημάδια ζωής, έπειτα από τριάντα ώρες, στις τηλεφωνικές μου κλήσεις. Όταν αντίκρισα το σώμα του σιωπηλό, ήρεμο, ασάλευτο και βολεμένο στην πολυθρόνα, σαν να τον έχει πάρει ο γλυκός, μεσημεριανός ύπνος της αναμονής, κατάλαβα τι συνέβη. Ειδοποίησα αμέσως την αστυνομία και ένα ασθενοφόρο. Κανέναν άλλον.

Είχε άφθονους συγγενείς, πάμπολλους γνωστούς, αλλά επί της ουσίας κανείς δεν ήταν δίπλα του τα τελευταία δέκα χρόνια, παρά μόνο ελάχιστοι, επιστήθιοι φίλοι. Ο Έκτωρ και όχι Έκτορας, όπως ευγενικά διόρθωνε την εκφώνηση του ονόματος του, αποχώρησε στα πενήντα οκτώ του χρόνια, όπως επιθυμούσε: αθόρυβα, χαμογελαστός, ευχαριστημένος, όμορφος, χωρίς πόνο, χωρίς θυμό, απένταρος και συνάμα πλούσιος, αλλά και μόνος στο σπίτι του. Δίχως κανένα βοήθημα, με δική του βούληση κατέβασε τις ασφάλειες της ζωής του, αποφασισμένος για την αποχώρηση του από τα γήινα, σαν να το είχε σχεδιάσει από καιρό, όπως άλλωστε σχεδίαζε προσεκτικά την κάθε του ενέργεια, είτε ήταν επιτυχημένη, είτε ήταν αποτυχημένη.

Στην πλήρως συγκινήσεως εξόδιο ακολουθία του Έκτορος, όσοι παρευρεθήκαμε στο κοιμητήριο του Δήμου, περί τους εξήντα οκτώ τον αριθμό, που ήταν ονομαστικά καταγραμμένοι στον υποφάκελο του,συνεχίσαμε άπαντες στο παραθαλάσσιο ρεστοράν που αγαπούσε και σύχναζε για να γευματίσουμε μέχρι σκασμού, να πιούμε μέχρι πνιγμού, να τραγουδήσουμε μέχρι βραχνιάσματος, να χορέψουμε μέχρι εξάντλησης έως το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας. Κανείς από εμάς δεν ήταν ενδεδυμένος με σκουρόχρωμα ρούχα. Χαρά και μόνο χαρά, απουσία θλίψης και στεναχώριας στο τελευταίο αντίο του Έκτορος, όπως άλλωστε ήταν σαφείς οι οδηγίες του προς εμένα στο γράμμα που άφησε. Τα έξοδα της κηδείας, αλλά και το τραπέζι καλύφθηκαν από τις ένδεκα χιλιάδες ευρώ, ενώ δυο χιλιάδες τριακόσια εβδομήντα ευρώ που περίσσεψαν, μαζί με ακόμα οκτακόσια δέκα τέσσερα ευρώ, χρήματα που θα ξοδευόντουσαν σε άχρηστα λουλοδοστέφανα, κατατέθηκαν ανώνυμα σε ένα ίδρυμα που διαγράφει σπουδαίο έργο μακριά από τα δημοσιοσχετίστικα φώτα προβολής, για κακοποιημένους εφήβους.

Αυτές ήταν οι τελευταίες εντολές του και τις ακολούθησα πιστά. Το δε γράμμα διάβασα ο ίδιος ενώπιον όλων στο τραπέζι σε μια στιγμή που έκρινα κατάλληλη. Αμέσως μετά το γεύμα μας, λίγο πριν ξεκινήσει το τραγούδι, ο χορός και το αήττητο πνεύμα του Βάκχου αρχίσει να λειτουργεί ελεύθερα ως μέθεξη στις μνήμες για τον αγαπημένος μας Έκτορα.

Καλό ταξίδι μονάκριβε φίλε μας!

Ο επικήδειος του Έκτορος Χ.

«Αγαπημένοι μου φίλοι!

Είμαι σίγουρος πως ανταποκριθήκατε πρόθυμα στο κάλεσμα μου και είστε όλοι συγκεντρωμένοι στο ήσυχο κεντράκι μας με θέα τον όμορφο Αργοσαρωνικό. Αξέχαστες στιγμές στην ανθρώπινη μνήμη μου ήταν οι στιγμές μαζί σας. Σήμερα, όμως δεν είναι ημέρα στεναχώριας και θλίψης, αλλά γιορτής.

Το προηγούμενο βράδυ, πριν την αποχώρηση μου από τα γήινα, ξέρετε τι ακριβώς έπραξα; Περπάτησα για ένα τρίωρο στους αγαπημένους μας δρόμους, κάνοντας μερικές στάσεις στα σημαντικά σημεία, εκεί, που γεννήθηκαν οι πρώτες μου αμφισβητήσεις, οι πρώτες μου χαρές, τα πρώτα μου ορμητικά όνειρα, κάθισα ξανά στο πεζούλι, όπως τότε, με τον πρώτο μου μεγάλο έρωτα σαν ραντεβού με την αιωνιότητα στην σύντομη, αλλά υπέροχη πορεία μου στον κόσμο των ανθρώπων. Αναλογίστηκα, ευθύς και με ενθουσιασμό, τους υπέροχους ανθρώπους που οι ζωές μας διασταυρώθηκαν και πρόσφεραν σε εμένα την δυνατότητα να ανοίξω νέους ορίζοντες. Ευχαρίστησα κάθε έναν ξεχωριστά και ονομαστικά. Σκέφτηκα, επίσης, εκείνους που με πλήγωσαν, με πρόδωσαν, με αδίκησαν και, κάποτε, τους χαρακτήριζα ως «εχθρούς» και «απαίσιους», επιβεβαιώνοντας πως, τελικά, μηδέ «απαίσιοι», μηδέ οι «εχθροί» μου ήταν, αλλά οι τρανοί δάσκαλοι στις τάξεις που επέλεγα να φοιτήσω. Και αυτούς ονομαστικά ευχαρίστησα και, μάλιστα, περισσότερο απ΄ όλους. Στην άκρη της θάλασσας που στάθηκα ανέσυρα τις μορφές, που με την σειρά μου στενοχώρησα, αδίκησα, πρόδωσα και πλήγωσα και αμέσως, για ύστατη φορά, με το βλέμμα καρφωμένο στην μακρινή, υδάτινη γραμμή του ορίζοντα, ζήτησα, από ψυχής, την κάθαρση των τρομερών πράξεων της νιότης μου. Όσοι από εσάς, μέχρι σήμερα, αισθάνεστε μέσα σας αξεπέραστο θυμό για τον γράφοντα, παρακαλώ πολύ εξηγείστε απαλά και άδολα στον ανίκητο δαίμονα, πως ήμουν άνθρωπος, νέος, πολλές φορές επιπόλαιος και, όπως γνωρίζουμε, η ζωή από τα λάθη κινείται. Έστω, κατόπιν ζωής, σε όποιους δεν πρόλαβα να απολογηθώ δια ζώσης, γιατί ο εγωισμός μας ακύρωνε συνεχώς κάθε επαφή και προσπάθεια για συγχώρεση, εάν προκάλεσα στις ζωές σας κακό μεγάλο, αναζητώ την συγγνώμη και ένα χαμόγελο στα χείλη σας σαν να ζήσαμε ένα αστείο και διδακτικό ανέκδοτο.

Στο σπίτι το βράδυ παρακολούθησα την αγαπημένη μου κωμωδία, γέλασα, πάλι, από την ψυχή μου και αμέσως τηλεφώνησα στους δύο νέους σε ηλικία ανθρώπους, μια γυναίκα και έναν άνδρα, που τους γνωρίζω από βρέφη, τους εκτιμώ και είναι ανάμεσα μας σε τούτη την όμορφη γιορτή σήμερα και ευχήθηκα Τύχη σε κάθε τους σώφρονα απόφαση και επιλογή τους. Ήμουν, πάντα, ενθουσιασμένος για το φως στις σκέψεις τους, τις αρετές, την αγάπη τους για την πατρίδα, την ευγενική συμπεριφορά τους, την άσβεστη όρεξη τους για μάθηση και πάντα ευχαριστιόμουν τις συναναστροφές τους, γιατί δίδαξαν σε μένα, ό,τι ακριβώς επιθυμούσα και δεν κατάφερα να το αποκτήσω.

Τον λόγο για τον οποίο αποχώρησα αιφνίδια και, φυσικά, σας προβληματίζει, θα ήθελα να τον κρατήσω αποκλειστικά για μένα, φυλαγμένο σαν ιερό μυστικό γραμμένο σε ακατέργαστη διφθέρα, που θα καταχωθεί στα σπλάχνα της γης μαζί με το σώμα μου για να χαθεί στο χώμα της ασημαντότητας. Γλεντήστε, πιείτε, τραγουδήστε και χορέψτε γιατί σήμερα δεν είναι ημέρα στενάχωρη, αλλά ημέρα Γιορτής. Αγαπημένοι μου, ούτε αντίο, ούτε αποχαιρετισμοί χωρούν εδώ, γιατί δεν υπήρξα απλά, αλλά έζησα και μάλιστα καλά. Πάντα μ΄ άρεσε αυτό που έχει γράψει ο δικός μας, ο Δημόκριτος και σας το προσφέρω: «Ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος. Ήλθες, είδες, απήλθες». Έτσι, λοιπόν, μην ταραχτείτε τώρα και αρχίσετε τα σταυροκοπήματα, αλλά θα το ευχηθώ: στο επανειδείν φίλοι μου, και αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

έρρωσθε και ευδαιμονείτε!»

«Ένας Υπέροχος Γείτονας»

(A Beautiful Day in the Neighborhood)






Είδος: Κοινωνικό, δράμα, βιογραφία

Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)

Σκηνοθεσία: Μάριελ Χέλερ

Με τους: Τομ Χανκς, Μάθιου Ρις, Κρις Κούπερ, Σούζαν Κελέτσι Γουότσον, Γουέντι Μακένα, Κριστίν Λάτι

Διάρκεια: 109'

Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο σκεπτικιστής δημοσιογράφος γνωστού περιοδικού, ο Λόιντ Βόγκελ (Μάθιους Ρις – καλός), με την φήμη, ότι αποκαθηλώνει δημόσια πρόσωπα μέσα από τις συνεντεύξεις και τα άρθρα του στη δεκαετία του '90, αναλαμβάνει, κατ΄ εντολή της αρχισυντάκτριας του, να γράψει έναν άρθρο για τον δημοφιλή παρουσιαστή των παιδικών προγραμμάτων, τον Μίστερ Ρότζερς (Τομ Χάνκς- πολύ καλός), που έχει γαλουχήσει γενιές και γενιές Αμερικανών.

Ο κυνικός δημοσιογράφος, φυσικά, δεν νιώθει κανέναν ενθουσιασμό για το συγκεκριμένο πρόσωπο και απρόθυμα αναλαμβάνει την δουλειά. Σταδιακά, όμως, ξεπερνά τις επιφυλάξεις του, καθώς η γνωριμία με τον Φρεντ Ρότζερς αφοπλίζει τις άμυνες του για να έρθει σε επαφή με ένα ξεχασμένο, πιο αγνό,κομμάτι του εαυτού του, αλλάζοντας την οπτική του απέναντι στη ζωή.

Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Μάριελ Χέλερ (« Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις», 2018 - «Το Ημερολόγια μιας Έφηβης», 2015), έχοντας το σενάριο τού Μίσα Φίτζερμαν Μπλου και του Νόα Χάρπστερ - εμπνευσμένο από το άρθρο του Τομ Τζούνοντ: «Can You Say... Hero;» - εικονογραφεί με αγάπη, σεβασμό και τρυφερότητα έναν όμορφο biopic προσεγμένης κινηματογραφικής παραγωγής, έχοντας ως πρώτο πλάνο στην σκηνοθετική της δράση τα θετικά και αισιόδοξα μηνύματα, σε εποχές που η αγνότητα, η αθωότητα, αλλά και η συγχώρεση είναι σήμερα όχι μόνο άγνωστες λέξεις σε εμάς τους ανθρώπους, αλλά και χαμένα νοήματα.

Στην πραγματικά, feelgood ταινία της Χέλερ, που πρόσφερε στον Τομ Χάνκς την υποψηφιότητα για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου, βασικός πυλώνας είναι ο άνθρωπος και τα ξεχασμένα, σπάνια αισθήματα, εκείνα, που με τον σωστό τρόπο και την ανιδιοτέλεια δημιουργούσαν και συνεχίζουν να δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να νοιώθουμε νοήμονα όντα με ουσία και σκοπό. Και το πετυχαίνει πέρα έως πέρα στην ταινία της η 41χρονη Καλιφορνέζα Μάριελ Χέλερ χωρίς να αγιοποιεί ή να αποθεώνει τον ήρωα της. Ο Φρεντ Ρότζερς και η τηλεοπτική του εκπομπή σίγουρα είναι άγνωστα στο ελληνικό κοινό, αλλά δεν είναι ο σκοπός του σεναρίου η εκπομπή ή ο παρουσιαστής της, παρά τα χρήσιμα οχήματα που ταξιδεύουν σε ένα δρόμο λησμονημένο γεμάτο ανθρωπιά ανεξαρτήτου τόπου, χώρου και χρόνου.

Από την άλλη ο γνωστός Αμερικανός παρουσιαστής Φρεντ Ρότζερς (1928-2003) του πολυβραβευμένου, παιδικού, εκπαιδευτικού τηλεοπτικού σόου «Mister Rogers Neighborhood», που είναι εστιασμένος ο φακός της Χέλερ, ήταν ο συγγραφέας, ο μουσικός, ο μαριονετίστας, ο δημιουργός δηλαδή, αλλά και ο showrunner της εκπομπής, που από το 1968 έως το 2003 με το αληθινά ήρεμο και γλυκό του στιλ κρατούσε γόνιμη συντροφιά στους τηλεθεατές της προσχολικής ηλικίας, πλασάροντας, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε παραμυθένια τις αυθεντικές, ανθρώπινες αξίες στον κοινωνικό και τον πολιτικό χώρο. Μεγάλη επιτυχία η καινοτόμος εκπομπή του και σπουδαίος άνθρωπος ο ίδιος αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους, οπότε αυτή η ιδιαίτερη τηλεπερσόνα έρχεται σε μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με έναν στυγνό και αμείλικτο δημοσιογράφο, που δεν πιστεύει σε μύθους και ουτοπίες και έχει προσωπικά θέματα, που εκπορεύονται από το παρελθόν με τον πατέρα του και από το παρών ως πατέρας και σύζυγος ο ίδιος. Αυτό είναι άλλωστε και το στοίχημα του Τομ Χανκς, που, βέβαια, το κερδίζει με το σπαθί του «ηρωικά» σε τέτοιους ρόλους, όπως και η ταινία σε κερδίζει, καθώς μοιάζει σαν ολόφωτη, χρωματιστή πινελιά στο βαρβαρικό, γκρίζο, κινηματογραφικό τοπίο. Απολαύστε την και θα περάσετε υπέροχα, γιατί είμαι σίγουρος πως θα σαλέψει μέσα σας εκείνο το παραμελημένο, καλοπροαίρετο ξωτικό, που εκπληρώνει ευχές κάτω από τον βραδινό, έναστρο ουρανό.

Photo Gallery «Ένας Υπέροχος Γείτονας»


«Μέχρι ο Γάμος να μας Μεθύσει»

(Hasta que la boda nos separe/ The Wedding Unplanner)

Είδος: Κομεντί

Παραγωγή: Ισπανία (2020)

Σκηνοθεσία : Ντάνι ντε λα Ορντέν

Με τους: Μπελέν Κουέστα, Άλεξ Γκαρσία, Σίλβια Αλόνσο

Διάρκεια: 110'

Διανομή: Weird Wave

Η Μαρίνα είναι τριάντα χρονών και ασχολείται με τις διοργανώσεις γάμων, που δυστυχώς συμβαίνουν μύριες γκάφες. Σε αντίθεση όμως με τους πελάτες της, η Μαρίνα προτιμάει μια ζωή χωρίς δεσμεύσεις. Μέχρι τη νύχτα που ερωτεύεται τον Κάρλος.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ο Κάρλος ετοιμάζεται να παντρευτεί, αλλά ότι η αρραβωνιαστικιά του είναι παιδική φίλη της Μαρίνα. Τα ευτράπελα θα ξεκινήσουν όταν της ζητήσουν να είναι αυτή που θα οργανώσει τον γάμο τους.

Ταινία με ισπανικό διαβατήριο που επιβεβαιώνει το ήδη πιστοποιημένο νόσημα, ότι η κινηματογραφική κωμωδία καταστάσεων και ο ρομαντισμός έχουν μετακομίσει βάναυσα στα εφιαλτικά λιβάδια της ανοησίας με την τηλεοπτική γράμμωση των κλισέ ροζ άρλεκιν, γλυκανάλατων ιστοριών απουσίας χιούμορ.

Μια ακόμα copy paste κομεντί βγαλμένη κι αυτή εκ του τόμου των ανέμπνευστων σεναρίων και ανεμίζουσα σημαία τον ορισμό του εξωφρενικού να μετασχηματίζεται σε νάιλον σημαιάκι του τετριμμένου και του παρωχημένου, που λάμπει από την βαθύτατη προχειρότητα της.

Photo Gallery «Μέχρι ο Γάμος να μας Μεθύσει»


«Chinatown»





Είδος: Μυστηρίου, noir

Παραγωγή: ΗΠΑ (1974), επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία: Ρόμαν Πολάνσκι

Με τους: Τζακ Νίκολσον, Φέι Ντάναγουεϊ, Τζον Χιούστον

Διάρκεια: 130΄

Διανομή: Odeon

Διακρίσεις: Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου (1975) στον Ρόμπερτ Τάουν – 4 Χρυσές Σφαίρες: Καλύτερης Δραματικής Ταινίας, Σκηνοθεσίας στον Ρομάν Πολάνσκι, Α΄ Ανδρικού Ρόλου σε Δραματική Ταινία στον Τζακ Νίκολσον και Σεναρίου στον Ρόμπερτ Τάουν – Βραβεία Bafta Καλύτερης Σκηνοθεσίας.

Στο Λος Άντζελες του 1937 ο αποτελεσματικός ιδιωτικός ντετέκτιβ με ειδίκευση στις υποθέσεις μοιχείας, Τζ. Τζ. -Τζέικ-Γκίτις (Τζακ Νίκολσον - υπέροχος), προσλαμβάνεται από μια γυναίκα ονόματι Έβελιν Μόλρεϊ για να παρακολουθήσει τον σύζυγο της, Χόλις Μόρλεϊ (Ντάρελ Ζβέρλινγκ), για τον οποίο έχει υποψίες ότι διατηρεί εξωσυζυγικές σχέσεις. Ο Γκίτις αναλαμβάνει την δουλειά και διαπιστώνει ότι ο Χόλις, που έχει εξέχουσα θέση στο υπουργείο Υδάτων και Ηλεκτρισμού του Λος Άντζελες, την απατά με κάποια νεαρή κοπέλα. Η υπόθεση όμως περιπλέκεται όταν ο Τζέικ ανακαλύπτει ότι έχει προσληφθεί από άλλη γυναίκα, καθώς συναντά την πραγματική Έβελιν Μόλρεϊ (Φέι Ντάναγουεϊ –καταπληκτική), που τον διαβεβαιώνει ότι δεν τον έχει προσλάβει για να παρακολουθεί, ώστε να πληροφορηθεί τις εξωσυζυγικές δραστηριότητες τού άνδρα της.

Ο Χόλις Μόλρεϊ βρίσκεται πνιγμένος σε μια δεξαμενή και ο ντεντέκτιβ διαπιστώνει ότι έχει εμπλακεί σε μια υπόθεση συνωμοσίας που σχετίζεται με το σύστημα παροχής νερού στην πόλη του Λος Άντζελες. Προχωρώντας πιο βαθιά στην υπόθεση αναδύονται στοιχεία που εμπλέκουν τον πατέρα της Έβελιν, Νόα Κρος (Τζον Χιούστον), ο οποίος ήταν συνέταιρος του νεκρού Χόλις.

Το κλασικό φιλμ του Ρομάν Πολάνσκι στην πιο γόνιμη περίοδο του σκηνοθέτη και η τελευταία του δουλειά στην αμερικανική ήπειρο. Ταινία ορόσημο στο είδος της, που ανοίγει την κατηγορία neo-noir film και διδάσκεται στις κινηματογραφικές σχολές, τόσο για την σκηνοθετική φόρμα της, όσο και για το εκπληκτικό σενάριο του Ρόμπερτ Τάουνι («Το Τελευταίο Απόσπασμα», «Υπόθεση Πάραλαξ», «Shampoo»), που κέρδισε επάξια και το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου το 1975. Ο συγγραφέας Τάουνι, όπως αναφέρει και η κινηματογραφική ιστορία, είχε απορρίψει την προσφορά των 125 χιλιάδων δολαρίων για την συγγραφή του σεναρίου «Ο Υπέροχος Γκάτσμπι», διότι, όπως είπε ο ίδιος, δεν είχε να προσθέσει ή να αλλάξει κάτι από το βιβλίο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Αντ' αυτής της προσφοράς αποδέχθηκε τα 25 χιλιάδες δολάρια για να γράψει το δικό του σενάριο με τον τίτλο «Chinatown», ιστορία εμβαπτισμένη στην διαφθορά, τις κοινωνικές, ταξικές αντιθέσεις τοποθετημένα σε μια ερωτική χορογραφία ανάμεσα σε δυο μεγάλους ηθοποιούς (Νίκολσον και Ντάναγουεϊ) με άριστη χημεία μεταξύ τους, που, φυσικά, ως ταινία έγραψε ιστορία.

Ο Πολάνσκι αξιοποίησε τα μάλα το μπριλάντε με τις «σκοτεινές» ανταύγειες σενάριο του Ρόμπερτ Τάουνι, χρησιμοποιώντας τις κλασικές φόρμες του φιλμ noir πάνω στο πατρόν του Ρέιμοντ Τσάντλερ, προσδίδοντας, όμως στην πλοκή μια απίστευτη, αφηγηματική ευελιξία και έναν σπάνιο αέρα στην κίνηση των καρέ του, επικεντρωμένος, από την αρχή έως το φινάλε του έργου, αποκλειστικά στον ήρωα του, καθώς ο ντεντέκτιβ Τζέικ Γκίτις (Τζακ Νίκολσον) είναι παρών σε όλα τα πλάνα. Μια ευφυέστατη και συνάμα δύσκολη επιλογή, που μεταγενέστεροι σκηνοθέτες αντέγραψαν κατά κόρον.

Η «Chinatown» είναι μια classic ταινία παντός καιρού, που βλέπεται ακούραστα ξανά και ξανά.

Photo Gallery«Chinatown»


«Περσόνα» (Persona)







Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Σουηδία ( 1966), Α/Μ, επανέκδοση με ψηφιακές κόπιες

Σκηνοθεσία : Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

Με τους: Μπίμπι Άντερσον, Λιβ Ούλμαν, Γιόργκεν Λίντστρομ, Γκούναρ

Διάρκεια: 85'

Διανομή: Weird Wave

Η διάσημη ηθοποιός Ελίζαμπεθ Βόγκλερ (Λιβ Ούλμαν – εξαιρετική), καταρρέει κατά τη διάρκεια μιας παράστασης της Ηλέκτρας και κλείνεται στη σιωπή της. Αποσύρεται σε ένα παραθαλάσσιο ησυχαστήριο μακριά από τον κόσμο με μόνη συντροφιά την νοσοκόμα Άλμα (Μπίμπι Άντερσον - επίσης εξαιρετική). Τις επόμενες εβδομάδες, η Άλμα προσπαθεί να προσεγγίσει την ασθενή της, με σκοπό να την θεραπεύσει από την ψυχική και σωματική βύθιση της. Σύντομα, μεταξύ των δυο γυναικών αναπτύσσεται μια βαθιά, υπαρξιακή επικοινωνία.

Έχουν περάσει 54 χρόνια από την πρώτη προβολή της «Περσόνα» του Σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και όσες φορές παρακολουθήσεις την ταινία, συνεχώς θα διαμορφώνεις την θέση σου και συνεχώς θα προσθέτεις κάτι ακόμα στον προσωπικό πίνακα της άποψης σου. Αυτή είναι και η επιτυχία του Σουηδού κινηματογραφιστή με το πιο μινιμάλ δημιούργημα του, στιγματίζοντας διαχρονικά το πνευματικό σαλόνι της 7ης Τέχνης. Απέριττος και σκανδαλιστικά γριφώδης ο Μπέργκμαν χαρτογραφεί την γυναικεία ψυχοσύνθεση μέσα από αφαιρετικές οπτικές και προσεγγίσεις που αναιρούν τα σημεία έναρξης των προβληματισμών σου.

Ο σκηνοθέτης διάγει το 48ο έτος της ζωής του και στην κινηματογραφική του πορεία έχει ήδη δώσει την «Έβδομη Σφραγίδα», τις «Άγριες Φράουλες», την «Σιωπή» για να φτάσει στην «Περσόνα», προκαλώντας τον εαυτό του και το κοινό να αναμετρηθούν ισότιμα με τις δυναμικές του «φαίνεσθαι» και του «είναι» στην διάσταση της αντικειμενικότητας, αλλά και στην εσωστρέφεια της υποκειμενικότητας άνευ ορίων.

Μ΄ αρέσει η «Περσόνα» γιατί είναι μικρή σε διάρκεια, μόλις 85 λεπτά, σφιχτοδεμένη, άρτια και αντικειμενικά το στοιχείο της τεχνικής της είναι άφθαστο, ενώ υποκειμενικά δύναται να ερμηνευτεί από τον κάθε ένα θεατή διαφορετικά, αναλόγως τις προσλαμβάνουσες και τα βιώματα του. Μια αριστουργηματική σπαζοκεφαλιά, άλλοτε σιωπηρή και άλλοτε λαλίστατη, που αξίζει να την ξαναδείτε, καθώς θα ανακαλύψετε νέες, απογειωτικές εξέδρες για πολύωρες συζητήσεις στην ασπρόμαυρη όχθη της Θηλυκής Αρχής με ή χωρίς μάσκες.

Photo Gallery «Περσόνα»
«Αμάραντο ρόδο, επιτυχημένο ριφιφί και ίαση ψυχών ...
«Στην γυάλα με την Γουάντα κολυμπούν φιλότεχνοι, σ...

Σχετικές Δημοσιεύσεις

Με την αποδοχή θα έχετε πρόσβαση σε μια υπηρεσία που παρέχεται από τρίτο μέρος εκτός του https://intownpost.com/