26
Πεμ, Νοε

Κάνε κράτηση Parking στο αεροδρόμιο

«Άγιοι και τέρατα δεν σώζουν τις αίθουσες», κριτική των ταινιών της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

MIRACLE22288987-O23


Ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας Νο 53

«Εμένα με ενδιαφέρει το εσωτερικό λάβαρο των Ελλήνων», αναφώνησε με παρρησία και ηρεμία πίσω από την χειρουργική του μάσκα, ο «μπάρμπα» Νικηφόρος στον νεαρό περιπτερά, που τον άκουγε προσεκτικά. «Όλα τα άλλα είναι πλαστές εικόνες, φιγούρες εξαρθρωμένες, λόγια του αέρα», συμπλήρωσε και τα ηλικιωμένα άκρα του έφτιαξαν στα γρήγορα ρολό το ξενόγλωσσο έντυπο πολιτικού ενδιαφέροντος που αγόρασε, χώνοντας βιαστικά στα ενδιάμεσα και μια κούτα τσιγάρων σαν να μην θέλει να φαίνεται το κρίμα του ή το πάθος του σε αυτή την ηλικία.

Βροχερό, μουντό πρωινό, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2020 και ο Νικηφόρος κανόνισε μαζί μου και ακόμα με δυο φίλους να γευματίσουμε παρέα στο ψαράδικο του Πάνου με θέα την μολυβένια θάλασσα. Η μεσημεριανή του επιθυμία προσάραξε ενθουσιαστικά στην ζεστή ψαρόσουπα, τα χόρτα και στο φίνο, χύμα λιοπεσίτικο κρασί. Εμείς, φυσικά, χατίρι δεν χαλάμε ποτέ στον Νικηφόρο. Συναντηθήκαμε με βροχή στο περίπτερο και τα μάτια του εξέπεμπαν πολύχρωμες σπίθες. Καλημεριστήκαμε και τον ρώτησα γιατί είναι αναστατωμένος.

«Γιορτάζουμε, φίλε μου Γιώργο, την επέτειο της έναρξης ενός πολέμου πριν 80 χρόνια. Ένα γενναίο και τολμηρό «Όχι» στον κατακτητή για την ελευθερία μας, όπως η ιστορία μας έχει καταγράψει. Κοίτα προσεκτικά τους δρόμους, παρατήρησε την κίνηση, ανέλυσε ψύχραιμα, λογικά και αντικειμενικά την συμπεριφορά των ανθρώπων. Πού, στο καλό, βλέπεις γύρω σου εκείνο το «Όχι» και πού είναι η ελευθερία σου; Ερημιά, αβεβαιότητα, φόβος, βία και ένας αόρατος δεσμοφύλακας περιδιαβαίνει σαν κατάρα για να προσέχει με τα δαιμονικά του μάτια μην και απελευθερωθούμε από τα δεσμά. Και εμείς το επιτρέπουμε. Έβγαλαν οι συμπατριώτες μου και κάποιες, καθαρές σημαίες στα μπαλκόνια τους να ανεμίζουν λόγω της ημέρας και κάποιοι έβαλαν την πατριωτική κασέτα να παίζει. Λόγια σε παράσταση ανοησίας. Δεν με ενδιαφέρει αυτή η ενέργεια του ψευτοπατριωτισμού και του εφήμερου φαίνεσθαι, όταν η σημαντική εσωτερική σημαία μας είναι σκισμένη, λερωμένη, τσακισμένη και σε υποστολή. Υποκρισία, φίλε μου, υποκρισία!»

Κοίταξε έντονα προς εμένα και τα καφεπράσινα μάτια του μάζεψαν στις κοίτες τους στενάχωρο, βασανιστικό υγρό. Χρησιμοποίησε με βιάση τα ακροδάχτυλα και σκούπισε την ορμή τους. Θυμήθηκα όταν ο Νικηφόρος μας διηγήθηκε πριν καιρό, πως ήταν από του πρώτους που έσπευσε να ντυθεί στο χακί σε εκείνο το προδοτικό φιάσκο με την Κύπρο μας. Παράτησε την ασφάλεια της αλλοδαπής, αγνόησε το βόλεμα της καλής του εργασίας, άρπαξε το πρώτο τρένο και στην ηλικία των είκοσι εννέα χρόνων διέθεσε την οντότητα του στην υπηρεσία της πατρίδας του. Η απάθεια των Ελλήνων βασανίζει κολασμένα τον Νικηφόρο και συνεχώς η ψυχή του σιγοψήνεται σε κολασμένο μαγκάλι.

Έλληνας του εξωτερικού ο «μπάρμπα» Νικηφόρος, μιας ζωής γεμάτη από ξενιτιά, πιθανώς κάτι παραπάνω από μια τριακονταπενταετία. Ήταν καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας σε πανεπιστήμιο της Γερμανίας. Βγήκε στην σύνταξη πριν μερικά χρόνια και την ίδια στιγμή μάζεψε τον βιό του από την «βαρβαρική χώρα των Ούννων», όπως αποκαλεί σύσσωμη την γερμανική επικράτεια, και με την σύζυγό του επέστρεψαν στην πατρίδα του, την Ελλάδα.

Η κάθε στιγμή συντροφιάς με τον Νικηφόρο σε αποζημιώνει τα μέγιστα. Δεν είναι από τις προσεγγίσιμες φιγούρες της γειτονιάς και δεν σηκώνει πολλά πολλά με τους νέο-ραγιάδες του παρόντος, ελληνικού, κοινωνικού ιστού. Σοβαρός και, συνάμα, ευγενικός τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει συνετά τις παρέες του, ώστε να συναναστρέφεται με συγκεκριμένους ανθρώπους και να ξοδεύει γόνιμα τις ελάχιστες ώρες του όταν ξεμυτίζει από το «καβούκι» του, τα διαβάσματα και τα γραπτά του. Γράφει από πρωίας έως μετά το μεσονύχτιο και ξεκουράζεται με ολιγόωρο ύπνο. Κανείς μας δεν γνωρίζει τι γράφει. Δεν μαρτυράει και εμείς δεν ρωτάμε, απλά γράφει, όπως λέει. Αυστηρά τηρεί ένα καθημερινό πρόγραμμα, που όπως ο ίδιος αναφέρει, κάθε τρεις ημέρες το διαφοροποιεί για να μην τον καταπιεί το αδηφάγο, δικέφαλο τέρας της νωθρότητας και της ρουτίνας.

Ουδεμία σχέση και ουδείς δεσμός υφίσταται με τον Νικηφόρο και την ήσυχη, μικρή παραθαλάσσια γειτονιά μας. Όταν επέστρεψε από την Γερμανία ως συνταξιούχος, ενθουσιάστηκε με τον τόπο μας, την θάλασσα και την ηρεμία του, πουλώντας το πατρικό του στο Χαλάνδρι και αγοράζοντας αμέσως ένα τριάρι με θέα τον Αργοσαρωνικό να βλέπει ως οπτήρας πέρα, ίσαμε τον κάβο του Σουνίου. «Ατίθασος και ορμητικός ο αέρας από το Κάβο Ντόρο ξεσπάει εδώ και θυμωμένος που χάνει από δύναμη, με όση φούρια του έχει απομείνει από το μακρύ του ταξίδι, ανακατεύει την ανθρώπινη σκέψη, αποδομεί ύπουλα την ορθότητα, σε κατευθύνει στην υπέρβαση. Ένας ανελέητος μακελάρης άνεμος γεμάτος ένταση, ζωή», απολογείται, δοθείσης ευκαιρίας, με το βλέμμα του να φεύγει ακτίνα στο βάθος του υγρού ορίζοντα.

Η σύζυγός του, μισή Γερμανίδα, μισή Ελληνίδα, εξαιρετική γυναίκα η κυρία Μπέρτα, έφυγε αιφνίδια και αβασάνιστα από την ζωή, έπειτα από τέσσερα χρόνια που κατέφθασαν ευτυχισμένοι στην Ελλάδα και στα μέρη μας. Τα τρία τέκνα του ακόμα διαμένουν με τις οικογένειες τους διάσπαρτα σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, αρνούμενοι άπαντες να ακολουθήσουν την φυγή του Νικηφόρου και να εγκατασταθούν σε μια ευρωπαϊκή χώρα, με βαθιά ιστορία και εκπάγλου ομορφιάς μεν, εντελώς κατεστραμμένης δε. Και άδικο δεν έχουν, αφού οι θερινοί μήνες των γερμανικών διακοπών τους μοιράζονται ακριβοδίκαια και οικογενειακώς μεταξύ τους στο ελληνικό, ευάερο και ευήλιο παραθαλάσσιο τριάρι του «μπάρμπα» Νικηφόρου.

«Τα χρήματα που αποταμίευσα στα τόσα χρόνια ξενιτιάς, μαζί με την σύνταξη μου, θα τα κατασπαταλήσω εδώ, στην πατρίδα μου», λέει κάθε τόσο όταν χαρούμενος κερνάει καφέδες, μεζέδες και γεύματα στην μικρή παρέα του. «Οι παίδες και η θυγατέρα μου είναι τακτοποιημένοι. Εγώ, ο «μπάρμπα» Νικηφόρος, όπως με αποκαλείτε, έχω ανάγκη ζωής και αέρα ψυχής για όσο μου απομένει. Κλέβω, λοιπόν, από τους κληρονόμους. Θα με συγχωρέσουν, είμαι σίγουρος!» και γελάει από την ψυχή του, δημιουργώντας μια έντονη λάμψη στο πρόσωπο του σαν φανάρι ποδηλάτου την νύχτα. «Νικηφόρε στην Γερμανία έζησες τόσα χρόνια, αλλά Γερμανός δε έγινες. Είσαι γαλαντόμος, αδιόρθωτα σπάταλος. Πρέπει να το κοιτάξεις αυτό», ανταπαντούν οι ελάχιστοι φίλοι του.

Ο λαϊκός χαρακτηρισμός «μπάρμπα» Νικηφόρος, που δεν συνάδει με το παρουσιαστικό, το εκτόπισμα και την οντότητα του Νικηφόρου, δόθηκε κάπως αλλόκοτα, θα έλεγε κάποιος, αλλά με αγάπη από τον Αναστάση, τον επίσης, γερμανοτραφή μηχανολόγο της παρέας, όταν ο Νικηφόρος μιλούσε τόσο υπέροχα και ουσιαστικά για τον μέγαν και ατυχή, σύγχρονο Έλληνα πλατωνιστή Ιωάννη Συκουτρή, την προσφορά και το έργο του στα ελληνικά γράμματα. Ο Αναστάσης αποκάλεσε τον Νικηφόρο «Θείο» για τις γνώσεις, τον ζήλο και τις απόψεις του, περί του Πλάτωνος και του Συκουτρή. Ο Νικηφόρος ενοχλήθηκε, αγριοκοίταξε τον Αναστάση και για να τον επαναφέρει στην τάξη, απάντησε τσεκουράτα: «Ούτε στο άδοξο παραμελημένο νύχι τους δε ομοιάζω με εκείνες τις ουράνιες μορφές». Ο Αναστάσης όμως, ως γνήσιος χιουμορίστας και δυναμιτιστής που είναι δεν κατέθεσε τα όπλα και αποκρίθηκε με το γνωστό του ύφος: «Πιθανώς να έχεις δίκιο, όπως η ταπεινότητα σου βούλεται. «Μπάρμπας» όμως κατά το ελληνικότερον είσαι!» και τα ακράτητα γέλια της παρέας σφράγισαν, ες αεί, τα άτυπα βαφτίσια με το παρατσούκλι του φίλου μας.

Με τον Νικηφόρο γνωριστήκαμε, περίπου, οκτώ μήνες πριν η αγαπημένη του σύζυγος, η κυρία Μπέρτα, αποδεσμευτεί από τα γήινα. Μας ένωσε η χαρά της αναζήτησης της ιστορίας και η εικόνα του πόνου που βιώνει η πατρίδα μας σήμερα, σαν να επαναλαμβάνεται βλακωδώς το παρελθόν της. Δύσκολη περίοδος για τον άνθρωπο σε αυτή την ηλικία, που έμαθε να ζει πάνω από τρεις δεκαετίες με το ταίρι του πλήρους αρμονίας, αγάπης, συνεργασίας και, πάνω απ΄ όλα, κατανόησης. Μια ολάκερη ζωή δίπλα στην λατρεμένη του γυναίκα, που απάλυνε τον αδάμαστο σίφουνα της ξενιτιάς του Νικηφόρου και μαζί έφτιαξαν οικογένεια.

«Μπέρτα μου» και «Μπέρτα μου» συνόδευαν κάθε απαλή πρόταση του προς εκείνη. «Μικρό μου λουλούδι» και πάλι «μικρό μου λουλούδι», την αποκαλούσε με γλυκύτητα στα γερμανικά. Παρότι οι άφθονες, ιδιαιτέρως έντονες και απαιτητικές έως εκβιαστικές παραινέσεις των δυο γιών και της κόρης του για να γυρίσει ταχύτατα στην Γερμανία, ώστε να μην είναι μόνος του και μακριά τους, ο Νικηφόρος αγνόησε μαχητικά κάθε εντολή τους, εκτόνωσε τις πιέσεις, συνθηκολογώντας ανθρώπινα με την προσωπική του μοναξιά και ρητώς απέτρεψε την επιμονή των τέκνων και των εγγονιών του για επανάκαμψη. «Ούτε στον χειρότερο εφιάλτη μου δεν θα επέστρεφα στην Γερμανία, απλά και μόνο για να ικανοποιήσω τις ανόητες ανασφάλειες τους», εκμυστηρεύτηκε σε μένα κάποια στιγμή. «Εδώ, σε αυτά τα ιστορικά χώματα, κάτω από το, μοναδικό στον κόσμο, φως του γαλάζιου ουρανού και τον αήττητο βασιλιά ήλιο, θαρρώ, πως η ζωή και ο θάνατος του ανθρώπου αποκτούν σημασία, νόημα. Κάτι που, δυστυχώς, οι Έλληνες συμπατριώτες μας δεν το συμμερίζονται και φέρονται σαν να είναι περαστικοί».

Ξέρω πως θα θυμώσει ο «μπάρμπα» Νικηφόρος που γράφω για αυτόν και σύντομα θα μου τα ψάλλει από την καλή και την ανάποδη. Γνωρίζει όμως, πώς, για μένα, οι αφανείς, σπουδαίοι άνθρωποι είναι οι μέγιστοι πρωταγωνιστές στις εβδομαδιαίες ιστορίες κινηματογραφικής τρέλας, γιατί η ζωή από μόνη της είναι σινεμά. Θα με συγχωρέσει, είμαι σίγουρος!



«Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου»

(Le Miracle du Saint Inconnu)

Είδος: Κοινωνικό

Παραγωγή: Μαρόκο, Γαλλία, Κατάρ (2019)

Σκηνοθεσία : Αλαά Εντί Ατζέμ

Με τους: Γιούνες Μπουάμπ, Σαλάχ Μπεν Σαλέχ,

Διάρκεια: 100'

Προβολή της ταινίας: Κινηματογράφοι: Άστυ και Δαναός

Διανομή: Ama Films


Σε ένα εγκαταλελειμμένο έρημο χωριό του Μαρόκου, ένας κλέφτης, λίγο πριν συλληφθεί από τις Αρχές, θάβει μια σακούλα με χρήματα στην κορυφή ενός λόφου, μεταμφιέζοντας το σημείο να μοιάζει με τάφο.

Χρόνια αργότερα και με την αποφυλάκισή του, όταν επιστρέφει για να ανακτήσει τη λεία του, είναι έκπληκτος και απογοητευμένος, διότι βρήκε στο σημείο του ψεύτικου τάφου ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο αφιερωμένο σε «άγνωστο άγιο», που πιστώνεται με την εκτέλεση θεραπευτικών θαυμάτων. Επιπλέον, ένα νέο χωριό ξεκίνησε και αναπτύσσεται γύρω από το μαυσωλείο για να εξυπηρετεί τους προσκυνητές που προσελκύει το θαυματουργό ιερό.

Με «Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου» ξεκινά το βάφτισμα του σε ταινίες μεγάλου μήκους ο 32χρονος μικρομηκάς ντοκιμαντερίστας, σεναριογράφος και παραγωγός, Αλαά Εντί Ατζέμ από το Ραμπάτ του Μαρόκου. Ταινία φτιαγμένη με καλή διάθεση, ευχάριστου σεναρίου συμπεριλαμβανομένου των κεφάτων ανατροπών και των καλών ερμηνειών, ο Μαροκινός σκηνοθέτης εντός απλοϊκών, μα ρεαλιστικών, συμβάντων, απελευθερώνει τα στοιχεία της σάτιρας, κυκλώνοντας με κέφι την νοοτροπία και την αφέλεια των ανθρώπων της ερήμου.

Θρησκεία και χρήμα, προκαταλήψεις και επιστήμη ανταμώνουν ειρηνικά, άλλοτε δραματικά και άλλοτε αστεία, σε ένα καινούργιο χωριό, που φτιάχτηκε γύρω από θαυματουργό μαυσωλείο, ως χρήσιμο εργαλείο πλουτισμού στην θρησκευτική βιομηχανία, εξυπηρετώντας την αθρόα προσέλευση των πιστών. Ένα χωριό φτωχοδιαβόλων στην έρημο, που μπήκε στον χάρτη του ενδιαφέροντος με τις δικές του εξέχουσες φιγούρες, όπως αυτή του βοσκού που αγαπάει περισσότερο τον σκύλο του από γιό του, ενώ εκτελεί χρέη φύλακα στο ιερό ή του γεωργού που δεν εγκαταλείπει την παλιά ερειπωμένη πόλη για να μεταφερθεί στην νεόδμητη, ενώ, παράλληλα, περιμένει την βροχή από τον Αλλάχ για να ποτίσει την σπαρμένη γη του ή του φιλοχρήματου μπαρμπέρη, αλλά και του νεοαφιχθέντα γιατρού με τον τοπικό τρελο-νοσοκόμο, που πλήττουν θανάσιμα λόγω έλλειψης σοβαρών ασθενών, στήνοντας φάρσες στους αφελείς, θρησκόληπτους χωρικούς. Τέλος είναι και ο ληστής, που στην προσπάθεια του να ανακτήσει τα θαμμένα κλοπιμαία δημιουργεί απρόβλεπτες καταστάσεις. Μια μικρή κοινωνία ενταγμένη στον θρησκευτικό πυρετό, που οι μεν οραματίζονται την πρόοδο και το χρήμα στο όνομα ενός άγνωστου, θαυματοποιού αγίου και οι δε, ακλόνητοι στην παράδοση και την ανιδιοτελή θρησκευτική πίστη περιμένουν στωικά το αληθινό θαύμα.

Ειλικρινής και έντιμη η γραφή του Αλαά Εντί Ατζέμ σε σεναριακή πλοκή και σκηνοθεσία στην πρώτη του ταινία (υποψήφια για την Χρυσή Κάμερα του φεστιβάλ των Κανών 2019), δίχως «πυροτεχνήματα» και «θαύματα», ακτινογραφεί προσεκτικά, διακριτικά, πάντα όμως με γλυκόπικρο χιούμορ, να φέρνει σε πολλά σημεία την σχολή Καουρισμάκι, τις πολιτισμικές, μετωπικές συγκρούσεις ενός παλιού και ενός νέου κόσμου με φόντο την μουσουλμανική πίστη και τον αγώνα επιβίωσης των ανθρώπων στην σκληρή, ερημική γη.

Photo Gallery«Το Θαύμα του Άγνωστου Αγίου»

«Έλα να Παίξουμε» (Come Play)

Είδος: Τρόμου

Παραγωγή: Η.Π.Α. (2020)

Σκηνοθεσία: Tζέικομπ Τσέις

Με τους: Άζι Ρόμπερτσον, Τζίλιαν Τζέικομπς, Τζον Γκάλαχερ Τζούνιορ

Διάρκεια: 96΄

Διανομή: Odeon


Ο Όλιβερ (Άζι Ρόμπερτσον – πολύ καλός), είναι ένα μοναχικό αγόρι με αυτισμό, που νιώθει διαφορετικό από τους άλλους. Στην απεγνωσμένη αναζήτησης του για έναν φίλο, βρίσκει καταφύγιο στο κινητό και στο τάμπλετ του, τα οποία δεν αποχωρίζεται ποτέ.

Όταν ένα μυστηριώδες πλάσμα, ο Λάρι, θα χρησιμοποιήσει τις συσκευές τού Όλιβερ για να εισέλθει στον κόσμο μας, οι γονείς του θα πρέπει να παλέψουν για να σώσουν τον γιό τους από το τέρας που ζει πίσω από την οθόνη.

Στην αμερικανική επικράτεια, που το τέλος του μηνός Οκτωβρίου γιορτάζεται με το γνωστό Χάλογουιν, παραδοσιακά, τα κινηματογραφικά στούντιο παραγωγής διανέμουν ταινίες τρόμου και δη ταινίες τρόμου με εφηβάκια σε λουτρά αίματος, καθότι οι αίθουσες κόβουν μονέδα. Έτσι και φέτος, εν μέσω πανδημίας κωρονοϊού και αυστηρών απαγορευτικών μέτρων περί των πολυπληθών συγκεντρώσεων και την κρίση που πληγώνει την 7η Τέχνη, ο «θεσμός» της αμερικανικής γιορτής του «τρόμου», πάραυτα, δίνει το κινηματογραφικό του παρών.

Διαφορετική ταινία όμως από τις γνωστές του είδους με τους αναρίθμητους, σφαγμένους εφήβους στο κλίμα του Χάλουγουιν είναι το «Έλα να Παίξουμε», του μικρομηκά Tζέικομπ Τσέις, που ανέπτυξε θεματικά τον πεντάλεπτο «Λάρι» (2017) για να ντεμπουτάρει στις παραγωγές μεγάλου μήκους. Η αρχική ιδέα της μικρού μήκους ταινίας με το «μοναχικό», αποκρουστικό τέρας που θέλει έναν φίλο παραμένει σταθερή και ο Τσέις αποφασίζει να αλλάξει το ηλικιακό περιβάλλον δράσης και από τον ενήλικο, φύλακα του χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, μετατοπίζεται, άκρως εμπορικά, στον προέφηβο πρωταγωνιστή Άζι Ρόμπερτσον (Ιστορία Γάμου) στον ρόλο του αυτιστικού Όλιβερ, που ο πιτσιρικάς είναι απίθανος, βγάζοντας τον σκηνοθέτη ασπροπρόσωπο.

Ο συνδυασμός της σύγχρονης τεχνολογίας, της απομόνωσης και της μοναχικότητας που δημιουργεί η χρήση της, κουμπώνουν συνετά και πρωτότυπα σε αυτό το ξεχωριστό horror movie, που πραγματικά έχει ένταση, αγωνία και τσιτωμένο το νευρικό του σύστημα.

Photo Gallery «Έλα να Παίξουμε»
«Ταινίες, όπως ένας αποτυχημένος καφές: νερόβραστε...

By accepting you will be accessing a service provided by a third-party external to https://intownpost.com/

→ Όροι Χρήσης ←
→ Πολιτική Cookies ←

Υλοποίηση: Infinite - Colors
2020 © InTownPost.com
0
Shares