«Upgrade»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, δράση – περιπέτεια
  • Χώρα: Η.Π.Α – Αυστραλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ
  • Με τους: Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν, Μπέτι Γκάμπριελ, Χάρισον Γκίλμπερτσον, Άμπι
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: UIP

Η ταινία του 41χρονου Αυστραλού Λι Γουανέλ είναι η δεύτερη κατά σειρά από την καρέκλα του σκηνοθέτη, καθώς ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι και ηθοποιός. Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο έγινε με το τρίτο μέρος του «Insidious» (Παγιδευμένη Ψυχή) το 2015. Όχι κάτι το ιδιαίτερο και πρωτότυπο για να μπει o Λι στο ακανόνιστο δώμα των νέων σκηνοθετών, που κλείνουν ματάκι και βγάζουν γλώσσα παιχνιδιάρικα. Δεν κρύβω να ομολογήσω, πως μπήκα στην δημοσιογραφική προβολή κάπως προκατειλημμένος, που θα έβλεπα την καινούργια του ταινία. Στο πρώτο δεκαπεντάλεπτο της προβολής, εντελώς αντανακλαστικά, ανακάλεσα στην μνήμη την προηγούμενη δουλειά του και προσπάθησα να βάλω την αρχιτεκτονική εκείνης με αυτό που έβλεπα. Καμιά σχέση. Εδώ έχουμε φουτουριστικό ντεκόρ με δυνατούς αρμούς γερά πακτωμένους στο έδαφος του ψαγμένου b-movie και ταπετσαρία στους τοίχους το ανθεκτικό άρωμα των σχολών Βερχόφεν, Κάμερον και Ρίντλεϊ Σκοτ στην εαρινή περίοδο τους. «Ουπς!», ψέλλισα, «το λέει η περδικούλα του τυπάκου». Στο ολοκληρωμένο σαραντάλεπτο η ταινία με είχε κάνει καθολικά δικό της. Στο πέρας των 100 λεπτών προβολής και στο φινάλε επιθυμούσα να την ξαναδώ. Με προϋπολογισμό μόλις τα 5 εκατομμύρια δολάρια, ο Λι Γουανέλ κατασκεύασε μια ταινία υψηλών προδιαγραφών, από αυτές με την άριστη τεχνική και τον μαγκιόρικο συνδυασμό κάμερας και φωτισμού για να πετάξει στο πανί την πρόοδο του neo-noir φανταστικού σινεμά με low budget production και πολύ μεράκι. Αυτό που δεν πέτυχε ο στάντμαν και σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λιτς με την σούπερ σταρ Σαρλίζ Θερόν και την «Atomic Blonde» των 30 εκατομμυρίων δολαρίων κόστους, το πέτυχε ο Γουανέλ στο 1/6 του κόστους και τον ημί-γνωστό ηθοποιό, κατά άλλα εξαιρετικό, Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν (φέρνει αρκετά στην ήρεμη δύναμη του Τομ Χάρτνι, το εκρηκτικό του Τζέραλντ Μπάντλερ και το ειρωνικό του Τζουντ Λο). Ποια είναι η επιτυχία της ταινίας; Μια απλή ιστορία επιστημονικής φαντασίας (την έχετε ξαναδεί σε διάφορες εκδοχές) στο κοντινό δυστοπικό μέλλον, που το στιλ της, η απόλυτη συγκέντρωση στο θέμα, το συμπυκνωμένο σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη, το σπουδαίο μοντάζ (Άντι Κάνι), η μουσική του Τζεντ Πάλμερ, που παίζει στις αρμονικές σφαίρες του ατμοσφαιρικού electro classic, το φινάλε που σκίζει την παλιωμένη φόδρα από το κοστούμι, αλλά και η άριστη σκηνοθεσία καταφέρνουν να σε βουτήξουν και να σε βάλουν μέσα της, δίχως να καταλάβεις για πότε τελείωσε. Ως προσωπική κατάθεση αναφέρω, πως ελάχιστες είναι οι φορές σε ταινίες που ταυτίζομαι με έναν κινηματογραφικό ήρωα, βλέποντας την πλοκή και μια από αυτές είναι και το «Upgrade». Για τέτοιο ρούφηγμα μιλάμε, που στο τέλος αναφωνείς και ένα… «γαμώτο τελείωσε!» Είναι τόσο απλά τα πράγματα εδώ, που η απλότητα της σου φέρνει διαολεμένη αμηχανία. Τσίλικος ο Λι Γουανέλ. Περιμένουμε την επόμενη για την καθιέρωση σου, dude!

Στο κοντινό μέλλον, που όλα παρακολουθούνται και όλα είναι ανυπόφορα ο μηχανικός αυτοκινήτων Γκρέι Τρέις (Λόγκαν Μάρσαλ – Γκριν  – πολύ καλός), λάτρης του παρελθόντος και αρνητικός με την τεχνολογία,  ανακαινίζει παλιά σπορ αυτοκίνητα, ενώ η σύζυγος του Άσα (Μέλανι Βαγιέχο) εργάζεται σε πολυεθνική εταιρία ρομποτικής. Κατά την επιστροφή τους στο σπίτι, έπειτα από μια βραδινή έξοδο-επίσκεψη στον πάμπλουτο, τζίνιους εφευρέτη της νανοτεχνολογίας και της βιοψηφιακής τεχνολογίας, τον απόμακρο και μοναχικό Ίρον (Χάρισον Γκίλμπερτσον – πολύ καλός), μια άγρια συμμορία στα καλά καθούμενα σκοτώνει εν ψυχρώ την Άσα και αφήνει παράλυτο από τον λαιμό και κάτω τον Γκρέι. Ο τετραπληγικός πια χαροκαμένος χήρος, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι δέχεται την βοήθεια του Ίρον, που του υπόσχεται, ότι θα τον κάνει να περπατήσει. Με την καινούργια εφεύρεση του, που είναι ένα προηγμένης τεχνολογίας τσιπ, «Στέλεχος» τεχνητής νοημοσύνης, το εμφυτεύει στην σπονδυλική του στήλη κι αυτό αναλαμβάνει τον χαμένο ρόλο των νευρώνων, που δίνουν εντολές λειτουργίας από τον εγκέφαλο στους αδρανείς μύες του και σε όλο το σώμα του. Ο Γκρέι πραγματικά σηκώνεται, περπατάει σε στιλ Ρόμποκοπ και ενώ όλα πηγαίνουν μια χαρά αρχίζει αμέσως να οργανώνει την έρευνα για να συλληφθούν οι δολοφόνοι της αγαπημένης του Άσα. Κατά την διάρκεια της έρευνας, δίχως να γνωρίζουν οι οικείοι του και η αστυνομία την επιτυχημένη επαναφορά του στην φυσιολογική ζωή, μια φωνή από μέσα του, που την ακούει μόνο αυτός, του συστήνεται ως Στεμ (φωνή του Σάιμον Μέιντεν) και ότι είναι κανονικά συνδεδεμένος με το νευρικό του σύστημα. Ο Στεμ, ως δεύτερη φύση στο σώμα τού «αναβαθμισμένου» μηχανικού προσφέρει νοητικές δυνατότητες και σωματικές ικανότητες υπεράνθρωπου, που θα βοηθήσουν τον Γκρέι να βάλει στην άκρη την αστυνομική βοήθεια και να ψάξει μόνος του για τους αδίστακτους φονιάδες, ώστε να μάθει τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους δολοφόνησαν την σύντροφο του.