«Revenge»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Revenge»

 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Κοραλί Φαρζά
  • Με τους: Ματίλντα Ίνγκριντ Άννα Λουτζ, Κέβιν Τζάνσενς, Βινσέντ Κολόμπ, Γκιγιόμ Μπουσέντ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Odeon

Σ-ο-κ-α-ρ-ι-σ-τ-ι-κ-ό!!! Η πρώτη επαφή της σε ταινία μεγάλου μήκους, το σκηνοθετικό της ντεμπούτο εν ολίγοις,  και η  42χρονη Γαλλίδα Κοραλί Φαρζά ορμάει σαν θηλυκός τυφώνας στον ερμητικά κλειστό κύβο της εκδίκησης, αλλάζοντας άρδην την εσωτερική διακόσμηση του γεωμετρικού σχήματος. Ξεκινάει από το χρώμα και το ανάλαφρο, πουτανίστικο ροζ το αντικαθιστά με αυτό του πηχτού, ανδρικού αίματος, ολούθε. Καίει τελετουργικά σε επίπονη σαμανική φωτιά το στίγμα της bimbo και στην θέση της υποδέχεται, ως αναγεννημένος φοίνιξ, το άγριο πνεύμα της λύκαινας, της λυσσαλέας αμαζόνας, τοποθετώντας γύρω της τα κορμιά αρσενικών κάφρων με πάμπολλες τρύπες στα υπερφίαλα σαρκία τους. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, εκτός των άλλων, πως αναφερόμαστε σε μια μεταμόρφωση, σε μια μετάβαση δυο επιπέδων, του πνευματικού αρχικά, που ξεκινά από τον ψυχικό και τον υλικό πόνο για να ακολουθήσει η μετάλλαξη της μορφής και φυσικά του σκοπού, που δεν είναι άλλος από την εκδίκηση. Πρωταγωνίστρια σε αυτό το μακελειό η νεαρή, όμορφη Τζεν, όνομα κάτι σαν το ήρεμο κι επικίνδυνο Γιν του Ζεν. Το κουκλί, το αφελές γκομενάκι που κάνει όμως καλό κρεβάτι και ονειρεύεται να ζήσει στο Λος Άντζελες για να την προσέξει κάποιος, όπως λέει χαριτωμένα, σχοινοβατώντας καβλιάρικα, γεμάτη πάθος ανάμεσα στον ρόλο της ερωμένης και της καλοπληρωμένης βίζιτας. Η χείριστη εκδοχή της ηθελημένης, βέβαια, γυναικείας εκμετάλλευσης με ένα βροντερό «κλικ» μετασχηματίζεται στον δαίμονα μακελάρη, στην αιμοδιψή νέμεση. Η αφορμή; Απλή! Μα, η απαξίωση, η κατάφορη αδικία, η παραβίαση των ορίων, η έλλειψη της αγάπης και της υποστήριξης από το ανεγκέφαλο αρσενικό και το αδιάφορο μετουσιώνεται στο απόλυτο σύμβολο της εξουσίας και της ισορροπίας. Έτσι, για να τοποθετηθούν τα πράγματα στη σωστή θέση τους.

Η είκοσι something Τζεν (Ματίλντα Ίνγκριντ Άννα Λουτζ – απίθανη και συγκρατήστε το όνομα της απλά Ματίλντα Λουτζ) φθάνει με τον φραγκάτο και ωραίο Ρισάρ (Κέβιν Τζάνσενς -καλός) σε υπερπολυτελή βίλα – καταφύγιο στην καρδιά κάποιας ερήμου για να περάσουν μόνοι τους ένα χαλαρό διήμερο με πολύ σεξ, πριν ο άνδρας υποδεχθεί τους δυο κολλητούς, συνεργάτες του, που έχουν οργανώσει το ετήσιο κυνήγι τους. Σημασία έχει, να αναφέρουμε, πως ο πιλότος του ελικοπτέρου που τους μετέφερε στην έρημο, προσφέρει στον Ρισάρ ως δώρο, μια γερή δόση του βοτάνου πεγιότλ (πανάρχαιο, δυνατό παραισθησιογόνο το οποίο χρησιμοποιούν οι σαμάνοι για τα «ταξίδια» τους στις τελετές), ώστε το ζευγάρι να το χρησιμοποιήσει με προσοχή, απογειώνοντας τις επιδόσεις τους. Ο Ρισάρ μη θέλοντας να διακινδυνεύσει το κυνήγι δίνει το πεγιότλ στην Τζεν να το φυλάξει στο μενταγιόν της. Ο λεγάμενος συνομιλεί με την σύζυγο στην Γαλλία και μετά αφήνεται στο ξέφρενο, ερωτικό πάθος με την Τζεν. Δεν χωρίζει την γυναίκα του ένεκα των παιδιών τους και δεν εγκαταλείπει την Τζεν, ένεκα του υπέροχου πισινού της, όπως της εκμυστηρεύεται. Ξαφνικά οι, επίσης, παντρεμένοι φίλοι του έρχονται στην βίλα μια ημέρα νωρίτερα, αντικρίζοντας το σέξι «μωρό» Τζεν, με περιβολή που κολάζει άγιο, να περιφέρεται αμέριμνη στο σπίτι. Ψιλοτρελαίνονται με το θηλυκό, καταλαβαίνουν πως είναι το γκομενάκι του φίλου τους, και το άδειο κεφάλι του ενός, του Σταν (Βινσέντ Κολόμπ – καλός), πολιορκείται από ανομολόγητες επιθυμίες. Κάτι το χαζοχαρούμενο στυλάκι της Τζεν, κάτι τα αισθησιακά σόλο χορευτικά της στην πισίνα, την επομένη το πρωί και ενώ απουσιάζει ο Ρισάρ από το σπίτι, ο Σταν βιάζει την Τζεν. Η κοπέλα σκέτο ράκος δεν έχει την υποστήριξη του Ρισάρ, ο οποίος παίρνει το μέρος των φίλων του. Η κοπέλα προφανώς θέλει δικαίωση που δεν την έχει. Οι τρεις φίλοι αποφασίσουν να κλείσουν δια παντός το στόμα της Τζεν, σπρώχνοντας την στον γκρεμό για να την δολοφονήσουν. Το σώμα της γυναίκας καρφώνεται σε ένα δένδρο βλέπουν οι άνδρες ότι τελικά σκοτώθηκε και το απόγευμα κατεβαίνουν να πάρουν το πτώμα της και να το εξαφανίσουν. Η Τζεν όμως ζει και βαριά πληγωμένη κρύβεται για να επιστρέψει, αλλιώτικη, μεταμορφωμένη, εκδικητική… Και το γλέντι αρχίζει.

Μετά το πρώτο μισάωρο, ωιμέ, η ταινία γίνεται το απόλυτο splatter, όμως, εκατοντάδες μίλια μακριά τοποθετημένο από τις γνωστές σπλατεριές του είδους. Αίμα, ω ναι, πολύ αίμα με θέση και άποψη από την καταπληκτική Γαλλίδα σκηνοθέτιδα Κοραλί Φαρζά (και το σενάριο δικό της), η οποία είναι τυπάκι πρώτης γραμμής φυσιογνωμικά και στον δημιουργικό, προσωπικό της κύκλο πρέπει να είναι τα μάλα ψαγμένη. Το θηλυκό που επιστρέφει για εκδίκηση, καταλήγοντας να μεταμορφώνει σε άχρηστη κρεατόμαζα τα αρσενικά δεν είναι καινούργιο κινηματογραφικό προϊόν. Η γνωστή «Colobiana» του Ολιβιέ Μεγκατόν, παραδείγματος χάριν, είναι η επί σειρά ετών εκπαιδευμένη δολοφόνος. Η Νύφη – Ούμαν Θέρμαν στο «Kill Bill» του Ταραντίνο είναι μια αδίστακτη δολοφόνος. Ακόμα και η Τζένιφερ Λόπεζ ως runaway μανούλα στο «Αρκετά» του Μάικλ Άπντεντ για να πάρει την εκδίκηση της εκπαιδεύεται, προετοιμάζεται. Στην ταινία της Φαρζά δεν υπάρχουν τέτοιου είδους πολυτέλειες και αμερικανιές. Εδώ, η ημιθανής ηρωίδα, η ιταλικής καταγωγής Ματίλντα Λουτζ (όλη η ταινία επάνω της) σε χρονική διάρκεια ελάχιστων ωρών μετουσιώνεται και σαν ερπετό απαλλάσσεται από το πρότερο δέρμα της. Ξεπετσιάζεται υλικά και πνευματικά μέσα από διαδικασίες μυσταγωγικές, υπέροχες (με την βοήθεια του πεγιότλ), κι από την ταυτότητα της αφέλειας της μεταβαίνει στην καθολική αποδοχή της εξολόθρευσης. Μοναδική η Ματίλντα στον ρόλο της ακατέργαστης, αλλά αποφασιστικής δολοφονικής αμαζόνας. Έρπει ημίγυμνη στην γη για να διασωθεί, γίνεται ξανά χωμάτινη πασαλειμμένη στο αίμα του προσωπικού της θανάτου, αναγεννιέται στην φωτιά, μέσα από τον πόνο για να δικαιώσει την θηλυκή της ύπαρξη, την ζωή και σαν να είναι κατειλημμένη από χθόνια και ουράνια θεά είναι ο μακελάρης με αποστολή να αφανίσει κάθε τι που τις χάλασε το όνειρο και κάθε αρσενικού που την υποτίμησε, την ακύρωσε. Η αλαλία της καθ΄ όλη την διάρκεια του αιματηρού «έργου» της, που κρατάει αρκετά, αλλά με θανατηφόρο, πειστικό βλέμμα στο πρόσωπο που σε παραλύει από τον τρόμο, είναι από τα εντυπωσιακά σημεία του σεναρίου. Όπως, όταν λαμβάνει την καινούργια, αναγεννημένη  εμφάνιση της –  μοιάζει με σκοτεινό δημιούργημα βγαλμένο από τους ερμαφρόδιτους αδένες της γαίας -, το μόνο στοιχείο της πρότερης ζωής της που απομένει επάνω της, είναι το φτηνό, περλέ σκουλαρίκι κρεμασμένο στο ένα αυτί σε σχήμα αστεριού. Καταπληκτικό μοντάζ, φανταστικές χρωματικές που σε βάζουν στην ατμόσφαιρα του ανελέητου ανθρωποκυνηγητού, αφημένος στην πρωτόγονη διάθεση της ηρωίδας. Καλλιτεχνική η αντιμετώπιση του άφθονου αίματος στα κινηματογραφικά καρέ, εξαίσια και η φωτογραφία του Ρόμπρεχτ Χέιβαρτ, που από τις πευκόφυτες, βουνίσιες «Αρδέννες», σκλαβώνει απειλητικά την άγονη απεραντοσύνη της χρυσο-καφέ ερήμου. Οι ατμοσφαιρικοί electro μουσική – ήχοι του Ρομπ (γνωστός και ως Ρομπέν Γκουντέρτ) από ένα σημείο κι έπειτα λαμβάνουν τον κυρίαρχο λόγο στην περιορισμένη διαλεκτική της ταινίας, υποστηρίζοντας την ένταση της πλοκής, τιμώντας, βέβαια, την μεγάλη του «γένους» Κάρπεντερ σχολή. Όλη η αρχιτεκτονική της ταινίας είναι ευφυέστατη. Κοραλί Φαρζά: δίνει τα διαπιστευτήρια της και περνάει το κατώφλι των ιδιαίτερων, γυναικών auteur με ψυχή, που θεωρώ, ότι στο προσεχές μέλλον θα ασχοληθούμε αρκετά μαζί της. Η ταινία «Revenge», ανεπιφύλακτα είναι το φετινό κινηματογραφικό ρόδο της ερήμου.