«Mandy»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Καναδάς (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πάνος Κοσμάτος
  • Με τους: Νίκολας Κέιτζ, Αντρεα Ράιζμπορο, Λάινους Ρόουτς, Μπιλ Ντιούκ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ένα απλό είδος τρόμου αριστοτεχνικά ειπωμένο. Τα γνωστά στοιχεία που περιλαμβάνει μια ταινία του είδους (ψυχεδέλεια, αποκρυφισμός, θάνατος, οργή και εκδίκηση) απλώνονται τόσο περίτεχνα στην δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του Πάνος Κοσμάτος, που πραγματικά σε μαγνητίζει. Είναι ο ρυθμός της ταινίας που σε υποβάλλει, είναι η χρωματική της, είναι η φωτογραφία της, είναι η gothic φόρμα της ιστορίας, είναι η ίδια η αφήγηση, χέρι χέρι  με την υποβλητική μουσική του  Γιόχαν Γιόχανσον,  είναι η απόγνωση του Νίκολας Κέιτζ, που έχει καιρό να παίξει σε κάτι της προκοπής, είναι η μουσική έναρξη με το «Starless» των King Crimson, η «Μάντι» κατορθώνει να σταθεί στον αφρό της διαφορετικότητας του cult και να ξεχωρίσει όχι απλά ως ταινία γκορ τρόμου, αλλά ως τρομακτικό έργο τέχνης. Αναφέρω με παρρησία τις λέξεις «έργο τέχνης» για μια ταινία του είδους, για να κρατήσω ίσες και δίκαιες αποστάσεις σε όσους γράφουν και αναφέρονται περισπούδαστα περί «έργων τέχνης» μόνο στις ταινίες της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, γιατί και αυτό το είδος σινεμά, του τρόμου δηλαδή, διαθέτει ένα ευρύ πεδίο δυνατοτήτων, που η εικόνα του – εάν και εφόσον είναι μάστορας ο σκηνοθέτης – αποτελεί «έργο τέχνης». Άλλωστε ο εξπρεσιονισμός ως καλλιτεχνικό κίνημα, εκτός της έντονης χρωματικής του, αγκάλιασε ασφυκτικά την καρδιά του ανθρώπινου τρόμου. Τρανό παράδειγμα η γνωστή σε όλους μας «Κραυγή» του Νορβηγού Έντβαρτ Μουνκ, που απεικονίζει την παραμορφωμένη και αγωνιούσα μορφή με φόντο τον ουρανό σε χρώμα άλικο, όπως του αίματος. Το ανθρώπινο είδος συντρίβεται από τον υπαρξιακό τρόμο. Για αυτό αφήστε κατά μέρος την σνομπαρία και τον ελιτισμό, γιατί η γόνιμη έκφραση του σινεμά διαθέτει Κάλλος και στις ταινίες φρίκης, καθώς το Κάλλος ενυπάρχει παντού, ορατόν και αόρατον.

Αναφέραμε πως το σενάριο είναι απλό ως προς την πλευρά της πλοκής. Το 1983 (κομβική η χρονολογία, καθώς στην δεκαετία του ογδόντα ρυθμίστηκαν με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού όλες οι οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές δυνάμεις σε κοινό μέτωπο ως προς την σταδιακή εξόντωση του ανθρώπινου είδους), η Μάντι (Αντρεα Ράιζμπορο – πολύ καλή) και ο Ρεντ (Νίκολας Κέιτζ- επιτέλους ξύπνησε από τον λήθαργο της ανοησίας) είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι με διαφορετικές απόψεις και θέσεις από τους υπόλοιπους (η Μάντι διαβάζει μεσαιωνικά, ρομαντικά μυθιστορήματα της Tor Books), ζουν απομονωμένοι στο ξύλινο σπίτι τους στην καρδιά του δάσους. Ευαίσθητη, αλαφροΐσκιωτη και καλλιτέχνης η Μάντι αγαπάει τον σύντροφό της Ρεντ, που είναι εργαζόμενος σε μια τοπική εταιρεία ξυλείας. Στο φυσικό ήρεμο τοπίο το ζευγάρι βιώνει την ελευθερία μακριά από τα τοξικά, αστικά προϊόντα υποκουλτούρας. Ξαφνικά μια ολιγομελής αίρεση παραφρόνων, φουλ στην ντρόγκα, με αρχηγό τον Τζερεμάια (Λάινους Ρόουτς  – άψογος), που είναι περαστικοί και επιδίδονται σε αποκρυφιστικές τελετές συνοδευόμενες από διάφορα ψυχόρτοπα, βάζουν στο μάτι την Μάντι και την απάγουν από το σπίτι μαζί με τον Ρεντ, βοηθούμενοι από μια απόκοσμη ομάδα μοτοσυκλετιστών.

Ο Τζερεμάια ως δαιμονικός Χριστός θέλει να κάνει δική του την Μάντι, νύφη και εξ΄ αριστερών του ιέρεια, αλλά η γυναίκα υπό την επήρεια ουσιών τον χλευάζει και ο αιρεσιάρχης την καίει ζωντανή μπροστά στα μάτια του άνδρα της. Η σέκτα που αποτελείται από εντελώς άρρωστους και υποταγμένους οπαδούς εγκαταλείπει το δάσος, την Μάντι νεκρή και τον Ρεντ πληγωμένο και δεμένο με αγκαθωτό σύρμα σε ένα δένδρο. Ο άνδρας απελευθερώνεται και συντετριμμένος από την απώλεια της αγαπημένης του, αλλά και την ανθρώπινη φρίκη ξεκινάει το οδοιπορικό της εκδίκησης σαν μαύρος ιππότης εξολοθρευτής, σαν ημίθεος τιμωρός βυθισμένος στο βασίλειο τού προσωπικού του σκότους.

 

Οκτώ χρόνια μετά από το φουτουριστικό «Beyond the Black Rainbow», ο 44χρονος Ιταλο-Καναδός, με την ελληνική καταγωγή σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πάνος Κοσμάτος (γιός του σκηνοθέτη Τζόρτζ Κοσμάτος – «Το Πέρασμα της Κασσάνδρας», «Απόδραση στην Αθήνα», «Κόμπρα», «Ράμπο 2»), καταπιάνεται με το θέμα της εκδίκησης, φιλμαρισμένο από μια ιδιαίτερη οπτική. Ενώ η ταινία αναφέρεται στον σύγχρονο κόσμο (1983), όλη η δομή της είναι η ιστορία ενός ανθρώπου εναντίον τεράτων που έχουν ανθρώπινη μορφή. Μοιάζει με καλοστημένο γοτθικού τύπου μυθιστόρημα, που ο χαροκαμένος ήρωας μετασχηματίζεται σε ανελέητο τιμωρό δίχως αύριο να τα βάζει με τον κακό δαίμονα. Το σκηνικό είναι άψογα προσαρμοσμένο στις κινηματογραφικές οπτικές του Κάρπεντερ, του Κρόνεμπεργκ και του Αρτζέντο, που προφανώς είναι και το σινεμά με το οποίο μεγάλωσε και τράφηκε καλλιτεχνικά ο Κοσμάτος. Η φωτογραφία του Μπέντζαμιν Λόεμπ μετασχηματίζεται συνεχώς από την γαλήνια και ήρεμη διάσταση της συνύπαρξης του χίπικου ζεύγους σαν μεσαιωνική καρτ ποστάλ με νεράιδες και ξωτικά του δάσους, σε μια άνευ προηγουμένων κατάβαση στο έρεβος, παίζοντας με τις διαβαθμίσεις του εκτυφλωτικού, κόκκινου χρώματος. Ο σχεδιασμός παραγωγής του Χιούμπερτ Πουίλ άψογος, που με το χαμηλό budget των έξι εκατομμυρίων δολαρίων έβγαλε λαγούς από το καπέλο. Η μονομαχία με τα αλυσοπρίονα, επί παραδείγματι, είναι άψογη, σημείο αναφοράς στο σινεμά του τρόμου.

Η πρωταγωνιστική τριάδα:  Ο Νίκολας Κέιτζ, που εγέρθηκε εκ του βαθέως ύπνου και είναι πολύ καλός, η Άντρεα Ράιζμπορο («Η Μάχη των Φύλων», «Birdman», «Oblivion») υπέροχη στον ρόλο της αέρινης, εύθραυστης, απαλής, αλλά ουράνιας Μάντι και ο Άγγλος Λάινους Ρόουτς («Non-Stop», «Batman Begins»), εντελώς μεταμορφωμένος στον ρόλο του Τζερεμάια, σκίζουν. Ο Κοσμάτος σε σενάριο δικό του (αρκετά διαβασμένος στην αποκρυφιστική αθέατη πλευρά της ιστορίας, όπως το  princep με την πέτρα-βούκινο Αμπράξας, βγαλμένο από τον ελληνικό, μαγικό πάπυρο, που προσκαλεί τους μακελάρηδες δαίμονες, ας πούμε τώρα), χειρίζεται την κάμερα δεξιοτεχνικά, φιλμάροντας το σινεμά που γουστάρει και το κάνει μαστόρικα, ραντισμένο με νοσταλγικές στάλες μιας δεκαετίας που άφησε έντονο το στίγμα της. Εξαιρετική, βίαιη και παραμυθένια η Μάντι του Κοσμάτου. Η ηλεκτρονική μουσική του Γιόχανσον απίθανη. Να γράψω, πως η ταινία είναι ειδικά φορμαρισμένη για τους λάτρεις του είδους; Όχι, το καλό σινεμά είναι για όλους, ακόμα κι αν υπάρχουν σε αυτό στιγμές που σε ανατριχιάζουν.