fbpx

«Deadpool Vs ανδροπαρέας παλαιμάχων» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, στρατός… μέχρι εδώ! Για τις γυναίκες, βέβαια, η στρατιωτική θητεία μπορεί να εξαιρεθεί, για τους άνδρες όμως παίζει σε αυτό το σπουδαστικό πεντάπτυχο, που ο άνθρωπος, ανεξαρτήτως φύλου, ανοίγει και κλείνει τους πρώτους, άδολους, μικρούς, κύκλους της ζωής του. Κάπως έτσι, δηλαδή: Μικρός άνθρωπος, έφηβος/η, νέος/α, κι έπειτα ο διάδρομος της ενήλικης και, συνάμα, τρομερής απογείωσης περιμένει να σε στείλει στις νεφελώδεις εκτάσεις του ουρανού για να φτιαχτείς, για να στραπατσαριστείς, να πολεμήσεις, να δημιουργήσεις. Απύθμενη χαρά, θλίψη, πόνος, επιβράβευση υπόσχονται οι πτήσεις. Και όλο το πίσω, εκείνο το ανέμελο, το εφηβικό, το νεανικό μένει ανέπαφο, προσεκτικά προστατευμένο σε μαρμάρινο πλατύσκαλο, κεντημένο στην ανεμελιά και την ελευθερία με όσους από εκείνα τα χρόνια έδεσες γερά, γλέντησες, μοιράστηκες χαρμολύπες, γιατί ήταν από την ανιδιοτέλεια της ψυχής διαλεγμένοι. Έ, μετά από την «απογείωση» σου στους αιθέρες δεν τους ξαναείδες ποτέ. «Βρε, συ τι κάνει ο/η τάδε, βλέπεις κανέναν;», ρωτάς κάποιον δορυφόρο του κλειστού, προσωπικού σου κύκλου με το χαμόγελο τόξο και το πρόσωπο φανάρι. Τα χρόνια πέρασαν, η αφή, η αίσθηση της άνεσης που ένοιωθες μαζί τους ποτέ δεν χάθηκε, δεν ξεχάστηκε. Κι όταν τους συναντήσεις ξανά, έπειτα από αρκετά χρόνια, γιατί η ζωή κύκλους κάνει, αρπάζεις με το αξέχαστο θάρρος το χρυσό νήμα από εκεί που το άφησες. Μοσχοβολά ανεξίτηλη νιότη, άνεση, ελευθερία και γελάς, δακρύζεις, μεταμορφώνεσαι, αφήνεσαι στην μεθυστική δίνη του, αν και πενήντα, εξήντα χρόνων, γαμώτο, σβήνει μεμιάς την κάθε ρυτίδα της ψεύτρας ηλικίας όταν αναπνέεις ξανά με εκείνους τους παλαιούς σου, τους ομοιοκραδασμικούς σου. Το σώμα, αν και επιμένει βασανιστικά να υπενθυμίζει, τις καταστάσεις, τις πληγές, τον αδάμαστο χρόνο από το ασταμάτητο πιλοτάρισμα στον νεφελώδη ουρανό, η άχρονη, ελεύθερη ψυχή είναι αλλού, διονυσιάζεται μαζί τους. Η ψυχή ανακαλύπτει ξανά την πραγματική της ηλικία, την βαθιά γνώση της και είναι η αιώνια νεότητα, εκείνο που ουδέποτε ενηλικιώθηκε ή χρονολογήθηκε, σιμά με το αχώριστο παρεάκι των σχολικών, των φοιτητικών χρόνων, ακόμα κι αυτό του στρατού. Μια αποκάλυψη μαγική σαν το ξέφρενο τζίνι, που ήταν αιώνες φυλακισμένο στο μπουκάλι και επιθυμεί αταξίες. Σ΄ αυτές τις συναντήσεις, τα reunions όπως συνηθίζεται,  δεν υπάρχουν απόκρυφα για κανέναν, γιατί ως νέοι δεν κρύψαμε τίποτα από τον φίλο/η, κι ό,τι υπήρχε μέσα μας στο τότε, το ίδιο, απαράλλαχτο παραμένει και στο σήμερα. Τα λευκά, τα γκρίζα, τα μαύρα, τα αφράτα και τα αραιά σύννεφα που συλλέξαμε κατά την διάρκεια των απαιτητικών μας πτήσεων, τυλίγοντας τιμητικά το αιθέριο σώμα μας δεν είναι τίποτα άλλο από τους προσωπικούς διθυράμβους των συνεχόμενων αναγεννήσεων μας. Ο παιδικός/η, ο νεανικός/η φίλος/η, ο/η πάλαι ποτέ «κολλητός/η», κατά την διάλεκτο του συρμού, εκείνη μόνο αναγνωρίζει… την προ 30 χρόνων «ψυχή» και τίποτα άλλο. Ω ελευθερία μου, έχεις και συ τα πρώτα, αλάνθαστα τακίμια σου, εκείνα που δεν σε έκριναν, δεν σε λοιδόρησαν και δεν σε υπονόμευαν. Βρώμικε χρόνε, έταξες ανατολή και στη δύση μας πήγες, κι αφήσαμε πίσω τα ταίρια μας, τα στοιχειά μας. Παιδικές μας ζωγραφιές, συμμαθητές, φοιτηταριά και κληρούχες μας ανταμώσαμε ξανά, βουτήξαμε στην λόπη της ζωής κι, επιτέλους, αρχίσαμε να κλέβουμε χρόνο.  

«Deadpool 2»

 

  • Είδος: Δράση, επιστημονικής Φαντασίας – comic
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λιτς
  • Με τους: Ράιαν Ρέινολντς, Μορένα Μπακαρίν, Τζος Μπρόλιν, Μπριάνα Χίλντεμπραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Το «όνειδος» της Marvel, ο πλέον βρωμόστομος ήρωας της comic οικογένειας, ο γιγαντιαίων διαστάσεων κάφρος, που παίζει σε επικών διαστάσεων κόμικ ιστορία σαν να μην συμμετέχει σε αυτήν. Ο υπερήρωας μισθοφόρος, αυτός ο ανήθικος, μεταλλαγμένος, αθάνατος και τρελά ερωτευμένος με την αγαπημένη του Βανέσα, επανέρχεται στην δεύτερη κατά σειρά κινηματογραφική του συνέχεια. Δεν είναι από τους comic χαρακτήρες που  κόβω φλέβα, διάολε όμως, δεν απομαγνητίζεσαι εύκολα από το ενεργειακό του πεδίο, καθώς το αντιηρωικό, φλύαρο στυλ του και οι απόψεις του διακρίνονται από μια ανιδιοτελή γοητεία που τον καθιστούν ελκυστικό, έως συναρπαστικό. Οι δε συνεχόμενες σκωπτικές αναφορές του στην pop κινηματογραφική κουλτούρα (δεν αφήνει τίποτα όρθιο) και ο ανελέητος σαρκασμός του εν μέσω αρμαγεδδονικής καταστροφής, είναι οι ευχάριστες πινελιές που αναπτύσσουν την κωμική διάσταση της παρουσίας του. Ο Deadpool ή DP (Ντι Πι), όπως τον αποκαλεί ο επεισοδιακός, Ινδός ταρίφας, σοφέρ του και θαυμαστής του Ντοπίντερ (Κάραν Σόνι), ανήκει στην τελευταία σοδιά της οικογένειας Marvel, ζωγραφισμένος το 1991, από το πενάκι του Αμερικανού Ρομπ Λίφελντ εμπνευσμένος από τον διάσημο Αμερικανο-αργεντινό κομίστα Φέμπιεν Νεϊσίζα και τοποθετημένος αβλεπί στην τελευταία γενιά των comic super heroes, αυτή που ονομάζεται Modern ή Dark Age of Comic Books. Ο χαρακτήρας του και συνάμα η προσωπικότητα του παραμένουν σχεδόν ακλόνητες από την προ στην μετά του βιολογικού του δυστυχήματος, που τον μετέτρεψε σε άτρωτο, ακόμα κι αν τεμαχιστεί το σώμα του σε πέντε κομμάτια ο Ντι Πι εξακολουθεί να ζει και να επανασυναρμολογείται με την υπεράνθρωπη ικανότητα ενός επιταχυνόμενου θεραπευτικού παράγοντα. Είναι ήρωας και αντιήρωας, διαθέτει θεϊκή δύναμη, δίχως να είναι θεός και κατά βάση είναι αιωνίως ενοχλημένος, ανθρώπινα τσαντισμένος, αενάως μπριζομένος και δεν χαρίζεται με τίποτα. Αρχικά, να αναφέρουμε, ότι σχεδιάστηκε και εμφανίστηκε στο The New Mutants ως ο σούπερ κακός ήρωας, κάτι που στην συνέχεια μετακόμισε στο να υπηρετεί το καλό, ας πούμε. Τα supervillain στοιχεία του δεν τα έχασε, αλλά τα κράτησε ακλόνητα. Το πραγματικό και άνευ στολής όνομα του είναι Γουέιντ Ουίλσον, και «νονός» του, ως είθισται, είναι και ο δημιουργός του, ο Φέμπιεν Νεϊσίζα, ο οποίος «παίζει» κάπως χαριτωμένα με τον άλλο υπερήρωα «Σλέιντ Ουίλσον» ή Deathstroke της «αντίπαλης» DC comics (πέφτει σχολιάκι στην ταινία για την DC, σκέτη πίκρα). Ο Deadpoοl της Marvel, τελικά, είναι ένα επιτυχημένο κράμα, ένα υβρίδιο του Γούλβεριν και του Σπάιντερμαν. Είναι ο αθεράπευτος παρλαπίπας που βρίζει, αποδομεί κάθε τι συνετό και ηθικό, αλλά στοιχειώνει τους εχθρούς τους. Ευγενές επακόλουθο είναι η δεύτερη συνέχεια του Deadpoοl, αφού η πρώτη του επαφή με το κινηματογραφικό κοινό άστραψε ταμειακώς με μπόλικη πρασινάδα.   

Από τις πρώτες κιόλας σκηνές ο Deadpool (Ράιαν Ρέινολντς, πολύ καλός) μοιράζει σκληρές φάπες, σκορπά αίμα κακοποιών παντού, κομματιάζοντας ανθρώπινα σώματα για ψήλου πήδημα. Οι πάμπολλοι εχθροί θέλουν το κεφάλι του πλακατζή ήρωα-φονιά επί πίνακι. Ενώ βρίσκεται χαλαρός στο σπίτι με την λατρεμένη του Βανέσα (Μορένα Μπακαρίν, μούρλια) περιμένοντας τον microwave να ολοκληρώσει την βραδινή τζανκιά τους, μπουκάρει ένα μάτσο εγκληματίες, αρχίζουν το πιστολίδι κι όποιον πάρει ο μαυροφορεμένος Χάρος. Ο Ντι Πι τους σερβίρει  άφθονο βρωμόξυλο και θάνατο, αλλά πάνω στην αιμοσταγή φιλοξενία του, ένας από δαύτους πυροβολεί την Βανέσα του και την σκοτώνει (η διαφορά με το πραγματικό κόμιξ είναι ότι η Βανέσα είναι νεκρή πριν την τοξική και απέθαντη μετάλλαξη του Ουέιντ). Το τέλος αυτού του δολοφόνου, είναι κάπως παράδοξο και έξω από τα νερά του ήρωα, καθώς η απώλεια του μεγάλου έρωτα του τρελαίνει τον Ντι Πι, που θέλει να βάλει τέλος στην άσκοπη πια παρουσία του στη Γη. Δίχως την Βανέσα του, ζωή για τον Deadpool δεν υπάρχει, μόνο που δεν μπορεί να πεθάνει όσο κι αν το προσπαθεί, ακόμα κι αν χρησιμοποιεί τις πιο ακραίες μεθόδους αυτοκτονίας. Κάπου στο μέλλον τώρα, ο σκληροτράχηλος πολεμιστής Κέιμπλ (Τζος Μπρολίν, απίθανα αλύγιστος) μια μίξη ανθρώπου και μηχανής ταξιδεύει στο παρελθόν (στο σήμερα δηλαδή) για να συναντήσει στην εφηβική ηλικία τον μεταλλαγμένο δημιουργό φωτιάς Φάιερφιστ (ο ευτραφής δεκαεξάχρονος Τζούλιαν Ντένισον είναι καλός) και δίχως άλλο να τον σκοτώσει. Ο λόγος που ο Κέιμπλ θέλει νεκρό τον Φάιερφιστ είναι για να εμποδίσει τον μεταλλαγμένο πυρομανή να κάψει την γυναίκα και την κόρη του στο μέλλον. Κάτω από μια σειρά γεγονότων ο Ντι Πι, βλέποντας το γεγονός ως μια λαμπρή ευκαιρία, να κάνει το καλό και η ψυχή του να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα καθαρή κοντά στην ψυχή της Βανέσας του, αναλαμβάνει την προστασία του κακοποιημένου πιτσιρικά, οπότε και οργισμένου Φάιερφιστ, αποτρέποντας τα σχέδια του χαροκαμένου Κέιμπλ.

Η συνέχεια του  Deadpool είναι πιο γκαζωμένη από την πρώτη και η είσοδος νέων ηρώων, εκτός των ήδη γνωστών X-men, ως επί το πλείστον μεταλλαγμένων (άραγε ετοιμάζεται η X-Force;), όπως η ατρόμητη και τυχερή Ντόμινο (Ζάζι Μπιτς, καλή) ανοίγει καινούργιους διαύλους στο πάνθεον των χάρτινων ηρώων που έλαβαν σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη. Στο σενάριο συναντάμε το ίδιο team με αυτό της πρώτης περιπέτειας (Ρετ Ρις και Πολ Γουυέρνικ) για να προστεθεί στις γραφίδες κι αυτή του Ράιαν Ρέινολντς. Ο πρώην κασκαντέρ και σκηνοθέτης της «Atomic Blonde» και του «John Wick», Ντέιβιντ Λιτς, τόχει το θέμα και πέρα των εφέ, των εντυπωσιακών σκηνών δράσης, δουλεύει προσεκτικά την στάση του ήρωα απέναντι στον ορίζοντα των αρετών της καλοσύνης, της αγάπης, της φιλίας, του αλτρουϊσμού ακόμα και της αυτοθυσίας, δίνοντας ανθρωποκεντρική διάσταση στον κυνικό και σκοτεινό Γουέιντ Ουίλσον με την διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ. Οι βιτριολικές ατάκες παίρνουν και δίνουν από το αβούλωτο στοματάκι του, ενώ οι καλοβαλμένες προκλητικές πόζες του Ντι Πι ρέουν άψογα στην μουσική επιμέλεια του Τάιλερ Μπέιτς, προσφέροντας ένα μεστό score από Πίτερ Γκάμπριελ, A-Ha, Σελίν Ντιόν, Σερ, Ντόλι Πάρτον μέχρι Air Supply και Πατ Μπένεταρ. Α, μην αφαιρεθείτε ούτε λεπτό από την μεγάλη οθόνη μέχρι να ανάψουν τα φώτα της αίθουσας, διότι υπάρχουν τρελές φάσεις, εκπλήξεις-εμφανίσεις που μπαίνουν βγαίνουν στο πατ κιουτ. Είναι κι αυτή η λιγωτική σεκάνς, βρε παιδί μου, με την Βανέσα να σαλτάρει ερωτικά στον παραμορφωμένο Γουέιντ, κι αυτός να την αγκαλιάζει με πάθος, λέγοντας της: «Φίλα με δίχως αύριο…»

«Η Τελευταία Σημαία»

(Last Flag Flying)

 

  • Είδος: Κοινωνικό road movie
  • Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ
  • Με τους: Μπράιαν Κράνστον, Στιβ Καρέλ, Λόρενς Φίσμπερν, Γιούλ Βάσκεζ, Τζέι Κουίντον Τζόνσον
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Seven Films

Η Αμερική των πολέμων. Με την λήξη του Β’ ΠΠ, κι όταν η αυτοκρατορία της Αγγλίας παρέδωσε το σκήπτρο του παγκόσμιου «μπάτσου» στην μεγάλη και επικερδή αποικία της, την Αμερική, τότε ο «δημοκρατικός», καθ΄ όλα φιλοπόλεμος, σφυγμός των ΗΠΑ μεταδόθηκε ολούθε στον πλανήτη, λαμβάνοντας σοβαρά τον ρόλο του, απλώνοντας ταυτόχρονα σταθερά την γραμμή του «σωτήρα», κραυγάζοντας ως γνωστοί καμπόυδες, που είνα: «μην «κουνιέστε» πολύ γιατί θα στείλουμε τις πεζοναυτάρες μας και θα σας κάνουμε το «σπίτι» ερείπιο». Με αυτά και με τα άλλα το γεωπολιτικό παιχνίδι που στήθηκε άρχισε να αποκτά ενδιαφέρον και νέους διεκδικητές – πατρόνους. Οι Αμερικανοί σαν να μην τελείωσε ποτέ ο τελευταίος μεγάλος πόλεμος του 20ου αιώνα συνέχισαν να «νοικοκυρεύουν» διεθνώς τα κακά κράτη, που σήκωναν λιλί, με πρόσχημα, πάντα, την αποκατάσταση της δύσμοιρης και κακοποιημένης «δημοκρατίας». Την συνέχεια της ιστορικής καταγραφής, τού όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος, λίγο ή πολύ την γνωρίζετε. Ο πόλεμος της Ινδοκίνας  ήταν το πρώτο, μηδέ το τελευταίο, ψυχροπολεμικό ραντεβού των Αμερικανών, όπου ξεφόρτωσαν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες, εκπαιδευμένους Jarheads στα ασιατικά, τροπικά δάση, παραλαμβάνοντας περί τα 75.000 φέρετρα στα διάφορα στρατιωτικά αεροδρόμια. Το Βιετνάμ σημάδεψε βαθιά όλη την αμερικανική ιδιοσυγκρασία, δημιούργησε αθεράπευτα ψυχικά τραύματα, μη αναστρέψιμα ψυχολογικά προβλήματα στους άμεσα εμπλεκόμενους και μια μπερδεμένη πολιτισμική ταυτότητα σε αυτούς, που τέλος πάντων, ήταν κάπως ψαγμένοι και διαφοροποιημένοι από τους υπόλοιπους, πωρωμένους «σκύλους του πολέμου». Κινηματογραφικά το θέμα, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, πιάστηκε από όλες τις μπάντες, τραβήχτηκε, εκ των ώτων του πέραν του ορίου, ξεχείλωσε και επαναπροσδιορίστηκε στις συνειδήσεις του αμερικανικού λαού ως ένα αγριωπό ποτάμι με δυο όχθες. Οι διάφοροι ιδεαλιστές και οι αντίστοιχοι εθνικοπατέρες σκηνοθέτες επέλεξε ο καθείς την όχθη του κι από εκεί εξέφρασε την άποψη του. Σ΄ αυτή την μεταπολεμική πορεία της Αμερικής την βαθιά στιγματισμένη από τον πόλεμο της τότε Ινδοκίνας μέχρι σήμερα, δηλαδή τον πόλεμο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι ηθικές απαντήσεις παρέμειναν χωλές, ασαφείς, ενώ οι πολιτικές δικαιολογίες αφομοιώθηκαν στην φαιά ομίχλη της συγκάλυψης. Όσο για την κοινωνική αναβάθμιση του κράτους σε επίπεδο ατομικότητας, αυτή εντάχθηκε βολικά στην λερωμένη φωλεά της ύβρεως. Οι πόλεμοι στα διάφορα σημεία του πλανήτη συνεχίζονται, οι κατατάξεις των Αμερικανών πεζοναυτών συνεχίζονται αμείωτα, ένεκα φτώχειας και ανεργίας και, φυσικά, τα «μεταλλικά ανθρωπο-κιβώτια» συνεχίζουν να εκφορτώνονται από τα πολεμικά αεροσκάφη στα διάφορα στρατιωτικά αεροδρόμια. Το δε, στρατιωτικό κοιμητήριο ηρώων του Άρλινγκτον σύντομα θα προβάλει έντονο θέμα χώρου. Το Βιετνάμ αρχών σέβεντις συναντάει το Ιράκ του 2003 και οι μεσήλικοι, κατασταλαγμένοι, βετεράνοι πεζοναύτες της Ντανάνγκ ξιφουλκούν με τους στρατόκαυλους της Βαγδάτης. Το κενό αγεφύρωτο και στην μέση μια ανδροπαρέα τριών παλαιών συμπολεμιστών, που αντάμωσαν έπειτα από τριάντα χρόνια, μια φιλία που αναζωπυρώθηκε επεισοδιακά έχοντας σκοπό να «θαφτεί» το αμερικανικό παρών με τιμές, αλλά και πίκρα, χιούμορ, χαρά και παράπονο. Φαντάζει δελεαστική η κινηματογραφική πρόταση. Είναι όμως;

Αμερική του 2003. Δυο χρόνια μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και η εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο μεσήλικας, χαμηλότονος, οικογενειάρχης, αστούλης Λάρι Σέφερντ (Στιβ Καρέλ, πάλι απίθανος), με το «πολεμικό» παρατσούκλι «Ντοκ» συναντά τον προ τριάντα χρόνων συμπολεμιστή του από τον Βιετνάμ, τον ψιλοαλκοολικό, αθυρόστομο, αυθόρμητο (χύμα άνθρωπος με άποψη για την ζωή) και ιδιοκτήτη παρακμιακού μπαρ, πεζοναύτη, Σαλ Νίλον (Μπράιαν Κράνστον, χάρμα οφθαλμών). Η επίσκεψη του Ντοκ στον Σαλ κάθε άλλο τυχαία είναι, καθώς τον οδηγεί προγραμματισμένα σε αιφνίδια συνάντηση με το τρίτο «κολλητάρι» της στρατιωτικής τους θητείας στο Βιετνάμ, τον τότε ξέφρενο, ασύδοτο, ακόλαστο και αδιόρθωτο γκομενιάρη  Ρίτσαρντ Μούλερ (Λόρεν Φίσμπερν, πολύ καλός), ο οποίος ανακάλυψε τον δρόμο του Θεού και  είναι ένας σεβαστός, ιεροκήρυκας της εκκλησίας των Βαπτιστών με «ποίμνιο», που κρέμεται από τα χείλη του, θεούσα σύζυγο, ανθηρή οικογένεια και εγγόνια. Η έκπληξη της συνάντησης των τριών φίλων μεγάλη και εν μέσω σπιτικού, ήρεμου γεύματος ο Ντοκ ομολογεί την αιτία αυτής της επανένωσης μετά από τόσα χρόνια. Ο λόγος είναι, ότι το μοναχοπαίδι του Ντοκ κατατάχθηκε στο σώμα των πεζοναυτών και η μονάδα του στάλθηκε με τις πρώτες φουρνιές στρατιωτών στην Βαγδάτη.  Εκεί, ο γεμάτος ρώμη, σφρίγος και ζωή νεναίας σκοτώθηκε κατά την ώρα του καθήκοντος. Θέλει, λοιπόν, ο Ντοκ την βοήθεια των συμπολεμιστών και φίλων του για να παραλάβει την σωρό του μονάκριβου παιδιού και να την μεταφέρει στην γενέτειρα του ώστε να θαφτεί κοντά του κι όχι στο στρατιωτικό κοιμητήριο του Άρλινγκτον, όπως άλλωστε συνηθίζεται σε τέτοιου είδους περιπτώσεις. Ο φόρα παρτίδα Σαλ αποδέχεται αμέσως την «αποστολή» στήριξης του παλιόφιλου, ενώ ο σοβαρός πάστορας προβάλει αντίσταση στο να ακολουθήσει την παρέα, απόφαση που σκορπίζεται στον αέρα σε χρόνο dt έπειτα από την χριστιανική παρέμβαση της παπαδιάς στον άνδρα της. Οι τρεις τους, που ξεκινούν για το θλιβερό καθήκον στο στρατιωτικό αεροδρόμιο συναντούν δυσκολίες ως προς την παραλαβή της σωρού του πεζοναύτη από τον αρμόδιο, σφιχτόκωλο, συνταγματάρχη Γουίλιτς (αποκάλυψη της ταινίας ο Κουβανός ηθοποιός Γιούλ Βάσκεζ). Τελικά, μετά από μια φανταστική λεκτική μονομαχία ανάμεσα στον βετεράνο πεζοναύτη Λάρι και τον καραβανά Γουίλιτς (μοναδική σεκάνς), ο νεκρός ήρωας του πολέμου φορτώνεται στο τρένο για να μεταφερθεί από την Ουάσιγκτον της Ανατολικής Ακτής προς την ιδιαίτερη πατρίδα του, το βορεινό Νιού Χαμσάιρ της Νέας Αγγλίας μαζί με τον καλύτερο φίλο του, τον πεζοναύτη Ουάσινγκτον (Τζέι Κουίντον Τζόνσον, καλός). Σε αυτό το ταξίδι οι τρεις φίλοι που συναντήθηκαν ξανά απελευθερώνονται εντελώς, βρίσκουν τους νεανικούς, καλούς εαυτούς τους (ο μπαρόβιος Σαλ δεν τον είχε χάσει ποτέ), θυμούνται τα παλιά, τοποθετούν στο ζύγι τις ζωές τους, κριτικάρουν το αμερικανικό κράτος, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν πριν χρόνια στις ασιατικές ζούγκλες, ώσπου ένα θαμμένο μυστικό που βαραίνει τις συνειδήσεις τους αναδύεται, αναζητώντας την λύτρωση.

Ο σεναριακός κορμός της ταινίας του 58χρονου Τεξανού σκηνοθέτη  Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («»Πριν τα Μεσάνυχτα», «Μεγαλώνοντας») βασίζεται, στο ομότιτλο βιβλίο του  Ντάριλ Πόνικσαν, γραμμένο το 2005. Ο Λίνκλέιτερ πιάνει τις δυο άκρες που σημάδεψαν την πολεμική, αμερικανική σταδιοδρομία των τελευταίων πενήντα χρόνων (Βιετνάμ και Ιράκ), στήνει μια ετερόκλητη αλλά απόλυτα συνδυασμένη ανδροπαρέα και μαζεύει την καλούμπα του στραπατσαρισμένου «αετού» της αστερόεσσας περίτεχνα, κτίζοντας παράλληλα μια χαμένη σχέση με τρεις φίλους. Ενώ οι τηλεοπτικές εικόνες των αμερικανικών δικτύων προβάλλουν τον τρισάθλιο Σαντάμ Χουσέιν να βγαίνει από την κρυψώνα –τάφο που είχε χωθεί κάπου στην Βαγδάτη για να διασωθεί από την αμερικανική λεηλασία της πόλης, ενώ οι τηλεοράσεις προβάλλουν ασταμάτητα τους δυο νεκρούς γιούς τού ιρακινού δικτάτορα και τον Τζορτζ Μπους τζούνιορ να ευλογεί τα τολμηρά στρατά και την σπουδαιότητα της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ, ο ήρεμος, χήρος και άτεκνος πια Ντοκ – Καρέλ μεταφέρει τον νεκρό, νεότατο, πολεμιστή παίδα του στο κοιμητήριο της πόλης του. Μια ελεγειακή διαδρομή που πλαισιώνει τον δυστυχισμένο Ντοκ (ο οποίος στον πόλεμο του Βιετνάμ είχε τσαγανό) από έναν «άγγελο»  Φίσμπερν να δείχνει ευθύς τον δρόμο της ηθικής, κι έναν «διόνυσο» Κράνστον να αντιμετωπίζει τα θέματα ρεαλιστικά, γήινα με την αριστοφανική γλώττα της αληθείας. Το ανδρικό τρίο ταξιδεύει, αναπολεί, κρίνει, αφορίζει και τέλος αναλαμβάνει τις ευθύνες του, καθαρίζοντας το παρελθόν του. Road movie, που ανασαίνει στις ανάλαφρες, παρυφές του ανατιναγμένου αμερικανού ονείρου, μια ολίγον ράθυμη υμνωδία στην φιλία, με αργό βηματισμό, κάτι σαν επικήδεια πομπή.

«50 Φορές Ανοιξη»

(Aurore / Fifty Springtimes)

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Μπλαντίν Λενουάρ
  • Με τους: Ανιές Ζαουί, Τιμπό ντε Μονταλεμπέρ, Πασκάλ Αρμπιγιό, Λου-Ρόι Λεκολινέτ, Σαρά Σουκό
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: One From the Heart

Η γυναίκα στα πενήντα, η γυναίκα στην είσοδο μιας δεκαετίας που τα πάντα έρχονται τούμπα, τόσο βιολογικά, όσο και συναισθηματικά. Θα πείτε, τώρα, πως όταν απορυθμίζεται η βιολογική ισορροπία, λόγω της εμμηνόπαυσης, τότε αρχίζουν και οι συναισθηματικές γυμναστικές επιδείξεις στον χώρο της «καρδιάς» και στο μαντρί του μυαλού. Λογικό και φυσικό είναι τέτοιου είδους αλλαγές να αποσυντονίζουν κάθε τι που ήταν ξεκάθαρα εδραιωμένο ως δεδομένο. Πόσο, μάλιστα, ταραγμένο και ασυνήθιστα διαχειριζόμενο όταν έχεις τέκνα, που ενηλικιώθηκαν και είναι έτοιμα να σου σερβίρουν εγγόνια. Η στέψη της γιαγιάς στον θρόνο των πενήντα όταν το πνεύμα και η σάρξ πάλλονται έντονα στους ρυθμούς των επιθυμιών, της όρεξης για να κατασπαράξει ωμή και άνευ συμβιβασμών την ζωή. Τα καίρια σημεία των μεγάλων ανακατατάξεων και ενός διαζυγίου γιατί το έδαφος που τόσα χρόνια πατούσε και βάδιζε με ασφάλεια η ηρωίδα, συνειδητοποίησε αίφνης, πως, τελικά, είναι ναρκοθετημένο. Γυναίκα των fifty sharp και οι πύλες της ζωής ορθάνοιχτες για το καλύτερο και το χειρότερο. Ερώτημα τοποθετημένο από την αρχαιότητα και ο Αριστοτέλης το είχε θέσει ξεκάθαρα κατά την στιγμή της γυναίκας που παύει να τεκνοποιεί. Εκεί, λοιπόν, η γυναίκα στο μέτωπο του χρόνου πριν κατρακυλήσει στην ολύμπια αποδοχή των επερχόμενων ρόλων και παραδοθεί αμαχητί στο πλέξιμο, την μαγειρική, στo ντάντεμα του εγγονιού, στις γιαγιαδίστικες μουρμούρες. Mature woman, κατά τον χαρακτηρισμό εξ΄ εσπερίας ορμώμενο, ίσως το ανοιξιάτικο άνθος «μερικών ημερών», πάντα εύοσμο και πάντα ολόχρωμο. Σύμβολο και βάσανο μαζί…

Η πενηντάρα Ορόρ (Ανιές Ζαουί, καταπληκτική) κατόπιν ενός πολιτισμένου, θα λέγαμε, διαζυγίου έρχεται σε κόντρα με το αφεντικό της, υπερασπιζόμενη την αξιοπρέπειας της, που έχει να κάνει με το όνομα και την συμπεριφορά της (το αφεντικό την θέλει Αμερικάνα σερβιτόρα να χαριεντίζεται με τους πελάτες και το Ορόρ να το αλλάξει σε Σαμάνθα, αν θυμάμαι καλά), οπότε απολύεται από το ταβερνάκι και βρίσκεται άνεργη. Ο κόσμος της ανάστα ο Θεός, όταν πληροφορείται, πως η κόρη της, η Μαρινά (Σαρά Σουκό, καλή) είναι έγκυος. Εμμηνόπαυση εν δράσει, κλιμακτήριος προ των πυλών και η βελόνα της μπούσουλα έχει απολέσει τον βορρά της. Στο φιλόστοργο αερικό που ανακατεύει σκέψεις, απόψεις, θέσεις και δεδομένα, η Ορόρ αρχίζει τον προσωπικό της ανασχηματισμό, εν μέσω οργανικών εξάψεων και προβλημάτων της καθημερινότητας. Εκεί, συναντά και έναν νεανικό έρωτα τον βουτυράτο Κριστόφ (Τιμπό ντε Μονταλεμπέρ, καλούλης) και το romance πυρακτώνεται. Κι αυτό είναι το ολίσθημα της σκηνοθέτιδας Μπλαντίν Λενουάρ, που άλλαξε την ρότα της ταινίας, ενώ την είχε ξεκινήσει τζάμι με τις πλαϊνές φιλοσοφικές προσεγγίσεις στην πιο νευραλγική ηλικία του ανθρώπου, είτε είναι γυναίκα, είτε είναι άνδρας. Όπως άλλωστε δείχνει και στην ταινία, το οικογενειακό γυναικομάνι να παρακολουθούν τηλεοπτικά την τοποθέτηση της περίφημης ανθρωπολόγου Φρανσουάζ Εριτιέ όταν αναλύει την ανθρώπινη κλίμακα των πρώτων ήντα και για τα δυο φύλλα. Υπέροχο αλλά ελάχιστο καθώς η Λενουάρ εγκαταλείπει την όμορφη πάσα και από την θαλαμηγό που μας ταξιδεύει, πυξ λαξ μας πετάει στην γνωστή πεπατημένη, πτωχή, γαλλική, κουπάτη λέμβο τού «σου μου του» με κωμικούλια στοιχεία, amour και άλλα τσιχλοφουσκοειδή αναλώσιμα. Η Ανιές Ζαουί, όπως πάντα θεϊκή να απλώνει ερμηνεία, θάρρος και ώριμες ματιές στο θέμα της γυναίκας που η ζωή, πανάθεμα με, δεν τελειώνει στα πενήντα.                 

«Too Much Info Clouding Over My Head»

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Βασίλης Χριστοφιλάκης
  • Με τους: Βασίλη Χριστοφιλάκη, Νικολίτσα Ντρίζη, Ζήσης Ρούμπος, Ελένη Ουζουνίδου, Ελίνα Ριζου, Λένα Δροσάκη, Aλκηστις Πουλοπούλου, Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Νίκος Μαγδαληνός
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci) ως η Καλύτερη Ελληνική Ταινία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – Βραβείο Κέντρου Κινηματογράφου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη – Βραβείο της ΕΡΤ «New Cinema».

«Πάρα πολλές πληροφορίες που στοιβάζονται πάνω από το κεφάλι μου» είναι μια μεταφραστική, κοντινή προσέγγιση του αγγλικού τίτλου της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Βασίλη Χριστοφιλάκη. Σάτιρα, κωμωδία, ευέλικτος τραμπαλισμός από έναν ταλαντούχο, Έλληνα. Πολυπράγμονας καλλιτέχνης ο συμπαθέστατος Βασίλης Χριστοφιλάκης: Σκηνοθέτης, παραγωγός ντοκιμαντέρ, μικρομηκάς, σεναριογράφος και ηθοποιός. Μάλιστα! Η γνωστή ταυτότητα ενός classic Έλληνα κινηματογραφιστή: «Ο Άρχων του Απ΄ Όλα», όπως, άλλωστε, τόσοι άλλοι ομότεχνοι, συμπατριώτες του. Η αγιάτρευτη συμπλεγματική νόσος του ελληνικού σινεμά, που δεν εννοεί να ιαθεί με τίποτα. Μια χώρα δίχως μέσα, μια χώρα με ταλαντούχους, ορεξάτους ανθρώπους του χώρου, που πρέπει να γίνουν ακροβάτες τσίρκου, πηδώντας από ζυγό σε κρίκους και από κρίκους σε κούνια δίχως δίχτυ ασφαλείας στο βαθύ κενό που υπάρχει κάτω από το πνευματικό τους σώμα. Το γαμώτο είναι, ότι ο Χριστοφιλάκης έχει την σπίθα, την ματιά, κατέχει την κινηματογραφική ευταξία, τηρεί την σκηνοθετική νομοτέλεια, αλλά… αυτό το άτιμο «αλλά» που αναιρεί όλα τα προηγούμενα της πρότασης, έρχεται να ρίξει την μουτζούρα του σε αυτή την προσεγμένη ταινία, που είναι εντελώς άδεια περιεχομένου. Τόσο άδεια, που στα επόμενα δέκα λεπτά από το τέλος της προβολής της, δεν θυμάσαι τίποτα απολύτως. Μόνο τον Χριστοφυλάκη, ως αχνό τριαντάρη «μπούλη» να περιφέρεται για 95 λεπτά της ώρας, προσπαθώντας να πείσει ως εμβληματική φιγούρα μιας απαθούς και γεμάτης κόμπλεξ γενιάς, που διαφωνεί, απλά και μόνο για να ξεχωρίσει.

Ο Βασίλης, ένας σκηνοθέτης στα 35 του γεμάτος ψυχαναγκασμούς και σε καθοδική επαγγελματική πορεία βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να μαζέψει χρήματα για μια ταινία που δεν θέλει να κάνει, ένα έπος εποχής με ερωτικό τρίγωνο. Πρέπει μέσα σε μια εβδομάδα να παίξει σε μια διαφήμιση κινέζικης μπύρας, να κινηματογραφήσει ένα φιλανθρωπικό γκαλά στα βόρεια προάστια και να σκηνοθετήσει μια ξεπεσμένη πρώην ηθοποιό σταρ της τηλεόρασης που θέλει να επανέλθει στο προσκήνιο ερμηνεύοντάς τις «Τρεις Αδελφές» του Τσέχωφ σε μονόλογο. Παράλληλα ο Βασίλης πρέπει να διαχειριστεί την εξουσιαστική παραγωγό του, την παθητικά επιθετική μητέρα του, τις ανασφάλειες της κοπέλας του, τον καρκίνο που του χτυπά την πόρτα, την τεράστια συλλογή από έργα τέχνης που άφησε πίσω ο συλλέκτης πατέρας του και κυρίως τον πολύ κακό εαυτό του.

Ο Χριστοφιλάκης δεν δημιουργεί αστεία ή κωμικές στιγμές στην ταινία, απλά υποτίθεται, ότι σατιρίζει τα όποια κακώς κείμενα της σύγχρονης εποχής με μπλαζέ ύφος και μόνιμα βιδωμένο ένα χαμένο βλέμμα στο πρόσωπο του. Τα δε προσωπικά «κολλήματα» του ήρωα (κι αυτός είναι καλλιτέχνης – αντισυμβατικός – και μάλιστα σκηνοθέτης), που θέλει να γυρίζει μια ταινία και τελικά δεν τα καταφέρνει, είναι τόσο κλισέ. Τα σχόλια του, κωμικά ως επί το πλείστον στην σημερινή κατεστραμμένη γενιά των τριάντα είναι άνευρα, εφηβικά. Ω, μικρές, χάρτινες φιγούρες του θεάτρου σκιών, τι φτώχεια σεναρίου, τι απίστευτη επανάληψη. Ο Χριστοφιλάκης το μόνο που κατάφερε είναι να κυκλώσει σωστά την εικόνα του δημιουργήματος του, καθώς η ταινία έχει ενδιαφέροντα σημεία κινηματογράφησης, η ασπρόμαυρη φωτογραφία (Παύλος Μαυρικίδης) και του στρωτού μοντάζ (Γιώργος Αλεφάντης). Κουράγιο ελληνικό σινεμά, κουράγιο, σε λίγο πεθαίνεις, εντελώς όμως.