fbpx

«Mortal Engines»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Φαντασίας, περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Ρίβερς
  • Με τους: Χιούγκο Γουίβινγκ, Χέρα Χίλμαρ, Ρόμπερτ Σίχαν, Τζιχάε, Ρόναν Ράφτερι, Λέιλα Τζόρτζ, Πάτρικ Μαλαχάιντ, Στέφεν Λανγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ιστορία βασισμένη στο πρώτο young-adult από το κουαρτέτο μυθιστορημάτων φαντασίας του Άγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ριβ («Mortal Engines» «Predator’s Gold», «Infernal Devices» και «A Darkling Plain») και στην παραγωγή όλη η ομάδα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και των «Χόμπιτ» με την μπαγκέτα να την κρατά αισθητά ο Πίτερ Τζάκσον. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Κρίστιαν Ρίβερ, ο βραβευμένος για τα ειδικά εφε του «Κίνγκ Κονγκ» του Τζάκσον.

Φαντασμαγορία, υπέροχα εφέ, προσεκτική πολιτική τοποθέτηση και πόλεις πάνω σε ρόδες να τριγυρνούν σε ένα αχαρτογράφητο, μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, καταπίνοντας η πιο δυνατή την πιο αδύναμη, απομυζώντας όλους τους ενεργειακούς πόρους της. Λαμπρή ιδέα, ενώ τα βιβλία του Ριβ δεν τα έχω διαβάσει, αλλά η ταινία είναι ένα καλοβαλμένο εικονοποιημένο στόρι φαντασίας, που μάλλον θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα τρία της τετραλογίας.

Τεράστιες ή μικρότερες ε μέγεθος πόλεις κινούνται πάνω σε τροχούς σε μια εποχή, 1.700 χρόνια μετά το σήμερα, όταν η ανθρωπότητα διαλύθηκε σε κάτι λιγότερο από 60 λεπτά. Οι πόλεις τριγυρνούν από μέρος σε μέρος ενώ το ισχυρό Λονδίνο είναι ο φόβος και ο τρόμος των κινούμενων πόλεων.

Η Αγγλική πρωτεύουσα σε μικρογραφία πάνω σε τεράστιους τροχούς είναι ένας τρομερός κυνηγός, που αναζητά συνεχώς πρώτες ύλες για να κινείται. Ο 20χρονος μαθητευόμενος ιστορικός από το Λονδίνο, ο Τομ Νατσγουόρθι (Ρόμπερτ Σίχαν – καλός) δεν έχει ζήσει ποτέ έξω από τα σύνορα της κινούμενης πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει δραματικά όταν θα βρεθεί στο δρόμο του η σημαδεμένη στο πρόσωπο Έστερ Σο (Χέρα Χίλμαν – καλή), μια μοναχική και ατρόμητη κοπέλα που θα βρεθεί στο Λονδίνο με σκοπό να δολοφονήσει τον Θάντεους Βαλεντάιν (Χιούγκο Γουίβινγκ – πάντα άψογος), τον δήμαρχο της πόλης, ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο της αρχαιολόγου μητέρας της.

Η Έστερ είναι ένα ελεύθερο πλάσμα με πάθος για εκδίκηση και τρυφερή καρδιά, που την μεγάλωσε ένας μεταλλικός εκτελεστής. Ο Τομ είναι έγκλειστος στον δικό του κόσμο, αφελής και καλόπιστος, αλλά με σπάνια γενναιότητα και αφοσίωση. Αυτοί οι δυο ήρωες είναι η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας. Η καρδιά της ταινίας χτυπάει γύρω από τον αναπάντεχο δεσμό τους, σε αντίξοες συνθήκες.

Στον αγώνα τους, θα τους βοηθήσει η Άννα Φανγκ (Τζιχάε – καλή) μια επικίνδυνη εγκληματίας που όμως έχει γενναιόδωρη καρδιά και καλά κίνητρα για την επανάστασή της. Αυτή η ιστορία εκδίκησης θα φέρει τους δυο ήρωες κοντά, σαν δυο εξόριστους στην ίδια πόλη, όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και οι αποκαλύψεις θα είναι πιο συγκλονιστικές απ’ ότι θα μπορούσαν να φανταστούν

«Ο Κόσμος σου Ανήκει»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The World Is Yours / Le Monde est à toi)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομέν Γαβράς
  • Με τους: Καρίμ Λεκλού, Ιζαμπέλ Ατζανί, Βενσάν Κασέλ, Ουλαγιά Αμαμρά, Φρανσουά Νταμιέν, Φιλίπ Κατρίν
  • Διάρκεια: 100’

Ο γιός του Κώστα Γαβρά, ο Ρομέν Γαβράς στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αναμειγνύει, όχι πετυχημένα, δράση, περιπέτεια και γέλιο. Τίποτα από τα τρία δεν είναι ισορροπημένο. Τετριμμένη πλοκή όσο αφορά την περιπέτεια, χαμηλότονη δράση και γέλιο ούτε για δείγμα. Κάποια καλά δείγματα στησίματος πλάνων ελπίζουμε να τα συντηρήσει στην επόμενη καλύτερη προσπάθεια του, ο Ρομέν.

Η Ιζαμπέλ Ατζανί με χειρουργικές, διορθωτικές επεμβάσεις προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, μάταια, ως απατεώνισσα μάνα ενός μπούλη, γκαφατζή γιου και ο Βενσάν Κασέλ στον ρόλο «αρπαγμένου» γκάνγκστερ, ερωτευμένου φουλ με την μάνα και καμένου με τις πάσης φύσεως συνομωσίες των Ιλουμινάτι.

 

Ο Φρανσουά είναι ένας μικροκακοποιός που ονειρεύεται να γίνει ο επίσημος διανομέας της εταιρίας παγωτών Mr. Freeze στο Μαρόκο και να μπει στον ίσιο δρόμο. Όμως, οι ελπίδες του διαλύονται όταν ανακαλύπτει πως η μητέρα του, μια έμπειρη απατεώνισσα, έχασε όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η μόνη λύση που του απομένει για να βγάλει τα λεφτά που χρειάζεται, είναι να δεχτεί την πρόταση του αρχηγού της τοπικής συμμορίας και να αναλάβει μια τελευταία «δουλειά» στην Ισπανία.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη όταν η «δουλειά» στραβώνει κι όλος ο περίγυρος του Φρανσουά βρίσκεται μπλεγμένος στην υπόθεση: η κοπέλα που έχει καψουρευτεί, ο ονειροπαρμένος πρώην της μητέρας του, ο οποίος μόλις βγήκε από τη φυλακή, δύο αχώριστοι κι ανεκδιήγητοι τύποι που φαντασιώνονται ότι είναι γκάνγκστερ και, τέλος, η πιο επικίνδυνη απ’ όλους: η γοητευτική μητέρα του

«Ο Υποψήφιος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Front Runner)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Χιου Τζάκμαν, Βέρα Φαρμίγκα, Τζ. Κ. Σίμονς, Αλφρεντ Μολίνα
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

 

Αγαπημένο θέμα της αμερικανικής κινηματογραφίας είναι ο βίος και η πολιτεία των διαφόρων πολιτικών του έθνους. Προσωπικά, εκτιμώ, ότι ουδεμία ταινία δεν έχει τοποθετηθεί σε βαθιά ή πιο λεπτομερειακή έρευνα ώστε τα γεγονότα να αποτυπωθούν στο ζύγι της αντικειμενικότητας, εξόν κάποιων ελάχιστων περιπτώσεων, που η αντιπέρα όχθη της αλήθειας να σκάει από αγανάκτηση. Όσες παραγωγές πραγματεύονται σκάνδαλα υποψηφίων ή νυν προέδρων των ΗΠΑ, βασίζονται σε ότι πιο ανάλαφρο από καταγραφή και πάντα με τις ευλογίες του εκάστοτε εν ενεργεία γραφείου επικοινωνίας του Λευκού Οίκου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Γκάρι Χαρτ, ενός πολιτικού από τους πιο χαρισματικούς υποψηφίους για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ μετά τον Τζον Κένεντι και το σκάνδαλο που τον αποκαθήλωσε από την κούρσα της διεκδίκησης του θρόνου στο οβάλ γραφείο. Ο Χιού Τζάκμαν στο ρόλο του «μοιχού» πολιτικού, απλά απίθανος, το δε ντεσού της ταινίας δεν είναι το σκάνδαλο αυτό καθεαυτό, αλλά η δράση της «κίτρινης» δημοσιογραφίας στα εν οίκω ενός υποψηφίου προέδρου. Κάτι που μέχρι τότε ήταν ταμπού για τον αμερικάνικο Τύπο.

Το 1998 δυο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Miami Herald», με τον μανδύα των παπαράτσι έχουν πάρει στο κατόπι για να φωτογραφήσουν – έπειτα από πληροφορία – το φαβορί για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Δημοκρατικό Γκάρι Χαρτ (Χιού Τζάκμαν – εξαιρετικός) έξω από το σπίτι του αγκαλιά με την μοντέλα και υποστηρίκτρια της καμπάνιας του, την Ντόνα Ράις (Σάρα Πάξτον – καλή). Η είδηση αφορά τον αμερικάνικο λαό και για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά χρονικά δημοσιοποιείται, σπάζοντας το κατεστημένο του Τύπου.

Το αποτέλεσμα είναι να πέσει κατακόρυφα η δημοτικότητα του Γκάρι Χαρτ και να αποσυρθεί από την πολιτική. Ο διανοούμενος πολιτικός (διαβάζει Τολστόι, αρχαία ελληνική φιλοσοφία) με τον ευτυχισμένο γάμο, την πιστή σύζυγο του, Λι Χάρτ (Βέρα Φαρμίγκα – πολύ καλή) και πατέρας δυο τέκνων χάθηκε από την πολιτική σκηνή εν μια νυκτί με την υπόνοια ότι έχει εξωσυζυγική σχέση, δίχως να έχει αποδειχθεί κάτι, απλά από μια φωτογραφία δυο δημοσιογράφων, που δείχνει να την κρατάει αγκαλιά, ούτε καν σε κάποια πόζα περίπτυξης.    

Ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «Juno» (Όσκαρ Σεναρίου) και της Χρυσής Σφαίρας Σεναρίου για το «Ραντεβού στον Αέρα», Τζέισον Ράιτμαν, βασίζεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου του New York Times Magazine Ματ Μπάι (συν-συναριογράφος) και κινηματογραφεί τον χαρισματικό πολιτικό Γκάρι Χαρτ. Με την, πραγματικά, μοναδική ερμηνεία του Χιού Τζάκμαν (μυρίζεται υποψηφιότητα για Όσκαρ), την πολύ καλή παραγωγή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται στο σκάνδαλο, αλλά στον διαχείριση του γεγονότος από τον Τύπο.

Από τότε και με σημείο εκκίνησης την περίπτωση Γκάρι Χαρτ, όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ είναι πλέον εκτεθειμένοι και κάθε παρασπονδία τους, ειδικά ερωτικού ενδιαφέροντος, μεταμορφώνεται σε λεπίδι της γκιλοτίνας. Αυτά για να ασχολείται το πόπολο.

Το λάθος που υπάρχει στην ταινία είναι, ότι η φωτογραφία των δημοσιογράφων με τον Χαρτ και την μοντέλα Ντόνα Ράις δεν πάρθηκε στο σπίτι του πολιτικού, αλλά σε θαλαμηγό στο λιμάνι τού Μαϊάμι.

«Kursk»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Δραματική, ναυτική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Λέα Σεϊντού, Κόλιν Φερθ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Ήταν το καμάρι του ρωσικού στόλου. Καθελκύστηκε το 1994 και τιμητικά βαφτισμένο «Κούρσκ», από την σφοδρή και νικηφόρα μάχη των τεθωρακισμένων του σοβιετικού στρατού εναντίον των Γερμανών στον 2ο μεγάλο πόλεμο.

Το πυρηνικό υποβρύχιο των 154 μέτρων, τύπου Oscar II, το Κ-141 «Kursk», έπειτα από μια διαρροή υπεροξειδίου του υδρογόνου στις τορπίλες του (μία ουσία που έπαψε να χρησιμοποιείται από την δεκαετία του ’60, γιατί θεωρούνταν υπερβολικά επικίνδυνη και χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση), δημιούργησε αλυσιδωτές εκρήξεις, διαλύοντας τα πέντε από τα εννιά τμήματα του υπερσύγχρονου υποβρυχίου, ενώ βρισκόταν στον πυθμένα της θάλασσας. Χάθηκε στον παγωμένο, αρκτικό βυθό το έτος 2000, σε βάθος 100 μέτρων, παίρνοντας μαζί του 118 ψυχές. Στον προεδρικό θώκο της μαμάς Ρωσίας βρισκόταν, τότε, ο νεοεκλεγείς και πολλά υποσχόμενος Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος μηδέ εμφανίζεται, μηδέ ακούγεται στην ταινία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Τόμας Βίντεμπεργκ του Dogma ‘95, έπειτα από το τρανό «Κυνήγι» και την αξιοθαύμαστη «Οικογενειακή Γιορτή» που ακολούθησε, κινηματογραφεί την τραγωδία του υποβρυχίου και κουνάει το μαντήλι «αμερικάνικα» από το αρχιπέλαγος της υπερπαραγωγής, ψιθυρίζοντας στον mainstream αγέρα, πως… και οι «κουλτουριάδες» έχουν ψυχή, ρε γαμώτο!  

Βασισμένο στο βιβλίο του δημοσιογράφου Ρόμπερτ Μουρ «A Time to Die: The Untold Story of the Kursk Tragedy» και σε σενάριο του έμπειρου περί των στρατιωτικών, κινηματογραφικών θεμάτων, του Αμερικανού σεναριογράφου Ρομπέρ Ροντάτ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), η ταινία καταγράφει τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο υποβρύχιο κατά την διάρκεια άσκησης στην παγωμένη θάλασσα του Μπάρεντς.

Ο αξιωματικός του υποβρυχίου Κούρσκ, ο Μικαίλ Αβερίν (Ματίας Σχούναρτς – καλός) αφήνει τον μικρό γιό του Μίσα και την έγκυο γυναίκα του, Τάνια (Λέα Σεϊντού – καλή) για να παρουσιαστεί στο σκάφος και να ταξιδέψει σε προγραμματισμένη άσκηση του στόλου. Μια ανωμαλία στις τορπίλες και ενώ το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων, δημιουργεί μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων με αποτέλεσμα τα πέντε από τα εννιά τμήματα του μοντέρνου σκάφους να διαλυθούν σκοτώνοντας ακαριαία τους 95 από τους 118 άνδρες του πληρώματος. Οι υπόλοιποι 23 που έτυχε να βρίσκονται στα τελευταία τμήματα του υποβρυχίου, εγκλωβισμένοι στο κρύο νερό, στο λιγοστό οξυγόνο περιμένουν βοήθεια για να σωθούν.

Η ρωσική ολιγωρία, η παλαιότητα των υλικών, η άρνηση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν (Μαξ φον Σίντοου – όπως πάντα συννεφιασμένος) να αποδεχθεί την βοήθεια του Άγγλου διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων, Αρχιπλοίαρχου Ντέβιντ Ράσελ (Κόλιν Φερθ – σταθερή αγγλική αξία), αλλά και του νορβηγικού, πολεμικού ναυτικού, κόστισε, ως γνωστόν, τις ζωές των υπολοίπων 23 ανδρών.      

 

Ο Τόμας Βίντεμπεργκ παίζει στο τερέν της υπερπαραγωγής και σκίζει. Με άλλον αέρα, αυτόν τον βορειοευρωπαϊκό των καλών, κλειστοφοβικών πλάνων και με διαφορετική κινηματογράφηση στο είδος των dsaster films, παραδίδει μια ταινία καλά κουρδισμένη τόσο στο δραματικό της στοιχείο, όσο και άψογα σκηνοθετημένη. Το σενάριο απλό και απόλυτα εστιασμένο στα γεγονότα της τραγωδίας των εγκλωβισμένων ναυτικών του υποβρυχίου, αλλά και στις γυναίκες των ναυτικών να δίνουν τους απαιτούμενους τόνους αγανάκτησης ως προς την παραπληροφόρηση της ρωσικής κυβέρνησης και την άθλια αντιμετώπιση της για την διάσωση του πληρώματος.

Η παραγωγή, δηλαδή ο Λικ Μπενσόν, έκοψε τις σκηνές με τον Πούτιν (ο οποίος ήταν μόνο τρεις μήνες στα προεδρικά του καθήκοντα και όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα με το Κουρσκ συνέχισε, σχεδόν αδιάφορα τις διακοπές του), βάζοντας τον Μπόρις Γιέλτσιν στην αρχηγία(;) γιατί δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν πολιτική χροιά στη τραγωδία. Σπουδαίο ατού της ταινίας η καταπληκτική μουσική του δις οσκαροβραβευμένου, Έλληνα συνθέτη Αλεξάντρ Ντεσπλά σε χατζηδακικές μελωδίες και βυζαντινούς, χορωδιακούς ύμνους.

Ο Βίνετμπεργκ καθαρά να το θέσουμε, έφτιαξε καλή ταινία με διεθνές καστ και επιμελημένη παραγωγή. Δυο τρία καλά κόλπα που πετάει στην ταινία με πλάνα να ανοίγουν και να κλείνουν, όπως μια υπέροχη γαμήλια γιορτή στην έναρξη, δίνουν την δυνατότητα στον 49χρονο, Δανό σκηνοθέτη να σφραγίσει το διαβατήριο του προς Χόλιγουντ στεριά.

«Το Βλέμμα του Όρσον Γουέλς»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Eyes of Orson Welles)       

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Μαρκ Κάζινς
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Ama Films

Ναι και αλήθεια είναι, ότι ο ντοκιμαντερίστας Μαρκ Κάζινς λατρεύει τον Όρσον Γουέλς. Άλλωστε και ποιός δεν λατρεύει αυτή την ιδιοφυία της 7ης Τέχνης. Ο Κάζινς, όμως, παρά την εμφανή έως διάφανη λατρευτικού χαρακτήρα θέση του, αποστασιοποιείται πολλάκις και καταγράφει τον πολυσχιδή καλλιτέχνη με έναν τρόπο άκρως γοητευτικό. Ρωτάει τον Γουέλς σημαντικά και απίθανα πράγματα της ζωής του και μέσα από τα έργα του ηθοποιού δίνει τις απαντήσεις. Ερωτήσεις που όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον πληθωρικό ηθοποιό, παραγωγό, σεναριογράφο, ζωγράφο έως και ραδιοφωνικό παραγωγό… με εκείνη την ανεπανάληπτη φάρσα περί εξωγήινης εισβολής στο CBS με το Mercury Theatre on the Air το 1938, που σήκωσε την Νέα Υόρκη στο πόδι. Αυτός ήταν ο υπέροχος Όρσον. Υπέροχο και το ντοκιμαντέρ του Βορειοϊρλανδού Μαρκ Κάζινς, εντελώς διαφορετικό από παρόμοιες δουλειές, που αφορούν βιογραφίες προσωπικοτήτων του σινεμά.

Και μάλιστα, σκέφτηκα, με το πέρας της ταινίας, πόσο σπουδαίο θα είναι να γνωρίσουμε και άλλες παγκόσμιες μορφές των τεχνών με την ίδια αντικειμενική κινηματογράφηση, το ίδιο απίθανο στιλ παρουσίασης.

 

Όταν η κόρη του Όρσον Γουελς, η 60χρονη Ρεμπέκα αποφασίζει να φέρει για πρώτη φορά στο φως τα αρχεία του πατέρα της, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγχρόνους ντοκιμαντερίστες, ο βραβευμένος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Μαρκ Κάζινς αποδέχεται την πρόκληση να προσεγγίσει τον δημιουργό μέσα από πτυχές που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Στην πορεία καταλήγει σε λατρευτικό φόρο τιμής που εισχωρεί στο μυαλό μιας ιδιοφυίας και καταφέρνει να μας πείσει να τον αντικρίσουμε με αλλά μάτια

Τα εκατοντάδες σκίτσα, που έφτιαχνε από πιτσιρικάς, αλλά και οι ζωγραφικές που άφησε ο Όρσον Γουέλς είναι οι μικροί ιχνηλάτες που μας οδηγούν στα μεγάλα και τα τρανά επιτεύγματα του στον χώρο του σινεμά. Με το φάρο του «Πολίτη Κέιν» να αναβοσβήνει στην βιογραφική χαρτογράφηση του ντοκιμαντέρ, ο Κάζινς ψύχραιμα και με μεράκι παίρνει τους διεθνείς δρόμους του μεγάλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, από την γενέτειρα του, την Κενόσα του Γουισκόνσιν σε Ιρλανδία, Παρίσι, Ισπανία και πάλι Αριζόνα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των δραματουργικών μελιστάλαχτων αναφορών, αλλά του διεισδυτικού, εμπεριστατωμένου ψαξίματος, που μετασχηματίζει το απλό ντοκιμαντέρ έρευνας σε σπουδή.    

Άπασες οι μεγάλες ταινίες του Γουέλς παρούσες συστήνονται εν μέσω σκέψεων στον φακό του Κάζινς και το εφεύρημα να ρωτάει τον ηθοποιό σαν να βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, κι εκείνος να απαντάει καταδεικνύοντας τα επιτεύγματα του, ε… είναι καταπληκτικό!

Καλή έρευνα, πλούσιο υλικό και το αποτέλεσμα άψογο.     

«Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(A Prayer Before Dawn)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
  • Με τους: Τζο Κόουλ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Στον βίαιο και άγριο κόσμο των φυλακών της Ταϊλάνδης, ο μικρός αδελφός Τζον, της οικογένειας Σέλμπι των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», δίνει ερμηνεία ζωής ως μποξέρ Μπίλι Μουρ. Ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εξαιρετικά φιλμαρισμένη από τον Γάλλο Ζαν-Στεφάν Σοβέρ.

Αν ο αδίστακτος, Ρώσος φυλακόβιος, μαχητής Μπόικα είναι η mainstream επιλογή σας στο είδος, τότε ο εκρηκτικός Μπίλι Μουρ είναι η σινεφίλ πρόταση.

Η ταινία βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του ερασιτέχνη μποξέρ Μπίλι Μουρ (Τζο Κόουλ – πολύ καλός!) που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι και ενώ όλα γύρω του άγνωστα, ακαταλαβίστικα λόγω της γλώσσας και ανατριχιαστικά (βιασμοί, μαχαιρώματα, απειλές, ναρκωτικά, συμμορίες) θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική, πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση μέσα από τη γήινη κόλαση.

Με μοναδικό επαγγελματία ηθοποιό τον νεαρό, Άγγλο δυναμίτη Τζον Κόουλ και τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ (υποδύεται τον διευθυντή των φυλακών), ο 49χρονος, Γάλλος μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας Ζαν-Στεφάν Σοβέρ στην δεύτερη του ταινία ορμάει ξανά στο βασίλειο της ανθρώπινης πτώσης και κινηματογραφεί ένα ψιλοαλάνι Ευρωπαίο στο χάσιμο του εγκλεισμού του στο πιο απάνθρωπο, σωφρονιστικό ίδρυμα της Ταϊλάνδης .

Οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στην ταινία του Σοβέρ είναι ερασιτέχνες πρώην κατάδικοι φυλακών, όπως και ο χώρος των γυρισμάτων είναι μια πρώην, εγκαταλειμμένη φυλακή της ασιατικής χώρας. Πειστικός, ρεαλιστικός μέχρι ανατριχίλας, βίαιος έως διακοπής της ανάσας, όλο το περιβάλλον είναι περίτεχνα φτιαγμένο από τον σκηνοθέτη για να αποδώσει την δολοφονική σκοταδίλα παρόμοιων χώρων, αλλά και την ανθρώπινη δύναμη για επιβίωση.

Με το νευρικό σύστημα της ταινίας βαλμένο στην τεχνική του ντοκιμαντέρ, ενώ δεν είναι ντοκιμαντέρ, η κάμερα κινείται συνεχώς, σαν το βλέμμα ενός κρατούμενου που είναι σε εγρήγορση – και όπου χρειάζεται η κίνηση παίζει χειροκίνητα δίχως να κουράζει -, αντάμα με την απίθανα κλειστή φωτογράφιση του Ντέιβιντ Ουνγκάρο και την πολύ καλή μουσική του Νίκολας Μπέκερ μπαίνεις στο θέμα με την μια και το ζεις. Η ερμηνεία του Τζον Κόουλ, με τις στροφές ανεβασμένες στο κόκκινο, πετυχαίνει το ζητούμενο της πραγματικής ιστορίας του Μπίλι Μουρ, αλλά και στα ψυχολογικά κενά αέρος του ήρωα τα καταφέρνει περίφημα.

Οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα αληθοφανέστατες (δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό Κόουλ), άνευ των υπερβολικών ηχητικών εφέ, που οι γροθιές και οι κλωτσιές σε θόρυβο στο ανθρώπινο σώμα μοιάζουν σαν να πετάς από ψηλά σακιά με κρεμμύδια σε μάρμαρο. Αν και η ταινία άργησε να έρθει στην χώρα μας, οι λάτρεις του είδους των πολεμικών τεχνών θα έχουν και το σινεφίλ άλλοθι τους.      

«Κλέφτες Καταστημάτων»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018

Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα κάνει το θαύμα του και μετατρέπει τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις. Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας.

Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας. Χωρίς μαγικές λέξεις, δίχως χρυσόσκονη και παλαμάκια, αλλά με δαίμονες που είναι άγγελοι και αγγέλους που είναι δαίμονες να πρωταγωνιστούν στα κλιμακωτά επίπεδα της αδίστακτης, σύγχρονης ζωής όχι πάντα νοικοκυρεμένα, σίγουρα όμως ξέγνοιαστα, ελεύθερα.    

Είναι από τις ταινίες που στην αφήγηση της πρέπει να φανώ προσεκτικός ώστε ο θεατής να απολαύσει μέτρο μέτρο την ακολουθία των γεγονότων, ρουφώντας την κάθε στιγμή ανεπηρέαστα. Έτσι, λοιπόν, απλά αναφέρουμε, ότι βρισκόμαστε στο σημερινό Τόκιο και έπειτα από μια ακόμα εξόρμηση άλλης μιας μικροκλοπής σε κατάστημα για τα μικροπράγματα της ημέρας, ο Οσάμου (Λίλι Φράνκι – καταπληκτικός) και ο προέφηβος γιος του Σότα (Τζίο Καΐρι – απίθανος ο πιτσιρικάς) συναντούν την μικρούλα Ριν, μόνη στο παγωμένο βράδυ.

Αρχικά αποφασίζουν να την επιστρέψουν στους γονείς της, αλλά η σύζυγος του Οσάμου, η Νομπούγιο (Σακούρα Άντο – πολύ καλή), βλέποντας τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα της μικρής και κρυφά έναν τρελό καυγά των γονιών της, συμφωνεί να αναλάβουν την φροντίδα της, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Κουρεύουν τα μαλλιά της, καίνε τα παλιά της ρούχα, αλλάζουν το όνομα της, προσφέροντας στο κοριτσάκι μια καινούργια ζωή σε ένα σπίτι που γίνεται ανακατεμένος ο ερχόμενος από σαβούρες και λογής άχρηστα πράγματα.

Αν και η οικογένεια είναι μια χούφτα φτωχοδιάβολων, που ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές στα καταστήματα, αλλά και την γιαγιά να μένει μαζί τους (η βετεράνος ηθοποιός Κιρίν Κίκι είναι μεγαλείο, η οποία έφυγε από την ζωή μετά την βράβευση της ταινίας στις Κάνες) μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι σε αυτό το περιβάλλον, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Μοναδικός, εκπληκτικός ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα με την ματιά στραμμένη στους θεσμούς της οικογένειας τοποθετημένη ως σύνολο στο τοξικό υπογάστριο της παγκόσμιας, οικονομικής κρίσης, σε έναν αληθοφανές, σκληρό κοινωνικό διάκοσμο στήνει παραμυθένιες στιγμές με συγκλονιστικές ερμηνείες και μαγευτική φωτογραφία, μιλώντας για τον άνθρωπο, τα λάθη του, αλλά και για την αγάπη, την κατανόηση, τον έρωτα και την θυσία.

Η αφηγηματική του μάγου Κόρε-Εντα, ως γνήσιου εκφραστή του υπέροχου ιαπωνικού, σίντο σινεμά κρατάει σταθερά και ακλόνητα το ασημένιο νήμα επαφής στον αισθησιασμό του Οσίμα, αλλά και στην ονειροβασία του Κουροσάβα, προσφέροντας στον θεατή μια υπέροχη ταινία, εμπλουτισμένη από το προσωπικό, ιδιαίτερο πνεύμα του. Αισιόδοξη όσο δεν παίρνει. Ανθρώπινη όσο δεν περιγράφεται. Παραμυθένια με το παραπάνω.

Κερδίζει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα (από τις ελάχιστες βραβεύσεις του θεσμού που συμφωνώ) και ο σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ, μέλος της κριτικής επιτροπής, δηλώνει απερίφραστα, ότι η απόφαση για τον νικητή ήταν απόλυτα ομόφωνη, συμπληρώνοντας γοητευμένος: «η θέαση της ταινίας ήταν μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία». Η δε Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, η ηθοποιός Κέιτ Μπλάνσετ, είπε: «Μας παρέσυρε εντελώς η ταινία, το πόσο οι ερμηνείες ακολουθούν αβίαστα το σκηνοθετικό όραμα».

Ταινία, που την απολαμβάνεις στο σινεμά με την καρδιά σου και το μειδίαμα ευφορίας παραμένει τόξο στο πρόσωπο για αρκετή ώρα μετά.

«Ρομπέν των Δασών»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Happy Prince)

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

 

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες». Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία. 

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα.