fbpx

«Το Τρίτο Έγκλημα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Third Murder) 

 

 

  • Είδος: Δικαστικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Μασακάρου Φουκουγιάμα, Κότζι Γιακούσο, Σινοσούκε Μιτσουσίμα
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: One From the Heart

Ο επιτυχημένος δικηγόρος Σιγκεμόρι αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Μισούμι, κατηγορούμενου για φόνο και κλοπή, ο οποίος είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης και για έναν άλλο φόνο πριν τριάντα χρόνια. Οι πιθανότητες να κερδίσει ο Σιγκεμόρι την υπόθεση είναι μικρές αφού ο πελάτης του ομολογεί ελεύθερα την ενοχή του, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει τη θανατική ποινή αν καταδικαστεί. Καθώς διερευνά όλο και πιο βαθιά την υπόθεση, μελετώντας τις καταθέσεις της οικογένειας του θύματος και του ίδιου του Μισούμι, ο συνήθως σίγουρος Σιγκεμόρι αρχίζει να αμφιβάλλει για το αν ο πελάτης του είναι ο πραγματικός δολοφόνος.

Ο Κόρε-Έντα εντυπωσιάζει εδώ σε μια ολότελα διαφορετική ταινία από ό,τι μας έχει συνηθίσει, σκηνοθετώντας ένα κλειστοφοβικό, σκοτεινό Ντοστογιεφσκικό δράμα γεμάτο ηθικά διλλήματα και ανατροπές, όπου ο κάθε χαρακτήρας διεκδικεί τη δική του εκδοχή της αλήθειας και δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα η ταινία υπονομεύει κάθε βεβαιότητα πάνω στη σχέση του εγκλήματος και της δίκαιης τιμωρίας του, συνιστώντας παράλληλα ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι στην θανατική ποινή, η οποία, αξίζει να σημειώσουμε, είναι ακόμη σε ισχύ στην Ιαπωνία.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μισούμι συναντάμε τον Γιακούσο Κότζι έναν από τους σπουδαιότερους και πιο καταξιωμένους Ιάπωνες ηθοποιούς. Ήταν ο πρωταγωνιστής στην ταινία «Το Χέλι» που είχε κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1997, ενώ πιο πρόσφατα τον είδαμε στην ταινία «Βαβέλ» του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου, σε ταινίες του Τακάσι Μίκε και του Κιγιόσι Κουροσάβα, αλλά και στην ταινία «Οι Αναμνήσεις μιας Γκέισας».

Ο Φουκουγιάμα Μασαχάρου στον ρόλο του δικηγόρου, γνωστός ως πρωταγωνιστής στην ταινία του Χιροκάζου Κόρε-Έντα «Πατέρας και Γιος», ενώ είναι επίσης φωτογράφος, συνθέτης και καταξιωμένος τραγουδιστής στη χώρα του, διατηρώντας από το 2011 το ρεκόρ των μεγαλύτερων πωλήσεων δίσκων στην Ιαπωνία.

Ο σκηνοθέτης σημειώνει: «Πρωτίστως, ήθελα να απεικονίσω τη δουλειά ενός δικηγόρου σωστά. Μιλώντας με δικηγόρους, μου είπαν την εξής φράση: «Το δικαστήριο δεν είναι το μέρος όπου προσδιορίζεται η αλήθεια». Είπαν ότι κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όλη την αλήθεια. Σκέφτηκα, ότι αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον και ύστερα αποφάσισα ότι αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε θέλω να κάνω μια ταινία για ένα δικαστικό δράμα όπου η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται. Συνήθως μια ταινία φτάνει στην αλήθεια στο τέλος. Ωστόσο με αυτή την ταινία, μόνο η δικαστική διαδικασία ολοκληρώνεται, ενώ οι χαρακτήρες δεν βλέπουν την αλήθεια. Δείχνει ότι η κοινωνία παραβλέπει ένα ατελές σύστημα που δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνο αν οι άνθρωποι κρίνουν τους άλλους χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την αλήθεια».

«Peppermint»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Μορέλ
  • Με τους: Τζένιφερ Γκάρνερ, Τζον Γκάλαχερ, Τζον Ορτιζ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Tanweer

 

Νοικοκυρούλα, σύζυγος και μαμά μικρής θυγατέρας μεταμορφώνεται σε άγγελο εξολοθρευτή, έπειτα από την εν ψυχρώ δολοφονία της κόρης και του συζύγου της σε τοπικό λούνα πάρκ, εν ώρα βραδινής, οικογενειακής ψυχαγωγίας από εκτελεστές βίαιου καρτέλ ναρκωτικών. Η δικαιοσύνη βγάζει λάδι τους δολοφόνους και η μαμάκα παίρνει τον νόμο στα χέρια της και γκαγκαν γκαγκαν….

Η Τζένιφερ Γκάρνερ στο πόστο που ξέρει καλά να υπηρετεί. Action woman, δηλαδή πρίν ήταν «τι ωραία που μαγειρεύει η μαργαρίνη» και έπειτα μπρατσωμένη με γνώσεις χρήσης όπλων, εκρηκτικών και πολεμικών τεχνών. Οκ, τα έχουμε δει αμέτρητες φορές, έχουμε εμπεδώσει άλλες τόσες την οδό της αυτοδικίας όταν η δικαστική αρχή είναι διαβρωμένη πατόκορφα, γενικώς έχουμε μπουκώσει από ταινίες του είδους, που ούτε φαντασία, ούτε διαφορετικότητα διαθέτουν. Αυτό είναι το ρουχαλάκι που έβγαλε η κινέζικη παραγωγή, το πήρες και έφυγες.

Το πατρόν το ίδιο, κόψε από εδώ, ράψε από εκεί, βόλεψε παραπέρα, λίγο από τον «Εκτελεστή της Νύχτας», δόσεις από την «Αρπαγή» και μια Γκάρνερ που κάνει τον «John Wick» να μοιάζει με πιτσιρίκι που παίζει στο σκάμμα με την άμμο. Νισάφι!

«Loro»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο
  • Με τους: Τόνι Σερβίλο, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Κάσια Σμούτνιακ, Κιάρα Ιέτσι
  • Διάρκεια: 150’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Δυο ταινίες («Loro 1», «Loro 2») μαζεμένες στην συσκευασία της μίας διάρκειας 150 λεπτών, για την κινηματογραφική αγορά μονταρισμένη. Ο Πάολο Σορεντίνο της «Τέλειας Ομορφιάς» με πρωταγωνιστή και αυτή την φορά τον μπριλάντε ηθοποιό Τόνι Σερβίλιο μεταφέρουν στο άσπρο πανί τα σημεία και τα τέρατα του καβαλιέρι της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι, συγκεκριμένης χρονικής περιόδου από το 2006 έως το 2010.

Με γνώνομα την «Τέλεια Ομορφιά» και την πολιτισμική σήψη του υλισμού η ταινία είναι ένας κύκλος, όπου το κέντρο της είναι κάποια πραγματικά γεγονότα από τον βίο και την πολιτεία του πάμπλουτου Μπερλουσκόνι και η περιφέρεια του κύκλου αυτό που θέλει ο Σορεντίνο να αποτυπώσει: Τον λαϊκισμό, τον εύκολο πλουτισμό, τις ακριβές βίζιτες, την χυδαιότητα και την κάθετη πτώση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εν ονόματι του χρήματος. Άπαντες, ως επί το πλείστον τα λαμόγια, επιθυμούν μια γνωριμία με την χειμαρρώδη και αχαλίνωτη περσόνα της Ιταλίας, τον καναλάρχη, τον επιχειρηματία, τον καπάτσο, τον άνθρωπο που κάθε 20 δευτερόλεπτα βγάζει 2 εκατομμύρια ευρώ, αυτόν τον εβδομήντα φεύγα που δεν τον πτοούν οι προσβολές και έχει όλο τον κόσμο γραμμένο στα… παλαιότερα των υποδημάτων του, τον γκομενάκια και εκμαυλιστή συνειδήσεων και ηθικής, τον ντοτόρε Σίλβιο.

Αυτή είναι ταινία: Ο Σίλβιο και οι «Loro» δηλαδή, οι «άλλοι», και loro sono τα λογής δίποδα, τα μορμολίκια, οι άδειες και τραγικές σκιές που συντελούν στην παγκόσμια, ανθρώπινη κατάρρευση. Όλα τα έχει η ταινία: Πολιτική, ναρκωτικά, σεξ και μια ατελείωτη πασαρέλα από τα ωραιότερα κορίτσια, συγκεντρωμένα, διάολε, σε μια ταινία. Κουραστικό το θέμα και το νοικοκυριό του συμμαζέματος των δυο ταινιών σε μια έκδοση, τελικά αποτυγχάνει, ταλαιπωρώντας ανελέητα τους οφθαλμούς και τα ώτα στο να παρακολουθείς για 150 λεπτά της ώρας όλο αυτό το ανήθικο και δίχως έλεος τσίρκο πολιτικής και κοινωνίας.  Θαρρώ μάλιστα, ότι ο Πάολο Σορεντίνο αγιογραφεί… Αγιούτο!

«Ο Πρώτος Άνθρωπος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(First Man)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντάμιεν Σαζέλ
  • Με τους: Ράιαν Γκόσλινγκ, Κλερ Φόι, Κρίστοφερ Αμποτ, Κάιλ Τσάντλερ
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο βραβευμένος με το Όσκαρ σκηνοθεσίας στα 31 χρόνια του για την εξαιρετική ταινία «La La Land», Ντάμιεν Σαζέλ, αφήνει τα εκκωφαντικά τύμπανα του απίθανου «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash – 2014), που χάρισε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου στον Τζέι Κέι Σίμονς, αλλά και το εξάκις με Όσκαρ βραβευμένο, μουσικοχορευτικό, τζαζίστικο Λος Άντζελες και τραβάει, σούπερ αμερικάνικα, προς το νησί Μέριτ της Φλόριντα και στο Διαστημικό Κέντρο Κένεντι, απ΄ όπου απογειώθηκε η «θρυλική» αποστολή «Απόλλων 11». Στο πλάνο του Ζαζέλ βρίσκεται ο αστροναύτης Νιλ Άρμστρονγκ και εδώ ο Νιλ Άρμστρονγκ είναι ο Ράιαν Γκόσλινγκ, απίθανος όπως πάντα.

Η ταινία ακολουθεί την πορεία του Νιλ Άρμστρονγκ (Ράιαν Γκόσλινγκ – εκπληκτικός, ψήνεται για Όσκαρ) από το 1961 έως το 1969, την περίοδο δηλαδή που η NASA προετοίμαζε πυρετωδώς το θρυλικό διαστημικό της πρόγραμμα, ώστε να στείλει την πρώτη επανδρωμένη αποστολή στο φεγγάρι. Ο αγώνας αυτός οδήγησε σε μια από τις πιο ριψοκίνδυνες και σπουδαίες αποστολές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πέρα από την απεικόνιση του παθιασμένου, αδάμαστου, ανυπότακτου ήρωα, υπάρχει και η δραματική φιγούρα της συζύγου του, της Τζάνετ Άρμστρονγκ (Κλερ Φόι – πολύ καλή). Πρόκειται για μια γυναίκα που καλείται να χτίσει τη ζωή της γύρω από έναν περιπετειώδη άνθρωπο, κάνοντας σημαντικές θυσίες στον βωμό του απροσδόκητου ταξιδιού που θα γράψει ιστορία. Ενώ ο Νιλ Άρμστρονγκ ταξιδεύει προς τον ουρανό, η Τζάνετ πρέπει να χειριστεί την επίγεια θλίψη της απώλειας και να είναι ταυτόχρονα η πνευματική ραχοκοκαλιά του εκκολαπτόμενου διαστημικού προγράμματος.

Ο «Πρώτος Άνθρωπος» αποκαλύπτει την ιδιωτική ζωή του ήρωα Νιλ Άρμσρονγκ και τις άγνωστες μέχρι τώρα πτυχές του χαρακτήρα του, ενώ βασίζεται στην λεπτομερή βιογραφία του αστροναύτη. Ο ίδιος ο Άρμστρονγκ ήταν ένας κλειστός και απομονωμένος άνθρωπος, και λίγο πριν πεθάνει στις 25 Αυγούστου 2012, είχε προλάβει να δώσει το πράσινο φως στους παραγωγούς για το ξεκίνημα της ταινίας.

«That’s one small step for man, one giant leap for mankind» (Αυτό είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα γιγάντιο άλμα για την ανθρωπότητα) και όλα τα φανφαρόνικα γνωστά αμερικάνικα, που ήδη ξέρετε για αυτή την «αποστολή», που δεν είναι λίγοι αυτοί, που τεκμηριωμένα πιστεύουν, ότι ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και όλα ήταν μια προπαγανδιστική, κινηματογραφική παραγωγή σε κλειστό πλατό, ένεκα του ψυχροπολεμικού περιβάλλοντος και των πολλών διαστημικών επιτυχιών, με κόστος ανθρώπινων ζωών, της τότε Σοβιετικής Ένωσης (θα γράψουμε ένα άρθρο γι  αυτό). Στην ταινία του Τζέιμς Μποντ, μάλιστα, «Τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά», ενώ κυνηγάνε τον πράκτορα οι κακοί κάπου στην έρημο της Νεβάδα, ο 007 διαλύει ένα κινηματογραφικό πλατό, που γυριζόταν μυστικά η προσσελήνωση των τριών αστροναυτών του «Απόλλωνος 11». Τυχαίο;  

Στην ταινία όλα είναι καθ΄ όλα ά-ρ-τ-ι-α στην λεπτομέρεια τους, στην τρίχα η παραγωγή, όπως λένε, ξεκινώντας από την απόδοση της περιόδου, την υποβλητική μουσική του δις βραβευμένου με Όσκαρ μουσικοσυνθέτη για το «La La Land», του 33χρονου Τζάστιν Χέργουιτζ, τις ερμηνείες, την απογειωτική φωτογραφία του Λάινους Σάντγκρεν, έως το biopic του Νιλ Άρμστρονγκ, άπαντα είναι βασανιστικά απίθανα. Τι δεν είναι η ταινία; Δεν είναι η φλόγα, ή πυρκαγιά των δυο προηγούμενων ταινιών του Σαζέλ. Σαν «παραγγελιά» μοιάζει και μάλιστα με χαρτούρα κολλημένη στο κούτελο του «παίχτη», για να δουν καλά οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ. Κάποια στιγμή θα γραφτούν και οι αλήθειες…. ουδέν κρυπτόν του φεγγαριού.     

«Πόθος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Ga’agua / Longing)

 

  • Είδος: Κοινωνική
  • Παραγωγή: Ισραήλ (2017)
  • Σκηνοθεσία: Σάβι Γκάμπιζον
  • Με τους: Σάι Αβίβι, Ασι Λέβι, Νέτα Ρίσκιν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού «Venice Days» στο 74ο Φεστιβάλ Βενετίας

Η εξαγωγή του ισραηλινού κινηματογράφου είναι πάντα προσεκτική και επιλεκτική. Σπάνια θα βρεθεί ισραηλινή ταινία στο διεθνές γίγνεσθαι, που να μην αξίζει και να μην είναι προσεγμένη, ασχέτως εάν το σενάριο σε αγγίζει ή όχι. Η συγκεκριμένη του  Σάβι Γκάμπιζον, σε σενάριο δικό του, είναι εντελώς ιδιαίτερη, καθώς το θέμα της είναι ασυνήθιστο από ένα σημείο και έπειτα.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το γνωστό πρότυπο του ώριμου άνδρα που ενημερώνεται ξαφνικά, έπειτα από είκοσι χρόνια, πως από τον μεγάλο έρωτα του νεανικού του παρελθόντος προέκυψε καρπός και μάλιστα αγόρι. Ο Γκάμπιζον δεν μένει στα τετριμμένα και τα χιλιοειδωμένα της συνάντησης του νέου με τον άγνωστο πατέρα του, που τον κρατούσε κρυφό η μάνα, λέγοντας του, ότι ο βιολογικός πατέρας του είναι νεκρός. Όχι, τέτοια κλισέ στο σενάριο δεν φυλλορροούν και το παράδοξο ορθώνεται μέσα από μια άλλη ματιά, πιο προκλητική και σαφώς πιο ενδιαφέρουσα.

 Ο 50χρονος, ευκατάστατος επιχειρηματίας Άριαλ (Σάι Αβίβι – πολύ καλός), εργένης εκ πεποιθήσεως και αρνητής στο να δημιουργήσει οικογένεια, λόγω προσωπικών τραυμάτων από τον βάναυσο πατέρα του, καλείται εντελώς απροσδόκητα να συναντήσει την προ εικοσαετίας ερωμένη του, Ρόνιτ (Ασι Λέβι –πολύ καλή). Εκείνη έχει δύο μεγάλες αποκαλύψεις να του ανακοινώσει: Η πρώτη είναι πως όταν χώρισαν, είκοσι χρόνια πριν, ήταν έγκυος και 9 μήνες μετά, γέννησε ένα αξιολάτρευτο αγοράκι, τον Άνταμ. Ο πρώτος κεραυνός πέφτει στο κεφάλι του ανυπεράσπιστου Άριαλ. Η δεύτερη αποκάλυψη, όμως, θα αλλάξει τη ζωή και το σκεπτικό του 50χρονου, καθώς η Ρόνιτ τον ενημερώνει, πως ο γιός του σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ένα μήνα πριν. Ο πατέρας που δεν γνώρισε ποτέ τον γιό του και τώρα είναι νεκρός, εγκαταλείπει το Τελ Αβίβ και ταξιδεύει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άνταμ, έχοντας ως χάρτη το περιβάλλον της καθημερινότητας του νέου, τους συμμαθητές του, τις σχέσεις του, την αγάπη του για την μουσική, τις εφηβικές, παραβατικές συναναστροφές του, τις αντιδράσεις του, καταλήγοντας στο πρόσωπο κλειδί, που ο 19χρονος λάτρεψε με πάθος και είναι η νεαρή καθηγήτρια του σχολείου Γιαέλ (Νέτα Ρίσκιν –καλή). Μια γυναίκα που είχε γίνει εμμονή και υποκείμενο αγιάτρευτου πόθου του νεαρού Άνταμ.

Ο πατέρας από τις αφηγήσεις και τα γεγονότα σιγά σιγά συνθέτει την ψυχοσύνθεση του γιού που δεν συνάντησε ποτέ, ώσπου μια ημέρα στο νεκροταφείο, κοντά στο μνήμα του Άνταμ, συναντά ένα άλλο πατέρα να περιποιείται τον τάφο της έφηβης κόρης του. Αυτή η συνάντηση θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα.

 

Καλοστημένη ταινία, συγκινητική, κινείται ευπρεπώς στο έδαφος του κοινωνικού δράματος, που σε κάποια στιγμή κάνει ένα μικρό loop και αποκτά ευτράπελη διάθεση λόγω του παράδοξου που εμφανίζεται από ένα σημείο και έπειτα για να κλείσει σε ένα φινάλε βγαλμένο από την καλπάζουσα φαντασία του σκηνοθέτη.

Καλές ερμηνείες εστιασμένες στον γονεϊκό ρόλο, τις ενοχές και στις εν γένει απουσίες των γονέων, ενώ το σενάριο δεν αποφεύγει τον υποδόριο διδακτισμό, παρά την ακρότητα που χρησιμοποιεί ως τέχνασμα για να λειτουργήσει έξυπνα η πλοκή της ταινίας.        

«Δύσκολες Ώρες στο Ελ Ροαγιάλ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Bad Times at the El Royale)

 

  • Είδος: Noir περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντρου Γκόνταρντ
  • Με τους: Τζεφ Μπρίτζες, Σίνθια Ερίβο, Ντακότα Τζόνσον, Λιούις Πούλμαν, Κρις Χέμσγουορθ, Νικ Οφερμαν, Τζον Χαμ, Κέιλι Σπένι,
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Odeon

Μεστό και άκρως απολαυστικό. Ο πετυχημένος σεναριογράφος της «Διάσωσης του Στρατιώτη Ράιαν», του «Παγκόσμιου Πολέμου Ζ», της «Διάσωσης» (προτάθηκε για Όσκαρ), αλλά και αρκετών τηλεοπτικών επεισοδίων του  «Lost» και «Alias», ο Αμερικανός  Ντρου Γκόνταρντ «κεντάει» και εκτός πένας, καθισμένος, εκτός των άλλων, στην βαριά καρέκλα του σκηνοθέτη για την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Η πρώτη ήταν εκείνο το ευφάνταστο «Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος» (The Cabin in the Woods) του  2012, που μας άφησε ξερούς και με το στόμα ορθάνοιχτο σαν πλατεία επαρχιακής πόλης, όταν καταλάβαμε, πως όλοι είμαστε εν δυνάμει εδέσματα κατευναστικής σπονδής αρχαίων, χθόνιων θεών που βρίσκονται στη Γη.

Εκτός από την πολύ καλή γραφίδα του, ο Ντρου Γκόνταρντ έχει το σινεμά και την σύνταξη πλάνου και πλοκής βαθιά στο κεφαλάκι του, κάτι που βγαίνει αβίαστα στο roll της κάμερας. Το κυριότερο δε, είναι ότι αφήνει γενναιόδωρα τους ηθοποιούς να απλώσουν τον ρόλο τους, να πιάσουν τον ρυθμό του noir στυλ, που επιτάσσει το συγκεκριμένο concept, να γίνουν πειστικοί, ατμοσφαιρικοί. Απελευθερωμένος ο σκηνοθέτης από την σύγχρονη, μοδάτη αντίληψη του cut και πλάνου εν είδει βίνετο κλιπ, όπως συνηθίζεται σε ταινίες που πάσχουν σεναριακά, αφήνει ελεγχόμενα την ταινία να λάβει τις ζωογόνες ανάσες της.

Εδώ έχει ζουμί η υπόθεση και το δελεαστικό cast παίρνει γερά την σκυτάλη της υποκριτικής σαν να βρίσκεται σε μια αθέατη γωνιά ο Ταραντίνο απολαμβάνοντας την εξέλιξη. Αναφέρω τον Ταραντίνο γιατί στην τελευταία του ταινία ο Κουεντίν ένα ιδίου ύφους και στυλ σενάριο σκηνοθέτησε με τους  «Μισητούς Οκτώ» (The Hateful Eight – 2015). Σε περιορισμένο χώρο, πάνω από μισή ντουζίνα άγνωστα και επικίνδυνα καθάρματα μέσα σε αυτόν, σε κάνουν να λαχανιάζεις. Σφιχτό και κατανοητό flash back, αγωνία, δράση και ένα φινάλε όπως πρέπει, όπως αξίζει.

Ο  Γκόνταρντ προσδίδει θεατρικότητα με στιβαρούς διάλογούς ενώ περίτεχνα απλώνει το νοσηρό πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό υπόβαθρο της Αμερικής των τελευταίων εβδομήντα χρόνων ενδεδυμένο νοσταλγικά στο εξαιρετικό και στυλάτο νουάρ περιβάλλον ενός μοτέλ με την εκπληκτική μουσική υπόκρουση από γνωστά χιτάκια των ’50s και των ‘60s, επιλεγμένα ένα προς ένα από τον μουσικό παραγωγό Χάρβεϊ Μέισον Τζούνιορ (ετοιμάζει την βιογραφία της Αρίθα Φράνκλιν), που μέσα από τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία δίνει πληροφορίες για τον ποιόν των ενοίκων. Καταπληκτική και η φωτογραφία του βετεράνου Σέιμους ΜακΓκάρβει («Εξιλέωση», «Νυκτόβια Πλάσματα»), ενώ η επιμέλεια παραγωγής είναι άρτια, παραδίδοντας στον θεατή καλό σινεμά.

Το μοτέλ «El Royale», είναι από εκείνα τα αραχτήρια, που βρίσκονται χωμένα στις άκρες των ατέλειωτων, φιδίσιων αμερικάνικων highways. Παλαιότερα ήταν στιλάτο και φινετσάτο, καθώς διαθέτει και καζίνο, ενώ το μισό κτίριο βρίσκεται στην πολιτεία της Καλιφόρνια και το άλλο μισό στην πολιτεία Νεβάδα. Κάποτε γνώρισε την αίγλη και την δόξα όταν εκεί κατέλυαν κρυφά διάφοροι αμερικανοί πολιτικοί για τις ανομίες τους, ενώ τώρα το έτος 1969 βρίσκεται έρημο, διαλυμένο, ξεχασμένο, βαλτωμένο στην παρακμή.

Σε αυτό καταφθάνει ο περίεργος ιερέας Ντάνιελ Φλιν με το αλτσχάιμερ προ των πυλών (Τζεφ Μπρίτζεφ – καταπληκτικός!), που κάτι αναζητά, η τσαμπουκαλού Έμιλι (Ντακότα Τζόνσον – πολύ καλή) μαζί με την αδελφή της Ρόουζ (Κέιλι Σπένι – εντυπωσιακή), που θέλουν να αποφύγουν το γοητευτικό αλλά και βίαιο βλαχαδερό Μπίλι Λι (Κρις Χέμσγουορθ – καλός), η μαύρη τραγουδίστρια γκόσπελ Νταρλίν (Σίνθια Ερίβο – απίθανη!), που θέλει να κάνει καριέρα και θα εμφανιστεί στο Ρίνο, για να συνευρεθούν όλοι τους στον ίδιο χώρο του ξενοδοχείου με τον ευδιάθετο έμπορο από το Νότο, τον Λάραμι Σίμουρ Σάλιβαν (Τζον Χαμ – σταθερή αξία). Τους ενοίκους του παράξενου μοτέλ «El Royale» υποδέχεται ο ευγενικός γκρουμ – ρεσεψιονίστ Μάιλς (Λούις Πούλμαν – πολύ καλός), όπου τους τοποθετεί στα δωμάτια τους.  

Κανείς από τους επισκέπτες δεν είναι αυτό που πλασάρεται.  Μηδενός εξαιρουμένου σέρνουν από ένα βαρύ μυστικό. Κατά τη διάρκεια της βροχερής νύχτας και κλεισμένοι στο τρομερό «El Royale», που ως μοτέλ είναι φτιαγμένο για να παγιδεύει με τον τρόπο του ανθρώπους, θα έχουν μια τελευταία ευκαιρία για λύτρωση. Και όλα πάνε κατά διαόλου. 

Ξέρετε, ότι το σημαντικό για έναν σκηνοθέτη, που εμφανίζεται στο προσκήνιο με ενδιαφέρουσα την πρώτη του ταινία, είναι να διατηρήσει την σταθερή αξία του ταλέντου, τον ρυθμό της επιτυχίας και στην δεύτερη και στην τρίτη απόπειρα και να μην καταγραφεί στην ιστορία ως ο διάττων αστήρ ή ως το πυροτέχνημα με την ημερομηνία λήξης. Το πετυχαίνει ο  Ντρου Γκόνταρντ και η δεύτερη προσπάθεια του πίσω από τον φακό είναι εξ΄ ίσου εντυπωσιακή και ενδιαφέρουσα, όπως και η πρώτη. Παραμερίζει τα εφέ της προηγούμενης του δουλειάς, δεν κολλάει στο παιχνίδι των εντυπώσεων και είναι εμφανές, ότι τον ενδιαφέρει, τόσο η ουσία του θέματος, όσο και η διαχρονικότητα του δημιουργήματος του.

Οι επιλογές του στους πρωταγωνιστές είναι προσεκτικές με κορυφαίο τον Τζεφ Μπρίτζες να σέρνει τον χορό, τραβώντας αβίαστα τους υπόλοιπους  νέους, στο κουρμπέτι σταρς, για να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ναι, είναι θεϊκός ο Τζεφ, όπως καταπληκτική είναι και η φωνάρα, της αφροαγγλίδας Σίνθια Ερίβο, γνωστή από τον ρόλο της Σέλι στο θεατρικό «Χρώμα Πορφυρό», που της χάρισε και το βραβείο Τόνι. Η Σίνθια με τις θεατρικές καταβολές παίζει, τραγουδάει ακαπέλα απίθανες σοουλιές και γκόσπελ, κρατώντας παλικαρίσια τα πλαϊνά στηρίγματα της πλοκής του σεναρίου.  Επίσης αποκάλυψη είναι και ο 25χρονος Λούις Πούλμαν, ο υιός του γνωστού ηθοποιού Μπιλ Πούλμαν, που υποδύεται τον γκρουμ του «μυστήριου» μοτέλ και είναι η πυξίδα όλης της σκοτεινής διαδρομής της υπόθεσης.

Η ωραία και αναδυόμενη στα πράγματα Ντακόντα Τζόνσον αποδεσμεύεται από τον φτηνό λαϊκισμό των 50 αποχρώσεων του Γκρι και νευρικά, ατίθασα, με την εμφάνιση ζόρικoυ χιπιού, βουτάει θαρραλέα στην αμαζονική περσόνα, έτοιμη να εξολοθρεύσει τα ανόητα και τα ενοχλητικά αρσενικά, προστατεύοντας την πολύ καλή αδελφή της, Κέιλι Σπένι στον ρόλο του διεστραμμένου νυμφίδιου. Έξοχη η δουλειά του  Ντρου Γκόνταρντ, που αξίζει να δείτε!        

«Αδελφικοί Εχθροί»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Frères Ennemis)

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό Noir
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νταβίντ Ελοφέν
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Ρέντα Καντέμπ, Αντέλ Μπενσερίφ
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Spentzos Film

Η συνέχεια για τον Γάλλο σεναριογράφο και σκηνοθέτη Νταβίντ Ελοφέν, έπειτα από την ταινία του 2014 «Μακριά από τους Ανθρώπους» με τον Βίγκο Μόρτενσεν και τον Ρέντα Καντέμπ, έρχεται με αυτό το neo-noir φιλμ, πάλι με τον Καντέμπ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η φόρμα του είναι βγαλμένη από το υπογάστριο της παλιάς σχολής του γαλλικού νουάρ, αυτού του μελβιλικού σύμπαντος, με τους γκάνγκστερ και τους αστυνόμους, τους άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, την ανδρική τιμή, την προδοσία, την τιμωρία, τις σχέσεις ανάμεσα σε παιδικούς φίλους και τους αντίθετους δρόμους που επέλεξαν να διαβούν, τον κύκλο αίματος που δεν κλείνει ποτέ. Όλα εμπεριέχονται στην ταινία του Ελοφέν μέχρι κορεσμού. Καλοφτιαγμένο είναι όχι κάτι το ιδιαίτερο, βέβαια, με νευρική κίνηση της κάμερας που δεν σταματάει να ακολουθεί τους πάντες και τα πάντα, τον καλό ήχο και ένα σενάριο δίχως υπερβάσεις να ανοίγει βήμα στις ήδη γνωστές αλέες των gangster stories.

Αξιόλογες οι σκηνές δράσης και διεκπεραιωτικές οι ερμηνείες, που θα περιμέναμε κάτι τις το παραπάνω από τον πολύ καλό, Γάλλο ηθοποιό Ρέντα Καντέμπ (Τζάνγκο, ο Βασιλιάς του Σουίνγκ – 2017), ο οποίος εδώ, ομολογώ, πως χάνει έδαφος από τον εξ’ ίσου αξιόλογο Βέλγο ηθοποιό Ματίας Σχούναρτς («Σώμα με σώμα» – 2012, «Μοσχαροκεφαλή» -2011)     

Ο Ντρις (Ρέντα Καντέμπ – καλός) και ο Μανού (Ματίας Σχούναρτς – καλύτερος) μεγάλωσαν σαν αδέλφια σε ένα κακόφημο και υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. Η ενηλικίωση τους οδηγεί να πάρουν τελείως διαφορετικούς δρόμους: Ο Μανού έμπλεξε με τον υπόκοσμο, ενώ αντίθετα ο Ντρις έγινε αστυνομικός. Όταν ένα μεγάλο αλισβερίσι για ναρκωτικά, που το παρακολουθεί στενά ο Ντρις πάει στραβά με την δολοφονία ενός ακόμα παιδικού τους φίλου – ενώ ήταν παρών ο Μανού ο οποίος γλύτωσε τον θάνατο -, οι δύο φίλοι συναντιούνται ξανά για να δώσουν την λύση και να ανακαλύψουν τους υπαίτιους. Ανάμεσα σε προδοσίες και πικρά συναισθήματα και παρά το μίσος τους ανανεώνουν το ισχυρό δεσμό που τους ενώνει με το μοναδικό κοινό τους σημείο, την ενστικτώδη αφοσίωση στο μέρος που έζησαν σαν παιδιά.

Σημ: Η εταιρία διανομής δεν έχει υποτιτλίσει το διαφημιστικό trailer της ταινίας

«Colette»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Βιογραφία εποχής
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουός Γουέστμορλαντ
  • Με τους: Κίρα Νάιτλι, Έλεανορ Τόμλινσον, Φιόνα Σο, Ντόμινικ Γουέστ
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Οdeon – Audio Visual

Εκθαμβωτική και απαστράπτουσα η Κίρα Νάιτλι. Όσο μεγαλώνει ομορφαίνει, 33 Μάηδων σήμερα, ωριμάζει και η ατέλεια του προγναθισμού της, γίνεται ολοένα και πιο γοητευτική. Ο σκηνοθέτης Γουός Γουέστμορλαντ την φωτίζει μοναδικά, την στήνει σωστά, ο Τζάιλς Νάτζενς την φωτογραφίζει χάρμα και η ωραία Κίρα ανταποκρίνεται με χάρη. Ευχαριστιέσαι να την βλέπεις. Το θέμα τώρα είναι άκρως φεμινιστικό, γυναικείο, αφού αφορά την βιογραφία της γνωστής, εμβληματικής Γαλλίδας συγγραφέα της αβάν γκαρντ Κολέτ (28 Ιανουαρίου 1873 – 3 Αυγούστου 1954) που μέσα από το έργο της έγινε σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης κατά τον 20ο αιώνα.

Η νεαρή, όμορφη επαρχιωτοπούλα Σιντονί Γκαμπριέλ Κολέτ (Κίρα Νάιτλι – καλή) παντρεύεται τον κατά 14 χρόνια μεγαλύτερη της επιχειρηματία Ανρί Γκοτιέ Βιλάρ, με το ψευδώνυμο Γουίλι (Ντόμινικ Γουέστ – πολύ καλός). Ο Γουίλι απελευθερωμένος από ηθικούς και σεξουαλικούς περιορισμούς, τζογαδόρος, γυναικάς, κοινωνικότατος, γλεντζές, ένας αυθεντικός μπον βιβέρ βάζει την Κολέτ στα αστικά σαλόνια του Παρισιού, όπου έρχεται σε επαφή με τον κόσμο της τέχνης, της διανόησης και της λογοτεχνίας. Η επαρχιωτοπούλα αρχίζει να βρίσκει γουστόζικο και πολύ οικείο το περιβάλλον, αν και δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει «ανοιχτόμυαλα» τις επαναλαμβανόμενες απιστίες του συζύγου της. Ο Γουίλι είναι ιδιοκτήτης ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου από το οποίο εκδίδονταν βιβλία με το όνομά του, γραμμένα όμως από συγγραφείς-φαντάσματα. Στο χείλος της πτώχευσης και της έξωσης από χρέη και την κακή οικονομική διαχείριση του κεφλή Γουίλι, παρακινεί την Κολέτ να γράψει το πρώτο της διήγημα.

Έτσι γεννιέται η ηρωίδα Κλοντίν, σε μια αυτοβιογραφική ιστορία, που έκανε το Παρίσι στις αρχές του αιώνα να παραμιλάει, κάνοντας το βιβλίο ανάρπαστο. Μόνο που το όνομα της Κολέτ δεν αναγράφεται στο βιβλίο, λόγω του ότι ήταν σκάνδαλο για μια γυναίκα να ασκεί το επάγγελμα της συγγραφέως και ο σύζυγος πλασάρεται ως ο δημιουργός της Κλοντίν. Ο Γουίλι υστερεί σε συγγραφικό ταλέντο, έχει όμως φοβερό χάρισμα στο μάρκετινγκ κι έτσι μετατρέπει την Κλοντίν σε brand name, κυκλοφορώντας αρώματα, προϊόντα μακιγιάζ και σαπούνια. Είναι ο ίδιος που προτρέπει την Κολέτ να χρησιμοποιήσει λεπτομέρειες από την προσωπική τους ζωή στα μυθιστορήματά της, καθώς γνωρίζει καλά πώς να χρησιμοποιεί το σκάνδαλο για τη δημοσιότητα. Όταν όμως ο αρνείται να της δώσει τα συγγραφικά δικαιώματα του έργου, η σχέση τους κλυδωνίζεται με αποτέλεσμα η Κολέτ να αναζητήσει την αγάπη και την κατανόηση στις αγκαλιές διαφόρων γυναικών για να καταλήξει στη δυναμική αστή Μίσι, η οποία την παρακινεί να διεκδικήσει την καλλιτεχνική της φωνή παρά τους ψυχολογικούς εκβιασμούς που ασκεί ο σύζυγός της.

Ο 52χρονος, Άγγλος σκηνοθέτης Γουός Γουέστμορλαντ είναι μόνος του σε αυτή την ταινία, αφού ο στενός συνεργάτης και σύντροφος της ζωής του Ρίτσαρντ Γκλέιτζερ, έφυγε από την ζωή στις 10 Μαρτίου 2015, λόγω της Αμυοτροφικής Πλευρικής Σκλήρυνσης (ALS). Το ντουέντο είναι οι δημιουργοί της ταινίας «Still Alice: Κάθε Στιγμή Μετράει» (2014), που χάρισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Ερμηνείας στην Τζούλιαν Μουρ. Εδώ, τα πράγματα είναι αγγλική υπόθεση, που σημαίνει φροντισμένη παραγωγή στην απόδοση της χρονικής περιόδου, καλή σκηνοθεσία, βατές ερμηνείες, στυλ και ατμόσφαιρα. Τεχνικά άρτια δηλαδή η ταινία, σεναριακά όμως χωλαίνει αισθητά και μοιάζει σαν ένα όμορφο, μάξι, βραδινό φόρεμα που μεταποιήθηκε σε μίνι φούστα περιπάτου. Η «θρυβώδης» φεμινίστρια, θεατρίνα, δημοσιογράφος και συγγραφέας Κολέτ, που προτάθηκε και για Νόμπελ Λογοτεχνίας της άξιζε καλύτερη μεταχείριση. Ο Ντόμινικ Γουέστ είναι απολαυστικός και η ωραία Κίρα Νάιτλι άρχισε ξανά να ψηλαφίζει τον διάδρομο για τον επόμενο, μεγάλο ρόλο που θα την οδηγήσει κάποια στιγμή στην τρίτη κατά σειρά υποψηφιότητα της για το βραβείο Όσκαρ.        

«Alpha»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Περιπέτεια εποχής
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλμπερτ Χιούς
  • Με τους: Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Γιοχάνες Χαουκούρ Γιοχάνεσον
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ευχάριστη, καλοφτιαγμένη ψηφιακά περιπέτεια για όλη την οικογένεια. Θέμα που ακολουθεί τα επιτυχημένα χνάρια του «Ασπροδόντη» και την σχέση του ανθρώπου με το βασίλειο των ζώων. Προσεγμένη παραγωγή, περιπέτεια, συναίσθημα και σκηνοθεσία με ρυθμό, ιδανική για να παρακολουθήσεις την πλοκή άνευ κούρασης και βαριεστιμάρας.

Το πανέμορφο τετράποδο που επιλέχθηκε για να υποδυθεί τον λύκο Alpha είναι ένα τσεχοσλοβάκικο λυκόσκυλο, που μπορεί να εκπαιδευτεί και μοιάζει πολύ στον πρόγονο του, τον λύκο. Η ράτσα αυτή δημιουργήθηκε την δεκαετία του ’50 από τον στρατό και είναι διασταύρωση γερμανικού ποιμενικού και του λύκου των Καρπαθίων, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες. Περιττό να προσθέσω, πως ο πεντάχρονος Τσακ είναι κούκλος και παίζει απίθανα, κλέβοντας τις εντυπώσεις. Στην σχέση του πρωταγωνιστή και του «λύκου» η παραγωγή έκανε θαύματα, καθότι όπου συμμετέχουν ζώα, και δη προϊστορικά, ως γνωστόν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, οπότε τον λόγο λαμβάνει η ψηφιακή τεχνολογία. Ο 22χρονος Αυστραλός πρωταγωνιστής Κόντι Σμιτ-ΜακΦι (τον είδαμε στον «Δρόμο» στον ρόλο του πιτσιρικά γιου του Βίγκο Μόρντενσεν το 2009), εδώ υποδύεται τον Κέντα, τον νεαρό, φιλόζωο, γιο του αρχηγού της φυλής, που ήρθε η στιγμή να ενηλικιωθεί ακολουθώντας τους πολεμιστές στο ετήσιο σκληρό κυνήγι για να φέρουν τροφή στον καταυλισμό πριν τον χειμώνα.

Στο ολιγόλογο σενάριο, καθότι το σημείο στήριξης της ταινίας είναι η επικοινωνία του νεαρού με τον λύκο, η παραγωγή έπρεπε να βρει μια διάλεκτο που να είναι άγνωστη και να έχει κάποια επαφή με την παλαιοιστορία της Ευρώπης του 20.000 π.χ. και τους Κρο Μανιόν. Λόγω έλλειψης φυσικά κάποιου αρχείου της γλώσσας αυτής, η παραγωγή απευθύνθηκε σε μία ομάδα ανθρώπων που έχει δημιουργήσει γλώσσες για το «Game of Thrones», το «Avatar», το «Superman». Χρειάστηκαν τέσσερις μήνες σκληρής δουλειάς και τελικά επινοήθηκε μία λειτουργική γλώσσα με λεξιλόγιο 500 λέξεων. Οι ηθοποιοί πήραν από ένα εγχειρίδιο με φωνητικές οδηγίες, έκαναν μαθήματα, το έριξαν στην μελέτη για να μάθουν τη γλώσσα όχι και τόσο επιτυχημένα, βέβαια, αλλά δεν είναι το ζητούμενο. Η φωτογραφία εκπληκτική, καθώς ο φυσικός διάκοσμος της ταινίας είναι από τοπία του Καναδά και από το «Πάρκο των Δεινοσαύρων», ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομίας της Unesco, εκεί που έχουν ανακαλυφθεί 150 πλήρεις σκελετοί δεινοσαύρων, χρονολογημένοι στα 75 εκατομμύρια χρόνια πριν.

Στην Ευρώπη του 20.000 π.Χ., μετά το τέλος των παγετώνων, ο νεαρός Κέντα, αφού περνάει την δοκιμασία της λόγχης είναι έτοιμος να ακολουθήσει μαζί με τον αρχηγό και πατέρα του τους καλύτερους της φυλής του στο ετήσιο κυνήγι για την εξασφάλιση της τροφής. Κατά την διάρκεια της επικίνδυνης θήρευσης, ο Κέντα τραυματίζεται και πέφτει σε ένα χάσμα που δεν είναι προσβάσιμο. Τον θεωρούν νεκρό, ο σκληρός πατέρας του στεναχωριέται για την απώλεια, τον αφήνουν και μόλις τελείωσαν το κυνήγι έφυγαν. Ο νεαρός είναι ζωντανός, μόνος και πρέπει να μάθει να επιβιώνει μόνος του στην άγρια φύση. Εξημερώνει έναν λύκο που τραυμάτισε ο ίδιος και τον έχει εγκαταλείψει η αγέλη του, κι έτσι μαθαίνουν να στηρίζονται ο ένας στον άλλον. Γίνονται γρήγορα σύμμαχοι και αντιμετωπίζουν αμέτρητους κινδύνους και δυσκολίες για να επιστρέψουν στους δικούς τους, πριν αρχίσει ο χειμώνας.

Ο 46χρονος, Αμερικανός παραγωγός και σκηνοθέτης Αλμπερτ Χιούς, έπειτα από το κινηματογραφικό του ντεμπούτο «Ο Εκλεκτός» (The Book of Eli – 2010) με τον Ντένζελ Γουάσινγκτον, ταινία που την σκηνοθέτησε παρεάκι με τον αδελφό του Άλεν, γνωστοί και ως Χιούζ Μπράδερς, άνευ αδελφού αυτή την φορά κατασκευάζει τον «Alpha». Έντιμο παιδικό concept, που θα λειτουργήσει στον διάδρομο που ανοίγεται σιγά σιγά προς Χριστούγεννα μεριά. Ε, μαζί με τα δεκάχρονα μπορούν να την δουν και οι μπαμπάδες «νταντάδες».         

«Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The House that Jack Built)

 

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Λαρς φον Τρίερ
  • Με τους: Ματ Ντίλον, Μπρούνο Γκανς, Ούμα Θέρμαν, Ράιλι Κίο
  • Διάρκεια: 155’ 
  • Διανομή: Seven Films

Έπρεπε από κάπου να πιάσω το νήμα. Από το τέλος, από την αρχή ή από την μέση για να ξεκινήσω. Όχι, το νήμα δεν είναι καθόλου μπερδεμένο, ούτε κουβαριασμένο. Είναι απλωμένο στρωτά, σχηματικά, αλληγορικά, έχει καμπύλες, ευθείες, γωνίες, επίπεδα. Αναζητάει όμως ένα δικό σου σημείο εκκίνησης, αυτό που ταιριάζει καλύτερα στην ιδιοσυγκρασία σου, από την στιγμή που αποδέχεσαι την σκέψη του, για να ξεκινήσεις. Μοιάζει με μάντραμ, αυτές τις επαναλαμβανόμενες προσευχές, που δίνουν παλμό στον προσωπικό σου διαλογισμό για να κατανοήσεις την υπερδύνηση της σύγχρονης ανθρωπότητας, για να διαβάσεις καλύτερα τον πίνακα της άρνησης που εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει αιώνες τώρα, για να μην γλιστρήσεις στα ματωμένα, βραχώδη σκαλοπάτια και κομματιαστείς. Είναι μια ολόκληρη ιστορία αυτό το θέμα και έχει να κάνει με τον εγκληματία, τον «κοντό» ή τον «ψηλό» άνθρωπο, το νοσηρό μυαλό και την απανθρωπιά της σκέψης μας. Ο καθρέπτης του άθλιου ανθρώπου, που εγκληματεί καθημερινά. Μια τέτοια αρχή χρειαζόμουν για την πολλαπλή ανάγνωση της καινούργιας ταινίας του Δανού «προβοκάτορα» και «εμπρηστικού» Λαρς φον Τρίερ.

Η αλήθεια είναι, ότι με βασάνισε αρκετά.

Αρχικά την κοίταξα από το μεγάλο παράθυρο της βεράντας και ανατρίχιασα με τα ειδεχθή εγκλήματα φάτσα κάρτα. Κατόπιν στήθηκα αθόρυβα στην λεπτή χαραμάδα της πόρτας, μεταμορφώθηκα σε σκοπόφιλος για να παρατηρήσω το ανθρωπο-τέρας να κατακρεουργεί ψυχρά, τελετουργικά γυναίκες. Σκιάχτηκα, ρε γαμώτο! Κατέληξα να τοποθετήσω λαίμαργα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα και απενοχοποιημένα να συλλάβω το δαιμονικό του θέματος και μαζί του να φωτογραφίσω έναν «απατεώνα» σκηνοθέτη. Το πρώτο με φυλάκισε, ενώ το δεύτερο το χρησιμοποίησα ως ανάθεμα και αφορισμό για να τον πετάξω μακριά από το μυαλό μου.

Τον χαρακτήρισα εξαιρετικό σκηνοθέτη και μεγάλο «απατεώνα» για να προστατευθώ. Από τι όμως; Να προστατευθώ από εσένα που είσαι δίπλα μου και καθημερινά ταΐζεις με πτώματα ζώων την ύπαρξη σου, που δεν τα δολοφόνησες εσύ, αλλά κάποιος άλλος, εσύ όμως τα τρως τελετουργικά μαγειρεμένα, όπως με κάποιο τελετουργικό τρόπο τα εξόντωσε κάποιος για να τραφείς εσύ. Κι αυτό δεν σε νοιάζει, βέβαια, δεν σε ταράζει εφόσον πρόκειται για την τέρψη των ορέξεων σου. Ονοματίζεις το ζώο ως τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου και όχι μόνο το δολοφονείς, αλλά το τρως. Υψίστου μεγέθους διαστροφή. Να προστατευθώ κι από εμένα, τον εαυτό μου, που είμαι ένας κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνος σε κάθε βήμα της πορείας μου στην Γη. Κρίνω και σκοτώνω καθημερινά ανθρώπους με συνοπτικές διαδικασίες. Νομίζεις ότι διαφέρει από την ματωμένη, ανθρώπινη σάρκα, που ξεψυχά από τρόμο και πόνο; Θαρρείς, πως απέχει ενεργειακά η σκέψη από την πράξη; Τα ίδια ακριβώς είναι. Δεν μπορεί να είσαι κτήνος στην σκέψη και άγγελος στην πράξη ή αντιστρόφως.

Σε ενοχλεί ο βίαιος, ανθρώπινος θάνατος ή η θέα του αίματος, η ενέργεια του τεμαχισμού ενός σώματος; Γιατί ενοχλείσαι; Ρίξε μια ματιά από ψηλά, εάν έχεις το θάρρος φυσικά, και παρατήρησε αντικειμενικά τι έχουμε κατασκευάσει ως ανθρώπινα όντα. Ένα απίστευτου κάλλους, τεραστίων διαστάσεων οικοδόμημα άρνησης και θανάτου σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί, λοιπόν, να σε τρομάζει ο serial killer Τζακ και να σου προκαλεί αηδία όταν κόβει ήρεμα και απαθώς με το ακονισμένο μαχαίρι του το βυζί της όμορφης κοπέλας για να το μεταμορφώσει σε πορτοφολάκι; Εσύ, κόβεις τα αρχίδια του γιού σου, τεμαχίσεις την αξιοπρέπεια της θυγατέρας σου, τους καθιστάς ευνούχους και νωθρούς της ζωής, μαμόθρευτα, αθεράπευτους εγωιστές, άβουλα, αδρανή πλάσματα και απαιτητικούς καλοπερασάκηδες.

Αυτό δεν είναι έγκλημα κατά συνείδηση και κατά συρροή; Γιατί να σου προκαλεί απέχθεια ο τρόπος που ακυρώνει την ανθρώπινη ζωή ο Τζακ και τον αποκαλείς σχιζοφρενή, τέρας και εγκληματία; Έχεις δει τον εαυτό σου πως μεταμορφώνεται όταν ωρύεσαι, ψεύδεσαι, αδικείς, κάνεις σαν τρελός, κλέβεις, φορτώνεις από έπαρση, οργανώνεις πολέμους, πατάς τον άλλον για να επιβιώσεις, για να επιβεβαιωθείς, για να κάνεις την πλάκα σου;  Και τέρας και σχιζοφρενής και εγκληματίας είσαι.

Ο ψυχρός Τζακ, αυτό το ανθρώπινο, άδειο από συναισθήματα κέλυφος είναι εγώ και εσύ. Καμιά διαφορά δεν έχουμε. Είμαστε ακριβώς οι υποχόνδριοι μηχανικοί και συνάμα οι ερασιτέχνες αρχιτέκτονες, όπως κι εκείνος, της ανθρώπινης σήψης σε καθημερινή βάση, που το οικοδόμημα μας είναι νοσηρό και ποτέ δεν τελειώνει. Αθόρυβοι και πειθαρχημένοι στο έργο μας όπως και εκείνος, αλλά τα μάλα αποτελεσματικοί και κοινωνικά αποδεκτοί.

Αυτή είναι η άκρη που επιλέγω να πιάσω, ώστε να τακτοποιήσω μέσα μου την ταινία του Τρίερ, που αρχικά τον πέρασα γενεές δεκατέσσερις, τον λοιδόρησα, θύμωσα μαζί του και τον κακολόγησα για το τερατούργημα που κατασκεύασε. Αυτό το επιτοίχιο ταπισερί της ανθρώπινης πτώσης, το πλεγμένο ακομπλεξάριστα, το απαλλαγμένο από μικροαστισμούς, που η κάθε του βελονιά του είναι ένα φιλοσοφικό μοιρολόι, άλλοτε βαθύ και σπαρακτικό, άλλοτε επιφανειακό και ακραίο. Ναι, αυτό το αριστούργημα!

Βρισκόμαστε κάπου στις Η.Π.Α., άγνωστο που και δεν μας ενδιαφέρει, την δεκαετία του ’70. Παρακολουθούμε τον εξαιρετικά ευφυή μηχανικό Τζακ (Ματ Ντίλον – καταπληκτικός!) για ένα χρονικό διάστημα, περίπου 12 ετών και γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες των πέντε δολοφονιών – οροσήμων που διέπραξε, οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξή του ως κατά συρροή δολοφόνο. Βλέπουμε τα τεκταινόμενα από την οπτική γωνία του Τζακ. Ενός ανθρώπου που ισχυρίζεται, πως από μόνη της η κάθε δολοφονία είναι ένα έργο τέχνης. Όταν η αστυνομία άρχισε να βρίσκεται στα ίχνη του και να τον πλησιάζει, ο Τζακ λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το απόλυτο έργο τέχνης.Τι; Αυτό που επιθυμεί ο κάθε μικροαστός: Ένα σπίτι.

Στην πορεία ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις περιγραφές του Τζακ για την προσωπική του κατάσταση, τα προβλήματα και τις σκέψεις του, το παρελθόν του, τις εμμονές του μέσα από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μια συζήτηση η οποία λαμβάνει χώρα περιοδικά με τον, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Βερτζ – Βιργίλιος δηλαδή (Μπρούνο Γκανζ – πολύ καλός), που για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν τον βλέπουμε. Ένα γκροτέσκο μείγμα σοφίας που αναμιγνύεται με μια σχεδόν παιδική αυτολύπηση και ψυχοπαθητικές εξηγήσεις.

Άφοβος, τολμηρός καθόλου προσεκτικός, άψογος σκηνοθετικά, ο Δανός Λαρς φον Τρίερ στήνει στο ικρίωμα τον ανθρώπινο πολιτισμό, παλαιότερο και νεώτερο, μέσα από το πρόσωπο ενός ψυχοπαθούς serial killer. Δεν είναι προκλητικός, μηδέ διδακτικός, περισσότερο αγανακτισμένος είναι και αυτή η αγανάκτηση μετουσιώνεται σε φοβία και η φοβία σε επίθεση με όπλο το μέσο που γνωρίζει άριστα να χειρίζεται: Να κάνει καλό σινεμά.

Αποχωρεί από τον ανθρωποκεντρισμό και τις ψυχονοητικές ασθένειες των προηγούμενων ταινιών του και βάζει έναν άνθρωπο, ευφυή και βαθύτατα «προβληματικό» να νοικοκυρέψει την νοσηρότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και να την μετατρέψει σε τέχνη. Ο φακός του Τρίερ είναι όπως η πένα του μυστικιστή, ποιητή και εικαστικού Γουίλιαμ Μπλέικ: Τρομακτική, αφοριστική, προφητική. Όλη η ταινία είναι μια κατάβαση στο φιλοσοφικό έρεβος, όπου στα ενδιάμεσα των τρομερών φόνων, ικανά να σε αποτριχώσουν κυριολεκτικώς, διαπρέπει ο αφηγηματικός διάλογος άλλοτε ως άλλοθι των πράξεων του Τζακ και άλλοτε ως τεκμηριωμένη άποψη, αποκάλυψη και λύτρωση μπροστά στο καθαρτήριο, όπως αυτό που περιγράφει ο Δάντη Αλιγκέρι. Η άθλια ζωή των ανθρώπων επί ξύλου κρεμάμενη βρίσκεται σε κρίση, αυτή την φορά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Το βασίλειο της ανθρωπότητας διαμελίζεται. Κινδυνεύει η ζωή σου και φωνάζεις σπαρακτικά τους γείτονες για βοήθεια και ουδείς ασχολείται για να σωθείς. Το πεδίο ελεύθερο για τους δαίμονες και τα έργα τους, που θέλουν ένα κατάλυμα θανάτου γιατί αυτό αξίζει ο σημερινός άνθρωπος. Ο Δανός σκηνοθέτης τεχνικά αποδομεί όλη την ιστορία των serial killers και φτιάχνει ένα νέο είδος, διαφορετικό από όλους τους προηγούμενους, που δεν τον ενδιαφέρει ο θάνατος, αλλά η τέχνη της ζωής, η δική του νεκρή φύση, το natura morta από δολοφονημένα, άχρηστα, φοβισμένα, ανθρώπινα κορμιά και όχι από αθώα, σκοτωμένα ζώα ζωγραφισμένα σε πίνακες.

Κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό, τον ευχαριστεί για την ξαφνική καταιγίδα, όταν το νερό της βροχής καθαρίζει τον δρόμο από το αίμα της τελευταίας του σφαγής. Ο Ματ Ντίλον στον πιο δυνατό ρόλο της καριέρας του και ο Τρίερ σε ένα ορατόριο για γερές σκέψεις. Αν είναι ακραία η ταινία με τις τρομερές σκηνές των δολοφονιών; Ναι είναι, πολύ ακραίες. Ε, και; Αυτό σε ενοχλεί; Ο ρεαλισμός και η έκφραση του θανάτου, που πηγάζει από την ψυχοπάθεια σε ταράζει; Το ότι είσαι στημένος νυχθημερόν στην τηλεόραση και βλέπεις τον δηλητηριασμένο λαϊκισμό να σε δολοφονεί τελετουργικά, υπομονετικά μέρα με την ημέρα δεν ενοχλείσαι;  

Προπηλάκισαν τον σκηνοθέτη στο φεστιβάλ των Κανών τα σοκαρισμένα στρουθία και οι ταραγμένοι από το θέαμα θεατές, ξέρετε η γνωστή, νοσηρή κάστα της 7ης Τέχνης των ειρωνικών σχολίων, της δηθενιάς και του μη μου άπτου, για το πως διαχειρίστηκε ο Τρίερ την ανθρώπινη ύπαρξη και το σώμα στην ταινία. Τον αποκάλεσαν, προχειρολόγο, φασίστα και υβριστή. Κρίνουν την ακίδα στο μάτι του Δανού, παραβλέποντας το δοκάρι στον οφθαλμό τους. Αυτός είναι ο στρουθοκαμηλισμός μας, η πτώση μας. Σήμερα ο Λαρς φον Τρίερ χλευάζεται ως παράφρων, αύριο όμως θα τιμάται ως ιδιοφυία.