fbpx

«Καρουζέλ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Körhinta)

 

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ουγγαρία (1955) σε πλήρη ψηφιακή αποκατάσταση 4Κ από το εργαστήριο Magyar Labor των Ουγγρικών αρχείων κινηματογράφου
  • Σκηνοθεσία: Ζόλταν Φάμπρι
  • Με τους: Μάρι Τέρετσικ, Ίμρε Σόος, Άνταμ Σίρτες, Μπέλα Μπάρσι, Μάνι Κις
  • Διάρκεια: 90΄
  • Διανομή: Carousel Films

Ο Ίστβαν, γαιοκτήμονας, αποχωρεί από την κολλεκτίβα των αγροτών και απαγορεύει στην κόρη του Μάρι να βλέπει τον Μάτε, αγαπημένο της και υπέρμαχο του συνεταιρισμού.

Ο Μάτε αντιδρά αλλά κι η Μάρι δεν αποδέχεται τα σχέδια που έχει γι’ αυτήν ο πατέρας της. Η χειραφέτησή της συγκλονίζει την οικογένειά της, ενώ οι συγκρούσεις με αφορμή την κολλεκτιβοποίηση κορυφώνονται.

Το Φεστιβάλ Καννών του 1956 σημαδεύτηκε από ένα πρωτοφανές συμβάν: Ένας νεαρός κριτικός των Cahiers du Cinema, προκάλεσε επεισόδιο κατά τη διάρκεια της απονομής, εξοργισμένος για την άδικη, μη βράβευση ενός φιλμ και της πρωταγωνίστριάς του. Η διαμαρτυρία του ήταν τόσο έντονη που το φεστιβάλ του απαγόρευσε την είσοδο και για την επόμενη χρονιά. Ο κριτικός ονομαζόταν Φρανσουά Τρυφό, η ταινία για την οποία διαμαρτυρήθηκε ήταν το «Καρουζέλ» του Ζόλταν Φάμπρι και η πρωταγωνίστριά του Μάρι Τέρετσικ.

Ένα πραγματικό αριστούργημα της 7ης Τέχνης που βάζει το ουγγρικό σινεμά στον χάρτη. Για πρώτη φορά σε ταινία του ανατολικού μπλοκ, η εστίαση αποσπάται από την ταξική σύγκρουση, το στυλιζάρισμα και η αφήγηση ξεπερνούν τα στερεότυπα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για την έκρηξη του ουγγρικού «Νέου Κύματος» που θα ακολουθούσε λίγα χρόνια μετά αναδεικνύοντας στη συνέχεια στο κινηματογραφόφιλο κοινό την σπουδαία σχολή των Μαγυάρων σκηνοθετών (Γιαν Καντάρ, Μπέλα Ταρ, Ίλντικο Ενιέντι).

Το «Καρουζέλ» εισάγει μοντέρνους αφηγηματικούς κανόνες και στυλ, διαθέτοντας δυο σκηνές ανθολογίας του παγκόσμιου σινεμά: την εξαιρετικά πολύπλοκη τεχνικά σκηνή του Καρουζέλ, μια από τις πρώτες σκηνές που η αιώρηση αποδίδεται με τέτοια αληθοφάνεια, όπου ο διευθυντής φωτογραφίας, ο Μπάρναμπας Χέγκι μένει στην ιστορία, αλλά και την σκηνή του χορού, ένα αριστούργημα του μοντάζ με 77 cut σε δυο λεπτά. Παράλληλα, ο Ζόλταν Φάμπρι (15 Οκτωβρίου 1917 – 23 Αυγούστου 1994) εγκαινιάζει την αφήγηση μέσω ενδιάμεσων φλας μπακ που θα εξελίξει αργότερα και θα γίνει σήμα κατατεθέν του.

Ο Φάμπρι, έπειτα από εξαντλητικό κάστινγκ, επέλεξε την δεκαοχτάχρονη Μάρι Τέρετσικ, θεατρική ηθοποιό στα πρώτα της βήματα, πρωτόβγαλτη τότε στο σινεμά. Στο πλευρό του καταξιωμένου Ίμρε Σόος, η Τέρετσικ έλαμψε σε κάθε σκηνή, έγινε το «πρόσωπο» της ταινίας και ξεκίνησε μια τεράστια καριέρα που φτάνει ως τις μέρες μας με πάνω από εκατό φιλμ στο ενεργητικό της και συνεργασίες με όλα τα ιερά τέρατα του Ουγγρικού σινεμά.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε το 1957 με τον τίτλο: «Τίποτα δεν Σβήνει τον Πόθο».

Μοναδικές ερμηνείες σε μια έξοχη κινηματογραφική γραφή. Μην την χάσετε!!!

«Τσάι με τις Κυρίες»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Tea with the Dames)         

 

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ρότζερ Μισέλ
  • Με τους: Aϊλίν Άτκινς, Τζούντι Ντεντς, Τζόαν Πλοουράιτ, Μάγκι Σμιθ
  • Διάρκεια: 83’
  • Διανομή: Neo Films

Κατά καιρούς, τέσσερις παλιές φίλες, όλες τους εξαίσιες ηθοποιοί, συναντιούνται στην αγγλική ύπαιθρο και συζητούν, θυμούνται και γελούν. Αυτή τη φορά, άφησαν τις κάμερες να τις κινηματογραφήσουν.

Η ταινία ντοκιμαντέρ είναι ένας ξεχωριστός εορτασμός των ζωών και των επαγγελματικών σταδιοδρομιών τεσσάρων κινηματογραφικών ειδώλων της Αγγλίας. Της Άιλιν Άτκινς, της Τζούντι Ντεντς, της Τζόαν Πλοουράιτ και της Μάγκι Σμιθ. Και οι τέσσερις κατάφεραν να μετατραπούν από αρχάριες ηθοποιοί της δεκαετίας του ’50 σε κινηματογραφικές «γαλαζοαίματες». Παρακολούθησαν τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες τους να μεγαλώνουν και να ακμάζουν και γιόρτασαν τα σκαμπανεβάσματα της ζωής μαζί.

Σκηνοθετημένη από τον Νοτιοαφρικανό Ρότζερ Μισέλ (Μια Βραδιά στο Νότινγκ Χιλ), τούτο το ντοκιμαντέρ, προσκαλεί τους θεατές να περάσουν χαλαρά και άνετα 83 λεπτά με αυτές τις «θρυλικές» κυρίες του αγγλικού θεάτρου και του σινεμά.

Με άνεση συνομιλούν, μεταξύ τυριού και αχλαδιού, άντε και σαμπάνιας, για τις ζωές τους τότε και τώρα, τις εμπειρίες τους στο θέατρο, στην τηλεόραση και στο σινεμά, σχολιάζουν τους γάμους τους με το γνωστό, αγγλικό χιούμορ και τις αναμνήσεις που έχουν από τότε που ήταν νέες μέχρι σήμερα, καθώς αναπολούν τα χρόνια που έζησαν με τη σοφία της ηλικίας τους.

Ο Ρότζερ Μισέλ απλά κινηματογραφεί τις αυθόρμητες, πνευματώδεις συζητήσεις τους και όλο το concept μοιάζει με εκείνες τις επιτυχημένες, τηλεοπτικές εκπομπές της Σεμίνας Διγενή στην κρατική τηλεόραση της δεκαετίας του ογδόντα, που σε ένα στρογγυλό τραπέζι διάφορες διασημότητες από τον χώρο των Τεχνών μιλούσαν για τις ζωές και τα έργα τους.

Ε, για την μεγάλη οθόνη χρειαζόταν το κάτι τις περισσότερο από αυτή την κοζερί των σπουδαίων κυριών με τα εβδομήντα χρόνια θητεία στο θεατρικό πάλκο των ερμηνειών και των σπουδαίων ταινιών.   

«Ο Πρίγκιπας του Καρτέλ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Driven)   

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Πόρτο Ρίκο, Ηνωμένο Βασίλειο, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νικ Χαμ
  • Με τους: Λι Πέις, Τζέισον Σουντέκις, Έριν Μοριάρτι, Τζούντι Γκριρ, Κόρεϊ Στολ
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ο Τζιμ Χόφμαν (Τζέισον Σουντέκις) είναι ένας μέσος οικογενειάρχης, πατέρας δύο παιδιών που εργάζεται σκληρά ως πιλότος και περιστασιακό  βαποράκι. Όταν ο Τζιμ συλλαμβάνεται  κατά την διάρκεια των οικογενειακών του διακοπών να εισάγει κοκαΐνη στις ΗΠΑ, ο φιλόδοξος πράκτορας του FBI Μπένεκτιτ Τζ. Τίσα (Κόρεϊ Στολ) το βλέπει σαν μια ευκαιρία να κερδίσει μία τεράστια επιτυχία για την Υπηρεσία χρησιμοποιώντας τον Τζιμ για να παγιδεύσει τον προμηθευτή του.

Έτσι ο Τζιμ στρατολογείται, μετακομίζει στο Σαν Ντιέγκο και γίνεται  το «καρφί» του FBI. Εκεί θα βάλλει στην άκρη τα καθήκοντα του όταν γνωρίσει τον διάσημο γείτονα του, τον μηχανικό αυτοκινήτων και σχεδιαστή, Τζον ΝτεΛόριαν (Λι Πέις).

Σύντομα μπαίνει στον κύκλο του ΝτεΛόριαν γοητευμένος από  το όραμα του να φέρει την επανάσταση στην αμερικάνικη αυτοκινητοβιομηχανία.

Όταν όμως το όνειρο του ΝτεΛόριαν καταλήγει σε αποτυχία και ο πράκτορας Τίσα βρίσκεται πολύ κοντά στην σύλληψη του, ο Τζιμ άξαφνα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άντρες που θέλουν απελπισμένα να πετύχουν.

Η Αμερική των σέβεντις ξανά μπροστά στον κινηματογραφικό φακό, αποτυπώνοντας αυτή την φορά – εκτός της κολομβιανής εισβολής των ναρκωτικών που έσπασε το ασιατικό καρτέλ και έκανε τις διωκτικές αρχές να χάσουν τα αυγά και τα πασχάλια – , την ιστορία μιας σημαντικής μορφής από τον χώρο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας. Ένα από τα μεγάλα αφεντικά της Τζένεραλ Μότορς που αποφάσισε να αυτονομηθεί, σχεδιάζοντας και κατασκευάζοντας παράλληλα το αμερικανικό όνειρο για ένα exotic car, πέρα των συνηθισμένων, τετράτροχων υπνοδωματίων που οδηγούσαν στα χάιγουεϊς τα αμερικανάκια. Ο μηχανικός Τζον ΝτεΛόριαν ήταν πραγματικά ο «πρίγκιπας» του Ντιτρόιτ, ο εμπνευστής και ο σχεδιαστής πολλών μοντέλων αυτοκινήτων που άφησαν εποχή στην ιστορία των τεσσάρων τροχών.

Τέτοιου είδους οραματιστές, όπως ο Τζον ΝτεΛόριαν δεν χωρούν στην ήδη κατεχόμενη αμερικανική βιομηχανία των «Τριών Αδελφών» (Big Three), που είναι η Τζένεραλ Μότορς, η Φορντ Μότορ Κόμπανι και η Κράισλερ, σημερινή Fiat Chrysler Automobiles US. Θυμηθείτε την εκπληκτική ταινία με τον Τζεφ Μπρίτζες «Τάκερ: Ο Άνθρωπος και το Όνειρο του» (Tucker – 1988) του Φράνσις Φορντ Κόπολα, τον πόλεμο που δέχθηκε ο κατασκευαστής αυτοκινήτων Πρέστον Τάκερ από τις «τρεις μεγάλες αδελφές» για να μην βγει σε παραγωγή το αυτοκίνητο του.

Ο 62χρονος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Νικ Χαμ («Η Τρύπα», «Ο Ψίθυρος των Αγγέλων», «Σκοτώνοντας τον Μπόνο», που προβλήθηκε μόνο στο φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας), το ίδιο μετριοπαθής στα αντανακλαστικά του και εντελώς έξω από τα χωρικά ύδατα της θεματολογίας του, ασχολείται επιδερμικά με μια υπόθεση, που συγκλόνισε το παραγωγικό σύμπαν του αυτοκινήτου στην Αμερική προς τα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα, προσπαθώντας να ρίξει φως στο παρασκήνιο αυτής της ιστορίας. Δεν τα καταφέρνει και διασημότητες, ναρκωτικά, χλιδή, άνθρωποι με πραγματικά οράματα, διωκτικές αρχές, πληροφοριοδότες και σκάνδαλα μιας σημαντικής δεκαετίας πετιούνται όπως όπως στο μπλέντερ για να κτυπηθούν με βιάση, καταλήγοντας σε ένα άγευστο, χλιαρό κοκτέιλ, που έχει μεν ατμόσφαιρα αλλά όχι ψυχή και σώμα.

Για την ιστορία και τους κινηματογραφόφιλους, πάντως, να αναφέρουμε, πως το αυτοκίνητο που κατασκεύασε ο Τζον ΝτεΛόριαν (6 Ιανουαρίου 1925 – 19 Μαρτίου 2005) το θρυλικό σπορ DeLorean με τις πόρτες φτερά και έγινε η αιτία να πτωχεύσει η εταιρεία του, αφού τον ανακάτεψαν σε υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών (αθωώθηκε πανηγυρικά το 1984), είναι το αυτοκίνητο που «πρωταγωνιστεί» στην blockbuster τριλογία των έιτις σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Ζεμέκις «Επιστροφή στο Μέλλον» (Back to the Future – 1985) με πρωταγωνιστή τον νεαρούλη, τότε, Μάικλ Τζ. Φοξ.

Περιμένουμε τα καλύτερα για το αυτοκίνητο, εκεί κάπου τον Νοέμβριο 2019 στη βιογραφική ταινία του σκηνοθέτη Τζέιμς Μάνγκολτ «Κόντρα σε Όλα» (Ford v Ferrari), που πραγματεύεται την συνεργασία του Αμερικανού σχεδιαστή αυτοκινήτων Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον) και του οδηγού αγώνων Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ), ρίχνοντας το 1966 στις πίστες το αγωνιστικό Φορντ για να κτυπήσουν την κυριαρχία της Φεράρι στον εικοσιτετράωρο αγώνα αντοχής, Λε Μαν.    

«Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Soleil Rouge / The Red Sun)       

 

 

  • Είδος: Γουέστερν περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία (1971) σε επανέκδοση με νέα ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Τέρενς Γιανγκ
  • Με τους: Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν, Τοσίρο Μιφούνε, Ούρσουλα Άντρες, Τζιάν Μαρία Βολοντέ, Καπισίν
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Προβολή της ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Ώρα προβολής: 23.00 Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Αστέρι» (Ίλιον) – Ώρες προβολής: 21:00 και 23:00 – Σινέ «Φλέρυ» (Καλλιθέα) – Ώρα προβολής: 23.00

Ο ληστής Λινκ Στιουάρτ (Τσαρλς Μπρόνσον) συνεταιρίζεται με τον Γκος (Αλέν Ντελόν) για να ληστέψουν ένα τρένο. Στο τρένο όμως, από το Σαν Φρανσίσκο προς την Ουάσιγκτον ταξιδεύει και ο νέος Ιάπων πρεσβευτής, με τους σαμουράι- σωματοφύλακες του και ένα πανάκριβο, χειροποίητο χρυσό σπαθί, δώρο προς τον Προεδρο των Η.Π.Α.

Ο Γκος όμως, αφού επιδοθεί σε μία τεράστια σφαγή στο τρένο, σκοτώνει τον ένα από τους δύο σωματοφύλακες, αλλά ο άλλος, Κουρόντα (Tοσίρο Μιφούνε) ορκίζεται εκδίκηση, δίνοντας στον εαυτό του προθεσμία 7 ημερών για να πάει το σπαθί πίσω στον Ιάπωνα πρέσβη, διαφορετικά θα προχωρήσει σε Σεπούκου (χαρακίρι), ως την ένδειξη αποτυχίας του.

Ο Άγγλος σκηνοθέτης των τριών πρώτων κινηματογραφικών περιπετειών του πιο διάσημου πράκτορα της μεγάλης οθόνης, του Τζέιμς Μποντ, ο γεννημένος στην Σαγκάη της Κίνας, Τέρενς Γιανγκ («Δόκτωρ Νο», «Από την Ρωσία με Αγάπη», «Επιχείρηση Κεραυνός»), βουτάει στα ξεροτόπια της άγριας Δύσης και των κολτ, με πυξίδα την μόντα των σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, χρησιμοποιώντας ένα διεθνές καστ από ανατολή και δύση, δίνοντας όμως μια ιδιαίτερη, κινηματογραφική αίσθηση στην ιστορία του συγγραφέα και μετέπειτα σεναριογράφου, Λάρντ Κέινογκ («Γραμμή Αίματος» – 1979).

Με εμφανή τα στοιχεία της ταινίας του Λεόνε «Ο Καλός, Ο Κακός και ο Άσχημος» του 1966, ως έμπειρος σκηνοθέτης στο περιβάλλον της δράσης, ο Τέρενς Γιάνγκ (20 Ιουνιου 1915 – 7 Σεπτεμβρίου 1994), προσφέρει την δική του πνοή στους τρεις βασικούς χαρακτήρες της ταινίας (Τσαρλς Μπρόνσον, Αλέν Ντελόν και Τοσίρο Μιφούνε, αντιστοίχως), τοποθετώντας την «Μονομαχία στον Κόκκινο Ήλιο» μπορεί όχι στα κορυφαία γουέστερν, αλλά σίγουρα στα κλασικά του είδους.

Η ταινία καθιέρωσε τον Τσάρλς Μπρόνσον σταρ πρώτου μεγέθους στην χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου και ο σκηνοθέτης Τζον Χιούστον την κατέταξε στα τρία καλύτερα του γουέστερν μαζί με την «Άμαξα της Αγωνίας» («Stagecoach» -1939) και «Το Κόκκινο Ποτάμι» («Red River» – 1948).

Για την χρωματική της κινηματογραφικής ιστορίας – σημειολογίας να αναφέρουμε πρώτον, ότι η χημεία των δυο ηθοποιών: Ντελόν και Μπρόνσον είναι ήδη άριστα δοκιμασμένη από το «Αντίο Φίλε» («Adieu l’ Αmi» – 1968) του Ζαν Ερμάν, που έφτιαξε τους δυο ηθοποιούς σούπερ αστέρες και δεύτερον, ότι οι συμπρωταγωνιστές, ο Τσαρλς Μπρόνσον και ο σπουδαίος, Ιάπων Τοσίρο Μιφούνε έχουν κάτι κοινό. Ο μεν Μιφούνε πρωταγωνιστεί στους θρυλικούς «7 Σαμουράι» του 1954 σε σκηνοθεσία του Ακίρα Κουροσάβα, ο δε Μπρόνσον στο αμερικάνικο remake της ταινίας του 1960 «Και οι Επτά Ήταν Υπέροχοι», του Τζον Στάρτζες.

Η μουσική της ταινίας, γραμμένη από τον αχώριστο συνθέτη του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιν, τον αισθαντικό Μορίς Ζαρ («Λόρενς της Αραβίας») είναι απλά απίθανη.      

«La Strada»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

  • Είδος: Δράμα (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία (1954) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Τζουλιέτα Μασίνα, Αντονι Κουίν, Ρίτσαρντ Μπέιζχαρτ
  • Διάρκεια: 104΄
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας – Αργυρός Λέοντας Φεστιβάλ Βενετίας – 3 Βραβεία της Ένωσης Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου
  • Προβολή Ταινίας: Σινέ «Βοξ» (Εξάρχεια) – Σινέ «Ζέφυρος» (Πετράλωνα) και Σινέ «Όασις» (Παγκράτι)

Η Τζελσομίνα (Τζουλιέτα Μαζίνα – απόλαυση!!!) ένα ονειροπαρμένο και καλοκάγαθο πλάσμα που βλέπει μόνο το καλό στους άλλους, πωλείται, κυριολεκτικώς λόγω φτώχειας, από τη μητέρα της στον Ζαμπανό (Άντονι Κουίν – καταπληκτικός!!!) έναν βάρβαρο, πλανόδιο καλλιτέχνη τσίρκου.

 Ο Ζαμπανό συμπεριφέρεται με το χειρότερο τρόπο στη Τζελσομίνα και δεν διστάζει να την απατήσει με άλλες γυναίκες. Έπειτα από μια έκρηξη βίας του Zαμπανό, η Tζελσομίνα αποφασίζει να δραπετεύσει. Σε ένα γειτονικό χωριό βλέπει την παράσταση ενός άλλου περιπλανώμενου, του ισορροπιστή «Il Matto», δηλαδή, του Tρελού (Pίτσαρντ Mπέιζχαρτ – υπέροχος!!!) και μένει έκθαμβη.

Ο Ζαμπανό όμως τη βρίσκει και την αναγκάζει να τον ακολουθήσει. Οι δυο τους πλέον αποτελούν μέλη του προσωπικού ενός τσίρκου. Στο ίδιο τσίρκο εργάζεται κι ο ισορροπιστής «Τρελός» που είχε μαγέψει τη Τζελσομίνα με τα ακροβατικά του.

Ο «Τρελός» θα βοηθήσει τη Τζελσομίνα να καταλάβει ότι αγαπά τον Ζαμπανό παρά τον βίαιό χαρακτήρα του, κι ότι εκείνος τη χρειάζεται. Στην  Τζελσομίνα θα δοθούν πολλές ευκαιρίες για να σπάσει τα δεσμά της και να ξεφύγει από τον τύραννο. Εκείνη, όμως, θα παραμείνει δίπλα του για να υπομείνει τις βίαιες του εκρήξεις.

Το αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι «La Strada», γνωστό στην χώρα μας με τον δακρύβρεχτο, μελό τίτλο «Πουλημένη απ’ τη Μητέρα της» παραγωγής 1954, καθιερώνει το είδος του νεορεαλιστικού σινεμά στα στασίδια της 7ης Τέχνης. Καθαρόαιμη δραματουργία, γροθιά στο μαχαίρι, που ο Φελίνι στήνει υπέροχα στην κάμερα.

Η ταινία αποτέλεσε την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του σκηνοθέτη, καθώς είναι αυτή που του χάρισε την διεθνή αναγνώριση, παρά το γεγονός ότι είχαν προηγηθεί «Οι Βιτελόνι» (I Vitelloni – 1953), η οποία όμως άργησε να λάβει τα εύσημα που της άξιζαν από το διεθνή τύπο.

Στον ρόλο της Τζελμονίνα με τα μεγάλα, αστραφτερά και μελαγχολικά μάτια πρωταγωνιστεί η ακαταμάχητη Τζουλιέτα Μασίνα, η σύζυγος του Φελίνι για πενήντα χρόνια, που πάνω της κρεμάστηκε όλη ταινία. Σκηνές που σου κόβουν την ανάσα και σκίζουν την καρδιά σου. Στο πεδίο των εσωτερικών συγκρούσεων η αιώνια μάχη των συναισθημάτων, του έρωτα και του μίσους, η καρατόμηση της αθωότητας και η απαλότητα της καλοσύνης να τυλίγουν σαν αέρινο πέπλο το βλέμμα και τις σκέψεις του θεατή.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, μάλιστα, εξέφρασε σοβαρό ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός κινούμενου σχεδίου βασισμένο στα χαρακτηριστικά της Τζελσομίνα, όπως, επίσης, υπήρχαν προτάσεις από κουκλοποιούς να κατασκευάσουν την Τζελσομίνα και να την διοχετεύσουν στο εμπόριο με το όνομα της.  «Θα μπορούσα να έχω ζήσει στην «Τζελσομίνα», τουλάχιστον, για είκοσι χρόνια», δήλωσε με χιούμορ ο Φελίνι.

Η καλόκαρδη Τζελσομίνα, όταν μαθαίνει από τον «Τρελό» να παίζει την τρομπέτα, την απολαμβάνουμε σε μια μοναδική, κινηματογραφική σεκάνς με την υπέροχα μελαγχολική μελωδία του «Travelling Down A Lonely Road» του Νίνο Ρότα. Ε, για τον μέγιστο συνθέτη, οι μελωδίες του στο περιβάλλον της ταινίας έγραψαν εποχή.

«Η Συμμορία των Σικελών»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Le Clan des Siciliens)       

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (1969) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια
  • Σκηνοθεσία: Ανρί Βερνέιγ
  • Με τους: Αλέν Ντελόν, Ζαν Γκαμπέν, Λίνο Βεντούρα, Αμεντέο Νατζάρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Bραβείο Επιτροπής Φεστιβάλ Καννών, 1957

Η μικρή και καλά οργανωμένη, σικελική φαμίλια των Μαναλέζε με αρχηγό τον Βιτόριο Μαναλέζε (Ζαν Γκαμπέν – καταπληκτικός!!!)  βοηθάει τον φυλακισμένο κακοποιό Ροζέρ Σαρτέ (Αλέν Ντελόν – απίθανος!!!) να δραπετεύσει, ώστε να τους βοηθήσει στη μεγάλη κλοπή διαμαντιών που σχεδιάζουν από μια έκθεση στην καρδιά της Ρώμης.

Ενώ η συμμορία οργανώνει το χτύπημα, ένας συνεργάτης τους από την Αμερική, ο Τόνι Νικόζια (Αμεντέο Νατζάρι – πολύ καλός) προτείνει να καταλάβουν το αεροπλάνο που θα μεταφέρει τα διαμάντια. Συγχρόνως, ο επιθεωρητής Λε Γκοφ (Λίνο Βεντούρα – ένας και μοναδικός!!!), που τους κυνηγάει μέχρι να τους πιάσει, έχει πληροφορηθεί τα σχέδιά τους, συνεργάζεται με το FBI για να τους συλλάβει πριν προσγειωθεί το αεροπλάνο. Έξυπνος ο αρχηγός της συμμορίας Βιτόριο αλλάζει το πρόγραμμα και όλα παίρνουν διαφορετική τροπή.  

Έχουν γραφτεί άπειρες σελίδες και έχουν χυθεί τόνοι μελάνης για το εξαιρετικό φιλμ «Η Συμμορία των Σικελών», που το άρωμα του μέχρι σήμερα είναι ανεξίτηλο και άφθαρτο. Απλά να αναφέρουμε, πως τρεις θρύλοι του παγκόσμιου σινεμά, τρία μεγαθήρια της 7ης Τέχνης (Γκαμπέν, Ντελόν και Βεντούρα) βρέθηκαν μαζί στην ταινία του μπριλάντε Γαλλο-αρμένιου σκηνοθέτη Ανρί Βερνέιγ (γεννημένος ως Ασότ Μαλακιάν στο Ροδοστό της Ανατολικής Θράκης: 15 Οκτωβρίου 1920 – 11 Ιανουαρίου 2002), μαρκάροντας ανεξίτηλα το είδος των γαλλικών, γκανγκστερικών φιλμς.

Ο βραβευμένος Ανρί Βερνέιγ, που από τον κινηματογραφικό του φακό πέρασαν όλοι οι γνωστοί, σπουδαίοι Γάλλοι ηθοποιοί της εποχής – ακόμα και ο Λουί Ντε Φινές, εκτός του Μπουρβίλ –, δικαίως χαρακτηρίστηκε «ο πιο Αμερικανός των Γάλλων σκηνοθετών». Η ταινία γυρίστηκε σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (Γαλλικά, Ιταλικά, Αγγλικά) με τους ίδιους πρωταγωνιστές.

Σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Γάλλου συγγραφέα γκανγκστερικών ιστοριών, Ογκούστ Λε Μπρεντόν (18 Φεβρουαρίου 1913 – 31 Μαΐου 1999), το φιλμ διακρίνεται από την αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Βερνέιγ, το σασπένς, την δράση δίχως εφέ και στο σφιχτό μοντάζ του Πιέρ Ζιλέτ. Μαφιόζικη ατμόσφαιρα με κώδικες στην καρδιά της νουβέλ βαγκ εποχής και ερμηνείες που έχουν γίνει σχολή μέχρι σήμερα, ρολάρουν αισθαντικά, απόλυτα κινηματογραφικά πάνω στις μουσικές του Ένιο Μορικόνε.

Υπ΄ όψιν, ότι από την συγκεκριμένη, πρωταγωνιστική τριανδρία, ηθοποιοί όπως ο Ζαν Γκαμπέν, ο Αλέν Ντελόν και ο Λίνο Βεντούρα δεν έχουν αντικατασταθεί τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ειδικά οι δυο μορφές, αυτή του Ζαν Γκαμπέν και του Λίνο Βεντούρα. Εάν δεν την έχετε δει, μην την χάσετε!   

«Έρωτας αλά Ιταλικά»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Little Italy)         

 

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Παραγωγή: Καναδάς, Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντόναλντ Πέτρι
  • Με τους: Έμα Ρόμπερτς, Χέιντεν Κρίστενσεν, Ντάνι Αγιέλο, Αντρέα Μάρτιν
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Spentzos Film

Στους δρόμους της «Μικρής Ιταλίας» του Τορόντο ανθίζει ο έρωτας. Η νέα, όμορφη σεφ Νίκη (‘Εμα Ρόμπερτς) επιστρέφει στην πατρίδα της για να ανανεώσει την Visa της και ξεκινάει μία σχέση με τον παιδικό της φίλο Λίο (Χέιντεν Κρίστενσεν), έναν μάγειρα ειδικό στην κατασκευή πίτσας, με όνειρο να φτιάξει κάποτε το δικό του εστιατόριο.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι γονείς τους έχουν ανταγωνιστικά εστιατόρια το ένα ακριβώς δίπλα στο άλλο και είναι θανάσιμοι εχθροί.

Ο έμπειρος στις ρομαντικές κομεντί Ντόναλντ Πέτρι («Έρωτας αλά Ελληνικά», «Πως να Χωρίσετε σε 10 Μέρες», «Miss… με το Ζόρι!», «Οι Γκρινιάριδες») εμφανώς κουρασμένος, καταπονημένος και αθεράπευτα «κολλημένος» στα ίδια και στα ίδια – τα σημεία κόπωσης είχαν ήδη παρουσιαστεί στον «Έρωτας αλά Ελληνικά» – κάνει μια επαναλειψούλα εφ΄ όλης της ύλης στα κλισέ του κινηματογραφικού είδους.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αποκαλύπτονται εν μέσω γαστρονομικών προτάσεων και ιταλικών εδεσμάτων και ο έρως ανάμεσά τους ευδοκιμεί από τις κόντρες και τις αντιρρήσεις των δυο οικογενειών. Πιο τετριμμένο δεν γίνεται. Πάντως ο Νεοϋρκέζος Ντόναλντ Πέτρι πρέπει να έχει ένα θέμα με την «αμαρτωλή» πίτσα, καθώς το 1988 το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη ξεκίνησε με την ταινία «Mystic Pizza» και πρωταγωνίστρια την νεαρά, 21χρονη τότε, Τζούλια Ρόμπερτς.      

«Χελς Κίτσεν: Οι Βασίλισσες του Εγκλήματος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Kitchen)     

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Αντρέα Μπερλόφ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Τίφανι Χάντις, Ελίζαμπεθ Μος
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Tanweer

Νέα Υόρκη, 1978. Τα 20 οικοδομικά τετράγωνα με τα ενεχυροδανειστήρια, τους οίκους ανοχής και τα διαβόητα μπαρ ανάμεσα στην 8η Λεωφόρο και τον ποταμό Χάντσον, που ανήκουν στην ιρλανδική μαφία και είναι γνωστά ως Χελς Κίτσεν, δεν είναι το πιο εύκολο μέρος να ζει κανείς. Ή το πιο ασφαλές.

Όταν τρεις μαφιόζοι μπαίνουν φυλακή, οι γυναίκες τους θα πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους, συνεχίζοντας το «έργο» τους. Πρωτοστατούν στις κομπίνες και αναγνωρίζονται ως άξια μέλη της τοπικής μαφίας.

Η Αντρέα Μπερλόφ, υποψήφια για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου της βιογραφίας «Straight Outta Compton», που έγινε τεράστια εμπορική επιτυχία στην Αμερική, βασίζεται στο graphic novel της Vertigo, γράφει το σενάριο και κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο με αυτή τη γυναικοκρατούμενη περιπέτεια για τη μαφία στο περιβόητο Χελς Κίτσεν της δεκαετίας του ‘70.

«Η ταινία έχει να κάνει με ανθρώπους που ποτέ δεν τους έχουν πάρει στα σοβαρά, που συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να χαλαρώσουν και να αφεθούν. Πρέπει να αναλάβουν ευθύνες και δράση», αναφέρει η δημιουργός Αντρέα Μπερλόφ,  που κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο. «Αυτό που κινητοποιεί αυτές τις γυναίκες και ο τρόπος που παίρνουν τον έλεγχο είναι συναρπαστικό και κάτι το οποίο όλοι καταλαβαίνουμε. Μπαίνουν στις δουλειές των συζύγων τους και καταλήγουν να τις διευθύνουν καλύτερα και πιο θαρραλέα».

Παρομοίως, η Μπερλόφ δεν παίζει με την ταινία. Μία περιπέτεια με δυνατές πρωταγωνίστριες και γυναίκες σε ρόλους κλειδιά πίσω από την κάμερα, απαιτεί γνώση ενός κινηματογραφικού είδους που δεν συνηθίζει να βάζει τις γυναίκες στην κορυφή. Η ταινία ανατρέπει την κλασική ιστορία μαφίας και της δίνει μία σύγχρονη υφή με πολλή δράση, στυλ και συναρπαστικές ανατροπές.

«Οι ταινίες για τη μαφία είναι από τις αγαπημένες μου», τονίζει η δημιουργός. «Η ευκαιρία να πω μία ιστορία για αυτές τις τρεις αναπάντεχες αρχηγούς του οργανωμένου εγκλήματος, που ξεκινάνε από το μηδέν και μαθαίνουν όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά αναδεικνύονται σε έναν κόσμο που δεν είναι δικός τους, είναι αναζωογονητική και συναρπαστική».

Η πληθωρική Μελίσα ΜακΚάρθι πρωταγωνιστεί ως Κάθι, μία σύζυγος και μητέρα που κάνει τα πάντα για τους δικούς της ανθρώπους και που αποκτά ό,τι επιθυμεί. Η ΜακΚάρθι ενθουσιάστηκε με την ταινία και το καταιγιστικό, αιχμηρό σενάριο της Μπερλόφ. «Έχει μία λιτότητα στο γράψιμο της που είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Χωράει πολλά σε μία λήψη και αυτός είναι σωστός τρόπος για να ειπωθεί μία τέτοια ιστορία. Όταν τη συνάντησα πρώτη φορά ήταν ξεκάθαρη για το ύφος και το στυλ της ταινίας, τη δύναμη και τη βία χωρίς περιστροφές. Είναι πάντα καλό όταν προσφέρεις κάτι αναπάντεχο στο κοινό».

Για μερικούς, μόνο η σκέψη της ΜακΚάρθι ή της Χάντις θα υπονοούσε ένα διαφορετικό είδος ταινίας απλώς γιατί, παρά το εύρος τους, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με κωμωδίες.

«Ο Έκπτωτος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(El Reino)   

 

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ροντρίγκο Σορογκόγιεν
  • Με τους: Αντόνιο ντε λα Τόρε, Μόνικα Λόπεζ, Νάτσο Φρεσνέτα, Γιοσέπ Μαρία Που
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Rosebud .21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Επτά βραβεία Goya: Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α’ και Β’ Ανδρικής Ερμηνείας, Σεναρίου, Μουσικής, Μοντάζ και Ήχου

Σε μία παραθαλάσσια πόλη της Ισπανίας, μια ομάδα, μέλη ενός πολιτικού κόμματος της χώρας, περνούν τον χρόνο τους σε εντυπωσιακά γιοτ και ακριβά εστιατόρια. Πίσω από την επιφανειακή βιτρίνα, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα: η καθημερινότητά τους περιλαμβάνει ξέπλυμα χρήματος, ύποπτες συναλλαγές, περίεργα πάρε-δώσε και ειδικές «χάρες» προς επιχειρηματίες.

Ο Μανουέλ (Αντόνιο ντε λα Τόρε – πολύ καλός), ο τοπικός γραμματέας του κόμματος, ένας φαινομενικά φιλικός άνδρας και αξιοπρεπής πολίτης που φροντίζει τους φίλους και την οικογένειά του, αγαπάει την γυναίκα του Ινές (Μόνικα Λόπεζ) και ο οποίος έχει αρκετή επιρροή, ακθώς είναι ένα από τα φαβορί για να αναλάβει την θέση του Προέδρου, βλέπει την τέλεια ζωή του να απειλείται μετά από την αποκάλυψη ενός μεγάλου σκανδάλου, που εμπλέκει τον ίδιο και τον φίλο του, Πάκο (Νάτσο Φρεσνέτα).

Ο Μανουέλ προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία του, καθώς τα μίντια αρχίζουν να αποκαλύπτουν το σκάνδαλο σε όλη του την κλίμακα. Είναι, όμως, πεπεισμένος ότι η καταιγίδα θα περάσει και ότι το κόμμα θα φέρει τα πράγματα στην θέση του, όπως έκανε πάντα όταν είχε μπλεξίματα κάποιο από τα μέλη του.

Όμως, αυτή τη φορά το κόμμα του γυρνά την πλάτη και μόνο ο Πάκο βγαίνει αλώβητος. Μέσα σε μια νύχτα, ο Μανουέλ αποβάλλεται από το «βασίλειο», στιγματισμένος στα μάτια της δημόσιας γνώμης και προδομένος από εκείνους, οι οποίοι, λίγες ώρες νωρίτερα, πίστευε ότι ήταν φίλοι του. Όμως, παρόλο που το κόμμα σκοπεύει να ρίξει όλο το φταίξιμο πάνω του, ο Μανουέλ δεν δέχεται να πέσει μόνος του.

Ζοφερή και απέλπιδη είναι η εικόνα που δίνει στο πολιτικό συμπάν στην νέα ταινία του ο βραβευμένος, Ισπανός  Ροντρίγκο Σορογκόγιεν («Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει» – 2016), παρά ταύτα είναι πέρα ως πέρα αληθινή.

Ο σκηνοθέτης, βέβαια, αφηγείται γεγονότα που συμβαίνουν στην Ισπανία, δίχως να κατονομάζει πολιτικές παρατάξεις, πρόσωπα και συγκεκριμένες καταστάσεις (μοιάζει κάπως με το σκάνδαλο που έριξε την κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι), αλλά ως γνωστόν όλο αυτό το νοσηρό, πολιτικό περιβάλλον είναι απόλυτα ταυτοποιημένο με τις απανταχού κυβερνήσεις στα τέσσερα σημεία του πλανήτη, ανεξαιρέτως. Κάτι, δηλαδή, που το γνωρίζει και ο πιο αφελής γήινος, ασχέτως αν κάνει την πάπια και συνεχώς ψηφίζει ως εθελόδουλος.

Η προσπάθεια του Σορογκόγιεν στον «Έκπτωτο» είναι να καταδείξει ωμά και σταράτα τα αντανακλαστικά στο μυϊκό και νευρικό σύστημα της πολιτικής όταν αυτή απειλείται συθέμελα από βαρβάτα σκάνδαλα, ψάχνοντας αποδιοπομπαίους τράγους, εξιλαστήρια θύματα και αδύναμους κρίκους για να σηκώσουν το βάρος της σήψης και το σύστημα να συνεχίσει αλώβητο το σκοτεινό του έργο. Επίκαιρο θέμα, θα έλεγα, που εκτυλίσσεται σε ήρεμο ρυθμό αφήγησης και ως συμπαθής διαχειριστής του σασπένς, ο Σορογκόγιεν καταλήγει με ανατροπή, ειδικά προς το τέλος.

Σκηνοθετικά δεν υφίσταται το απογειωτικό, μηδέ μετασχηματίζεται το ευκόλως εννοούμενο σε κάτι ζόρικο ή σημαντικό. Απλά, συν-τρέχεις μαζί του γιατί δεν μπορείς να σταματήσεις στην ερημιά και στο τέλος της διαδρομής σε περιμένει το πάρτι. Η ταινία θεωρήθηκε, μάλιστα, από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς στην Ισπανία και τιμήθηκε με επτά βραβεία Γκόγια.

«8 1/2»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Mule)

  • Είδος: Δραμεντί (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (1963) σε επανέκδοση με ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια (η ταινία θα προβληθεί με ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους)
  • Σκηνοθεσία: Φεντερίκο Φελίνι
  • Με τους: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Κλαούντια Καρντινάλε, Ανούκ Εμέ
  • Διάρκεια: 138’
  • Διανομή: Neo Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας 1964 – Όσκαρ Ενδυματολογίας σε Ασπρόμαυρη Ταινία (Πιέρο Τζεράρντι)

Ο Γκουίντο Ανσέλμι (Μαρτσέλο Μαστρογιάνι – καταπληκτικός!), είναι ο σκηνοθέτης που περνά μια κριτική περίοδο στην προσωπική και καλλιτεχνική ζωή του, ενώ βασανίζεται από φαντασιώσεις και έμμονες ιδέες που σχετίζονται με την καθολική του παιδεία, τις σχέσεις του με το σεξ, τις γυναίκες, που ως ιδανική γυναίκα φαντασιώνεται την Κλαούντια (Κλαούντια Καρντινάλε), αλλά και την αναζήτηση ενός νοήματος στη δουλειά του.

Εικόνες από την ταινία που γυρίζει συγχέονται με εφιάλτες, αλλά όλη αυτή η σύγχυση πραγματικότητας και φαντασίας καταλήγει σε μια χαρούμενη φαραντόλα, όπου όλα αποκτούν νόημα.

Το αριστούργημα του Φεντερίκο Φελίνι (20 Ιανουαρίου 1920 – 31 Οκτωβρίου 1993), που βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1964. Μια από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και από τις σημαντικότερες, αν όχι η κορυφαία στιγμή της φελινικής δημιουργικής τέχνης.

Σκηνοθετημένη ακριβώς μετά από την «Γλυκεία Ζωή» (La Dolce Vita – 1960), ο Φελίνι προσφέρει στον τίτλο της ταινίας του τον αριθμό «8 ½», δίνοντας με αυτό τον τρόπο τον αριθμό των ταινιών που είχε σκηνοθετήσει έως το 1963, δηλαδή έξι ταινίες, δύο μικρού μήκους και μια με συν-σκηνοθεσία με τον Αλμπέρτο Λατουάτα, τον Μικελάντζελο Αντονιόνι κι ακόμα πέντε σκηνοθέτες το 1953 (L’ Amore in Città). Ιστορικά όμως, πριν το «8 ½» και έπειτα από την «Γλυκεία Ζωή» συγκεκριμένα το 1962 ο Φελίνι συμμετέχει ως συν-σκηνοθέτης μαζί με Βιτόριο Ντε Σίκα, τον Λουκίνο Βισκόντι και τον Μάριο Μονιτσέλι στην ταινία «Βοκάκιος ‘70».

Το «8 ½» (Otto e Mezzo) σε σενάριο του Φελίνι είναι η απαστράπτουσα, σουρεαλιστική δραμεντί, είναι η avant-garde ταινία, η απόλυτα κλασσική στο είδος της, που την βλέπεις ξανά και ξανά, καθώς ο ήρωας Γκουίντο Ανσέλμι, που ενσαρκώνει μοναδικά ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, είναι ο Φελίνι, είναι οι σκέψεις του, οι δαίμονες και οι άγγελοι ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Η ταινία βρίσκεται στις 10 κορυφαίες της λίστας της  BFI Top 50 ταινίες όλων των εποχών, ενώ κατέλαβε την τρίτη θέση στην διεθνή δημοσκόπηση που διεξήχθη από το British Film Ιinstitute και βρίσκεται στη συλλογή του Βατικανού με τις 45 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.

Η ακαταμάχητη μουσική του Νίνο Ρότα μια πανδαισία ακουστικής, τα απίθανα κοστούμια του Πιέρο Τζεράρντι, τα  δε κοκάλινα γυαλιά, οράσεως και ηλίου, του Μαρτσέλο, τί μόδα κι αυτή, ποιος και δεν τα φόρεσε εκείνη την εποχή.