fbpx

«Γυναίκες πίσω από τις κάμερες και απολαυστικοί μπόμπιρες σε πρώτο πλάνο» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι πραγματικά ιλαρής αντιμετώπισης, για έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, όλη αυτή η παρωδία που εκτυλίσσεται τα τελευταία δυο χρόνια στην πρώτη, μεγάλη βιομηχανία του διεθνούς σινεμά, το γνωστό Χόλιγουντ και έχει να κάνει με τις ερωτικές παρενοχλήσεις παντός φύλου, τις καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις και τα ροζ σκάνδαλα. Όλα αυτά τα τραγικά και βίαια συμβαίνουν στην κορυφή του πύργου, που αρκετοί ποθούν να κατακτήσουν. Εκεί… ναι εκεί, όπου οι χρηματικές αμοιβές για τους κορυφαίους είναι απόλυτα ταυτόσημες με βίο Ινδού χαλίφη, η εξουσία συναγωνίζεται Ολύμπιους θεούς, ενώ η παγκόσμια αναγνώριση και η δόξα των πάσης φύσεως πρωταγωνιστών του εν λόγω βασιλείου πιθανώς να ξεπερνούν με διαφορά στήθους αγίους, όσιους και γνωστούς ιερομάρτυρες.

Ας μην γελιόμαστε και ας κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, άνευ αλληθωρισμού στους οφθαλμούς και τραυλίσματος στην γλώσσα μας. Άπαντες γνωρίζουμε τι σημαίνει δόξα, φήμη, χρήμα, Χόλιγουντ. Παρότι βρίσκεται πολύ κοντά στην πόλη των Αγγέλων, είναι ένα στιβαρό, κλειστό «κράτος» καθόλου πλασμένο αγγελικά από την δημιουργία του. Ο δρόμος της καλλιτεχνικής αναγνώρισης και οι εύρωστοι τραπεζικοί λογαριασμοί προϋποθέτουν τραχιά ανηφόρα, αντίξοες συνθήκες, «δώρα» και «ανταλλάγματα» διόλου ευχάριστα, ασυνήθιστες προσφορές, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μέχρι να φτάσει στο σημείο, που ο κάθε καλλιτέχνης έχει βάλει τον προσωπικό του πήχη. Βέβαια, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνθέτουν τον υγιή, αξιακό γνώμονα μιας ανιδιοτελούς καριέρας με αρετές, γνώση και ταλέντο, αλλά – πάντα υπάρχει ένα «αλλά» –  το σύστημα, δυστυχώς, έτσι είναι δομημένο. Ή το διαλύεις εν μια νυκτί συθέμελα ή το ακολουθείς ή συνεχίζεις να πλένεις πιάτα και να βγάζεις τα σκουπίδια στη καφετέρια του Λάρι. Ξέρεις πολύ καλά, που πας να μπλέξεις όταν διαβείς τις πύλες της ψευδαίσθησης, ειδικά όταν είσαι γυναίκα.

Γνωστό τοις πάσι, ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι ανδροκρατούμενος, αδίστακτος, άκαμπτος, τερατώδης και άπασα θηλυκή ύπαρξη, εάν είναι φίνα και χαριτόβρυτη – ακόμα και ανδρική – κατά 97 τοις εκατό θα περάσει από την «κλίνη» του Προκρούστη ή από τα «πευκάκια» του Σίνη του Πιτυοκάμπτη. Όπως έχει το πράγμα, σήμερα που μιλάμε ξεκάθαρα, είτε το αποδέχεσαι και προχωράς, είτε κάνεις μια καταγγελία στο πρώτο μουντάρισμα που θα δεχθείς και αμέσως επιστρέφεις στο γλυκό σου σπίτι.

Τώρα, γιατί συνέβη όλο αυτό το νταβαντούρι με τις διώξεις, οι οποίες πολλές από αυτές ήταν συμβάντα προ 20ετίας και 15ετίας, δεν μένει παρά να ρίξουμε μια ήρεμη ματιά στο πως λειτουργεί η «συμπαθέστατη» σε πολλούς σινεφίλ ηθική της Μαφίας.

Ξεκαθαρίσματα, νέες περιοχές δράσης, αλλαγή φρουράς, μετατόπιση εδαφών, πλούτου και εξουσίας, όπου, φυσικά, σε έναν εσωτερικό πόλεμο τα κρυφά όπλα εξόντωσης είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και οι απώλειες σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα έμψυχο δυναμικό. Οι ισχυροί πατρόνοι, όπως μεγαλο-παραγωγοί, μεγαλο-σκηνοθέτες και ηθοποιοί ουράνιου βεληνεκούς, όλοι πρωτοκλασάτοι, από αυτούς τους σταθερούς, για πολλά χρόνια, ενοίκους του ψηλού πύργου της κινηματογραφικής μέκκας, έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών, από υπαλληλάκια, σταρλετίτσες, επίδοξους ζεν πρεμιέ, καθότι τα λιανά και τα ημι-άσημα, οι αμελητέες μονάδες δηλαδή, έχουν κι αυτές τις «υπηρεσίες» και τα «καθήκοντα» τους.

Όταν είναι να «χυθεί αίμα» για τις ριζικές ενδο-αλλαγές και την μεταμόρφωση του παλαιού σε νέο τοπίο, οι αθέατοι, κυβερνήτες «δαίμονες» απαιτούν θυσίες «γαλαζοαίματων» και όχι πλέμπας χωρικών. Εξουσία, αγαπητοί μου φίλοι, «η ηδονή των ηδονών», όπως εύστοχα την περιγράφει ο Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του. Έτσι αναπνέουν και συμπεριφέρονται, δυστυχώς, τα κραταιά βασιλεία, από αρχαιοτάτων χρόνων.

Έχουν συμβεί, άλλωστε, αρκετές φορές στο παρελθόν και κατά την διάρκεια της «χρυσής» ιστορίας της κινηματογραφικής βιομηχανίας παρόμοια γεγονότα, σκάνδαλα, κακοποιήσεις απασχόλησαν τα κοινά. Κάποιοι, γυναίκες ως επί το πλείστον, έχοντας φήμη, δόξα και χρήμα, που αντιστάθηκαν με ηρωικό σθένος και σήκωσαν πραγματικά γενναίο ανάστημα στην σήψη, δίχως να χειραγωγούνται από μυστήρια κέντρα, ώιμε(!), τους έφαγε το μαύρο, άχαρο σκότος και η βουλιμική μαρμάγκα.

Ο νοσηρός κύκλος του Χόλιγουντ, δηλαδή του αμερικάνικου Βατικανού, δεν κλονίστηκε διόλου με τις φανφάρες, τις τυμπανοκρουσίες, τα κινήματα στιλ «#MeToo» στην Αμερική και «#BalanceTonPorc» στην Γαλλία και, πιστέψτε με, ακριβώς με το ίδιο και απαράλλαχτο μολυσμένο «οξυγόνο» όπως πριν, συνεχίζει ακλόνητα να ευθυγραμμίζει εξουσιατικά μέχρι σήμερα τα ερεβώδη πάθη και τις κολασμένες ακμές του.

Προσέξτε λίγο όμως, πως όλες οι βαριές καταγγελίες που εκθρόνισαν, πιθανώς ενοχλητικούς «βασιλιάδες» και «πρίγκιπες» της κινηματογραφικής και της τηλεοπτικής βιομηχανίας, στέλνοντας τους στο πυρ το εξώτερον, έγιναν από εντελώς άσημα ονόματα, που ναι μεν πέρασαν κάποια στιγμή ασυζητητί από την στενωπό των «ληστών»  – να είστε σίγουροι γι αυτό – και «ρολάκι» ή «θεσούλα», που τόσο πολύ ποθούσαν δεν πήραν για κάποιους λόγους. Απλά, τους χρησιμοποίησαν εποικοδομητικά στον σωστό χρόνο, όπως όταν περιμένεις στωικά και με την σοφία του μεγάλου παίχτη την κατάλληλη στιγμή, ώστε να θυσιάσεις σε μια παρτίδα σκάκι τρεις στρατιώτες και έναν στρατηγό για να φτάσεις με πύργο και βασίλισσα στο ποθητό ματ. Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!  

«Η Νηπιαγωγός»

(The Kindergarten Teacher)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σάρα Κολαντζέλο
  • Με τους: Μάγκι Τζίλενχαλ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάρκερ Σέβακ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: StraDa FIlms
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance

Εκτιμώ, προσωπική άποψη εκφράζω, πως είναι από τις πλέον «ενοχλητικές» ταινίες των τελευταίων ετών, που έχω δει. Αυτό που λέμε, ότι θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση είναι αλήθεια και εξομολογούμαι, ότι θα την ξαναδώ αυτή την εβδομάδα με ηρεμία.

Η γεύση που άφησε στον πνευματικό μου ουρανίσκο, πάντως, τείνει προς το πικρό ως σφαιρική εικόνα του θέματος, μια πικρία όχι προς το θέμα που πραγματεύεται, αλλά στον τρόπο που συνέλαβε και πραγμάτωσε την «πικρή» αλήθεια η περίφημη σκηνοθέτις Σάρα Κολαντζέλο. Έπειτα από ένα βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (Halal Vivero) το 2006, η Κολαντζέλο γυρίζει το 2014 την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (Little Accidents) για να έρθουμε σε απόλυτη επαφή σήμερα με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, την «Νηπιαγωγό», που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο αμερικάνικο φεστιβάλ του  Sundance.

Γυναικεία ματιά σε μια ιστορία που σχοινοβατεί στην καλά ακονισμένη λεπίδα της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχασθένειας του politically correct. Ο πυγμαχικός αγώνας μέχρι εξόντωσης ανάμεσα στην ανοησία και στην ανιδιοτέλεια της βούλησης στο να διασώσω από το τέλμα την διαφορετικότητα. Απίστευτα δύσκολη η χαρτογράφηση για την  Νεοϋορκέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα, όταν το υποκείμενο διάσωσης είναι ένας πεντάχρονος που σκαρφίζεται στοίχους και ξαφνικά, σαν θεία επιφοίτηση απαγγέλει ποίηση σαν να είναι ενήλικας.

Το ίδιο ζόρικο είναι και ο χαρακτήρας της αστής γυναίκας, μητέρας και συνάμα νηπιαγωγού με την κοινότυπη ζωή, την γεμάτη τοξικά προϊόντα εντός και εκτός του οίκου της, που αντιλαμβάνεται το παιδί θαύμα και δια μέσω του ταλέντου του προσπαθεί να χωρίσει στα δυο τον ωκεανό της σήψης, της αδιαφορίας και να αναδείξει τον πιτσιρικά.

Η Σάρα Κολαντζέλο κτίζει περίτεχνα τρία στέρεα ανισόπεδα επίπεδα στην ταινία της, που όμως με ανεμόσκαλα την ποίηση επικοινωνούν άψογα μεταξύ τους: αυτό της σημερινής, στείρας, πνευματικής κοινωνίας με τα μύρια αδιέξοδα, του ψυχολογικού δράματος, αλλά και του θρίλερ, κλιμακώνοντας παράλληλα την ένταση για να φτάσει στο φινάλε στα μη αποδεκτά, κοινωνικά μεγέθη της ακρότητας, σαν απονενοημένη ενέργεια, που θα αφήσει σε πολλούς πικρή γεύση. Στην εποχή των smartphones, των videogames, των όπλων και των πολέμων τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση, διερωτάται στο σενάριο της η  Κολαντζέλο. Και το ερώτημα μεταμορφώνεται αίφνης σε θυμωμένο τζίνι, που ήταν βασανιστικά κλεισμένο σε μια γυναίκα που ανακάλυψε ενδιαφέρον για την ζωή.

Για μια φορά ακόμα η εκπληκτική Μάγκι Τζίλενχαλ (αδελφή του Τζέικ), στοχεύει διάνα σε ρόλο («Η Γραμματέας», «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού») και μαγεύει με την καθηλωτική της ερμηνεία. Ο δε πιτσιρικάς Πάρκερ Σέβακ είναι απόλαυση. Ταινία έκπληξη για καλή σκέψη και πολύ συζήτηση.      

H Λίζα Σπινέλι (Μάγκι Τζίλενχαλ – υπέροχη) είναι η σαραντάρα, ευαίσθητη δασκάλα σε νηπιαγωγείο που ζει μια συμβατική ζωή με την οικογένεια της στο Στέιετν Άιλαντ.

Μητέρα δυο τέκνων, ενός αγοριού που θέλει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και μιας έφηβης κόρης που ασχολείται συνεχώς με το κινητό της, ξοδεύει την καθημερινότητα της, παρακολουθώντας μαθήματα ποίησης σε νυχτερινό σχολείο με δάσκαλο τον Σάιμον (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ – πολύ καλός) , έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς της.

Ξαφνικά ανακαλύπτει τυχαία πως στην τάξη που διδάσκει, ο πεντάχρονος μαθητής της Τζίμι Ρόι (Πάρκερ Σέβακ – καταπληκτικός) έχει έμφυτο ταλέντο στην ποίηση.

Ερευνά το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και αντικρίζει την αλήθεια, πως ο μικρός ζει με τον πατέρα του, άνθρωπο της νύχτας και την αδιάφορη νταντά που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Διαπιστώνει την πλήρη απάθεια της οικογένειας στο ταλέντο του Τζίμι Ρόι, παρά τις συστάσεις της, ότι ο πεντάχρονος είναι ένας Μότζαρτ της ποίησης.

Τότε βάζει σκοπό της ζωής της, φτάνοντας στα άκρα να αποκαλύψει το ταλέντο του μικρού στον κόσμο.

«Αλίτα: O Άγγελος της Μάχης»

(Alita: Battle Angel)

 

  • Είδος: Περιπέτεια Επιστημονικής Φαντασίας (3D)
  • Παραγωγή: Καναδάς, Αργεντινή, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ
  • Με τους: Ρόζα Σαλαζάρ, Μαχερσάλα Αλι, Εϊζα Γκονζάλεζ, Τζένιφερ Κόνελι, Μισέλ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία βασισμένη στο επιτυχημένο manga του Γιουκίτο Κισίρο η «Αλίτα: Ο Άγγελος της Μάχης» ορμάει στην μεγάλη οθόνη σε ένα φαντασμαγορικό 3D γεμάτο δράση και περιπέτεια. Στην παραγωγή ο Τζέιμς Κάμερον («Τιτανικός», «Άβαταρ») και στην σκηνοθεσία ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ («Machete», «Αμαρτωλή Πόλη»). Ένα δίδυμο σε παραγωγή και σκηνοθεσία που πραγματικά το ευχαριστιέσαι.

Blockbuster παραγωγή με τα όλα της (η πρώτη του 2019 για εμάς), καθώς ο Κάμερον, όπως τουλάχιστον γράφουν οι αναφορές, ασχολείται με την Αλίτα από το 1999 για να την περάσει ως φλος ρουαγιάλ στο άσπρο πανί. Απομακρύνθηκε από τον φακό της κάμερας, λέμε τώρα, άφησε τον τρελάρα Ροντρίγκεζ να κάνει την φασίνα και ασχολήθηκε με το τεχνικό μέρος του θέματος που κυριολεκτικώς ζωγραφίζει.

Άριστο 3D, hi tech καταστάσεις, φουτουριστικός διάκοσμος, απαισιόδοξο μέλλον, φουλ περιπέτεια και δράση σαν να βρίσκεσαι κολλημένος σε κονσόλα video game. Όλη η ταινία είναι ένα εργόχειρο, μεγαλείο εικόνας και ήχου, που οι φανατικοί του είδους δεν θα αποχωρήσουν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι.

Οι ερμηνείες είναι τοποθετημένες ακριβώς στο ζύγι των απαιτήσεων του συγκεκριμένου genre χωρίς ιδιαίτερο πλούτο υποκριτικής αλλά ούτε μιζέριας. Έντιμη διεκπεραίωση αφού τον πρώτο λόγο έχει η σύγχρονη ψηφιακή εξουσία της 7ης Τέχνης.    

Όταν η Αλίτα (Ρόζα Σάλαζαρ) ξυπνά χωρίς να θυμάται ποια είναι σε έναν δυστοπικό μέλλον, έναν κόσμο φτωχό και δύσκολο που δεν αναγνωρίζει, την περιμαζεύει ο Ίντο (Κριστόφ Βαλτς), ο ευγενικός βιο-μηχανικός επιστήμονας που έχει χάσει την κόρη του και αντιλαμβάνεται ότι κάπου μέσα σε αυτό το ανθρωποειδές (cyborg) κρύβεται η καρδιά και η ψυχή μιας νεαρής γυναίκας με ξεχωριστό παρελθόν, δίνοντας στο εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία πατρότητας.

Όταν η Αλίτα μαθαίνει να περιπλανιέται στη νέα της ζωή και στους επικίνδυνους δρόμους της Άιρον Σίτι, ο Ίντο προσπαθεί να την προφυλάξει από το αινιγματικό παρελθόν της, τη στιγμή που ο «περπατημένος» νέος της φίλος, το παιδί της πιάτσας, ο Χιούγκο (Κίαν Τζόνσον) είναι διατεθειμένος να τη βοηθήσει να επαναφέρει τις μνήμες της.

Εν τω μεταξύ στην πόλη, όπου είναι μαζεμένες φυλές από διάφορους πλανήτες κυριαρχεί ένα βάρβαρο παιχνίδι ζωής και θανάτου, που έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Η Αλίτα ενθουσιάζεται και θέλει να λάβει μέρος.

Μόνο όταν οι φονικές και διεφθαρμένες δυνάμεις της πόλης καταδιώκουν την Αλίτα, εκείνη ανακαλύπτει ένα στοιχείο για το παρελθόν της, ότι διαθέτει μοναδικές γνώσεις στις πολεμικές ικανότητες και αυτοί που είναι στην εξουσία θα κάνουν τα πάντα για να τις υποτάξουν. Αν καταφέρει να τους ξεφύγει, ίσως να είναι το κλειδί για τη σωτηρία των φίλων της, της οικογένειάς της και του κόσμου που έμαθε να αγαπά.

«Καπερναούμ»

(Capernaum)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Λίβανος, Γαλλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ναντίν Λαμπακί
  • Με τους: Ζαΐν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σιφεράβ, Μπολαγουατιφέ Τρέζερ Μπανκολέ
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής και Οικουμενικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών

Η θρησκευτική ιστορία, κατά τα γραφάς όπως συνηθίζουμε να λέμε, αναφέρει ότι στην Καπερναούμ ο μεσσίας έκανε θαύματα, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο και έναν παραλυτικό. Στην «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, όμως, επικρατεί το χάος βασιλεύει ο κίνδυνος, οι φτωχοί μετανάστες, τα παντρολογήματα άγουρων, μικρών κοριτσιών με εύρωστους, οικονομικά ηλικιωμένους άνδρες, οι κλοπές τροφίμων από ανήλικους, η αλητεία, η παιδική θνησιμότητα, το σημαντικό «χαρτί» που πιστοποιεί ότι είσαι εσύ, η εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένδεια, η ανυπαρξία, δηλαδή, ένας εμετικός κόσμος γεμάτος τρόμο, θλίψη, πόνο, θάνατο…Oh dear Jesus were are you?

Ταινία γροθιά στο στομάχι, καθώς μοιράζεται τεχνικά ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη καταγγελία, ένα καλοφτιαγμένο doc fiction, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ερασιτέχνες. Όσα μας αφηγείται στο σενάριο της η πανέμορφη Λιβανέζα Λαμπακί είναι όλα αλήθεια και γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικά στον φακό της με την συμμετοχή του άφθαστου 10χρονου ή 12χρονου – ποιος γνωρίζει άλλωστε την ηλικία του – ερασιτέχνη ηθοποιού Ζαΐν Αλ Ραφέεα στον ρόλο του τρομερού Ζαΐν, που μας βουτάει στην σκατότρτυπα της μεγαλούπολης χωρίς ανάσα, εκεί που συμβαίνουν τα αδιανόητα.

Στενάχωρη, πραγματικά, ταινία, αλλά τόσο ρεαλιστικά φτιαγμένη, που σηκώνεσαι από το κάθισμα και ο κόμπος στο υπογάστριο έχει εξαπλωθεί πάνω από τον πυλωρό να καταλαμβάνει το μισό στέρνο. Τα έχουμε ακούσει, πήραμε γεύσεις από αναφορές δημοσιογραφικών ρεπορτάζ με θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση ανήλικων ανθρώπων, αλλά τούτο εδώ ξεπερνάει κάθε όριο. Και, ω δαίμονα, είναι πέρα ως πέρα αληθινό, άνευ υπερβολών και τονωτικών ενέσεων. Είναι γυμνό, σκληρό, κολασμένα απάνθρωπο. Είναι και η απίστευτη φάτσα του Ζαΐν (στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγας από τη Συρία και βρίσκεται στον Λίβανο για να γλιτώσει από τον πόλεμο στην χώρα του και ζει τα τελευταία 8 χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες), που αυτό το απίθανο, βρώμικο, λασπωμένο «μούτρο» με το βλέμμα φάρο σε τσαλακώνει πιότερο, είναι το ασμίλευτο της ερμηνείας του, είναι η τρεχάλα του για να μείνει ζωντανός, να επιβιώσει.

Έντονη και αξιόλογη η δουλειά της 45χρονης  Ναντίν Λαμπακί στην τέταρτη κατά σειρά ταινία της («Caramel», «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες», «Ριο Σε Αγαπώ»), που σε αφήνει εντελώς εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο στην σύγχρονη ύβρη να σιχτιρίσεις ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος. Μικροί άνθρωποι βάναυσα χυμένοι στο μολυσμένο ποτάμι της «μοντέρνας» κοινωνίας ανακαλύπτουν τις διόδους επιβίωσης μιας δολοφονικής καθημερινότητας χωρίς παρών. Ξεναγός μας ο Ζαΐν, ο αφανής ήρωας των αποτυχημένων κοινωνιών, ο άξιος εκπρόσωπος των κακοποιημένων και των παραμελημένων μικρών ανθρώπων στον πλανήτη,  που τον διάλεξε η Λαμπακί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους υποψήφιους πιτσιρικάδες του δρόμου.

Και αυτός ο μικρός, ατίθασος Ηρακλής επαναστατεί και σέρνει την αδιάφορη οικογένεια του στο δικαστήριο κατηγορώντας τους γονείς του για έλλειψη αγάπης, προστασίας, θέτοντας το ουράνιο ερώτημα: «Γιατί με φέρατε στην ζωή, αφού δεν μπορείτε να με φροντίζετε;» Μοναδικό!!!!

Αξίζει να παρακολουθήσετε την ταινία παρότι είναι σκληρή η αφήγηση της και τα γεγονότα σε καταβάλουν, όμως γύρω από το πηχτό σκοτάδι του αφανισμού που τυλίγει την παιδική αθωότητα, η Ναντίν Λαμπακί διακριτικά αφήνει αμυδρά να διαφαίνεται ένα χρυσαφένιο ένδυμα προστασίας πλεγμένο με νήματα τρυφερότητας, δύναμης και ανθρωπιάς σαν την αθέατη αρματωσιά σπουδαίου, αθάνατου ήρωα

Λίβανος, αίθουσα δικαστηρίου. Ο 12χρονος Ζαΐν πρόσφυγας από τη Συρία, παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστή, ο οποίος τον ρωτάει γιατί θέλει να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς. «Επειδή με έφεραν στον κόσμο!», απαντάει o μικρός, κάνοντας έτσι την δική του επανάσταση απέναντι στους γονείς του για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, για την παντελή αδυναμία τους να του παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία.

Αντιμέτωπος με αδιανόητες δυσκολίες και εμπόδια, ο μικρός Ζαΐν θα ξεκινήσει ένα απίστευτο, γεμάτο δυσκολίες ταξίδι για να αναζητήσει την δική του ταυτότητα, μέσα στον αμείλικτο κόσμο που έχουν φτιάξει γι’ αυτόν οι μεγάλοι.

Και για το ρεπορτάζ του θέματος να αναφέρουμε, ότι δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση του Φεστιβάλ Καννών και την βράβευση της ταινίας, η παραγωγή πληροφορήθηκε ότι ο Ζαΐν και η οικογένειά του θα μετανάστευαν στη Νορβηγία. Πλέον, εκείνος και τα αδέρφια του πηγαίνουν σχολείο, ενώ ολόκληρη η οικογένεια πήρε νορβηγική υπηκοότητα.

Ζουν σήμερα σε ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο, που έχει θέα την θάλασσα, και συμμετέχουν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ένταξης για να μάθουν νορβηγικά και να προσαρμοστούν στην κουλτούρα της χώρας.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με πολλές πιθανότητες να το κερδίσει, από τους εξ΄  ίσου υπέροχους «Κλέφτες Καταστημάτων».

«Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;»

(Can You Ever Forgive Me?)     

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάριελ Χέλερ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία που κατεβαίνει ολοταχώς στην οσκαρική κούρσα, διεκδικώντας τρία αγαλματίδια: Διασκευασμένου Σεναρίου, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Μελίσα ΜακΚάρθι) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ). Και στις τρεις κατηγορίες που είναι τοποθετημένη παίζει καθαρά, καθώς και το σενάριο και οι δυο ρόλοι είναι αξιοπρόσεκτα και όντως αξίζουν τις υποψηφιότητες. Βέβαια η Μελίσα ΜακΚάρθι έχει να αντιμετωπίσει την Ολίβια Κόλμαν της «Ευνοούμενης» και την Γκλεν Γκλόουζ της «Wife» στον Α΄ Γυναικείο Ρόλο, ενώ ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ στον Β΄ Ανδρικό θα «κονταροκτυπηθεί» με τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως είναι ο Μαχερσάλα Αλί του «Πράσινου Βιβλίου» και ο Άνταμ Ντράιβερ του «BlacKkKlansman: H Παρείσφρηση».

Πάντως, τόσο η πληθωρική ΜακΚάρθι, όσο και ο μπριλάντε Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ είναι άψογοι στην δεύτερη ταινία της Καλιφορνέζας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Μάριελ Χέλερ. Είναι από αυτές, ρε γαμώτο, που μοσχοβολούν μπίτνικ, νεοϋρκέζικο άρωμα ανακατεμένο με νοθευμένο ουίσκι, κλεισούρα, αποτυχία και ξεθυμασμένη ναφθαλίνη, δηλαδή, ατμόσφαιρα μιας εποχής που αγαπάνε οι σινεφίλ. Με σωστό προσανατολισμό η σκηνοθεσία και δίχως να πλατσουρίζει σε ανοησίες, δίνει τον απαιτούμενο αέρα στην βροντερή, πλην όμως εκπληκτική ερμηνεία της ΜακΚάρθι και τον άπλετο χώρο στο ταπεραμέντο του υπέροχου, Άγγλου ηθοποιού Γκραντ, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την υποψηφιότητα του για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου βγήκε έξω στον δρόμο και πανηγύριζε, ο θεόμουρλος (υπάρχει σχετικό βίντεο).

Το προσεγμένο σενάριο της Νικόλ Χολοφσένερ και του Τζεφ Γουίτι (υποψήφιοι για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο-αυτοβιογραφία της συγγραφέως Λι Ίσραελ (3 Δεκεμβρίου 1939 – 24 Δεκεμβρίου 2014), που από επιτυχημένη βιογράφος επιφανών γυναικών με ευπώλητες εκδόσεις, κατέληξε δεινή πλαστογράφος επιστολών αλληλογραφίας διάσημων, όπως των: Ντόροθι Πάρκερ, Ερνστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τις οποίες μοσχοπουλούσε σε συλλέκτες μέχρι που την «τσίμπησε» το FBI.   

Από τη λίστα των μεγάλων Αμερικανών πλαστογράφων ξεχωρίζει μια γυναίκα: η ειρωνική, η καυστική, η εγωίστρια, η άφιλη, η λεσβία, η γατόφιλη και ψιλο-αλκοολική Λι Ίσραελ (Μελίσα ΜακΚάρθι – πολύ καλή), νυν άφραγκη, τέως επιτυχημένη συγγραφέας βιογραφιών της Κάθριν Χέπμπορν, της Ταλούλα Μπάνκχεντ, της Εστέ Λόντερ και της δημοσιογράφου Ντόροθι Κιλγκάλεν κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80.

Στο μικρό της διαμέρισμα στο Μανχάταν, παρέα με την γάτα της, που δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει, η Ίσραελ δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν φτωχή και εξαθλιωμένη. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μια τόσο ταλαντούχα συγγραφέας όσο η ίδια, θα κατέληγε τόσο χαμηλά. Μια συγγραφέας που δεν έβγαζε την δική της φωνή σε γραπτό, αλλά καταπιανόταν με τις ζωές διάσημων προσώπων.

Όταν δεν διέθετε τα χρήματα για μια εξέταση της γάτας της στον κτηνίατρο, πούλησε όλα τα αντικείμενα αξίας που είχε στην κατοχή της και μέσα σε αυτά ένα αυθεντικό γράμμα της Κάθριν Χέπμπορν για 200 δολάρια. Τότε ένας κόσμος με απέραντες δυνατότητες ανοίχτηκε μπροστά της.

Για να γλιτώσει τη χρεοκοπία άρχισε να δακτυλογραφεί σε αντίκες γραφομηχανές με παλιά επιστολόχαρτα διάφορες, πλαστές επιστολές διασήμων και να τις πουλάει στους συλλέκτες ως αυθεντικές. Βοηθό σε αυτή την απάτη έχρισε έναν φίλο της από τις παλιές καλές εποχές, τον μεσήλικα, ξοφλημένο, ομοφυλόφιλο, Άγγλο ηθοποιό Τζακ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ – επίσης πολύ καλός).

Η παράνομη φάμπρικα πήγαινε μια χαρά ώσπου μια πλαστή επιστολή εξετάστηκε ενδελεχώς από έναν αγοραστή συλλέκτη με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η αυθεντικότητά της.

Η Λι Ίσραελ έγραψε το βιβλίο «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?) το 2008.        

«Έρωτας Χωρίς Τέλος»

(Sin Fin)

 

  • Είδος: Ερωτικό, επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σεζάρ Εστέμπαν Αλέντα και Χοσέ Εστέμπαν Αλέντα
  • Με τους: Χαβιέρ Ρέι, Μαρία Λεόν
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν ο ντροπαλός, κοινωνικά αμήχανος Χαβιέ συναντά τη Μαρία, ένα δραστήριο, εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι, είναι η αρχή ενός πανέμορφου ρομάντζου. Δεκαπέντε χρόνια μετά και το τοπίο δεν είναι πια ειδυλλιακό. Η εμμονή του Χαβιέ για τη δουλειά του και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μαρίας εμφανίζονται στο προσκήνιο και ειδικά στη Μαρία.  Η σχέση τους περνάει κρίση.

Ο Χαβιέ συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να την βοηθήσει. Πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο για να ξαναγράψουν τη μοίρα της Μαρίας και να αποφύγουν την άθλια πραγματικότητα που ζουν.  Μαζί, να ξαναζήσουν και να θυμηθούν τη μαγεία της πρώτης ημέρας που συναντήθηκαν, δεκαπέντε χρόνια πριν, με την ελπίδα ότι η Μαρία θα γίνει πάλι το χαρούμενο, ζωηρό κορίτσι που ερωτεύτηκε.

Θα ήθελε να είναι δακρύβρεχτο, θα ήθελε να είναι μελό, θα ήθελε να είναι ερωτικό και ρομαντικό, θα ήθελε να είναι επιστημονικής φαντασίας. Μα, τίποτα από αυτά δεν είναι.

Μονότονη, θλιβερή, ισπανική μπαλαφάρα αλυσοδεμένη γερά στην τηλεοπτική αντίληψη των σίριαλ ρομάντζας του συρμού και παρωχημένης σκηνοθεσίας άλλων εποχών, κάτι σε στιλ «Εκείνο το Καλοκαίρι», του αείμνηστου Βασίλη Γεωργιάδη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό στα χειρότερά του.

Διάτρητο το σενάριο από όλες τις πλευρές και οι πρωταγωνιστές μουρμουράνε κοφτά και καταθλιπτικά κοιτάζονται στα μάτια πότε με τον αέρα στα μαλλιά τους, πότε με το κύμα να σκάει στην ακρογιαλιά και τον πορτοκαλόχρυσο ήλιο να φωτίζει τα πρόσωπα τους.

Τα δε ακόρντα του ως σιγόντο ηχούν φάλτσα και παράταιρα στο περιβάλλον της επιστημονικής φαντασίας και των ταξιδιών στον χρόνο, που όλο το κατασκεύασμα καταλήγει, σχεδόν, στο να μην βγάζεις νόημα. 

«Μια Προσωπική Ιστορία»

(Una Questione Privata)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
  • Με τους: Λούκα Μαρτινέλι, Λορέντζο Ριτσέλμι, Βαλεντίνα Μπελιέ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Συνδικάτου Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου

Εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφική νουβέλα «Μία Προσωπική Ιστορία» του Μπέπε Φενόλιο, το κύκνειο άσμα των αδελφών Ταβιάνι μάς μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1943, όταν ο νεαρός Μίλτον ερωτεύεται τη Φούλβια, η οποία, όπως φαίνεται δεν τρέφει ανάλογα συναισθήματα και απλώς, της αρέσει το βάθος της σκέψης του και τα γράμματα που της γράφει. 

Ένα χρόνο μετά, ο Μίλτον έχει μπει στην Αντίσταση και πολεμά στο πλάι των ανταρτών ενάντια στους Ναζί. Όταν, τυχαία, μαθαίνει ότι η Φούλβια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον επίσης αντάρτη και κοινό τους φίλο, Τζόρτζιο, ο Μίλτον αποφασίζει να πάει και να τον βρει και να του μιλήσει.

Ο Τζόρτζιο, όμως, έχει μόλις συλληφθεί από τους Φασίστες. Τώρα ο Μίλτον πρέπει να ισορροπήσει την επιθυμία του να πολεμήσει τους Ναζί, τη φιλία του με τους άλλους συμπολεμιστές του στην Αντίστασης μεταξύ των οποίων είναι και ο Τζόρτζιο, αλλά και την αγάπη του για την Φούλβια.

Οι αδελφοί Ταβιάνι, έχοντας ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ιταλική Αντίσταση, αποτυπώνουν ανάγλυφα και με μοναδική αυθεντικότητα την εποχή και σκηνοθετούν μια συναρπαστική ταινία για την αθωότητα της νιότης και τον έρωτα. Στο φόντο, μία Ιταλία χτυπημένη από τη φτώχεια και ένας αντάρτικος πόλεμος, ξένος για τα ειωθότα της δικής μας εποχής…

 Άλλωστε, ο έρωτας όταν συνοδεύεται από ζήλια, πάντα οδηγεί σε οριακές καταστάσεις (που έχουν εμπνεύσει μεγάλους τραγωδούς) πόσο μάλλον σε συνθήκες, ήδη εμπόλεμες, όπου το ΕΓΩ πρέπει να θυσιαστεί για το καλό του ΕΜΕΙΣ και για ιδανικά μεγαλύτερα από την προσωπική ευτυχία και αυτοπραγμάτωση.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Η Ταινία Lego 2» του Μάικ Μίτσελ (Tanweer)

«Παγωμένος Λίαμ Νίσον και ασιατικό σινεμά», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ερασιτεχνισμός σε αυτή την χώρα, τελικά, είναι το μπαϊράκι της μεγαλειώδους πτώσης μας. Μην παραξενεύεστε καθόλου. Και η κάθοδος ενός κράτους στα ερέβη έχει την σημαία της. Το δικό μας είναι ο γυαλιστερός, ξεβράκωτος αμπλαούμπλας με τα γουρλωτά, από έκπληξη, μάτια και την γλώσσα έξω κάπως χλευαστικά.

Ταινία με Χρυσή Σφαίρα στολισμένη, φουλ βραβεία παντού, 10 οσκαρικές υποψηφιότητες, κατασκευαστικά χρεωμένη σε σύγχρονο Έλληνα δημιουργό, σούπερ ντούπερ καστ και μια κουστωδία από άρθρα ύμνους, διθυράμβους να βοά η οικουμένη όλη και να δημιουργείται τέτοιο μπάχαλο στην δική μας διανομή; Πού (;)… μα, στην γενέτειρα χώρα του σκηνοθέτη, διάολε! Είναι δυνατόν; Οι όποιες υποδείξεις κατόπιν εορτής είναι εντελώς άσφαιρες και φυσικά όσες κι αν γράψεις θα είναι ακόμα μια σταγόνα στον ωκεανό της ανοησίας.

Στην εποχή του εκμαυλισμού και του τεχνολογικού φασισμού, όπου τα πάντα έχουν διάρκεια ζωής ελάχιστων δευτερολέπτων και οι ημερομηνίες λήξεως έχουν φθίνουσα πορεία, εκεί που η όποια πνευματική δημιουργία μεταμορφώνεται στο πιτς φιτίλι σε μαλλιαρό τόπι από το ψηφιακό κλοτσοσκούφι, εμείς λοιπόν, η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αντί να προστατεύσουμε το εξαιρετικό, το στήνουμε στον τοίχο και από τα τρία μέτρα δολοφονούμε κάθε τι, που πιθανώς να ανεβάσει ένα κλικ πιο πάνω από το μηδέν το πατριωτικό θερμόμετρο μέσα μας.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως γράφοντας, πως είναι εντελώς διαφορετικό το «δολοφονώ» από το «σκοτώνω». Στο πρώτο υπάρχει ο δόλος, το σχέδιο ενώ στο δεύτερο, απλά, είναι η μετάβαση από το φως της ζωής στο σκότος του θανάτου σε στιγμές άμυνας, όταν κινδυνεύει η σωματική σου ακεραιότητα ή η πατρίδα σου, η οικογένεια σου ή η ίδια η ζωή σου. Εμείς όμως «δολοφονούμε». Γιατί όμως; Γιατί η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου έτυχε τέτοιας μεταχείρισης από την Ελλάδα; Αν όχι οι πρώτοι, τουλάχιστον από τους πρώτους έπρεπε να είμαστε στην παγκόσμια διανομή και αντ΄ αυτού γίναμε ουραγοί, ο τελευταίος τροχός της άμαξας σε ένα θέμα που μας αφορά, έστω ως κοινή πατρίδα με τον Έλληνα δημιουργό.

Η ταινία, «Η Ευνοούμενη», ενώ ήταν προγραμματισμένη να προβληθεί στην χώρα μας, αρχικά στις 3 Ιανουαρίου, ω του θαύματος «φτερούγισε» για την 7η Φεβρουαρίου. Ω μυστήριο, τρανό και άλυτο, που καμιά εξήγηση σοβαρού επιπέδου δεν δόθηκε από την εταιρεία διανομής. Τελικά, με πιέσεις και συναδέλφους που έβαλαν τις φωνές και ο ταινιακός προγραμματισμός εισέπραξε το κράξιμο της αρκούδας, όπως λένε, στις 31 Ιανουαρίου, δηλαδή, την περασμένη εβδομάδα, βγήκε η ταινία, άκουσον άκουσον, σε δυο αθηναϊκές αίθουσες ως preview screenings και η ελληνική περιφέρεια να κοιτάει σαν χαζή την άκυρη κίνηση, ψιθυρίζοντας δίκαια: «μα καλά, εμείς είμαστε χωριάτες και παρακατιανοί;» Τα νταουνλοντάδικα στο ιντέρνετ δε, κινούνται με ταχύτητα σίφουνα και «Η Ευνοούμενη» το τελευταίο δεκαήμερο φορτώνεται στις σπιτικές οθόνες λες και είναι γαλέτα σε περίοδο εκστρατείας. Τέτοιο χάλι και ρεζιλίκι!

Προσέξτε τώρα το μέγεθος της υποκρισίας και της πολιτικής μισαλλοδοξίας. Ενεργοποιώ αμέσως την μνήμη και σας υπενθυμίζω ένα κινηματογραφικό περιστατικό ακριβώς προ 15ετίας.

Την ημέρα της πρεμιέρας στην Ελλάδα του πρώτου μέρους της τριλογίας του αείμνηστου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που Δακρύζει» στις 12 Φεβρουαρίου 2004 (Πρωθυπουργός ο Κων/νος Σημίτης και υπουργός Πολιτισμού ο Ευάγγελος Βενιζέλος)  με παράλληλη προβολή στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου (οπού συμμετείχε η ταινία και τίποτα δεν πήρε), υπήρξε απευθείας σύνδεση, μέσω δορυφόρου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο Βερολίνο (άκουσον!) Το κοινό της πρεμιέρας στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και την Πάτρα παρακολούθησε, – δώστε προσοχή – σε απευθείας μετάδοση τον χαιρετισμό του σκηνοθέτη από την γερμανική πρωτεύουσα. Ένα χαιρετισμό που προλόγισε, μάλιστα, ο τότε υπουργός Πολιτισμού. Ε ρε, χλιδή και μεγαλεία για τον Έλληνα Σκηνοθέτη!!! Άλλο όμως είναι ο Γιώργος Λάνθιμος της αλλοδαπής, κι άλλο ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος της ημεδαπής, Κρόνιας Ελλάδας, της χώρας με την μια και μοναδική ταχύτητα στο σασμάν της προόδου… της όπισθεν.  

«Ψυχρή Καταδίωξη»

(Cold Pursuit)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, Νορβηγία, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χανς Πέτερ Μόλαντ
  • Με τους: Λίαμ Νίσον, Τομ Μπέιτμαν, Τομ Τζάκσον, Γουίλιαμ Φόρσαιθ, Έμι Ρόσουμ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ακόμα μια ταινία, αυτή την φορά από την παγωμένη, βόρεια Ευρώπη, που πήρε το «εισιτηριάκι» για την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και από την χιονισμένη, ορεινή Νορβηγία κατέληξε στο, επίσης, χιονοσκεπασμένο Κίχο του Κολοράντο.

Οι διαφορές εδώ όμως είναι άκρως σημαντικές από τα υπόλοιπα, γνωστά εξαμερικανισμένα ριμέικ. Πρώτον, ότι ο εξαιρετικός, Νορβηγός σκηνοθέτης Χανς Πέτερ Μόλαντ, που έγινε γνωστός στο κινηματογραφόφιλο κοινό από την πικρόχολη περιπέτεια «Με Σειρά Εξαφάνισης» του 2014, πήρε την ταινία του και με το διασκευασμένο σενάριο του Αμερικανού Φρανκ Μπόλντουιν την ρολάρισε στο Χόλιγουντ, σκηνοθετώντας ο ίδιος το ριμέικ.

Την θέση του ερασιτέχνη, εκδικητή Στέλαν Σκάσγκαρντ (υπέροχος) αναλαμβάνει ο χειμαρρώδης και άκαμπτος, επίσης, πανύψηλος Λίαμ Νίσον, ο οποίος τα πάει μια χαρά. Ο Μπόλντουιν στο σενάριο επιδίδεται σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, που αφορούν περισσότερο την αμερικανική επικράτεια, αλλά κρατάει τον ρυθμό αφήγησης στην σκηνοθετική γραμμή του Νορβηγού Μόλαντ.

Ταινία που ανακατεύει το πικρό με το γλυκό, την περιπέτεια με την αγωνία, το χιούμορ με το δράμα, το γελοίο με το αστείο και τον Ταραντίνο με τους αδελφούς Κοέν. Ευχάριστη και η παρουσία του αγαπητού Γουίλιαμ Φόρσαιθ, ενώ ο αδέκαστος και ολίγον αδέξιος περί φόνων Λίαμ στα σένια του μετά από πολύ καιρό να τα βάζει με πανηλίθιους, δολοφονικούς μαφιόζους που φέρουν απίστευτα παρατσούκλια.

Στο Κίχο του Κολοράντο η θερμοκρασία είναι 10 βαθμοί υπό του μηδενός και ολοένα χαμηλώνει. Στο γκλαμουράτο χειμερινό θέρετρο των Βραχωδών Ορέων η τοπική Αστυνομία συνήθως δεν έχει δουλειά μέχρι την ημέρα που ο γιος του Νελς Λίμα Νίσον – καλός), ενός ταπεινού οδηγού εκχιονιστικού μηχανήματος του δήμου και βραβευμένου από την κοινότητα, δολοφονείται ύστερα από εντολή του «Βίκινγκ», του τοπικού ναρκο-βαρόνου.

Οργισμένος και εξοπλισμένος με τα βαριά μηχανήματα, ο Νελς αποφασίζει να εξολοθρεύσει το καρτέλ ξεπαστρεύοντας ένα, ένα τα μέλη του, αλλά το μόνο που γνωρίζει από φόνους είναι ό,τι έχει διαβάσει στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

Καθώς τα πτώματα στοιβάζονται, σφοδρός πόλεμος ξεσπά μεταξύ του ναρκο-βαρόνου και του αρχιμαφιόζου «Γουάιτ Μπουλ» και οι πλαγιές της μικρής πόλης από ολόλευκες βάφονται κόκκινες.

«Το Γύρισμα της Τύχης»

(Hattrick)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ιράν (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ραμτίν Λαβαφιπούρ
  • Με τους: Αμίρ Τζαντιντί, Παρινάζ Ιζαντιάρ, Σαμπέλ Αμπάρ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Ama Films

Η μεγάλη του Ιράν κινηματογραφική σχολή, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτής της ταινίας, δηλαδή, η σχολή του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί για να είμαστε πιο σαφείς. Ο 43χρονος  δημιουργός της ταινίας, Ραμτίν Λαβαφιπούρ γεννημένος στο Ιράν και στην τρίτη μεγάλη μήκους του περίτρανα επιβεβαιώνει, πως είναι ένα γνήσιο τέκνο της φαραντιανής εκπαίδευσης και δεν το κρύβει άλλωστε. Κολάσιμες ομοιότητες και ίδιος τρόπος «γραφής» με το σινεμά του βραβευμένου συμπατριώτη του.

Στόρι που περιορίζεται επίμονα στον χώρο ενός αυτοκίνητου (το μικρότερο σε διάρκεια χρόνου) και σε ένα σπίτι με φόντο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που προβάλει απευθείας η τηλεόραση (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας). Οι γνωστές «μάχες» ανάμεσα σε τέσσερις νέους ανθρώπους (δυο γυναίκες και δυο άνδρες) και κέντρο βάρους τις σύγχρονες, μαύρες τρύπες της ιρανικής, αστικής κοινωνίας. Σιγά τα ωά και μάλιστα αρκετά επιπόλαια κτυπημένα για να γίνει σωστή η ομελέτα.

Σενάριο που δεν λειτουργεί δελεαστικά, βασανιστικά φλύαρο, πλήθος κενών και αναπάντητων ερωτημάτων στα δρώμενα, έωλα μηνύματα, με καλούτσικες ερμηνείες και βασιλεύουσα, η κινηματογραφο-θεατρική κάμερα, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από τοίχο σε τοίχο, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια ο ιρανικός κινηματογράφος.

Χαμηλών προσδοκιών ο Ραμτίν Λαβαφιπούρ, καθώς το έχουμε δει ξανά και ξανά το θέμα και μάλιστα πιο ολοκληρωμένο από τον πρωτομάστορα Φαραντί, οπότε μια συμπαθητική σκηνοθεσία με όμορφη φωτογραφία κλειστών χώρων από μόνα τους δεν είναι αρκετά.   

Περασμένα μεσάνυχτα και ο αστός Φαρσάντ με την έγκυο γυναίκα του επιστρέφουν από ένα πάρτι, έχοντας μαζί στο αυτοκίνητο τους τον παιδικό του φίλο και μια κοπέλα που γνώρισε πρόσφατα. Χρέη, δανεικά, κάτι οικόπεδα δίχως αξία, ένα οικονομικό αλισβερίσι και αποκαλύπτεται ότι ο Φαρσάντ είναι δεινός τζογαδόρος, που παίζει πολλά χρήματα στο ποδοσφαιρικό «στοίχημα».

 Κατά την διαδρομή κτυπάει με το αυτοκίνητο έναν άνθρωπο (που ποτέ δεν βλέπουμε), νομίζουν ότι τον σκότωσαν και για να αποφύγουν την αστυνομία μεταφέρονται σε κατάσταση ημι-πανικού στο σπίτι της κοπέλας του φίλου του Φαρσάντ. Ο τύπος όμως, δεν χολοσκάει με το ατύχημα (δεν γνωρίζουμε εάν ζει ή πέθανε ο υποτιθέμενος, κτυπημένος άνθρωπος), γιατί το μυαλό του είναι απασχολημένο στο στοίχημα, καθώς έχει ποντάρει ένα χοντρό, χρηματικό ποσό που παίζεται η υπόληψη του, ο γάμος και η φιλία του.

Στο σπίτι της κοπέλας που καταλήξανε οι τέσσερις τους και με την τηλεόραση να μεταδίδει το ματς, μπερδεμένοι και φοβισμένοι ψάχνουν για να πράξουν το σωστό. Οι αρχικές συνομιλίες για το ατύχημα αντικαθίστανται σύντομα από συζητήσεις σχετικά με κρυμμένα μυστικά.

«Ο Χαρισματικός»

(The Prodigy)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νίκολας ΜακΚάρθι
  • Με τους: Τέιλορ Σίλινγκ, Κολμ Φιόρε, Μπρίτανι Άλεν, Ντέιβιντ Κόλσμιθ, Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, Μπρίτανι Άλεν, Πίτερ Μούνεϊ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Διαβασμένος σωστά στο σινεμά τρόμου ο 49χρονος, Αμερικανός Νίκολας ΜακΚάρθι στην τρίτη κατά σειρά ταινία του (Η Συμφωνία). Σενάριο με συμπαθητικές, θα μπορούσαμε να πούμε, μεταφυσικές ανατροπές και έδαφος δράσης ένα αγόρι, που μέσα του εγκαταστάθηκε η ψυχή ενός παράφρονα, κατά συρροή δολοφόνου γυναικών με ιδιαίτερη προτίμηση στα άνω άκρα των θηλυκών.

Η σκηνοθετική χαρτογράφηση, ως επί το πλείστον, είναι ένα σκοτεινό, προωθημένο copy paste, πάνω στον μέγιστο του είδους, Μάριο Μπάβα, ενώ η αγωνία κλιμακώνεται άνευ εφηβικών jump scares, καθώς το plot αφορά και το ενήλικο κοινό. Οκ, θα αναλογιστείτε εύλογα: «Ξανά μια ταινία τρόμου με σατανόπαιδο;» Δεν θα διαφωνήσω, αλλά το «Prodigy» στο είδος του μεταφυσικού – ψυχολογικού θρίλερ συντηρεί την απαραίτητη ατμόσφαιρα και είναι φιλότιμα φτιαγμένο.

Στην συγκεκριμένη παραγωγή μόνο, αυτό που δεν «κουμπώνει» σωστά είναι οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών – εκτός του πιτσιρικά Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, που βγάζει πένα το psychο -, οι υπόλοιποι λειτουργούν σε μονοδιάστατο βηματισμό, εντελώς άνευρα με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Η Τέιλορ Σίλινγκ ως μητέρα του κατειλημμένου μικρού απλά επιπλέει στο σενάριο και δεν επιδίδεται σε ερμηνευτικά μακροβούτια στον βυθό του δράματος που την κατατρέχει, ώστε να μας πάρει μαζί της. Ενδιαφέρουσα η μουσική του Τζόζεφ Μπισάρα («Η Κατάρα» «Insidious») σε συνθέσεις με πνευστά και έγχορδα μόνο, αλλά και το μοντάζ που συντηρεί ρυθμό και ένταση.  

Την ίδια στιγμή που η αστυνομία σκοτώνει τον περιβόητο, ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ του Οχάιο έξω από το σπίτι του, την ίδια ακριβώς στιγμή η Σάρα (Τέιλορ Σίλινγκ), φέρνει στον κόσμο τον γιό της Μάιλς (Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ).

Ο 2χρονος Μαίλς αρχίζει να φανερώνει μια ξεχωριστή για την ηλικία του ευφυΐα μέχρι που θα φτάσει στην ηλικία των οκτώ ετών, όπου θα συμβούν δυσάρεστες και βίαιες αποκαλύψεις, που αφορούν τον ψυχισμό του παιδιού. Η Σάρα αρχίζει να πιστεύει πως ο γιος της κυριεύεται από υπερφυσικές, χθόνιες δυνάμεις. Ο Μάιλς όμως έχει κυριευτεί από την ψυχή του δολοφόνου γυναικών του Οχάιο, που χρησιμοποιεί το σώμα του πιτσιρικά για δικούς του λόγους.  

Ανησυχώντας για την ασφάλεια της οικογένειάς της καλείται να διαλέξει ανάμεσα στο μητρικό ένστικτο που την προτρέπει να προστατεύσει τον Μάιλς, και την απεγνωσμένη ανάγκη της να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Η Σάρα θα αναζητήσει τις απαντήσεις στο παρελθόν, σε μια τρομακτική διαδρομή όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αντίληψη και την πραγματικότητα θα γίνει θολή.

«Απαγορευμένες Συναντήσεις»

(The Reports on Sarah and Saleem)     

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Παλαιστίνη, Γερμανία, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μουάγιαντ Άλαγιαν
  • Με τους: Αντίμπ Σαφάντι, Σιβάν Κρέτσνερ, Ισάι Γκόλαν, Μάισα Αμπτ Ελχάντι
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Σάρα είναι Ισραηλινή και έχει μία καφετέρια στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ο Σαλίμ είναι Παλαιστίνιος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και κάνει παραδόσεις σε επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Σάρα.

Παρόλο που ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, η Σάρα και ο Σαλίμ διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, ρισκάροντας έτσι την φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή των οικογενειών τους.

Όταν μία ριψοκίνδυνη μεταμεσονύχτια συνάντησή τους πάει στραβά, ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν όλα μεγαλώνει και οι δύο τους παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ οι απελπισμένες προσπάθειές τους να σώσουν ό, τι έχει μείνει από τις ζωές τους, κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αμείλικτο κατοχικό μηχανισμό και τις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις, ο Σαλίμ και η Σάρα βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξαπάτησης και παρανοήσεων, που ούτε η αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του.

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της μαύρης κωμωδίας του «Love, Theft and Other Entaglements» στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Μουάγιαντ Άλαγιαν επιστρέφει με μια ιστορία που κρύβει στον πυρήνα της απαγορευμένες επιθυμίες, μυστικά και ψέματα. «Αρχικά ήθελα να κάνω το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο με την ιστορία αυτή», εξηγεί ο Άλαγιαν. «Μου αρέσουν οι ανατροπές της ζωής. Μου αρέσει να ακούω για την ριζοσπαστική πλευρά της ζωής, το αναπάντεχο, το απρόοπτο. Πώς οι ζωές αλλάζουν για πάντα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν το δευτερόλεπτο αυτό περάσει και αντιμετωπίζουν ό, τι έρχεται μετά. Είναι τόσο μικρή η απόσταση που σε χωρίζει από την καταστροφή. Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ που γνωρίζω εγώ».

«Θέλουμε να κάνουμε ταινίες για ανθρώπους σε θέσεις και καταστάσεις που είναι μεγαλύτερες από τους ίδιους», εξηγεί ο Ράμι Άλαγιαν, αδελφός του Μουάγιαντ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο της ταινίας. «Άνθρωποι που δεν έχουν τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές της ζωής. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες για το πώς τα καταφέρνεις, πώς ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά».

Έχοντας δουλέψει χρόνια πάνω στην ιστορία, τα δύο αδέλφια επανήλθαν σε αυτήν μετά την επιτυχία της πρώτης τους ταινίας. «Όταν επιστρέψαμε στο σενάριο», εξηγεί ο Μουάγιαντ Άλαγιαν, «συζητήσαμε επί μακρόν για τις διάφορες δομές και οπτικές γωνίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ιστορία. Δεν περίμενα την πρόταση του Ράμι να βάλουμε και τους τέσσερις χαρακτήρες στο κέντρο της ιστορίας, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι είχε δίκιο: το περίπλοκο υπόβαθρο των χαρακτήρων είναι βασικό για να τους καταλάβουμε, χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και την αίσθηση των διχασμένων κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της».

«Η Κλεμμένη Πριγκίπισσα»

(Vykradena pryntsesa: Ruslan i Lyudmyla / The Stolen Princess: Ruslan and Ludmila)

 

  • Είδος: Animation μεταγλωττισμένο στα Ελληνικά
  • Παραγωγή: Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Όλε Μαλαμούτζ
  • Οι φωνές των: Παύλου Πιέρρου, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Γιώργου Σκουφή, Νίκου Παπαδόπουλου, Δημήτρη Μάριζα, Θανάση Κουρλαμπά, Άρη Γεροντάκη, Βασίλη Μήλιου, Άλκη Ζερβού, Παναγιώτη Τσακαλάκου, Μαρία Ζερβού
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Neo Films

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή των γενναίων ιπποτών, των πανέμορφων πριγκιπισσών και των πολεμιστών μάγων. Ο Ρούσλαν, ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που ονειρεύεται να γίνει κάποτε ιππότης, συναντά την όμορφη Μίλα και την ερωτεύεται πριν συνειδητοποιήσει ότι είναι η κόρη του Βασιλιά.

 Ωστόσο, η αγάπη τους δεν θα προλάβει να ανθίσει καθώς ο Τσόρνομορ, ο κακός μάγος, κλέβει τη Μίλα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Ρούσλαν και προσπαθεί να απομυζήσει την αγάπη της για να τροφοδοτήσει τη μαγεία του.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ρούσλαν ξεκινάει μια επική περιπέτεια ώστε να σώσει την κλεμμένη πριγκίπισσα και να αποδείξει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τη μαγεία.

Η Μίλα είναι η κόρη του Βασιλιά και σε όλη της τη ζωή έχει βιώσει τον κόσμο μόνο μέσω της τεράστιας συλλογής βιβλίων της.

Είναι γεμάτη αυτοεκτίμηση και πανέξυπνη, και δεν μπορεί να φανταστεί μια ζωή που θα προκύψει από προξενιό, με αποτέλεσμα να επαναστατεί κατά του άγριου και αδυσώπητου πατέρα της. Μόνο όταν η αληθινή αγάπη τής χτυπά την πόρτα, αρχίζει να ονειρεύεται τη ζωή που ήταν γραφτό να ζήσει – πάντα όμως σύμφωνα με τους δικούς της όρους.

Ο Ρούσλαν είναι ένας φτωχός περιπλανώμενος βάρδος που όλα τα υπάρχοντά του χωρούν σε μια χειράμαξα καθώς εκείνος ταξιδεύει και δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη.

Συχνά, καθώς διασκεδάζει τους πολίτες, υποδύεται γενναίους χαρακτήρες και ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά τους στην προσωπικότητά του. Ο Ρούσλαν έχει έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ηθικής και του δικαίου και πολλές φορές προσπαθεί να σώσει τους υπόλοιπους συνάδελφους καλλιτέχνες από δύσκολες καταστάσεις.

Ο Τσόρνομορ κρύβεται σε ένα πελώριο κάστρο κρυμμένο στα βάθη της Γουόντερλαντ, ένα μέρος στο οποίο μπορείς να φτάσεις μόνο μέσω μιας μυστικής πύλης.

Μία από τις αδυναμίες του είναι ότι χρειάζεται να αναπληρώσει τις μαγικές του δυνάμεις με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκτηθούν. Για το σκοπό αυτό, απαγάγει δεσποσύνες και κλέβει τη ζωτική τους ενέργεια μέσω μιας δραματικής τελετής που τις μεταμορφώνει σε πέτρα.

Προβάλλονται επίσης:

Το πρώτο ευρωπαϊκό computer screen movie, που κέρδισε το βραβείο νεότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Scopophilia» της Ναταλίας Λαμπροπούλου και της Ηλέκτρας Αγγελετοπούλου.

«Σαρωτική, Αξιαγάπητη και «Ευνοούμενη»» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αφορμή τούτου του μικρού κειμένου, προ της παρουσίασης των εβδομαδιαίων ταινιών, είναι, φυσικά, η επιτυχία του Έλληνα σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου και η αξιόλογη πορεία του στην δύσκολη και απαιτητική αλλοδαπή. Ένας Έλληνας εκτός των τειχών, όπως τόσοι άλλοι, που ανεβάζει τον πήχη σε τρανά, καλλιτεχνικά ύψη τα τελευταία χρόνια της μακάβριας, ελληνικής μιζέριας. Για να εξηγούμεθα και να είμαστε δίκαιοι στις υπεύθυνες θέσεις που βρισκόμαστε, να γράψουμε πως ουδεμία σχέση ή συγγένεια έχει η Ελλάδα με τις επιτυχίες του Γιώργου Λάνθιμου, παρά μόνο ότι ο άνθρωπος είναι γέννημα θρέμμα Έλληνας. Πέραν αυτού η όποια ταύτιση του στιλ: «Ο Γιώργος κάνει υπερήφανη την Ελλάδα» ή «Η Ελλάδα στα Όσκαρ» ή όποια άλλη ανοησία εκφέρεται λαϊκίστικα, είναι απλά μάντολες.

Εάν ήθελε μερίδιο από την διεθνή επιτυχία του Λάνθιμου η χώρα μας, ας μεριμνούσε να κρατήσει το τέκνο της στις φτερούγες της, μαζί και όλους τους υπόλοιπους, και τότε ο σκηνοθέτης ας εμφανίζεται στις βραβεύσεις με  ansanble την γαλανόλευκη, που λέει ο λόγος. Ό,τι κατάφερε ο Γιώργος Λάνθιμος είναι απόλυτη εργασία του προσωπικού του ταλέντου, της δύναμης, του μόχθου και των γόνιμων επαφών που εκτίμησαν την κινηματογραφική του γραφή, τον προώθησαν για να φτάσει με το σπαθί του στο βάθρο των μέγιστων. Από εκεί και έπειτα η Ελλάδα είναι μια πιο εσωτερική έννοια, μια βαθιά ριζωμένη ιδέα για τον κάθε μετανάστη, που δεν ταυτίζεται με το ερεβώδες παρών, όταν το κάθε κουβέρνο αναγκάζει το μέλλον του έθνους να φτιάξει βαλίτσες για να γλυτώσει από την ελώδη και «θανατερή» περιοχή.

Πάντως, τοποθετώντας για λίγο τον Γιώργο Λάνθιμο στην άκρη, ό οποίος δεν θα σταματήσει να απασχολεί θετικά τον χώρο της 7ης Τέχνης, επιθυμώ να βάλω διακριτικά μια σκέψη στο τραπέζι, που με απασχολεί ως πολίτη αυτού του ευλογημένου τόπου, που ναι, είναι ευλογημένος, ασχέτως εάν εμείς οι Έλληνες δεν τον σεβόμαστε, δεν τον προστατεύουμε, συνεπώς δεν τον αγαπάμε.

Αγαπητοί μου φίλοι μου, έχετε παρατηρήσει κάπως, πως έπειτα από πολλές πολλές δεκαετίες η Ελλάδα, ως σημείο αναφοράς, αναδύεται ξανά στην επιφάνεια και ολοένα πιο συχνά, αν και αποικία χειρίστου είδους, συζητιέται και «παίζει» παντού ως η πολύτιμη εξέδρα ανασύστασης πραγμάτων; Στις επιστήμες, στις τέχνες, στον αθλητισμό, στον τουρισμό, στις εξαγωγές εκλεκτών, αγροτικών προϊόντων συμβαίνει μια πρωτοφανής επέλαση, βέβαια μικρή σε ένταση, αλλά διαφαίνεται άκρως σημαντική και με αυξητική δυναμική. Όποιος προκομμένος «αερίστηκε» από την πατρίδα μας προόδευσε τα μάλα σε όλους τους τομείς.

Όποιος ασχολήθηκε με σωφροσύνη στον παραγωγικό κλάδο, με στόχο τα προϊόντα του να ταξιδεύουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, δίχως καμιά βοήθεια από το ανάλγητο κράτος, στέφθηκε με επιτυχία και πολλοί από αυτούς για να βρούν την λεγόμενη επιχειρηματική τους υγεία, τράβηξαν τις δουλειές τους μακριά από τον νοσηρό, πύρινο κλοιό του ελληνικού, φορολογικού καθεστώτος.

Έπειτα, είναι και το απίστευτο κρεσέντο του τουρισμού που για εννιά μήνες «πνίγεται» η χώρα μας από αφίξεις ρεκόρ, ενώ παράλληλα όλοι μας έχουμε καταλήξει να είμαστε οι καμαρότοι και οι σερβιτόροι των Φράγκων, των Αγγλοσαξώνων, των Ούννων, όπως άριστα είχε προβλέψει άλλωστε και ο αείμνηστος «εθνάρχης», όταν έσπρωξε την χώρα μας τυφλά και απροετοίμαστα στο κατώφλι της τότε Ε.Ο.Κ.

Κάτι συμβαίνει θαρρείς, που δεν έχει να κάνει με εμάς, εδώ τους ουτιδανούς γηγενείς, καθώς η ιστορία μας παραχαράζεται σκαιώς και εμείς δεν αντιδρούμε, το παρελθόν μας γκρεμίζεται και εμείς απλά κοιτάζουμε την υπέροχη κουτρουβάλα, η χώρα αργά αργά διαμελίζεται, παραδίδεται και εμείς πάλι περιδιαβαίνουμε τις φωταγωγημένες λεωφόρους της απάθειας. Κάτι υπέροχο συμβαίνει εκεί έξω, ελπιδοφόρο όπου μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες Ελλήνων ανθρώπων, δικοί μας, λαμπροί άνθρωποι δομούν ένα νέο κοσμοδρόμιο ιδεών υψηλών προδιαγραφών, κάπου αλλού, με γνώση, σθένος, ταλέντο και απέραντη αγάπη θέλω να πιστεύω, για αυτό που είναι ως δημιουργικές οντότητες, ενώ η πατρίδα μας δεν έδωσε την δυνατότητα να το εκφράσουν, να το υλοποιήσουν.

Πάνω που θεωρούσαμε, ότι έπαψε ο φόρος του Μινώταυρου, η αποικία Ελλάς συνεχίζει να πληρώνει το αντίτιμο. Άλλωστε το πέρασμα από την μια όχθη στην άλλη του ορμητικού ποταμιού, ως γνωστόν, είναι για ελάχιστους.             

«Η Ευνοούμενη»

(The Favourite)

 

  • Είδος: Δραμεντί ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιρλανδία, Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
  • Με τους: Ολίβια Κόλμαν, Ρέιτσελ Βάις, Έμα Στόουν, Νίκολας Χουλτ, Τζο Άλγουιν
  • Διάρκεια: 120 λεπτά
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Α΄ Γυναικείου Ρόλου

Η βασίλισσα Άννα της Αγγλίας του οίκου των Στιούαρτ, η άνασσα δίχως απογόνους, ήταν η γυναίκα που μαζί με τον πανούργο και δολοπλόκο Γουλιέλμο της Οράγγης άλλαξαν την γραμμή αίματος του αγγλικού στέμματος, φτιάχνοντας το έδαφος για τους γνωστούς, σημερινούς Γουίνσδορ.

Ο Γιώργος Λάνθιμος φτιάχνει μια διακριτικά σκοτεινή, υπέροχα δραματική γεμάτη γλυκόπικρη σάτιρα και χιούμορ ταινία, παίζοντας έξυπνα στην αυλή του Μπάκιγχαμ και με σκωπτική διάθεση τοποθετεί στο σενάριο την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα της άστατης και βαθιά συμπλεγματικής γυναίκας που η κεφαλή της έφερε την κορώνα του νεοσύστατου  Βασίλειου της Μεγάλης Αγγλίας, συμπεριλαμβανομένης επίσημα τότε και τα κράτη της Σκωτίας και της Ιρλανδίας.

Στον ρόλο της τρομερής βασίλισσας η ασυναγώνιστη Ολίβια Κόλμαν που κατακτά τον θεατή από την πρώτη σεκάνς. Στον κύκλο της αυλής, στην διάσταση της τρέλας των γαλαζοαίματων, της δυσώδους καμαρίλας και της πολιτικής ίντριγκας (τότε  εμφανίζεται και ο δικομματισμός με τους Τόρις και τους Γουίγκς (Ουίγοι)) συμμετέχει ενεργά η παιδική φίλη της βασίλισσας Άννας, η πατριώτισσα σκύλα, σύμβουλος, Λαίδη Σάρα Τζένινγκς, που για ένα σοβαρό χρονικό διάστημα κυβερνούσε την Αγγλία και συνάμα ήταν παρτενέρ εντός και εκτός των στρωσιδιών του κρεβατιού της Άννας. Η Ρέιτσελ Βάις ως Λαίδη Σάρα είναι υπέροχη σε ένα ρόλο που σε αφήνει άφωνο, μια καταλυτική γυναικεία παρουσία, που κρατάει αυτοκρατορίες και διαλύει ανθρώπους.

Και για να συμπληρωθεί η θηλυκή τρόικα του Γιώργου Λάνθιμου, εμφανίζεται σαν σίφουνας η απένταρη και έκπτωτη Λαίδη, η ξαδέρφη της Σάρας που μετατρέπεται σε κοινωνικά ανερχόμενη καμαριέρα Άμπιγκεϊλ. Η επιλογή της Έμα Στόουν ως «Ευνοούμενης» του σεναρίου και της βασίλισσας, είναι εύστοχη και κυριολεκτικώς η ηθοποιός βγάζει τον καλύτερο εαυτό της, δίχως να την κατατρέχουν τα μιούζικαλ φαντάσματα, οι σκιές διαφόρων επιτυχιών και αλλοτινών σινε-προϊόντων. Υπόθεση αμιγώς γυναικεία όλη η ταινία, περίτεχνα φτιαγμένη, κάτι που θεωρώ, πως ταιριάζει ταμάμ ως διαχείριση στον Έλληνα σκηνοθέτη να καταπιάνεται με τον γυναικείο ψυχισμό.

Η θηλυκή τρίλιζα του Έλληνα σκηνοθέτη γεμίζει ισόρροπες γραμμές την οθόνη, ενώνοντας απέραντα καλλιτεχνικά και επί της ουσίας ρόλους, καταστάσεις σε ένα σενάριο με απίθανες φόρμες κινηματογράφησης. Όσοι έχετε παρακολουθήσει προσεκτικά το σινεμά του Γιώργου Λάνθιμου θα διαπιστώσετε, ότι είναι η καλύτερη ταινία του μετά τον «Κυνόδοντα», καθώς είναι και η πρώτη τού σκηνοθέτη που κινείται στο πλαίσιο του είδους ταινιών ιστορικής περιόδου. Δηλαδή, ως παραγωγή των 15 εκατομμυρίων δολαρίων περίπου, πραγματικά φυσάει. Σκηνοθετικά είναι αυτό που λέμε masterpiece και υποκριτικά ένα χάρμα οφθαλμών.

Αρχές του 18ου αιώνα. Η Αγγλία βρίσκεται σε πόλεμο με τους Γάλλους. Παρόλα αυτά, οι αγώνες πάπιας και η κατανάλωση ανανά βρίσκονται στο απόγειό τους. Η φιλάσθενη και άκληρη Βασίλισσα Άννα (Ολίβια Κόλμαν – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ή!!!) με λατρεία στα κουνέλια (τα θεωρεί παιδιά της) βρίσκεται στον θρόνο και η στενή της φίλη, η Λαίδη Σάρα (Ρέιτσελ Βάις – α-π-ί-θ-α-ν-η!), σύζυγος του στρατηγού και δούκα του Μάρλμπορο, Τζον Τσόρτσιλ (οι πρόγονοι του Γουίστον Τσόρτσιλ), κυβερνά την χώρα στη θέση της βασίλισσας. Ο λόγος της είναι τσεκούρι και φωτιά. Την τρέμουν οι πολιτικοί, επιβλέπει τα οικονομικά του παλατιού, τιμωρεί και επιβραβεύει τους αυλικούς, μοιράζεται το ίδιο ερωτικό κρεβάτι με την βασίλισσα, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει για την υγεία και το συχνά απρόβλεπτο ταπεραμέντο της Άννας.

Όταν η νέα υπηρέτρια Άμπιγκεϊλ (Έμμα Στόουν – άψογη!), πρώην λαίδη και νυν άφραγκη άνευ τίτλου, καταφθάνει επεισοδιακά στο παλάτι για να ζητήσει δουλειά από την ξαδέλφη της Σάρα, τοποθετείται απαξιωτικά ως δουλικό στην κουζίνα. Σύντομα όμως η γοητεία της κινεί το ενδιαφέρον της ξαδέλφης, την παίρνει υπό την προστασία της και την τοποθετεί καμαριέρα της βασίλισσας.

Η Άμπιγκεϊλ, βλέποντας ότι τελικά άγγιξε τον στόχο της να βρίσκεται πλάι στην άνασσα, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να επιστρέψει στις αριστοκρατικές της ρίζες.

Οι δυο αντίπαλες, πολιτικές παρατάξεις της Αγγλίας εν καιρώ πολέμου βρίσκονται σε ρήξη (Τόρις και Ουίγοι) και οι τακτικές του πολέμου καταναλώνουν όλο τον χρόνο της Σάρα. Η Άμπιγκεϊλ χωρίς χάσιμο χρόνου παίρνει τη θέση της ξαδέλφης ως η συντροφιά της βασίλισσας σε όλα τα επίπεδα ανεξαιρέτως . Η φιλία βασίλισσας και καμαριέρας δίνει την ευκαιρία να κάνει πραγματικότητα τις φιλοδοξίες της και δεν θα αφήσει καμία γυναίκα, καμία πολιτική και… κανένα κουνέλι να σταθούν εμπόδιο στον δρόμο της.

Έχουμε μια ταινιάρα με το άψογο, κέντημα, μοντάζ του υποψηφίου για Όσκαρ Γιώργου Μαυροψαρίδη, ένα καλογραμμένο σενάριο της σχεδόν άγνωστης Ντέμπορα Ντέιβις και του τηλεοπτικού γραφιά Τόνι ΜακΝαμάρα, ενώ η φωτογραφία του Ιρλανδού Ρόμπι Ράιαν (Εγώ, ο Ντάνι Μπλέικ) με τις εναλλασσόμενες χρωματικές σε καθηλώνουν. Ειδικά, όταν η Βάις κινείται νυχτιάτικα και βιαστικά στα σκοτεινά, μυστικά περάσματα του παλατιού με ένα κερί στο χέρι και η κάμερα τραβάει σε χαμηλή και ευθεία λήψη, εκεί λες: όπα, μεγαλείο αγαπητέ μου!

Το σύνολο της ταινίας σφραγίζεται δοξαστικά με την προσεγμένη επιμέλεια της παραγωγής σε χλιδή και ατμόσφαιρα (πιάνει την εποχή εκατό τοις εκατό), αλλά και με το score του Τζόνι Μπερν, που εκτός των άλλων περιέχει μουσικά θέματα από Βιβάλντι, Μπαχ, Σούμπερτ. Όλη η ταινία θαρρείς, ότι είναι ένας πετυχημένος γάμος «Μπάρι Λίντον» και «Επικίνδυνων Σχέσεων», αλλά με άλλη πνοή, άλλη ματιά, άλλο ταμπεραμέντο.

Τώρα που απόλαυσα την ταινία καταλήγω, πως σίγουρα κινδυνεύει σοβαρά η Γκλεν Κλόουζ από την Ολίβια Κόλμαν για το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Αν και δεν έχω δει την «Wife» με τη Κλόουζ, εικάζω πως δεν πρόκειται να φτάσει μηδέ το μέτρο, μηδέ το ύψος και το εκτόπισμα της Κόλμαν. Η ηθοποιός παίζει με όλα της… τα μάτια, τα φρύδια, τα χείλη, τα ζυγωματικά και όλο το σώμα της είναι διαθέσιμα στον φακό του Γιώργου Λάνθιμου. Μπράβο της, Εύγε και στον Γιώργο Λάνθιμο! Και οι 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ βρίσκονται δίκαια στην ταινία. Μην την χάσετε!!!!     

«Flashback - Backtrace»

 

  • Είδος: Αστυνομικό
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Α. Μίλερ
  • Με τους: Σιλβέστερ Σταλόουν, Μέντοου Γουίλιαμς, Μάθιου Μοντίν
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Tanweer

Μια ακόμα police story στο κάδρο των ταινιών heist με πρωταγωνιστή τον γουρμασμένο Σλάι των 73 Μάηδων να μην το βάζει κάτω και να παίζει ξανά τον αστυνόμο, τον ήρωα που γράφει τον επίλογο σε ταινίες δράσης και περιπέτειας. Ο αγέρωχος Κλιντ σταμάτησε τα μπουνίδια και τα πιστολίδια στα 63 του, ρε γαμώτο, με την ταινία «Η δεύτερη Ευκαιρία» (In the Line of Fire). Το «Gran Torino» δεν πιάνεται γιατί μια καραμπίνα παίρνει ο «γέρος» και θυσιάζεται για το καλό των γειτόνων. Ο Σλάι όμως είναι αμετανόητος, καθώς συνεχίζει ακάθεκτος στην εξέδρα των ηρωισμών, ετοιμάζοντας προσεχώς το Ράμπο Νο 5, το Escape Plan 3, τους Αναλώσιμους υπ΄ αριθμόν 4 και πάει λέγοντας. Να είναι καλά ο άνθρωπος και να δέρνει, να σκοτώνει, να δαγκώνει σαν γέρικο λιοντάρι του βουνού.

Η ταινία του Μπράιαν Α. Μίλερ, που γράφει ότι θαύμαζε παιδιόθεν τον Σιλβέστερ Σταλόουν και ήθελε να φτιάξει μια ταινία μαζί του, κατάφερε το πρώτο… να έχει ως ηθοποιό τον έναν από τους τρεις διάσημους action men της δεκαετίας του ογδόντα. Ως ταινία είναι κάτω του μετρίου σε σενάριο και σκηνοθεσία. Αλλά και με το νούμερο 2 action man των έιτις γύρισε ταινία ο Μίλερ το 2015, τον Μπρους Γουίλις, την επίσης κάτω του μετρίου «Vice: Η Πόλη της Βίας».

Καμία έκπληξη, τα ίδια και τα ίδια σε ένα σενάριο αστυνομικού ενδιαφέροντος με προφανείς εξελίξεις και τον Μάθιου Μοντίν, που είναι ο άνθρωπος κλειδί της ιστορίας, συνεχώς σε αφασία. Ε, Σλάι είναι πάντα ο Σλάι…    

Μία ληστεία πάει στραβά στην μοιρασιά της λείας και γίνεται σφαγή ανάμεσα σε δυο ομάδες.

Ο μόνος επιζών ληστής (Μάθιου Μοντίν) παθαίνει αμνησία από σφαίρα στο κεφάλι. Φυλακίζεται σε νοσοκομείο και δεν θυμηθεί πού έκρυψε 5.000.000 δολάρια.

Όταν μία μυστηριώδης ομάδα τον βγάζει από το νοσοκομείο για να βρει τα λεφτά, του χορηγεί ένα πειραματικό φάρμακο που στέλνει το μυαλό του σε άλλες εποχές, αποκαλύπτοντας κρυμμένα μυστικά.

Όσο ο αστυνομικός (Σιλβέστερ Σταλόουν) βρίσκεται στα ίχνη του, ο ληστής παλεύει να θυμηθεί πριν ένας ξεχασμένος εχθρός τον ανακαλύψει και τον προλάβει.

«Αποδημητικά Πουλιά»

(Pájaros de Verano / Birds of Passage)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Κολομβία, Δανία, Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία : των : Σίρο Γκέρα και Κριστίνα Γκαλέγκο
  • Με τους: Καρμίνα Μαρτίνεζ, Τζον Ναρβάεζ, Χοσέ Ακόστα, Χοσέ Βιθέντε Κότε
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Danaos Films – Filmtrade

Η εναρκτήρια νότα που ξεκίνησε το τραγούδι του εμπορίου ναρκωτικών στην Κολομβία, γίνεται προσωπική υπόθεση μέσα από την τραγική ιστορία μιας οικογένειας γηγενών, των Wayuu που βρίσκονται, σχεδόν αυθόρμητα, αναμεμειγμένοι στην αναπτυσσόμενη επιχείρηση πώλησης μαριχουάνας στους νέους Αμερικανούς της δεκαετίας του ‘70.

Όταν η απληστία και το πάθος έρχονται σε σύγκρουση με τους άγραφους νόμους τιμής, ξεσπά ένας εμφύλιος πόλεμος που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τον πολιτισμό και τις προγονικές παραδόσεις τους.

Μία ταινία βαμμένη στο χρώμα του ακόρεστου πάθους του σύγχρονου κόσμου που έρχεται σε βίαιη σύγκρουση με την παράδοση.

Τρία χρόνια αφότου διεκδίκησε το ξενόγλωσσο Όσκαρ, ο δημιουργός του εξωτικού «Στην Αγκαλιά του Φιδιού» μετακομίζει από τις ζούγκλες του Αμαζονίου στις ερήμους της Κολομβίας, για λογαριασμό ενός βίαιου και υποβλητικού έπους, που αποτέλεσε την επίσημη έναρξη του φετινού Δεκαπενθημέρου Σκηνοθετών στις Κάννες

Χωρισμένη σε πέντε κεφάλαια – τραγούδια, και καλύπτοντας ένα χρονικό πλαίσιο τριών δεκαετιών, από τα μέσα του ’60 μέχρι τις αρχές του ’80, η ταινία παρακολουθεί  δυο φατρίες ιθαγενών στην έρημο της Βόρειας Κολομβίας να συγκρούονται όταν τα νεώτερα μέλη τους εμπλέκονται με την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών και στην πορεία παραβιάζουν τους κώδικες ηθικής με τους οποίους γαλουχήθηκαν.

«Η Θετική Πλευρά της Ζωής»

 (The Upside)     

 

  • Είδος: Κοινωνική δραμεντί
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Νιλ Μπέργκερ
  • Με τους: Μπράιαν Κράνστον, Κέβιν Χαρτ, Νικόλ Κίντμαν
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Odeon

Για πολλοστή φορά το Χόλιγουντ «τσιμπάει» ένα διαμαντάκι από την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και το μεταποιεί σε αμερικάνικο φο μπιζού. Ω θεοί… «Η Θετική Πλευρά της Ζωής» είναι remake του γαλλικού blockbuster «Άθικτοι» (Intouchables) των: ‘Ερικ Τολεντανό και Ολιβιέ Νακάς που πριν από οχτώ χρόνια έσπασε τα ταμεία, συγκίνησε όλο τον κόσμο και φώτισε υπέρλαμπρα τον αστέρα του Γαλλο-Σενεγαλέζου ηθοποιού Ομάρ Σι.

Οι παραγωγοί της ταινίας Τζέιον Μπλούμενταλ, Τοντ Μπλακ και Στιβ, σκέφτηκαν λοιπόν να προσφέρουν την αμερικανική άποψη στο γαλλικό κινηματογραφικό hit σε σκηνοθεσία Νιλ Μπέργκερ («Η Τριλογία της Απόκλισης», «Ο Μάγος Άιζενχαϊμ», «Απόλυτη Ευφυΐα»). Και φυσικά καμία σχέση το μεν με το δε, όσο feelgood κι αν προσπάθησαν να το κατασκευάσουν τα αμερικανάκια. Πως μοιάζει; Όπως ακριβώς είναι να τρως ναξιώτικο κολιό λιαστό και παριανή ξινομυζήθρα με τσίπουρο φτιαγμένα από Ταϊλανδέζο μετανάστη κάπου στο Μιζούρι. Θα τα δοκίμαζες; 

Αφάνταστο και χυδαία δαχτυλισμένο το σενάριο στην αμερικανική εκδοχή με τον συναισθηματικό χώρο ανάμεσα στους δυο άνδρες να γεμίζει ρωγμές, περισσότερο από την πλευρά του μαύρου «υπηρέτη», που κάνει, π.χ., φιγούρα στους φτωχούς του γκέτο με την Φεράρι του πλούσιου ή την άστοχη και αδέξια σεκάνς της συνάντησης σε γεύμα του τετραπληγικού, δισεκατομμυριούχου τεχνοκράτη με την γυναίκα που επιθυμεί ή το τραβηγμένο από τα μαλλιά American style happy end, κι άλλες αρκετές ανοησίες, που δεν θα αναφέρω.

Αμερικανιές, που η γαλλική εκδοχή δεν χρειαζόταν. Περιττά φτιασίδια για το φιλοθεάμον κοινό των ΗΠΑ, ικανά όμως να αλλοιώσουν όλο το υπέροχο υπόβαθρο και κάθε στιλ που στηρίζεται το βασικό, γαλλικό σενάριο. Άλλωστε η φιλία, τόσο του υπέροχου και εκφραστικού Φρανσουά Κλιζέ, όσο και του θυελλώδους Ομάρ Σιρ, γεφυρώθηκε ανιδιοτελώς, απαλλαγμένη από το ντεκόρ κοινοτυπιών και άλλων μελό ή μάγκικων στοιχείων. Σε άλλο ταμπλό έπαιξαν οι Γάλλοι και σε άλλο παίζουν οι Αμερικάνοι.

Άσε δε που ο Σι είναι ντερέκι (1,90 μ.), ομορφάντρας, στοιχείο καταλυτικό για τον ρόλο, ενώ ο καημένος Κέβιν Χαρτ με το ζόρι πιάνει το 1,60, όπου δίπλα στην Νικόλ Κίντμαν φαντάζει με νάνος. Φιλότιμες είναι οι προσπάθειες, πάντως, του πολύ καλού Μπράιαν Κράνστον και κατά τα άλλα άψογου Κέβιν Χαρτ, αλλά έως εδώ.             

Ο τετραπληγικός δισεκατομμυριούχος Φίλιπ Λακάς (Μπράιαν Κράνστον,  «Breaking Bad») προσλαμβάνει για βοηθό του έναν πρώην κατάδικο, ο οποίος είναι ελεύθερος υπό όρους, τον Ντελ Σκοτ (Κέβιν Χαρτ, «Jumanji: Καλώς Ήρθατε στη Ζούγκλα»), που βρίσκεται σε διάσταση με την γυναίκα του, μονίμως άφραγκος και σε άσχημη σχέση με τον γιό του, κοινώς ένας φτωχοδιάβολος που τα λέει χύμα και τσουβαλάτα. Κανείς δεν τον θέλει ως νοσοκόμο δίπλα στον κυριλέ τεχνοκράτη, ειδικά η πιστή και εργατική γραμματέας του Λακάς, η Ιβόν (Νικόλ Κίντμαν).

Ο καθηλωμένος στο αναπηρικό αμαξίδιο πλούσιος διακρίνει κάτι το ιδιαίτερο στον χαρακτήρα του Ντελ και αποφασίζει να τον προσλάβει, οπότε μια ιδιαίτερη σχέση αρχίζει να αναπτύσσεται ανάμεσα στον Φίλιπ και στον μαύρο νοσοκόμο του.

«Σέρλοκ Χολμς και Δρ. Γουάτσον»

(Holmes & Watson)

 

  • Είδος: κωμική περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Έϊταν Κόεν
  • Με τους: Γουίλ Φέρελ, Τζον Σ. Ράιλι, Λόρεν Λάπκους, Κέλι Μακντόναλντ, Ρέιφ Φάινς, Ρεμπέκα Χολ, Χιου Λόρι
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Είναι πλέον δεδομένο, ότι ο κωμικός Γουίλ Φέρελ είναι ταυτισμένος με την αμερικανική τρασιά, το άκρον άωτον της καφρο-κωμωδίας, ενώ είναι ηθοποιός καλών προδιαγραφών. Δυστυχώς, όλες οι ταινίες του αποτυπώνουν την θλιβερή όψη της αμερικάνικης κωμωδίας, που μάλιστα, έχει τεράστιο και φανατικό κοινό. Κάτι δηλαδή σαν τον αείμνηστο Στάθη Ψάλτη και σε πιο σύγχρονη εκδοχή τον Μάρκο Σεφερλή. Στην τελευταία του ταινία έβαλε στο στόχαστρο τον Σέρλοκ Χολμς και το αχώριστο ταίρι του, τον δρ Γουότσον, όπου στον ρόλο του γιατρού βλέπουμε τον επίσης πολύ καλό ηθοποιό Τζον Σ. Ράιλι, που τον απολαύσαμε τελευταίως ως Όλι στην υπέροχη ταινία «Χοντρός και Λιγνός».

Εδώ, δεν υπάρχει πεδίο κριτικής για να τοποθετηθούμε. Το συγκεκριμένο δίδυμο, Φέρελ και Ράιλι, για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι έχει συναντηθεί κινηματογραφικά στο παρελθόν δυο φορές. Η πρώτη είναι το 2006 στην ταινία «Ο Ελεεινός Ιππότης της Ασφάλτου» και η δεύτερη το 2008 στην ταινία «Αδέλφια για Κλάματα» σε σκηνοθεσία, και οι δυο ταινίες, του οσκαροβραβευμένου Άνταμ ΜακΚέι («Το Μεγάλο Σορτάρισμα» και «Vice: O Δεύτερος στην Ιεραρχία»).

Ο σκηνοθέτης Έιταν Κοέν στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του συνεργάζεται ξανά με τον Γουίλ Φέρελ και γενικώς κάνουν «ρόμπες» τον δαιμόνιο Άγγλο ντετέκτιβ και ήρωα του Σερ Κόναν Ντόιλ αλλά και τον γιατρό Γουότσον με τα κόμπλεξ κατωτερότητας.

Τώρα είναι απορίας άξιον ή σπάνε απλά πλάκα όταν στην ταινία συμμετέχουν ηθοποιάρες, όπως ο Ρέιφ Φάινς («Η Λίστα του Σίντλερ», «Άγγλος Ασθενής», «Ξενοδοχείο Grand Budapest») στον ρόλο του καθηγητή Μοριάρτι, του μεγάλου αντιπάλου του Χολμς, αλλά και ο Χιού Λιούρι (Δρ Χάουζ) και ο Στιβ Κούγκαν («Χονδρός και Λιγνός», «Philomena»). Μάλλον το δεύτερο, ε; Γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις στα σοβαρά αυτή την οθονική αρβάλα.

Εντάξει γελάς σε κάποια σημεία, όπως γελάς όταν δεις κάποιον να σαβουριάζεται ένδοξα με το πρόσωπο μέσα σε τρεις καρτέλες με αυγά. Άρα συμπεράνουμε, ότι μάλλον όλοι οι παραπάνω είπαν να ξεσκάσουν λίγο και να παίξουν με τον Φέρελ σε μια απύθμενη βλακεία που είναι υποψήφια, νομίζω, περίπου για 10 Χρυσά Βατόμουρα. Τα Χρυσά Βατόμουρα είναι τα βραβεία για τις χειρότερες ταινίες, ο αντίποδας των Όσκαρ.         

Όταν ένα πτώμα αποκαλύπτεται μέσα στην τούρτα γενεθλίων του Χόλμς (Γουιλ Φέρελ), όλα δείχνουν ότι πίσω από τη νοσηρή έκπληξη κρύβεται το εγκληματικό μυαλό του Τζέιμς Μοριάρτι (Ρέιφ Φάινς).

Όμως, ο διάσημος ντετέκτιβ διατηρεί τις αμφιβολίες του. Όσο η έρευνα ανατρέπει όλα τα δεδομένα, ο Σέρλοκ Χολμς και ο Δρ. Γουάτσον (Τζον Σ. Ράιλι) αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη απειλή της συνεργασίας τους. To ντουέτο πρέπει να παραμείνει δεμένο για να βρει τον δολοφόνο, να σώσει τη Βασίλισσα και να αποκαταστήσει τη φήμη του.

Όλα τα παραπάνω με την προϋπόθεση ότι δε θα χωρίσουν οι δρόμοι τους εξαιτίας αυτής της μυστηριώδους υπόθεσης.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Τοσοδούλικα 2: Περιπέτεια στην Άκρη του Κόσμου» των Ελέν Ζιρό, Τομά Ζαμπό

«Χοντρός Λιγνός και άλλες βιογραφίες» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πραγματικά πόση μικροψυχία μπορεί να εμπεριέχει η ιδιοσυγκρασία του Έλληνα; Υπάρχουν άνθρωποι που δεν χάρηκαν με την επέλαση του Γιώργου Λάνθιμου στον τρανό τέμενος της μεγάλης γιορτής του παγκόσμιου σινεμά, όταν η ταινία του είναι υποψήφια για δέκα βραβεία Όσκαρ;

Κι όμως ο εγχώριος καλλιτεχνικός κύκλος, αλλά και απλοί πολίτες συντηρούν μέχρι σήμερα γκρίζες, μίζερες γραμμές και ενίοτε τοποθετούνται άνανδρα τόσο άσχημα και χυδαία απέναντι στην πρόοδο ενός δημιουργού, που θυμωμένα αναρωτιέσαι: «Μα, είναι δυνατόν!» Κακία, μαύρη χολή και ειρωνεία, που μεταφράζεται σε φθόνο και φόβο, ξέβρασαν τα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης για την επιτυχία του Γιώργου Λάνθιμου. Βρε δαίμονες, μην κρίνετε, μην πέφτετε επίπεδα σαν γλοιώδης μάζα και απολαύστε την επιτυχία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τον τόπο μας και διέπρεψε στην ξενιτιά, αφού το εδώ δεν είναι φιλόξενο, μηδέ ασφαλές και προστατευτικό, αλλά βρίθει τοξικότητας και δημιουργικού αφανισμού. Επιδιώξτε γόνιμη κριτική στο δημιούργημα και όχι στον δημιουργό του, πανάθεμα σας.  

Ο οικονομικός, παγκόσμιος πόλεμος που στήθηκε τα δέκα τελευταία χρόνια αποδεκατίζοντας έθνη και πολίτες, βάσει προγράμματος και στρατηγικής , καταγράφει σοβαρές απώλειες έμψυχου, πολύτιμου δυναμικού στην χώρα μας. Η μετανάστευση, για μια φορά ακόμα στα ελληνικά ιστορικά δεδομένα, έλαβε διαστάσεις ολοκαυτώματος. Οι άξιοι και οι ικανοί ενός έθνους, αυτή την φορά, ως απώλειες τούτου του σκοτεινού πολέμου αναγκάστηκαν να διαφύγουν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα για να ζήσουν, να αναδείξουν τα προσόντα τους, να φανερώσουν την δυναμική τους, που η ανίκανη χώρα μας δεν τους επέτρεψε να τα εναποθέσουν στην πατρίδα τους. Και τι έμεινε, τελικά πίσω; Το έρμα, η σαβούρα, οι μετριότητες, ένας όχλος που μόνο πικρόχολη κριτική γνωρίζει να ασκεί.

Υπέροχα και εφιαλτικά επίκαιρα τα γράφει ο Ισοκράτης στον «Αρεοπαγιτικό» μετά το όνειδος του Πελοποννησιακού Πολέμου, που ξεκλήρισε τους ικανούς και άριστους, αφήνοντας στον αφρό την μπλέμπα. Οι Αθηναίοι με αγωνία αναζητούσαν να ευνοηθούν κατά την κλήρωση για να λάβουν θέση δικαστού εις την Ηλιαία, έτσι ώστε να λάβουν τον μισθό, τους, τρεις οβολούς, δηλαδή, κάπου μισή, αττική δραχμή για να εξοικονομήσουν τα στοιχειώδη έξοδα της ημέρας. Ίδια τότε, ίδια και σήμερα.

Σκηνοθέτα Γιώργο Λάνθιμε, μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη, αθλητές Γιάννη και Κώστα Αντετοκούνμπο, Στέφανε Τσιτσιπά, επιστήμονες: Ιωσήφ Σηφάκη, Γιώργο Παξινέ, Μαρία Σπυροπούλου, Γεώργιο Βρακά και πόσοι ακόμα Έλληνες του εξωτερικού που διαπρέπουν και σύντομα τα ονόματά τους θα ακουστούν, σας ευχαριστούμε και προοδεύστε μακριά, πολύ μακριά από την Ελλάδα, αλλά πάντα να την αγαπάτε και να την σκέφτεστε. Καλή επιτυχία Γιώργο Λάνθιμε για την 24η Φεβρουαρίου 2019, που λαμβάνει χώρα η 91η Τελετή Απονομής των Βραβείων Όσκαρ. Είθε η ταινία σου, η «Ευνοούμενη» να κτυπήσει 10 στα 10 αγαλματίδια.

«Χοντρός & Λιγνός»

(Stan & Ollie)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, Καναδάς (2019)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Σ. Μπερντ
  • Με τους: Στιβ Κούγκαν, Τζον Σ. Ράιλι
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Tanweer

Τρυφερή, αισθαντική, νοσταλγική (τουλάχιστον για όσους ενηλικιώθηκαν με τις ταινίες τους), ακριβής καταγραφή, ολόιδιοι οι δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί Στιβ Κούγκαν και Τζον Ράιλι στην απόδοση, τόσο υποκριτικά, όσο και κινησιολογικά των δυο σπουδαίων κωμικών, όλη η ταινία ως μονογραφία, είναι κρεμασμένη επάνω τους.

Με την στακάτη δυναμική του B.B.C. στα ηνία της παραγωγής, την βασανιστικά προσεγμένη απόδοση της εποχής, αλλά και τις γνωστές ενσταλάξεις του κινηματογραφικού ακαδημαϊσμού, αυτή η δουλειά είναι ένα όμορφο, απαλό χάδι μιας άλλης εποχής, που με στιβαρότητα και σεβασμό αποτυπώνει αυθεντικά τους χαρακτήρες του Όλι και του Σταν, δηλαδή του Χοντρού και του Λιγνού σε μια συγκεκριμένη περίοδο της καριέρας και των αναμεταξύ των σχέσεων. Η ταινία δεν είναι κωμωδία, παρά ένα συγκινητικό και ευαίσθητο, συνάμα σκληρό και αληθινό ανθρώπινο δράμα, μια απέραντη ιστορία, μεγάλης φιλίας μπροστά και πίσω από τα απαστράπτοντα φώτα της δημοσιότητας,  που αγγίζει καρδούλες.    

Ο Σκωτσέζος σκηνοθέτης της «Διαφθοράς» (2013) Τζον Σ. Μπερντ, κυριολεκτικώς γεωμετρεί πειθαρχημένα πάνω στις συμπεριφορές του θρυλικού διδύμου που άφησε εποχή στον κινηματογράφο του γέλιου και με προσοχή στήνει τον Κούγκαν και τον Ράιλι απέναντι του για να αποδώσουν   – καλύτερα δεν γίνεται –  δυο ογκόλιθους του slapstick, αλλά και της commedia dell’ arte, που μαζί με τον Μπάστερον Κίτον, τον Χάρολντ Λόιντ και τον Τσαρλς Τσάπλιν, ο Όλιβερ Χάρντι και ο Στάνλεϊ Λόρελ, έγραψαν την δική τους χρυσή ιστορία στις κινηματογραφικές οθόνες.

Είναι από τις πολύ καλές κινηματογραφικές δουλειές που ο χρόνος σου σίγουρα δεν πάει χαμένος, ακόμα και για τους νεότερους σε ηλικία θεατές, που τους έχουν ακουστά, καθώς αυτό το υπερδραστήριο, αστείο δίδυμο έχει περάσει πλέον στο εβένινο ράφι των μουσειακών εκθεμάτων.

Απλά και μόνο για την κινηματογραφική ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο Σταν Λόρελ και ο Όλιβερ Χάρντι θεωρούνται ένα από τα σπουδαιότερα κωμικά δίδυμα στην ιστορία του κινηματογράφου. Ανάμεσα στο 1927 και το 1950 έκαναν πάνω από 107 κινηματογραφικές εμφανίσεις (32 βουβές ταινίες μικρού μήκους, 40 ταινίες μικρού μήκους με ήχο, 23 μεγάλου μήκους, 12 ανεπίσημες εμφανίσεις σε άλλες ταινίες).

Πάντως η ταινία πριν μερικές ημέρες έκανε το μεγαλύτερο άνοιγμα στο Box Office του Λονδίνου με 2,41 εκ. λίρες.

Η κινηματογραφική βιογραφία του Σταν και του Όλι σε σενάριο του υποψήφιου για Όσκαρ Τζεφ Πόουπ  της «Philomena»,  με άριστη γραφή,  παρουσιάζει ένα εύστοχο πορτρέτο της δυνατής και τρικυμιώδους φιλίας των δύο αντρών, ενώ παράλληλα αποτίνει έναν συγκινητικό φόρο τιμής σε αυτούς τους θρύλους της κωμωδίας.

Με τη χρυσή εποχή τους ως βασιλιάδες της κωμωδίας στο Χόλιγουντ να ανήκει στο παρελθόν, οι εμβληματικοί Σταν Λόρελ (Στιβ Κούγκαν – εξαιρετικός!) και Όλι (Τζον Ράιλι – επίσης εξαιρετκός!) περιοδεύουν στη δεκαετία του πενήντα στη Μεγάλη Βρετανία σε μία απεγνωσμένη απόπειρα να δώσουν νέα πνοή στην καριέρα τους.

Μετά από μία συγκρατημένη αρχή, αυτή η κωμική δύναμη της φύσης συγκεντρώνει ορδές θαυμαστών, καινούριων και παλιών, που γοητεύονται από τις ξεκαρδιστικές ερμηνείες των δύο θρύλων.

Όμως, καθώς η περιοδεία πλησιάζει στο μεγάλο φινάλε, το δίδυμο αντιμετωπίζει απειλητικά φαντάσματα του κοινού παρελθόντος. Οι δύο άντρες, που νιώθουν ότι το κύκνειο άσμα πλησιάζει, έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν ξανά πόση αγάπη τρέφει ο ένας για τον άλλον. Οι ιστορίες τους, τα πάθη τους, οι φόβοι τους, τα αμέτρητα διαζύγια, αλλά πάνω απ΄ όλα η αγάπη του κόσμου συγκεντρώνονται γύρω τους για να τους ακολουθήσουν στην τελευταία μεγάλη πορεία τους.  

«Η Αρχή της Ισότητας»

(On the Basis of Sex)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μίμι Λέντερ
  • Με τους: Φελίσιτι Τζόουνς, Άρμι Χάμερ, Τζάστιν Θερού, Σαμ Γουότερστον, Κάθι Μπέιτς
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Spentzos Film

Είναι πασιφανές, ότι οι Αμερικανοί μας διδάσκουν την βραχύσωμη ιστορία του έθνους τους μέσα από το σινεμά τους. Πιο πολλά γνωρίζουμε, εμείς οι Έλληνες, για πράγματα και πρόσωπα της βορειοαμερικανικής ηπείρου, παρά για  τους προγόνους και την ιστορία του τόπου μας. Η αλήθεια είναι ότι ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία, αλλά γράφει την δική του ιστορία.

Έτσι λοιπόν, ακόμα ένα σημαντικό πρόσωπο του σύγχρονου αμερικανικού πολιτισμού, από το νομικό χώρο αυτή την φορά, φιγουράρει στην καινούργια ταινία της Μίμι Λέντερ («Χωρίς Αντάλλαγμα», «Ολέθρια Σύγκρουση», «Ο Ειρηνοποιός»), όπου η σκηνοθέτις άφησε για λίγο τα τηλεοπτικά πλατό για να ασχοληθεί με τα έργα και τις ημέρες της Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ.

Ποια είναι η εν λόγω κυρία διερωτάστε ευλόγως; Μα, η πρώτη γυναίκα νομικός που τόλμησε να πατήσει πόδι με τακούνι στην ανδροκρατούμενη, ισχυρή Αμερική και καθώς είναι δημοκρατικών, πολιτικών θέσεων, (όπερ φιλελεύθερη και μαχητική, ας πούμε) προώθησε την ισότητα των φύλων και των δικαιωμάτων των γυναικών, κερδίζοντας πολλαπλές νίκες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φτάνοντας, μάλιστα, να αλλάξει «παλαιολιθικά» νομοσχέδια τα οποία είχαν γραφτεί και νομοθετηθεί από δημιουργίας του αμερικανικού έθνους. Δηλαδή, η γυναίκα να πάψει να είναι η εξαρτώμενη νοικοκυρούλα υπό της κηδεμονίας του δουλευτή, κουβαλητή ανδρός και να έχει την ίδια αντιμετώπιση και τα όμοια δικαιώματα από την πολιτεία. Το ευτράπελον είναι, ότι όχημα για τον αγώνα της, ως προς την αλλαγή του νομοσχεδίου, η δυναμική Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ χρησιμοποίησε την υπόθεση ενός καλοσυνάτου, ηλικιωμένου εργένη που περιποιόταν την ανήμπορη μητέρα του. Αμερικάνικα πράγματα…

Η Μίμι Λέντερ δεν φτιάχνει χαζές ταινίες. Τα έργα της είναι καλοβαλμένα (κορυφαίο γα μένα φιλμ της Λέντερ είναι η «Ολέθρια Σύγκρουση», ως ο αντίπους του μπλοκμπαστερικού Αρμαγεδδώνα) με την μόνη διαφορά, ότι ενώ είναι άρτιες τους λείπει η ψυχούλα, το καλό μαγείρεμα των συναισθημάτων και των εντάσεων όπως  λένε.

Και εδώ το ίδιο συμβαίνει, κάτι που οφείλεται μάλλον σε μια σημαντική παράλειψη από την κινηματογραφική βιογραφία της Ρουθ Μπάτλερ Γκίνσμπεργκ και είναι το ταξίδι της στην Σουηδία, που στην παγωμένη, ευρωπαϊκή χώρα και την έρευνα της στο κορυφαίο πανεπιστήμιο Λουντ της πόλης Σκάνια. Εκεί άλλαξε όλο το σκεπτικό της, καθώς βίωσε την έντονη παρουσία των γυναικών στα πολιτικά και τα κοινωνικά πράγματα της Σουηδίας. Σημαντική παράλειψη στο σενάριο από τον γραφιά Ντάνιελ Στιπελμαν. Αλλά όπως προαναφέραμε ο κινηματογράφος δεν διδάσκει ιστορία.  

Η Φελίσιτι Τζόουνς φοράει παλικαρίσια όλη την ταινία επάνω της, αλλά ο φακός της Λέντερ, κινείται σαν την flatline παλμογράφου με κάποιες μικρές ενδείξεις ζωής για να μην σε πιάσει το βαθύ χασμουρητό. Εάν τυχόν, κυρίες μου (καθότι το θέμα σας αφορά) τυχόν γείρετε δι ελάχιστον στου καραβιού την πλώρη προς δίλεπτους υπνάκους, λόγω των δικονομικών τερτιπιών, είμαι σίγουρος, πως ο 33χρονος, clean cut Αμερικανός παίδαρος  Άρμι Χάμερ (Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά Σου) θα σας κρατήσει ξάγρυπνες επί των επάλξεων του ενδιαφέροντος. Εκτός του ότι είναι πανέμορφος ο μπαγάσας, τα λέει και ωραία.       

Γυναίκα σε κόσμο ανδρών. Είναι η πραγματική ιστορία της  Ρουθ Μπάτερ Γκίνσμπεργκ (Φελίσιτι Τζόουνς – ενδιαφέρουσα) μιας αγωνίστριας δικηγόρου και νέας μητέρας, γεννημένης και μεγαλωμένης στο αλάνικο Μπρούκλιν της Νέα Υόρκης, που αντιμετώπισε πολλές αντιξοότητες, όπως ο καρκίνος του αγαπημένου της συζύγου στους όρχεις του, αλλά και μια σειρά από εμπόδια στον αγώνα της για ίσα δικαιώματα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Με σπουδές στη νομική σχολή του Χάρβαρντ και του Κολούμπια αρχές της δεκαετίας του ‘50, σύζυγος και μητέρα πριν ξεκινήσει το πανεπιστήμιο, όταν στην σειρά της ήταν μόνο τέσσερις φοιτήτριες σε μια εποχή που η Αμερική φρόντιζε τα τέκνα της με άφθονη τεστοστερόνη στην σκέψη της.

Είναι η μορφωμένη γυναίκα με έμφυτη την μαχητικότητα που τα βάζει με το ανδρικό κατεστημένο. Εύγευστο «δημοκρατικό» ορεκτικό, μέρες που είναι με τον Ντόναλντ στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ. Η νεαρή Ρουθ αναλαμβάνει μια «καμένη», όπως λένε, φορολογική υπόθεση μαζί με τον σύζυγό της, τον επίσης δικηγόρο Μάρτιν Γκίνσμπεργκ (Άρμι Χάμερ – καλός) με την ελπίδα ότι θα αλλάξει ο τρόπος που τα δικαστήρια αντιμετωπίζουν τις σεξουαλικές διακρίσεις και η καριέρα της θα αλλάξει τελείως πορεία.

«Γυναίκα σε Πόλεμο»

(Kona Fer í Stríð / Woman at War)

 

  • Είδος: Κοινωνική, πολιτική σάτιρα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Γαλλία, Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μπένεκτιτ Έρλινγκσον
  • Με τους: Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ, Γιόχαν Σίγκουρνδσον, Χουάν Καμίλο Ρόμαν Εστράντα, Γιόρουντουρ Ράγκναρσον
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Κινηματογραφικό Βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το 2018

Ο κινηματογράφος της Ισλανδίας, αυτού του κρύου, βορειοατλαντικού, ηφαιστειογενούς νησιού, ολοένα δίνει καλά δείγματα γραφής. Με απλή, βατή σκηνοθεσία, καλή φωτογραφία και μεστές σεναριακές γραμμές εισχωρεί στην ψίχα των θεμάτων που πραγματεύεται, προσφέροντας ενδιαφέρον στον θεατή.

Το συγκεκριμένο οικολογικό παραμύθι, καλοφτιαγμένο και δομημένο άριστα, με την μασκοφόρο εκδικήτρια και προστάτιδα του φυσικού κάλλους, την «γυναίκα του βουνού» όπως αυτοπροσδιορίζεται, εκφράζει σε απλό λόγο δίχως κορώνες και με χιούμορ, ότι κάθε άνθρωπος, μπορεί και έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για να αλλάξει ο κόσμος.

Η ηρωίδα Χάλλα, που την υποδύεται η υπέροχη ηθοποιός με το ονοματεπώνυμο σωστό γλωσσοδέτη, Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ (ola la la… εντελώς Βίκινγκ κατάσταση) είναι απόλαυση, ενώ ο 49χρονος σκηνοθέτης Μπένεκτιτ Έρλινγκσον έφτιαξε μια όμορφη ηρωική περιπέτεια με ανθρωπιά, έχοντας στο κέντρο του ένα φλέγον ζήτημα όπως είναι η καταστροφή της φύσης από τις πολυεθνικές και τις τοξικές βιομηχανικές μονάδες, προσδίδοντας στο δραματικό υπόβαθρο του θέματος χιούμορ και σάτιρα. Εύστοχη και έξυπνη ταινία στην δεύτερη μεγάλου μήκους του Ισλανδού σκηνοθέτη

Στο Ρέικιαβικ του σήμερα, η 50χρονη Χάλλα (Χαλντόρα Γκεϊρχασντότιρ – υπέροχη) ζει μια διπλή ζωή: Ο κόσμος την γνωρίζει ως την διευθύντρια της χορωδίας, ενώ ταυτόχρονα είναι η παθιασμένη ακτιβίστρια που έχει κηρύξει, κρυφά, πόλεμο ενάντια στην τοπική βιομηχανία αλουμινίου προκειμένου να διασώσει τη φύση της χώρας της και κατ’ επέκταση τους συνανθρώπους της.

Ξεκινώντας από μικρούς βανδαλισμούς, η Χάλλα καταφέρνει να προκαλέσει ένα βιομηχανικό σαμποτάζ, τόσο μεγάλο, που προκαλεί προβλήματα στα επιχειρηματικά σχέδια της ισλανδικής κυβέρνησης. Και ενώ η Χάλλα σχεδιάζει την πιο παράτολμη ακτιβιστική της ενέργεια, λαμβάνει ένα απρόσμενο γράμμα που ανατρέπει όλα όσα είχε προγραμματίσει, καθώς θα κληθεί να πάρει τη σημαντικότερη, και μη αναστρέψιμη, απόφαση στη ζωή της (αυτή είναι η ωραία έκπληξη της ταινίας που δεν την προδίδουμε).

Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος, «η ταινία αυτή, όπως και η ζωή, εμπεριέχει τα πάντα και δεν επιδέχεται κατηγοριοποίησης σε κάποιο είδος…». Το μόνο σίγουρο είναι πως, για τον Μπένεντικτ Έρλινγκσον, όπως προκύπτει και από τη φιλμογραφία του, «τα δικαιώματα της φύσης» πρέπει να λογίζονται ισάξια με «τα ανθρώπινα δικαιώματα» και να προστατεύονται νομοθετικά σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

«H Ντιλιλί στο Παρίσι»

(Dilili à Paris)

 

  • Είδος: Animation (Μεταγλωττισμένη και στα ελληνικά)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μισέλ Οσελό
  • Στην ελληνική απόδοση ακούγονται οι φωνές των: Aναστασία Γουλιάμου, Bαγγέλης Ευαγγέλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Φώτης Πετρίδης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνος Στελούδης, Κωστής Σφυρικίδης, Κώστας Αποστολίδης, Βίνα Παπαδοπούλου, Κώστας Δαρλάσης, Θάνος Λέκκας, Τερέζα Καζιτόρη, Φοίβη Αποστολίδη
  • Μουσική: Γκαμπριέλ Γιαρέντ
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Ο μάγος του χειροποίητου animation, ο Γάλλος καλλιτέχνης Μισέλ Οσελό, έπειτα από τον «Κιρικού και την Μάγισσα» και τους «Αζούρ και Ασμάρ», παρουσιάζει την μαγεία του Παρισιού και των μύθων του στην εποχή της Μπελ Επόκ να λαμβάνουν σάρκα οστά στην μεγάλη οθόνη. Πρωταγωνίστρια στην νέα δημιουργία του η μικρή Ντιλιλί που στην περιπέτεια της να διαλευκάνει ένα αστυνομικό μυστήριο μας συστήνει όλες τις μεγάλες προσωπικότητες εκείνης της εποχής από τους χώρους των τεχνών, της μηχανικής, της επιστήμης, των ανακαλύψεων.

Περί τις 100 μορφές της παγκόσμιας ιστορίας, η μουσική, η αρχιτεκτονική, το στιλ, η ατμόσφαιρα της ευρωπαϊκής πρωτεύουσας που έβριθε από πάσης φύσεως δημιουργία παρελαύνουν από το πενάκι του Οσελό.

Ολοζώντανο, σε συνδυασμό 3D και 2D animation χειροποίητων σχεδίων με φωτορεαλιστικό φόντο, η ταινία είναι ένα καλό θέαμα για μικρούς και μεγάλους.  

Μπελ Επόκ, σε ένα Παρίσι που σφύζει από ζωή και τέχνη. Με τη βοήθεια ενός φίλου της, η μικρή Ντιλιλί αποφασίζει να εξιχνιάσει τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις κοριτσιών, οι οποίες μαστίζουν την μεγαλούπολη.

Όσο προχωρά την έρευνά της, στο δρόμο της βρίσκει μία σειρά από απίθανους χαρακτήρες και επιφανείς φιγούρες της επιστήμης, της κοινωνίας και της τέχνης: συναντά τον Μονέ και τον Προυστ, τον Παστέρ και τον Ντεμπισί, γίνεται φίλη με την Μαρί Κιουρί, επισκέπτεται το γραφείο του Γουστάβου Άιφελ στην κορυφή του πύργου και ο Φερδινάνδος φον Ζέπελιν τής δανείζει το αερόπλοιό του.

Ο κάθε ένας από αυτούς τής δίνει στοιχεία για να την βοηθήσουν στην αποστολή της. Θα τα καταφέρει;

«Πιστό Αντίγραφο»

(Replicas)

 

  • Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζέφρι Ναχμάνοφ
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Άλις Ιβ, Τζον Ορτίζ, Τόμας Μίντλεντιτς
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ταινία ανεπαίσθητου εκτοπίσματος να ρέει άοσμα, άνευρα, άγευστα στην όχθη της επιστημονικής φαντασίας, που δεν είναι και τόσο φαντασία πια, καθώς πραγματεύεται την δημιουργία ανθρώπινων κλώνων και την ανασύσταση, επίσης, της ανθρώπινης συνείδησης. Θέμα τεραστίων διαστάσεων που ως ιδέα του παραγωγού και σεναριογράφου Στίβεν Χάμελ δεν είναι για πέταμα, αλλά η ανάπτυξη της με τον μονοδιάστατο Κιάνου Ριβς εξαερώνεται και χάνεται στο πουθενά.

Ο σκηνοθέτης Τζέφρι Ναχμάνοφ (η τρίτη κατά σειρά ταινία του, η πιο γνωστή είναι το «Παιχνίδι του Θανάτου» (2008)), αν και είναι επιτυχημένος σεναριογράφος («Μετά την Επόμενη Μέρα», «The Tourist») και παραγωγός, οι πιο δυνατές σκηνοθετικές του δουλειές αγκαλιάζουν τις τηλεοπτικές σειρές, εδώ σκηνοθετικά είναι κάτω του μετρίου.

Σε ένα σενάριο που μπάζει από χίλιες μεριές και μια κλισαρισμένη σκηνοθεσία, ο εντελώς άτονο Ριβς, όπως πάντα άλλωστε, πρωταγωνιστεί σε ένα κράμα μυστηρίου, δράματος και επιστημονικής φαντασίας, δίχως να αισθάνεσαι ως θεατής το παραμικρό ερέθισμα αγωνίας, έντασης, συμπάθειας ή αντιπάθειας. Πως τα καταφέρνει αυτός ο ηθοποιός να είναι ίδιος σε όλα τα κινηματογραφικά είδη, μόνο αυτός το γνωρίζει. Παρόμοιου, ανέκφραστου στιλ ήταν και ο αείμνηστος Τσαρλς Μπρόνσον. Δεν καταλάβαινες εάν έκλαιγε, γελούσε, θύμωνε, πονούσε, στεναχωριόταν.. ένα ύφος για όλα!  

Ο νευροεπιστήμονας Γουίλ Φόρεστ Κιάνου Ριβς) εργάζεται στην Λατινική Αμερική σε ένα hi tech κέντρο ερευνών, χρηματοδοτούμενο από σκοτεινά, κυβερνητικά κέντρα και γενικό κουμανταδόρο τον Τζόουνς (Τζον Ορτίζ), προσπαθώντας να πετύχει την μεταφορά της μνήμης και της συνείδησης νεκρών ανθρώπων σε ρομπότ με τεχνητό εγκέφαλο. Οι δοκιμές δεν πάνε και τόσο καλά, ενώ το Σαββατοκύριακο φεύγει με την σύζυγο και τα τρία τέκνα για ψάρεμα. Ένα ατύχημα καθ΄ οδόν ξεκληρίζει όλη την οικογένεια του.

Αποφασίζει να κάνει τα πάντα για να τους φέρει πίσω ακόμα και αν αυτό σημαίνει να παραβιάσει τις αρχές του και να δημιουργήσει αντίτυπα των νεκρών ανθρώπων που αγαπούσε. Κρυφά από το εργαστήριο και με την βοήθεια του συνεργάτη του Εντ (Τόμας Μίντλεντιτς), κλεισμένος στο σπίτι του κατασκευάζει εξ΄ αρχής την χαμένη του οικογένεια.

«Μαίρη, Η Βασίλισσα της Σκοτίας»

(Mary, Queen of Scots)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τζόσι Ρουρκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Μάργκοτ Ρόμπι, Τζακ Λόουντεν, Τζο Αλγουιν, Τζέμα Τσαν, Μάρτιν Κόμπστον, Ισμαήλ Κόρντοβα, Μπρένταν Κόιλ
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: Film Tulip Entertainment

Αποτυχημένη κινηματογραφική μεταφορά της ιστορικής διαμάχης του 16ου αιώνα, των καθολικών παπιστών και των προτεσταντών που εκφραζόταν από δυο βασίλισσες, μια επίσημη όπως ήταν η βασίλισσα της Αγγλίας Ελισαβέτ Ι και μια ανεπίσημη, όπως ήταν η Μαίρη Στιούαρτ, η βασίλισσα της Σκωτίας.

Όταν έχουμε ως σημείο αναφοράς την οσκαροβραβευμένη ταινιάρα «Elizabeth» του Σεκάρ Καπούρ, σε δυο μέρη, με την ηθοποιάρα Κέιτ Μπλάνσετ να γεμίζει την οθόνη και τις καρδιές μας, ως Virgin Queen, τα υπόλοιπα μοιάζουν με φιστίκι αράπικο για το ουισκάκι. Βέβαια, εδώ βλέπουμε την αντίπαλο της Ελισάβετ, την Μαίρη της Σκωτίας, που κληρονομικά της ανήκε ο θρόνος της Αγγλίας, την χαρακτηρισμένη και ως η «αδικημένη» βασίλισσα, που απομονωμένη, φυλακισμένη έχασε, τελικά, το κεφαλάκι της το 1587 στο Κάστρο του Φωτιρίνγκχαϊ.

Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία, της Αγγλίδας Τζόσι Ρουρκ. Η θεατρική σκηνοθέτις στήριξε το σενάριο στο βιβλίο «Queen of Scots: The True Life of Mary Stuart» του Τζον Γκάι. Σενάριο γραμμένο για τον κινηματογράφο από τον ειδικό της πολιτικής ίντριγκας, Μπο Γουίλεμον («Αι Ειδοί του Μαρτίου», «House of Cards»)

Να αναφέρουμε, ότι η σκηνοθέτις Τζόσι Ρούρκ δεν είναι τυχαία, καθώς από το 2012 είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια του θεάτρου Donmar Warehouse στο Λονδίνο, που από το σανίδι του έχουν περάσει ογκόλιθοι του θεατρικού, αγγλικού χώρου. Την 1η Μάρτιου του 2019,  μάλιστα, στο Donmar Warehouse ο Ίαν Μακέλεν θα παρουσιάσει μια σόλο μεταμεσονύκτια παράσταση για πολύ ειδικό κοινό. Όσοι τυχεροί βρεθείτε στην αγγλική πρωτεύουσα και μπορείτε μην την χάσετε.  

Η ταινία, βέβαια, που σχοινοβατεί αδέξια στο τεντωμένο σχοινί του ιστορικού δράματος και της σαιξπηρικής ανάλαφρης απόδοσης, βρίθει ανακριβειών και ολοφάνερα αποδεικνύει, ότι η Ρουρκ δεν στάθηκε αντάξια των προσδοκιών του κινηματογραφικού είδους. Δεν έχει πλούτο, χλιδή, αλλά η Σίρσα Ρόναν ως Μαίρη Στιούαρτ και η θεϊκή Μάργκοτ Ρόμπι – εντελώς αλλαγμένη για τον ρόλο της Ελισάβετ – ανταποκρίνονται και οι δυο ηθοποιοί σωστά στις όποιες προσταγές της «καπετάνισσας» Ρουρκ, αν και η Μαργκότ Ρόμπι στο μακιγιάζ βγαίνει κάποιες στιγμές σαν τον Μπόζο. Εντάξει, η Ελισάβετ το είχε παραξηλώσει με την φετιχιστική διάσταση της αγνότητας, σε σημείο τοτεμικής λατρείας πασαλείβοντας στο πρόσωπο της λευκό χρώμα,  άλλα όχι και έτσι.  

Στο σύνολο της, ως παραγωγή είναι προβληματική, ακόμα και το μοντάζ χάνει σε ρυθμό, κάτι σαν μια βιάση να καταδιώκει την σκηνοθέτιδα που προφανώς δεν γνωρίζει τους κινηματογραφικούς κανόνες. Άλλο θεατρικό σανίδι, άλλο τηλεόραση και άλλο η μεγάλη οθόνη. Ένα καλό στοιχείο που διέκρινα είναι η πολύ καλή φωτογραφία του Άγγλου, βετεράνου Τζον Μάθεσον («Μονομάχος», «Λόγκαν», «Παν», «Robin Hood» με τον Ράσελ Κρόου).         

Η νεαρή Μαίρη (Σίρσα Ρόναν – καλή) στην ηλικία των 15 ετών, παντρεύτηκε για να κληρονομήσει το θρόνο της Καθολικής Γαλλίας. Στα 18 της όμως έμεινε χήρα και αψήφησε τις πιέσεις να ξαναπαντρευτεί. Αντ’ αυτού, επέστρεψε στη μητρική της Σκοτία για να διεκδικήσει τον θρόνο που της ανήκε δικαιωματικά. Στο μεταξύ, η Σκοτία και η Αγγλία βρίσκονται κάτω από την εξουσία της επιβλητικής Ελισάβετ Ι (Μάργκοτ Ρόμπι  – καλή).

Οι Προτεστάνες έχουν ξανά τον έλεγχο και ο ετεροθαλής αδελφός της Μαίρη κινεί τα νήματα ερήμην της. Οι δυνάμεις εξουσίας στη Σκοτία, ενταγμένες στον καθολικισμό θεωρούν ότι μια γυναίκα στο θρόνο είναι μια πράξη ενάντια στη φύση και στο θέλημα του Θεού.

Η Ελισάβετ αντιμετωπίζει τις δικές της πιέσεις να κάνει διπλωματικό γάμο για χάρη του Αγγλικού θρόνου. Η Μαίρη θα καταλάβει σύντομα ότι σχηματίζεται μια συνωμοσία εναντίον της, μια λαϊκή εξέγερση, αλλά και ένα συνεχές κύμα μισογυνισμού που την θέτει υπό αμφισβήτηση. Οι δυο γυναίκες αλληλοθαυμάζονται και τους δένει το γεγονός ότι γνωρίζουν από πρώτο χέρι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα σε θέση εξουσίας. Ανάμεσά τους θα καλλιεργηθεί μια σχέση καχυποψίας, φόβου αλλά και γοητείας.

 

«Το Νησί της Αποπλάνησης»

(Serenity)

 

  • Είδος: Ερωτικό noir θρίλερ
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Στίβεν Νάιτ
  • Με τους: Μάθιου ΜακΚόναχεϊ, Αν Χάθαγουεϊ, Ντάιαν Λέιν, Τζέισον Κλαρκ, Τζέρεμι Στρονγκ, Ντζιμόν Χονσού
  • Διάρκεια: 100‘
  • Διανομή: Odeon

Ένας καπετάνιος αλιευτικού που έχει αποσυρθεί σε ένα μικρό νησί της Καραϊβικής θα έρθει αντιμέτωπος με το σκοτεινό παρελθόν του που έρχεται για να τον στοιχειώσει και να τον εγκλωβίσει σε μια νέα πραγματικότητα που δεν είναι αυτό που δείχνει.

Από τον υποψήφιο για Όσκαρ σεναριογράφο και σκηνοθέτη Στίβεν Νάιτ (Σε Λάθος Χρόνο, Επικίνδυνες Υποσχέσεις, Peaky Blinders), τον βραβευμένο με Όσκαρ παραγωγό Γκρεγκ Σαπίρο (The Hurt Locker, Zero Dark Thirty) και τους βραβευμένους με Όσκαρ ηθοποιούς Μάθιου Μακ Κόναχι (Interstellar, Ο Λύκος της Wall Street, Dallas Buyers Club) και Αν Χάθαγουεϊ (Interstellar, Οι Άθλιοι, Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή) έρχεται ένα συναρπαστικό θρίλερ γεμάτο ανατροπές και μυστήριο.

Η ιδέα για την ταινία γεννήθηκε όταν ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Στίβεν Νάιτ ψάρευε και παρατηρούσε τον καπετάνιο. «Ο καπετάνιος ήταν μια πολύ ξεχωριστή φυσιογνωμία. Όλοι οι ψαράδες έχουν εμμονή με κάποιο συγκεκριμένο ψάρι που θέλουν να πιάσουν. Η ιδέα ότι κάποιος είναι τόσο εμμονικός με κάτι εμφανίστηκε στο μυαλό μου και ξεκίνησα να εξερευνώ τον χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου, ποιος είναι, πού ήταν, γιατί ήταν εκεί», αναφέρει ο Νάιτ.

Με μια πρώτη ματιά η ταινία είναι η ιστορία κάποιου ψαρά που επιδιώκει να πιάσει ένα συγκεκριμένο ψάρι, όμως ο σκηνοθέτης θέλει οι θεατές να δουν το βαθύτερο νόημα, μπορούν να επιλέξουν να δουν το ως ένα κλασικό θρίλερ ή να επιλέξουν να το δουν σαν κάτι διαφορετικό. «Με ιντριγκάρει πάντα η ιδέα ότι καλοί άνθρωποι κάνουν άσχημα πράγματα για καλό λόγο και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην ταινία. Με ενδιαφέρει η ιδέα της επιλογής και της ελεύθερης βούλησης. Ήθελα να πάρω έναν χαρακτήρα και να τον βάλω σε έναν κόσμο που κάνει τις δικές του επιλογές και σιγά σιγά να αρχίσει να αναρωτιέται αν είναι δικές του οι επιλογές ή αν του επιβάλλονται με κάποιον τρόπο», εξηγεί ο Νάιτ.

Αν και δεν πρόκειται για ένα κλασικό νουάρ θρίλερ η ταινία είναι ένα φόρος τιμής σε κλασικά φιλμ του είδους όπως και στη λογοτεχνία. «Από πλευράς διαλόγων και αίσθησης είναι ένα κλείσιμο του ματιού στον Ερνεστ Χέμινγουεϊ και στον Γκράχαμ Γκριν, όπως επίσης σε κάποιες ταινίες του ’40 και του ’50», σχολιάζει ο Νάιτ. Η φωτογραφία και τα κοστούμια συνηγορούν σε αυτή την άποψη και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Η ατμόσφαιρα της ταινίας έχει στοιχεία από νουάρ φιλμ και μυθιστορήματα.

Προβάλλονται επίσης:

Η ιστορία της Τσέχας Ολγκα Χεπνάροβα «Εγώ, η Όλγα» των:  Πετρ Κάζντα, Τόμας Βάινρεμπ (Filmboy)

Το ντοκιμαντέρ «Χίτλερ εναντίον Πικάσο και των Άλλων» του Κλαούντιο Πόλι (Filmtrade)

«Οι «εύθραυστοι» μετάνθρωποι του Σιάμαλαν» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κανονικά όλα μας ενδιαφέρουν στην καλλιτεχνική δημιουργία που εκτίθεται. Τί ονειρεύεται, πως το ονειρεύεται και γιατί το ονειρεύεται. Αναφερόμενος στο «ονειρικό» διατηρώ την ουσία της έμπνευσης και το μικρό ή μεγάλο βασανιστήριο που κατατρέχει τον δημιουργό για να αποκαλυφθεί, αυτή την γόνιμη κυοφορία. Η όποια κινηματογραφική ταινία, που σέβεται τον εαυτό της και τον θεατή, είναι από μόνη της μια «ονειρική» κατάσταση καθώς είναι προϊόν ονείρου. Και όπως κάθε ανθρώπινο όνειρο διακατέχεται πολλάκις από την υπερβολή και το φαντασιακό, έτσι και η 7η Τέχνη γεννήθηκε για να λαμβάνουν σάρκα και οστά οι φαντασιώσεις και οι απίστευτες υπερβολές που σχοινοβατούν τόσο επικίνδυνα, ποιητικά και παραμυθένια στις κορυφογραμμές του ερώτα, του ηρωισμού, της ακρότητας και τέλος της δόξας. Αλλιώς, εάν δεν υπάρχουν αυτά τα μαγικά συστατικά μηδέ «όνειρο», μηδέ «εφιάλτης» θα ήταν.

Μια απλή, καθημερινή ιστορία, μόνο εάν και εφόσον ο σκηνοθέτης είναι κεραυνοχτυπημένος και καλά μπριζομένος στα προσωπικά του όνειρα ή στους αήττητους εφιάλτες τους – χαρακτηρίστε τα και ως «εμμονές» – η απλότητα στεφανώνεται στο μεγαλείο της και η εικόνα, μαζί και η αφήγηση, λαμβάνουν επικές διαστάσεις. Είναι, όπως λένε, το καλοφτιαγμένο νευρικό σύστημα του σινεμά που αντιδρά γόνιμα στα προσωπικά ερεθίσματα του εκάστοτε σκηνοθέτη. Δηλαδή, ο δημιουργός να παραδώσει στον θεατή την τρέλα του, αυτό που τον καταδιώκει ή αυτό με το οποίο έχει συμφιλιωθεί και ως «όνειρο» ή εφιάλτης που είναι μπορεί να τα προσφέρει αποκωδικοποιημένα στις αισθήσεις μας βασιλικά καθισμένα στο ιπτάμενο χαλί της εικόνας, του ήχου, της υποκριτικής, εν ολίγοις, στην τέχνη της ψευδαίσθησης.

Από τους σπουδαίους ονειρο-φορτωμένους κινηματογραφιστές του παγκόσμιου σινεμά είναι ο υπέροχος και ποιητικός, Ρώσος Αντρέι Ταρκόφσκι. Πνευματοδεμένος, καλλιτέχνης με τα όλα του, άγγελος και συνάμα δαίμονας, πολεμιστής και ασκητής, νεωτεριστής και παράλληλα αγιογράφος, ο Ταρκόφσκι σμίλευσε τον ονειρικό του κόσμο ένδοξα και με φαντασία όσο κανένας άλλος. Σχολή μεγάλη.

Στα πρώιμα χρόνια της καριέρας του ο «πάπας» ή καλύτερα ο «ραβίνος» Στίβεν Σπίλμπεργκ, που πλέον και αυτός είναι μια σχολή από μόνος του, εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο εφιάλτες και όνειρα, που από τον φαντασιακό κόσμο ανασαίνουν χαλαρά στο ρεαλιστικό πεδίο. Ο πολυπράγμων και συνάμα ευφυέστατος Στίβεν είναι το αλαβάστρινο «κάστρο» στην όχθη του φανταστικού σινεμά, που εκτός του «Ε.Τ.» δεν δημιούργησε οθονικά τέρατα, αλλά τίμησε δεόντως τον κινηματογράφο του εξπρεσιονιστή, Πολωνού σκηνοθέτη Ρόμπερτ Βίνε, του «πατριάρχη» του pop τρόμου Ρότζερ Κόρμαν, αλλά και του ατμοσφαιρικού δραματουργού, σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ντένισον Κλιφτ. Όταν σταμάτησε ο Αμερικανός να ασχολείται με τους παιδικούς εφιάλτες και τα αποκρυφιστικά του όνειρα και καταπιάστηκε με το πολυμορφικό δράμα, ακόμα κι εκεί το «ονειρικό» του στοιχείο είναι παρών.

Και πόσοι ακόμα σκηνοθέτες πραγματικών ονειροπόλων – όχι πολλοί, που χρήζει αφιερώματος κάποια στιγμή – πρόσφεραν τα «όνειρα» και τους «εφιάλτες» τους στο μεγάλο πανί, προβάλλοντας ρεαλισμό και ταυτόχρονα παραμύθι, ως μια πετυχημένη συνταγή που τιμά την Έβδομη Τέχνη, αλλά και τον πρωτομάστορα του κινηματογραφικού είδους, τον Γάλλο κινηματογραφιστή και συγγραφέα της φανταστικής λογοτεχνίας Ζόρζ Μελιές.

Γι  αυτό τον λόγο μας απασχολεί όχι μόνο το τί ονειρεύεται – κάτι που μας το αφηγείται άλλωστε –, αλλά το πως και γιατί το ονειρεύεται. Το βάσανο μας ενδιαφέρει, η γνώση που με την τέχνη του σινεμά μετασχηματίζεται σε σμιλευμένο λίθο ανάγνωσης πολλών επιπέδων. Ένας σημερινός, από τους ελάχιστους αυτής της σπουδαίας κινηματογραφικής σχολής, είναι ο πνευματικός πατέρας ενός πιτσιρικά που βλέπει νεκρούς, είναι άφθαρτος και μπορεί να διαχειρίζεται δυο ντουζίνες διαφορετικών προσωπικοτήτων. Αυτός έχει πολλά να πει.          

«Glass»

 

  • Είδος: Θρίλερ, περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν
  • Με τους: Μπρους Γουίλις, Σάμιουελ Τζάκσον, Τζέιμς ΜακΑβόι, Σάρα Πάλσον, Άνια Τέιλορ-Τζόι
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η δημιουργία οθογενών υπερηρώων που το αποτύπωμα τους καταφέρνει να είναι σε βάθος ίδιο με αυτό του Γκραν Κάνιον, είναι πραγματικός, κινηματογραφικός άθλος, όταν αυτή την στιγμή το λούνα παρκ σινεμά του ποπ κορν κατακλύζεται από μονοδιάστατους και ρηχούς, εντός και εκτός Γης, διασώστες της ανθρωπότητας με κολάν ή σιδηροκατασκευές αντί ρούχων, περικεφαλαίες, μάσκες και άλλα επικά, ενδυματολογικά εξαρτήματα. Εδώ τα πράγματα είναι απλά και υπέροχα σοβαρά.

Ο Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν στο ταυτόχρονο sequel του «Unbreakable» (Άφθαρτος) και του «Split» (Διχασμένος) μιλά πάντα για τον κόσμο του μετανθρώπου, όπου οι δημιουργοί αυτής της νέας συνθήκης που βιώνουμε στήνουν πόλεμο εξόντωσης στις «ιδιαίτερες» ανθρώπινες οντότητες με απειλητικές δυνάμεις άνευ λέιζερ, εκρήξεων, φαντασμαγορικών εφέ, ουρανοξύστες να κονιορτοποιούνται, ωκεανοί να φουντώνουν  και φυσικά αυτά τα «ηρωικά» πλάσματα είναι ανένταχτα, δολοφονικά και απίστευτα επικίνδυνα. Είναι τα δικά του «θεϊκά», ανθρωπόμορφα τέρατα αλλά και οι ευάλωτες ψυχές έτοιμες να ραγίσουν με το παραμικρό, ανεπαίσθητο κτύπημα πάνω στην σκληρή, γυάλινη επιφάνεια τους.

Ο κινηματογραφικός λόγος του σκηνοθέτη διαθέτει ιστορική και φιλοσοφική ναοδομία, τέτοια που πιθανώς η συγκεκριμένη ταινία σε πολλούς να περάσει και να μην αγγίξει, κι απλά να κοιτάμε ως θεατές μόνο το περίβλημα της περιπέτειας, της δράσης, μόνο το αποτέλεσμα, κι αν ο σκηνοθέτης, τελικά, επιβεβαιώνει σε αυτή την τελευταία του δημιουργία την πρότερη, καλή του φήμη.

Το ξεχωριστό σινεμά του Σιάμαλαν, ως γνωστόν, διακρίνεται από την ήρεμη, σεναριακή διαδρομή του μέχρι την κορύφωση, κάτι σαν την προετοιμασία του αμύητου, έτοιμου να ενταχθεί στα μυστήρια του φανταστικού, που δεν είναι τόσο φανταστικό, καθώς τα πεδία που σε πετάει δίχως σωστικά μέσα είναι πλήρως ανθρώπινα, αποκωδικοποιημένα, και φόρα παρτίδα στα μούτρα. Πιο διαβαστερά δεν γίνεται.           

Ο Κέβιν Βέντελ Κραμπ (Τζέιμς ΜακΑβόι – καταπληκτικός!) με τις 23 προσωπικότητες που τις αποκαλεί «Η Ορδή» απάγει ξανά τρεις, νεαρές, «μολυσμένες» όπως τις χαρακτηρίζει, τσιρλίντερς και τις αλυσοδένει σε ένα άδειο, εγκαταλειμμένο εργοστάσιο για να καταλήξουν βορά της πιο ανατριχιαστικής, υπεράνθρωπης προσωπικότητας του , αυτής του «Κτήνους».

 Ο «Άφθαρτος» Ντέιβιντ Νταν (Μπρους Γουίλις – πολύ καλός!) με την δυνατότητα να εντοπίζει τις νοσηρές και σκοτεινές σκέψεις των ανθρώπων με ένα μόνο άγγιγμα επάνω τους, έχει συνειδητοποιήσει ότι οι δυνάμεις του μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το καλό της κοινωνίας και θέτει εαυτόν στις υπηρεσίες των αδύναμων αλλά και στην ανεύρεση των κοριτσιών, δρώντας κρυφά από τις Αρχές. Χήρος (έχασε την γυναίκα από την επάρατο), μαζί με τον γιό του που τον βοηθάει στις νυχτερινές αποστολές καλύπτοντας τα ίχνη του, βρίσκει τα κορίτσια, αλλά έρχεται αντιμέτωπος με το τρομακτικό και υπερδύναμο «Κτήνος».

Ο χαρισματικός Ντέιβιντ Νταν και ο σχισματικός Κέβιν Βέντελ Κραμπ, τελικά, συλλαμβάνονται από την αστυνομία και οδηγούνται σε ψυχιατρική κλινική για να συναντήσουν έγκλειστο στο ίδρυμα τον Ελάιτζα Πράις (Σάμιουελ Τζάκσον – υπέροχος!) με το υψηλό ΆιΚιού, το εύθραυστο, οστέινο σώμα  και φανατικό των κόμιξ, γνωστό και ως «Γκλας», ό οποίος σε αναπηρικό καροτσάκι βιώνει μια μόνιμη καταστολή λόγω της ακατάσχετης τροφοδοσίας χαπιών για να μην λειτουργεί το μυαλό του και δημιουργήσει προβλήματα. 

Τους τρείς, «ιδιαίτερους, «κακούς» ασθενείς, οι οποίοι είναι απομονωμένοι και φυλάσσονται αυστηρά, αναλαμβάνει να τους κουράρει η Δρ Έλις Στέιμπλ (Σάρα Πάλσον – καλή) με σκοπό να τους πείσει πως είναι φυσιολογικοί άνθρωποι και όχι σούπερ ήρωες βγαλμένοι από κόμιξ ιστορίες.   

Ο Αμερικανο-Ινδός σκηνοθέτης Μάικλ Νάιτ Σιάμαλαν της «6ης Αίσθησης», του «Άφθαρτου», του «Χωριού», του «Οιωνού» είναι αυτό που λέμε το εξαιρετικό έδεσμα στον κινηματογράφο του φανταστικού, που βγαίνει στο τέλος του δείπνου για να εντυπωσιάσει γευστικά τους ομοτράπεζους.

Όμορος με το παράδοξο σινεμά του Γκιγιέρμο του Ντελ Τόρο, μεσοτοιχία με την ατμοσφαιρικότητα του Τιμ Μπάρτον, ως γνήσιος «παραμυθάς» που είναι καταφέρνει στο «Γκλας» να προσδώσει μια εντελώς διαφορετική οπτική στο θέμα των υπερηρώων.

Κατασκευασμένοι εξ΄ αρχής, χωρίς γιρλάντες και άλλα φανταχτερά βαρίδια, απόλυτα σκοτεινοί, διαστρεμμένοι – όχι τόσο ο  Ντέιβιντ Νταν – ενταγμένοι στην παθογένεια των pulp villains, ο Σιάμαλαν αποτυπώνει τον νέο άνθρωπο, που με όπλο την «ατέλεια» του είναι επικίνδυνος και όχι χρήσιμος σε αυτούς που ορίζουν την χάρτα της ανθρωπότητας, την ελευθερία και την πρόοδο πάνω από δέκα χιλιάδες χρόνια στη Γη. Καλό αυτό ε;

Σε δίκαια σεναριακά μέρη μοιρασμένη η δράση των τριών ηρώων, ο ανθρωπιστικός λόγος του σκηνοθέτη κυριαρχεί, φέρνοντας, μάλιστα, σε αντιπαράθεση και όχι σε συνεργασία τις δυνατότητες αυτών των οντοτήτων. Γουίλις και Τζάκσον είναι αφοπλιστικοί και σε γυρίζουν στις καλές στιγμές του σινεμά, ενώ ο ΜακΑβόι (έχει γίνει «ντούκι» από την γυμναστική για τον ρόλο), μέγας ηθοποιός ο μπαγάσας, είναι πραγματική απόλαυση και κυριολεκτικώς παγώνεις με τις ερμηνευτικές του δυνατότητες. Η δε φωτογραφία του πολυτάλαντου και βραβευμένου, Ελληνοαμερικανού Μάικλ Γκιουλάκις είναι εν σειρά, άψογοι ζωγραφικοί πίνακες.   

Ο Σιάμαλαν ως σκηνοθέτης είναι πολύ καλός, πάντα ήταν και θα είναι, και τα κινηματογραφικά του όνειρα είναι γόνιμα, τιμά την τέχνη και το σινεμά του, ενώ σε κάθε του ταινία έχει, πάντα, κάτι παραπάνω να πει. Πουθενά δεν ξεφεύγει, είναι απόλυτα πειθαρχημένος στο σενάριο, στην δική του, γοητευτική, ατμοσφαιρική αφήγηση και μέσα από την υποκουλτούρα περνάει τις προσωπικές του πολύχρωμες σπίθες, καθώς ως Αμερικανός με ινδική καταγωγή οι αρμοί των γνώσεων του είναι αλφαδιαμένοι σε διαφορετική κουλτούρα και γνώση, από αυτή της βαθιάς Εσπερίας. Ξαφνιάζει και εντυπωσιάζει το «Γκλας», γι  αυτό μην χάσετε την ταινία!  

«Στην Πύλη της Αιωνιότητας»

(At Eternity's Gate)

 

  • Είδος: Βιογραφία εποχής
  • Παραγωγή: Ελβετία, Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ιρλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζούλιαν Σνάμπελ
  • Με τους: Γουίλεμ Νταφόου, Ρούπερτ Φρεντ, Όσκαρ Αϊζακ, Μαντς Μίκελσεν, Ματιέ Αμαλρίκ
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας στον Γουίλεμ Νταφόου στο 75ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας

Ο ζωγράφος και σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ, υποψήφιος για Όσκαρ της ταινίας «Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα», μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τη ζωή και το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ σε μια βιογραφία για τον ρόλο του δημιουργού και τη ζωγραφική του τέχνη σε σενάριο του ηθοποιού, συγγραφέα και βραβευμένου με τιμητικό Όσκαρ για τη δουλειά του ως σεναριογράφου του Λουίς Μπουνιουέλ,  Ζαν Κλοντ Καριέρ («Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας», «Η Ωραία της Ημέρας»). Στον ρόλο του Ολλανδού μεταϊμπρεσιονιστή καλλιτέχνη, ο μοναδικός Γουίλεμ Ντάφοου.

Η ταινία επικεντρώνεται στην χρονική περίοδο που ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ (Γουίλεμ Νταφόου – καταπληκτικός), γιος πάστορα,  μετακόμισε από το καλλιτεχνικό Παρίσι των ιμπρεσιονιστικών κύκλων στην Αρλ της Γαλλίας. Στην ύπαιθρο της Προβηγκίας μαγεμένος από το τοπίο και το φυσικό φως δημιούργησε μερικά από τα πιο εμβληματικά έργα του, όπως η «Έναστρη Νύχτα», το «Υπνοδωμάτιο στην Αρλ» και η σειρά «Ηλιοτρόπια», μεταξύ εκατοντάδων άλλων. Εκεί εμπνεύστηκε την τεχνική του «στροβιλισμού» με το πινέλο, δίνοντας την γνωστή κίνηση στα τοπία του.

Η σχέση με τον αδελφό του Τεό (Ρούπερτ Φρεντ – καλός), επιτυχημένο έμπορο έργων τέχνης που συντηρούσε τον Βαν Γκογκ, η γνωριμία και η μέχρι ακροτήτων φιλία του με τον Πολ Γκογκέν (Όσκαρ Αϊζακ – καλός), τα προβλήματα με την ασταθή ψυχική του υγεία, την εισαγωγή του στο ψυχιατρικό κέντρο του μοναστηριού του Αγίου Παύλου στο Σαιν Ρεμί, τις συχνές καταθλίψεις του και τέλος τον θάνατο του – εδώ ο σκηνοθέτης δίνει μια διαφορετική εκδοχή, από αυτή του αυτοπυροβολισμού στο στήθος, -είναι τα βασικά, σεναριακά στοιχεία που απαρτίζουν την ταινία του Τζούλιαν Σνάμπελ.

Ο Βαν Γκογκ ήταν 35 χρόνων όταν αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αρλ για να απογειώσει τις τεχνικές του. Πάραυτα ο 63χρονος Γουίλεμ Νταφόου ερμηνεύει τον κατά 28 χρόνια μικρότερο του ζωγράφο σαν να μην φαίνεται καθόλου η ηλικιακή διαφορά. Άψογος ο Αμερικανός ηθοποιός για τρίτη κατά σειρά φορά στην καριέρα του υποδύεται μια μεγάλη μορφή, ξεκινώντας από τον καζαντζακικό Ιησού Χριστό στον «Τελευταίο Πειρασμό» του Μάρτιν Σκορζέσι το 1988, για να ακολουθήσει ο ρόλος του αιρετικού σκηνοθέτη και ποιητή Πιέρ Πάολο Παζολίνι στην ταινία του Έιμπελ Φεράρα «Παζολίνι» το 2014. Και στις τρεις ταινίες είναι απαζάρευτα τέλειος.

Πιθανώς, είναι ο μοναδικός ηθοποιός στην ιστορία του σινεμά που έχει ενσαρκώσει τόσο πετυχημένα μεγάλους άνδρες της παγκόσμιας θρησκευτικής και καλλιτεχνικής ιστορίας.

Ο 87χρονος, βετεράνος σεναριογράφος Ζαν Κλοντ Καριέρ γράφει με τον Σνάμπελ ένα αισθαντικό σενάριο, ήπιων τόνων, απόλυτα αγιογραφημένο πάνω στον Βαν Γκογκ και η κάμερα του 67χρονου Αμερικανού σκηνοθέτη ξεχύνεται ατελείωτες ώρες στους αγρούς με τους ηλίανθους, τα δένδρα, τα άνθη και στις μεγάλες διαδρομές του ζωγράφου μέχρι να ανακαλύψει το κατάλληλο σημείο για να στήσει το καβαλέτο του.

Ποιητικά, σεβαστά και τιμητικά, από ζωγράφο προς ζωγράφο (ο Τζούλιαν Σνάμπεν εκτός από σκηνοθέτης είναι και ζωγράφος), η ταινία – εάν εξαιρέσεις την καλή φωτογραφία του έμπειρου Μπενουά Ντελόμ (Η Θεωρία των Πάντων), τις μικρές εκπλήξεις σε συμμετοχές, όπως αυτή του Μαντς Μίκελσεν στο ρόλο ενός παπά και του Ματιέ Αμαλρίκ στον ρόλο του γιατρού που παρακολουθούσε τον Βαν Γκογκ μέχρι το τέλος της ζωής του – , είναι κομμάτι κουραστική όσο κι αν ο Νταφόου βγάζει τζάμι την προσωπικότητα του Βαν Γκογκ.

«Κάτω από το Δέντρο»

(Under the Tree)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Πολωνία, Δανία, Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Χάφτεϊν Γκούναρ Σίγκουρδσον
  • Με τους: Σιγκούρδουρ Σιγκούρζονσον, Μπορστάιν Μπάχμαν
  • Διάρκεια: 89‘
  • Διανομή: Neo Films

Στα προάστια του Ρέικιαβικ η κόντρα δύο οικογενειών που μένουν σε διπλανά σπίτια, η οποία θα ξεκινήσει από ένα δέντρο που ρίχνει τη σκιά του στη διπλανή αυλή, θα οδηγήσει σε μια κωμικοτραγική κι εξωφρενική κατάσταση.

O Άτλι, πατέρας μιας τετράχρονης, χωρίζει με τη σύντροφό του κι αναγκάζεται να επιστρέψει στο πατρικό του, όπου βυθίζεται στη διαμάχη που έχουν οι γονείς του με τους γείτονές ​λόγω τη​ς​ ​σκιάς του πανέμορφου ​γιγαντιαίου ​δέντρου​ τους,​​ το οποίο «καταπατά» στην αυλή των γειτόνων. 

​Η κλιμάκωση θα είναι ραγδαία, με συνέπεια, πολύ σύντομα, να χαθεί κάθε έλεγχος. ​Κ​αταστρέφονται περιουσίες, κατοικίδια εξαφανίζονται και κυκλοφορεί η φήμη πως ο γείτονας εθεάθη με αλυσοπρίονο.

Το αγαπημένο θέμα της μυθοπλασίας της Βόρειας Ευρώπης – η αποσύνθεση των κοινωνικών δεσμών που κρύβεται πίσω από τους τοίχους των σπιτιών – αναδεικνύεται μέσα από μια περίτεχνη πολυφωνική σύνθεση που ανακαλύπτει την αρμονία μέσα στο χάος. 

«Στους Διαδρόμους»

(In The Aisles)     

 

  • Είδος: Κοινωνική, ερωτική
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Τόμας Στούμπερ
  • Με τους: Σάντρα Ούλερ, Φρανζ Ρογκόφσκι, Πέτερ Κουρθ
  • Διάρκεια: 125’
  • Διανομή: StraDa FIlms – Seven Films
  • Διακρίσεις: Φεστιβάλ Βερολίνου 2018 (Βραβείο GUILD FILM, Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής) –  Νύχτες Πρεμιέρας 2018 (Βραβείο Σεναρίου, Βραβείο Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών)

Ο εσωστρεφής, ντροπαλός και απομονωμένος Κρίστιαν ανακαλύπτει την αγάπη, τη φιλία και έναν ολοκαίνουργιο, μυστηριώδη κόσμο στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ όπου πιάνει δουλειά.

Όταν ο ντροπαλός Κρίστιαν χάνει τη δουλειά του, βρίσκει καινούργια δουλειά στο τοπικό σούπερμαρκετ.

Ο Μπρούνο υπεύθυνος στον διάδρομο των Ποτών τον παίρνει υπό την προστασία του και του δείχνει τα κόλπα της δουλειάς. Στους διαδρόμους ο Κρίστιαν θα συναντήσει την Μάριον, υπεύθυνη του διαδρόμου των Γλυκών. Η μυστηριώδης αύρα της τον συνεπαίρνει και την ερωτεύεται στιγμιαία.

Στη μηχανή του καφέ συναντιούνται καθημερινά κι εκεί αρχίζουν να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Εκείνη όμως είναι παντρεμένη κι ο έρωτάς του δείχνει αδιέξοδος. Ώσπου μια μέρα η Μάριον δεν εμφανίζεται στη δουλειά της.

Σημείωμα Σκηνοθέτη:

Μια τρυφερή ματιά στη ζωή, τον έρωτα, τη φιλιά και την απώλεια με πρωταγωνιστές τους Φρανζ Ρογκόφσκι (VICTORIA, HAPPY END) και Σάντρα Ούλερ (TONI ERDMANN).  «Μόλις διάβασα την ιστορία του Κλέμενς Μέγερ στη συλλογή διηγημάτων του «All The Lights» ήθελα να τη σκηνοθετήσω. Η εικόνα ενός μοναχικού, νέου άντρα που βυθίζεται στον κόσμο των διαδρόμων ενός σουπερμάρκετ μου φάνηκε τόσο γοητευτική που δεν με άφηνε να ησυχάσω.

Ο θόρυβος της λεωφόρου απέξω, το κρυφό τσιγάρο στη βάρδια, η καφετιέρα, η νυχτερινή βάρδια και ο υπεύθυνος της που επιμένει να χαιρετά δια χειραψίας καθέναν από τους υπαλλήλους ήταν πολύ δυνατές κινηματογραφικές εικόνες που με στοίχειωσαν. Η ιστορία του Μέγερ έχει απίστευτο βάθος και χρειάζεται ελάχιστες λεπτομέρειες για να γίνει ταινία. Όσα μένουν ανείπωτα τα ενώνει σαν παζλ ο αναγνώστης και στην ταινία μου ο θεατής.

Η αγάπη, η απώλεια στους διαδρόμους του σουπερμαρκετ, της ζωής. Η «γλυκιά» Μάριον από τον διάδρομο των Γλυκών, ο Μπρούνο, ο Ρουντι, η Ιρίνα και ο Κλάους, όλοι αντιπροσωπεύουν κάτι παραπάνω από τον εαυτό τους. Είναι η γλυκιά ζεστασιά μιας κοινότητας ανθρώπων που βιώνουν μαζί την ευτυχία, τη χαρά ή τη λύπη και μοιράζονται συναισθήματα στους στενούς διαδρόμους του σουπερμαρκετ».

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία κινουμένων σχεδίων «Αστερίξ: Το Μυστικό του Μαγικού Ζωμού» των:  των Αλεξάντρ Αστιέρ και Λουί Κλισί (Feelgood Entertainment)

Η ελληνική ταινία «Περιμένοντας τη Νονά» του Νίκου Ζαπατίνα (Odeon)

«Εφ’ ενός ζυγού ο ναζί Λοχαγός και η Τζούλια Ρόμπερτς» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το φιεστοχώρι των Χρυσών Σφαιρών τελείωσε, το ξενοδοχείο Beverly Hilton στην Καλιφόρνια διευθέτησε τον χώρο του, τα φορέματα και τα πανάκριβα σύνολα μοστραρίστηκαν δεόντως στην αρένα του «άρτου και των θεαμάτων», για να ξεροκαταπίνει και να ονειρεύεται ένδοξα ο κάθε οικουμενικός λιγούρης θεατής, τα  βραβεία, ως έκρινε η επιτροπή, απιθώθηκαν σε άξια χέρια, οι λόγοι των ευχαριστιών εκφωνήθηκαν προς πάσα κατεύθυνση – «σε ευχαριστώ ώ εταιρεία», που άδει και ο Νιόνιος -, ο Τζεφ Μπρίτζες, τελικά μεγάλωσε αρκετά, ρε γαμώτο, για να «φορτωθεί» το βραβείο Σεσίλ ΝτεΜιλ για την συνεισφορά του στην μεγάλη οθόνη και τέλος οι απαραίτητες φωτογραφίες των πρωταγωνιστών με την «σφαίρα» υπό μάλης ή ανά χείρας τραβήχτηκαν για να τοποθετηθούν τελετουργικά στο ιστορικό άλμπουμ της εν λόγω Τέχνης.

Αυτοί, βέβαια, που χαμογελούν φαρδιά πλατεία είναι οι άοκνα εργαζόμενοι λομπίστες και οι δημοσιοσχεσίτες της απαστράπτουσας γιορτής. Δηλαδή, όσοι οργάνωσαν και καθοδήγησαν αθέατα μεν, ορθά δε, προς ποία όχθη θα κυλήσει ασφαλώς το νεράκι, δίχως υπερχειλίσεις, ξενερίσματα και παρατράγουδα. Γιατί, αγαπητοί μου, συμβαίνουν και αυτά στον γόνιμο πλανήτη Χόλιγουντ ή καλύτερα ας γράψουμε, ότι μόνο αυτά συμβαίνουν. Δίχως σωστό προσανατολισμό, αδιάσπαστη κατεύθυνση και καίρια στόχευση δεν γίνεται τίποτα στην μεγάλη βιομηχανία του αμερικανικού σινεμά, πόσο, μάλιστα, όταν πρόκειται για τέτοιου είδους «βαριά» βραβεία.

Τί νομίζετε, ότι τα 90 και κάτι μέλη της Επιτροπής της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου πετούν την ετυμηγορία τους όπου τους καπνίσει ή όπου λάχει μοιράζουν τις Χρυσές Σφαίρες; Θα πρέπει να είμαστε ή ρομαντικά αφελείς ή αγαπησιάρικα μπουμπουνοκέφαλοι για να θεωρούμε, πως συμβαίνει κάτι τέτοιο. «Τα λεφτά είναι πολλά Άρη!», υπενθυμίζει άγρια ο αείμνηστος Σπύρος Καλογήρου και όπου χρήμα ίσον συμφέρον. Και όπου συμφέρον ίσον ξανά χρήμα για να καταλήξει η μικρή, καπιταλιστική εξίσωση στην χρήση της εξουσίας, δηλαδή της χειραγώγησης, δηλαδή στον επηρεασμό γνώμης και διαμόρφωσης κοινωνικού περιβάλλοντος δια μέσω της ψυχαγωγίας. Και το παγκόσμιο χρήμα σήμερα στην ψυχαγωγία και την διασκέδαση είναι μεγέθους μυθικού Ελντοράντο.

Όπως και να το κάνουμε, από δημιουργίας του το σινεμά έχει μια υπολογίσιμη δύναμη προς τις μάζες, όπως δηλαδή μια θρησκεία. Γι  αυτό σε μεγάλες βραβεύσεις περιώνυμων φεστιβάλ, αρχής γενομένης από την ευρωπαϊκή πλευρά, αλλά και στις δυο μεγάλες αμερικανικές γιορτές της 7ης Τέχνης οι ταινίες ή οι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές που βραβεύονται είναι απόλυτα μεθοδευμένες εργασίες ομάδων, που λειτουργούν νυχθημερόν βάσει εντεταλμένου σχεδίου και άκαμπτου προγραμματισμού μήνες πριν. Όσο πιο ισχυρή είναι η ομάδα επηρεασμού, τόσο πιο κοντά είναι η κινηματογραφική παραγωγή στο μεγάλο βραβείο. Οπωσδήποτε θα έχετε παρατηρήσει – τουλάχιστον εσείς που ψιλο-παρακολουθείτε ή εσείς που φανατικά ακολουθείται τα φεστιβάλ – πόσες αδικίες έχουν σημειωθεί σε ταινίες στους αντίστοιχους θεσμούς, που αντικειμενικά άξιζαν μαλάματα και δάφνες  και για κάποιους λόγους έκατσαν μαρμαρωμένες στον πάγκο του εξωφυλαρούχα.

Το πως παίζεται το παιχνίδι σε αυτό το όχι και τόσο παράξενο, φωτισμένο βασίλειο, είναι μια διαδικασία που πρέπει να την παρακολουθήσεις εξ΄ αρχής, από τα μικρά φεστιβάλ και τις διάφορες βραβεύσεις από συντεχνίες του Τύπου και των επαγγελματιών τεχνικών, πλην όμως έγκυρες και υπολογίσιμες, που λαμβάνουν χώρα πριν η ταινία καταλήξει να φιγουράρει στις «χρυσές» λίστες των υποψηφιοτήτων μεγάλων βραβείων παγκόσμιας αποδοχής. Μια ολόκληρη κινητοποίηση από λομπίστες και δημοσιοσχεσίτες εκτοξεύονται σαν φλεγόμενες σαΐτες με στόχους τους διάφορους πυρήνες που διαθέτουν το δικαίωμα ψήφου, για να αρχίσουν τα σου μου του, τα παζάρια, ενώ οι υποσχετικές παίρνουν και δίνουν.

Μια ταινία από την στιγμή της ετοιμασίας της, εάν αποφασίσουν για κάποιους λόγους, ότι πρέπει να την τρέξουν σε Ευρώπη και Αμερική φθάνοντας την έως το υπέρτατον άκρον της αναγνώρισης και της βράβευσης, να είστε σίγουροι ότι θα το κάνουν. Γι  αυτό μην παραξενευτείτε εάν δείτε φέτος στα Όσκαρ, λέμε τώρα, τον μαρβελικό «Black Panther» υποψήφιο στην κατηγορία Καλύτερης Ταινίας ή Σκηνοθεσίας, κερδίζοντας μάλιστα, και το αγαλματίδιο, ενώ για μια φορά ακόμα εκτός λίστας θα βρεθούν σπουδαίες δουλειές.

Έχουμε αναφερθεί στο θέμα, γράφοντας, πως όλα τα κινηματογραφικά γιορτάσια ένθεν και εκείθεν των πλευρών του Ατλαντικού, ενδεχομένως να αφορούν ορισμένους και να τα παρακολουθούν φανατικά με στρατιωτική πειθαρχεία ή να σε αφήνουν παγερά αδιάφορο, συνεχίζοντας απρόσκοπτα τον δρόμο σου, εμπιστευόμενος την προσωπική σου αισθητική και την αγάπη στην Τέχνη του σινεμά.

Βουρ για το μεγάλο πανηγύρι της 9ης Φεβρουαρίου 2019, που τον πρώτο λόγο θα έχει ο αγέλαστος και χρυσόδερμος θείος Όσκαρ. Το Χόλιγουντ, είτε έτσι, είτε αλλιώς είναι το «Βατικανό» της Βόρειας αμερικανικής ηπείρου και ως imperium in imperio (κράτος εν κράτει), εκτός του όποιου κάλλους και της όποιας ισχύος προωθεί έξωθεν, διαθέτει μέγιστη, εσωτερική σοφία. Τίποτα, λοιπόν, στην τύχη του. Τώρα, το τι υπηρετεί και τί εξυπηρετεί, αυτό είναι κάτι που απασχολεί τον ιστορικό και τον εκάστοτε θεατή.              

«Η Στολή του Λοχαγού»

(Der Hauptmann / The Captain)

 

  • Είδος: Πολεμικό δράμα εποχής (A/M)
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Σβένκε
  • Με τους: Μαξ Χουμπάχερ, Φρέντεριχ Λάου, Μιλάν Πεσέλ, Αλεξάντερ Φέλινγκ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Weird Wave

Ανατρεπτικό και συγχρόνως ανατριχιαστικό. Προβοκατόρικο αλλά πέρα για πέρα γοητευτικό. Ειδικά το φινάλε είναι ένα σκαμπίλι που καθηλωμένος το αποδέχεσαι με το στόμα ανοιχτό. Η ταινία σε αρκετά μεγάλο μέρος της στηρίζεται στην αληθινή ιστορία του 19χρονου, Γερμανού δεκανέα Γουυίλι Χέρολντ (Μαξ Χουμπάχερ – πολύ καλός!) που μεταμορφώθηκε πρώτα σε απατεώνα και έπειτα σε σαδιστή εγκληματία, από την στιγμή που ανακάλυψε και ενδύθηκε την ολοκάθαρη και ατσαλάκωτη στολή ενός λοχαγού των Ες Ες, στις 3 Απριλίου του 1945.

Πως έχουν τα πράγματα;  Ελάχιστες εβδομάδες πριν την λήξη του 2ου μεγάλου πολέμου, ο δεκανέας του γερμανικού στρατού Χέρολντ, εντός γερμανικού εδάφους, την κοπανάει από το στράτευμα και με βορεινή κατεύθυνση λιποτακτεί, καθώς όλοι πια αντιλαμβάνονται πως οι σύμμαχοι τελειώνουν τον πόλεμο και ο σώζων εαυτόν σωθήτω! Φυσικά, ως λιποτάκτης που είναι τον καταδιώκουν οι συμπολεμιστές του για τον σκοτώσουν. Ο τρομερός και ισχυρός γερμανικός στρατός σε πλήρη διάλυση και τρόμο. Κουρελής, πεινασμένος, κουρασμένος, ξυπόλητος και με το κρύο να τον παγώνει αρχίζει τα πλιάτσικα σε αγροικίες, κάτι όμως που δεν έχει επιτυχία γιατί οι ιδιοκτήτες δολοφονούν επί τόπου τους λιποτάκτες πλιατσικολόγους.  Βυθισμένος στην απόγνωση για το πως θα γλυτώσει ανακαλύπτει ένα ημί-κατεστραμμένο, στρατιωτικό αυτοκίνητο,  και μέσα σε αυτό το κουτί ενός αξιωματικού που περιέχει τη πεντακάθαρη στολή του λοχαγού με πολλές διακρίσεις, μεταξύ άλλων και τον Σιδηρούν Σταυρό ανδρείας.

Ο στρατιώτης Χέρολντ ενδύεται την στολή, ψιλοσενιάρει το παρουσιαστικό του, αποκτά σκληροτράχηλο ύφος κι αρχίζει να υποδύεται τον παρασημοφορημένο λοχαγό των Ες Ες. Συναντά κι έναν μοναχικό Γερμανό και βαμμένο χιτλερικό αλεξιπτωτιστή που έχασε την μονάδα του, τον Φράιταγκ (Μιλάν Πεσέλ – άψογος) τον κάνει οδηγό του κι ο Χέρολντ αρχίζει να ασκεί εξουσία, πάντα με ασπίδα, χαράκωμα και απόρθητο πύργο την νέα του αμφίεση.

Στην ανάγκη του, όμως, να ξεφύγει βυθίζεται όλο και περισσότερο στην μορφή που του προσδίδει η τιμημένη, παρασημοφορημένη στολή και δίχως να το επιδιώκει έρχεται σε επαφή με ομοιόβαθμους, αλλά και με κατώτερους αξιωματικούς, που έχουν αιχμαλωτίσει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης τους λιποτάκτες εν καιρώ πολέμου .  

Λέγεται, πως συνολικά, ο Χέρολντ ηγήθηκε περί των 80 στρατιωτών, με 12 στρατιώτες να παραμένουν μαζί του, πιστοί μέχρι το τέλος. Ο τυχάρπαστος  δεκανέας, που μεταμορφώθηκε σε λοχαγό έμεινε στην ιστορία για τα στυγερά του εγκλήματα και τις αναίτιες εκτελέσεις στρατιωτών και αθώων πολιτών, με την ψευδή δικαιολογία πως εκτελούσε εντολές του ίδιου του Αδόλφου Χίτλερ, γεγονός που όλοι γύρω του προσποιούνταν πως πίστευαν, παρόλο που δεν υπήρχε καμία γραπτή απόδειξη ανάλογων διαταγών.

Αυτή είναι η πρώτη ανάγνωση της ταινίας του βραβευμένου 50χρονου Ρόμπερτ Σβένκε, σκηνοθέτη του «RED: Πράκτορες Παροπλισμένοι αλλά Πάντα Επικίνδυνοι», του «Σχεδίου Πτήσης» και των δυο μερών της «Τριλογίας της Απόκλισης». Το αμέσως επόμενο «κείμενο», που πλασάρεται ελάχιστα χιλιοστά κάτω από την σεναριακή επιδερμίδα, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το «κέλυφος» και πως μπορεί ένα «κέφυλος» να επιδράσει στον ψυχισμό μας. Δηλαδή, εκεί που δεν μπορείς να αρθρώσεις λόγο, γιατί υπάρχει η συμπίεση ή η ψυχολογική βία, ένα ένδυμα έχει την ιδιότητα τού απόλυτου μετασχηματισμού. Και εν δυνάμει αυτός ο μετασχηματισμός θα αναδύσει τον πραγματικό σου εαυτό, αυτόν που ήταν καταχωνιασμένος λόγω θέσης, χαμηλής αυτοεκτίμησης ή και φόβου.

Γίνεται πραγματικός χαμός. Ο πρωταγωνιστής Μαξ Χουμπάχερ ταξιδεύει υπέροχα στην σκοτεινή μετουσίωση, ξαφνιάζει και συνάμα σφηνώνει στο κεφάλι του θεατή το: «διάολε κάτω από συνθήκες εξουσίας πόσο κτήνος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος;» Ο ήρωας είναι σαν να ξεχνάει τι ήταν και μαγικά η στολή – κέλυφος του προσθέτει μια δύναμη, ικανή να αποκαλύψει την γενεσιουργό του προσωπικότητα και να αγκαλιαστεί με την δαιμονική ιδιότητα που αντιπροσωπεύει η φορεσιά -κέλυφος. Άλλωστε το πως ορθώθηκε και καθιερώθηκε το Γ΄ Ράιχ είναι γνωστό σε όλους όσους διαβάζουν ιστορία. Η κτηνωδία στο μεγαλείο της και όσο πιο υψηλό βαθμό έφεραν εκείνοι οι δαίμονες, εγκληματίες στρατιωτικοί, τόσο βαθύτερο και απάνθρωπο ήταν το έρεβος που εκδήλωναν. Αυτό είναι ντιενεϊκό και δεν αλλάζει.

«Η Στολή του Λοχαγού» είναι μια άριστη άσκηση στο αθέατο, ανθρώπινο εμβαδόν, που σοκάρει. Η ασπρόμαυρη επιλογή της εικόνας διαμορφώνει κατάλληλα την ατμόσφαιρα της ταινίας, την φέρνει στην εποχή που πραγματεύεται, ταυτόχρονα δε, την εναποθέτει στο πιο ψηλό σημείο της κλίμακας της ύβρεως για να κατρακυλήσει θανάσιμα και αιματοβαμμένη μέχρι το σκοτεινό υπόγειο, ενώ η υπέροχη φωτογραφία του  Φλόριαν Μπάλχαους πραγματικά σε δένει με ό,τι ο σκηνοθέτης θέλει να εκφράσει προβοκατόρικα.

Προσέξτε όσοι θα δείτε την ταινία, εύχομαι να είστε πολλοί, μην αποχωρήσετε από την αίθουσα μετά το τέλος της, αλλά περιμένετε και παρακολουθήσετε τους τίτλους, κι εκεί πραγματικά θα μείνετε σύξυλοι. Ουρανομήκης έμπνευση και όλη η σύγχρονη αλήθεια για το κράτος που ονομάζεται Γερμανία.        

«Η Επιστροφή του Μπεν»

(Ben is Back)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Χέτζες
  • Με τους: Λούκας Χέτζες, Τζούλια Ρόμπερτς, Κόρντεϊ Μπ. Βάνς
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Μελόδραμα καραμπινάτο, από αυτά που γίνεται κόμπος όλο το εντερικό σύστημα, σφραγίζει το ηλιακό πλέγμα και μαυρίζει η διάθεση αυτοστιγμής. Οικογενειακή ιστορία με την αποφασιστική μητέρα που είναι ικανή να φτάσει έως τις πύλες της κολάσεως για να διασώσει το βλαστάρι της, γένους αρσενικού. Στο κέντρο του δράματος η οσκαροβραβευμένη Τζούλια Ρόμπερτς (Έριν Μπρόκοβιτς) να λοξοκοιτάει για μια ακόμη φορά τις οσκαρικές υποψηφιότητες.

Ταινία ερμηνειών και σενάριο προσεγμένο ως προς την δραματοποίηση της ιστορίας, να εξελίσσεται όμοιο με κατάβαση στα σκοτάδια της ανθρώπινης κατάρρευσης. Όλα είναι μαύρα και κατάμαυρα σε αυτή εδώ την δουλειά του Αμερικανού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Πίτερ Χέτζες  («Ο Νταν Έφαγε Κόλλημα», «Η Παράξενη Ζωή του Τίμοθι Γκριν»), ο οποίος είχε προταθεί  το 2002 για το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου της ταινίας «Για Ένα Αγόρι». Και σε αυτή την ταινία το σενάριο, εκτός της σκηνοθεσίας  είναι δικό του.

Δεν υπάρχουν μεμπτά σημεία ή κακοτοπιές στην ταινία, ανοίγει, μάλιστα, με τσαμπουκά και τις πόρτες του θρίλερ, της αγωνίας στο τελευταίο μέρος, για να ολοκληρωθεί το ήδη υπάρχον ψυχοπλάκωμα και να βγεις από την αίθουσα κουρέλι. Το περίβλημα της δεν είναι γυάλινο και εξωπραγματικό έτοιμο να διαλυθεί, καθώς αρκετές, δυστυχώς, οικογένειες που έχουν βαδίσει το συγκεκριμένο μονοπάτι με κάποιο αγαπημένο μέλος της μικρής τους κοινωνίας γνωρίζουν άριστα τι θα πει βερίκοκο και τους κινδύνους που ελλοχεύουν στο να χάσεις τον άνθρωπο σου σε μηδενικούς χρόνους.

Ο ρεαλισμός είναι το βασικό συστατικό αυτής της ταινίας, που ναι μεν βρίσκεται διπλωμένος στην πλάστιγγα των αγγλοσαξωνικών αξιών, από την άλλη όμως είναι μια τραγική, αληθινή καταγραφή που δεν αμφισβητείται. Η Τζούλια Ρόμπερτς ως «καμένη» φιγούρα, μάνας, αγαπημένου, ναρκομανούς γιού σε απεξάρτηση, ανεβάζει το στροφόμετρο στα κόκκινα με τέτοιο τρόπο, αποδεικνύοντας την πολύχρονη πείρα της στον χώρο του σινεμά. Ούτε υπερβολική είναι, ούτε αδιάφορη, απλά ερμηνεύει μια μάνα που η ανησυχία της μετατρέπεται σε απόγνωση και αυτό το βγάζει. Το δεύτερο, ενδιαφέρον συστατικό είναι ένταση και ο αρνητικός ηλεκτρισμός που σκορπά η παρουσία του πολύ καλού, 22χρόνου ηθοποιού Λούκας Χέτζες (γιός του σκηνοθέτη) – είναι ο πιτσιρικάς στην ταινία του  Κένεθ Λόνεργκαν «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» -, όταν εισέρχεται στην οικογένεια, ταράζοντας με την απρόσμενη παρουσία του τα φαινομενικά ήρεμα νερά τις ημέρες των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ο  Πίτερ Χέτζες δεν αφήνει το θέμα του να ξεχειλώσει και το διεκπεραιώνει, σχεδόν αποστασιοποιημένος από διδακτισμούς, πονετικά, έντονα, άλλοτε ψυχρά, σκληρά και άλλοτε συναισθηματικά, απλώνοντας ένα ευαίσθητο και συνάμα εκρηκτικό, νευρικό σύστημα διάρκειας χρόνου ενός μόνο εικοσιτετραώρου, ικανό να σε κρατήσει στην μαύρη τσίτα.

Η διαχείριση ενός νέου ανθρώπου που περνάει από το μάτι της βελόνας για να καταφέρει να απεξαρτηθεί, μαχόμενος με το παρελθόν και το πάθος του, αλλά και η συμβολή της οικογένειας σε αυτόν τον αγώνα ζωής και θανάτου είναι η επικίνδυνη εξέδρα, όπου επάνω της στήνεται η ταινία του Χέτζες.

Η κορυφαία, προσωπική μου στιγμή στην ταινία, είναι όταν η διαλυμένη μάνα, η γεμάτη ανθρώπινο πόνο, θυμό και οργή έρχεται τυχαία αντιμέτωπη με το κτήνος που άνοιξε στον γιο της την θύρα του εθισμού στις ναρκωτικές ουσίες. Ακίνδυνη φαινομενικά, διακριτική στο όριο, αλλά μαινάδα εσωτερικά, κατασπαράζει λεκτικά αυτό το τέρας, που βρίσκεται στο απυρόβλητο, λόγω της ιδιότητας του. Η Ρόμπερτς σε αυτή την σκηνή προσφέρει απλόχερα την εμπειρία της με ερμηνευτικό ηχόχρωμα πολλών καρατίων ικανό να σε οδηγήσει για το υπόλοιπο της ώρας στα σκοτεινά δώματα του Άδη. Και μόνο για αυτή την σεκάνς θα άξιζε το Όσκαρ. Απλά απίθανη!!!

Η λευκή Χόλι (Τζούλια Ρόμπερτς – πολύ καλή) είναι παντρεμένη σε δεύτερο γάμο με τον αφροαμερικανό Νιλ (Κόρντεϊ Μπ. Βάνς – καλός), που εκτός των δυο τέκνων της από τον πρώτο γάμο της, έχει ακόμα δυο μικρά με τον Νιλ. Ο μεγάλος της γιος, ο 19χρονος Μπεν (Λούκας Χέτζες – πολύ καλός) πρώην ναρκομανής, βαποράκι με βαρύ, εγκληματικό παρελθόν, αφήνει το κέντρο απεξάρτησης και επισκέπτεται ξαφνικά την οικογένεια του για το διήμερο των Χριστουγέννων. Η απρογραμμάτιστη άφιξη του προκαλεί σύγχυση στην αδελφή και τον πατριό του, καθότι γνωρίζουν, πως κάθε επίσκεψη του Μπεν στο σπίτι προκαλεί προβλήματα.

Η Χόλι όμως, ως μάνα που είναι, ευχαριστιέται με την καρδιά της από τον ερχομό του, τον υποδέχεται ενθουσιασμένη, συμπεριφέρεται χαζά και αδέξια, ενώ πληροφορείται από τον Μπεν, πως είναι πανέτοιμος ψυχολογικά και νοητικά να ξεπεράσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά.

Ο Νιλ, που δεν μασάει από τέτοιου είδους συμπεριφορές, αποστασιοποιημένος και λογικός ταρακουνάει την γυναίκα του, υπενθυμίζοντας στην Χόλι, πως ο νεαρός είναι ακόμα μια ρυθμισμένη ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή και πρέπει να επιστρέψει άμεσα στο κέντρο. Η ανησυχία της μάνας μετατρέπεται σε πειθαρχεία, έχοντας τον γιο της υπό στενή παρακολούθηση. Το παρελθόν όμως δεν ξεχνάει και το ένα γεγονός πυροδοτεί το άλλο. Η παλιά συμμορία και ο αρχηγός της, ο διακινητής ναρκωτικών που είχε στην δούλεψη του τον νεαρό πληροφορείται την επιστροφή του Μπεν και για τον φέρει πίσω, με αφορμή ένα παλιό χρηματικό χρέος, απάγει τον σκύλο της οικογένειας. Ο Μπεν που γνωρίζει ποιος είναι αναλαμβάνει με την μητέρα του να φέρουν τον σκύλο πίσω.  Μια κρίσιμη νύχτα ξεκινάει, με νέες συνταρακτικές αλήθειες να έρχονται στο φως, και την αγάπη της μητέρας για τον γιο της να δοκιμάζεται μέσα από σοβαρές προκλήσεις τις οποίες πασχίζει να πολεμήσει κάνοντας τα αδύνατα δυνατά.

«Το Βράδυ που Έφαγε τον Κόσμο»

(La Nuit a Dévoré le Monde / The Night Eats the World)

 

  • Είδος: Θρίλερ, Τρόμου
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Ντομινίκ Ροσέρ
  • Με τους: Αντερς Ντάνιελσεν Λι, Γκολσιφτέ Φαραχανί, Ντενίς Λαβά
  • Διάρκεια: 93‘
  • Διανομή: Odeon

Ζόμπι παντού… ακόμα και στο Παρίσι! Βέβαια, όταν διαβάζεις από τον Γάλλο σκηνοθέτη Ντομινίκ Ροσέρ στο σημείωμα του, ότι έφτιαξε μια ταινία με ανθρωποφάγα ζόμπι για να τονίσει την σύγχρονη, ανθρώπινη μοναχικότητα με έναν ήρωα, που πριν αποκαλυφθούν μπροστά του τα ανεγκέφαλα, κανίβαλα δίποδα, αποκαλούσε τους ανθρώπους τέρατα, τότε αναφωνείς περίτρανα: «ε, αυτό μόνο Γάλλος θα το έφτιαχνε!»

Βρε διάολε, για την απομόνωση και την μοναξιά στο ξεκάρφωτο σκαρφίστηκες ζόμπι; Και μάλιστα δεν εξηγείς με ποιόν τρόπο ο πληθυσμός του Παρισιού και προφανώς όλης της Γαλλίας, μολύνθηκε και μεταμορφώθηκε σε τεράτογλου. Αυτά τα αεράτα μόνοι οι Γάλλοι τα εμπνέονται κατά την διάρκεια βρώσης κρουτόν σκόρδου με πατέ χήνας, εκλεκτού, λευκού τυριού δυτικών Άλπεων, κάτι όπως το Σαν Μαρσελάν Ντοφίν και βραστών λαχανικών, πίνοντας μποζολέ. Ε, μα…..

Ενώ η ταινία είναι υποφερτά σκηνοθετημένη με το σενάριο της να βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πιτ Αγκερμέν – Pit Agarmen (αναγραμματισμός και ψευδώνυμο του Martin Page) – όλο το plot είναι στο κενό, κοινώς είναι άδετο, εντελώς ξέμπαρκο, δίχως σημεία στήριξης, απλά και μόνο για να ζήσουμε ως θεατές, εν μέσω αλληγορίας, τις μοναχικές ημέρες και τον αγώνα επιβίωσης ενός ανθρώπου που δεν έγινε ζόμπι σε μια νύχτα, αλλά κινδυνεύει από τα ζόμπι, βιώνοντας το: «μόνος είμαι και ότι γουστάρω κάνω», κλεισμένος σε ένα διαμέρισμα πολυκατοικίας, καπνίζοντας πούρα, πίνοντας κρασάκι συντροφιά με ζόμπι φυλακισμένο στο καγκελωτό του ανελκυστήρα.  

Για να μην φλυαρούμε, η ταινία του Ροσέρ, η οποία είναι δίγλωσση (εμείς είδαμε την αγγλική και όχι την γαλλική version) είναι η πρώτη του μεγάλου μήκους. Ως ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη του εν λόγω μικρομηκά σκηνοθέτη, αναφερόμενος στο τεχνικό κομμάτι δομής του φιλμ, είναι καλό και προσεγμένο, αλλά εάν δεν υπήρχαν στο σενάριο τα ζόμπι (καλό μακιγιάζ) για να με κρατήσουν κάπως ξύπνιο, περιμένοντας εάν θα τον λιανίσουν ή όχι, θα είχα γύρει ηττημένος στου καραβιού την πλώρη με βαθύ χασμουρητό από την βαρεμάρα.

Ο μοναχικός και σχεδόν μισάνθρωπος Σαμ (Αντερς Ντάνιελσεν Λι  – όκεϊ, τον βγάζει καλά τον ρόλο) πηγαίνει στο σπίτι της πρώην σχέσης του για να πάρει μια χαρτόκουτα με κασέτες μουσικής που του ανήκουν (νοσταλγική πινελιά, αναφορά σε άλλες δεκαετίες η κασέτα). Πετυχαίνει, όμως, την κοπελιά να δίνει πάρτι του χαμού με καμιά πενηνταριά καλεσμένους, να πίνουν και να ερωτοτροπούν σε διαδρόμους και δωμάτια. Ο Σαμ είναι αρκετή ώρα στο περίμενε για τις κασέτες, οπότε παίρνει την πρωτοβουλία να τις μαζέψει μόνος του. Εισβάλλει στο γραφείο τις ανακαλύπτει, αλλά ξαφνικά κλειδώνει την πόρτα και πέφτει για ύπνο σε μια καρέκλα. Άσχετο!

Το πρωί που ξυπνάει είναι ολομόναχος και ο μόνος ζωντανός, καθώς όλο το Παρίσι είναι γεμάτο από ανθρωποφάγα ζόμπι, τα οποία δεν περπατούν αργά όπως μας έχουν συνηθίσει, αλλά τρέχουν σαν διάολοι, πανάθεματα, έτοιμα να κατασπαράξουν κάθε τι ζωντανό και ανθρώπινο. Δεύτερο άσχετο!

Ο Σαμ πρέπει να επιβιώσει σε αυτό το κακό και αρχίζει να οργανώνεται στο διαμέρισμα, δίχως να προγραμματίζει να αφήσει το Παρίσι και να ψάξει για άλλους επιζήσαντες. Συνηθισμένος στην μοναξιά του είναι οι καλύτερες συνθήκες που θα μπορούσε να βρει για να συνεχίσει την ζωή του. Πάλι ξαφνικά, μια άζομπι κοπέλα από το πουθενά, η Σάρα (η όμορφη Περσίδα Γκολσιφτέ Φαραχανί – μικρή χρονικής διάρκειας η παρουσία της) εισβάλλει στο διαμέρισμα, πανικοβάλλει τον Σαμ και την πυροβολεί κατά λάθος. Προσπαθεί να την σώσει και εδώ ακριβώς η ταινία πηδάει διάσταση για να περάσουμε σε άλλα μονοπάτια, τέτοια που σκοπό έχουν να ξεκουνήσουν τον μονήρη ήρωα από το διαμέρισμα φυλακή και να ψάξει για ζωή στα πέριξ. Άσχετον είς τον κύβο! Θα ήθελα ένα κρουτόν με Σαν Μαρσελάν Ντοφίν, θα ήθελα με τρέλα, ρε γαμώτο, να έπινα ένα κρασάκι με τον αείμνηστο Τζορτζ Ρομέρο για να πάνε τα φαρμακοζόμπια κάτω.      

 

 

 

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά»

(Beoning / Burning)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Νότια Κορέα (2018)
  • Σκηνοθεσία : Λι Τσανγκ-ντογκ
  • Με τους: Στίβεν Γιούν, Γιου Αχ-ιν, Τζουν Τζονγκ-σέο
  • Διάρκεια: 148’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο FIPRESCI Φεστιβάλ Καννών 2018

Η έκτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του πολυφερόμενου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-ντογκ («Κρυφή Ηλιαχτίδα», «Ποίηση»), έφτασε και στην χώρα μας, ενώ η φήμη της προηγήθηκε εν οργάνοις, νοητών κότινων, δαφνών και εξαπτέρυγων, που ακόμα και ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπαράκ Ομπάμα, την ενέταξε στις δέκα καλύτερες της χρονιάς μαζί με τον μαρβελικό «Black Panther» στην σινεφίλ λίστα του. Αυτό, λοιπόν, το «θείον» έργο, που βασίζεται στο διήγημα «Φλεγόμενος Αχυρώνας» του Χαρούκι Μουρακάμι και το υμνολόγησε, το λιβάνισε η παγκοσμία κοινότητα κριτικών κινηματογράφου, αυτό που παραλίγο να «κλέψει» τον Χρυσό Φοίνικα από τους υπέροχους Ιάπωνες, «Κλέφτες Καταστημάτων» (ευτυχώς!), είναι μια μπούρδα με περγαμηνές.

Μην απορείτε. Και οι σαχλαμάρες διαθέτουν περγαμηνές και όσο περισσότερες και λαμπερότερες είναι οι διαπιστεύσεις ενός καλλιτεχνήματος, τόσο ο άπειρος θεατής θέτει την κρίση του σε αμφισβήτηση. Το ένστικτο, όμως, η εμπειρία και η μακρόχρονη, ανιδιοτελής γνώση δεν μπορούν να καμφθούν, ούτε τα ανούσια 148 λεπτά της ώρας που θα ξοδέψεις μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα παρακολουθώντας έναν νάρκισσο σκηνοθέτη να αυτοθαυμάζεται στα πλάνα που σουτάρισε, δημιουργώντας τέχνη, μπορούν να αντικατασταθούν. Είναι μια ταινία άρτια τεχνικά, που σέρνει για πάνω από διόμιση ώρες ένα σκιώδες, ασυνάρτητο σενάριο που μπάζει από χίλιες μεριές σαν χιλιοτρυπημένη σαμπρέλα.

Οι σειρήνες που περιτριγυρίζουν τούτο το φιλμ μοιάζουν καλά εκπαιδευμένες στην σαγήνη, μα ο σκηνοθέτης έχει ήδη θαφτεί ζωντανός στον δικό του τύμβο και δεν υπάρχει καμία περίπτωση διάσωσης. Προσκαλώ οποιονδήποτε που θα δει το φιλμ να το συζητήσουμε και πέραν των εκπληκτικών πλάνων, των ωραίων, νεαρών πρωταγωνιστών και ενός μαστόρικου, ας πούμε, σε οπτική φινάλε, επιθυμώ να εκφράσει πραγματιστικά, λογικά και ρεαλιστικά τί κατάλαβε από την δημιουργία του βραβευμένου, Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη και πρώην υπουργού Πολιτισμού της χώρας του, Λι Τσανγκ-ντογκ, που θα παρελάσει θριαμβευτικά και στα πρόσφατα Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ε, αφού αρέσει στον ex President! Όχι, όμως να ακούσω εικασίες και αμφιλεγόμενες αμπελοφιλοσοφίες, αλλά αντικειμενικά, τεκμηριωμένα και συνειδητοποιημένα να μου μιλήσετε για την ψυχή και την ουσία αυτής της ταινίας.

Η τροφή για σκέψη που εκπορεύεται από ένα καλλιτέχνημα δεν είναι φλου και εκτεθειμένη στην όποια εγκεφαλική, εγωπαθή θολούρα του δημιουργού, αλλά στο μεγαλείο να καθιστά ο δημιουργός στον παρατηρητή το σοφόν σαφές, ώστε ο θεατής να μετουσιώνει μέσα του τον λόγο ύπαρξης του δημιουργήματος.   

«Το Παιχνίδι με τη Φωτιά», εκτός της απαράδεκτης διάρκειας του σε χρόνο, μόλις εγκαταλείψεις την αίθουσα, με το πέρας της ταινίας, θα χρειαστείς ακόμα λίγα λεπτά για να καταλάβεις, ότι τελικά δεν είδες τίποτα. Στιγμές, εικόνες, μια αρχή ιστορίας που οδηγείται σε ολισθηρούς λεωφόρους μυστηρίου και ξαφνικά το χάσιμο. Βασανιστική ταλαιπωρία, απορίες, άλυτα ερωτήματα, ασύνδετες κινηματογραφικές συλλαβές, που καλείσαι να ταιριάξεις αυτά κάπως μεταξύ τους και να δώσεις το δικό σου νόημα μπας και βγάλεις κάποια άκρη από το χάος.

Το βιβλίο δεν το έχω διαβάσει, αλλά η συγκεκριμένη παράλειψη δεν νομίζω πως έχει σημασία. Τα διασκευασμένα, κινηματογραφικά σενάρια που αφορούν μυθιστορήματα ή διηγήματα δεν απαιτούν από τον σινεφίλ να είναι διαβασμένος για να διασωθεί από τον σεναριακό και σκηνοθετικό κυκεώνα. Το περιεχόμενο ενός βιβλίου και η ιστορία μιας ταινία, που πηγάζει από το βιβλίο μπορεί να είναι ίδια, είναι όμως δυο ξεχωριστές και αυτόνομες οντότητες.             

Ο Γιόνγκσου που σπούδασε δημιουργική γραφή, θέλει να γίνει συγγραφέας. Ο κτηνοτρόφος πατέρας του ετοιμάζεται να καταδικαστεί γιατί απείλησε και βιαιοπράγησε σε κάποιον που είχαν διαφορές, ενώ η αδιάφορη μητέρα του που τον εγκατέλειψε, τον συναντάει έπειτα από χρόνια. Ο  Γιόνγκσου, μόνος, άνεργος όπως είναι τυχαία θα συναντήσει τη ομορφούλα και ελαφρόμυαλη  Χάεμι, ένα κορίτσι που έμενε κάποτε στη γειτονιά του. Η Χάεμι ζητάει από τον νεαρό να προσέχει τον γάτο της όσο θα λείπει σε ταξίδι.

Στο μικρούλη σπίτι της όμως ο Γιόνγκσου δεν βλέπει γάτο και η Χάεμι του εξηγεί πως ο Μπόιλ είναι αυτιστικός και δεν εμφανίζεται σε ξένους. Αμέσως η κοπέλα ορμάει στο αγόρι και κάνουν έρωτα. Η Χάεμι φεύγει για την Αφρική για να συναντήσει, όπως λέει, την μεγάλη πείνα και ο Γιόνγκσου πηγαίνει στο σπίτι της για να ταΐζει τον γάτο Μπόιλ, που ποτέ δεν βλέπει.

Με την επιστροφή της από την Μαύρη Ήπειρο συστήνει στο Γιόνγκσου τον μυστηριώδη, πλούσιο και γοητευτικό νεαρό με το όνομα Μπεν, που γνώρισε στην Αφρική και διαθέτει Πόρσε και πολυτελές διαμέρισμα σε σικ περιοχή της Σεούλ. Ο Μπεν μιλάει στο Γιόνγκσου για τις περίεργες συνήθειες του, όπως το να βάζει φωτιές σε θερμοκήπια. Ένα ερωτικό τρίο (;) δημιουργείται, αλλά ο Γιόνγκσου δείχνει ενδιαφέρον για την Χάεμι, αγνοώντας (:), ζηλεύοντας (;) τον ευκατάστατο Μπεν που είναι πολύ ήρεμος, παρότι εμπρηστής. Η Χάεμι κάποια στιγμή δεν δίνει σημεία ζωής και ο Γιόνγκσου αρχίζει να παρακολουθεί τον Μπεν.

«Φυλετικό «Πράσινο Βιβλίο» και ο γέρων νεανίας Κλίντ Ίστγουντ ανοίγουν θεαματικά την αυλαία του 2019» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ζοριστήκαμε, βιαστήκαμε, τον υμνολογούσαμε, τον φέρναμε και από τον μήνα Οκτώβριο τον αναφέραμε. Εδώ και τρεις μήνες στρώναμε το χαλί για να το πατήσει ένδοξα. Ήρθε τελικά! Πλουμιστός, αεράτος με πολύχρωμα πυροτεχνήματα στους νυχτερινούς ουρανούς, θριαμβευτικές φωταψίες, λες και ζούσαμε απελευθέρωση κράτους από σκοτεινό, κατοχικό ζυγό, μουσικές, αγκαλιές, φιλιά, φιέστες, γιορτάσια, λουκούλλεια δείπνα, λογής καμώματα στα τραπέζια της θεάς Τύχης, ακόμα και ο πιο ταπεινός και ο πιο στερημένος έκανε το κάτι τις του ως προς την υποδοχή του νέου χρόνου. Εσείς πράξατε τα δέοντα;

Ρόδι σπάσατε; Την γούρικη κρεμμύδα την απιθώσατε στο σπιτικό σας; Αγνοήσατε από την φετινή σας μάζωξη τον μαθηματικά και γεωμετρικά αποδεδειγμένο καντέμη, που πέρσι πρυτάνευσε η πονοψυχιά σας, τον προσκαλέσατε και σας πήγαν όλα σαν ταινία απόλυτης καταστροφής; Βγήκατε από την εξώπορτα και ξαναδιαβήκατε άπαξ το κατώφλι της οικίας σας με το δεξί; Φτύσατε τον κόρφο σας τρις προφέροντας απαξιωτικά τον τρισκατάρατο, τετραψήφιο αριθμό του προηγούμενου έτους; (αυτό μόνο για όσους τους πήγε πριονοκορδέλα το πέρσι) Καταραστήκατε την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση; Ευχηθήκατε, οι φιλικά προσκείμενοι της υπάρχουσας πολιτικής κατάστασης, να κερδίσει ξανά το κόμμα και να είστε πάλι στα πράγματα;

Περιστραφήκατε ωσάν δερβίσηδες τρις και ξανά τρις δεξιόστροφα πέριξ του άξονος σας, ψελλίζοντας ενθαρρυντικό, προστατευτικό, θρησκευτικό μάντραμ καλοτυχίας με επίκεντρο ενδιαφέροντος εσάς και το νέο έτος; Κατεβάσατε τον γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος στις 12 ακριβώς, δημιουργώντας συνθήκες ερέβους στο σπίτι, κι έπειτα ξανά φως; Φορούσατε τα παπούτσια σας, για να μην σας βρει ξυπόλυτους ή με παντούφλες το new year; Εγερθήκατε ευθύς από τα τραπέζια της κραιπάλης, τουλάχιστον δυο λεπτά, πριν την αλλαγή του χρόνου; Κοιτάξατε με πίστη και απόγνωση τον βραδινό ουρανό, θέτοντας άηχα τις μύχιες επιθυμίες σας, μην τυχόν έστησαν αυτί οι υπόλοιποι της παρέας και έβαλαν τα ίδια θέλω με εσάς; Αναγκαστήκατε να ανταλλάξετε θερμές ευχές και ασπασμούς με αντιπαθητικά πρόσωπα, που ούτε ζωγραφιστά δεν θέλατε να τα δείτε και, ω την ατυχία μου μέσα, ήταν προσκεκλημένοι στο ίδιο σπιτικό ρεβεγιόν;

Φιλήσατε παρατεταμένα, με τακτ βέβαια, αγκαλιάσατε σφιχτά, κι αυτό με προσοχή, τον ανεκδήλωτο έρωτα σας, που τέσσερα χρόνια τώρα δεν έχετε ακόμα φανερώσει τα αισθήματα σας στο πρόσωπο του; Χορέψατε, οι κύριοι, την πρώτη μερακλωμένη ζεϊμπεκιά, οι κύριες, λικνίστηκαν με το πρώτο, ερωτικό τσιφτετέλι του νέου έτους στα ξενυχτάδικα; Απαξάπαντες της παρέας χορέψατε βακχικά πιασμένοι χέρι χέρι το πρώτο νησιώτικο στην πίστα αμέσως μετά την τρε μπανάλ, πανηγυρτζίδικη ευχή του παρευρισκόμενου αοιδού: «Ευτυχισμένος ο Καινούργιος Χρόνος σε όλους τους μάγκες και τα όμορφα μωρά!»;

Ήταν γενναίος ο λογαριασμός στις λουλουδούδες τρία λεπτά μετά το μεσονύκτιο για 365 ανθόσπαρτες ημέρες; Καλέσατε δεκάδες τηλεφωνήματα; Λάβατε άλλα τόσα; Στείλατε εκατοντάδες τυποποιημένα μηνύματα-ευχές ακόμα και στην κουτσή Μαρία; Κυρίες μου δεχτήκατε κάποιο μήνυμα από κάποιον που σας αντέγραψε, δηλαδή, στην παραζάλη της βραδιάς ξέχασε ότι έκανε κλόπιραϊτ το κείμενο σας και μετά από πέντε λεπτά σας το «φόρτωσε» στο κινητό ως ευφυέστατη ευχή εκπορευόμενη από τα άδολα φυλλοκάρδια του; Κύριοι μου, ήσασταν προσεκτικοί προς ποία κατεύθυνση διαβιβάζατε τα μηνύματα-ευχές; Βγάλατε selfie ακριβώς την στιγμή της αλλαγής του χρόνου για να έχετε να θυμάστε; Θυμηθήκατε κάποιον πρόσφατο, εγκαταλελειμμένο έρωτα σας, που επιδίδεται σε ύπτιο και πεταλούδα στα μαύρα πελάγη της μοναξιάς του για να ευχηθείτε, έστω, μια ανθρώπινη «Καλή Χρονιά»;

Εμείς πάντως σας διαβεβαιώνω, πως τίποτα από τα παραπάνω καθιερωμένα δεν πράξαμε, εκτός των ασπασμών, των ευχών και κάποιων τηλεφωνημάτων και μηνυμάτων. Φάγαμε του σκασμού, ήπιαμε την ερυθρά θάλασσα σε φιλικό σπίτι με άφθονη μουσική, είδαμε στο Netflix το «Bird Box» με την Σάντρα Μπούλοκ και τον Τζον Μάλκοβιτς (δεν μπορώ να πω, ότι τρελαθήκαμε), σχολιάσαμε, κουβεντιάσαμε, ξαναφάγαμε, ξαναήπιαμε, γελάσαμε με την καρδιά μας και φύγαμε για τα σπίτια μας στις 4 ξημερώματα για τον πλανήτη κρεβάτι και παρέα με τον Μορφέα αποκοιμηθήκαμε καταευχαριστημένοι.

Νέο έτος, λένε ότι είναι, και κάθε χρόνο επιμένουν για αυτό. 2019 αριθμείται και είθε να είναι για όλους μας, με όποιον τρόπο έχει το ίδιο αποφασίσει να είναι, το καλύτερο από κάθε άλλο. Απλά, ας το απολαύσουμε!

«Το Πράσινο Βιβλίο»

(Green Book)

 

  • Είδος: Κοινωνικό road movie
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Φαρέλι
  • Με τους: Βίγκο Μόρτενσεν, Μαχερσάλα Άλι, Λίντα Καρντελίνι
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Spentzos Film

Ταινία που τιμά την τέχνη του σινεμά. Από αυτές που βλέπεις και ξαναβλέπεις, θαυμάζοντας, εκτός της σκηνοθεσίας, της ατμόσφαιρας και της μουσικής, τις εκπληκτικές ερμηνείες δυο ηθοποιών σε εντελώς ετερόκλητους ρόλους, επικυρώνοντας το πάσο για 5 υποψηφιότητες Χρυσής Σφαίρας, τόσο ως ταινία στο σύνολο της, όσο και οι πρωταγωνιστές της σε αντίστοιχες κατηγορίες. Καλοδουλεμένο male, buddy, road movie genre, που σέβεται τον εαυτό του, τον θεατή και «αέρα» τοποθετείται πλάι σε αξιόλογες του κινηματογραφικού είδους.

Δεκαετία του ‘60, λευκός και φυλετιστής μπρούτος, που δουλεύει ως μπράβος για την ιταλική μαφία, ένα good fella δηλαδή, «υπηρετεί» μαύρο, μορφωμένο, περιζήτητο, σολίστα πιάνου σε ένα ταξίδι στον βαθύ, «καυτό» φυλετικό, αμερικανικό νότο. Αξιόλογο και ιντριγκαδόρικο θέμα, με τον ανεπανάληπτο Βίγκο Μόρτενσεν να γαζώνει από την μια και τον αποκαλυπτικό Μαχερσάλα Άλι (Moonlight) να κεντάει από την άλλη.

Ο Βίγκο για μια φορά ακόμα πειθαρχημένος, άψογος και ακριβής σαν αλφάδι στον ρόλο του, με ιταλοαμερικάνικη προφορά (γνωρίζει την ιταλική γλώσσα πολύ καλά) να σκίζει και ο Μαχερσάλα, η πεμπτουσία του σικ, του class και του κυνισμού σε μαύρη έκδοση, που σε αφήνει σέκο.  

Ο εις εκ των δυο αδελφών Φαρέλι (γνωστοί και οι δυο σκηνοθέτες-παραγωγοί για τις επιτυχημένες, προβοκατόρικες και ακραία σατυρικές ταινίες τους) με αυτή την ταινία, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, ο Πίτερ Φαρέλι χαϊδεύει ευγενικά και συνάμα ουσιαστικά το σώμα της κινηματογραφικής τελειότητας. Σε σενάριο του Νικ Βιλαλόνγκα (ο γιός του πραγματικού ήρωα Τόνι Βιλαλόνγκα και παραγωγός του σινεμά και της τηλεόρασης), μαζί με τον Φαρέλι έστησαν ένα σενάριο μακριά από μελοδραματισμούς και καταγγελίες περί φυλετικών διακρίσεων, στηρίζοντας ακλόνητα τον άξονα της φιλίας που ορθώνεται από διαφορετικές οπτικές και απόψεις. Κοινωνική και πολιτική σάτιρα, χιούμορ, έντονες στιγμές, ανθρωπιά και μετασχηματισμοί χαρακτήρων συνθέτουν αυτήν την πραγματικά πανέμορφη ταινία.  

Τι είναι όμως το «Πράσινο Βιβλίο»; Το «Green Book» είναι μια νότα, ένα βιβλίο οδηγιών δηλαδή, γνωστό στην αμερικανική ιστορία και ως «The Negro Motorist Green Book», που δινόταν στους μαύρους ταξιδιώτες με προορισμούς τις διάφορες πόλεις τους φυλετικού νότου και στις σελίδες του ήταν καταγεγραμμένα τα διάφορα ασφαλή καταλύματα και τα εστιατόρια, που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι έγχρωμοι, δίχως να προκαλέσουν φασαρίες και εντάσεις στον φιλήσυχο, λευκό πληθυσμό.

Ως ταινία, τώρα, το «Green Book» είναι αυτό που θέλεις να γελάσεις νευρικά (γελάς αρκετά στα 130’ προβολής), αλλά και θυμωμένα με όλα όσα συμβαίνουν, ενώ παράλληλα σε καταλαμβάνει το guru, coolness spirit, που ξεπετάχτηκε σαν τζίνι από την ψυχή και το απαθές, κατασταλαγμένο σκεπτικό του μαύρου πιανίστα, του δόκτορος Ντον Σίρλεϊ με το όνομα, οπότε ψελλίζεις στωικά, πως, διάολε, αυτοί είναι οι λασπόκαρδοι, ασπρουλιάρηδες, οι μακελάρηδες μετανάστες, που προκάλεσαν όλα τα δεινά δύο λαών, των Ινδιάνων και των μαύρων και δεν αλλάζουν μηδέ με έναν, μηδέ με δυο, μηδέ με σαράντα δυο κούκους.

Κι όπως ρωτάει ο Τόνι κάποια στιγμή στην ταινία έναν από τους μουσικούς του τρίο: « Γιατί χαμογελάει και σφίγγει το χέρι στους λευκούς;» λαμβάνει την απάντηση: «Γιατί θέλει μεγάλο θάρρος να αλλάξεις την καρδιά των ανθρώπων».

Ευγνωμονώ τους βασανιστές, τους δυνάστες και όλους όσους κατάφεραν να με πονέσουν γιατί ήταν η αιτία και η αφορμή να γίνω καλύτερος από αυτούς.        

Το 1962, ο οικογενειάρχης, αμερικανο-ιταλός «Τόνι Λιπ» Βιλαλόνγκα (Βίγκο Μόρτενσεν – υ-π-έ-ρ-ο-χ-ο-ς!!!) από το Μπρονξ, είναι ο σκληρός μπράβος, που εργάζεται σε καμπαρέ της μαφίας. Ψάχνει για δουλειά έπειτα από το αιφνίδιο σφράγισμα του νυχτερινού κέντρου λόγω «ανακαίνισης». Η πιο ελπιδοφόρα πρόταση για εργασία είναι να γίνει ο οδηγός και ο «υπηρέτης» του διάσημου αφρο-αμερικανού, πιανίστα, κλασσικού ρεπερτορίου, του δόκτορος Ντον Σίρλεϊ (Μαχερσάλα Άλι – φ-α-ν-τ-α-σ-τ-κ-ό-ς!!!) για μια σειρά συναυλιών που έχει αναλάβει σε πόλεις του σκοταδιστικού, αμερικανικού, φυλετικού Νότου.

Το «Δόκτωρ» είναι πραγματικός προσδιορισμός και όχι κάποιο nickname, καθώς ο μορφωμένος, μαύρος μουσικός είναι κάτοχος δυο διδακτορικών και η γλωσσική του ευφράδεια σε συνδυασμό με τις γνώσεις και την άποψη που έχει για τους λευκούς και τους ομόχρωμους Αμερικανούς είναι αφοπλιστικά ολόσωστη. Παρόλο που δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένος ο Τόνι στο να εργαστεί για έναν μαύρο άνδρα, αποδέχεται τη δουλειά και ξεκινούν την περιοδεία τους με οδηγό το «Πράσινο Βιβλίο» για ασφαλή ταξίδια μέσω του φυλετικού διαχωρισμού της Αμερικής.

Ο αριστοκρατικός στην όψη, ο ευγενικός, ο κομψός, ο καλοντυμένος πιανίστας και ο απίστευτα πρακτικός, ο μπρουτάλ, με το μπυρόκοιλο Ιταλός μπράβος (ο Μόρτενσεν πήρε κιλά για τον ρόλο), ανοίγουν τα προσωπικά τους πεδία και για το πως αντιλαμβάνεται ο καθένας την ζωή, καθώς το ετερόκλητο ζευγάρι ζει και υπομένει φόρα παρτίδα τις τρομερές αδικίες της Αμερικής.

Στην διάρκεια του ταξιδιού τους ανακαλύπτουν τον απαιτούμενο σεβασμό ως προς τα ταλέντα και την καρδιά του άλλου για να αντιμετωπίσουν μαζί κάθε όνειδος και αισχρότητα από τις άθλιες αντιλήψεις των συμπατριωτών τους. Με αυτόν τον τρόπο, θα καλλιεργήσουν μια φιλία με κατανόηση που θα αλλάξει τις ζωές και των δυο.

«Το Βαποράκι»

(The Mule)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα, περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους: Κλιντ Ίστγουντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Λόρενς Φίσμπερν, Μάικλ Πένια
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Tanweer

Αεικίνητος, λαμπερός, δημιουργικός, μοντέρνος, ακούραστος και ακόμα σαράντα χαρακτηρισμούς μπορώ να γράψω για τον μοναδικό Κλιντ των 89 Μάιων και την φυσική, αλλά και την νοητική του κατάσταση. Είναι από τους σκηνοθέτες που γνωρίζουν τις τεχνικές του σινεμά, δεν σε κουράζει, κάτοχος τεσσάρων Όσκαρ Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Ταινίας. Από το μελωδικό, βιογραφικό «Bird» (1988) με την ζωή του Τσάρλι Πάρκερ και το αξεπέραστο μεταγουέστερν των «Ασυγχώρητων» (1992), μπήκε πολύ νερό στο δημιουργικό αυλάκι του ηθοποιού και σκηνοθέτη και μάλιστα γάργαρο και δροσερό νερό. Έπειτα από το «Gran Torino» του 2009 ο Κλιντ σκηνοθετεί και ταυτόχρονα πρωταγωνιστεί.

Ο κινηματογράφος του Κλιντ, πάντα με την ιδιότητα του παραγωγού και του σκηνοθέτη, είναι μια ολόκληρη ιστορία, που η κάθε ταινία του ξεχωριστά δεν μοιάζει με την προηγούμενη ούτε με την επόμενη. Σε αυτή την ηλικία ακόμα φτιάχνει πρωτότυπα πράγματα σαν να υπάρχει ένα προσωπικό του στοίχημα με την 7η Τέχνη, που ερμηνεύεται, ως μια υποσχετική πως κάθε φορά θα είναι πιο μπροστά και ποτέ δεν θα μανιερίζει. Έτσι η Μούσα του προσφέρει σφρίγος, ζωή, δύναμη, έμπνευση και ο Ίστγουντ προχωράει ακάθεκτα, ο μπαγάσας, τιμώντας αυτό το δώρο.

Το «Βαποράκι» είναι η ταινία που τινάζει τους ψύλλους από το λευκό σεντόνι της Αμερικής, στραπατσάρει το γνωστό «όνειρο», όπως το βιώνει ένας ψιλο-ζαμανφού γεράκος που χρεοκοπεί η κάποτε ανθηρή επιχείρηση του, το σπίτι του βγαίνει στο σφυρί και η οικογένεια του δεν θέλει μήτε να τον δει, μήτε να τον συναντήσει, στρέφοντας την ανθρώπινη πυξίδα στις αξίες της οικογένειας.

Η σκηνοθεσία είναι προσανατολισμένη στον σύγχρονο ρυθμό κινηματογράφησης με ωραιότατα ανοιχτά πλάνα να καταλήγουν κεντραρισμένα στο σημείο ενδιαφέροντος, δίχως ο Ίστγουντ να αμελεί την παλιά σχολή του μοντάζ που διαθέτει ειρμό και σωστές ανάσες. Σενάριο εμπνευσμένο από πραγματικά γεγονότα (άρθρο του New York Times Magazine με τον τίτλο: «The Sinaloa Cartel’s 90 – Year Old Drug Mule») και διαμορφωμένο από τον έμπειρο γραφιά Νικ Σενκ της τηλεοπτικής σειράς «Narcos», αλλά και των κινηματογραφικών «Gran Torino» και του «Δικαστή» με τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ.

Η επιλογή των συμπρωταγωνιστών εκλεκτή κι αυτή, ξεκινώντας από τον αγαπημένο «μαθητή» και φίλο του Κλιντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, τον Λόρενς Φίσμπερν, τον Μάικλ Πένια, αλλά και τον αξιαγάπητο Άντι Γκαρσία στον ρόλο του ναρκο-βαρώνου. Ωραία, τολμηρή ταινία στο κάδρο του κοινωνικού δράματος δίχως να απουσιάζει η περιπέτεια και η δράση δια χειρός του γεροντόβραχου και πάντα νέου Κλιντ Ίστγουντ.

Ο Ερλ Στόουν (Κλιντ Ίστγουντ – πολύ καλός), είναι ο ανθοκόμος που όλοι εμπιστευόντουσαν για την καλή ποιότητα των σπόρων και των λουλουδιών του. Άριστος και δίκαιος επαγγελματίας που έχρηζε εκτιμήσεως στον χώρο του, δίνοντας συνάμα και καλές συμβουλές περί οικογενειακής φροντίδας,  ενώ ο ίδιος ούτε στον γάμο της κόρης του δεν πήγε. Στην αυγή των 90 χρόνων βρίσκεται μόνος, χρεωκοπημένος και άστεγος. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται τα λάθη του, αλλά είναι αργά.

Ο Ερλ ούτε με την χωρισμένη γυναίκα του, την Μέρι (Ντάιαν Γουίστ – πάντα υπέροχη και γλυκιά)  αλλά ούτε και με την κόρη του, Άιρις (Άλισον Ίστγουντ – κόρη του Κλιντ, καλή) έχει τις καλύτερες των σχέσεων, ενώ την ίδια στιγμή παντρεύεται η εγγονή του Τζίνι (Τάισα Φάρμιγκα- κόρη της ηθοποιού Βέρα Φάρμιγκα – καλή), η οποία αγαπάει τον παππού της, αλλά ο γέρος καθότι άφραγκος δεν μπορεί να υποστηρίξει οικονομικά τον γάμο της αγαπημένης του εγγονής, βλέποντας τα χρήματα ως μέσο για να κερδίσει πάλι την αγάπη των δικών του ανθρώπων.

Ένας τυπάκος από τους καλεσμένους στο πάρτι της εγγονής του τον πλησιάζει, διακρίνοντας την δυσμενή οικονομική θέση που βρίσκεται ο ηλικιωμένος και προτείνει στο Έρλ να δουλέψει ως οδηγός, καθότι έχει μεγάλη ευχέρεια με τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων, μεταφέροντας «πράγματα» για κάποιους που πληρώνουν καλά. Ο Ερλ γίνεται το «βαποράκι» μεταφέροντας ναρκωτικά για το μεγάλο καρτέλ της Σιναλόα με αρχηγό τον «βαρώνο» Λάτον (Άντι Γκαρσία – πολύ καλός).

Κανείς από την D.E.A. και τον πράκτορα Κόλιν Μπέιτς (Μπράντλεϊ Κούπερ – καλός), που έχει βάλει σκοπό να εξαρθρώσει το καρτέλ, δεν μπορεί να φανταστεί, ότι το πιο πετυχημένο βαποράκι μεταφοράς σοβαρών ποσοτήτων κόκας, το «Mule», το μουλάρι δηλαδή, είναι ένας παπουλάκος ετών 90. Στην σκακιέρα του υποκόσμου ως γνωστόν τα πράγματα είναι ρευστά και οι αλλαγές επηρεάζουν τους πάντες.     

«Η Άγρια Αχλαδιά»

(Ahlat Agaci / The Wild Pear Tree)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Τουρκία, Σκόπια, Γαλλία, Γερμανία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Σουηδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν
  • Με τους: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Χαζάρ Εργκουκλού
  • Διάρκεια: 188‘
  • Διανομή: Ama Films

Ο βραβευμένος με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών για την «Χειμερία Νάρκη» (2014), ο Τούρκος σκηνοθέτης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν είναι ο άνθρωπος που φιλμάρει «ποιητικές» ταινίες δίχως ίχνος φαντασίας. Το σινεμά του Τσεϊλάν είναι άψογα ταξινομημένο στον απόλυτο ρεαλισμό διανθισμένο μάλιστα από την ποιητικότητα μιας γόνιμης  μελαγχολίας, που πλάνο πλάνο οδηγεί τον θεατή στην διαλογική του σκηνοθέτη. Δεν μπερδεύει, δεν ξεγελά, δεν παραπλανά, γιατί δεν γνωρίζει αυτό το παιχνίδι. Κάθε του στιγμή είναι ό,τι σκέφτεται, όπως κάθε του εικόνα είναι αυτό που σκέφτεται.

Ο Τσεϊλάν έπειτα από την «Χειμερία Νάρκη» και στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν μέχρι την παρούσα «Άγρια Αχλαδιά» η Τουρκία ως χώρα πέρασε μέσα από το μάτι της βελόνας, αλλάζοντας κυριολεκτικώς ρότα από την αρχική που είχε καταδείξει ως κράτος προόδου και ευημερίας. Το νόμισμα γύρισε τούμπα και αυτή η αλλαγή είναι καθολικά αποτυπωμένη στη καινούργια ταινία του, όπου κυριαρχεί ο λόγος και όχι οι εικόνες. Άρα ο Τσεϊλάν έχει πράγματα να πει και η ανάγκη του να εκφραστεί καλλιτεχνικά, καταλήγει ξανά σε ένα μακράς διάρκειας φιλμ των 188 λεπτών, ίδιος χρόνος περίπου με την προηγούμενη ταινία του.

Συγκαταλέγεται στους πολυλογάδες και κουραστικούς σκηνοθέτες, που ανακυκλώνουν την θεματική τους; Όχι, αντιθέτως. Είναι μεστός αλλά αθεράπευτα κλειστός, εσωστρεφής και συνάμα θεραπευτικά εκρηκτικός. Καλός χρήστης της κινηματογραφικής κάμερας, ξέρει να στήνει το σενάριο και η ροή μοιάζει σαν να ξεδιπλώνεις αργά και τελετουργικά, χειροποίητο χαλί, περιμένοντας μέχρι το τέλος να εμφανιστεί η έκπληξη.

Αν και μοιάζει σαν να μην θέλει να τελειώσει την ιστορία του, λες και την έχει ανάγκη για τον δικό του εσωτερικό εξαγνισμό, τις προσωπικές του απαντήσεις, πάραυτα προσκαλεί ελεύθερα τον θεατή να τον ακολουθήσει σε μια περιπατητική αφήγηση, ερευνώντας μια Τουρκία που προφανώς έχασε τον προσανατολισμό της, να βυθίζεται αργά και σταθερά στο πηχτό και ασφυκτικό σκοτάδι. Κάτι σαν το παλιό που επιμελώς και με ιδιοτέλεια θάβεται βαθιά από το καινούργιο. Οι μνήμες σημαντικές για τον Τσεϊλάν, όπως και τα σύγχρονα αντανακλαστικά εξ’  ίσου σημαντικά για την αντιμετώπιση του όποιου κινδύνου ελλοχεύει στον ανθρώπινο ορίζοντα, αλλά και στα αφύλακτα νώτα, οπότε οι πολιτισμικές συγκρούσεις αναπόφευκτες.

Ο ορίζοντας είναι ο γιός και το παρελθόν ο πατέρας. Και οι δυο τους στην κόψη ενός φθαρμένου σχοινιού, που σύντομα θα κοπεί, ισορροπούν αδέξια, φοβικά στο σήμερα διαπιστώνοντας, πως δεν θα προλάβουν να διανύσουν την απόσταση για να σωθούν.

Ο Σινάν μόλις τελείωσε τις σπουδές του και επιστρέφει στο χωριό και την οικογένεια του. Το ταξίδι της μόρφωσης στο πανεπιστήμιο, εκεί στην ανοιχτωσιά της πολύβουης και πολυσυλλεκτικής πόλης συρρικνώνεται απότομα στον μικρόκοσμο της επαρχίας.

Ο Σινάν θέλει να εκδώσει το βιβλίο που έγραψε με κάθε κόστος. Ο πατέρας του είναι ο συνταξιούχος δάσκαλος Ίντρις, που κάποτε ακολουθούσε το βήμα της ζωής με βαθιές, γεμάτες ανάσες, ενώ τώρα εθισμένος στον τζόγο χρωστάει και της Μιχαλούς να τον καταδιώκουν οι δανειστές του. Η μητέρα του, μια τραγική, γυναικεία φιγούρα παγιδευμένη στον ιστό του κώδικα των αξιών, συγχωρεί συνεχώς τον άνδρα της, είτε από αγάπη, είτε από οίκτο.

Ο Σινάν αρχίζει να δυσανασχετεί βλέποντας αυτή την κατάντια και το μόνο ενδιαφέρον του πατέρα του, εκτός του τζόγου, είναι ένα πηγάδι που ολοένα το ανοίγει, το βαθαίνει προσπαθώντας να το δει να αναβλύζει νερό, ενώ όλοι γνωρίζουν πως νερό δεν υπάρχει. Ένας σχολικός του έρωτας, η Χατιτζέ, που την συναντά έπειτα από χρόνια, φοράει μαντήλα και είναι δοσμένη με προξενιό από τους δικούς της σε έναν παραλή, ηλικιωμένο κοσμηματοπώλη για να αποδράσει η κοπελιά από την μιζέρια.

Θρησκεία, πολιτική, πνευματικότητα και τέχνες κυκλώνουν τον νεαρό Σινάν μέσα από ιμάμηδες, συγγραφείς, φίλους, συγγενείς και οι συγκρούσεις σε όλα τα επίπεδα μοιάζουν με συνειδησιακό οδοιπορικό στους χώρους του παλαιού και του νέου. Το χρήμα, η ύλη, η κινητήριος δύναμη της σύγχρονης εποχής αιωρείται σαν σκοτεινό, εκδικητικό στοιχειό σε κάθε πεδίο δράσης.  Ο Σινάν, άλλοτε γεμάτος θυμό, εκρηκτικός και χειμαρρώδης, κι άλλοτε μπερδεμένος, συγχυσμένος, που δεν επιθυμεί να καταλήξει όπως ο πατέρας του, δεν θέλει να συνεχίσει την ζωή του παραδομένος στην μικροψυχία και την οπισθοδρομικότητα που βιώνει το χωριό του.

«Destroyer»

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ, Δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Καρίν Κουσάμα
  • Με τους: Νικόλ Κίντμαν, Σεμπάστιαν Σταν, Τατιάνα Μασλάνι, Τόμπι Κέπελ
  • Διάρκεια: 123’

Ακόμα μια γυναικεία ερμηνεία που θα φιλοξενηθεί στην σάλα των φετινών Χρυσών Σφαιρών. Η Νικόλ Κίντμαν αλλαγμένη, μεταμορφωμένη με την εξάρτηση της μυστικής ντεκντέκτιβ-μπατσίνας σε δύσκολη αποστολή για την εξάρθρωση παρανοϊκής συμμορίας που αποψιλώνει τραπεζικά καταστήματα.

Σε μια ιστορία 16 χρόνων, που την ζούμε περιληπτικά, η όμορφη Νικόλ μεταμορφώνεται σε ένα ράκος λόγω της αποτυχημένης έκβασης που είχε τότε η αποστολή της. Ε και; Δηλαδή της στοίχησε της γυναίκας που το φιάσκο κατέληξε με την δολοφονία του συναδέλφου και αγαπημένου της, επίσης συνεργάτη στην ίδια αποστολή. Έπεσε στα πατώματα η γυναίκα και έγινε η σκιά του εαυτού της, παραμέλησε την θυγατέρα της που κατάντησε αλάνι το κοριτσάκι, με μοναδικό σκοπό στην ζωή της να πιάσει η μπατσίνα κάποια στιγμή τον ψυχάκια αρχηγό της συμμορίας, που την έκανε Λούης με τα φράγκα. Όλα αυτά πριν 16 χρόνια.

Police story με κεντρικό πρόσωπο μια γυναίκα που ζητάει εκδίκηση, σκηνοθετημένη από την βραβευμένη στο Sundance Αμερικάνα, ιαπωνικής καταγωγής, Καρίν Κουσάμα, («Girlfight» – 2000). Εκείνη η ταινία της πέρασε απευθείας στο ελληνικό δίκτυο διανομής dvd, όπως την ίδια τύχη είχε και η ταινία της επιστημονικής φαντασίας «AEon Flux» με την Σαρλίζ Θερόν. Η δε ταινία τρόμου «Σώμα που Σκοτώνει» με την Μέιγκαν Φοξ ήταν κυριολεκτικώς άβραστη πατάτα.

Η Κουσάμα διαχειρίζεται την γυναικεία ιδιοσυγκρασία και τον θυμό δίχως ιδιαίτερη οπτική, τέτοια που να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες «θυμωμένες» κινηματογραφικές γυναίκες του είδους. Απλά, η Νικόλ Κίντμαν είναι μια έμπειρη ηθοποιός που επέλεξε να πρωταγωνιστήσει στο ταινιάκι της πρώην ανεξάρτητης σκηνοθέτιδας και νυν τηλεοπτικών σειρών, επιλογή που πολλοί stars ακολουθούν. Το σημαντικό είναι να πέσεις στο τζιμάνι, ανερχόμενο σκηνοθέτη και να αναδειχθεί ο πρωταγωνιστής μέσα από το σενάριο.

Εδώ, το φτωχό σε γραφή σενάριο από τον σύζυγο της Κουσάμα και παραγωγό Φιλ Χέι μαζί με τον συνεργάτη του Ματ Μανφρέντι, με ένα τέχνασα που αποκαλύπτεται στο φινάλε προσπαθεί να κερδίσει τις εντυπώσεις. Η μοναδική εντύπωση, πάντως, που προκάλεσε η ταινία είναι η ερμηνεία της Νικόλ Κίντμαν, που κι αυτή γδέρνει τους τοίχους της υπερβολής σαν να προσπαθεί να αγγίξει την ερμηνεία της Σαρλίζ Θερόν στο «Monster» σε πιο ήπια μορφή. Πέραν αυτής της επισήμανσης στην ταινία απλώνεται η μοναξιά της ερήμου Γκόμπι.              

Πριν από 16 χρόνια, η ντετέκτιβ του αστυνομικού τμήματος του Λος Άντζελες Έριν Μπελ (Νικόλ Κίντμαν – καλή) πήγε σε μυστική αποστολή στην Καλιφόρνια με σκοπό να εισχωρήσει σε μια συμμορία με αρχηγό τον τρομακτικό Σίλας (Τόμπι Κέπελ).

Όταν μια από τις βίαιες ληστείες τους αποτυγχάνει, η κάλυψη της Έριν χάνεται και ο Σίλας διαφεύγει. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Σίλας επιστρέφει πιο δυνατός και πιο επικίνδυνος από ποτέ, έχοντας καταστρώσει το σχέδιο της μεγαλύτερης τραπεζικής ληστείας στην ιστορία των ληστειών. Αυτή τη φορά όμως η Έριν θα τον σταματήσει.

«Μια Δεύτερη Ευκαιρία»

(Second Act)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Πίτερ Σίγκαλ
  • Με τους: Τζένιφερ Λόπεζ, Λία Ρέμινι, Βανέσα Χάντζενς, Τριτ Γουίλιαμς, Μίλο Βεντιμίλια
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Odeon

 

Η 43χρονη Μάγια (Τζένιφερ Λόπεζ) είναι μια ιδιοκτήτρια καταστήματος λιανικής πώλησης που παλεύει με τα απωθημένα και τα ανεκπλήρωτα όνειρά της. Μέχρι που αποκτά την ευκαιρία να αλλάξει τρόπο ζωής και να αποδείξει στους γιάπηδες της Μάντισον ότι το «σχολείο της ζωής» έχει την ίδια αξία με τα ακριβά κολέγια και πως ποτέ δεν είναι αργά για μια δεύτερη ευκαιρία.

Κατασκευάζει ένα ψεύτικο βιογραφικό με σπουδές στο Χάρβαρντ, μεταπτυχιακά και άλλα φανταχτερά, ενώ βάζει προϋπηρεσία σε εταιρείες μεγαθήρια. Οι φιλές της στήνουν ψεύτικο προφίλ στα μέσα κοινωνικής διαδικτύωσης, προβάλλοντας της ως γλωσσομαθή και σούπερ επιτυχημένη, περιζήτητη γιάπισσα. Με αυτά τα «μαϊμού» στοιχεία πιάνει δουλειά σε ένα τεράστιο οίκο γυναικείων προϊόντων καλλωπισμού. Ο ιδιοκτήτης είναι ένας πρώην της και η κόρη του ιδιοκτήτη είναι η κόρης της που την είχε εγκαταλείψει μωρό ακόμα στον πατέρα της, λόγω φτώχειας.

Ντεοφορμέ η Τζένιφερ Λόπεζ, αναμασά το γνωστό στιλ που αγάπησε το κοινό των κομεντί, μόνο που εδώ το θέμα είναι ένα ξαναζεσταμένο φαγητό και μάλιστα κάτι σαν χριστουγεννιάτικο fast food σε προσφορά συμφέρουσας τιμής.

Τίποτα το ιδιαίτερο, καθώς από το πρώτο δεκάλεπτο μέχρι τους τίτλους τέλους της ταινίας ξέρεις πως θα εξελιχθεί το σενάριο. Από αυτές τις αμερικάνικες ταινίες του γονάτου με την Τζέι Λο να περιδιαβαίνει σκάλες, γραφεία, διαμερίσματα ντυμένη από Αρμάνι και άνω.

Το περίεργο είναι, ότι εκείνη η δροσιά που είχε η Λόπεζ, το πικάντικο σε συνδυασμό με το εξωτικό νομίζω, πως χάθηκε και αντικαταστάθηκε με την μορφή μιας πενηντάρας που επιμένει να δανείζεται δικές της εικόνες από το παρελθόν.     

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία τρόμου «Escape Room» του Ανταμ Ρόμπιτελ (Feelgood Entertainment)

Το animation «Η Απίστευτη Ιστορία του Γιγάντιου Αχλαδιού» των: Φίλιπ Αϊνστάιν Λίπσκι, Γιόργκεν Λέρνταμ, Αμαλί Νέζμπι Φικ (Weird Wave)

«Αστυνομικό θρίλερ από την Δανία, τεράπαχος ο Κρίστιαν Μπέιλ, η Κρουζ και ο Μπαρδέμ στον φακό του Φαραντί» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το μεσημέρι της προηγούμενης Παρασκευής κατόπιν των δημοσιογραφικών προβολών βρέθηκα σε επαγγελματική συνάντηση με συναδέλφους δημοσιογράφους, όπου ομοτράπεζοι μας ήταν δυο νέοι συνάδελφοι ηλικίας 25 με 26 χρόνων. Η συζήτηση, έτσι όπως γίνεται συνήθως, γέννησε από το πουθενά το όνομα της δοξασμένης Θράκης και ο ανθρώπινος λόγος ήρεμα και περήφανα ξετύλιξε την ιστορία αυτού του μοναδικού στον κόσμο σημείου της ελληνικής επικράτειας.

Οι δυο νέοι άνθρωποι κοντά μας, σπουδαγμένοι Έλληνες, μορφωμένοι με πτυχία, γηγενείς έως το μεδούλι των οστών τους, από γονείς Έλληνες δεν γνώριζαν τίποτα για την ιστορία της Θράκης. Ηχούσε σαν μια άγνωστη λέξη στα αυτιά και την γνώση τους. Παρά μόνο ό,τι βρίσκεται στα βορειοανατολικά της χώρας μας και την λανθασμένη πληροφόρηση, ότι στην Ανατολική Θράκη υπάρχει τουρκική μειονότητα. Αυτά ήξεραν. Διακριτικά διόρθωσα τους βιαστικούς παίδες, ότι δεν υπάρχει τουρκική μειονότητα, αλλά μουσουλμανική μειονότητα και εκείνοι εκεί οι κάτοικοι είναι Έλληνες μουσουλμάνοι.

Βαθύς πόνος βγαίνει από τα σωθικά όταν η γενιά των μνημονίων, των 200, των 300 και των 400 ευρώ μηνιαίου μισθού δεν κατέχει την βασική ιστορία της πατρίδος μας. Κανείς από τους δύο δεν γνώριζε, ότι η Θράκη ξεκινούσε από τον Δούναβη περιλαμβάνοντας την Χαλκιδική και την Κωνσταντινούπολη, φθάνοντας έως κάτω το Αιγαίο Πέλαγος. Δεν γνώριζαν ότι τον 17ον αιώνα την τριχοτόμησαν και αυτό που μας απέμεινε είναι το 1/9 από την σπουδαία ομηρική Θράκη. Ένα κομμάτι πήρε η Τουρκία για να αποκτήσει ευρωπαϊκή οντότητα, και ένα κομμάτι δόθηκε στην Βουλγαρία, τη γνωστή Ανατολική Ρωμυλία.

Δεν ήξεραν επίσης, ότι η Θράκη είναι η πατρίδα του Αβδηρίτη Δημόκριτου, του φιλόσοφου Λεύκιππου και γενέτειρα του μύστη των μυστών, του Ορφέα, αλλά και η πατρίδα του πιο αγαπητού και όμορφου θεού, του Διονύσου. Και έφτασα στον επαναστάτη και πολεμιστή Σπάρτακο, τον σκλάβο που εξ΄ αιτίας του κινδύνευσε να πέσει η παντοκράτειρα Ρώμη. Τον Σπάρτακο τον γνώριζαν από την ομότιτλη κινηματογραφική ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ με τον Κέρκ Ντάγκλας, που την προβάλλει την μεγαλοβδομάδα η μικρή οθόνη, αλλά και από το σύγχρονο αιμοσταγές, πορνό τηλεοπτικό σήριαλ, αλλά όχι το ό,τι ο γενναίος Έλληνας σκλάβος ήταν Θράξ. Ούτε για τα θρακικά Καβίρεια μυστήρια της Σαμοθράκης γνώριζαν, τα εφάμιλλα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, που μυήθηκαν όλοι οι σπουδαίοι και τρανοί άρχοντες του τότε κόσμου, ανάμεσά τους ο Φίλιππος ο Β΄ ο Μακεδών, η Ολυμπιάδα, ο στρατηλάτης Αλέξανδρος και άπαντες οι στρατηγοί Εταίροι του.

 Ω δαίμονες τι θλίψη, σκέφτηκα χριστουγεννιάτικα, το νέο αίμα της χώρας μας να έχει πλήρη άγνοια της ιστορίας της πατρίδος του. Κοιτούσαν τον συνάδελφο μου και εμένα στα μάτια, καθώς τους  μιλούσαμε για την Ελληνική Θράκη και τα πρόσωπα τους έμοιαζαν σαν να άκουγαν δυο σκονισμένους παραμυθάδες να αφηγούνται μια μυθική ιστορία κάποια άλλης χώρας, που το ιστορικό μάκρος του χρόνου την έχει σβήσει από τον χάρτη. Εντάξει, έχω αποδεχθεί ότι η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση ξεπετάει στο γόνυ κάθε τι το ελληνικό και η πανεπιστημιακή κατάρτιση (Νομική Σχολή ο μεν, Φιλοσοφική Σχολή ο έτερος) δεν οπλίζει τους νόες των νέων ανθρώπων.

Αισθανθήκαμε, μάλιστα, εντελώς άβολα όταν οι δυο νέοι συνάδελφοί μας δημοσιογράφοι ζήτησαν να τους γράψουμε σε ένα χαρτί τίτλους βιβλίων που να αναφέρονται σε τέτοιου είδους ιστορικά θέματα. Μια δροσιά όμως γεμάτη αναμνήσεις, νοσταλγία και δύναμη τόνωσε προσωπικά τα σωθικά μου, πως οι υπέροχοι και όχι οι αδιάφοροι νέοι, αντέδρασαν ακριβώς όπως εμένα όταν ήμουν στην ηλικία τους και αναζητούσα, παρομοίως, ένα ό,τι κι ό,τι κομμάτι χαρτί, ένα στυλογράφο για να γράψουν κάποιοι «σκονισμένοι παραμυθάδες» εκείνα τα σημαντικά που σκοπίμως πετούσαν στην άκρη οι «δάσκαλοι» στις τάξεις, στα αμφιθέατρα και τα διδακτήρια διαμόρφωσης συνειδήσεων.              

Αν και η πιο βασανιστική εφεύρεση, από την δημιουργία του ανθρώπινου είδους, είναι αυτή του χρόνου, που στην αδιάκοπη και άκαμπτη γραμμική του πορεία δεν γνωρίζει αλλαγές, καλοπιάσματα και φιέστες, εύχομαι ολόψυχα σε όλους μας Καλή Χρονιά!      

«Ο Ένοχος»

(Den skyldige / Guilty)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Παραγωγή: Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκούσταβ Μέλερ
  • Με τους: Γιάκομπ Σέντεργκρεν, Τζέσικα Ντίναντζ
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Sundance, στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ και στο Φεστιβάλ της Τρανσιλβάνια – Βραβείο Κοινού και Α΄ Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Κρύος, ευρωπαϊκός βορράς, τουτέστιν αστυνομική περιπέτεια εμβαπτισμένη στο θριλερικό σύμπαν και μάλιστα με μαεστρία φτιαγμένη, όπως προστάζει παραδοσιακά η σύγχρονη κοιτίδα των δημιουργών ανάλογων ιστοριών από τις ψυχρές χώρες, που ολοένα κατακτούν το συγκεκριμένο συγγραφικό και φιλμικό είδος.  

Στα 85 λεπτά διάρκειας της ταινίας πρωταγωνιστεί μόνο ένας άνθρωπος, η συσκευή τηλεφώνου αποκλειστικά στον χώρο του τηλεφωνικού κέντρου της αστυνομίας και οι απεγνωσμένες, οι ύποπτες και οι ανυποψίαστες φωνές στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Είναι αρκετά για να δημιουργηθεί η απαραίτητη ατμόσφαιρα, εφόσον ως προϋπόθεση υφίσταται η σωστή σκηνοθετική δομή, η σεναριακή ευρηματικότητα και η ερμηνεία για να αναδειχθούν οι ανατροπές της υπόθεσης και να σφίξουν την κοιλιακή χωρα. Το ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινίες του Σουηδού μικρομηκά Γκούσταβ Μέλερ είναι άκρως ζωηρό και προσεγμένο, κάτι που πιθανώς να προδιαγράψει ένα ευοίωνο κινηματογραφικό μέλλον.

Δύσκολο μονοπάτι το μονόρολο και δη σε θρίλερ αγωνίας. Θυμηθείτε την ταινία «Phone Booth» (Τηλε…φονικός Θάλαμος -2002) του τεχνίτη Τζοέλ Σουμάχερ με τον Κόλιν Φάρελ στα πρώτα του σημαντικά, κινηματογραφικά βήματα εγκλωβισμένο σε τηλεφωνικό θάλαμο ή το «Locke» (Σε Λάθος Χρόνο – 2013) του μάστορα σεναριογράφου και σκηνοθέτη Στίβεν Νάιτ με πρωταγωνιστή τον σαρωτικό Τομ Χάρντι μέσα στο αυτοκίνητο. Ταινίες ιδίου ύφους, με άριστη αφήγηση, σασπένς και δυνατές ερμηνείες, που ξεδιπλώνουν τον πυρήνα και τα άκρα του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή.

Ο φέρελπις, 30χρονος σκηνοθέτης Γκούσταβ Μέλερ, που συνυπογράφει και το σενάριο του «Ενόχου» πετυχαίνει όλα τα παραπάνω και μαζί με το πρόσωπο και την πολύ καλή ερμηνεία του Σουηδού ηθοποιού Γιάκομπ Σέντεργκρεν καταφέρνει να βγάλει μια καλή πρώτη μεγάλου μήκους ταινία με όλα τα θρίλερ συστατικά που κρατούν το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο.

Ο αστυνομικός Άσγκερ Χολμ (Γιάκομπ Σέντεργκρεν – πολύ καλός) έχει υποπέσει σε δυσμένεια, περιμένοντας να περάσει από ανάκριση για αστυνομικό ατόπημα. Μέχρι να ξεκαθαρίσει το θέμα του και να κριθεί αθώος ή ένοχος από το πειθαρχικό του Σώματος είναι τοποθετημένος στο τηλεφωνικό κέντρο της αστυνομίας για να διεκπεραιώνει τις κλήσεις.

Την παραμονή της κατάθεσης του και λίγο πριν τελειώσει η βάρδια του στο κέντρο δέχεται ένα ανώνυμο τηλεφώνημα από μια γυναίκα που βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο εν κινήσει και έχει πέσει θύμα απαγωγής.

Παραμένει στο πόστο του και μετά την λήξη της βάρδιας μέχρι να βρει την άκρη, ενώ αναγκάζεται να πείσει άλλους να γίνουν τα μάτια και τα αυτιά του, καθώς αποκαλύπτεται σταδιακά το μέγεθος ενός απίστευτου εγκλήματος, αλλά και οι άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα του.

«Το Ξέρουν Όλοι»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία 2018
  • Σκηνοθεσία: Ασγκάρ Φαραντί
  • Με τους: Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέρ Μπαρδέμ, Ρικάρντο Νταρίν, Ίμα Γκουέστα, Εντουάρντ Φερναντέζ, Κάρλα Κάμπρα, Ιβάν Σαβέρο
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Seven Films

Με την ψυχή και το βλέμμα του εστιασμένα στο νευρικό σύστημα της ιρανικής κουλτούρας, ο Ασγκάρ Φαραντί, ένας από τους πιο πολυλογάδες story tellers του παγκόσμιου σινεμά («Τι Απέγινε η Έλι;», «Ένας Χωρισμός», «Το Παρελθόν» και ο «Εμποράκος»), αποφάσισε να δοκιμάσει τα κότσια του και εκτός περσικής επικράτειας. Είναι ο σκηνοθέτης που κατά ένα παράξενο λόγο σαρώνει τα ευρωπαϊκά βραβεία, καταγράφοντας ηθογραφίες της χώρας του, με προσωπικά σχόλια (καλά κάνει), τα οποία όμως ένεκα της σεναριακής και σκηνοθετικής του φλυαρίας σε εξαντλεί σε σημείο τέτοιο ώστε να εγκαταλείπεις το όποιο ενδιαφέρον σου. Ο Φαραντί  άφησε το Ισφαχάν και πέρασε στην Δύση για να ράψει το πρώτο του ευρωπαϊκό κοστούμι με Ευρωπαίους ηθοποιούς και μεσογειακό, νότιο οξυγόνο εμπλουτισμένο στην μεσογειακή αύρα. Ωίμε!!!

Και εδώ, όπως οι περισσότεροι άλλωστε ομότεχνοι του, άλλων πολιτισμικών σφαιρών που επιθυμούν δια καώς τον ευρωπαϊκό άνεμο να ραπίζει τους φακούς τους, μαζί με τον εαυτό του στην Ευρώπη, μετέφερε, εκτός των άλλων και τα ελαττώματα του, αμελώντας το βασικό, δηλαδή να μετασχηματίσει νοοτροπία και συναίσθημα, μπας και δούμε άσπρη μέρα. Η Μεσόγειος, βέβαια, δεν είναι Ιράν, οι χειμαρρώδεις Ισπανοί έχουν εκ διαμέτρου αντίθετα αντανακλαστικά από τους Ιρανούς και φυσικά οι θερμόαιμες, τσαούσες Ισπανίδες γυναίκες, μάνες και ερωμένες δεν σκεπάζουν την κεφαλή τους με μαντήλα, δεν είναι άλαλες και δεν ρίχνουν το βλέμμα τους χαμέ. Τους είπες, τους έκανες κάτι σε πήρε ο διάολος και σε σήκωσε, καημένε…

Κοινώς, ο Φαραντί κινηματογραφεί το μεσογειακό ταπεραμέντο με την ίδια ιρανική καρδιά, όπως στις τελευταίες του ταινίες και αυτή είναι αποτυχία του στην εν λόγω ταινία. Ισπανικό, αυστηρό χωριό επέλεξε ο αθεόφοβος για να στήσει την ιστορία του, ούτε καν ζύγισε τις δυνάμεις του σε κάποιο αστικό, πολύβουο, ευρωπαϊκό σημείο, μπας και ισοφαρίσει κάπως την χασούρα στον πολυφυλετικό, ορυμαγδό μιας πόλης. Φλύαρος τα μάλα, ως είθισται, έως αδέξιος στην σεναριακή γραφή, αρκετά κενά στην πλοκή και το σούπερ καστ – ζεύγος με την Πενέλοπε Κρουζ και τον Χαβιέρ Μπαρδέμ, αλλά και τον συμπαθή Αργεντινό Ρικάρντο Νταρίν, μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει.

Στο δραματικό διάκοσμο που είναι ενταγμένη η ταινία, ραντισμένη, μάλιστα με δόσεις θριλερικών γεύσεων σαν την κανέλα πάνω σε σερραϊκή μπουγάτσα, δεν καταφέρνει τίποτα το αξιόλογο όσο κι αν οι άμοιροι οι ηθοποιοί προσπαθούν να δώσουν παλμό και ένταση. Τα μυστικά που ξέρουν όλοι, αλλά κανείς δεν ανοίγει το στόμα του, ο ρόλος της αστυνομίας στις κλειστές κοινωνίες, οι παλιοί, αξέχαστες έρωτες και οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα σε ανθρώπους αυτών των κοινωνιών είναι τόσο παρωχημένα και χιλιοειδομένα, τουλάχιστον στο κινηματογραφικό, ευρωπαϊκό γήπεδο, που νισάφι πια. Όλη η ταινία πάσχει από βαρύ, αθεράπευτο αλληθωρισμό, απουσία νεύρου, καθηλώνοντας, πρωτίστως, τον Ιρανό σκηνοθέτη για μια φορά ακόμα στην αδιέξοδη μανιέρα του και τον θεατή σε απέλπιδη βαρεμάρα.         

Η Λάουρα (Πενέλοπε Κρουζ) επιστρέφει στη γενέτειρά της, μια μικρή πόλη έξω από τη Μαδρίτη, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια απουσίας στην Αργεντινή, προκειμένου να παραβρεθεί στο γάμο της μικρότερης αδελφής της, της Άννα (Ίμα Κουέστα). Μαζί της είναι η 16χρονη, πανέμορφη κόρη της, η Ιρένε (Κάρλα Κάμπρα) και ο πιτσιρικάς γιος της, ο Ντιέγκο (Ιβάν Σαβέρο). Ο σύζυγός της Αλεχάντρο (Ρικάρντο Νταρίν) αναβάλλει την παρουσία του στο γάμο την τελευταία στιγμή, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.

Η Λάουρα έχει και μία μεγαλύτερη αδελφή, τη Μαριάνα (Ελβίρα Μινγκέζ), που είναι η ιδιοκτήτρια ενός μικρού ξενοδοχείου στην πόλη, το οποίο διαχειρίζεται μαζί με τον σύζυγό της, Φερνάντο (Εντουάρντ Φερναντέζ). Η κόρη τους, η Ρόσιο (Σάρα Σαλάμο), ζει μαζί τους κι έχει μαζί της τη μικρή της κόρη, ενώ με τον σύζυγό της είναι χωρισμένη. Η Λάουρα είναι πραγματικά χαρούμενη που βλέπει όλους του αγαπημένους συγγενείς της αλλά και τον φίλο της από τα παλιά, τον Πάκο (Χαβιέ Μπαρδέμ).

Με το Πάκο υπήρξαν εραστές στο παρελθόν. Πλέον, ο Πάκο είναι παντρεμένος με μια άλλη γυναίκα, την Μπέα (Μπάρμπαρα Λένι), με την οποία είναι τρελά ερωτευμένος και είναι ιδιοκτήτης ενός αμπελώνα, που δίνει δουλειά σε πολλούς ανθρώπους στην περιοχή. Η Ιρένε, που πάσχει από άσθμα, δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια στον ανιψιό του Πάκο, τον Φελίπε Σέρτζιο Καστελάνος) και περνούν πολλές ώρες μαζί.

Και μετά, έρχεται η τελετή του γάμου. Όλα πηγαίνουν μια χαρά και στο καθιερωμένο γλέντι που ακολουθεί το κέφι εκτινάσσεται στα ύψη. Ακόμα και η διακοπή ρεύματος που συμβαίνει αναπάντεχα, δεν φαίνεται να επηρεάζει κανέναν. Η ξαφνική απαγωγή της Ιρένε από το γλέντι και η απαίτηση λύτρων, όμως, συγκλονίζει τη Λάουρα. Με αφορμή το γεγονός της απαγωγής και της αναζήτησης του χρηματικού ποσού για την απελευθέρωση της Ιρένε θα αποκαλυφθούν μυστικά και ψέματα από το παρελθόν.

«Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία»

(Vice)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία, σάτιρα
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία : Άνταμ ΜακΚέι
  • Με τους: Κρίστιαν Μπέιλ, Εϊμι Ανταμς, Στιβ Καρέλ, Σαμ Ρόκγουελ, Τάιλερ Πέρι
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Έπειτα από τον περσινό, Αγγλοσάξωνα Γουίστον Τσόρτσιλ στο πεδίο των πετυχημένων μεταμορφώσεων πολιτικών μορφών σειρά έχουν οι Αμερικάνοι. Το παρεάκι του «Μεγάλου Σορταρίσματος» (The Big Short – 2015), που πρόσφερε το Όσκαρ σεναρίου στον Άνταμ ΜακΚέι, μαζεύτηκε ξανά και υπό την πένα και την σκηνοθετική μπαγκέτα του ΜακΚέι στήνουν στο κινηματογραφικό κάδρο την μορφή του Ρεπουμπλικάνου Αντιπροέδρου Ντικ Τσέινι, επί θητείας Τζόρτζ Μπους Jr στην περίοδο 2001-2009.

Όσο πολύπλοκο και παράλληλα κατανοητό είναι το «Big Short» – πραγματικός άθλος για τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη να καταστήσει το σοφόν σαφές για το απλό κινηματογραφόφιλο κοινό με την υψίστου μεγέθους κομπίνα που έστησαν τα τραπεζικά μεγαθήρια επί σειρά δεκαετιών – τόσο ανάλαφρο, επιδερμικό και κατά τα κοινώς λεγόμενα «ευκολάκι», είναι η μονογραφία του νούμερου δυο πολιτικού του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Μπους Jr. Εδώ χάθηκε η μπάλα όχι γιατί αυτά που αναδεικνύει η ταινία είναι αναληθή, αλλά όλα είναι γνωστά σε όποιον διαβάσει χαλαρά την απλή, πρόσφατη, πολιτική ιστορία.

Το «παρεάκι», που αποτελείται από την τριανδρία Άνταμ ΜακΚέι, Κρίστιαν Μπέιλ και Στιβ Καρέλ (αγαπητός φίλος του ΜακΚέι), προφανώς ετεροκινούμενοι από την πτέρυγα των Δημοκρατικών, με βατήρα το πρόσωπο του Ρεπουμπλικάνου Τσέινι, στήνουν αδέξια ένα ψυχολογικό δοκίμιο περί φιλαυτίας, εγωισμού, αλαζονείας, χρήσης εξουσίας, δηλαδή ένα ντεμέκ μακιαβελικό πόνημα για να καταλήξουν με βιτριολικό χιούμορ στους θερμοκέφαλους, Αμερικανούς οπαδούς του υπάρχοντος πλανητάρχη Ντόναλντ Τραμπ, που είναι κενοί, ρηχοί και άθλιοι αμόρφωτοι τύποι και η «δημοκρατία» (γελάμε εδώ) στηρίζεται σε μια μάζα που δεν σκέφτεται αλλά αισθάνεται.

Σε επιδέξιους σκηνοθετικούς ελιγμούς με εμβόλιμες σατυρικές τσόντες ο Άνταμ ΜακΚέι σκιτσάρει την αμερικανική μπλέμπα που εμπιστεύτηκε έναν Πρόεδρο σαν τον Ντραμπ. Δεν το δίνει ξεκάθαρα, αλλά έμμεσα, ρίχνει στο δισκάκι της ζυγαριάς των Ρεπουμπλικάνων παραπάνω βάρος από όσο τους αναλογεί, αφήνοντας άθικτο αυτό των Δημοκρατικών.

Δεν θα αναφερθούμε για το ποιος ήταν ο Ντικ Τσέινι, ούτε από ποια κέντρα εξουσίας «φυτεύτηκε» δίπλα στον Ντόναλντ Ράμσφελτ και εν συνεχεία ενδύθηκε Αντιπρόεδρος. Άλλωστε αυτά τα παρακάμπτει ο ΜακΚέι σκοπίμως, αφηγούμενος την απλότητα της ιστορίας του Τσέινι σαν να είναι ο αρσενικός Σταχτοπούτος του Γέιλ (ξανά γελάμε εδώ), που από το πουθενά (φτωχαδάκι και μέθυσος περνούσε τηλεφωνικά καλώδια στις κολώνες) βρέθηκε ως παρατρεχάμενος στο γραφείο του Ράμσφελτ, κι από εκεί βέλος στην καρέκλα του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ για να διαχειριστεί την μεγαλύτερη κρίση του 21ου αιώνα, αυτή της παγκόσμιας τρομοκρατίας, που άλλαξε ριζικά τις ζωές των ανθρώπων του πλανήτη (όχι πες μου, γελάς ή δεν γελάς με τις αμερικάνικες μαλακίες).

Εμείς πάραυτα, παρακάμπτουμε τις αφελείς αμερικανιές, που δεν ξέρουν ούτε τον εαυτό τους να αυτοσαρκάσουν σωστά και απολαμβάνουμε τον υπέροχο Κρίστιαν Μπέιλ που φορτώθηκε 21 έξτρα κιλά, τον μακιγιάρανε, του πρόσθεσαν προγούλια και παχιά αυτιά για να υποδυθεί το μέγιστο ρεπουμπλικανικό χέλι που ονομάζεται Ντικ Τσέινι.

Επιτυχημένος, επίσης και ο Σαμ Ρόκγουελ στον ρόλο του Τζόρτζ Μπους Jr, ανεπανάληπτος ο Στιβ Καρέλ ως Ντόναλντ Ράμσφελτ και η Έιμι Άνταμς ως δυναμική καισαρίνα, κυρία Λιν Τσέινι. Και οι τέσσερις τους αφοπλιστικά απίθανοι. Μέχρι εκεί και ούτε βήμα παραπέρα, παρακαλώ!            

 

Η ταινία σκιαγραφεί κωμικά και γλαφυρά πώς ένας τυχάρπαστος και φιλόδοξος γραφειοκράτης από την Ουάσιγκτον ανελίχθηκε αθόρυβα σε έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στον κόσμο, σε μια περίοδο που στιγματίστηκε από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν.

Ο Τσένεϊ αναδιαμόρφωσε την Αμερική και τον κόσμο με τρόπους που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις εξελίξεις μέχρι και σήμερα.

   Προβάλλονται επίσης:

Άνθρωποι και muppets «The Happytime Murders» του Μπράιαν Χένσον (Odeon)

Το animation με το αυτοκίνητο αγώνων «Γουίλι» του Γιουσρί Αμπντούλ Χαλίμ (Tanweer)

«Η νταντά από τον ουρανό κατεβαίνει για δεύτερη φορά στη Γη χριστουγεννιάτικα» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Παλαιότερα λέγαμε γελώντας κομμάτι ειρωνικά, για τα διάφορα παρατραβηγμένα γεγονότα και στιγμιότυπα της ζωής, πως «έλα ρε, αυτά ούτε στο σινεμά δεν γίνονται!» Στην εποχή του ζόφου, δηλαδή στην παρούσα κατάσταση, ό,τι συγκρούεται με τους οφθαλμούς μας κι ό,τι ηχεί στα ώτα μας καθημερινά, αποφαινόμαστε μετά θαυμασμού και σφυριχτών επιφωνημάτων: «ρε συ, αυτό είναι σενάριο για να γυριστεί ταινία!» Όπερ σημαίνει, σε μπακαλίστικη αριθμητική, πως η ζωή ξεπέρασε σε ρεαλισμό και φαντασία την 7η Τέχνη.

Σπουδαίες ημέρες του ηλιακού έτους θα διανύσουμε το επταήμερο που ακολουθεί με κορυφαίο γεγονός την νίκη του φωτός επί του σκότους στο επερχόμενο χειμερινό ηλιοστάσιο. Μια διαδικασία που εορτάζεται από την βαθιά αρχαιότητα έως σήμερα, προσκαλώντας τον Άνθρωπο να βρίσκεται σε ηρεμία, χαρά και τα συναισθήματα του πλήρως εναρμονισμένα με αυτή την ουράνια μετάβαση.

Οικογένεια, φίλοι, αγαπημένα πρόσωπα, όσο δύσκολοι κι αν είναι οι δρόμοι που διανύουμε, που σίγουρα είναι, να αγκαλιάσουν πνευματικά και υλικά τις οντότητές μας και με την σειρά μας να αγκαλιάσουμε κι εμείς εκείνους, προσφέροντας μόνο ψυχική ευφορία και απέραντη φιλότητα.

Υπάρχει έλλειμμα καλών στιγμών, κι αυτό έχουμε ανάγκη να δώσουμε αλλά και να λάβουμε. Όπως διαβλέπω, κι εσείς το ίδιο με εμένα αισθάνεστε, τα προβλήματα δεν θα επιλυθούν άμεσα μηδέ θα παραμείνουν στάσιμα, αλλά ολοένα θα αυξάνονται. Για αυτό τον λόγο, τις ελάχιστες σε διάρκεια ημέρες που ακολουθούν ας διακόψουμε την αναφορική πορεία μας, δημιουργώντας μια μικρή ανάπαυλα, μια όαση χαράς, ας πούμε, κόντρα στην μιζέρια και ότι διαθέτουμε στις ψυχικές και τις υλικές αποθήκες μας να το διοχετεύσουμε στους δικούς μας ανθρώπους και εκείνοι σε εμάς. Το έχουμε ανάγκη, το επιζητούμε και σίγουρα μπορούμε. Το κέρδος θα είναι άμεσο και τρισμέγιστο.

Εύχομαι από ψυχής, Καλές Γιορτές σε όλους μας, πάντα με Χαρά. Κι όταν υπάρχει αληθινή και πηγαία Χαρά υπάρχει σωματική και πνευματική Υγεία. Να είστε συνεχώς υπέροχοι και ακμαίοι.

Έρρωσθε και ευδαιμονείτε!

«Η Μαίρη Πόπινς Επιστρέφει»

(Mary Poppins Returns)

 

  • Είδος: Φαντασία, Μιούζικαλ (και μεταγλωττισμένο)
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομπ Μάρσαλ
  • Με τους: Έμιλι Μπλαντ, Λιν-Μάνουελ Μιράντα, Μπεν Γουίσο, Έμιλι Μόρτιμερ, Τζούλι Γουόλτερς, Μέριλ Στριπ, Ντικ Βαν Ντάικ, Κόλιν Φερθ
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Πέρασαν μόλις 54 κινηματογραφικά χρόνια από τότε που η χαμογελαστή και γλυκά αυστηρή νταντά κατέβηκε για πρώτη φορά από τους ουρανούς στη Γη για να σφυρηλατήσει τους χαρακτήρες του πιτσιρικά Μάικλ και της αδελφής του Τζέιν.

Τότε, αγαπητοί μου, το 1964 ήταν η φωνάρα, η περσόνα, η υπέροχη, ζαχαρένια Τζούλι Άντριους στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο ως Μαίρη Πόπινς, που άφησε σύξυλους μικρούς και μεγάλους με την παρουσία της στο άσπρο πανί, σημαδεύοντας κατάστηθα την αγγελική ηρωίδα-παιδαγωγό της Αυστραλής συγγραφέως Πάμελα Λίντον Τράβερς.

Η Πόπινς ήταν και θα είναι εις τους αιώνες των αιώνων, τουλάχιστον για κάμποσες γενιές, η μοναδική και απίθανη Τζούλι Άντριους. Επαναλαμβάνω: Η φωνάρα!!!

Και μην ξεχνάμε, πως η μεταφορά του μυθιστορήματος της Τράβερς στο σινεμά σε μορφή μιούζικαλ για όλες τις ηλικίες επιτελέσθηκε από έναν άνθρωπο που το Είναι του και όλη του η ζωή απλώθηκε καταλυτικά στο σύμπαν του φανταστικού κόσμου των μικρών ανθρώπων και των ανθρώπων που ποτέ δεν μεγάλωσαν ανεξαρτήτου φύλου και ηλικίας.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ αυτοπροσώπως επιμελήθηκε την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Τράβερς. Ηταν δαιμόνιος, μια μεγαλοφυΐα με αρκετά αρνητικά στοιχεία και σκέψεις, αλλά η φωτεινή Μαίρη Πόπινς (γραμμένη το 1934) πέρασε στο σελιλόιντ το μήνυμα της ξεκάθαρα σε μια εποχή, που άνοιγαν οι πύλες των μεγάλων εξελίξεων παγκοσμίως.

Τώρα, επέστρεψε στον κόσμο των ανθρώπων, ξανά με το ίδιο ομπρελικό μεταφορικό μέσο από τα ουράνια νέφη, αυτή την φορά με την Έμιλι Μπλάντ. Την ωραία, Έμιλι που ξαναζωγραφίζει για τις νέες γενιές την Μαίρη Πόπινς με ομορφιά, χάρη, πειθαρχεία, χρώματα, μαγεία, χορό, καινούργια τραγούδια, δίχως, όμως εκείνη την σπιρτάδα, την σπίθα που γινόταν φλόγα και έκαιγε καρδιές. Φυσικά άνευ φωνητικού εύρους η Έμιλι, όπως εκείνο της Τζούλι, τα καταφέρνει περίφημα.

Τίποτα από το παλιό δεν υπάρχει στο καινούργιο, ούτε η καπνιά των καπνοδοχοκαθαριστών, που έδωσαν την θέση τους σε χαρούμενους φανοκόρους με αρχηγό τον καταπληκτικό μουσικό και θεατρικό ηθοποιό  Λιν-Μάνουελ Μιράντα δίπλα στην Μπλαντ.

Πολλές οι εκπλήξεις σε συμμετοχές ηθοποιών, φαντασμαγορία, θαύματα και ο σκηνοθέτης των βραβευμένων νέο-μιούζικαλ Ρομπ Μάρσαλ («Chicago», «Nine», «Τα Μυστικα του Δάσους»), προσπαθεί για το καλύτερο ώστε να καλύψει την μαγεία της παλιάς Πόπινς, δίνοντας μια καινούργια γραφή άνευ όμως θαλπωρής, ζεστασιάς, ψυχικής φροντίδας, κερδίζοντας απλά το παιχνίδι του εντυπώσεων στο επίπεδο της κινηματογραφικής παραγωγής. Είναι μια άριστη κινηματογραφική δουλειά με εσωτερικό κενό, όπως δηλαδή ένα δελεαστικό ζαχαρωτό δίχως ζάχαρη.

Ακόμα κι αν η πραγματικά εξαιρετική Έμιλι Μπλαντ επαναλαμβάνει συνεχώς, πως «Όλα είναι πιθανά, ακόμα και τα απίθανα», εμείς, οι των παλαιών πτήσεων της Τζούλι Άντριους, του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Στίβενσον και του Γουόλτ Ντίσνεϊ ενεργοποιήσαμε το μαγικό, όπως μας είχε μάθει τότε η δική μας Πόπινς: «A spoonful of sugar helps the medicine go down, the medicine go down, the medicine go down…» και απολαύσαμε την ταινία.

Η καλή δουλειά του Μάρσαλ αμέσως μπήκε υποψήφια σε 4 κατηγορίες για Χρυσές Σφαίρες: Καλύτερης Ταινίας (Κωμωδίας ή Μιούζικαλ), Μουσικής για τον Μάρκ Σάιμαν, Α’ Γυναικείου Ρόλου για την Έμιλι Μπλάντ και  Α΄ Ανδρικού Ρόλου για τον Λιν-Μάνουελ Μιράντα.

Δείτε το αξίζει, ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένο.

Αγγλία, δεκαετία 1930. Ο Μάικλ Μπανκς ήταν μικρό παιδί όταν η τέλεια νταντά Μαίρη Πόπινς εμφανίστηκε στη ζωή του, αλλά τώρα πια μεγάλωσε και έχει κάνει τρία δικά του παιδιά. Οι καιροί είναι δύσκολοι στο Λονδίνο της Οικονομικής Ύφεσης και η οικογένεια του παλεύει να ξεπεράσει μία σημαντική απώλεια.

Τα παιδιά του Μάικλ αναλαμβάνουν ευθύνες που τα αναγκάζουν να μεγαλώσουν πριν την ώρα τους, ενώ κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους. Ευτυχώς, τα πράγματα αλλάζουν προς το καλύτερο, όταν η πάντα νέα και αινιγματική νταντά με τις μοναδικές μαγικές ικανότητες εισβάλει στη ζωή τους.

Παρέα με τον Τζακ, έναν αιώνια αισιόδοξο φανοκόρο, παρασέρνει τα παιδιά της οικογένειας Μπανκς σε μία σειρά από φαντασμαγορικές περιπέτειες. Το γέλιο, η αγάπη για τη ζωή, και η ανεμελιά επιστρέφουν στις καρδιές και το σπιτικό των Μπανκς.

«Bumblebee»

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Περιπέτεια, Δράση
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τράβις Νάιτ
  • Με τους: Χέιλι Στάινφελντ, Τζον Σένα, Τζον Ορτίζ, Πάμελα Άντλον
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: Odeon

 

 

Ένα ακόμα τεραστίων διαστάσεων κινηματογραφικό franchise δράσης και επιστημονικής φαντασίας παραδίδει στο φιλοθεάμον κοινό και τους φανατικούς του είδους μια διαφορετική εκδοχή των Τransformers.

Ναι μεν το ύφος εντάσσεται στο ήδη γνωστό πνεύμα των μεταλλικών ηρώων από το διάστημα, η συγκεκριμένη ιστορία της σεναριογράφου της θριλερικής «Εγκλωβισμένης», της Αγγλο-Ταιβανέζας Κριστίνα Χόντσον δομεί τα σιδερικά και τα ορυκτέλαια των πολεμιστών Τransformers σε ένα prequel της σειράς αλειμμένο φουλ στην εϊτίλα, σαν φόρο τιμής, λέμε τώρα, σε μια χρονική περίοδο που προφανώς λατρεύει η γραφιάς.

Μουσικές, στιλ, συμπεριφορές, ντυσίματα, αντανακλαστικά στα νεανικά φλερτ, γκάτζετς και όλος ο διάκοσμος της ιστορίας «μυρίζει» eighties με μοναδική εξαίρεση το συμπαθέστατο απ΄ όλους τους Τransformers, τον κίτρινο, πολεμιστή Β-127, τον άφωνο, αφοσιωμένο και συναισθηματικό Bumblebee (εδώ μαθαίνουμε πως έχασε την φωνή του και πως κληρονόμησε αυτό το ζουζούνικο όνομα), ο οποίος μεταμορφώνεται σε Σκαραβαίο (Φολκς Βάγκεν), δηλαδή σε έναν κίτρινο Χέρμπι, χωρίς το νούμερο «53», κάτι σαν πνεύμα λαμαρίνας αυτοκινήτου από τα seventies.

Κατά τα άλλα η 22χρονη Καλιφορνέζα Χέιλι Στάινφελντ (υποψήφια για Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου στο «Αληθινό Θράσος» των αδελφών Κοέν, τότε ήταν μόλις 14 χρόνων) με τον αέρα του φακού διεκπεραιώνει τον ρόλο της Τσάρλι με ευκολία και άνεση.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης του εξαιρετικού animation «Ο Κούμπο και Οι Δύο Χορδές» (2016), Τράβις Νάιτ ακολουθεί την αγαπησιάρικη γραφίδα της Κριστίνα Χόντσον και φτάνει την ταινία στο τέρμα της με πολύ καλή γεύση. Σωστά ζυγισμένη η δράση, το συναίσθημα και η περιπέτεια από τον Νάιτ, δίνοντας μια πιο cool τρυφερή οπτική στο σιδερομάνι, τα ορυκτέλαια και την βαβούρα που επικρατεί στο γενικό ύφος της σειράς.

Μακράν το καλύτερο Τransformers που έχω δει.

 

Ο πολεμιστής και έμπιστος του Όπτιμους Πράιμ, ο Ότομποτ Β-127 με το έντονο, κίτρινο χρώμα, έπειτα από τον μεγάλο πόλεμο με τα Ντισέπτικονς και την ήττα των Ότομποτς, λαμβάνει την διαταγή από τον Πράιμ να επισκεφθεί έναν ασφαλή πλανήτη, που ονομάζεται Γη, με την ελπίδα να βρει καταφύγιο εκείνος και οι συμπολεμιστές του.  

Έπειτα από μια σκληρή μάχη με Ντισέπτικονς, στην Γη αυτή την φορά, ο Β-127 τραυματίζεται και χάνει την μνήμη, την φωνή του, οπότε και τα δεδομένα, που αφορούσαν τον λόγο για τον οποίο βρέθηκε στον πλανήτη. Καταλήγει, τελικά, σε μια μάντρα με παρατημένα αυτοκίνητα σε μικρή παραλιακή πόλη της Καλιφόρνιας.

Η Τσάρλι (Χέιλι Στάινφελντ – καλή), που έχει χάσει τον αγαπημένο της πατέρα και είναι μια καλή μηχανικός για την ηλικία της, λίγο πριν κλείσει τα 18 και ενώ αναζητά τη θέση της σε αυτό τον κόσμο, ανακαλύπτει έναν παρατημένο, ημι-διαλυμένο, κίτρινο σκαραβαίο τον οποίο ο ιδιοκτήτης και θείος της τον προσφέρει ως δώρο για τα γενέθλια της,

Στο γκαράζ του σπιτιού της και ψάχνοντας το αυτοκίνητο γίνεται μάρτυρας της μεταμόρφωσης του σκαραβαίου σε χτυπημένο και γεμάτο σημάδια Β-127 με αμνησία και δίχως φωνή. Καθώς η Τσάρλι τον επισκευάζει, συνειδητοποιεί ότι αυτό που έχει απέναντι της δεν είναι ένας συνηθισμένος κίτρινος σκαραβαίος, αλλά μια μηχανή με καρδιά, συναισθήματα και ψυχή. Και η περιπέτεια αρχίζει, ενώ η Γη κινδυνεύει να κατακτηθεί από τα αδίστακτα και φονικά Ντισέπτικονς.

«Η Επόμενη Μέρα μιας Σχέσης»

(The Day After)

 

  • Είδος: Δραμεντί (Α/Μ)
  • Παραγωγή: Νότια Κορέα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Χονγκ Σανγκ-σου
  • Με τους: Κουόν Χάε-γιο, Κιμ Μιν-χε, Κιμ Σάε-μπγιούκ, Γιο Γιουν-χε
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Ama Films

Ταινία του παραγωγικότατου Νοτιοκορεάτη Χονγκ Σανγκ-σου, κάτι σαν τον Γούντι Άλεν της ασιατικής χώρας, που κάνει τέχνη (ασπρόμαυρη), προσπαθώντας το ασήμαντο να το μετατρέψει σε σημαντικό και λες, μα είναι δυνατόν να ξοδεύεις χρόνο για να γυρίσεις μια τέτοια ταινία;

Δεν λέω, ωραία η φωτογραφία, άψογοι οι πρωταγωνιστές, φυσικότατες οι ερμηνείες τους, ωραία στησίματα, καλλιτεχνικά, μονοκάμερα πλάνα, ενταγμένα όμως μέσα σε μια φλύαρη ατμόσφαιρα καταγραφής μονοδιάστατων συναισθημάτων με τραυλή αφήγηση και κουραστική διεκπεραίωση. Καταλήγουμε, λοιπόν, πως το καλλιτεχνικό «κομμάτι» εκτός της καλής μαγειρικής του, θέλει και καλά να σερβιριστεί και δίκαια να μοιραστεί σε χρόνους και ποσότητα.

Ο Κορεάτης σκηνοθέτης εμφανώς πνίγεται στο δικό του αερόπηχτο, ερωτικό σύστημα, κάτι σαν να αυτοβιογραφείται, έχοντας απέναντι του την πραγματική μούσα του, την ηθοποιό Κιμ Μιν-χε, που ασχολείται μαζί της γκονταρικά και κάτι παραπάνω. Το αποτέλεσμα είναι, ότι το αδύναμο σενάριο κεφαλοκτυπιέται μέχρι αναισθησίας με τα ωραία κινηματογραφικά καρέ. That’s all!   

Κουαρτέτο χαρακτήρων: ενός άντρα, του Μπονγκγουάν, κριτικού λογοτεχνίας και ιδιοκτήτη ενός μικρού εκδοτικού οίκου, και τριών γυναικών, της Χαεγιού, συζύγου του Μπονγκγουάν, η οποία ανακαλύπτει ένα ερωτικό σημείωμα, προφανώς απευθυνόμενο σε κάποια άλλη, της Τσανγκσούκ, πρώην υπαλλήλου στον εκδοτικό οίκο και πρώην ερωμένης του εκδότη, και της Αρεούμ (που σημαίνει ομορφιά στα κορεάτικα, όπως μας πληροφορεί η ταινία, κι είναι απολύτως ταιριαστό για την Κιμ Μινχί, την τελευταία μούσα του σκηνοθέτη), μιας εκκολαπτόμενης συγγραφέως και καινούργιας υπαλλήλου στον εκδοτικό οίκο.

Οι πορείες τους θα διασταυρωθούν την πρώτη (και τελευταία) μέρα της τελευταίας στη νέα της δουλειά και τα πράγματα θα μπλέξουν, η σύζυγος θα επιτεθεί στη νέα υπάλληλο, νομίζοντας πως αυτή είναι η ερωμένη.

«Ποιος θα σου Τραγουδήσει»

(Quién te Cantará)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία – Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Κάρλος Βερμούτ
  • Με τους: Νάγιουα Νίμρι, Έβα Γιοράτς, Κάρμε Ελίας, Ναταλία Ντε Μολίνα
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: Weird Wave

Στιλ, βλέμμα στραμμένο στην γυναικεία μορφή, σεναριακή πλοκή να μοιάζει με ροζ γραφή μυθ