fbpx

«Μυθικός, υποβρύχιος super hero, ηρωίδα δημοσιογράφος και η βραβευμένη Romaflix» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η Τετάρτη ήταν για την θεατρική έξοδο και η Δευτέρα ή η Πέμπτη ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στο σινεμά. Η Κυριακή μονοπωλούσε καθολικά την μπάλα, το γήπεδο, την ομάδα και το βράδυ ο Γιάννης Διακογιάννης στην «Αθλητική Κυριακή» χόρταινε το μικρό και αθώο πάθος του πατέρα μου στα σωθικά της γυάλινης θεάς Pye. Όχι, η Pye δεν ήταν το όνομα κάποιας καινούργιας θέαινας μυστηριακού πανθέου, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι, αλλά η μάρκα της αγγλικής, ασπρόμαυρης τηλεόρασης, που είχε φέρει από τα ξένα.

Κάθε φορά, όταν βρισκόντουσαν οι γονείς μου στην εξώπορτα του σπιτιού για να αναχωρήσουν προς θέατρο μεριά, ως πιτσιρίκι, φώναζα από το δωμάτιο να περιμένουν για να τους θαυμάσω. Άψογα ντυμένοι και οι δυό τους. Μια αρμονική και εκλεπτυσμένη συμφωνία σωμάτων και ενδυμάτων. Όχι εξεζητημένα πράγματα, αλλά ανθρώπινα, πολιτισμένα, πανέμορφα. Κοστουμαρισμένος μετά γραβάτας, ενίοτε και ασορτί γιλέκου, ο Μανώλης. Φρεσκοξυρισμένος, μπανιαρισμένος, αρωματισμένος, ακόμα κι αν είχε περάσει από τα πρωινά, χαλαρωτικά νερά της κάθαρσης πριν φύγει για το γραφείο, τα απογεύματα των ψυχαγωγικών εξόδων και των βραδινών διασκεδάσεων ξανά μανά μπάνια, ξανά ξυρίσματα, ξανά αρώματα. Γυαλισμένα παπούτσια, πραγματικός καθρέπτης. Το ίδιο και η mother, χωρίς τα ξυρίσματα, βέβαια. Η Όλγα είχε άλλα τρεχάματα, με τα μαλλιά και τα νύχια. Πραγματική βασίλισσα στα προσεγμένα της ensembles, βαμμένη διακριτικά και πάντα με σικ τσάντα που δεν παραφούσκωνε σαν κουμπαράς και τον χειμώνα απαλά γάντια στα μακριά δάχτυλά της, ασορτί με το πανωφόρι της. Κι αυτά για να πάνε απλά στο θέατρο. Η κινηματογραφική τους έξοδος ήταν πιο σπορ, πιο κάζουαλ, απαλλαγμένη ελάχιστα από την διάθεση της υπερπαραγωγής, πάντα όμως πενάτοι και οι δυο.

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτου κοινωνικής στάθμης και οικονομικού επιπέδου, όταν πήγαιναν στο θέατρο ήταν άψογα ενδεδυμένοι, σαν να υπήρχε ένας σεβασμός προς το ζωντανό θέαμα της ψυχικής μύησης, μια άγραφη, θαρρείς, τελετουργία εκτίμησης στους επί σκηνές εργάτες της υποκριτικής τέχνης. Εάν ήταν πρεμιέρα δε, που οι σκηνοθέτες, οι πρωταγωνιστές, οι παραγωγοί και οι θεατρώνηδες θα ερχόντουσαν σε άμεση επαφή και συζήτηση με το κοινό κατόπιν των παραστάσεων, τότε, οι ενδυματολογικές επιλογές των προσκεκλημένων θεατών, αλλά και των σκηνοθετών, των παραγωγών και των ηθοποιών γινόντουσαν ακόμα πιο σκληρές, έως ακραία επίσημες. Μεγαλείο ωραιότητας, ευφάνταστης κομψότητας και τελειότητας οι άνθρωποι των Τεχνών, τότε.   

Το θέατρο δεν ήταν μια απλή ψυχαγωγική έξοδος, ήταν αποστολή με όλο το τυπικό της εσωτερικής ευγένειας, που εξωτερικευόταν και στο ενδυματολογικό επίπεδο. Προχειροντυσίματα και τζινοκατάσταση ήταν αδιανόητα. Πρυτάνευε ο προσωπικός σεβασμός του καθενός στην Τέχνη, κι έπειτα η σιωπηλή και εμφανής εκτίμηση στους εκπροσώπους της. Η εικόνα του καλού ντυσίματος ήταν η άμεση απόδειξη.

Στην περιρρέουσα αθλιότητα της παρεξηγημένης «απλότητας» και του «χαλαρού» αδιάφορου που κυριαρχεί στην εποχή μας, εκείνη η εύμορφη τελετουργία της προσεγμένης εμφάνισης σε θεατρική έξοδο, σήμερα έχει κονιορτοποιηθεί σε έσχατο, έως γελοίο βαθμό. Μόνο κάτι ηλικιωμένοι κρατούν την παλιά εικόνα και βλέπεις τους ασπρομάλληδες κυρίους καλοντυμένους και τις κυρίες τους σαν εξόριστες αριστοκράτισσες να κοσμούν με τις παρουσίες τους, παράταιρα, τις αίθουσες και τα φουαγιέ των θεάτρων.   

Στις πρεμιέρες που παρευρέθηκα τα τελευταία χρόνια, λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων, το θέαμα είναι θλιβερό μέχρι παρεξηγήσεως. Οι θεατές, οι τριαντάρηδες και άνω σε ηλικία ως επί το πλείστον, προσέρχονται στους οίκους των Μουσών ενδεδυμένοι από τα πινέλα της λετσαρίας, με αθλητικά υποδήματα, αξύριστοι, απεριποίητοι, τρύπια τζιν, ταγάρια, τσαλακωμένα και ασιδέρωτα ρούχα, σταμπωτά μακό και εκδρομικούς σάκους στους ώμους, ενώ τα θήλεα είναι για φωτογραφία ώστε να τοποθετηθούν στην εγκυκλοπαίδεια στα λήμματα της «μιζέριας», της «κακογουστιάς» και της «απαξίωσης» των μορφών τους.

Το ευτράπελο της υπόθεσης είναι, ότι οι περιώνυμοι πρωταγωνιστές και οι συντελεστές των έργων είναι ακόμα πιο θλιβεροί και άθλιοι από τους θεατές, εξόν κάποιων ελάχιστων σικ περιπτώσεων, να εμφανίζονται με το πέρας των παραστάσεων φόρα παρτίδα στους προσκεκλημένους τους με ενδυματολογικές προτάσεις σαν να έχουν σχολάσει, ας πούμε, από οικοδομικές εργασίες ή από πολύωρη, επίπονη μετακόμιση, άντε σε μια πιο free απόδοση με ντύσιμο στιλ πικ νικ στον Υμηττό την Καθαρή Δευτέρα για να πετάξουν τον αετό.

Στην ενδεδειγμένη απώλεια στήριξης της ανθρώπινης οντότητας δεν καταφέραμε να προφυλάξουμε μερικούς, σημαντικούς, απλούς κόμβους της εσωτερικής ευπρέπειας και του ευ ζην. Όλα μπήκαν στον αλευρόμυλο άνευ των ακμών που έκαναν την διαφορά. Και επειδή η συμπεριφορά αναπαράγει συμπεριφορά, όπως αναφέρει ένας από τρεις βασικούς κανόνες του μάρκετινγκ, από την στιγμή που οι ίδιοι οι μαικήνες και οι εκπρόσωποι της όποιας Τέχνης δεν την σέβονται, γιατί να την σεβαστεί και να εκτιμήσει τον καλλιτεχνικό μόχθο, το όνειρο του δρώμενου επί σκηνής ο άμεσος αποδέκτης, δηλαδή ο θεατής; Το «εισιτηριάκι» της ψυχαγωγίας, να γνωρίζετε, ότι διαθέτει ειδικό βάρος και υπολογίσιμο εκτόπισμα, όσο ακριβό ή φθηνό ενδέχεται να είναι, που καθρεφτίζει τόσο τον εσωτερικό, πνευματικό, όσο και τον υλικό πολιτισμό μας. Ζωντανή, παλλόμενη θλίψη!                     

«Aquaman»

 

  • Είδος: Φαντασία, Δράση, Περιπέτεια, Comic DC (και σε 3D)
  • Παραγωγή: Αυστραλία – ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέιμς Γουάν
  • Με τους: Τζέισον Μομόα, Άμπερ Χερντ, Γουίλιαμ Νταφό, Πάτρικ Γουίλσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Γιάια Αμπντούλ Ματίν ΙΙ, Νικόλ Κίντμαν, Λούντι Λιν, Τεμουέρα Μόρισον
  • Διάρκεια: 143’
  • Διανομή: Tanweer

Θα μείνω στο θέαμα του συγκεκριμένου genre ταινιών και να γράψω, πως ναι, είναι άριστο και επικών διαστάσεων εν όψει των άψογων ψηφιακών εφέ και του καλού καστ που χρησιμοποιείται σε παρόμοιες παραγωγές για να τονωθεί το εγχείρημα. Η σειρά της DC, τώρα έχει τον λόγο, δηλαδή πιο συναισθηματικό, πιο ονειρικό και θρυλικό, από τους υπερόπτες και αλάνια ήρωες της Marvel.

Ως χάρτινος αμφίβιος Τιτάνας ο Aquaman είναι παμπάλαιος. Ζωγραφίστηκε πρώτη φορά το 1941 από τον Πολ Νόρις και τον Μορτ Γουάισινγκερ και ενώ μπήκε στην οικογένεια της DC, δεν ήταν από τις εμβληματικές περσόνες. Σοβαρή και έντονη comic δράση ανέλαβε ως ο δίκαιος βασιλιάς της Ατλαντίδας στην δεκαετία του ’90.

Η ταινία; Υπερθέαμα και αυτό περιμένεις άλλωστε να δεις, με υπερήρωες, υπερκακούς και υπερηρωίδες και ενσταλάξεις αρχαίας, ελληνικής μυθιστορίας μέιντ ιν Χόλιγουντ. Φτιαγμένο, μάλιστα, από έναν δοκιμασμένο σκηνοθέτη και παραγωγό του φανταστικού σινεμά και της δράσης, του γνωστού πια Μαλαισιανού Τζέιμς Γουάν («Saw», «Το Κάλεσμα», «Μαχητές των Δρόμων 7»). Στον ρόλο του Aquaman, ο θηριώδης, συμπαθής Χαβανέζος Τζέισον Μομόα, πιο απλά, ο Καλ Ντρόγκο του «Game of Thrones», για να καταλαβαινόμαστε.     

Η Τιτανίδα Ατλάντα (Νικόλ Κίντμαν) ξεβράζεται στις βραχώδεις ακτές ενός φάρου στην δεκαετία του ’80, δραπέτης από το υποθαλάσσιο βασίλειο της για να μην παντρευτεί έναν πρίγκιπα, που δεν τον θέλει. Την βρίσκει τραυματισμένη ο φαροφύλακας Τομ και την φροντίζει, ενώ η Ατλάντα παραμένει κρυμμένη από τους δικούς της. Φαροφύλακας και βασίλισσα των βυθών ερωτεύονται και φέρνουν στον κόσμο των ανθρώπων τον Άρθουρ (Τζέισον Μομόα – καλός), ο οποίος είναι μισός άνθρωπος και μισός αμφίβιος Τιτάνας, όπου το ίδιο άνετα ζει και αναπνέει στα ανεξερεύνητα βάθη των ωκεανών όπως και στην ξηρά, διαθέτοντας, φυσικά, θεϊκές δυνάμεις.

Κάποια στιγμή ανακαλύπτουν την Ατλάντα και για να σώσει τον αγαπημένο της φαροφύλακα και γιό αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ατλαντίδα για να ακολουθήσει την μοίρα της. Ο Άρθουρ μεγαλώνει, μαθαίνει να ζει ανάμεσα στους δυο κόσμους, βοηθώντας τους ανίσχυρους με τις δυνάμεις του. Σώζει πληρώματα πυρηνικών, ρώσικων υποβρύχιων από πειρατές (τα αμερικάνικα υποβρύχια είναι ισχυρά από μόνα τους και δεν έχουν ανάγκη τον κάθε Aquaman), γίνεται ο θρύλος των θαλασσών και ξαφνικά πρέπει να αντιμετωπίσει την δική του μοίρα, που τον φέρνει να διεκδικήσει τον θρόνο της Ατλαντίδας από τον ετεροθαλή, φιλόδοξο αδελφό του, τον βασιλιά Ορμ (Πάτρικ Γουίλσον – καλός).

Α, ο sensei, η μορφή που δίδαξε τα μυστικά των Τιτανό-τεχνών, αλλά και των επτά θαλασσών στον Aquaman είναι ο Βάλκο (Γουίλεμ Ντοφό – καλός). Α, υπάρχει και αμόρε στο πρόσωπο της κοκκινομάλλας πριγκίπισσας με τσαγανό, της Μέρα (Άμπερ Χερντ – καλή). Α, παίζει και ο Ντολφ Λούντγκρεν…       

Ο ευφυής και νοικοκύρης σκηνοθέτης Τζέιμς Γουάν παντρεύει προσεκτικά και σε καλές δόσεις αρκετά νέα και παλαιότερα στοιχεία του είδους στην ταινία, γεφυρώνοντας το ήδη γνωστό με την απέναντι πλευρά του προχωρημένου, κάτι σαν υβρίδιο επικής ταινίας και video game. Στοιχίζει σωστά το χιούμορ, το συναίσθημα, το δράμα και την δράση με πιο art σκηνοθετικό βλέμμα, ειδικά το ανθρωποκυνηγητό στις κεραμοσκεπές ενός Ιταλικού παραθαλάσσιου χωριού είναι καταπληκτικό! (bella Italia!).

Ελληνική και αγγλοσαξωνική ιστορία (Άτλαντες και Άρθουρ) σμίγουν χολιγουντιανά στο επικό σενάριο της ταινίας. Ενδιαφέρουσα και η μουσική, ενώ δημιουργήθηκαν 2.500 κομμάτια ρουχισμού για τα κοστούμια των Ατλάντειων.  Η εμφάνιση τους είναι επηρεασμένη από τα κοράλλια, τα ψάρια και τα φύκια που βρίσκονται στον περιβάλλοντα χώρο αυτού του μυθικού βασιλείου.

Τα δε τατουάζ του Άρθουρ είναι εμπνευσμένα από αυτά που είχε ήδη ο ηθοποιός Τζέισον Μομόα. Χρειάστηκε να τα ζωγραφίσουν πάνω του περισσότερες από 100 φορές κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

«Ο Δικός της Πόλεμος»

(A Private War)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάθιου Χάινεμαν
  • Με τους: Ρόζαμουντ Πάικ, Τζέιμι Ντόρναν, Στάνλεϊ Τούτσι, Ζερεμί Λαέρτ, Τομ Χολάντερ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Η ταινία είναι βασισμένη στο άρθρο της δημοσιογράφου του Vanity Fair Magazine, Μαρία Μπρένερ και αφορά την δράση της γνωστής βετεράνου δημοσιογράφου και ανταποκρίτριας των πολεμικών θεάτρων της Γης, της Μαρί Κόλβιν, που σκοτώθηκε σε ηλικία 56 χρόνων, στις 22 Φεβρουαρίου 2011 στην πόλη Χομς της Συρίας, εν ώρα καθήκοντος, μαζί με τον βραβευμένο, Γάλλο φωτογράφο Ρεμί Οσλίκ.

Η Αγγλίδα Ρόζαμουντ Πάικ είναι εξαιρετική στον ρόλο της δημοσιογράφου με το προσοφθάλμιο, κρατώντας προς το παρών μια υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας για την ερμηνεία της, που  πραγματικά αξίζει. Ακόμα όμως μια υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας στην κατηγορία του τραγουδιού χρεώνεται η ταινία για την αισθαντική  Άνι Λένοξ, που ερμηνεύει σπαραξικάρδια το «Requiem for A Private War» στο φινάλε. Σκηνοθετικό ντεμπούτο στις ταινίες μεγάλου μήκους για τον βραβευμένο, 35χρονο, Αμερικανό, ντοκιμαντερίστα  Μάθιου Χάινεμαν, που πραγματικά ξέρει τι σημαίνει κινηματογραφικό πλάνο σε εμπόλεμη ζώνη.

Φυσικά και δεν χρήζει ερωτήματος και απορίας. Αν και εστιάζει στην προσωπικότητα της Κόλβιν ο σκηνοθέτης, όλη η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον της ταινίας είναι φιλοδυτικό -φιλοαμερικανικό, επιπόλαια επιδερμικό, βαθιά υποκριτικό στο θέμα ανθρωπισμού, απουσία αντικειμενικότητας, όπου κάθε «τριτοκοσμικός ηγέτης με πετρέλαια στην γη του είναι εν δυνάμει απειλή και κίνδυνος της «παγκόσμιας ειρήνης». Βλέπε: Σαντάμ, Καντάφι, Άσαντ. Ο τελευταίος την γλύτωσε κάπως από τα νύχια των αρπακτικών λόγω επέμβασης της άρκτου, αλλιώς θα πήγαινε κι αυτός καλλιά του, όπως και οι προηγούμενοι, κάποια κελαϊδιστή «Άνοιξη» σαν κι αυτές που στήσανε στα επιχειρησιακά θέατρα του αραβικού κόσμου, αλλάζοντας σε μία νύχτα τα στησίματα και τους πατρώνους στην διεθνή σκακιέρα.

Η άμοιρη δημοσιογράφος, όπως τόσοι άλλοι πολεμικοί ανταποκριτές, έχασε την ζωή της καταγράφοντας τις θηριωδίες όχι των Δυτικών, αλλά των «άγριων», «βάρβαρων» και «άξεστων» μαυριδερών, γενειοφόρων μακελάρηδων. Όσο για την Συρία και την δημοσιογραφική της κάλυψη στην πολύπαθη συριακή πόλη Χομς που στοίχισε την ζωή της, ε, με το μέρος των υποτιθέμενων «ανταρτών», πάντα, κάλυπτε τα ρεπορτάζ της.              

Η Μαρί Κόλβιν (Ρόζαμουντ Πάικ – πολύ καλή) είναι μία από τις πιο αναγνωρισμένες πολεμικές ανταποκρίτριες της εποχής μας, εργάζεται στην Αγγλική εφημερίδα  Sunday Times. Το επαναστατικό και ατρόμητο πνεύμα της την τοποθετεί πάντα στην πρώτη γραμμή της μάχης αφού στόχος της είναι να δίνει φωνή στους αδύναμους, θυσιάζοντας ακόμα και την προσωπική της ζωή.

Χάνει το αριστερό της μάτι το 2001, παρούσα στα αιματηρά γεγονότα των Ταμίλ στην Σρι Λάνκα. Πέφτει στο αλκοόλ, γεμίζει εφιάλτες, παντρεύεται χωρίζει, ξαναπαντρεύεται, εισάγεται σε κέντρο αποκατάστασης, αλλά ως εθισμένη με τον κίνδυνο συνεχίζει τις επικίνδυνες αποστολές –ανταποκρίσεις πέρα από εκεί που υπάρχουν τα όρια ασφαλείας.

Η αποστολή της είναι να αναδεικνύει με κάθε κόστος την πραγματική φρίκη του πολέμου (μονόπαντα, βέβαια) μαζί με τον διάσημο φωτογράφο Πολ Κονρόι (Τζέιμι Ντόρναν – καλός), ο οποίος σκοτώνεται στην Συρία. Τέλος, στην πιο καυτή ζώνη του σύγχρονου πολέμου, στην πολιορκούμενη πόλη Χομς επί συριακού εδάφους και στο πλευρό των αντικαθεστωτικών ενημερώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη, ότι ο Άσαντ δολοφονεί στυγερά άμαχο, αστικό πληθυσμό.

Η ζωντανή μετάδοση μέσω δορυφορικού τηλεφώνου σε τέσσερα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα της Δύσης: στο BBC , στο Channel 4, στο CNN και το ITN News έμελε να είναι και η τελευταίας της, καθώς αμέσως μετά σκοτώθηκε από βόμβα, που είχε στόχο την ίδια και το συνεργείο. Μαζί με την Κόλβιν σκοτώνεται και ο Γάλλος φωτογράφος Ρεμί Οσλίκ (Ζερεμί Λαέρτ – καλός).  

«Ρόμα»

(Roma)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία : Αλφόνσο Κουαρόν
  • Με τους: Γιαλίτζα Απαρίθιο, Μαρίνα ντε Ταβίρα
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Netflix
  • Διακρίσεις: Χρυσός Λέοντας στο φεστιβάλ της Βενετίας

Οι τίτλοι έναρξης πέφτουν πάνω σε σαπουνόνερο ριγμένο σε πλάκες αυλής. Σκούπισμα, ξανά σαπουνόνερο, καθρέφτισμα στο νερό ο ουρανός με ένα αεροπλάνο να διαπερνά τον χώρο, ξανά σαπουνόνερο, σκούπα, τίτλοι, καθάρισμα και ξανά σαπουνόνερο, άνευ μουσικής, παρά μόνο ο ήχος του χόρτινου σούρσιμου της σκούπας στο μάρμαρο και στο νερό. Άκρως εμπνευσμένο θα έλεγα στο περίτεχνο, ασπρόμαυρο πλάνο του Κουαρόν.

Εν ολίγοις μια μεξικάνικη σαπουνόπερα με artistic ματιά η νέα ταινία του, που χρηματοδοτήθηκε από την τηλεοπτική πλατφόρμα Netflix, βραβεύτηκε στην Βενετία (απαγορευτικό για το είδος εφόσον είναι για τηλεόραση). Ο άνθρωπος το λέει ξεκάθαρα: Σαπουνόπερα με άποψη….

Αρχής γενομένης με τον Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ της Βενετίας, απ΄ όπου περνάει η ταινία καταχειροκροτείται και γεμίζει βραβεία. Τρεις υποψηφιότητες Χρυσής Σφαίρας (Ξένης Ταινίας, Σεναρίου, Σκηνοθεσία). Το σενάριο όμως που το είδαν; Καλή δουλειά της Netflix. Ο προπομπός των συμφορών για τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Τίποτα δεν συμβαίνει σε αυτή την ταινία. Σκηνές καθημερινότητας, απλές, ανθρώπινες στην δεκαετία του εβδομήντα στο Μεξικό με πρωταγωνίστρια μια μη ηθοποιό, που υποδύεται την εσωτερική υπηρέτρια σε αστικό σπίτι γιατρού με σύζυγο και τέσσερα τέκνα.

Δεν έχω να σας αφηγηθώ μια ιστορία με αρχή μέση τέλος. Στιγμιότυπα και πάλι στιγμιότυπα και ξανά στιγμιότυπα άνευ σεναριακής δομής και συνέχειας με εξαιρετική φωτογραφία, επιμελημένη από τον ίδιο τον Μεξικανό σκηνοθέτη. Τα κακά ενός σκύλου, που βρωμίζουν τη είσοδο, το στρώσιμο και η λάτρα του σπιτιού, το φλερτ της σεμνής υπηρέτριας Κλεό, που είναι και η βασική φιγούρα των short cuts της ταινίας, η εγκυμοσύνης της από τον φευγάτο εραστή που οι πολεμικές τέχνες τον έσωσαν από την πρέζα και τα εγκλήματα, το πάρτι μιας πρωτοχρονιάς που άρπαξε φωτιά το δάσος (σουρεαλιστική, μπουρζουά απόδοση από τον Κουαρόν), ένα παρ΄  ολίγον ατύχημα σε μια παραλία, δεκαεπτά διαφορετικά πλάνα για να παρκάρει το αυτοκίνητο στο γκαράζ, τα παιχνίδια των τέκνων και τα συζυγικά προβλήματα, τα γνωστά αδιέξοδα ανάμεσα στον γιατρό Αντόνιο και την γυναίκα του Σοφία κι αλλά καθημερινά για να περνάει η ώρα.

Όλα τα παραπάνω, ο Κουαρόν τα βάζει σαν τουβλάκια στα γεγονότα του Μεξικού της δεκαετίας του ’70, χρονικής διάρκειας ενός χρόνου, γεγονότα όπως ένας σεισμός εκείνη την εποχή, το Μουντιάλ, την εξέγερση των φοιτητών. Σταθερά ως μεγάλη, δική του ταινία «Τα παιδιά των Ανθρώπων» (2006), μετά το μέτριο, οσκαροβραβευμένο «Gravity», ο Μεξικανός έχασε τελείως το βαρυτικό πεδίο στο τι σημαίνει σινεμά και το ΄ριξε στο χόμπι της καλλιτεχνικής φωτογραφίας στα 56 του χρόνια, φιλώντας την ναρκωμένη πριγκίπισσα του Γκοντάρ στο κούτελο, βάζοντας ταυτόχρονα το ένα χέρι του στην τσέπη του Φελίνι και το άλλο στου Βισκόντι. Η συγκομιδή από τις λόπες, απλά… σαπουνόνερα!

«Γυναίκες Που Περάσατε Από Δω»

(Knock)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σταύρου Τσιώλη
  • Με τους: Κωνσταντίνος Τζούμας, Ερρίκος Λίτσης, Ελένη Ουζουνίδου, Κωνσταντία Τάκαλου, Ελλη Τρίγγου, Ρόζα Προδρόμου, Μιχάλης Σαράντης, Γιώργος Μελισσάρης, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης, Σταμάτης Τζελέπης, Νίκος Σεβαστόπουλος, Τάκης Χρυσικάκος, Αινείας Τσαμάτης
  • Διάρκεια: 79’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Παρωχημένη ελληνική ταινία άλλων δεκαετιών θανάσιμα τοποθετημένη στο σεναριακό «κόλλημα» του Σταύρου Τσιώλη των: «Παρακαλώ Γυναίκες Μη Κλαίτε» (1992) και «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» (1998).

Ο Κώστας Τζούμας και ο Ερρίκος Λίτσης έξω από τα νερά τους, εκτός τόπου και χρόνου εντελώς, σε μια ακατάσχετη χαζοφιλοσοφία και υποτιθέμενου σουρεαλιστικού χιούμορ, που κλαίς γοερά από στεναχώρια και θλίψη για ό,τι που βλέπεις. Δυστυχία! 

 

Δύο άνδρες αναλαμβάνουν μια παράξενη υποχρέωση: να φυλάξουν τσίλιες έξω από ένα παλιό σπίτι Αθηναϊκής συνοικίας, στο οποίο γίνονται παράνομες εργασίες ώστε να προστεθεί ένα δωμάτιο. Μπροστά από τους δυο στωικούς ήρωες, θα περάσουν διαφορετικές προσωπικότητες, που κοντοστέκονται και κουβαλάνε μαζί τους αφηγήσεις.

Ίσως να περάσουν πολεοδόμοι από μπροστά τους που παριστάνουν τους αθώους διαβάτες για να συλλάβουν τους παρανομούντες. Ίσως να περάσουν φαντάσματα γυναικών που άφησαν πληγές και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Ίσως περάσουν θραύσματα μιας αληθινής ζωής με τη μορφή ονείρου. Το πεπρωμένο των ηρώων που λιάζονται στις καρέκλες τους έχει τα δικά του σχέδια, ενώ ταυτόχρονα η πολεοδομία καραδοκεί.

Προβάλλονται επίσης:

Το comic animation  «SpiderMan: Μέσα στο Αραχνο-Σύμπαν» (Feelgood Entertainment)

Το δραματικό animation « O Ασπροδόντης» του Αλεξάντρ Εσπιγκάρες (Odeon)

«Ονειρικοί κλέφτες καταστημάτων… αποψιλώνουν τις καρδιές μας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μην κρυβόμαστε ούτε πίσω από το δάχτυλο, ούτε κάτω από την φλις κουβέρτα μας. Την ωραιότητα της κινηματογραφικής αίθουσας δεν την μαγάρισαν οι αόρατες δυνάμεις από το μακρινό διάστημα και τα αλύτρωτα φαντάσματα του μαύρου πύργου. Εμείς ακρωτηριάσαμε την εξαίσια συνθήκη της κινηματογραφικής εξόδου, όπως τόσα άλλα όμορφα καταστρέψαμε, πλασάροντας τους εαυτούς μας ως τα πλέον σύγχρονα και «πολιτισμένα» όντα, που ακολουθούν πειθήνια, με δόσεις γενναιόδωρης «μαγκιάς» στεφανωμένα, την τεχνολογική μόδα του εγκλεισμού και της «πειρατείας».

Πραγματικά, δεν θα αναζητήσω διόλου το εάν συμφωνείτε ή όχι με την άποψη μου, αλλά η μεγαλύτερη, πυώδης πληγή της ρέουσας και ενεργούς, γήινης κοινωνίας είμαστε εμείς οι άνθρωποι, ανεξαρτήτου χρώματος, θρησκευτικών-πολιτικών πεποιθήσεων και έθνους. Όπως μπορούμε, εάν φυσικά το επιθυμούμε, να πετυχαίνουμε συνεχώς το θεϊκά άριστο αποτέλεσμα, είμαστε ικανοί, με λιγότερο μόχθο, να δημιουργούμε ανόητα και βλαβερά τα πιο ερεβώδη περιστατικά και γεγονότα της ιστορίας. Και δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιθυμίες μας μόνο αρνητικό πρόσημο φέρουν, όπως και οι σκέψεις και οι πράξεις μας το ίδιο. Δεν επιθυμώ να συνεχίσω μέσα σε αυτό το όχημα αρνητικών αναφορών γιατί είναι δυσάρεστο και δεν θα οδηγήσει πουθενά, οπότε κλείνω την μικρή παρένθεση.

Συνάδελφοι, επαγγελματίες του χώρου του θεάματος κρώζουν σε πλήρη απόγνωση, πως το θέατρο και ο κινηματογράφος πήγανε κατά διαόλου από εισπράξεις το έτος 2018. Κάθε πέρσι και καλύτερα, λένε. Αιθουσάρχες, θετρώνηδες, παραγωγοί και διανομείς αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες της θορυβώδους κατρακύλας (ο όλεθρος διαθέτει τον δικό του ιδιαίτερο ήχο) δεν ορθώνουν τόσο δα ανάστημα να εμποδίσουν το ολοκαύτωμα. Το θέαμα και η ψυχαγωγία μπαίνει ξανά στο ικρίωμα και οι πολυάνθρωπες μαζώξεις εξαερώνονται.

Από την άλλη, οι θεατές σε εποχή μεσαιωνικής, οικονομικής κρίσης (η χώρα μας έχει διανύσει στο ιστορικό παρελθόν της παρόμοιες, οδυνηρές λεωφόρους) προτιμούν να σπρώχνουν τους λιγοστούς οβολούς τους, εάν και εφόσον περισσεύουν, σε άχρηστα αγαθά για να είναι μοντέρνοι, λένε, παρά να πάρουν το θέμα στα χέρια τους και να διασώσουν ό,τι προλάβουν. Σε περιόδους μεγάλης φτώχειας και πείνας στην Ελλάδα μας το θέατρο και ο κινηματογράφος ήταν οι μικρές, ένδοξες νησίδες ψυχικού οξυγόνου. Μα ποιοι θα πράξουν τούτο το μικρό κατόρθωμα σήμερα, όταν δεν υπάρχει περίσσευμα σθένους και αυτοκριτικής στους πολίτες; Ο πολύχρωμος, γυάλινος δήμιος εξοντώνει καθημερινά την πνευματική πνοή, φυτεύοντας νωθρότητα και απαξία. Και ο Έλληνας στο σκοτεινό μπαλ μασκέ των επιθυμιών του και γκραν νταμ την χωλή του σκέψη δεν πρόκειται να σαλέψει ούτε χιλιοστό από το γλοιώδες πέπλο της απάθειας του. Τηλεφωνάκι στα ντελίβεράδικα, δεκάευρο στην τοξική διατροφή και καναπεδάτος θα «μοντερνίζεται» χορεύοντας με τα τορεντάδικα. Άρα, δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά πνευματικού ευνουχισμού.  

Χάθηκε η ωραιότητα του ανθρώπου, της ξεγνοιασιάς, της αδημονίας να βρεθούμε στην κινηματογραφική ή την θεατρική αίθουσα μαζί με 150 – 200 ακόμα άγνωστους ανθρώπους, έστω μια φορά το δεκαπενθήμερο ή το εικοσαήμερο, βρε αδελφέ, και να μην αφήσουμε την μαύρη, έρπουσα σκιά να χωνέψει κι άλλους πνεύμονες ψυχικής ανάτασης. Τα σινεμά ταλανίζονται, τα θέατρα κλυδωνίζονται όχι από την κρίση, αλλά από εμάς. Και ευλόγως θα αναρωτηθείς: «Καλά εδώ σου πήραν την χώρα ολόκληρη, οι σινεμάδες και τα θέατρα σε μάραναν;» Έχεις απόλυτο δίκιο, θα απαντήσω με παρρησία. Όταν «λήστευαν» το αρχαίο μου, χρυσό σεντούκι ήμουν παρών και το μερίδιο μου από την ύβρη ήταν η παραπλανητική ευωχία ως αντάλλαγμα την απόλυτη σιωπή μου. Κάτι σαν τον άφθαστο Baby Driver στο τιμόνι, ας πούμε, την στιγμή της χορογραφημένης διαφυγής των κακοποιών δίχως το μπιτάτο soundtrack όμως… στην απόλυτη, ένοχη βουβαμάρα.  

Ω δαίμονες, πόσο υπάκουοι και παραγωγικοί είμαστε στην καταστροφική σας περιοδεία.               

«Κλέφτες Καταστημάτων»

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018

Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα κάνει το θαύμα του και μετατρέπει τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις. Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας.

Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας. Χωρίς μαγικές λέξεις, δίχως χρυσόσκονη και παλαμάκια, αλλά με δαίμονες που είναι άγγελοι και αγγέλους που είναι δαίμονες να πρωταγωνιστούν στα κλιμακωτά επίπεδα της αδίστακτης, σύγχρονης ζωής όχι πάντα νοικοκυρεμένα, σίγουρα όμως ξέγνοιαστα, ελεύθερα.    

 

Είναι από τις ταινίες που στην αφήγηση της πρέπει να φανώ προσεκτικός ώστε ο θεατής να απολαύσει μέτρο μέτρο την ακολουθία των γεγονότων, ρουφώντας την κάθε στιγμή ανεπηρέαστα. Έτσι, λοιπόν, απλά αναφέρουμε, ότι βρισκόμαστε στο σημερινό Τόκιο και έπειτα από μια ακόμα εξόρμηση άλλης μιας μικροκλοπής σε κατάστημα για τα μικροπράγματα της ημέρας, ο Οσάμου (Λίλι Φράνκι – καταπληκτικός) και ο προέφηβος γιος του Σότα (Τζίο Καΐρι – απίθανος ο πιτσιρικάς) συναντούν την μικρούλα Ριν, μόνη στο παγωμένο βράδυ.

Αρχικά αποφασίζουν να την επιστρέψουν στους γονείς της, αλλά η σύζυγος του Οσάμου, η Νομπούγιο (Σακούρα Άντο – πολύ καλή), βλέποντας τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα της μικρής και κρυφά έναν τρελό καυγά των γονιών της, συμφωνεί να αναλάβουν την φροντίδα της, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Κουρεύουν τα μαλλιά της, καίνε τα παλιά της ρούχα, αλλάζουν το όνομα της, προσφέροντας στο κοριτσάκι μια καινούργια ζωή σε ένα σπίτι που γίνεται ανακατεμένος ο ερχόμενος από σαβούρες και λογής άχρηστα πράγματα.

Αν και η οικογένεια είναι μια χούφτα φτωχοδιάβολων, που ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές στα καταστήματα, αλλά και την γιαγιά να μένει μαζί τους (η βετεράνος ηθοποιός Κιρίν Κίκι είναι μεγαλείο, η οποία έφυγε από την ζωή μετά την βράβευση της ταινίας στις Κάνες) μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι σε αυτό το περιβάλλον, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Μοναδικός, εκπληκτικός ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα με την ματιά στραμμένη στους θεσμούς της οικογένειας τοποθετημένη ως σύνολο στο τοξικό υπογάστριο της παγκόσμιας, οικονομικής κρίσης, σε έναν αληθοφανές, σκληρό κοινωνικό διάκοσμο στήνει παραμυθένιες στιγμές με συγκλονιστικές ερμηνείες και μαγευτική φωτογραφία, μιλώντας για τον άνθρωπο, τα λάθη του, αλλά και για την αγάπη, την κατανόηση, τον έρωτα και την θυσία.

Η αφηγηματική του μάγου Κόρε-Εντα, ως γνήσιου εκφραστή του υπέροχου ιαπωνικού, σίντο σινεμά κρατάει σταθερά και ακλόνητα το ασημένιο νήμα επαφής στον αισθησιασμό του Οσίμα, αλλά και στην ονειροβασία του Κουροσάβα, προσφέροντας στον θεατή μια υπέροχη ταινία, εμπλουτισμένη από το προσωπικό, ιδιαίτερο πνεύμα του. Αισιόδοξη όσο δεν παίρνει. Ανθρώπινη όσο δεν περιγράφεται. Παραμυθένια με το παραπάνω.

Κερδίζει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα (από τις ελάχιστες βραβεύσεις του θεσμού που συμφωνώ) και ο σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ, μέλος της κριτικής επιτροπής, δηλώνει απερίφραστα, ότι η απόφαση για τον νικητή ήταν απόλυτα ομόφωνη, συμπληρώνοντας γοητευμένος: «η θέαση της ταινίας ήταν μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία». Η δε Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, η ηθοποιός Κέιτ Μπλάνσετ, είπε: «Μας παρέσυρε εντελώς η ταινία, το πόσο οι ερμηνείες ακολουθούν αβίαστα το σκηνοθετικό όραμα».

Ταινία, που την απολαμβάνεις στο σινεμά με την καρδιά σου και το μειδίαμα ευφορίας παραμένει τόξο στο πρόσωπο για αρκετή ώρα μετά.        

«Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις»

(A Prayer Before Dawn)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
  • Με τους: Τζο Κόουλ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Στον βίαιο και άγριο κόσμο των φυλακών της Ταϊλάνδης, ο μικρός αδελφός Τζον, της οικογένειας Σέλμπι των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», δίνει ερμηνεία ζωής ως μποξέρ Μπίλι Μουρ. Ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εξαιρετικά φιλμαρισμένη από τον Γάλλο Ζαν-Στεφάν Σοβέρ.

Αν ο αδίστακτος, Ρώσος φυλακόβιος, μαχητής Μπόικα είναι η mainstream επιλογή σας στο είδος, τότε ο εκρηκτικός Μπίλι Μουρ είναι η σινεφίλ πρόταση.

Η ταινία βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του ερασιτέχνη μποξέρ Μπίλι Μουρ (Τζο Κόουλ – πολύ καλός!) που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι και ενώ όλα γύρω του άγνωστα, ακαταλαβίστικα λόγω της γλώσσας και ανατριχιαστικά (βιασμοί, μαχαιρώματα, απειλές, ναρκωτικά, συμμορίες) θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική, πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση μέσα από τη γήινη κόλαση.

Με μοναδικό επαγγελματία ηθοποιό τον νεαρό, Άγγλο δυναμίτη Τζον Κόουλ και τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ (υποδύεται τον διευθυντή των φυλακών), ο 49χρονος, Γάλλος μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας Ζαν-Στεφάν Σοβέρ στην δεύτερη του ταινία ορμάει ξανά στο βασίλειο της ανθρώπινης πτώσης και κινηματογραφεί ένα ψιλοαλάνι Ευρωπαίο στο χάσιμο του εγκλεισμού του στο πιο απάνθρωπο, σωφρονιστικό ίδρυμα της Ταϊλάνδης .

Οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στην ταινία του Σοβέρ είναι ερασιτέχνες πρώην κατάδικοι φυλακών, όπως και ο χώρος των γυρισμάτων είναι μια πρώην, εγκαταλειμμένη φυλακή της ασιατικής χώρας. Πειστικός, ρεαλιστικός μέχρι ανατριχίλας, βίαιος έως διακοπής της ανάσας, όλο το περιβάλλον είναι περίτεχνα φτιαγμένο από τον σκηνοθέτη για να αποδώσει την δολοφονική σκοταδίλα παρόμοιων χώρων, αλλά και την ανθρώπινη δύναμη για επιβίωση.

Με το νευρικό σύστημα της ταινίας βαλμένο στην τεχνική του ντοκιμαντέρ, ενώ δεν είναι ντοκιμαντέρ, η κάμερα κινείται συνεχώς, σαν το βλέμμα ενός κρατούμενου που είναι σε εγρήγορση – και όπου χρειάζεται η κίνηση παίζει χειροκίνητα δίχως να κουράζει -, αντάμα με την απίθανα κλειστή φωτογράφιση του Ντέιβιντ Ουνγκάρο και την πολύ καλή μουσική του Νίκολας Μπέκερ μπαίνεις στο θέμα με την μια και το ζεις. Η ερμηνεία του Τζον Κόουλ, με τις στροφές ανεβασμένες στο κόκκινο, πετυχαίνει το ζητούμενο της πραγματικής ιστορίας του Μπίλι Μουρ, αλλά και στα ψυχολογικά κενά αέρος του ήρωα τα καταφέρνει περίφημα.

Οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα αληθοφανέστατες (δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό Κόουλ), άνευ των υπερβολικών ηχητικών εφέ, που οι γροθιές και οι κλωτσιές σε θόρυβο στο ανθρώπινο σώμα μοιάζουν σαν να πετάς από ψηλά σακιά με κρεμμύδια σε μάρμαρο. Αν και η ταινία άργησε να έρθει στην χώρα μας, οι λάτρεις του είδους των πολεμικών τεχνών θα έχουν και το σινεφίλ άλλοθι τους.      

«Το Βλέμμα του Ορσον Γουέλς»

(The Eyes of Orson Welles)

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Μαρκ Κάζινς
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Ama Films

Ναι και αλήθεια είναι, ότι ο ντοκιμαντερίστας Μαρκ Κάζινς λατρεύει τον Όρσον Γουέλς. Άλλωστε και ποιός δεν λατρεύει αυτή την ιδιοφυία της 7ης Τέχνης. Ο Κάζινς, όμως, παρά την εμφανή έως διάφανη λατρευτικού χαρακτήρα θέση του, αποστασιοποιείται πολλάκις και καταγράφει τον πολυσχιδή καλλιτέχνη με έναν τρόπο άκρως γοητευτικό. Ρωτάει τον Γουέλς σημαντικά και απίθανα πράγματα της ζωής του και μέσα από τα έργα του ηθοποιού δίνει τις απαντήσεις. Ερωτήσεις που όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον πληθωρικό ηθοποιό, παραγωγό, σεναριογράφο, ζωγράφο έως και ραδιοφωνικό παραγωγό… με εκείνη την ανεπανάληπτη φάρσα περί εξωγήινης εισβολής στο CBS με το Mercury Theatre on the Air το 1938, που σήκωσε την Νέα Υόρκη στο πόδι.

Αυτός ήταν ο υπέροχος Όρσον. Υπέροχο και το ντοκιμαντέρ του Βορειοϊρλανδού Μαρκ Κάζινς, εντελώς διαφορετικό από παρόμοιες δουλειές, που αφορούν βιογραφίες προσωπικοτήτων του σινεμά. Και μάλιστα, σκέφτηκα, με το πέρας της ταινίας, πόσο σπουδαίο θα είναι να γνωρίσουμε και άλλες παγκόσμιες μορφές των τεχνών με την ίδια αντικειμενική κινηματογράφηση, το ίδιο απίθανο στιλ παρουσίασης.

 

Όταν η θυγατέρα του Ορσον Γουελς, η 60χρονη Ρεμπέκα αποφασίζει να φέρει για πρώτη φορά στο φως τα αρχεία του πατέρα της, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγχρόνους ντοκιμαντερίστες, ο βραβευμένος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Μαρκ Κάζινς αποδέχεται την πρόκληση να προσεγγίσει τον δημιουργό μέσα από πτυχές που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Στην πορεία καταλήγει σε λατρευτικό φόρο τιμής που εισχωρεί στο μυαλό μιας ιδιοφυίας και καταφέρνει να μας πείσει να τον αντικρίσουμε με αλλά μάτια

 

Τα εκατοντάδες σκίτσα, που έφτιαχνε από πιτσιρικάς, αλλά και οι ζωγραφικές που άφησε ο Όρσον Γουέλς είναι οι μικροί ιχνηλάτες που μας οδηγούν στα μεγάλα και τα τρανά επιτεύγματα του στον χώρο του σινεμά. Με το φάρο του «Πολίτη Κέιν» να αναβοσβήνει στην βιογραφική χαρτογράφηση του ντοκιμαντέρ, ο Κάζινς ψύχραιμα και με μεράκι παίρνει τους διεθνείς δρόμους του μεγάλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, από την γενέτειρα του, την Κενόσα του Γουισκόνσιν σε Ιρλανδία, Παρίσι, Ισπανία και πάλι Αριζόνα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των δραματουργικών μελιστάλαχτων αναφορών, αλλά του διεισδυτικού, εμπεριστατωμένου ψαξίματος, που μετασχηματίζει το απλό ντοκιμαντέρ έρευνας σε σπουδή.    

Άπασες οι μεγάλες ταινίες του Γουέλς παρούσες συστήνονται εν μέσω σκέψεων στον φακό του Κάζινς και το εφεύρημα να ρωτάει τον ηθοποιό σαν να βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, κι εκείνος να απαντάει καταδεικνύοντας τα επιτεύγματα του, ε… είναι καταπληκτικό!

Καλή έρευνα, πλούσιο υλικό και το αποτέλεσμα άψογο.     

«Kursk»

 

  • Είδος: Δραματική, ναυτική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Λέα Σεϊντού, Κόλιν Φερθ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Ήταν το καμάρι του ρωσικού στόλου. Καθελκύστηκε το 1994 και τιμητικά βαφτισμένο «Κούρσκ», από την σφοδρή και νικηφόρα μάχη των τεθωρακισμένων του σοβιετικού στρατού εναντίον των Γερμανών στον 2ο μεγάλο πόλεμο.

Το πυρηνικό υποβρύχιο των 154 μέτρων, τύπου Oscar II, το Κ-141 «Kursk», έπειτα από μια διαρροή υπεροξειδίου του υδρογόνου στις τορπίλες του (μία ουσία που έπαψε να χρησιμοποιείται από την δεκαετία του ’60, γιατί θεωρούνταν υπερβολικά επικίνδυνη και χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση), δημιούργησε αλυσιδωτές εκρήξεις, διαλύοντας τα πέντε από τα εννιά τμήματα του υπερσύγχρονου υποβρυχίου, ενώ βρισκόταν στον πυθμένα της θάλασσας. Χάθηκε στον παγωμένο, αρκτικό βυθό το έτος 2000, σε βάθος 100 μέτρων, παίρνοντας μαζί του 118 ψυχές. Στον προεδρικό θώκο της μαμάς Ρωσίας βρισκόταν, τότε, ο νεοεκλεγείς και πολλά υποσχόμενος Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος μηδέ εμφανίζεται, μηδέ ακούγεται στην ταινία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Τόμας Βίντεμπεργκ του Dogma ‘95, έπειτα από το τρανό «Κυνήγι» και την αξιοθαύμαστη «Οικογενειακή Γιορτή» που ακολούθησε, κινηματογραφεί την τραγωδία του υποβρυχίου και κουνάει το μαντήλι «αμερικάνικα» από το αρχιπέλαγος της υπερπαραγωγής, ψιθυρίζοντας στον mainstream αγέρα, πως… και οι «κουλτουριάδες» έχουν ψυχή, ρε γαμώτο!  

 

Βασισμένο στο βιβλίο του δημοσιογράφου Ρόμπερτ Μουρ «A Time to Die: The Untold Story of the Kursk Tragedy» και σε σενάριο του έμπειρου περί των στρατιωτικών, κινηματογραφικών θεμάτων, του Αμερικανού σεναριογράφου Ρομπέρ Ροντάτ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), η ταινία καταγράφει τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο υποβρύχιο κατά την διάρκεια άσκησης στην παγωμένη θάλασσα του Μπάρεντς.

Ο αξιωματικός του υποβρυχίου Κούρσκ, ο Μικαίλ Αβερίν (Ματίας Σχούναρτς – καλός) αφήνει τον μικρό γιό του Μίσα και την έγκυο γυναίκα του, Τάνια (Λέα Σεϊντού – καλή) για να παρουσιαστεί στο σκάφος και να ταξιδέψει σε προγραμματισμένη άσκηση του στόλου. Μια ανωμαλία στις τορπίλες και ενώ το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων, δημιουργεί μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων με αποτέλεσμα τα πέντε από τα εννιά τμήματα του μοντέρνου σκάφους να διαλυθούν σκοτώνοντας ακαριαία τους 95 από τους 118 άνδρες του πληρώματος. Οι υπόλοιποι 23 που έτυχε να βρίσκονται στα τελευταία τμήματα του υποβρυχίου, εγκλωβισμένοι στο κρύο νερό, στο λιγοστό οξυγόνο περιμένουν βοήθεια για να σωθούν.

Η ρωσική ολιγωρία, η παλαιότητα των υλικών, η άρνηση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν (Μαξ φον Σίντοου – όπως πάντα συννεφιασμένος) να αποδεχθεί την βοήθεια του Άγγλου διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων, Αρχιπλοίαρχου Ντέβιντ Ράσελ (Κόλιν Φερθ – σταθερή αγγλική αξία), αλλά και του νορβηγικού, πολεμικού ναυτικού, κόστισε, ως γνωστόν, τις ζωές των υπολοίπων 23 ανδρών.      

 

Ο Τόμας Βίντεμπεργκ παίζει στο τερέν της υπερπαραγωγής και σκίζει. Με άλλον αέρα, αυτόν τον βορειοευρωπαϊκό των καλών, κλειστοφοβικών πλάνων και με διαφορετική κινηματογράφηση στο είδος των dsaster films, παραδίδει μια ταινία καλά κουρδισμένη τόσο στο δραματικό της στοιχείο, όσο και άψογα σκηνοθετημένη. Το σενάριο απλό και απόλυτα εστιασμένο στα γεγονότα της τραγωδίας των εγκλωβισμένων ναυτικών του υποβρυχίου, αλλά και στις γυναίκες των ναυτικών να δίνουν τους απαιτούμενους τόνους αγανάκτησης ως προς την παραπληροφόρηση της ρωσικής κυβέρνησης και την άθλια αντιμετώπιση της για την διάσωση του πληρώματος.

Η παραγωγή, δηλαδή ο Λικ Μπενσόν, έκοψε τις σκηνές με τον Πούτιν (ο οποίος ήταν μόνο τρεις μήνες στα προεδρικά του καθήκοντα και όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα με το Κουρσκ συνέχισε, σχεδόν αδιάφορα τις διακοπές του), βάζοντας τον Μπόρις Γιέλτσιν στην αρχηγία(;) γιατί δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν πολιτική χροιά στη τραγωδία. Σπουδαίο ατού της ταινίας η καταπληκτική μουσική του δις οσκαροβραβευμένου, Έλληνα συνθέτη Αλεξάντρ Ντεσπλά σε χατζηδακικές μελωδίες και βυζαντινούς, χορωδιακούς ύμνους.

Ο Βίνετμπεργκ καθαρά να το θέσουμε, έφτιαξε καλή ταινία με διεθνές καστ και επιμελημένη παραγωγή. Δυο τρία καλά κόλπα που πετάει στην ταινία με πλάνα να ανοίγουν και να κλείνουν, όπως μια υπέροχη γαμήλια γιορτή στην έναρξη, δίνουν την δυνατότητα στον 49χρονο, Δανό σκηνοθέτη να σφραγίσει το διαβατήριο του προς Χόλιγουντ στεριά.    

«Ο Υποψήφιος»

(The Front Runner)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Χιου Τζάκμαν, Βέρα Φαρμίγκα, Τζ. Κ. Σίμονς, Αλφρεντ Μολίνα
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Αγαπημένο θέμα της αμερικανικής κινηματογραφίας είναι ο βίος και η πολιτεία των διαφόρων πολιτικών του έθνους. Προσωπικά, εκτιμώ, ότι ουδεμία ταινία δεν έχει τοποθετηθεί σε βαθιά ή πιο λεπτομερειακή έρευνα ώστε τα γεγονότα να αποτυπωθούν στο ζύγι της αντικειμενικότητας, εξόν κάποιων ελάχιστων περιπτώσεων, που η αντιπέρα όχθη της αλήθειας να σκάει από αγανάκτηση. Όσες παραγωγές πραγματεύονται σκάνδαλα υποψηφίων ή νυν προέδρων των ΗΠΑ, βασίζονται σε ότι πιο ανάλαφρο από καταγραφή και πάντα με τις ευλογίες του εκάστοτε εν ενεργεία γραφείου επικοινωνίας του Λευκού Οίκου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Γκάρι Χαρτ, ενός πολιτικού από τους πιο χαρισματικούς υποψηφίους για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ μετά τον Τζον Κένεντι και το σκάνδαλο που τον αποκαθήλωσε από την κούρσα της διεκδίκησης του θρόνου στο οβάλ γραφείο. Ο Χιού Τζάκμαν στο ρόλο του «μοιχού» πολιτικού, απλά απίθανος, το δε ντεσού της ταινίας δεν είναι το σκάνδαλο αυτό καθεαυτό, αλλά η δράση της «κίτρινης» δημοσιογραφίας στα εν οίκω ενός υποψηφίου προέδρου. Κάτι που μέχρι τότε ήταν ταμπού για τον αμερικάνικο Τύπο.

Το 1998 δυο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Miami Herald», με τον μανδύα των παπαράτσι έχουν πάρει στο κατόπι για να φωτογραφήσουν – έπειτα από πληροφορία – το φαβορί για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Δημοκρατικό Γκάρι Χαρτ (Χιού Τζάκμαν – εξαιρετικός) έξω από το σπίτι του αγκαλιά με την μοντέλα και υποστηρίκτρια της καμπάνιας του, την Ντόνα Ράις (Σάρα Πάξτον – καλή). Η είδηση αφορά τον αμερικάνικο λαό και για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά χρονικά δημοσιοποιείται, σπάζοντας το κατεστημένο του Τύπου.

Το αποτέλεσμα είναι να πέσει κατακόρυφα η δημοτικότητα του Γκάρι Χαρτ και να αποσυρθεί από την πολιτική. Ο διανοούμενος πολιτικός (διαβάζει Τολστόι, αρχαία ελληνική φιλοσοφία) με τον ευτυχισμένο γάμο, την πιστή σύζυγο του, Λι Χάρτ (Βέρα Φαρμίγκα – πολύ καλή) και πατέρας δυο τέκνων χάθηκε από την πολιτική σκηνή εν μια νυκτί με την υπόνοια ότι έχει εξωσυζυγική σχέση, δίχως να έχει αποδειχθεί κάτι, απλά από μια φωτογραφία δυο δημοσιογράφων, που δείχνει να την κρατάει αγκαλιά, ούτε καν σε κάποια πόζα περίπτυξης.    

Ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «Juno» (Όσκαρ Σεναρίου) και της Χρυσής Σφαίρας Σεναρίου για το «Ραντεβού στον Αέρα», Τζέισον Ράιτμαν, βασίζεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου του New York Times Magazine Ματ Μπάι (συν-συναριογράφος) και κινηματογραφεί τον χαρισματικό πολιτικό Γκάρι Χαρτ. Με την, πραγματικά, μοναδική ερμηνεία του Χιού Τζάκμαν (μυρίζεται υποψηφιότητα για Όσκαρ), την πολύ καλή παραγωγή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται στο σκάνδαλο, αλλά στον διαχείριση του γεγονότος από τον Τύπο.

Από τότε και με σημείο εκκίνησης την περίπτωση Γκάρι Χαρτ, όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ είναι πλέον εκτεθειμένοι και κάθε παρασπονδία τους, ειδικά ερωτικού ενδιαφέροντος, μεταμορφώνεται σε λεπίδι της γκιλοτίνας. Αυτά για να ασχολείται το πόπολο.

Το λάθος που υπάρχει στην ταινία είναι, ότι η φωτογραφία των δημοσιογράφων με τον Χαρτ και την μοντέλα Ντόνα Ράις δεν πάρθηκε στο σπίτι του πολιτικού, αλλά σε θαλαμηγό στο λιμάνι τού Μαϊάμι.

«Ο Κόσμος σου Ανήκει»

(The World Is Yours / Le Monde est à toi)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομέν Γαβράς
  • Με τους: Καρίμ Λεκλού, Ιζαμπέλ Ατζανί, Βενσάν Κασέλ, Ουλαγιά Αμαμρά, Φρανσουά Νταμιέν, Φιλίπ Κατρίν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο γιός του Κώστα Γαβρά, ο Ρομέν Γαβράς στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αναμειγνύει, όχι πετυχημένα, δράση, περιπέτεια και γέλιο. Τίποτα από τα τρία δεν είναι ισορροπημένο. Τετριμμένη πλοκή όσο αφορά την περιπέτεια, χαμηλότονη δράση και γέλιο ούτε για δείγμα. Κάποια καλά δείγματα στησίματος πλάνων ελπίζουμε να τα συντηρήσει στην επόμενη καλύτερη προσπάθεια του, ο Ρομέν.

Η Ιζαμπέλ Ατζανί με χειρουργικές, διορθωτικές επεμβάσεις προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, μάταια, ως απατεώνισσα μάνα ενός μπούλη, γκαφατζή γιου και ο Βενσάν Κασέλ στον ρόλο «αρπαγμένου» γκάνγκστερ, ερωτευμένου φουλ με την μάνα και καμένου με τις πάσης φύσεως συνομωσίες των Ιλουμινάτι.

 

 

Ο Φρανσουά είναι ένας μικροκακοποιός που ονειρεύεται να γίνει ο επίσημος διανομέας της εταιρίας παγωτών Mr. Freeze στο Μαρόκο και να μπει στον ίσιο δρόμο. Όμως, οι ελπίδες του διαλύονται όταν ανακαλύπτει πως η μητέρα του, μια έμπειρη απατεώνισσα, έχασε όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η μόνη λύση που του απομένει για να βγάλει τα λεφτά που χρειάζεται, είναι να δεχτεί την πρόταση του αρχηγού της τοπικής συμμορίας και να αναλάβει μια τελευταία «δουλειά» στην Ισπανία.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη όταν η «δουλειά» στραβώνει κι όλος ο περίγυρος του Φρανσουά βρίσκεται μπλεγμένος στην υπόθεση: η κοπέλα που έχει καψουρευτεί, ο ονειροπαρμένος πρώην της μητέρας του, ο οποίος μόλις βγήκε από τη φυλακή, δύο αχώριστοι κι ανεκδιήγητοι τύποι που φαντασιώνονται ότι είναι γκάνγκστερ και, τέλος, η πιο επικίνδυνη απ’ όλους: η γοητευτική μητέρα του

«Mortal Engines»

 

  • Είδος: Φαντασίας, περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Ρίβερς
  • Με τους: Χιούγκο Γουίβινγκ, Χέρα Χίλμαρ, Ρόμπερτ Σίχαν, Τζιχάε, Ρόναν Ράφτερι, Λέιλα Τζόρτζ, Πάτρικ Μαλαχάιντ, Στέφεν Λανγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ιστορία βασισμένη στο πρώτο young-adult από το κουαρτέτο μυθιστορημάτων φαντασίας του Άγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ριβ («Mortal Engines» «Predator’s Gold», «Infernal Devices» και «A Darkling Plain») και στην παραγωγή όλη η ομάδα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και των «Χόμπιτ» με την μπαγκέτα να την κρατά αισθητά ο Πίτερ Τζάκσον. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Κρίστιαν Ρίβερ, ο βραβευμένος για τα ειδικά εφε του «Κίνγκ Κονγκ» του Τζάκσον.

Φαντασμαγορία, υπέροχα εφέ, προσεκτική πολιτική τοποθέτηση και πόλεις πάνω σε ρόδες να τριγυρνούν σε ένα αχαρτογράφητο, μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, καταπίνοντας η πιο δυνατή την πιο αδύναμη, απομυζώντας όλους τους ενεργειακούς πόρους της. Λαμπρή ιδέα, ενώ τα βιβλία του Ριβ δεν τα έχω διαβάσει, αλλά η ταινία είναι ένα καλοβαλμένο εικονοποιημένο στόρι φαντασίας, που μάλλον θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα τρία της τετραλογίας.

 

Τεράστιες ή μικρότερες ε μέγεθος πόλεις κινούνται πάνω σε τροχούς σε μια εποχή, 1.700 χρόνια μετά το σήμερα, όταν η ανθρωπότητα διαλύθηκε σε κάτι λιγότερο από 60 λεπτά. Οι πόλεις τριγυρνούν από μέρος σε μέρος ενώ το ισχυρό Λονδίνο είναι ο φόβος και ο τρόμος των κινούμενων πόλεων.

Η Αγγλική πρωτεύουσα σε μικρογραφία πάνω σε τεράστιους τροχούς είναι ένας τρομερός κυνηγός, που αναζητά συνεχώς πρώτες ύλες για να κινείται. Ο 20χρονος μαθητευόμενος ιστορικός από το Λονδίνο, ο Τομ Νατσγουόρθι (Ρόμπερτ Σίχαν – καλός) δεν έχει ζήσει ποτέ έξω από τα σύνορα της κινούμενης πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει δραματικά όταν θα βρεθεί στο δρόμο του η σημαδεμένη στο πρόσωπο Έστερ Σο (Χέρα Χίλμαν – καλή), μια μοναχική και ατρόμητη κοπέλα που θα βρεθεί στο Λονδίνο με σκοπό να δολοφονήσει τον Θάντεους Βαλεντάιν (Χιούγκο Γουίβινγκ – πάντα άψογος), τον δήμαρχο της πόλης, ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο της αρχαιολόγου μητέρας της.

Η Έστερ είναι ένα ελεύθερο πλάσμα με πάθος για εκδίκηση και τρυφερή καρδιά, που την μεγάλωσε ένας μεταλλικός εκτελεστής. Ο Τομ είναι έγκλειστος στον δικό του κόσμο, αφελής και καλόπιστος, αλλά με σπάνια γενναιότητα και αφοσίωση. Αυτοί οι δυο ήρωες είναι η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας. Η καρδιά της ταινίας χτυπάει γύρω από τον αναπάντεχο δεσμό τους, σε αντίξοες συνθήκες.

Στον αγώνα τους, θα τους βοηθήσει η Άννα Φανγκ (Τζιχάε – καλή) μια επικίνδυνη εγκληματίας που όμως έχει γενναιόδωρη καρδιά και καλά κίνητρα για την επανάστασή της. Αυτή η ιστορία εκδίκησης θα φέρει τους δυο ήρωες κοντά, σαν δυο εξόριστους στην ίδια πόλη, όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και οι αποκαλύψεις θα είναι πιο συγκλονιστικές απ’ ότι θα μπορούσαν να φανταστούν

 

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία τρόμου  «Το Πάρκο του Τρόμου», του Γκρέγκορ Πλότκιν (Spentzos Films)

Και το animation «Ο Γκριντς», των Σκοτ Μοσιέ και Γιάροου Τσένι (Tulip Entertainment)

«Ανατολικογερμανοί έφηβοι επαναστατούν, ποίηση και μποξ στα άκρα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ιεροφάντης των εσωτερικών Αρχών, ο Αυστραλός σκηνοθέτης Πίτερ Γουίαρ, το 1989 πρόσφερε γενναιόδωρα στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό την ταινία «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».  Οι θεατές εκείνης της εποχής με το πέρας της προβολής αναφώνησαν δακρυσμένοι: «Τι, καταπληκτική ταινία για την εκπαίδευση!», «Έτσι, πρέπει να μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά μας», συμπλήρωσαν, φευγαλέα κάποιοι γονείς του «πολιτικού ορθού» γίγνεσθαι.

Το αστείο είναι, πως ο Γουίαρ δεν έφτιαξε μια ταινία για την εκπαίδευση, μηδέ για τους «ψαγμένους» γονείς που αναζητούν το σούπερ σύστημα εκπαίδευσης για τα βλαστάρια τους. Κι αν θα έπρεπε κάποιοι να προβληματιστούν σοβαρά αυτοί κανονικά θα είναι οι γονείς και όχι οι εκπαιδευτικοί.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης ζωγράφισε τον άνθρωπο στο πλατύσκαλο της πνευματικής του νεότητας και με την επιλογή της καθαρής οδού, αυτής της απαλλαγμένης από πεποιθήσεις, μπορεί η προσωπικότητα ελευθέρως να αναδειχθεί, φανερώνοντας το αήττητο μέγεθος της απέναντι στο σύστημα. Κανονικά η ταινία σε άλλα σκληρά, πολιτικά καθεστώτα θα έπρεπε να απαγορευτεί και ο Γουίαρ να περάσει από σωκρατική δίκη γιατί σπέρνει καινά δαιμόνια στις «αθώες», νεανικές ψυχές. Όλοι όμως είδαν μια ταινία για το εκπαιδευτικό σύστημα. Τι ατυχία, ρε γαμώτο…

Η κρυφή και καλά προστατευμένη αμερικανική διανόηση, αυτοί οι ελάχιστοι και αφανείς λόγιοι του αμερικανικού έθνους, προφύλαξαν την ταινία, όπως κράτησαν ασφαλή και την ταινία του Ματ Ρος «Captain Fantastic» το 2016, με τον Βίγκο Μόρντενσεν. Και στις δυο ταινίες οι βασικοί πρωταγωνιστές, αυτοί που φέρνουν τα πάνω κάτω στο σύστημα της φορμόλης και της χειραγώγησης είναι οι έφηβοι. Εκεί είναι το παιχνίδι όλο, στην νεότητα, στον μπαξέ του κάθε έθνους. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα δεξιόθεν και τα αριστερόθεν, στήριξαν όλο το μηδενιστικό τους σχέδιο στα κρίνα των χωρών τους, στους νεολαίους.

Η αρχή της φιλοσοφίας (κι όταν εννοώ φιλοσοφική σκέψη μόνο τους αρχαίους παππούδες μας έχω μπροστά μου), εκτός του θέματος του θανάτου, αναπτύσσει ασφαλώς την ανθρώπινη πρόοδο ακριβώς στο σημείο του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε μέλλον παρά μόνο παρών. Άλλωστε η ανθρωπότητα κινείται στις πλευρές της μνήμης και του μέλλοντος και πουθενά αλλού. Ό,τι συμβαίνει στο πλανήτη κρίνεται στο μετά. Το παρών είναι η δράση της κοινωνίας, δηλαδή εμείς και τα όποια έργα μας που θα «συζητηθούν» στο μέλλον της ανθρωπότητας.

Η κάθε νεολαία είναι το τώρα. Και ο καθηγητής (Τζον Κίτινγκ, λογοπαίγνιο το όνομα του) συστήνεται στους έφηβους μαθητές του, δια μέσω του παρελθόντος, στημένος στην βιτρίνα με τα αθλητικά τρόπαια και τους πεθαμένους αθλητές του κολλεγίου, προβάλλοντας τον θάνατο, ψιθυρίζοντας τελετουργικά στα ώτα τους το λατινογενές «carpe diem» (seize the day: άδραξε την μέρα). Ο επικούρειος καθηγητής προσφέρει στους μαθητές την τέχνη της ζωή στους νεολαίους του μέσα από το ανθρώπινο τέλος.

Είναι αλήθεια, ότι κάποιο ποσοστό των σημερινών νέων της χώρας μας, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου συμβαίνει, είναι αμόρφωτο και «αιχμαλωτισμένο» στην επιρροή της συστημικής προπαγάνδας, ακολουθώντας σχεδόν πειθήνια, οτιδήποτε του σερβίρουν σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να τρώγεται εύπεπτα και να δουλεύει το σύστημα όπως εκείνο έχει σχεδιάσει. Υπάρχει όμως και ένα αντίστοιχου μεγέθους και δυναμικής ποσοστό νεολαίων μορφωμένο, αηδιασμένο που δεν ψωνίζει φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, αλλά αντιδρά και ενίοτε δείχνει άφοβα το μπόι του στον γεμάτο φωτιές δαιμονικό δράκο.

Αυτοί οι σημερινοί, νέοι πολίτες που διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας μας αντέδρασαν όχι για πολιτικό-οικονομικούς λόγους, αλλά για ιστορικούς. Έκπληξη! Γιατί διαβάζουν, γνωρίζουν, κατανοούν, απορρίπτουν τα άχυρα, διαθέτουν λόγο και θέση στην πορεία της πατρίδας τους, κι έτσι πρέπει. Δεν είναι αμέτοχοι, μηδέ παραγκωνισμένοι επειδή είναι ανήλικοι. Κι ήρθε το σύστημα της εξουσίας με μπροστάρηδες τους δασκάλους-εκπαιδευτές (ώιμε!) να τους επιπλήξουν, να τους φιμώσουν, να τους τιμωρήσουν, να τους κολλήσουν ταμπέλες για να διαβάζουν πιο καλά τα έτερα, ενήλικα δίποδα τα ευανάγνωστα και κατανοητά: «φασίστες», «εθνικόφρονες», «ταραξίες».

Δεν γνωρίζουν όμως, ότι το αυθόρμητο, το προερχόμενο εκ της νεανικής ψυχής είναι άδολο, ευγενικό και συνοδεύεται από δέος και ορμή ανυπολόγιστης αόρατης δύναμης. Όπως των μαθητών στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», όπως των πολυάριθμων τέκνων του «Captain Fantastic», όπως των γερμανόπουλων στην πραγματική ιστορία της ταινίας «Η Σιωπηλή Επανάσταση».

Όταν χρησιμοποιείς βία για το δίκιο σου, τότε το κράτος είναι ο σύμμαχος σου. Δεν το πολεμάς αλλά το δυναμώνεις. Σπείρε προβληματισμό, πανικό και φόβο, όπως οι αρχαίοι πρόγονοι σου… με την αλάθητη και κυρίαρχη γνώση! Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός εφιάλτης τους…

«Η Σιωπηλή Επανάσταση»

(Das Schweigende Klassenzimmer / The Silent Revolution)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
  • Με τους: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμενς Γιόνας Ντάσλερ, Μπούρχαρτ Κλάουσνερ, Λένα Κλένκε
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Seven Films

Στην διαταραγμένη και κοινωνικό-πολιτικά και οικονομικά διαλυμένη χώρα, όπως ήταν η μεταπολεμική Γερμανία, μια ιστορία με έφηβους, Γερμανούς μαθητές έρχεται να δώσει πολύχρωμη πινελιά στο μουντό κινηματογραφικό τοπίο.

Να ξεκαθαρίσουμε, όμως, πως οτιδήποτε διαδραματίζεται στην υπόθεση αφορά την πέρα του «τείχους» ζωή, εκεί, στην πλευρά της λεγόμενης ανατολικής Γερμανίας, στο κομμάτι, που διαφέντευε το ίδιο τυραννικά όπως και οι ναζί, η σοβιετική ζώνη επικράτειας.

Ήταν τέτοιο το πλήγμα του διαμελισμού της χώρας το 1949, κατόπιν της απόφασης της Φολκσκάμερ, που ο λαός δεν ήξερε τελικά ποια τραύματα να θεραπεύσει. Το ό,τι έχασαν τον πόλεμο μέσα από τα χέρια τους και όλη η αίγλη και η εξουσία του Γ΄ Ράιχ αποκαλύφθηκε ως ύψιστου μεγέθους κτηνωδία ή το ό,τι αδέλφια και συγγενείς διαμοιράστηκαν από την ρωσική αρκούδα και τον αμερικανικό κογιότο πίσω και μπρός μιας αισχρής γραμμής;

Το χιτλερικό παρελθόν είναι ακόμα νωπό στην ιστορία, καθώς η χρονική περίοδος της ταινίας ορίζεται το 1956 με την εξέγερση της Ουγγαρίας ενάντια στην σοβιετική εισβολή, οι δε μνήμες του 2ου μεγάλου πολέμου ζωντανές και ο θυμός, η οργή, αλά και η υπερηφάνεια, ότι ο σοσιαλισμός είναι καλύτερος από τον καπιταλισμό (βλέπε Χίτλερ), ειδικά στις αντιλήψεις των νέων, ανεβάζουν το ενδιαφέρον στον κοίλο, πορφυρό λόφο των εκρήξεων.

Οι Σοβιετικοί εισβολείς στο δικό τους έδαφος συναγωνίζονται σε τρόμο και βαναυσότητα τους ναζί, επιβάλλοντας με σκληρότητα στους ανατολικογερμανούς την παύση της όποιας ελεύθερης έκφρασης και της όποιας σκέψης που αντιτίθεται στα σοβιετικά ιδεώδη της σκαλοβοποίησης. Και λογικό είναι, καθώς το κάθε τι που έχει σχέση με τους Ες Ες, τον Χίτλερ και την ναζιστική κυριαρχία είναι κολάσιμο έως προδοτικό.

Η αντίθεση όμως καταφθάνει από τους αλογάριαστους μαθητές ενός καλού γερμανικού σχολείου, που λειτουργεί στα πρότυπα του υπαρκτού σοσιαλισμού (διαβαστεροί έφηβοι με άποψη και δυναμισμό, τα ακατανίκητα αυριανά μυαλά), σε προνομιακή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας, δημιουργώντας ρήγμα και αναστάτωση στο μεταλλικό σύστημα.

Για να μην ξεχνιόμαστε και γλυκαίνουμε χάπια που δεν καταπίνονται και να θυμόμαστε καλά, πως ακόμα και σήμερα η φανερή αλλά και η αθέατη νεαρή, ώριμη και ηλικιωμένη κοινωνία της ενωμένης πια Γερμανίας κοιμάται και ξυπνάει ενθουσιαστικά με το παρελθόν του Γ΄ Ράιχ. Ουδείς Γερμανός ξεχνά το πρόσφατο, «ένδοξο» παρελθόν του και μάλιστα θα ήθελε να το ξαναζήσει τα μάλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ε, εδώ που λέμε μεταξύ μας δεν είναι και λίγο από αυτοκράτωρ και δυνάστης του κόσμου να καταλήξεις δούλος και τσανακογλύφτης των Άγγλων και των Αμερικανών…

Εν ολίγοις, βρισκόμαστε στο 1956 στην Ανατολική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κινηματογράφο του Δυτικού Βερολίνου (ακόμα τα πήγαινε έλα είχαν μια ελαστικότητα), ο Τέο (ο νεαρός Λέοναρντ Σάιχερ πολύ καλός) και ο Κουρτ (επίσης πολύ καλός και ο νεαρός Τομ Γκράμενς), μαθητές λυκείου και φίλοι, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εικόνες από τα τραγικά γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την ουγγρική εξέγερση στη Βουδαπέστη (στις 22 Οκτωβρίου του 1956, φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης συνέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας απαιτούσαν ελευθερία του τύπου, ελευθερία της έκφρασης, εθνική ανεξαρτησία, ελεύθερες εκλογές και απομάκρυνση της ρωσικής παρουσίας από τη χώρα).

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά τους, την πόλη πρότυπο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίζουν όλοι οι μαθητές να κρατήσουν δύο λεπτών σιγή κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τα θύματα της εξέγερσης. Η ενέργειά τους αυτή, όμως, προκαλεί πολύ μεγαλύτερη αναταραχή από την αναμενόμενη.

Αρχικά, ο διευθυντής προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά των μαθητών ως καπρίτσιο της ηλικίας τους. Οι μαθητές, όμως, τελικά δεν αργούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης των πολιτικών μηχανισμών της νεοσύστατης χώρας. Αν και έξυπνα σκεπτόμενα οι έφηβοι, για να μην δημιουργήσουν πρόβλημα στο μέλλον τους και στο σχολείο, αποφάσισαν να δηλώσουν, ότι η δίλεπτη σιωπή τους ήταν αθλητικού ενδιαφέροντος και αφορούσε την απώλεια του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή Φέρεντς Πούσκας (μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού). Ο ορφανός συμμαθητής τους, ο Έρικ (Γιόνας Ντάσλερ, κ-α-τ α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς !!!), με πατέρα αντιναζί ήρωα, ταγμένο στο σοβιετικό όραμα της εργατικής κυριαρχίας που εκτελέστηκε από συμπατριώτες του στον πόλεμο, διαφωνεί με την όλη στάση των συμμαθητών του και γίνεται ο καταλύτης για να δημιουργηθούν οι ανατροπές.

Ο υπουργός παιδείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μπούρχαρτ Κλάουσνερ  – πολύ καλός) αναλαμβάνει προσωπικώς το θέμα και καταδικάζει την κίνηση των μαθητών ως ξεκάθαρα αντεπαναστατική. Απαιτεί δε να βρεθεί και να κατονομαστεί ο υποκινητής, εκείνος που ηγήθηκε της ενέργειας μέσα σε μια βδομάδα, αλλιώς θα αποβάλει όλη την τάξη και θα στερήσει το δικαίωμα στους καλούς μαθητές να δώσουν εξετάσεις στις ανώτατες σχολές της χώρας.

Οι μαθητές, που ο καθένας έχει την προσωπική, οικογενειακή του ιστορία, αποφασίζουν να μείνουν ενωμένοι, να μην γίνουν «καρφιά» και να υποστηρίξουν την επιλογή τους. Αυτή τους η απόφαση θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα…

Ο 45χρονος, Γερμανός σκηνοθέτης Λαρς Κράουμε, γεννημένος στην Ιταλία και μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, γνωστός στο ελληνικό κοινό από την προ τριετίας ταινίας του «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα», στήριξε το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο, στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα. Όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται η πλοκή συνέβησαν, είναι αληθινά και στο τέλος, μάλιστα, οι φωτογραφίες των πραγματικών, έφηβων πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης φιγουράρουν στο μεγάλο πανί.

Πέρα από αυτό, ο Κράουμε συνδιαλέγεται με τραύματα και ανοιχτές πληγές ης χώρας του, έχοντας ως ήρωες νέους, όπου η οπτική τους είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη και ανιδιοτελής από αυτή των ενηλίκων. Υπ΄ όψιν, οι μαθητές δεν είναι εχθροί του συστήματος. Και εδώ είναι το πασπαρτού για να ανοίξει όλες τις θύρες των μυστικών ενός λαού που τραμπαλίζεται στην ύβρη, στην ανάγκη να προχωρήσει παρακάτω και στην επιθυμία για ελευθερία.

Ο σκηνοθετικός του άξονας είναι καλά στερεωμένος στην νεανική ορμή, που σαφώς εκπορεύεται από το γνωσιακό επίπεδο και την μόρφωση των εφήβων. Το ναζιστικό παρελθόν των αποδώ κατοίκων είναι απαγορευτικό, κάτι που στερεί την επαφή στους νεαρούς Γερμανούς με την ιστορία τους.  Ήρωες και προδότες  του πολέμου λαμβάνουν τοτεμική αξία, οπότε η λατρεία και η απέχθεια στήνουν τους στρατούς τους στις νεανικές συνειδήσεις. Αν και πολίτες της ανατολικής πλευράς δεν παύει να είναι Γερμανοί και σκεπτόμενοι. Άλλωστε η πόλη που διαμένουν οι νέοι μαθητές είναι το Στάλινσταντ του 1956, που σημαίνει πως το τείχος δεν είχε χτιστεί ακόμα. Για πολύ κόσμο υπήρχε η πίστη και η ελπίδα πως ο σοσιαλισμός ήταν μια ανώτερη μορφή κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό μετά το τείχος.

Στιβαρή σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα η μυθοπλασία της με δραματικές στιγμές έντεχνα πλασαρισμένες, άριστα αποτυπωμένη η ιστορική περίοδος με υπέροχη ατμόσφαιρα, εκπληκτικές ερμηνείες, και ένα φινάλε που σε πολλούς θα θυμίσει, vice versa, την ταινία του Πίτερ Γουίαρ «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».

Κλείνω τον διάδρομο της κρίσης ως προς την αντικειμενικότητα της καταγραφής των δυο πλευρών η οποία είναι ελλιπής: Του τρομερού και φοβικού σοβιετικού καθεστώτος και αυτού του ναζιστικού με την πλάστιγγα να γέρνει εμφανώς υπέρ των Γερμανών. Μόνο ο σύντροφος υπουργός παιδείας εκφράζει ένα μίσος για τους ναζί, λόγω των βασανιστηρίων του ίδιου και της οικογένειας του από τα Ες Ες… oh, captain my captain!             

«Κριντ ΙΙ»

(Creed II)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζ.
  • Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμπσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Φλόριαν Μουντεάνου, Γουντ Χάρις, Φιλίσια Ρασάντ, Άντριου Γαρντ, Μπριγκίτε Νίλσεν, Ράσελ Χόρνσμπι.
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Tanweer

Για τους παλαιότερους του μπαλπμοϊκού έπους οι μνήμες βγήκαν σεργιάνι στο sequel και κάθισαν σε καλό στέκι για να μαζέψουν λίγη, καλή νοσταλγία. Δυο πρόσωπα από το «βαθύ» παρελθόν του Ρόκι (Ντολφ Λούντγκρεν και Μπριγκίτε Νίλσεν) μαζί με κάποια καλά σε διάρκεια μέτρα από τον γνωστό, μουσικό θούριο του Μπιλ Κόντι «Gonna Fly Now», σήμα κατατεθέν της οθονικής πολυλογίας του Ρόκι, πιθανώς να γεμίσουν με υγρασία τα οφθαλμικά ζεύγη διαφόρων γκριζομάλληδων. Για τους νεότερους τώρα, που απλά, απόλαυσαν τους άθλους του θρυλικού Μπαλμπόα στο σπιτικό dvd τους και βρήκαν στέγη και κατανόηση στον απόγονο Κριντ, το σίγουρο είναι, ότι στα 130 λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία θα περάσουν φίνα.

Ο Ρόκι δεν δέρνει, ρίχνει μόνο φονικά βλέμματα στον Ντράγκο. Δέρνει όμως ο Κριντ, κι όταν έρχεται η ώρα να δικαιώσει τον μπαμπά Απόλο, που έπεσε νεκρός, τότε στο «Ρόκι 4», στο ρινγκ από το γροθίδι της σοβιετικής μηχανικής θανάτου, τρώει της χρονιάς του από τον γιο του Ιβάν Ντράγκο, τον τερατώδη Βίκτορ. Και ο Βίκτορ με την σειρά του θέλει να δικαιώσει τον πατέρα Ντράγκο, που έφαγε και εκείνος της χρονιάς του από τον Ρόκι, εντός σοβιετικής έδρας, παρουσία του Γ. Γ. του κόμματος, Γκορμπατσόφ (ήταν εξαιρετικός ο σωσίας).

Η ζωή έχει γίνει ένας διαρκής αγώνας ισορροπίας για τον πρωταθλητή Άντοναϊς Κρίντ (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν – καλός). Εν μέσω προσωπικών υποχρεώσεων, ενός αρραβώνα με την καλή του Μπιάνκα (Τέσα Τόμπσον – καλή) και προπόνησης με τον Μπαλμπόα (Συλβέστερ Σταλόνε – καλός, αλλά ούτε σφαλιάρα δεν ρίχνει στην ταινία) για τον επόμενο μεγάλο αγώνα του, βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Αυτή τη φορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο ρινγκ έναν αντίπαλο που έχει βλάψει την οικογένεια του. Ο θηριώδης, Ρώσος σκοτώστρας Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντεάνου – καλός) γιός του Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν – σταθερή αξία του ψυχρού, κακού και αγέλαστου), προκαλεί τον Κριντ σε έναν αγώνα για τον τίτλο.

Ο Κριντ απομακρύνει τον Ρόκι Μπαλμπόα από δίπλα του γιατί τον αποθαρρύνει στο να αγωνιστεί με ένα μποξέρ που είναι μεγαλωμένος στο μίσος. Στον αγώνα ο Ρώσος Βίκτορ κάνει τον πρωταθλητή ακόμα πιο μαύρο απ΄ ότι είναι από το ξύλο, στέλνοντας τον στο νοσοκομείο σκόρπιο. Ο Κριντ γίνεται πατέρας και με πληγωμένη την υπερηφάνεια που δεν τίμησε τον πατέρα του Απόλο ξαναφέρνει τον Μπαλμπόα κοντά του για να τον «φτιάξει» με σπαρτιάτικες μεθόδους, ώστε κερδίσει την επαναληπτική μάχη.

 

Ο νεότατος σε ηλικία, Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Κέιπλ Τζ, μόλις 30 χρόνων, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σηκώνει ένα ιστορικό βάρος από τον χώρο της κινηματογραφικής πυγμαχίας, μαζί και έναν ηθοποιό θρύλο, όπως ο Σλάι (στην πρώτη ταινία κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου, και προτάθηκε για Όσκαρ). Στήνει το sequel του «Κριντ» και τα πάει περίφημα. Η ταινία έχει ότι απαιτεί το genre, μαζί με την εξαίσια R&B μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον. Το τραγούδι «Midnight», ερμηνευμένο από την Τέσα Τόμπσον (παίζει και μια χαρά το ρόλο της Μπιάνκα), είναι μεγαλείο. Επίσης, η ταινία έχει ό,τι ποθεί ο «προπονημένος» στο είδος θεατής. Καλές σκηνές πυγμαχίας, αίμα, κορμιά αγάλματα, κοιλιακούς φέτες, ένταση, το σορτσάκι αστερόεσσα, έρωτα, διδάγματα, μελό τραβηγμένο από τα ώτα, νοσταλγία, σύγχρονη, σκληρή, αμερικανική προπαγάνδα σε σενάριο του Τζούελ Τέιλορ και του Σιλβέστερ Σταλόνε.

Ο  Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στον ρόλο του Άντοναϊ Κριντ, είναι αυτός που μου είχε κάνει εντύπωση στον μαρβελικό «Black Panther» ως ο αδικημένος διεκδικητής για τον θρόνο στο βασίλειο της Γουακάντα. Ο Σλάι πια σε αυτόν τον ρόλο έχει πλήρως μεταμορφωθεί σε ήρεμο Μίκι (για τους νεότερους είναι ο ηλικιωμένος, σοφός προπονητής του Ρόκι, που τον ερμήνευε ο αείμνηστος Μπέρτζες Μέρεντιθ). Σε μια μίξη από Ρόκι 2, 3 και 4, το Κριντ δεν σε κοροϊδεύει και τα χρήματα σου δεν είναι για πέταμα. Το γράψαμε…. για τους funs του genre και τους νοσταλγούς του Ρόκι!     

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

(The Happy Prince)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’

Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Ρομπέν των Δασών»

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες».

Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα. 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ  «Ο Δρόμος Μας», των:  Κώστα Σταματόπουλου, Σήφη Στάμου, Παυλίνα Αγαλιανού με την ιστορία των 100 χρόνων του ΚΚΕ (New Star)

«Γυναίκες μόνες, γυναίκες με τέκνα και γυναίκες «χήρες», ως δραματικές φιγούρες σε πρώτο πλάνο κόντρα στον απάνθρωπο αγώνα της σύγχρονης επιβίωσης», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Τα τραγούδια, οι μύθοι και οι ιστορίες της μεσαιωνικής Ευρώπης διέπονται από πράξεις απαράμιλλης ανδρείας, φλογερούς έρωτες και μακροχρόνιους, εξοντωτικούς πολέμους. Από την άλλη, ο ιστορικός μελετητής αυτής της σκοτεινής περιόδου ανακαλύπτει λασπουριά, φτώχεια, ένδεια, αρρώστιες, αμορφωσιά, ίντριγκες, βασανιστήρια, εκτελέσεις.

Σε ένα φανταστικό σενάριο, λέμε τώρα, εάν υπήρχε η τέχνη του σινεμά σε εκείνα τα κατάμαυρα χρόνια με τι νομίζετε ότι θα καταπιανόταν. Μα φυσικά, με τον παλμό και την ατμόσφαιρα της εποχής. Ο ρεαλισμός περασμένος από το μάτι της φαντασίας και της φιλοσοφίας, όπως ακριβώς το φίνο, πολύχρωμο νήμα στην τρύπα της βελόνας για να κεντηθεί ευφάνταστα η εικόνα. Ο Σαίξπηρ, ως γνωστόν, είναι ο σκηνοθέτης των μαύρων εποχών, που με όχημα την αρχαία, ελληνική φιλοσοφία αποτύπωσε θεατρικά την εικόνα εκείνης της περιόδου. Φαντασία, ρεαλισμός, αυτογνωσία, διδαχές, έρωτας, σάτιρα, φρίκη κυκλώνουν δημιουργικά τα έργα του, αναβιώνοντας την σχολή της ελληνικής τραγωδίας και της κωμωδίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σε μια Αγγλία που ακόμα δεν είχε αρχίσει, καν, να αναπνέει στην ατμόσφαιρα του πολιτισμού.

Αρκετοί είναι αυτοί, εντός και εκτός της ακαδημαϊκής κοινότητας, που πιστεύουν και μελετούν ενδελεχώς, ότι ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά μια κλειστή και καλά προστατευμένη ομάδα λόγιων, πνευματικών και εμπνευσμένων ανθρώπων, που άναψαν ολόκληρο δαδί και όχι σπίρτο στο σκότος του μεσαίωνα. Και πάλι, είτε ήταν ένας, είτε ήταν μια κάστα ανθρώπων οι δημιουργοί όλων αυτών των θεατρικών έργων, το σημαντικό είναι ότι το βαρύ πέπλο της άρνησης αποτραβήχτηκε μερικώς με την λανθασμένα αναφερόμενη «Αναγέννηση» της Νότιας Ευρώπης και την συμμετοχή του Άγγλου Σαίξπηρ.

Λανθασμένος και ατυχής ο όρος «Αναγέννηση», καθώς ουδέποτε απέθανε το ελληνικό πνεύμα για να «αναγεννηθεί», παρότι ήταν βασανιστικά συμπιεσμένο κάτωθεν των αδίστακτων, φαιών ενδυμάτων των διαφόρων ιερατείων.

Στις μέρες μας, η οικουμενικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας βρίσκεται ξεκάθαρα, ξανά, στον δικό της μεσαίωνα, αυτή την φορά να δοκιμάζεται σοβαρά επί ξηρού ακμής, εάν θα συνεχίσει να υφίσταται ή θα εξαφανιστεί από προσώπου Γης, δίνοντας την θέση της σε άλλα, πιο απάνθρωπα μοντέλα, σύγχρονων, χειραγωγήσιμων δίποδων. Ο προβληματισμός απορρέει ευθύς, από την παρατήρηση και την ανάγνωση των «προϊόντων» που προτείνουν οι αρχιτέκτονες και ιθύνοντες νόες των λαϊκών μέσων ψυχαγωγίας (διασκέδασης, δυστυχώς, τώρα πια!). Τηλεόραση, μουσική, θέατρο, βιβλίο και κινηματογράφος, δηλαδή, οι πιο διαδεδομένες μορφές καθημερινής, πνευματικής τροφής, εργάζονται ακούραστα, αποδομώντας την φυσιολογικότητα, τις αξίες, την ανθρωπιά και εν γένει ολόκληρο το σύστημα που με αίμα και θυσίες  όρθωσε ο άνθρωπος εκατοντάδες αιώνες, με γνώμονα την ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Τα συμπτώματα είναι εμφανή και τα γεγονότα που διαδραματίζονται εντός και πέριξ των εαυτών μας είναι αδιάψευστα, θεωρώ, σε όλους μας. Το «ΜΗ» και το «ΔΕΝ», κυριαρχούν ολούθε των συμπεριφορών μας.

Η βία από άνθρωπο σε άνθρωπο εντείνεται με ταχύτητα φωτός και τα προϊόντα της «διασκέδασης» μας, είτε είναι οπτικά, είτε είναι ηχητικά βρίθουν κτηνωδίας. Ο παππούς Πλάτων έγραψε, ότι, «Όταν αλλάζουν οι νόμοι της μουσικής, αλλάζουν και οι Νόμοι της Πολιτείας». Ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια μόνο την βία, την ανηθικότητα και την εικόνα της ανθρώπινης πτώσης προπαγανδίζει, γράψαμε πριν μερικές ημέρες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων ο κορμός είναι τοξικός. Η τηλεόραση συμπορεύεται στον ίδιο δρόμο και το ανάστημα του ανθρώπου ολοένα και χαμηλώνει, δολοφονώντας εν ψυχρώ συνάνθρωπο εγκλωβισμένο, πανικοβλημένο να έρπει σε μια βιτρίνα καταστήματος με πολύτιμα αντικείμενα, ψάχνοντας να διαφύγει. Γιατί, λέει, ήθελε να κλέψει. Γιατί, λέει, ήταν πρεζόνι. Γιατί, λέει, ήταν πούστης. Γιατί, λέει ήταν ένα «απόβλητο» της κοινωνίας. Τα ικριώματα στήνονται ερήμην και τα συγχωρωχάρτια σφραγίζονται ελέω θεού του σκότους. Είναι ένα σύστημα, που θύτης και θύμα είναι πρωταγωνιστές και συνάμα θιασώτες του συγχρόνου μεσαίωνα που βιώνουμε. Ουδείς αθώος. Ένοχοι άπαντες!

Οι τροβαδούροι δεν συνθέτουν πια μπαλάντες με ερωτοχτυπημένες δεσποσύνες, μηδέ για ανδρείους πολεμιστές που επέστρεψαν από τις μάχες του πολέμου. Το σινεμά μόνο μεσαιωνική θλίψη, κατήφεια, μαυρίλα, πόνο, φρίκη αφηγείται. Οι κινηματογραφικές εικόνες ως πιστοί καταγραφείς της καθημερινότητας με σενάρια βουτηγμένα στο έρεβος, «διδάσκουν» τους νέους κώδικες συναναστροφής.

Καμιά «ηθική» δεν ασπάζομαι, από τις δοξασίες, τα «σπουδαία» συγγράμματα και τα πονήματα «περί ηθικής», αυτά που κυκλοφορούν τους τελευταίους αιώνες και είναι γραμμένα από τους πιο ανήθικους και βάρβαρους ανθρώπους που πέρασαν από τον πλανήτη Γη. Ούτε το λεγόμενο «διαφορετικό» οικειοποιούμαι, αυτή την τόσο παρεξηγημένη πινακίδα, που φοριέται τελευταίως αντιαισθητικά στην συνείδηση μου και ομοιάζει σαν Γερμανός τουρίστας με πέδιλο με κάλτσα. Στην αόρατη και ελεύθερη γραφή της λέξεως «διαφορετικό» διαβάζουμε: «Μην κολυμπάτε. Η ακτή είναι μολυσμένη!»                   

«Ανάσα Ελευθερίας»

(Andið Εðlilega / And Breathe Normally)

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ισλανδία, Σουηδία, Βέλγιο (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ισόλντ Ιγκατότιρ
  • Με τους: Κρίστιν Μπόρα Χαραλντσντότιρ, Μπαμπετίντα Σάντζο, Πάτρικ Νόκβι Πέτουρσον
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Σάντανς – Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» 2018

Ντεμπούτο στις ταινίες μεγάλου μήκους για την σκηνοθέτιδα Ισόλντ Ιγκατότιρ από την νησιωτική, ψυχρή Ισλανδία των αέρηδων, των θερμοπιδάκων και των ηφαιστείων. Δυο γυναίκες που παλεύουν ενάντια στην κοινωνική διάλυση, μετατρέπονται σε δίπολο επιβίωσης, φιλοξενώντας η μία την άλλη στους δικούς τους κόσμους, που φαινομενικά είναι μεν διαφορετικοί, αλλά στον πυρήνα τους είναι πανομοιότυποι. Πουθενά πια στην Γη δεν υπάρχει ελευθερία, ούτε στους λεγόμενους «πολιτισμένους» χώρους της Ευρώπης.

Η μαύρη Άντζα (Μπαμπετίντα Σάντζο – πολύ καλή) από την Γουινέα Μπισσάου της Δυτικής Αφρικής, κυνηγημένη από το καθεστώς της χώρας της λόγω των λεσβιακών της πεποιθήσεων, θέλει να «αποδράσει» από τον θάνατο, επιλέγοντας πιο ανοιχτόμυαλες χώρες γι αυτήν και την ανήλικη κόρη της. Η λευκή Λάρα (Κρίστιν Μπόρα Χαραλντσντότιρ – πολύ καλή εξ’ ίσου), μόνη με τον ανήλικο γιο της, ερωτικά προσκείμενη στο γυναίκειο φύλο, αδέκαρη, άνεργη και άστεγη (κοιμάται στο αυτοκίνητο με το παιδί της), λαμβάνει έγκριση  πρόσληψης για εργασία στο αεροδρόμιο στο ευαίσθητο πόστο ελέγχου των διαβατηρίων.

Η Λάρα πίσω από το ασφαλές κουβούκλιο του σημείο ελέγχου, ενδεδυμένη με την στολή του αυστηρού συνοριοφύλακα, παίρνει ζεστά τον ρόλο της και από την απροσεξία συναδέλφου της εμποδίζει την πρόσβαση της Άντζα στην ελευθερία, που θέλει να ταξιδέψει στον Καναδά με πλαστό διαβατήριο. Και ενώ η μικρή κόρης της Άντζα μπαίνει στο αεροπλάνο για να συνεχίσει το ταξίδι της, η λαθραία, Αφρικανή ταξιδιώτισσα εξηγεί στις Αρχές πως κινδυνεύει η ζωή της εάν επιστρέψει στην χώρας της.

Οι νόμοι όμως είναι νόμοι και δεν εγκρίνουν το αίτημα της, οπότε την οδηγούν σε κοντινό ισλανδικό hot spot (ευπρεπές όχι σαν τα δικά μας κολαστήρια) μαζί με άλλους, σε αναμονή για την απέλαση της.

Οι δυο γυναίκες συναντώνται ξανά και η Άντζα βοηθάει την Λάρα με το να προσέχει και να φροντίζει τον γιο της όσο εκείνη απουσιάζει στην δουλειά.  Αλλά, ω, τι ειρωνεία, την φιλοξενεί κιόλας, στο ισλανδικό hot spot (εκπληκτικό εύρημα της σκηνοθέτιδας), καθότι η ελεγκτής είναι ακόμα άστεγη και απένταρη.

Κάποιοι λαθραίοι μετανάστες είναι έτοιμοι να ταξιδέψουν παράνομα με φουσκωτή βάρκα από την Ισλανδία προς την ελευθερία. Στην ομάδα των Αφρικανών λαθρομεταναστών προστίθεται και η Άντζα. Ένα γεγονός, όμως στο λιμάνι, που φέρνει τις τρομακτικές αναμνήσεις από τον ανδροκρατούμενο, βίαιο πληθυσμό της χώρα της (είχαν σκοτώσει την ερωμένη της), αναθεωρεί τα σχέδια της και δεν εγκαταλείπει την χώρα, περιμένοντας την ημέρα, που θα την στείλουν πίσω στην Γουινέα Μπισσάου. Οι σχέσεις των δυο γυναικών γεφυρώνεται εσωτερικά και γόνιμα δίχως ερωτική συνεύρεση (έξυπνο αυτό) και καταλαβαίνοντας το λάθος της η Λάρα στον έλεγχο των διαβατηρίων θέλει να βοηθήσει την Άντζα για να βρεθεί ξανά με την κορούλα της στον Καναδά.          

Σε απλή κινηματογραφική φόρμα με άψογα, μελετημένα πλάνα γεμάτα συναίσθημα και την μουσική του Γκίσλι Γκάλντουρ, η 43χρονη Ισλανδή Ισόλντ Ιγκατότιρ σέβεται το είδος του κινηματογράφου που πραγματεύεται και στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της σε δικό της σενάριο, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Απαλλαγμένη από κάθε είδους υπερβολή και μελοδράματος με την πανέμορφη φωτογραφία της βραβευμένης, Πολωνής Ίτα Ζμπρόνιεκ-Ζαζτ, η ταινία, εν πρώτοις, σε τοποθετεί στην κοινωνική αναλγησία και στην κρατική αδιαλαξία για να γίνει η μετάβαση στην αισιοδοξία ήρεμα και σκεπτικιστικά.

Οι ερμηνείες των δυο γυναικών υπέροχες και ο ρεαλιστικός βατήρας της Ιγκατότιρ είναι ανθεκτικός για το μεγάλο άλμα στο φινάλε. Αληθινό, τραγικό, επίκαιρο, αγαπησιάρικο και ζωντανό. Μια καλή ταινία, που δοκιμάζει αντοχές, κρίνει σιωπηλά, τεστάροντας την ανθρώπινη διάθεση.   

«Το Ξεκίνημα της Μέρας»

(Dita zë fill / Daybreak)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Αλβανία, Ελλάδα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Τζεντιάν Κότσι
  • Με τους: Ορνέλα Καπετάνι, Σουζάνα Πρίφτι, Κασέμ Χόχσα, Ερμής Κασιμάτης
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας για την Ορνέλα Καπετάνι στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο

Βραβευμένος μικρομηκάς και νοκιμαντερίστας, ο Αλβανός σκηνοθέτης Τζεντιάν Κότσι κρούει την θύρα του σινεμά μεγάλου μήκους. Με διάκοσμο την αλβανική πρωτεύουσα του σήμερα και σενάριο δικό του, φέρνει σε πρώτο πλάνο την ανθρώπινη απόγνωση και δη της γυναίκας μάνας, που δεν έχει στο ήλιο μοίρα. Το όχημα, που είναι το απαραίτητο χρήμα για την επιβίωση, είναι άδειο από καύσιμα, εφιαλτικά τοποθετημένο όμως στο υψηλότερο σημείο του δρόμου. Από εκεί αφήνεται ελεύθερο, με το σύστημα πέδησης – που είναι ηθική – εντελώς κατεστραμμένο σε φρενήρη πορεία προς τον όλεθρο. Είναι το δίλλημα που σου γεννάει η ταινία του Κότσι και την κάνει να ξεχωρίσει, εάν τελικά είσαι υποστηρικτικά στο πλάι με το συγκεκριμένο σχέδιο της ηρωίδας ή εναντίον της. Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι, ότι αυτή η νέα γυναίκα- μάνα δεν εγκληματεί με την ηθική αξιολόγηση του όρου. Η άρρωστη ηλικιωμένη που φρόντιζε κατ΄ οίκον πέθανε και η γυναίκα αυτή με ένα μωρό παιδί στα χέρια της, χωρίς στέγη, χρήματα, σύντροφο και εργασία, θάβει την πεθαμένη γριά σε έναν τοίχο και αφού προσφέρει έρωτα στον ταχυδρόμο παραλαμβάνει την κρατική σύνταξη της αποθανούσας, παραμένοντας στο σπίτι της σαν να είναι η ηλικιωμένη ακόμα ζωντανή. Το έγκλημα της βαθμολογείται αποκλειστικά από το σύστημα, που αντιδρά μόνο όταν αντιληφθεί, πως με κάποιο τρόπο το ληστεύεις.        

Η 30χρονη Λέττα (Ορνέλα Καπετάνι – εξαιρετική), μαζί με τον ενός έτους γιο της ζει σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στα περίχωρα της αλβανικής πρωτεύουσας των Τιράνων. Χρωστάει ενοίκια και ο ιδιοκτήτης είναι έτοιμος να την πετάξει έξω από το σπίτι. Εργάζεται για την ευκατάστατη Αριάνα, φροντίζοντας καθημερινά την κατάκοιτη 80χρονη μητέρα της, Σοφία (Σουζάνα Πρίφτη – πολύ καλή), που είναι συνεχώς συνδεδεμένη με μια τεχνητή μηχανή αναπνοής.

Για την Λέττα η δουλειά αυτή είναι μερικής απασχόλησης, και τα χρήματα δεν είναι αρκετά για να τα φέρει βόλτα. Ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματός της, την προειδοποιεί ξανά για τα οφειλόμενα ενοίκια και η Αριάνα ανακοινώνει απροσδόκητα στην Λέττα, ότι πρέπει να φύγει για τη Γαλλία, ώστε να σώσει τον γάμος της. Για τη νυχτερινή βάρδια στην φροντίδα της Σοφίας, η Αριάνα προσλαμβάνει την Όλα, μια νεαρή κοπέλα στο τελευταίο έτος των σπουδών της νοσηλευτικής. Η Λέττα αισθάνεται να απειλείται από τη νέα πρόσληψη. Λίγες μέρες μετά που φεύγει η Αριάνα, η Λέττα φτάνει νωρίς το πρωί στο σπίτι της Σοφίας και έκπληκτη βρίσκει την Όλα στο διαμέρισμά με το φίλο της, ενώ η κατάκοιτη Σοφία αναπνέει με δυσκολία, καθώς είχε αφαιρέσει την μάσκα του οξυγόνου της. Η άρρωστη ηλικιωμένη θέλει να πεθάνει και ζητά από την Λέττα να την αφήσει αλλά η Λέττα δεν μπορεί. Έχει να μεγαλώσει ένα παιδί μόνη της και αυτή η εργασία είναι ζωτικής σημασίας γι ‘αυτήν.

Ο σπιτονοικοκύρης, τελικά, κάνει έξωση στην Λέττα και μη έχοντας πουθενά αλλού να πάει, καρφώνει στην αφεντικίνα την νεαρή κοπέλα, που είχε φέρει τον γκόμενο στο σπίτι. Η Όλα απολύεται, και η Λέττα προσλαμβάνεται με πλήρη απασχόληση. Τώρα έχει μια καλύτερα αμειβόμενη εργασία, καθώς και ένα νέο μέρος για να μένει. Ευτυχώς, η Σοφία φαίνεται επίσης να απολαμβάνει την παρουσία του μωρού και αρχίζει να είναι καλύτερα, ενώ ζουν όλοι μαζί.  Τα πράγματα βαίνουν καλά μέχρι που η Αριάνα σκοτώνεται στην Γαλλία σε αυτοκινητικό ατύχημα και ο σύζυγός της είναι σε κώμα.

Η Λέττα δεν τολμά να πει στην Σοφία την φρικτή είδηση. Επιπλέον, η Αριάνα δεν της είχε καταβάλει τον μισθό της. Η μόνη πηγή χρημάτων είναι η σύνταξη της Σοφίας, που παραδίδει ο ταχυδρόμος σε μετρητά κάθε μήνα μετά από έλεγχο για την κατάσταση της υγείας της Σοφίας. Για να διατηρήσει η Λέττα τη νέα της ζωή, πρέπει να κρατήσει ζωντανή την Σοφία με οποιοδήποτε κόστος, αλλά όταν η Σοφία ανακαλύπτει για το θάνατο της κόρης της, χάνει τη θέληση για ζωή και πεθαίνει. Η Λέττα, ανήσυχη για το μέλλον τους και φοβούμενη μην μείνουν άστεγοι χτίζει το πτώμα στον τοίχο και καταφέρνει να ξεγελάσει τον ταχυδρόμο για το συνταξιοδοτικό.

Κλειστοφοβική η ατμόσφαιρα του 39χρονου Τζεντιάν Κότσι. Δωμάτια, χώροι, πρόσωπα, καθημερινές συνήθειες, ίδιες κινήσεις, μικρές αλλά σημαντικές αποκαλύψεις, λίγα λόγια, πολλές σκέψεις. Δωρικά κινηματογραφημένη η ταινία με αφηγηματική λιτότητα και τις συναισθηματικές εναλλαγές έντονες στα πολύ καλά πλάνα, αλλά και στην συμμετοχή του στακάτου μοντάζ του Χρήστου Γιαννακόπουλου και της Μπονίτα Παπαστάθη, συντροφιά με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Ηλία Αδάμη.

Αλβανική και Ελληνική υπόθεση η παραγωγή είναι άξια προσοχής για πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη. Στην αυλή του ρεαλιστικού δράματος κινείται άνετα, εγκλωβίζοντας το ενδιαφέρον σου, ενώ το βλέμμα δεν αποχωρίζεται την πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι, που εκπέμπει δύναμη και έναν αδιόρατο μαγνητισμό στον φακό. Καλή ηθοποιός, γνωστή από τις ταινίες «Η Διόρθωση» και «Η Κόρη» του Θάνου Αναστόπουλου, αλλά και από τις «Παρέες» του Σωτήρη Γκορίτσα, η Καπετάνι  κέρδισε επάξια το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ του Σαράγεβο. Κυκλώνει τον ρόλο, τον δαμάζει, τον κάνει δικό της και τον βγάζει μέσα από την ψυχή της σαρωτικά. Είναι καταπληκτική και μπράβο της!

Η σχέση ανάμεσα στην κατάκοιτη ηλικιωμένη και στην ανέστια, φτωχή νεαρή που την φροντίζει, ως έδαφος για να αναδιπλώνεται το σενάριο θα μπορούσε να δουλευτεί ακόμα λίγο. Το ζητούμενο, βέβαια, του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κότσι έχει άλλο κέντρο ενδιαφέροντος και λειτουργεί σε ένα άλλο πεδίο, που αφορά την σύγχρονη εικόνα των νέων ανθρώπων που διψούν για ζωή αλλά η ζωή είναι απούσα. Η ύπαρξη κοινωνικότητας, τουλάχιστον στα μεγάλα αστικά κέντρα, άγεται και φέρεται από τους κανόνες του χρήματος.

Το δε φαινόμενο που παρουσιάζει η ιστορία με τους γηραιούς να πεθαίνουν και να μην ανακοινώνεται ο θάνατός τους για να εισπράττουν τα όποια μέλη της οικογένειας τις συντάξεις τους, είναι μια κατάσταση που τελευταίως, ομοίως η χώρα μας την βιώνει. Κάθε τόσο μαθαίνουμε πως σπίτια έχουν μετασχηματιστεί σε μικρούς τύμβους ή πυραμίδες, που συντηρούν επί σειρά μηνών και με διάφορα μέσα τα νεκρά σώματα των μοναδικών «χρηματοδοτών» ολόκληρης της φαμίλιας. Ποιος, τελικά, είναι ο ανήθικος σε τέτοιες περιπτώσεις;     

«Οι Χήρες »

(Widows)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στιβ ΜακΚουίν
  • Με τους: Βαϊόλα Ντέιβις, Μισέλ Ροντρίγκεζ, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Σίνθια Ερίβο, Κόλιν Φάρελ, Τζάκι Γουίβερ, Ντάνιελ Καλούγια, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Λίαμ Νίσον, Τζέιμς Βίνσεντ Μέρεντιθ
  • Διάρκεια: 129’
  • Διανομή: Odeon

Τα γενναία θηλυκά, προερχόμενα εκ του βαθέως τόπου της Εσπερίας είναι πάντα έτοιμα, πάνοπλα για να ριχτούν στην μάχη, εξαργυρώνοντας με πονηριά, σβελτάδα, καπατσοσύνη και καυτό μολύβι, τις απειλές, τους εκβιασμούς και τις πάσης φύσεως εξαπατήσεις. Διαφορετικά κινηματογραφημένη ταινία ληστείας με φουλ καστ αστέρων η καινούργια δημιουργία του Αφροαμερικανού, βραβευμένου με το Όσκαρ σκηνοθεσίας για το «12 Χρόνια Σκλάβος», Στιβ ΜακΚουίν. Ταινία που εγγυάται καλές ερμηνείες, έντονη δράση, πλούσια περιπέτεια, έντεχνη πλοκή με καρέ του άσου σε κοινωνικά και πολιτικά σχόλια (δεν απουσιάζουν τα ρατσιστικά), ενώ σε πρώτο πλάνο παίζει το καυτό Σικάγο και οξυγόνο την απόλυτη πτώση των ανθρώπινων αξιών και των κρατικών θεσμών. Δελεαστικό;  

Στο σύγχρονο Σικάγο, μέσα σε μια περίοδο αναταραχής, μια ομάδα ληστών με αρχηγό τον διάσημο κακοποιό Χάρι Ρόουλινγκς (Λίαμ Νίσον – καλός στον μικρό του ρόλο), έπειτα από μια γερή μπάζα η συμμορία εξοντώνεται ολοκληρωτικά από τις αστυνομικές δυνάμεις. Άπαντες οι κακοποιοί είναι νεκροί, διαμελισμένοι.  Η σύζυγος του Χάρι, η sic, good looking δασκάλα Βερόνικα (η βραβευμένη με Όσκαρ Βαϊόλα Ντέιβις – πολύ καλή), ερωτευμένη χρόνια με τον σύζυγο της αρχιληστή, αλλά και πονεμένη από την πρόσφατη δολοφονία  του γιού τους  – από μια λάθος εκτίμηση ενός αστυνομικού πριν χρόνια τον πυροβόλησε– προσπαθεί τώρα να σταθεί στα πόδια της ως χαροκαμένη μάνα και σύζυγος.

Ο τοπικός μαύρος μαφιόζος Τζαμάλ Μάνινγκ (Μπράιαν Ταϊρί Χένρι – καλός) κατεβαίνει ως υποψήφιος δήμαρχος της περιφέρειας, έχοντας ως πολιτικό αντίπαλο τον Τζακ Μάλιγκαν (Κόλιν Φάρελ – καλός), που κατάγεται από πολιτική οικογένεια του τόπου και με σημαία τον γερόλυκο, λαδιάρη, πολιτικό πατέρα του Τομ Μάλιγκαν (Ρόμπερτ Ντιβάλ – άριστος!!!). Ο μαύρος υποψήφιος έχει και ένα αδελφό φονιά, ημίτρελο, εκτελεστή, τον Ζετέμ (Ντάνιελ Καλούγια – εξαιρετικός και εντελώς διαφορετικός από τον ρόλο του στο περσινό, βραβευμένο με Όσκαρ σεναρίου «Get Out»), ο οποίος «καθαρίζει» τα εμπόδια στις βρωμοδουλειές του Τζαμάλ.

Οι ληστές που σκοτώθηκαν από τις αστυνομικές δυνάμεις είχαν κλέψει το ποσό των 2 εκατομμυρίων δολαρίων από τον μαύρο μαφιόζο, που τώρα απειλεί την Βερόνικα, πως εάν δεν του το επιστρέψει σε ένα μήνα θα της φάει το χλιδάτο σπίτι, αλλά και την ίδια. Η άμοιρη σύζυγος, που ποτέ δεν εμπλεκόταν στην εγκληματική δράση του άνδρα της, το παίρνει μανιάτικα, ανακαλύπτει το ημερολόγιο του νεκρού Χάρι, όπου στις σελίδες του είναι γραμμένη λεπτομερώς η επόμενη δουλειά – ληστεία του. Η Βερόνικα προσκαλεί για καφέ τις χήρες των δυο συνεργατών ληστών του άνδρα της για να τις γνωρίσει πρώτη φορά και να μοιραστεί μαζί τους το σχέδιο για την ληστεία που βρήκε στο ημερολόγιο του Χάρι. Καταφθάνει η δυναμική Πορτορικάνα, μητέρα Λίντα (Μισέλ Ροντρίγκεζ – πάντα υπέροχη), η άβουλη και αδύναμη πολωνικής καταγωγής, ξανθιά Άλις (Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι – πολύ καλή) και στην ομάδα μπαίνει και η τσαμπουκαλού κομμώτρια Μπελ (Σίνθια Ερίβο – για δεύτερη φορά τζάμι ερμηνεία). Με σκοπό την διάσωση των ζωών τους, την επιτυχία της ληστείας, αλλά και την εκδίκηση οι «Χήρες» αναλαμβάνουν δράση.      

 

 

Το σενάριο της ταινίας είναι γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και την συγγραφέα Τζίλιαν Φλιν (Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε). Η δουλειά τους είναι στιβαρή και η σκηνοθεσία του ΜακΚουίν προσεκτική και κατατοπιστική. Με την δυνατότητα των ρομαντικών και πονεσιάρικων φλας μπακ, το παρελθόν της Βερόνικα έρχεται σε επαφή με το θεατή, ενώ ο σκηνοθέτης δεν εστιάζει μόνο στην δράση, αλλά μοιράζει εύστοχα πολιτικά και ρατσιστικά σχόλια προς κάθε κατεύθυνση (βλέπε λευκούς προέδρους).

Η ταινία απλώνει τα κανιά της στην περιφέρεια του εγκλήματος και σε αυτή της πολιτικής, ενώ έξυπνα τα βάζει σταυροπόδι ακριβώς στην γραμμή της ταύτισης, εκεί που ανοίγει το χάσμα και τα ηθικά στολίδια του πολιτικού συστήματος βυθίζονται στην άβυσσο σε πλήρη εναγκαλισμό με το οργανωμένο έγκλημα. Τα είχε δώσει, βέβαια, τόσο όμορφα ο συγχωρεμένος Μάριο Πούτζο στο «Νονό» του Κόπολα το 1972.

Ο ΜακΚουίν φτιάχνει ατμόσφαιρα, δίνει ρυθμό στην ταινία του, τονίζει τις ερμηνείες των εκπληκτικών κυριών και αλατοπιπερίζει, εκεί που πρέπει, με την απαραίτητη δράση. Τα μεγάλα ονόματα, όπως του Νίσον, του Φάρελ και του Ντιβάλ είναι δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα διακοσμητικά έπιπλα στον όμορφο γυναικείο κήπο.      

« Kyrsyä - Tuftland»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Φινλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπε Ολένιους
  • Με τους: Βίρα Β. Βίλο, Σάαρ Ελίνα, Μίικα Τζ. Αντίλα
  • Διάρκεια: 89’
  • Διανομή: Filmboy

Από ποιό σημείο να πιάσω αυτή την ταινία και σε ποιό να τελειώσω, για να σας περιγράψω την απίστευτου μεγέθους μπαλαφάρα αυτού του Ρούπε Ολέντιους από την Φινλανδία. Και τον χρόνο μου θα χάσω και εσάς θα σας απασχολήσω άδικα. Δεν ξέρει τι θέλει, τι αναζητάει, τι σκέφτεται ο σκηνοθέτης. Να λοιπόν, που τα αδέξια και τα πρόχειρα δημιουργήματα ενυπάρχουν παντού. Καλά, δεν την είδαν την ταινία πριν την βγάλουν στην διανομή; Απίστευτο, ακαταλαβίστικο, ερασιτεχνικό, απροσανατόλιστο κατασκεύασμα, φτιαγμένο στο γόνυ εν μέσω μπύροκατάνυξης και σκανδιναβικών σναπς.

Τρόμος, θρίλερ, οικολογική καταγγελία, δράμα, φαντασία, ένα κοκτέιλ που δεν έχει χρώμα, γεύση, σώμα. Και για μικροβιολογική εξέταση να στείλεις την ταινία, πάλι, τίποτα δεν θα της βρουν άξιου ενδιαφέροντος. Άνοσο, ψυχρό και πάνω απ΄  όλα ανερμάτιστο. Όλα παίζουν μέσα της φύρδην μίγδην, από τον αστικό προβληματισμό, έως την προσφορά της μητέρας φύσης (λέω, τώρα…). Και από την θριλερική δραματουργία της απομονωμένη σέκτας των κεραυνοκτυπημένων, θεόμουρλων, κολλημένων στην παράδοση των Βίκινγκς (ξαναλέω, τώρα…) έως την αιμομικτική βία και τον ψιλοκανιβαλισμό. Και όλα αυτά για μερικά, χειροποίητα μάλλινα πον πον… Μόνο ο σκηνοθέτης ξέρει το νόημα και δεν το μας μαρτυράει, ο μπαγάσας. Βασισμένο, λέει, σε θεατρικό έργο   

Απογοητευμένη από μια σχέση που έληξε, η νεαρή φοιτήτρια Ιρίνα απελπίζεται με τον τρόπο που λειτουργεί ο σύγχρονος κόσμος. Η δουλειά που της προσφέρεται από το χωριό της Κιρσία (στην καρδιά του πουθενά) στον χώρο της κλωστοϋφαντουργίας, είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη, δεδομένου ότι θα της δώσει την ευκαιρία να ζήσει μέσα σε ένα απέραντο δάσος, μακριά από τον πολιτισμό.

Με το που φτάνει, όμως, στο μικρό χωριό διαπιστώνει το πόσο αποκομμένο είναι από τον υπόλοιπο κόσμο. Οι χωρικοί, όλοι τους ζουρλοί και ντυμένοι όπως οι άνθρωποι στις αρχές του 20ου αιώνα, ζούν δίχως αυτοκίνητα και τεχνολογικά μέσα τα οποία τα θεωρούν περιττά και μετά βίας διαθέτουν ηλεκτρικό ρεύμα. Μαζεύονται και κάποιοι φεγγαροκτυπημένοι επιβήτορες με μούσια και μαλλιά που θέλουν θηλυκό για να αυξήσουν τον πληθυσμό του μικρού χωριού, εμφανίζεται και ένα ανθρωπο-τερας που ήταν καταχωνιασμένο σε μια αποθήκη, κάνοντας ορθοπεταλιά στην γεννήτρια παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια, έρχονται και τα μάλλινα πον πον που κατασκευάζουν με τα χεράκια τους οι σαλεμένες κυράδες και η ιστορία κλείνει με μια τρελαμένη, τυφλή μάγισσα που τρώει τα μάτια της. Η Ιρίνα δεν πτοείται από όλα αυτά, αλλά επιπλήττει την απόκοσμη κοινότητα, πως η παραγωγή των πον πον τους έχει λανθασμένη στόχευση και πεπαλαιωμένο μάρκετινγκ…

«Dogman»

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ματέο Γκαρόν
  • Με τους: Μαρτσέλο Φόντε, Αντάμο Ντιονίζι, Εντοάρντο Πέσε, Νούνζια Σιάνο
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας, 71ο Φεστιβάλ Καννών

Η ιστορία, η οποία βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό που συγκλόνισε την Ιταλία και τον διεθνή τύπο με την αγριότητα της, βρίσκει στη μεθοδική προσέγγιση του Ματέο Γκαρόν μία ανεπιτήδευτη εξιστόρηση με πρωταγωνιστή τον εξαιρετικό Μαρτσέλο Φόντε που απέσπασε το Βραβείο Αντρικής Ερμηνείας στις Κάννες. Με φόντο τις παρακμιακές και την ίδια στιγμή καθηλωτικές παρυφές μιας μεγάλης πόλης, ο σκηνοθέτης επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος –μία διαδρομή που ξεκίνησε με τη διαβόητη ιταλική μαφία στο «Γομόρα» – για να εστιάσει σε ένα πιο μικρής κλίμακας δράμα για την συντριβή της αξιοπρέπειας και την εκδικητικότητα που γρυλίζει μέσα από τα δόντια του πιο αδύναμου κρίκου.

 

Στις παρυφές μιας μητρόπολης, όπου ισχύει μόνο ο νόμος του πιο δυνατού, ο Μαρτσέλο (Μαρτσέλο Φόντε), ένας μικροκαμωμένος και ευγενικός άντρας, μοιράζει τις μέρες του ανάμεσα σε ένα κομμωτήριο για σκύλους, την αγάπη του για την κόρη του και μία αμφιλεγόμενη σχέση υποταγής με τον Σιμόνε (Εντοάρντο Πέσε), έναν πρώην πυγμάχο που τρομοκρατεί όλη τη γειτονιά. Αποφασισμένος να προφυλάξει την αξιοπρέπεια του, μετά από συνεχή ταπείνωση, ο Μαρτσέλο καταστρώνει σχέδιο εκδίκησης με αναπάντεχη έκβαση.

 

Αξίζει να αναφέρουμε το πως ο σκηνοθέτης της ταινίας Ματέο Γκαρόν επέλεξε τον ερασιτέχνη ηθοποιό Μαρτσέλο Φόντε για να υποδυθεί τον «Dogman», ρόλο για τον οποίο βραβεύτηκε στις Κάνες.: «Ο Μαρτσέλο ζει σε ένα κοινωνικό κέντρο κοντά σε μία φυλακή, όπου δουλεύει ως φύλακας.

Σε αυτό το μέρος, γίνονται πρόβες για θεατρικές παραστάσεις. Λειτουργεί εκεί μία θεατρική ομάδα από αποφυλακισμένους και ο Μαρτσέλο τους παρακολουθούσε να κάνουν πρόβες. Μερικές μέρες πριν ο υπεύθυνος του κάστινγκ της ταινίας ταξιδέψει για να συναντήσει αυτή την ομάδα στο θέατρο, ένας από τους τύπους πήγε στην τουαλέτα και πέθανε.

»O Μαρτσέλο πήρε τη θέση του στην ομάδα, αφού παρακολουθούσε τις πρόβες κάθε μέρα και μπόρεσε να μπει στο πετσί του ρόλου σχετικά εύκολα. Οπότε όταν o υπεύθυνος έφτασε να συναντήσει την ομάδα, ο Μαρτσέλο ήταν εκεί. Είναι μία τραγική σύμπτωση, αλλά έτσι διασταυρωθήκαμε μαζί του.

Αυτό που με τράβηξε στο Μαρτσέλο είναι, ότι έφερε την ανθρωπιά και τον φυσικό κωμικό συγχρονισμό. Για μένα, ήταν σαν ένας νέος Μπάστερ Κίτον. Και η ιδέα της ταινίας αποτίνει φόρο τιμής στις βουβές ταινίες, στον σπουδαίο Κίτον ή τον Τσάπλιν. Ειδικά, στο πρώτο μέρος όπου παίζει με τα σκυλιά, είναι τόσο τρυφερός με την κόρη του και προσπαθεί να τον αγαπάνε όλοι στην κοινότητα. Είχε μεγάλη σημασία γιατί φώτισε την ιστορία».

   Προβάλλονται επίσης:

Το animation  «Ραλφ εναντίον Ίντερνετ», των:  Ριτς Μουρ, Φιλ Τζόνστον (Feelgood Entertainmen)

«Αγγλίδες γυναίκες «Κληρονόμοι» του φανταστικού, η Τζόαν Κ. Ρόουλινγκ και Μαίρη Σέλεϋ απελευθερώνουν τα τέρατα τους», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Βαδίζουμε σιγά σιγά προς τις μεγάλες ετυμηγορίες. Τα γνωστά, διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ της Γηραίας Ηπείρου έκλεισαν τον ετήσιο κύκλο τους, παρέδωσαν με δόξα και τιμές φοίνικες, λέοντες, Αλέξανδρους και αρκούδες και οι παραγωγές του 2018, οδεύουν καρσί προς το τελετουργικό, «βαρύ» κόκκινο χαλί της μέκκας του παγκόσμιου σινεμά. Αρχή γενομένης με τις Χρυσές Σφαίρες, για να πάρει την αίγλη της και η τιβούλα, θα ακολουθήσουν τα βραβεία Όσκαρ, προς τον Φεβρουάριο του 2019, όπου οι κότινοι πλέκονται για να κοσμήσουν τις «κάρες» των ταινιών και οι δημιουργοί της 7ης Τέχνης να κρατήσουν στα χέρια τους το πολυπόθητο αγαλματίδιο.

Στας ευρώπας, η κινηματογραφική παραγωγή κοινώνησε με νάμα και όστια τις επιλογές της, ξεκάθαρα προσανατολισμένη στις πιο καλλιτεχνικές, οικονομικές σκιτσογραφίες του σινεμά, όπως θα διαπιστώσετε, οπότε το αναμενόμενο της υπερπαραγωγής θα αποκαλυφθεί στην αντιπέρα και πιο αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού.

Το σημαίνον είναι πόση εμπιστοσύνη μπορείς να έχεις στις ευρωπαϊκές βραβεύσεις και πόση στις αμερικάνικες ως προς την επιλογή του λεγόμενου καλού, «εμπορικού» σινεμά με αυτό του αποκαλούμενου «καλλιτεχνικού». Δυο ορισμοί ως κολάσιμες «ταμπέλες» που διαχώρισαν το φιλεθεάμον κοινό σε αρματωλούς και κλέφτες εναντίον κοτζαμπάσηδων και προσκυνημένων. Χάλι μαύρο, δηλαδή.

Ο απόλυτος νικητής, βέβαια, σε αυτές τις μεγαλειώδης φιέστες του σινεμά είναι η απόλυτη προπαγάνδα, η «γραμμή», όπως λέμε λαϊκά, που χαράζεται ως προς το κοινωνικό-πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο της σύγχρονης ανθρώπινης ζωής, που κυοφορεί στις κινηματογραφικές παραγωγές, ένθεν και εκείθεν των δυο ωκεανών, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε πονηρά καμουφλαρισμένα. Είτε συμβαίνει το ένα ή το άλλο σε μια ταινία, η συγκεκαλυμμένη ή απογυμνωμένη φόρα παρτίδα προπαγάνδα είναι πια εξόφθαλμη έως ανυπόφορη.

Κοινωνικά, νέα μοντέλα συμπεριφορών και ανθρώπινων τύπων, που μπαίνουν και στα βιβλία της επίσημης διδακτικής ύλης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προωθούνται μεθοδευμένα με ταχύτητα βέλους δια μέσω ταινιών και μάλιστα ολίγον ύπουλα και με καλαίσθητα «κτυπήματα» κάτω από την ζώνη, έχοντας ως αλεξίσφαιρο το ανάλαφρο, συμπαθητικό ένδυμα της καλλιτεχνίας και του δήθεν κοινωνικού προβληματισμού. Ξάφνου, το νοσηρό μετασχηματίζεται σε λογική εξέλιξη και καθιερώνεται στην συνείδηση μας ως αποδεκτό δίχως άμυνες, δίχως φίλτρα και σου μου του.

Ο χαμηλής πνευματικότητας εγκέφαλος μας, αυτός που καθημερινώς βομβαρδίζεται από το βαθύ, σκοτεινό κράτος της άρνησης, σφραγίζει το διαβατήριο και ανοίγει τις πύλες του για να φιλοξενήσει στην ρημαγμένη, εγκεφαλική πολιτεία την ύβρη, το ανορθόδοξο, το παράδοξο, το παραβατικό και πολλές φορές την ανωμαλία. Οι δρόμοι υγροί, φωτεινοί με έντεχνες, γοητευτικές μουσικές, πολύχρωμα φώτα, ωραίες, συμπαθείς φατσούλες και διάκοσμο την ψευδαίσθηση της ευφορίας δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, αλλά προστατεύουν δυναμικά το μη ορθό μέχρι να μετασχηματιστεί σε πολιτικά ορθό. Το κακό, βέβαια, με την ψευδαίσθηση είναι, ότι η αρχή της είναι γλυκιά σαν μέλι, ενώ το τέλος της πικρό σαν φαρμάκι.

Η κοινωνική χειραγώγηση δια μέσω των τεχνών και δη των πιο λαϊκών – όπως θέατρο, σινεμά, μουσική – είναι μεν ένα παλιό όπλο συνήθως επιτυχημένο, αλλά – αυτό το «αλλά» είναι που αναιρεί τον αρχικό εφιαλτικό στόχο – η φύση, φίλοι μου, έχει την δική της πορεία και είναι ακριβοδίκαιη, αλύγιστη, άκαμπτη, δεν παρεκκλίνει ούτε χιλιοστό της μοίρας ως προς την δημιουργία της με ό,τι παράταιρο κι αν εμφανιστεί ως εμπόδιο μπροστά της. Διαθέτει αυτή την ανυπέρβλητη δύναμη της νομοτέλειας, την ακρίβεια της διάκρισης, της τέλειας ισορροπίας που όταν το μη ορθό προσπαθεί να ανακτήσει έδαφος, του χώνει μια και το εξαφανίζει από το πρόσωπο της Γης. Πολλές φορές σε αυτή την κοσμογονική, επιστημονική διαδικασία η μπάλα παίρνει, δυστυχώς, και πλήθος αθώων. Αν και αθώοι πια, ως γνωστόν, δεν υφίστανται πουθενά.  

Ποτέ δεν ξεχνώ, όπως λένε και οι αρχαίοι, σοφοί παππούδες μου, πως η ίδια η φύση δημιουργεί το όποιο παράσιτο και η ίδια η φύση το εξολοθρεύει. Σκεφτείτε, λοιπόν, τι γίνεται, όταν η όποια παρέμβαση, το όποιο εμπόδιο προέρχεται από «ξένο δάχτυλο», τι έχει να γίνει. Το ιστορικό παρελθόν, πάντως, έχει καταδείξει, πως σε τέτοιες περιπτώσεις χάθηκαν ολόκληροι ήπειροι εν μια νυκτί.                  

«Φανταστικά Ζώα: Τα Εγκλήματα του Γκρίντελβαλντ»

(Fantastic Beasts: The Crimes of Grindelwald)

 

  • Είδος: Φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Γιέιτς
  • Με τους: Τζουντ Λο, Τζόνι Ντεπ, Έντι Ρέντμεϊν, Κάθριν Γουάτερστον, Νταν Φόγκλερ, Αλισον Σούντολ, Έζρα Μίλερ, Τζο Κράβιτζ, Κάλουμ Τέρνερ, Κλαούντια Κιμ, Γουίλιαμ Νέιντιλαμ, Κέβιν Γκάθρι, Κάρμεν Εχόγκο, Πόπι Κόρμπι Τουέκ
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Tanweer

Τούτη η υπερδραστήρια, ταλαντούχα και υπερπλουσία, Αγγλίδα συγγραφέας, Τζόαν Ρόουλινγκ (πνευματική μητέρα του διάσημου, έφηβου μάγου Χάρι Πότερ) δεν έχει ησυχία. Τα βιβλία της, κατόπιν οι ταινίες, σημάδεψαν κατάστηθα σε παγκόσμιο πεδίο μια ολόκληρη γενιά έφηβων ανθρώπων, που σήμερα πια κοντεύουν τα τριάντα. Σκεπτόμενη σοφά να συνεχίσει τον θηλασμό με επική μαγεία τα καμάρια της, που ενηλικιώθηκαν με τον ήρωα Χάρι, αποφάσισε να ανοίξει ένα καινούργιο χρυσοφόρο κεφάλαιο, ως ποτεριακού prequel, μυώντας ταυτόχρονα και τους σημερινούς προέφηβους και έφηβους στα μονοπάτια που οδηγούν στο μυθικό, σχολείο μαγείας Χόγκουαρτς.

Το πεντάτομο καινούργιο εγχείρημά της, καθολικά ενταγμένο στο «Wizarding World», με τον γενικό τίτλο: «Φανταστικά Ζώα», είναι γεγονός καθώς τα «Φανταστικά Ζώα: Τα Εγκλήματα του Γκρίντελβαλντ», είναι η δεύτερη κινηματογραφική συνέχεια, αφού παραδοσιακά, ως συγγραφέας που είναι η Ρόουλινγκ, το κυκλοφόρησε πρώτα σε βιβλίο. Στην χώρα μας, τώρα, δεν γνωρίζω πως έγινε να προηγηθεί η ταινία και έπειτα το βιβλίο. Πάντως, οι φανατικοί αναγνώστες θα το απολαύσουν στις 6 Δεκέμβριου 2018 από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Ακριβώς στην μέση του δίπολου καλού και κακού, που εκπροσωπείται από τον σοφό και αγαπητό καθηγητή μάγο Ντάμπλντορ σε νεαρή ηλικία (Τζουντ Λο – καλός) και τον μοχθηρό, δαιμόνιο Γκρίντελβαλντ (Τζόνι Ντεπ) αντιστοίχως, ο λιγομίλητος, συμπαθής, μαγικοζωολόγος Νιουτ Σκαμάντερ (Έντι Ρέντμεϊν – καλός) συντροφιά ξανά με τα απίθανα ζωάκια του και κάποια καινούργια, θα προσπαθήσει να αποτρέψει την καταστροφή του κόσμου.

Χμμμ… Στην σκιά της γέρικης, χοντρής βελανιδιάς, εκεί στην απόμερη, πράσινη ησυχία της αγγλικής υπαίθρου του παραμυθιού και της μαγείας, οι δύο Κύριοι, ο Τζον Ρόναλντ Ρόιελ Τόλκιν και ο Κλάιβ Στέιπλς Λιούις, ως απόλυτοι τζέντλεμεν, ετοιμάζουν τον χώρο για να καθίσει αναπαυτικά και ανάμεσα τους η Κυρία Τζόαν Ρόουλινγκ. Η συντροφιά των Inkglish αυξάνει τα μέλη της αισθητά!  

 

Στο τέλος της πρώτης ταινίας, ο ισχυρός σκοτεινός μάγος Γκέλερτ Γκρίντελβαλντ (Τζόνι Ντεπ) συλλαμβάνεται με τη βοήθεια του Νιουτ Σκαμάντερ (Έντι Ρέντμεϊν) από το Μαγκούσα (Macusa – Συνέδριο Μαγείας των ΗΠΑ).

Τηρώντας την απειλή του, ο Γκρίντελβαλντ καταφέρνει να δραπετεύσει. Έτσι, θα βρεθεί στο Παρίσι του 1927. Στόχος του είναι να συγκεντρώσει γύρω του όσους περισσότερους,  ανυποψίαστους για τους πραγματικούς σκοπούς του συμμάχους, ώστε να θέσει σ ΄ εφαρμογή το σχέδιό του, που είναι να αναθρέψει απόλυτα καθαρόαιμους μάγους, έτοιμοι να καταδυναστεύουν όλα τα άμαγα πλάσματα της Γης.

Σε μια προσπάθεια ν’ ανατρέψει τα σχέδια του Γκρίντελβαλντ, ο Άλμπους Ντάμπλντορ (Τζουντ Λο), που διδάσκει στο Χόγκουαρτς καλεί τον πρώην μαθητή του Νιουτ Σκαμάντερ, ο οποίος δέχεται να τον βοηθήσει, αγνοώντας τους αληθινούς κινδύνους.

Ο Νιούτ θα συστηθεί και με καινούργια φανταστικά τέρατα, που τα εκτιμάει και τα φροντίζει ιδιαίτερα, όπως ο κινέζικος δράκος Ζούγου. Πολύ γρήγορα οι μάσκες θα πέσουν και οι διαχωριστικές γραμμές θα τεθούν, καθώς δοκιμάζεται η αγάπη και η αφοσίωση, ακόμη και ανάμεσα στους πιο κοντινούς φίλους ή στα μέλη της ίδιας οικογένειας, σ’ έναν κόσμο μαγείας που διχάζεται όλο και περισσότερο.

Ο έμπειρος σκηνοθέτης Ντέιβιντ Γιέιτς των τεσσάρων τελευταίων ταινιών Χάρι Πότερ ξανά στο τιμόνι, όπως και στην προηγούμενη των «Φανταστικών Πλασμάτων», έχοντας πια αφομοιωθεί εντελώς στο πνεύμα και το ύφος της παραμυθένιας δράσης και της περιπέτειας που εκφράζει η Ρόουλινγκ.  Μαστόρικα, φαντασμαγορικά το δεύτερο βιβλίο από την καινούργια πεντάτευχο της Αγγλίδας συγγραφέως (ήδη ανακοινώθηκαν και τα επόμενα τρία της σειράς πάλι με τον Γέιτς στην σκηνοθεσία), αρχίζει να γίνεται πιο dark και πιο σκληρό από το προηγούμενο.

Βέβαια, η Ρόουλινγκ, που μεταφέρει η ίδια το βιβλίο σε κινηματογραφικό σενάριο, ακόμα δεν έχει προπονηθεί κατάλληλα στους χρόνους και την σινε-οικονομία, δημιουργώντας, σε κάποια σημεία μια πλαδαρή μάζα, η οποία λειτουργεί εις βάρος της δράσης. Η ανησυχία της να ζωγραφίσει όσο το δυνατόν πιο αναλυτικά την ψυχοσύνθεση των καινούργιων ηρώων της, ανοίγει ιστορίες με τις περισσότερες από αυτές να ξεμένουν ορφανές στον αέρα. Θα μάθει όμως, καθώς είναι καλή μαθήτρια, το έχει το συγγραφικό και η θητεία της στον κινηματογραφικό χώρο από το στασίδι της παραγωγής (εκεί δηλαδή που είναι και το οικονομικό κεφαλόβρυσο της ταινίας) θα την εκπαιδεύσει και θα την φέρει στο σημείο της σωστής διάταξης και της διαχείρισης του κινηματογραφικού χρόνου αναγκαστικά.

Ο Ντεπ, ο Λο και ο Ρέντμεϊν στέκονται άψογοι στο νήμα που καθορίζει τις αποστάσεις του ρεαλιστικού από το φανταστικού δίχως να αυτοκαταστρέφονται, αλλά να προσφέρουν στους χαρακτήρες που υποδύονται ακεραιότητα και αληθοφάνεια. Ηθοποιάρες και οι τρεις τους, ούτως ή αλλιώς.

Η πλοκή της ταινίας κατεβαίνει σε πιο ανήλιαγα δώματα από την προηγούμενη, κάτι που το ευχαριστιέσαι, μολονότι το σενάριο έχει στεγανά κινδυνεύοντας να χυθεί από την μαγική χύτρα. Δεν χύνεται όμως και τα 134 λεπτά της ώρας βρίσκονται στο τσακ πριν σε ραπίσει το μπουχτιστικό του θεάματος. Αρκετοί καινούργιοι ήρωες μπαίνουν στο παιχνίδι για να έχετε να ασχολείστε, μεταμορφώσεις, σκηνικά, σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη μετά τον 1ο μεγάλο πόλεμο, ευχάριστη και η μεταφορά στο θρυλικό σχολείο μαγείας Χόγκουαρτς για να νοσταλγήσουμε. Τα εφέ μαγείας και ο διάκοσμος υπερφορτωμένα στο όριο κι αυτά. Εικάζω, πως το πέμπτο και τελευταίο επεισόδιο αυτής πενταλογίας, ως prequel της επταλογίας που σέβεται τον εαυτό του, η Ρόουλινγκ θα το πάει με τέτοιο τρόπο για να κλείσει με την οικογένεια Πότερ πριν τον θάνατο τους από τα χέρια του Λορντ Βάλντερμοντ, οπότε και της εμφανίσεως του βρέφους Χάρι Πότερ. Λέω τώρα, πιθανώς, μην το δέσετε κιόλας…

«Μαίρη Σέλλεϋ»

(Mary Shelley)

 

  • Είδος: Βιογραφία εποχής
  • Παραγωγή: Λουξεμβούργο, Αγγλία, Η.Π.Α. (2017)
  • Σκηνοθεσία: Χάιφα αλ-Μανσούρ
  • Με τους: Ελ Φάνινγκ, Ντάγκλας Μπουθ, Μπελ Πόουλ, Τομ Στάριτζ
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: Odeon

Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα όπως ο «Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας», όπως είναι ο σωστός τίτλος του γνωστού βιβλίου με το ανθρωπο-τέρας της Μαίρη Σέλλεϋ. Μόνο η γυναίκα, διαθέτοντας φαντασία, γνώση και καλή πένα, έχει την δυνατότητα να αποκωδικοποιήσει φιλοσοφικά την ανθρώπινη ζωή και να την εντάξει στο σύνολο της δημιουργίας με το ανώτερο και το κατώτερο συναίσθημα, όπως το έθεσε ο Σωκράτης στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, βάσει των λεγομένων της Διοτίμα.

Ο Φρανκεστάιν, που είναι ο επιστήμονας θεός και το τρομακτικό δημιούργημά του, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της παγκόσμιας λογοτεχνίας (ας μην μορφάζουν απαξιωτικά οι κουλτουριάρηδες όταν διαβάζουν τούτες τις γραμμές, παρακαλώ θερμά), καθότι η ανάγνωση του (όχι οι ταινίες), ορθώνει πολλαπλά επίπεδα, όλα τους φιλοσοφικά γεφυρωμένα, χρησιμοποιώντας δομικά υλικά που μόνο η εσωτερικότητα της Θηλυκής Αρχής διαθέτει. Καμιά ταινία δεν κατόρθωσε, έστω να χαϊδέψει λίγο τις παρυφές του αναγνώσματος, ούτε αυτή του Κένεθ Μπράνα (Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλλευ – 1994), που προσπάθησε να δώσει από τις πιο σοβαρές μεταφορές του μυθιστορήματος. Ουδείς! Το βιβλίο παραμένει αλώβητο, κρυστάλλινο, αξεπέραστο αναμένοντας τον κάθε αναγνώστη να το επισκεφθεί με την ψυχή και το μυαλό του ανοιχτό.

Η Μαίρη Σέλλεϋ (30 Αυγούστου 1797 – 1 Φεβρουαρίου 1851) ήταν μεγάλη μορφή, αδιαχείριστου, πνευματικού μεγέθους, κάλλους και γνώσεων. Λογοτέχνης, αλκοολική (στην ταινία δεν αναφέρεται), αντιδραστική, σκηνοθετημένη από την Χάιφα Αλ-Μανσούρ, από την Σαουδική Αραβία. Εύγε στα κότσια της. Η Αλ-Μανσούρ, που μας αφηγείται την ζωή της μεγάλης, Αγγλίδας συγγραφέως και, δυστυχώς, ο φακός της «κολλάει» μονόμπαντα, εμμονικά και αβοήθητος στην φεμινιστική θέση της γυναικείας ελευθερίας.    

Η 16χρονη Μαίρη Γουόλστονκραφτ Γκόντγουιν (Ελ Φάνινγκ – καλή ηθοποιός και βγάζει ανάστημα στον ρόλο της Σέλλεϋ) ζει στο Λονδίνο στις αρχές του 19ου αιώνα με τον πατέρα της, τον πολιτικό φιλόσοφο και συγγραφέα Γουίλιαμ Γκόντγουιν (Στίβεν Ντιλέιν – καλός). Η μητέρα της, η Μαίρη Γουόλστονκραφτ ήταν η γνωστή Αγγλίδα, συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια της εποχής, η οποία έφυγε από την ζωή λίγες ημέρες αφότου γεννήθηκε η κόρη της Μαίρη. Η έφηβη Μαίρη βρίσκει ησυχία και ηρεμία στο νεκροταφείο που είναι θαμμένη η μάνα της, γράφοντας σκέψεις στο ημερολόγιο της. Σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον μεγαλωμένη με τον πατέρα της ξαναπαντρεμένο, η εκπαίδευσή της ήταν κατ΄ οίκον και το απίστευτο μορφωτικό της εύρος προήλθε αποκλειστικά από τον κηδεμόνα της, που την ενθάρρυνε στο διάβασμα και τις φιλελεύθερες πολιτικές ιδέες. Ο εκδοτικός οίκος του πατέρα της φανερώνει οικονομικά προβλήματα από χρέη και η Μαίρη αναχωρεί για την Σκωτία σε έναν συγγενή, όπου εκεί γνωρίζει τον μποέμ, ριζοσπάστη ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ (Ντάγκλας Μπουθ – αδύναμος να υποστηρίξει το ανένταχτο πνεύμα του ρομαντικού ποιητή Σέλλεϋ). Οι δυο νέοι ερωτεύονται (εν τω μεταξύ ο Πέρσι ήταν παντρεμένος και με παιδί), η Μαίρη εγκαταλείπει το σπίτι της μαζί με την ανάλαφρη και όχι τόσο διαβαστερή μηλαδελφή της Κλερ Κλερμόντ (Μπελ Πάουλι – καλή) και με τον Πέρσι, ζουν οι τρεις τους μια ξέγνοιαστη ζωή ταξιδεύοντας, διαβάζοντας, γράφοντας και φιλοσοφώντας επί παντός του επιστητού.

Η γνωριμία τους με τον ευγενή, πλούσιο Άγγλο ποιητή, πλήρους ελευθεριότητος άτομο, τον Λόρδο Βύρωνα (Τομ Στάριτζ – καλός), τους φέρνει για ένα καλοκαίρι του 1816 στο σπίτι του Λόρδου στην Ελβετία. Εκεί, και εν μέσω ενός παιχνιδιού, που παίρνει μέρος και ο Άγγλος-Ιταλός ιατρός και συγγραφέας Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι (Μπεν Χάρτνι – πολύ καλός), οι προσκεκλημένοι συγγραφείς και ποιητές καλούνται να γράψουν μια ιστορία τρόμου και φαντασμάτων. Με αφορμή το παιχνίδι η Σέλλεϋ δημιουργεί τον περίφημο Φρανκενστάιν. Μια από τις μικρές ανακρίβειες του σεναρίου είναι το κίνητρο, της συγγραφής του διάσημου λογοτεχνήματος της Σέλλεϋ.

Τα χρήματα τελειώνουν, ο εύπορος πατέρας του Πέρσι αποκληρώνει τον άσωτο γιο, η Μαίρη είναι έγκυος, το κοριτσάκι τους πεθαίνει από κακουχίες (στην πραγματικότητα η Σέλλεϋ έχασε τρία παιδιά), παντρεύεται, τελικά, τον Πέρσι και το μυθιστόρημα της εκδίδεται το 1818, αρχικά δίχως το όνομα της συγγραφέως, καθότι ήταν απαγορευτικό για μια γυναίκα της εποχής εκείνης να γράφει μυθιστορήματα και δη τρόμου. Το βιβλίο το προλογίζει ο άνδρας της Πέρσι Σέλλεϋ, γίνεται μεγάλη επιτυχία και άπαντες θεωρούν ότι εκείνος είναι ο ανώνυμος συγγραφέας. Η αλήθεια αποκαθίσταται σύντομα από τον ίδιο τον Πέρσι, για να εκδοθεί ξανά ο Φρανκενστάιν το 1823 με το όνομα της αυτή τη φορά, όπου η ιστορία του σύγχρονου Προμηθέα θα εκτοξευθεί στους επτά ουρανούς.     

 

Καλή η προσπάθεια της 44χρονης, βραβευμένης ντοκιμαντερίστριας Χάιφα αλ-Μανσούρ (Το Απαγορευμένο Ποδήλατο – 2012), που αποτυπώνει εύμορφα την ατμόσφαιρα του 19ου αιώνα με τον κύκλο των ρομαντικών ποιητών, αυτών που άφησαν βαρύ αποτύπωμα στην αγγλική λογοτεχνία. Η προσωπικότητα της Σέλλεϋ είναι χαμηλού εκτοπίσματος και δεν ντύνεται με τον δυναμισμό που διέκρινε την συγκεκριμένη συγγραφέα, η οποία απετέλεσε δέλεαρ πολλών εργασιών μεταγενέστερων μελετητών τόσο για το πνεύμα της, όσο και για την μεγαλειώδη προσωπικότητα της.

Η Φάνινγκ δίνει θετικό πρόσημο στο τελικό άθροισμα της αλ-Μανσούρ. Η σκηνοθέτις είναι φανερά γοητευμένη από το κίνημα του Ρομαντισμού και όλα όσα περιέβαλαν την εποχή. Η ταινία κρατάει το ενδιαφέρον λόγω της περιόδου, του ονόματος της συγγραφέως και της σύνδεσης της με το τρομακτικό μυθιστόρημα του Φρανκενστάιν. Το σημείο αναφοράς στην ταινία με τον ιατρό και συγγραφέα Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι και τους υπόλοιπους στο σπίτι του Βύρωνα είναι καλά κινηματογραφημένο. Εδώ να αναφέρουμε για την ιστορία, ότι ο Πολιντόρι στο παιχνίδι της συγγραφής μιας ιστορίας τρόμου εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Λόρδου Βύρωνα, δημιούργησε μια γκόθικ ιστορία με βρικόλακες, το γνωστό «Vampyre», που εσφαλμένα πιστώθηκε στον Λόρδο Βύρωνα. Το συγκεκριμένο διήγημα του Πολιντόρι ήταν η πηγή έμπνευσης για τον συγγραφέα Μπραμ Στόκερ, ώστε να γράψει 60 χρόνια μετά τον γνωστό σε όλους «Δράκουλα».   

«Αιγαίο SOS»

 

  • Είδος: Πολεμική κωμωδία
  • Παραγωγή: Ελλάδα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πιέρρος Ανδρακάκος
  • Με τους: Θοδωρής Αθερίδης, Πάνος Βλάχος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Μιχάλης Λεβεντογιάννης, Κωνσταντίνος Μπιμπής
  • Διάρκεια: 95’
  • Διανομή: Odeon

Ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης (δεν τον γνωρίζω τον άνθρωπο καθόλου), ο Πιέρρος Ανδρακάκος, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Σουρεαλιστική, ελληνική κωμωδία (ως είθισται) με φόντο τον στρατό (ως είθισται) και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο στρατός ως ευκολάκι για να περαστούν άνετα τα διάφορα στοιχεία των χαρακτήρων της ελληνικής καθημερινότητας με χιούμορ χαβαλέ φανταροπαρέας σε μορφή ατάκας (βλέπε τηλεόραση, ως είθισται) και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ως σάτιρα για το αλατοπίπερο και βέβαια για την ύπαρξη σεναρίου (άκου τον βυζαντινό αμανέ που τον τραγουδούν Έλληνες και Τούρκοι μαζί, ως είθισται).

Συνταγή κατά γράμμα εκτελεσμένη από την μαμά μαγείρισσα «Λούφα και Παραλλαγή» (ο Καρδιτσιώτης με την παρατραβηγμένη θεσσαλική προφορά, ο θερμοκέφαλος ενθικιστής, το λαμόγιο, ο καπάτσος, ως είθισται)  με απλοϊκά ψηφιακά εφέ και εμβόλιμα πολύγλωσσα, τηλεοπτικά breaking news σε βαθμό υπερβολής (ως είθισται). Η ελληνική τηλεόραση μετακόμισε ξανά στην μεγάλη οθόνη. Δεν χρειάζεται να γράψω τίποτα άλλο. Έτσι κι αλλιώς αγαπητοί μου, όσα «κρίμα» και να αναφέρω γραπτώς για την κατάντια του ελληνικού κινηματογράφου, εσείς θα δείτε την ταινία γιατί είναι ελληνικό προϊόν, γιατί έχετε την κάψα να ακούσετε ελληνικούρες στην σκοτεινή αίθουσα και να βγάλετε το ανάθεμα από μέσα σας: «κουτσό, στραβό, ζαβό είναι δικό μας, γαμώτο!» Το ξέρω, εκεί ποντάρουν και σερβίρουν γαλέτα στην καραβάνα, ενώ άλλοι τρώνε κινηματογραφικό παντεσπάνι σε πιάτα Ikea (ως είθισται).       

 

Καλοκαίρι 2018. Ελληνικές και τουρκικές φρεγάτες οργώνουν το Αιγαίο. Ένας μεγάλος σεισμός όμως φέρνει στην επιφάνεια μια βραχονησίδα σε διεθνή χωρικά ύδατα. Έλληνες και Τούρκοι στέλνουν άμεσα στρατεύματα για να καταλάβουν το νησί. H κάθε διμοιρία καταλαμβάνει περίπου… από μισό. Τα αστεία αλλά και σοβαρά περιστατικά μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων δεν αργούν να πάρουν διαστάσεις τσουνάμι.

«Κορίτσι»

(Girl)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Βέλγιο, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λούκας Ντοντ
  • Με τους: Βίκτορ Πόλστερ, Αριε Βολτχάλτερ, Ολιβερ Μπόνταρντ
  • Διάρκεια: 109’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερου Σεναρίου 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου – Βραβείο Σκηνοθεσίας της Πόλης των Αθηνών 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας»

Η 15χρονη Λάρα (Βίκτορ Πόλστερ – πολύ καλός) είναι αποφασισμένη να γίνει επαγγελματίας μπαλαρίνα. Με την υποστήριξη του πατέρα της, ρίχνεται στην απόλυτη μάχη. Η αγανάκτηση και η ανυπομονησία της μεγαλώνουν καθώς συνειδητοποιεί ότι το σώμα της δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κλασικού χορού γιατί γεννήθηκε αγόρι. Καλά διαβάσατε: Αγόρι, που θέλει να γίνει κορίτσι-μπαλαρίνα….

Απλοϊκή κινηματογράφηση, άνευ σπουδαίων σκηνοθετικών ακροβασιών, με την κινούμενη κάμερα και έμφαση στο παιχνίδισμα των φωτισμών, ένεκα των πολύπλοκων συναισθημάτων του πρωταγωνιστή.  Εντός του ευγενικού, ήρεμου, μικροαστικού, απαλού, περιβάλλοντος μονογονεϊκής οικογένειας, πατέρας ταρίφας με δυο αγόρια, το μεγαλύτερο του σε ηλικία επιθυμεί δια καώς να μεταμορφωθεί χειρουργικά σε κορίτσι. Και σ΄ αυτή την επιθυμία του βράχος και στυλοβάτης, αρωγός με κατανόηση, αγάπη, συγκαταβατικότητα και απαζάρευτη υποστήριξη, στέκεται ακλόνητα ο πατέρας ταρίφας. Όλο αυτό όμως γιατί να γίνει ταινία;

Ίσως γιατί ο σκηνοθέτης θέλει να προτείνει μια εικόνα που υπάρχει έντονα στην σύγχρονη εποχή μας και η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να την δεχθεί, αλλά υπάρχει τρόπος να την αποδεχθεί.

Ερώτημα απλό: Γιατί να την αποδεχθεί η κοινωνία;

Απάντηση: Γιατί είναι μέσα στην ζωή.

Δεύτερο ερώτημα, επίσης απλό: Δηλαδή εάν ένα πρωί δω τον έφηβο γιό του γείτονά μου να με καλημερίζει ξαφνικά, χειρουργημένο σε τέλειο κορίτσι, θεωρείς, ότι θα πάω να κάψω το σπίτι του πατέρα του ή στην ήπια εκδοχή να κακοποιήσω λεκτικά ή να τραμπουκίσω (bullying λέγεται στα ελληνικά) το μεταμορφωμένο αγόρι σε κορίτσι;

Απάντηση: Ενδέχεται να γίνει αυτό όχι από εσένα, αλλά κάποιο δίποδο πιθανώς να το πράξει. Να ενεργήσει βίαια σε μια τέτοια ενέργεια, που έχει να κάνει με την ανθρώπινη σεξουαλικότητα.

Προτελευταία ερώτηση: Και γιατί να το κάνει; Γιατί να ενεργήσει βίαια σε ένα τέτοιο γεγονός;

Απάντηση: Γιατί είναι απολίτιστος, αμόρφωτος, αγροίκος και δεν δέχεται το διαφορετικό.

Τελευταία ερώτηση: Εσύ αποδέχεσαι την διαφορετικότητα; Δηλαδή, αυτόν που θα αντιδράσει βίαια στο δικό σου διαφορετικό, που εδώ όπως τα λέμε, έχει μια υπέρβαση η αλλαγή φύλλου, είναι ένα πολιτισμικό σοκ.

Απάντηση: Όχι, δεν θα αποδεχθώ έναν τραμπούκο, διότι χρησιμοποιεί βία, κάτι που στην διαφορετικότητα του άλλου ανθρώπου δεν υφίσταται. Άλλωστε όσο αφορά την ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι ένα θέμα αυστηρά προσωπικό και δεν αφορά κανέναν παρά μόνο το κάθε συγκεκριμένο άτομο και τις επιλογές του.

Ακόμα μια ερώτηση, παρακαλώ: Δεν διαφωνώ, μόνο που γίνεται ταινία και μάλιστα με ένα εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Το «Κορίτσι» προέρχεται από αξιοπρεπές, υγιές περιβάλλον, με τον τέλειο εργαζόμενο, ταξιξή  πατέρα, απουσία μητέρας, που δεν γνωρίζουμε τι και πως, στην ήρεμη αστική ζωή, κάνει μπαλέτο, πάει σχολείο, βέβαια δεν έχει φίλες ή φίλους και δεν εκπορεύεται από το περιθώριο, τα πρεζόνια, την αντίδραση, τις κραγμένες τραβεστί που κάνουν πιάτσα, προγκάνε και άλλα ακραία. Πρώτη φορά αντικρίζουμε κινηματογραφικά τέτοιο διάκοσμο σε αυτού του είδους την θεματική. Θεωρείς, ότι το θέμα της ταινία είναι διδασκαλία, ας πούμε, για το πως πρέπει ο σημερινός, πολιτισμένος» άνθρωπος να συμπεριφέρεται στην σεξουαλική διαφορετικότητα και στις επιλογές των ανθρώπων;

Απάντηση: Είναι αγγελικά πλασμένη η ατμόσφαιρα, εκτός ενός σημείου μπούλινγκ, αλλά και αυτό εξ΄ απαλών ονύχων κινηματογραφείται. Κατά τα άλλα μοιάζει κάπως διδακτική, αλλά έχει σημασία;

Απάντηση: Όχι καμιά, απλά συζήτηση κάνουμε. Η νομενκλατούρα του υπαρκτού σοσιαλισμού της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ., φιλμάριζε ταινιάκια διαφημίζοντας τον πολίτη μέσα στην χαρά, στο σφρίγος, στο ιδανικό περιβάλλον αγάπης, συνεργασίας, ελευθερίας, ασφάλειας, κατανόησης και επιβράβευσης, πάντα με τις ευλογίες του καθεστώτος. Ήταν όμως αλήθεια όλα αυτά;             

«Οι Κληρονόμοι»

(Las Herederas / The Heiresses)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Παραγουάη (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαρσέλο Μαρτινέσι
  • Με τους: Άνα Μπρουν, Μαργκαρίτα Ιρούν, Άνα Ιβάνοβα
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας, Αργυρή Άρκτος Alfred Bauer Κινηματογραφικής Πρωτοπορίας, Βραβείο FIPRESCI Διεθνούς Διαγωνιστικού στο 68ο Φεστιβάλ Βερολίνου – Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας «Νύχτες Πρεμιέρας, Φεστιβάλ Αθήνας»

Γράφει ο σκηνοθέτης Μαρσέλο Μαρτινέσι στο σημείωμα του για την ταινία: «Το χειρότερο επακόλουθο ενός καθεστώτος το οποίο προφυλάσσει και ταυτόχρονα καταστέλλει είναι ότι δημιουργεί πολίτες που αδυνατούν να ξεφύγουν από αυτόν τον τρόπο ζωής. Η Παραγουάη είναι μία χώρα με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο, και οι γυναίκες αυτές ανήκουν σ’ αυτή την προστατευμένη ελίτ που έχει εξασφαλισμένη τροφή και στέγη. Όμως η ιστορία ξετυλίγεται από τη στιγμή που αρχίζουν να χάνουν τα κεκτημένα και δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Η κεντρική ηρωίδα δε θέλει να χάσει τις μικρές πολυτέλειες όπως το ακριβό αυτοκίνητο ή την υπηρέτρια της ακόμα κι αν το αυτοκίνητο είναι παλιό και η υπηρέτρια άπειρη. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να συνεχίσει να ζει με τις ανέσεις που είχε συνηθίσει. Όταν βρίσκει δουλειά και αρχίζει να βγάζει λεφτά, βιώνει κάτι πρωτόγνωρο: η επιθυμία ξυπνάει μέσα της και βλέπει να ανοίγεται ένας καινούριος δρόμος μπροστά της γεμάτος ευκαιρίες».

Η Τσέλα και η Τσικίτα, δύο γυναίκες που προέρχονται από ευκατάστατες οικογένειες της Ασουνσιόν στην Παραγουάη, συμβιώνουν για πάνω από 30 χρόνια. Το τελευταίο διάστημα η οικονομική τους κατάσταση δεν είναι καλή κι αρχίζουν να πουλάνε κάποια από τα αντικείμενα που έχουν κληρονομήσει. Όταν η Τσικίτα καταδικάζεται για απάτη λόγω των χρεών και φυλακίζεται, η Τσέλα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα και καταλήγει να κάνει την οδηγό για μια παρέα ηλικιωμένων και πλούσιων κυριών. Η Τσέλα συνηθίζει σε ένα καινούριο τρόπο ζωής, κι όλα αλλάζουν όταν γνωρίζει την αρκετά νεότερή της Άντζι που της κεντρίζει το ενδιαφέρον και την ωθεί να βγει από το καβούκι της και να κάνει την προσωπική της επανάσταση.

 

Ο 45χρονος Παραγουανός σκηνοθέτης Μαρσέλο Μαρτινέσι στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του εμπνεύστηκε, όπως λέει ο ίδιος: «από έναν κόσμο όπου κυριαρχούσαν οι γυναίκες: η μητέρα μου, οι αδελφές μου, οι γιαγιάδες, οι θείες, οι γειτόνισσες. Ήθελα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μου να μπει μέσα σ’ αυτό το γυναικείο σύμπαν το οποίο με ενδιαφέρει ακόμα περισσότερο από τότε που άρχισα να βλέπω ταινίες του Φασμπίντερ.

»Όσοι γεννηθήκαμε στην Παραγουάη στα 70s, είμαστε απόγονοι μιας χαμένης γενιάς. Ο στρατιωτικός που πήρε τον ολοκληρωτικό έλεγχο της χώρας το 1954, απαγόρευσε βιβλία, και βασάνισε, δολοφόνησε ή εξόρισε νέους ανθρώπους. Παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1989. Όσοι από τη γενιά των γονιών μας έμειναν στη χώρα, πέρασαν τα νιάτα τους κάτω από τη σκιά ενός καθεστώτος που δεν τους επέτρεπε να είναι ο εαυτός τους. Τα καλύτερά τους χρόνια, τα έζησαν μέσα στον φόβο. Αυτές οι γυναίκες είναι προϊόν εκείνης της εποχής. Γι’ αυτό με ενδιέφερε να ρίξω ένα φως πάνω τους και να εξερευνήσω εκείνον τον κόσμο που παραμένει ένα μυστήριο για μένα». 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ «λ π», του Χρήστου Πέτρου, που αφορά την Ελληνίδα καλλιτέχνιδα Λένα Πλάτωνος. Προβολές στον κινηματογράφο «Τριανόν»,  που συνοδεύονται από μουσική, την ίδια τη Λένα Πλάτωνος και αναπάντεχες συνεργασίες. 

«Στην μυθική κοιλάδα των σκιών απλώθηκε ο ιστός της αράχνης και τα ναζιστικά τέρατα διψούν για αίμα» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η κατηγοριοποίηση των σχολών του σινεμά είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα φαινόμενα της μεταπολεμικής, καλλιτεχνικής κουλτούρας, που, δυστυχώς, οδήγησε, και συνεχίζει να οδηγεί, την 7η Τέχνη στον καλό τον μύλο που τα αλέθει όλα.

Ο κινηματογραφόφιλος, που παρακολουθεί με τις αισθήσεις και τις γνώσεις του το σινεμά δεν θα εκφραστεί λέγοντας: «μ’  αρέσει ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος», υποδεικνύοντας, ότι δεν είναι λάτρης του αμερικάνικου σινεμά ή τέλος πάντων την σαφή προτίμηση του σε πιο καλλιτεχνικούς οδούς. Η συγκεκριμένη εκφορά διάκρισης γούστου, πολλάκις ειπωμένη από τους «σινεφίλ», περισσότερο μοιάζει με μάτσο μαϊντανού, που αναδεικνύει αγνωσία και επιδερμικές αναγνώσεις του αντικειμένου, παρά αγάπη για την Τέχνη της κινούμενης εικόνας.

Ορμώμενος από την εξαιρετική, παρείστικη συζήτηση των νέων και των λαμπρών ανθρώπων, που στήθηκε προ δυο ημερών σε αθηναϊκό καφέ το απόγευμα με την συντροφιά έξι φοιτητών του Καποδιστριακού πανεπιστημίου και το επίκεντρο της κουβέντας μας ήταν, το κατά πόσο επηρεάζει το σύγχρονο γίγνεσθαι το σινεμά, οι τέσσερις από τους έξι συνδαιτυμόνες τοποθετήθηκαν σθεναρώς στην απαξία του χολιγουτιανού θεάματος, ταμπουρωμένοι στην ευρωπαϊκή πρόταση. Οι υπόλοιποι δυο, λάτρεις του φανταστικού κινηματογράφου και αυτού της δράσης, κράτησαν τεκμηριωμένα τις αποστάσεις τους ως προς την εικονοποίηση του ρεαλισμού και του δόγματος της χειραφέτησης του φιλοθεάμονος κοινού δια μέσω της 7ης Τέχνης.

Μεταξύ καφέ, κλαμπ σάντουιτς, θρεπτικών, πολύχρωμων χυμών, σφολιατοειδούς σπανακόπιτας και στριφτού τσιγάρου οι νέοι άνθρωποι, αυτοί οι έξι υπέροχοι, ολόφρεσκοι νόες, απλώθηκαν με άνεση και πειθαρχεία στις σκέψεις τους, υποπίπτοντας, όμως, στο γνωστό σφάλμα, που έδωσε την ευκαιρία στον γράφοντα να ξεκαθαρίσει τον παρεξηγημένο ορισμό, περί  του ευρωπαϊκού σινεμά ή του ασιατικού από αυτή την ξανά εσφαλμένη τοποθέτηση του λεγόμενου «εμπορικού» κινηματογράφου. Και τα αίματα άναψαν και ο αέρας στο καφέ γέμισε σθένος και αντίρρηση, αναδύθηκε εύοσμη κάπνα από τις λουλουδάτες, παλλόμενες ευεργετικά ψυχές των νέων.

Η Ευρώπη δεν είναι ομόγλωσση, δεν διαθέτει την ίδια κοινωνικοποιλιτική δομή, ούτε το ίδιο παρελθόν από χώρα σε χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που όλη η τέχνη του σινεμά, από την Ανατολική έως την Δυτική ακτή, από τον κρύο βορρά έως το νοτιότερο άκρο της Mason-Dixon Line συγκεντρώνεται και διευθετείται αναλόγως από την μεγάλη βιομηχανία του Χόλιγουντ. Κάθε ευρωπαϊκή χώρα έχει τα δικά της ξεχωριστά αντανακλαστικά, την δική της παιδεία και γλώσσα, την δική της ξεχωριστή ιστορία και παρελθόν. Οπότε δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε συλλήβδην τις εντελώς διαφορετικές, ευρωπαϊκές κινηματογραφικές σχολές, όταν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Τσεχία, η Πολωνία και όσες χώρες έχουν δώσει σπουδαίες, διαφορετικές κινηματογραφικές γραφές, σε μια κατηγορία με τον γενικό τίτλο «ευρωπαϊκός κινηματογράφος» επειδή ανήκουν στην ίδια ήπειρο.

Στην αρχή, οι νέοι φίλοι μου, θεώρησαν τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο ως αντι-πρόταση στην «εμπορική», ψηφιακή, αμερικανική λαίλαπα, που κατακλύζει τα τελευταία χρόνια τις σκοτεινές αίθουσες και γι αυτό τον λόφο χρησιμοποίησαν με αυτόν το τρόπο τον συγκεκριμένο ορισμό. Όταν όμως αναφερθήκαμε σε κινηματογραφικές παραγωγές, χωρών της ευρωπαϊκής επικράτειας, που έδωσαν στίγμα με ταινίες καθολικά ενταγμένες στο ψηφιακό σύμπαν, άρχισαν να κατανοούν, πως πρώτον, τα σύνορα της τέχνης του σινεμά είναι αοράτως προσδιορισμένα και συγχρόνως ανύπαρκτα και δεύτερον, ότι η παγκοσμιοποίηση σύντομα θα καταστρέψει το γόνιμο πνεύμα της δημιουργίας του ανθρώπινου πολιτισμού. Και αυτό είναι το μεγαλείο όταν βρίσκεσαι με νέους ανθρώπους, που οι νευρώνες των εγκεφάλων τους είναι πλήρως φορτισμένοι με άπιαστα ηλεκτρικά φορτία, άγνωστα στην επιστήμη, ικανά να φέρουν τα πάνω κάτω οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου.

Ευρωπαϊκός κινηματογράφος ποτέ δεν υπήρξε, όπως ασιατικός δεν υφίσταται και είναι λάθος ο ορισμός ακόμα και ως εδαφικός προσδιορισμός. Το ελληνικό σινεμά, επί παραδείγματι, όταν μεσουρανούσε, έτσι όπως ήταν κάποτε, ουδέποτε ήταν «ευρωπαϊκό», επειδή, σώνει και καλά, η χώρα μας ανήκει γεωγραφικά στην συγκεκριμένη ήπειρο. Ήταν ο ελληνικός κινηματογράφος, ο διαφορετικός, με το δικό του νευρικό σύστημα, ξεχωριστός από κάθε άλλη χώρα της ηπείρου. Στα διεθνή φεστιβάλ δεν υφίσταται κατηγορία «ευρωπαϊκού σινεμά», «αμερικάνικου», «νοτιοαμερικάνικου» ή «ασιατικού». Υπάρχουν όμως κινηματογραφικές φιέστες και φεστιβάλ ασιατικών χωρών, προγράμματα ανάπτυξης παραγωγής ευρωπαϊκού κινηματογράφου, υπάρχει το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ. Εάν αναφέρεις στον όποιο Ιρανό σκηνοθέτη, ότι η τεχνική του, ακόμα και η θεώρηση των πραγμάτων στις ταινίες του είναι όμοια με αυτή του Κινέζου σκηνοθέτη ή αντιστρόφως, θα σε φάνε ζωντανό μαζί και τα οστά σου. Το ομοιάζω από το ίδιο απέχει όσο η Σπάρτη από την Ανταρκτική.

Ευχαριστώ, πάντως, ολόψυχα την Ζωή, την Γιάννα, την Άλκηστη, την Θεανώ, τον Άρη και τον συνονόματο Γιώργο για την υπέροχη τετράωρη παρέα τους. Ειλικρινά έμαθα πολλά καινούρια πράγματα.         

«Η Κοιλάδα των Σκιών»

(Valley of Shadows / Skyggenes dal)

 

  • Είδος: Φαντασίας
  • Παραγωγή: Νορβηγία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Γιούνας Μάτσοφ Γκουλμπράντσεν
  • Με τους: Αντάμ Εκελί, Καθρίν Φάγκερλαντ, Γιούργκεν Λάνγκελε
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Weird Wave

Η αλήθεια είναι, ότι όταν στέκεσαι απέναντι από το άσπρο πανί, καθισμένος στην σκοτεινή αίθουσα παρακολουθώντας μια ταινία, που από το πρώτο της 10λεπτο σε προσκαλεί ήρεμα, γοητευτικά, ευγενικά να γίνεις ο πρωταγωνιστής της, τότε οι αισθήσεις εκρήγνυνται και οι άμυνες παραδίδονται αμαχητί στην δόξα της απόλαυσης. Τι, υπέροχο φιλμ! Τι, πανέμορφη δουλειά! Τι, λεπτότητα, ευαισθησία και αξεπέραστη αίσθηση εικόνας, μουσικής και θέματος! Μια πραγματική, μυθική μαγεία.

Ένα περίτεχνο πάντρεμα ρεαλισμού και φαντασίας. Ένα όνειρο, που δεν θέλεις να λάβει τέλος. Μια ταινία, που πρόσφερε στην ύπαρξη μου το μαγικό φίλτρο, καθιστώντας με ξανά μικρό άνθρωπο με όνειρα, φαντασία, πόνο, λύπη, σιωπές, αναζήτηση, με όπλισε ακροβάτη του γκρίζου, γήινου θιάσου, να σαλοπατώ στο τεντωμένο σχοινί των αναπάντητων, παιδικών συναισθημάτων του φόβου, του θαυμασμού με τόση ευγένεια και τέχνη, που πραγματικά μετά το τέλος της προβολής κοίταξα το ηλικιωμένο δέμας μου και χαμογέλασα, γιατί εντός του υπήρχε ακόμα ο μικρός, ξανθός, γαλανομάτης Ασλάκ, αυτό το αιώνιο, ελεύθερο πνεύμα που δεν έχει ηλικία, που δεν γνωρίζει τον χρόνο.

Μια ματιά μόνο στην εικαστική πρόταση του πόστερ της ταινίας ίσως σας πείσει για τα λεγόμενα μου. Ο μικρούλης κοιμάται γαλήνια σαν θεός στα νυχτερινά, ουράνια, αχνά, αθάνατα όρη, ενώ πίσω του καραδοκεί η πλανεύτρα σελήνη, σαν τεράστιος φάρος με το φως της ριγμένο στους αληθινούς και αδίστακτους δρόμους του ανθρώπινου πόνου. Κάτω στην γη η υδάτινη οδός, ο Αχέροντας να κόβει στη μέση το πυκνό, πανάρχαιο δάσος με τα σιωπηλά, ψηλά δένδρα και στην μια άκρη η βάρκα δίχως κουπιά να περιμένει τον ταξιδιώτη. Το ξύλινο, αρχέγονο μέσον της άδολης ψυχής προς το μυητικό ταξίδι, τόσο στην ψυχρή πραγματικότητα, όσο και στην παραμυθένια φαντασία. Τα τέρατα ενυπάρχουν παντού, στην φαντασία και στην πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι σε ποια από τις δυο διαστάσεις είναι περισσότερο επικίνδυνα και ανεξέλεγκτα. Μοναδικό!

Ο εξάχρονος Άσλακ (Αντάμ Εκελί  – Εξαιρετικός!!!) ζει με την μητέρα του (Κάθριν Φέγκερλαντ – πολύ καλή) στο ήσυχο, νορβηγικό χωριό που βρίσκεται φυτεμένο σε μια κοιλάδα και είναι περιστοιχισμένο από ψηλά βουνά και ένα μεγάλο δάσος. Το βράδυ, λίγο πριν ολοκληρωθεί η πανσέληνος  ο μικρός ξυπνάει ανήσυχος. Την επομένη το πρωί ο μεγαλύτερος σε ηλικία φίλος του οδηγεί τον Άσλακ σε μια κτηνοτροφική μονάδα δείχνοντας του τρία σκοτωμένα πρόβατα, λέγοντας του, πως είναι δουλειά λυκάνθρωπου.

Η φαντασία του πιτσιρικά αρχίζει να βγάζει φτερά, καθώς βλέπει και μια γκραβούρα στις σελίδες ενός βιβλίου με μεσαιωνικές ιστορίες, έναν λυκάνθρωπο να ξεκληρίζει μια ολόκληρη οικογένεια. Ο φίλος του εντείνει την φαντασία του εξάχρονου, προσθέτοντας, ότι τα τέρατα σκοτώνουν για την πλάκα τους και ζουν μέσα στο απαγορευμένο δάσος. Εν τω μεταξύ οι τοπικές αρχές επισκέπτονται την μητέρα για να την ενημερώσουν, πως ο μεγαλύτερος γιός της και αδελφός του Άσλακ, που είχε φύγει από το σπίτι, έμπλεξε με ναρκωτικά και βρέθηκε νεκρός. Ο Άσλακ, λόγω της ηλικίας του, δεν είχε σχέσεις με τον έφηβο αδελφό του, παρά μόνο προσπερνά μια κλειστή πόρτα στον όροφο του σπιτιού που είναι το δωμάτιο του φευγάτου, μεγάλου αδελφού. Όταν το νέο για τον θάνατο του έφηβου κατέφθασε στο σπίτι, ο εξάχρονος εισβάλλει με δέος στο άβατο-δωμάτιο του μεγάλου αδελφού και αρχίζει να περιεργάζεται τα πράγματα του με ενδιαφέρον ως προς τον άγνωστο για αυτόν άνθρωπο, που ήταν αδελφός του και δεν τον γνώριζε.

Την ίδια ημέρα, ο σκύλος του μικρού, ο Ραπ, σε μια βόλτα στην κοιλάδα εξαφανίζεται στο δάσος και ο Άσλακ αποφασίζει κρυφά να εισέλθει στην απαγορευμένη, δασώδη περιοχή, αναζητώντας τον σκύλο του για να τον φέρει πίσω, αλλά και για να συναντήσει τα αιμοδιψή τέρατα. Και το ταξίδι του μικρού, ξανθού, γαλανομάτη ξεκινάει στα ομιχλώδη, σιωπηλά μονοπάτια του δάσους…

Μπορεί να φαντάζει με το γνωστό μουσικό παραμύθι του Προκόφιεφ, «Ο Πέτρος και ο Λύκος» το σενάριο, η ανάσα του όμως έχει ξεφύγει προς άλλους πνεύμονες, πιο ονειρικούς και μυσταγωγικούς.  Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους για τον 36χρονο Νορβηγό μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Γιούνας Μάτσοφ Γκουλμπράντσεν, ο οποίος αποδεικνύεται μάστορας πρώτης γραμμής. Γοτθικής φόρμας ιστορία. Βόρεια τοπία της κρύας νορβηγικής, άγριας υπαίθρου, σαν να είναι βγαλμένα από ιστορία Βίκινγκ πολεμιστή, που αναζητεί την Βαλχάλα.

Γυρισμένο σε 35αρι φιλμ ο σκηνοθέτης παίζει ωραία με την ανθρώπινη παρουσία, την παιδική φαντασία και την φύση, χρησιμοποιώντας έναν εξάχρονο άνθρωπο, (ο μικρός Αντάμ Εκελί είναι απόλαυση) την στιγμή που ο πιτσιρικάς ανακαλύπτει τον εαυτό του, ενώ ζει στην ύπαιθρο και όχι σε προστατευμένο, στείρο, αστικό περιβάλλον. Δηλαδή σε ένα χώρο που ο ανθρώπινος, παιδικός νους είναι ελεύθερος, αδέσμευτος και εναρμονισμένος με την δύναμη των φυσικών στοιχείων. Ο ρεαλισμός της καθημερινότητας κρούει διακριτικά, ευγενικά την θύρα της παιδικής φαντασίας και αυτή αποκρίνεται γενναιόδωρα και καλόκαρδα για να υποδεχθεί τον θεατή σε μια υπέροχη ιστορία, που ανοίγει το μυαλό και σφίγγει το στομάχι.  

Το εκπληκτικό της ταινίας, κάτι που οφείλεται στην θέση του σκηνοθέτη, είναι, ότι από ένα και σημείο και έπειτα τον αφηγηματικό ρόλο της πλοκής αναλαμβάνει η παραμυθένια φωτογραφία (Μάριους Μάτζοφ Γκουλμπράντσεν, ο αδελφός του σκηνοθέτη) και η απίστευτη μουσική του μεγάλου Πολωνού μουσικοσυνθέτη Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ (που απολαύσαμε προσφάτως στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), ικανά και τα δυο να δημιουργήσουν μια αφάνταστη πληθωρικότητα διαλεκτικής, ώστε να μην χρειάζεται να ειπωθεί η παραμικρή λέξη. Αφήνεσαι, κυριολεκτικώς στην μαγεία της μουσικής του Πράισνερ και συντροφιά με το υπέροχο, γαλανοβόλο βλέμμα του πιτσιρικά απολαμβάνεις την μυθική διαδρομή του επί της οθόνης.

Παραμυθένια μυσταγωγία φαντασίας, μουσικής και εικόνας, που κάνει το σινεμά υπερήφανο.    

 

«Overlord»

 

  • Είδος: Πολεμικό, τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζούλιους Εϊβερι
  • Με τους: Γιοβάν Αντέπο, Γουάιατ Ράσελ, Ματίλντ Ολιβιέ, Τζον Μαγκάρο
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Ο διάκοσμος στέρεος, ακλόνητος και αφορά την γνωστή ιστορική στιγμή του 2ου μεγάλου πολέμου, την D-Day (στρατιωτικός όρος, ενώ η κωδική ονομασία που δόθηκε στην επιχείρηση είναι «Operation Overlord»), δηλαδή της απόβασης των συμμαχικών δυνάμεων στις γαλλικές ακτές της Νορμανδίας την 6η Ιουνίου 1944. Τώρα, ο ιδρυτής της επιτυχημένης κινηματογραφικής εταιρείας «Bad Robot», ο πανέξυπνος σκηνοθέτης και παραγωγός Τζέι Τζέι Εϊμπραμς ρίχνει αρκετό χρηματάκι στο σενάριο των Μπίλι Ρέι και Μαρκ Σμιθ για να γυρίσει ο σκηνοθέτης Τζούλιους Έιβερι την δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του (Ο Νόμος της Σιωπής), εμβαπτισμένη στον τρόμο την φρίκη και το αίμα.

Λίγες μόλις ώρες πριν την απόβαση στη Νορμανδία, μια ομάδα Αμερικανών αλεξιπτωτιστών πέφτει στην κατεχόμενη από τους Ναζί Γαλλία για να πραγματοποιήσει μια αποστολή που είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία της εισβολής. Κάτι λιγότερο από τους μισούς επιβιώνουν και ο στόχος τους είναι η ανατίναξη ενός ραδιοφωνικού πύργου στην κορυφή μιας οχυρωμένης εκκλησίας. Με την βοήθεια μιας, νεαρής, χωρικής Γαλλίδας οι Αμερικανοί στρατιώτες κρύβονται στο χωριό, που συμβαίνουν θηριωδίες από την πλευρά των Ναζί κατακτητών. Όμως για να το καταφέρουν να ολοκληρώσουν την σημαντική αποστολή τους, θα πρέπει να μπουν σε ένα μυστηριώδες εργαστήριο των Ναζί που βρίσκεται κάτω από την εκκλησία. Εκεί, που είναι ένα κρυφό εργαστήριο πειραμάτων όπου συμβαίνουν σημεία και τέρατα θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με εχθρούς βγαλμένους από τα πιο καταχωνιασμένα κελιά της κόλασης.

 

Για το genre του σπλάτερ, της δράσης και της πολεμικής περιπέτειας η ταινία είναι πρωτότυπη, έντιμη, ακριβή ως παραγωγή, καλογυρισμένη, με σωστά εφέ στις πρώτες, πολεμικές σεκάνς της ταινίας, όπου τα αεροπλάνα μεταφέρουν τα ψαρωμένα φαντάρια στο μέτωπο, αλλά και στο επίπεδο των απόκοσμων μεταμορφώσεων από άνθρωπο σε ανθρωπο-τέρας. Η σκηνοθεσία πραγματικά είναι καλή και δημιουργεί την απαραίτητη αγωνία που χρειάζεται το είδος, ενώ το αίμα δεν φείδεται ποσότητας. Το σενάριο διαθέτει καλή αφήγηση και μια πρωτιά, μάλιστα, καθώς για πρώτη φορά ο 2ος μεγάλος πόλεμος χρησιμοποιείται ως έδαφος για να ξεδιπλωθεί επάνω του κινηματογραφικά το ματωμένο χαλί των ταινιών τρόμου.

Αναφέρω το κινηματογραφικά, διότι στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας, υπάρχει, βέβαια, παραπλήσιο θέμα, με ακριβώς το ίδιο επιχειρησιακό, πολεμικό θέατρο της απόβασης στην Νορμανδία ως πεδίο δράσης, αλλά πιο spooky από την εν λόγω ταινία, και αφορά το αριστούργημα του Ιρλανδού, μετρ του τρόμου Γκράχαμ Μάστερτον με τον τίτλο «Οι Δαίμονες της Νορμανδίας» (The Devils of D-Day), γραμμένο το 1978. Πιθανώς, οι σεναριογράφοι του «Overlord» να εμπνεύστηκαν κάπως από την πένα του Μάστερτον.

Αμερικανοί αλεξιπτωτιστές, λοιπόν, εναντίον σκληρών Γερμανών στρατιωτών και νοσηρών επιστημόνων του Γ΄ Ράιχ (κάτι σαν τον Μένγκελε δηλαδή), που μετατρέπουν τους ζωντανούς και τους νεκρούς ανθρώπους σε σχεδόν αθάνατους υπερ-στρατιώτες (ο Ζαν Κλοντ ΒανΝταμ, by the way, διερωτάται γιατί δεν του πρότειναν ρόλο  στην ταινία), έτοιμους να υπερασπιστούν τα τευτονικά ιδεώδη και φυσικά το όραμα της Deutschland über alles.

«Το Κορίτσι στον Ιστό της Αράχνης»

(The Girl in the Spider’s Web)

 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γερμανία, Σουηδία, Καναδάς, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Φέντε Αλβάρεζ
  • Με τους: Κλερ Φόι, Σβέριρ Γκούντνασον, Λακίθ Στάνφιλντ, Σίλβια Χεκς
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Το εκδοτικό χρυσορυχείο που έστησε ο Σουηδός δημοσιογράφος και συγγραφέας Στιγκ Λάρσον (5 Αυγούστου 1954 – 9 Νοεμβρίου 2004) με την νέο-νουάρ τριλογία του «Μιλένιουμ» και ηρωίδα την γκόθικ χάκερ, τιμωρό Λίσμπεθ Σαλάντερ, συνέχισε μετά τον θάνατο του ο ομοεθνής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Ντάβιντ Λάγκερκραντζ με δυο βιβλία και την ίδια ακριβώς ηρωίδα, συντηρώντας το ύφος και το στυλ της περιπέτειας του Λάρσον.

«Το Κορίτσι στον Ιστό της Αράχνης» είναι το πρώτο βιβλίο του Λάγκερκραντζ, οπότε το τέταρτο σε αρίθμηση από την δημιουργία της ηρωίδας Λίσμπεθ Σαλάντερ, έτσι για να μην μπερδεύονται οι θεατές και τα χάσουν οι φανατικοί αναγνώστες. Η τριλογία του  συγχωρεμένου Λάρσον πέρασε στο σουηδικό σινεμά με επιτυχία, ενώ «Το Κορίτσι με το Τατουάζ», ταξίδεψε στις θερμές ακτές του Λος Άντζελες για να το παραλάβει το 2011 ο Ντέιβιντ Φίντσερ και να το κοινωνήσει στα αμερικανάκια που ως γνωστόν δεν διαβάζουν υπότιτλους.

Το remake του τεχνίτη Φίντσερ συνοδεύτηκε από παρόμοια επιτυχία, αλλά σε διεθνές επίπεδο, καθώς στους βασικούς δυο ρόλους της πλοκής βρέθηκαν η σχεδόν άσημη κατά άλλα εξαιρετική Μάρα Ρούνεϊ στον ρόλο της Λίσμπεθ Σαλάντερ (η ταινία την έστειλε στις υποψηφιότητες για Όσκαρ, ανοίγοντας τα φτερά της, ώστε να πετάξει μέχρι την αυλή της έπαυλης των κινηματογραφικών σταρς)  και ο Ντάνιελ – Μποντ – Γκρεγκ στο ρόλο του δημοσιογράφου Μίκαελ Μπλούμκβιστ. Εδώ, πρωταγωνιστές και σκηνοθέτης αλλάζουν.

Ένας επιστήμονας αναθέτει στην Λίσμπεθ Σαλάντερ( Κλέρ Φόι – κάνει ό,τι μπορεί) να χακάρει  και να τραβήξει απόρρητα αρχεία. Η δουλειά γίνεται, αλλά η Λίσμπεθ βρίσκεται στο στόχαστρο, αφού μυστήριες δυνάμεις βάζουν φωτιά στο διαμέρισμα της και την αφήνουν ετοιμοθάνατη. Μαζί με τον παλιό φίλο και μοναδικό σύμμαχο, τον δημοσιογράφο Μίκαελ Μπλούμκβιστ (Σβέριρ Γκούντνασον  – άνευρος), ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι για να βρει αυτούς που της επιτέθηκαν, να προστατεύσει τον νεαρό γιο του επιστήμονα και να πάρει πίσω ό,τι της πήραν. Όσο ο κλοιός σφίγγει γύρω της, εκείνη βυθίζεται στις σκιές του δικού της μυστηριώδους παρελθόντος.

Το Χόλιγουντ που δεν ξεχνά, αλλά οργανώνεται νικά, δεν ασχολήθηκε με τα υπόλοιπα βιβλία του γεννήτορα Στιγκ Λάρσον, που ήδη είχαν περάσει στην μεγάλη οθόνη με την Νούμι Ραπάς, αλλά πήγε στην ζώσα, «αμόλυντη» πηγή, στον διάδοχο του στέμματος «Μιλένιουμ», τον συνεχιστή Ντάβιντ Λάγκερκραντζ και στο πρώτο βιβλίο του. Όλα καλά μέχρι εδώ. Μόνο που η Λίσμπεθ σε αυτή την ταινία έχει μεν το τατουάζ στην πλάτη της, αλλά ο «δράκος» της είναι ξεψυχισμένος, φλύαρος, φασαριόζος, καθόλου σκοτεινός και άδειος από εσωτερική δύναμη.

Τεχνολογικά κολπάκια, μπουνιές κλωτσιές, ανθρωποκυνηγητά, πιστολίδι, σένιο, αμερικάνικο ρουχαλάκι όλη η ταινία και η άμοιρη, βραβευμένη με την Χρυσή Σφαίρα για την τηλεοπτική σειρά «The Crown» Κλερ Φόι, ως Λίσμπεθ Σαλάντερ, που προσπαθεί φιλότιμα, καταλήγει να χάσει το «Στέμμα» στο crash test με τις προκατόχους της, δηλαδή την Νούμι Ραπάς και την Μάρα Ρούνεϊ, που είναι σαφώς καλύτερες. 

Παράλληλα, ο σημαντικός ήρωας και προστάτης δημοσιογράφος της Λίσμπεθ, που ανάμεσά τους καλπάζει το ανεκδήλωτο άτι του έρωτα, ο δημοσιογράφος  Μίκαελ Μπλούμκβιστ – τον υποδύεται ο Σουηδός ηθοποιός Σβέριρ Γκούντνασον (ο Μπγιον Μποργκ στην ταινία  Borg – McEnroe) – είναι μια ψυχρή φιγκιουράν όπως και η καταγωγή του. Ο 40χρονος Ουρουγουανός  σκηνοθέτης Φέντε Άλβαρεζ του ενδιαφέροντος, προπέρσινου θρίλερ «Μην Ανασαίνεις» είναι καλός χειριστής του πλάνου έντασης και της αγωνίας, μόνο που εδώ, κάτι το σενάριο που είναι ελαφρύτερο από το βιβλίο, κάτι το πάντρεμα της απόλυτης δράσης και των αλλόκοτων συναισθημάτων της ηρωίδας, παγίδεψαν τον Άλβαρεζ σαν ανυποψίαστη μύγα στον ιστό της αράχνης, με αποτέλεσμα η ταινία να μεταμορφωθεί σε «Επικίνδυνες Αποστολές» με τον Ίθαν Χαντ στην θηλυκή του έκδοση.

Καμιά σχέση με το hi tec, γκόθικ περιβάλλον του βιβλίου και των προηγούμενων ταινιών, ουδεμία επαφή με τον ψυχισμό της  weird, χάκερ Λίσμπεθ Σαλάντερ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ παραμένει σταθερά βιδωμένος στην θέση του και οι κοπελιές: Ραπάς και Ρούνεϊ απαζάρευτα στην κορυφή του συγκεκριμένου ρόλου. Την δε μέτρια έως γλυκιά βραστή Κλερ Φόι την «τρέχει» το Χόλιγουντ δίχως ανάσα.                 

«Το Μυστικό της Πέτρα»

(Petra)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία, Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χάιμε Ροζάλες
  • Με τους: Μπάρμπαρα Λένι, Μαρίζα Παρέδες, Χοάν Μποτέι, Αλεξ Μπρέντεμουλ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Danaos Films

Η έκτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου της «Όμορφης Νιότης» («Hermosa Juventud», Ειδική Μνεία Οικουμενικής Επιτροπής, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 2014) είναι μια ιστορία βγαλμένη από την παρακαταθήκη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπου η ηρωίδα χρειάζεται να περάσει μέσα από μία σπείρα από ψέματα, αμαρτίες προγόνων και βίαια γεγονότα, να έρθει αντιμέτωπη με την τραγική ειρωνεία της μοίρας της και να θυσιάσει κάτι ή κάποιον που αγαπά για να φτάσει στην κάθαρση. Ένα ψυχολογικό θρίλερ αναζήτησης της ταυτότητας της ηρωίδας, όπου ο μίτος με τα στοιχεία ξετυλίγεται αργά αλλά λυτρωτικά.

Χωρισμένη σε κεφάλαια, η ταινία χρησιμοποιεί ευρηματικά μία μη χρονολογική σειρά, δοκιμάζοντας το ένστικτο του θεατή και σημαίνοντας ότι ο δρόμος για την αλήθεια δεν έχει πάντα ευθεία πορεία.

Ο Χάιμε Ροζάλες προσέχει πολύ εκτός από τη δομή και την κατασκευή της ταινίας, δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην φωτογενή επαρχία της ιβηρικής χερσονήσου και σε ένα πέτρινο σπίτι, που φιλοξενεί μεγάλο μέρος της ιστορίας του. Με «συνένοχο» στην διεύθυνση φωτογραφίας την Ελέν Λουβάρ («Πίνα Μπάους» και «Beach Rats»), χαρίζει έναν εκκωφαντικό ήχο στην σιωπή του κάδρου. Με ένα μοτίβο αργής κίνησης της κάμερας, συχνά προσπερνά τους ήρωες και πλανάται στον άδειο χώρο που τους στοιχειώνει, δίνοντας έμφαση στην απόσταση μεταξύ τους, στο ανατριχιαστικό κενό ανάμεσα στις αλήθειες τους.

Η Μπάρμπαρα Λένι, («Magical Girl» & «Contratiempo») στον ρόλο της Πέτρα, προσφέρει μία συγκλονιστική ερμηνεία, εσωτερικής αυτανάφλεξης, που δίνει στην προσωπική ιστορία την αγωνία και την ένταση που χρειάζεται, για να κάνει τον θεατή συμμέτοχο της αναζήτησης, ενώ στον ρόλο του Γιάμε, ο Χοάν Μποτέι, o πραγματικός ιδιοκτήτης του αγροκτήματος που διαδραματίζεται μέρος της ταινίας, στην πρώτη του ερμηνευτική απόπειρα, καταφέρνει να δώσει το πορτρέτο ενός από τους πιο αντιπαθείς, αναίσχυντους, αδίστακτους, βίαιους, τραχείς και ναρκισσιστές καλλιτέχνες που έχει «γεννήσει» ο κινηματογράφος.

Η Πέτρα είναι γύρω στα 30. Ζωγράφος. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της. Όλη της την ζωή τής έκρυβαν επιμελώς την ταυτότητά του. Όταν η μητέρα της πεθαίνει, αποφασίζει να λύσει μόνη της το μυστήριο της ίδιας της ύπαρξής της. Η έρευνα που ξεκινά την οδηγεί στον Γιάμε, έναν διάσημο καλλιτέχνη αλλά παράλληλα έναν θρασύ και αδίστακτο άνθρωπο. Με την πρόφαση της μαθητείας στο πλάι του, μπαίνει στην ζωή του. Γνωρίζει την σύζυγό του Μαρίζα, τον γιο του Λούκας και την γειτονική τους οικογένεια. Τόσοι λίγοι άνθρωποι που τους ενώνουν και παράλληλα τους χωρίζουν τόσα πολλά ψέματα.

Στην κοινή τους διαδρομή, η σκληρή λογική της μοίρας θέλει τη μία αποκάλυψη να διαδέχεται την άλλη, τη βία να διαταράσσει τη ζωή και ό,τι η Πέτρα θεωρεί η αλήθεια να ανατρέπεται μέρα με την ημέρα. Θα καταφέρει να λυτρωθεί από το παρελθόν και να χαράξει το μέλλον της πάνω σε αυτόν τον καμβά από μυστικά;

 

Σημείωμα Σκηνοθέτη: Οι θεατές θέλουν να περάσουν καλά. Θέλουν να ενθουσιαστούν και παράλληλα να συγκινηθούν. Θέλουν να εκπλαγούν. Η έκπληξη είναι ο χυμός που θρέφει το ενδιαφέρον. Όλη η διαδικασία έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός έργου που φέρνει κοντά γοητευτικές συμπεριφορές. Μαζί με την Κλάρα Ρόκετ και τον Μισέλ Γκαζταμπίντ, τους συν-συγγραφείς του σεναρίου πήγαμε πίσω, στα κλασικά. Ο Αριστοτέλης ήταν ο φάρος μας. «τὸ δὲ θαυμαστὸν ἡδύ» («Το θαυμαστό, πάντως, είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση», Αριστοτέλης, Ποιητική). Καθετί έχει συλληφθεί ώστε να προσκαλεί τους θεατές να εμβαθύνουν στην ταινία και να ταξιδέψουν μαζί της. Το ταξίδι είναι εσωτερικό. Στο εσωτερικό των χαρακτήρων και των θεατών.

Περισσότερο από κάθε προηγούμενη ταινία μου, «Το Μυστικό της Πέτρα» είναι αποτέλεσμα συμμετοχικής και συλλογικής διαδικασίας. Ενώ στην ταινία συνυπάρχουν περισσότερα από ένα θέματα, ο κάθε θεατής καλείται να τα ορίσει μόνος του. Ωστόσο, το στοιχείο της ταυτότητας είναι πολύ σημαντικό. Όπως είναι η μοίρα και η σύγκρουση του καλού με το κακό. Ένα τραγικό πέπλο απλώνεται πάνω από ολόκληρη την πλοκή. Αν μου ζητούταν να συνοψίσω το κεντρικό θέμα της ταινίας θα έλεγα ότι είναι μία ταινία για την αναζήτηση και την λύτρωση. 

«Ληστεία στο Μουσείο»

(Museo)

 

  • Είδος: Αστυνομικό
  • Παραγωγή: Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλόνσο Ρουιζπαλάθιος
  • Με τους: Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Λιν Ζιλμάρτιν
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Spentzos Film
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερου Σεναρίου 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου – Βραβείο Σκηνοθεσίας Της Πόλης Των Αθηνών 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας»

Σχεδόν 30χρονών ο Χουάν και ο Μπένχαμιν δεν λένε να φύγουν από τα σπίτια των γονιών τους και να τελειώσουν την κτηνιατρική σχολή. Αντιθέτως  είναι βολεμένοι στην άνετη γειτονία τους στο Mexico City, μια μεξικανική εκδοχή Αμερικάνικου προαστίου. Κατά την διάρκεια ενός σημαδιακού Χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν αποφασίζουν  ότι ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουν διαπράττοντας την πιο διάσημη  ληστεία αρχαιοτήτων στην Μεξικανική ιστορία.

Αφήνοντας για λίγο τα οικογενειακά παραδοσιακά δείπνα και εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ασφάλειας λόγω Χριστουγέννων, εισβάλουν λαθραία στο εμβληματικό Εθνικό Ανθρωπολογικό μουσείο και αφαιρούν τα πιο πολύτιμα κομμάτια, μπλέκοντας σε μια περιπέτεια που θα αλλάξει για πάντα την ζωή τους. Η σπουδαιότητα και η σημασία της λείας τους ξεπερνάει τα όρια της αντίληψης των ερασιτεχνών ληστών και την επόμενη μέρα όταν θα είναι πλέον αργά θα συνειδητοποιήσουν το αντίκτυπο της πράξης τους. Ξεκινάνε ένα ταξίδι μέχρι το Ακαπούλκο για να ανακαλύψουν ότι κανείς δεν τολμά να αγοράσει τα κλεμμένα αντικείμενα.

 

Εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα η ταινία περιγράφει μια διδακτική ιστορία με σαρκασμό, υπογραμμίζοντας το παλιό ρητό που λέει ότι δεν εκτιμάς αυτό που έχεις παρά μόνο όταν το χάσεις.

Προβάλλονται επίσης:

Η κοινωνική ταινία που κέρδισε την Χρυσή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου «Μη Με Αγγίζεις», της Αντίνα Πιντίλιε (Feelgood Entertainmen)

«Η «ραψωδία» του Φρέντι Μέρκιουρι και η σφαγή του Peterloo», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Προσωπογραφία -βιογραφία και ιστορική καταγραφή γεγονότος. Δυο κινηματογραφικά είδη που δεν χορατεύουν διόλου. Ίσως από τα δυσκολότερα της 7ης Τέχνης, καθώς στο πρώτο, αυτό της προσωπογραφίας –βιογραφίας, ο σκηνοθέτης επιβάλλεται να είναι άκρως αποστασιοποιημένος από το γνωστό πρόσωπο που επιλέγει να τοποθετήσει μπροστά στον φακό του, ενώ το δεύτερο είδος, αυτό του ιστορικού γεγονότος, πρέπει να συμμετέχει ο σκηνοθέτης, όπως ακριβώς το έχει καταγράψει η αληθινή ιστορία και από τις δυο πλευρές. Και στα δυο είδη οι πυλώνες του «καλού διαβάσματος» και της ολοκληρωμένης γνώσης είναι αναγκαία, απαραίτητα. Και στα δυο είδη ο παράγοντας ουδετεροποίηση από το υποκείμενο που πραγματεύεται η κάμερα, αλλά και στα γεγονότα που εκτυλίσσονται θα έλεγα να μην υπάρχει θέση και άποψη, ώστε οι θεατές να έχουν την δυνατότητα της προσωπικής και ατομικής κρίσης και εκτίμησης. Σε κανένα όμως από τα δύο κινηματογραφικά είδη δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Με τον τρόπο τους οι σκηνοθέτες προβάλλουν την άποψη τους ως προς τις μορφές που ασχολούνται, εκθέτοντας τις ζωές τους, αλλά και στα γεγονότα έχουν άποψη και θέση σαν να ξαναγράφουν την ιστορία, ανάλογα από την γωνιά θέασης που εξετάζουν το κάθε θέμα.

Ο Κουεντίν Ταραντίνο, επί παραδείγματι, στην ταινία του 2009 «Άδωξοι Μπάσταρδη» έντιμα και ξεκάθαρα έγραψε το δικό του φινάλε για τον 2ο  μεγάλο πόλεμο. Μια μαγκιά που δεν μπορεί κανείς να του καταλογίσει το παραμικρό γιατί δεν «πάτησε» σε ιστορικά γεγονότα σοβαροφανώς, αλλά πρότεινε μια άλλη εκδοχή των γεγονότων. Στην «Δουνκέρκη», όμως, του Κρίστοφερ Νόλαν «ξεχάστηκαν» σοβαρότατες, ιστορικές αναφορές που είχαν να κάνουν με τις σχέσεις της Αγγλίας και του Γ’ Ράιχ, γεγονός που επαναλήφθηκε και στην οσκαρική μονογραφία του Γουίνστον Τσόρτσιλ της πιο «Σκοτεινής Ώρας» του 2017. Το σκοτεινό παρασκήνιο των διμερών σχέσεων της αυτοκρατορικής Αγγλίας και της ναζιστικής Γερμανίας βρήκε στασίδι και δικαίωση στην ταινία του Τζέιμς Άιβορι «Τ΄ Απομεινάρια μιας Μέρας» το 1993.    

Άπαντες οι σκηνοθέτες αγιοποιούν ή ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον τα ιστορικά πρόσωπα ή τις διασημότητες με τις οποίες ασχολούνται. Μια διαδικασία που αρχιτεκτονικά στήνεται ανάλογα με το συναισθηματικό υπόβαθρο του δημιουργού – σκηνοθέτη. Μια από τις πιο δίκαιες καταγραφές, πάντως, και από τις πιο αντικειμενικές σε αποτύπωση προσώπου και γεγονότων των τελευταίων ετών, που πέρασε στην μεγάλη οθόνη, ήταν αυτή του Μελ Γκίμπσον στην ταινία «Braveheart», που ασχολήθηκε με τον εθνικό ήρωα της Σκωτίας Γουίλιαμ Γουάλας. Άγγλοι και Σκωτσέζοι τοποθετήθηκαν αδέκαστα στην κριτική άποψη του Γκίμπσον.

Στην αντιπέρα όχθη, αυτής της μεροληψίας, ως απόλυτος άρχων των αγιοποιημένων προσωπικοτήτων που βιογραφήθηκαν στην μεγάλη οθόνη στέκει ο ικανότατος Άγγλος αρχαιολόγος, διπλωμάτης, ιστοριοδίφης και συγγραφέας Τόμας Έντουαρντ Λόρενς στην μεγαλειώδη ταινία του Ντέιβιντ Λιν «Λόρενς της Αραβίας» του 1962 με πρωταγωνιστή τον Πίτερ Ο΄ Τουλ. Ο εξαιρετικός Ντέιβιντ Λιν έσπρωξε σημαντικότατα γεγονότα κάτω από το χαλί, όπως την ύποπτη σχέση του λοχαγού Λόρενς με το Φόρεϊν Όφις (πάντα ένα φίδι χαλάει την δουλειά), φτιάχνοντας ο σκηνοθέτης το φωτεινό πορτρέτο ενός μορφωμένου, ιδεαλιστή, φιλέλληνα (τον καιρό, μάλιστα, που ήταν στο Κάιρο ο Λόρενς είχε στενές συναναστροφές με τον μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή Κωνσταντίνο Καβάφη), που δήθεν παρασύρθηκε από το ελεύθερο πνεύμα των νομαδικών φυλών της αραβικής ερήμου.

Μέσα σε όλα τα υπέροχα των χολιγουτιανών και μη κινηματογραφικών προσωπογραφιών -βιογραφιών και ιστορικών καταγραφών, φυσικά, δεν απουσιάζει και ο διασυρμός, το όνειδος, όπως η ταινία «Αλέξανδρος» του 2004 σε σκηνοθεσία του Όλιβερ Στόουν με πρωταγωνιστή τον ξανθούλη, αλλοπαρμένο Κόλιν Φάρελ. Μια ακριβή παραγωγή στο σύνολο της με εντελώς λανθασμένο προσανατολισμό όσο αφορά την προσωπικότητα του μεγάλου Μακεδόνα βασιλιά και στρατηλάτη. Ενώ υπάρχουν, παγκοσμίως, πάνω από οκτακόσιες, εμπεριστατωμένες βιβλιογραφίες και πραγματείες του σπουδαίου Έλληνα πολιτικού και στρατιωτικού, ο Στόουν περιορίστηκε σεναριακά στο τρίτομο, εμπαθές μυθιστόρημα φαντασίας της ημιμαθούς, ομοφιλόφυλης νοσοκόμας Μέρι Ρένο (Άιλιν Μέρι Τσάλανς είναι το πραγματικό της όνομα) με τον τίτλο «Φωτιά από τον Ουρανό».      

Ουκ ολίγες διασημότητες του καλλιτεχνικού και του λογοτεχνικού στερεώματος, πάμπολλες πολιτικές και στρατιωτικές προσωπικότητες, που οι παρουσίες τους επηρέασαν και συνάμα διαμόρφωσαν τον πολιτιστικό και τον πολιτικό χάρτη της ανθρωπότητας πέρασαν από τις κάμερες γνωστών και καταξιωμένων σκηνοθετών, αγνοώντας, βέβαια, τους δυο βασικούς κανόνες της ιστορικής καταγραφής: Την συναισθηματική αποστασιοποίηση και την αντικειμενικότητα. Γίνεται; Η βαθιά προσωπική μου άποψη είναι, ότι… Όχι δεν γίνεται. Ασχολείσαι με κάποιον σπουδαίο, είτε γιατί τον αγαπάς, είτε γιατί τον μισείς. Και όπως έγραψε ο Σαίξπηρ: «και στις δυο περιπτώσεις είναι κερδισμένος. Όταν αγαπάς κάποιον είναι στην καρδιά σου, όταν μισείς κάποιον είναι στο μυαλό σου».   

«Bohemian Rhapsody»

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σίνγκερ 
  • Με τους: Ράμι Μάλεκ, Λούσι Μπόιντον, Γκουίλουμ Λι, Μπεν Χάρντι, Τζόζεφ Μαζέλο
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Odeon

Έπειτα από μια οδύσσεια ακυρώσεων, παραιτήσεις σκηνοθετών, αντικαταστάσεις ηθοποιών και μύριες σεναριακές αλλαγές, το biopic του επικού και πολυσχιδούς καλλιτέχνη Φρέντι Μέρκιουρι των Queen, επιτέλους, πήρε σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη δια χειρός του έμπειρου, Αμερικανού σκηνοθέτη των «Συνηθισμένων Υπόπτων», των «X-Men 1 &2 & Αποκάλυψη», της «Επιχείρησης Βαλκυρία» και του «Superman: Η Επιστροφή», Μπράιαν Σίνγκερ. Η ταινία δεν είναι οι Queen, αλλά ο Φρέντι Μέρκιουρι (κατά κόσμο Φαρούκ Μπουλσάρα γεννημένος στην Ζανζιβάρη, από Ινδούς, Ζωροάστρες γονείς). Η σεναριακή αφετηρία της μονογραφίας του καλλιτέχνη ξεκινάει από την χρονική περίοδο του 1970 στο Λονδίνο, όταν ο Φρέντι είναι 24 χρόνων, καταλυτική στιγμή ως προς την γνωριμία του με τον κιθαρίστα Μπράιαν Μέι και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ, καταλήγοντας στην μεγαλειώδη εμφάνιση του συγκροτήματος στην θρυλική συναυλία «Live Aid» στις 13 Ιουλίου 1985 στο κατάμεστο αγγλικό, στάδιο Γουέμπλεϊ.

Τελειόφοιτος του Κολεγίου Τεχνών Ίλινγκ Άρτ του Δυτικού Λονδίνου και πρόσφυγας από την Ζανζιβάρη μαζί με τους γονείς και την νεώτερη αδελφή του, ο 24χρονος Φαρούκ (Ράμι Μάλεκ  – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!), που έγινε Φρέντι και το Μπουλσάρα το άλλαξε σε Μέρκιουρι, εργάζεται ως χειριστής αποσκευών στο αγγλικό αεροδρόμιο Χίθροου. Το ανήσυχο, καλλιτεχνικό του πνεύμα τον φέρνει να γνωριστεί με δυο ακόμα, ταλαντούχους, νεαρούς μουσικούς των αγγλικών live clubs, τον καθαρίστα Μπράιαν Μέι (Γκουίλουμ Λι –πολύ καλός) και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ (Μπεν Χάρντι – επίσης πολύ καλός) για να φτιάξουν μαζί την βάση του γκρουπ που ονομάστηκε «Queen», σχεδιάζοντας ό ίδιος το λογότυπο του συγκροτήματος, έχοντας στο σχήμα και τον μπασίστα Τζον Ντίκον (Τζόζεφ Μαζέλο – καλός). Η εκρηκτική, αισθησιακή, σκηνική παρουσία του Φρέντι, το ταλέντο του, η βαρύτονη, πρωτότυπη φωνή του, ο δυναμισμός του, η παράξενη υπερδοντία του (γεννήθηκε διαθέτοντας τέσσερις επιπλέον κοπτήρες στην οδοντοστοιχία του, που του χάριζαν το τονικό εύρος της μουσικής οκτάβας), οι Queen δεν άργησαν να δημιουργήσουν αίσθηση. Πριν την δημιουργία του λυρικού ροκ τραγουδιού «Bohemian Rhapsody», που έγραψε ιστορία στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, ο Φρέντι παντρεύεται την Μέρι Όστιν (Λούσι Μπόιντον – πολύ καλή), την γυναίκα που στάθηκε πλάι του με απέραντη αγάπη μέχρι το τέλος της ζωής του, παρότι είχαν χωρίσει και οι σεξουαλικές προτιμήσεις του Μέρκιουρι άλλαξαν, (άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ο Φρέντι μετά την αποχώρηση του από τον κόσμο των ανθρώπων το άφησε στην αγαπημένη του Μέρι). Οι εξαιρετικού θεατρικού ύφους συναυλίες του γκρουπ σε όλο τον κόσμο, η επικοινωνία του με το κοινό, η φήμη και η δόξα με τα πρώτα τρία πετυχημένα άλμπουμ, για να φτάσει η στιγμή της ηχογράφησης του δίσκου που έγραψε εποχή: «A Night at the Opera» (1975) και το οπερατικό «Bohemian Rhapsody». Το συγκρότημα απομονώνεται σε ένα αγρόκτημα για να ηχογραφήσει τον δίσκο, που γίνεται μεγάλη επιτυχία. Οι αντιρρήσεις και οι διαμάχες με τους μάναντζερ και τους παραγωγούς, η σχέση του με την Μέρι και οι ερωτικές επιλογές, μαζί με τα οργιώδη πάρτι, τους αυλοκόλακες και την εμπλοκή με τα ναρκωτικά είναι ο διάκοσμος της ταινίας. Οι πρωταγωνιστές είναι τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, η μοναξιά, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι ερωτικοί του σύντροφοι, η ανασφάλεια, οι ευαισθησίες, το χιούμορ, το ταλέντο, το βάρος της δόξας, η διάλυση του γκρουπ, η μεγάλη του εσωτερική δύναμη, η επανένωση του συγκροτήματος, και τέλος το έιτζ. Σε όλα παρών ο Φρέντι Μέρκιουρι.

Ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ κινείται έξυπνα στην ταινία. Η κινηματογραφική αφήγηση στην αρχή είναι ήρεμη, βατή, πλαισιωμένη με βιογραφικά στοιχεία (κάποια μικρά λαθάκια), για να φτάσει στο κρεσέντο οργανωμένο σε ένα εικοσάλεπτο φινάλε, εκεί στην μεγάλη συναυλία του 1985 στο Γουέμπλεϊ, με γύρισμα και σκηνές που σε ανατριχιάζουν σύγκορμο, γεμίζοντας τους δακρυγόνους πόρους σου με νερό εξιλέωσης. Έπειτα, το σενάριο (Άντονι ΜακΚάρτεν, Πίτερ Μόργκαν), λειτουργεί άκρως νοσταλγικά από την αρχή έως το τέλος- για αυτούς που έζησαν την εποχή της δόξας των Queen, αποδίδοντας εξαιρετικά την περίοδο και τις μουσικές τους – παράλληλα, όμως, ανοίγει ένα καλό, κινηματογραφικό λεύκωμα του Φρέντι Μέρκιουρι για να γνωρίσουν οι νεώτεροι τον καλλιτέχνη, αποφεύγοντας τις ακρότητες και δίχως υπερβάσεις. Δεν αποποιείται τον εσωτερικό κόσμο, τα πάθη και τις αδυναμίες του μεγάλου τραγουδιστή και όλα όσα τον δαιμόνιζαν, απλά δεν τα εκθέτει σε υπερβολικό βαθμό, που άλλωστε δεν υπάρχει λόγος, καθότι το ψυχογράφημα Μέρκιουρι βγαίνει αβίαστα από το φάσμα των συμπεριφορών του στην ταινία. Το να εστιάσει κάποιος επί τούτου στα ρωμαϊκά όργια που έστηνε, προσωπικά εκτιμώ, πως θα ήταν άκρατος λαϊκισμός και ο Μπράιαν Σίνγκερ είναι σοβαρός σκηνοθέτης. Το μοντάζ του Τζον Ότμαν είναι στακάτο και ο φωτογράφος Νιούτον Τόμας Σίγκελ μαζί με την διεύθυνση παραγωγής (Άαρον Χάι) κάνουν θαύματα, ειδικά στο τέλος με την εμφάνιση του Φρέντι στην συναυλία του live Aid το 1985.

Το φαινόμενο είναι ο πρωταγωνιστής Ράμι Μάλεκ, που σηκώνει αγόγγυστα το ερμηνευτικό βάρος και το εκτόπισμα της περσόνας Μέρκιουρι και σίγουρα θα βρίσκεται στην οσκαρική πεντάδα με μεγάλες πιθανότητες να κρατήσει το αγαλματίδιο στα χέρια του. Ο 37χρονος Αμερικανο-Αιγύπτιος ηθοποιός εισέρχεται καθολικά στην προσωπικότητα του Μέρκιουρι υφολογικά και κινησιολογικά. Πραγματικά πολύ δουλεμένος ο ρόλος, τόσο στην απόδοση των τραγουδιών που δεν τα ερμηνεύει ο ηθοποιός (φωνητικό μιξάζ του Μάλεκ, ενός Καναδού που μοιάζει η φωνή του στον Μέρκιουρι και ονομάζεται Μαρκ Ματέλ και του ίδιου του Φρέντι) όσο και στην αποτύπωση των συναισθημάτων του καλλιτέχνη. Ρόλος που θα στιγματίσει τον ηθοποιό από τούδε και στο εξής. Υπέροχος, αισθαντικός, υπερήφανος, αληθινός, εκθαμβωτικός… ο Ράμι Μέρκιουρι.  

«Peterloo»

 

  • Είδος: Ιστορικό, εποχής
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μάικ Λι
  • Με τους: Μαξίν Πικ, Πιρς Κουίγκλι, Ρόρι Κινίαρ
  • Διάρκεια: 154’
  • Διανομή: Odeon

Η αιματοβαμμένη ημέρα της 16ης Αυγούστου 1819 στο Σεντ Πίτερς Φιλντς (St Peter’s Fields) του Μάντσεστερ, ακριβώς μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων με τους 15 νεκρούς και τους 500 τραυματίες, όταν το ιππικό και οι πεζικάριοι της αγγλικής φρουράς κατ΄ εντολή των δικαστών και της άρχουσας, εύπορης τάξης όρμησαν στο πλήθος των 80.000 εργατών, που συγκεντρώθηκαν άοπλοι με τις οικογένειες τους για να ζητήσουν τη μεταρρύθμιση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η σφαγή έλαβε το όνομα «Peterloo» σε μια ειρωνική σύγκριση με τη μάχη του Βατερλώ, η οποία είχε λάβει χώρα τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Ο Μάικ Λι κινηματογραφεί έξοχα, λεπτομερειακά το χρονικό του γεγονότος αποτυπώνοντας ρεαλιστικά μια Αγγλία πεινασμένη, άνεργη, φτωχιά, που την κυβερνά ένας έκφυλος πρίγκιπας και μια δράκα ανάλγητων κοτζαμπάσηδων, σκληρών βιομηχάνων και ψυχρόαιμων δικαστών. Η τότε κατάσταση με τα σημερινά κοινωνικο-πολιτικά γεγονότα, ειδικά της Ευρώπης, είναι τόσο κολασμένα όμοια, που σε πιάνει σύγκρυο.

Ο πόλεμος με τον Ναπολέοντα τελείωσε το 1815 και η Αγγλία διανύει μια περίοδο πείνας, φτώχειας και ανεργίας, καταστάσεις που επιδεινώθηκαν όταν οι τιμές της εγχώριας παραγωγής των σιτηρών έφτασαν στα ύψη από τον αποκλεισμό εισαγωγής του καλαμποκιού. Το κόστος των τροφίμων αυξήθηκε και η τάξη των γαιοκτημόνων γνώρισε λαμπρές ημέρες, καθώς οι άνθρωποι αναγκαστικά αγόραζαν το κακής ποιότητας, πανάκριβο, αγγλικό σιτάρι. Οι βιομήχανοι της κλωστοϋφαντουργίας της βόρειας Αγγλίας εκμεταλλευόμενοι το γεγονός της ύφεσης πετσόκοψαν τους μισθούς των εργατών, ενώ εκείνοι συνέχισαν να πλουτίζουν. Ο απλός λαός βουτάει ολοένα στην εξαθλίωση. Όποιος πολίτης ανεξαρτήτους φύλου και ηλικίας αντιδρούσε με κάποια μορφή μικροκλοπής ή άλλων παραβατικών ενεργειών, οι τοπικοί δικαστές αποφάσιζαν απαγχονισμό ή  άμεση, 15χρονη μετοίκιση στην επικίνδυνη, νεοαποκτηθείσα αποικία της Αυστραλίας.

Για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά της Αγγλίας το 1819 οι πεινασμένοι άνθρωποι με κίνητρο τις άθλιες οικονομικές συνθήκες, την ανέχεια και την αδιαφορία του κράτους για τις ζωές τους οργανώθηκαν, απαιτώντας από τον πρίγκιπα Άνγκεν κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Οι ομάδες αυτής της κίνησης των παραγωγικών πόλεων του Λάνκσαϊρ και του Μάντσεστερ, μαζί και οι περιφερειακές κομητείες της βόρειας Αγγλίας προσκάλεσαν τον ριζοσπαστικό ρήτορα Χένρι Χάντ (Ρόρι Κινίαρ – πολύ καλός) για να μιλήσει στο  Σεντ Πίτερς Φιλντς του Μάντσεστερ, εμψυχώνοντας τους απεγνωσμένους ανθρώπους. Ρουφιάνοι, τσιράκια της εξουσίας, χωροφύλακες και παρατρεχάμενοι της άρχουσας τάξης αρχίζουν τις προδοσίες, παραφράζοντας το ύφος της συγκέντρωσης, μπολιάζοντας με φόβο τον δικαστικό και τον επιχειρηματικό κόσμο της περιοχής. Πολιτικοί και κεφάλαιο τρομοκρατούνται, φοβούμενοι για επανάσταση, όπως στην Γαλλία και για να διασώσουν τα κεκτημένα τους, αδιαφορώντας για τις ζωές των ανθρώπων διατάζουν το ιππικό και τους στρατιώτες να διαλύσουν την συγκέντρωση των 80.000 ανθρώπων που πήγαν οικογενειακώς να παρακολουθήσουν την ομιλία του Χαντ.

 

Θεατρικός αρχικά και στη συνέχεια στο BBC, ο 75χρόνος Αγγλο-Εβραίος σκηνοθέτης και υποψήφιος για 7 Όσκαρ Μάικ Λι, των εξαιρετικών ταινιών «Κορίτσια Καριέρας», «Η Παράσταση μιας Ζωής», «Το Μυστικό της Βέρα Ντρέικ» και «Μια Χρονιά Ακόμα» για δεύτερη φορά, μετά την «Παράσταση μιας Ζωής», στήνει ταινία ιστορικής περιόδου κόστους 18 εκατ. δολαρίων και σενάριο δικό του με ένα καστ περισσότερους από 100 ηθοποιούς. Κάθε του πλάνο και ένα ζωγραφικό έργο (μαγευτική η φωτογραφία του Ντικ Πόουπ), λες και είναι βγαλμένα από τα καβαλέτα του  Τόμας Λόρενς ή του  Γουίλιαμ Χόγκαρθ. Η απόδοση της εποχής εκπληκτική και ξαφνικά βλέπεις γεγονότα και καταστάσεις προ 200 χρόνων και εκπλήσσεσαι με την ζωντάνια και την ομοιότητα του σήμερα. Μόνο τα ρούχα αλλάζουν, ενώ όλα τα υπόλοιπα παραμένουν ίδια, ξεκινώντας από το σκεπτικό της άρχουσας τάξης έως τις αντιδράσεις του καταπιεσμένου λαού, που μπροστά στην μικρή δύναμη των έφιππων και πεζικάριων πραιτοριανών τράπηκαν σε φυγή 80.000 πανικόβλητοι άνθρωποι.

Η ταινία του Μάικ Λι, που είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα του 1819, είναι ένας πεντακάθαρος καθρέπτης που κραυγάζει την εικόνα της Ευρώπης του 2018.               

«Ο Καρυοθραύστης και τα Τέσσερα Βασίλεια»

(The Nutcracker and the Four Realms)

 

  • Είδος: Παιδικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λάσε Χάλστρον και Τζο Τζόνστον
  • Με τους: Κίρα Νάιτλι, Μακένζι Φόι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, Ελεν Μίρεν, Μόργκαν Φρίμαν, Μάθιου Μακφάντιεν
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Βασισμένο στο γνωστό παραμύθι, που αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους, γραμμένο το 1816 από τον Γερμανό συγγραφέα Έρνστ Θίοντορ Αμαντέους Χόφμαν, «Ο Καρυοθραύστης». Το παραμύθι διασκευάστηκε το 1892 από τον Αλέξανδρο Δουμά για να συνθέσει σε δυο πράξεις και τρεις σκηνές ο  Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι το γνωστό μπαλέτο. Η Ντίσνεϊ διασκευάζει ξανά τον μύθο σε μια πλούσια, καθ΄ όλα μαγευτική παραγωγή σε σκηνοθεσία των: Λάσε Χάλστρον και Τζο Τζόνστον με δυνατό καστ, ότι πρέπει δηλαδή για τους μικρούς θεατές ένεκα των γιορτινών ημερών που πλησιάζουν, μη αμελώντας να προσθέσει και μια καλή δόση μπαλετικού αρώματος.

 

Η Κλάρα (Μακένζι Φόι – καλή), είναι μία έξυπνη 14χρονη με πάθος για την επιστήμη. Η πρόσφατη απώλεια της μητέρα της την έχει αποσυντονίσει και μαζί με τα δυο αδέλφιά της και με τον πατέρα της (Μάθιου Μακφάντιεν – καλός) θα περάσουν οικογενειακώς τα Χριστούγεννα στον σοφό και αινιγματικό νονό της Κλάρας, τον Ντροσελμάγιερ (Μόργκαν Φρίμαν).

Πριν φύγουν για το σπίτι του νονού η Κλάρα λαμβάνει ένα δώρο από την μητέρα της και είναι  ένα μουσικό κουτί σε σχήμα αυγού με ένα σημείωμα που λέει: «Ό,τι χρειάζεσαι είναι μέσα εδώ». Αλλά το κουτί είναι κλειδωμένο και, παραδόξως, δεν υπάρχει κλειδί. Απογοητεύεται γιατί θέλει να ξεκλειδώσει το κουτί και να μάθει τα μυστικά του. Το Χριστουγεννιάτικο δώρο θα την οδηγήσει, χωρίς να το υποψιάζεται, στην αναζήτηση του κλειδιού σε έναν παράξενο και μυστηριώδη παράλληλο κόσμο. Εκεί η Κλάρα συναντά έναν στρατιώτη με το όνομα Φίλιπ, μία συμμορία ποντικιών και τους αντιβασιλείς τριών βασιλείων: των νιφάδων, των λουλουδιών και των ζαχαρωτών. Την υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες, ειδικά η Ζαχαρένια Νεράιδα (Κίρα Νάιτλι – πολύ καλή σε ένα ρόλο που δεν την έχουμε συνηθίσει), που της εκμυστηρεύεται ότι κάποτε ήταν κοντινή φίλη της μητέρας της. Αλλά αυτός ο παράξενος καινούριος κόσμος δεν είναι ολοκληρωμένος. Έχει διασπαστεί εξαιτίας παλιότερης διαμάχης, μία βασίλισσα είναι εξόριστη και το βασίλειο της είναι ξεχασμένο, γεμάτο ποντίκια, που είναι στρατιώτες. Η Κλάρα και ο Φίλιπ πρέπει να πάνε κόντρα σε αυτό το απειλητικό Τέταρτο Βασίλειο, την πατρίδα της τυραννικής Κόκκινης Μητέρας Έλεν Μίρεν  – καλή), για να βρουν το κλειδί και να γαληνέψουν αυτόν τον ασταθή κόσμο.   

«Οι Στάχτες Μιας Αγάπης»

(Ash is Purest White)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Κίνα, Ιαπωνία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ζία Ζάνγκε
  • Με τους: Ζάο Τάο, Λιάο Φαν, Ξου Ζενγκ
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Ama Films

Στον φακό του καλλιτέχνη Ζία Ζάνγκε ξανά η Κίνα που σαν νεράιδα της λίμνης μεταμορφώθηκε σε 15 χρόνια από προλεταριακή δύναμη σε καπιταλιστική υπερδύναμη. Και αυτή τη φορά, ο Ζάνγκε ποιητικός (Πέρα από τα Βουνά), τον απασχολεί και τον ταλανίζει η οργιώδης πολιτισμική μετάλλαξη της χώρας του. Ακουμπάει περίτεχνα στο πρόσωπο και την ψυχοσύνθεση μιας γυναίκας του υποκόσμου για να μας αφηγηθεί, ότι όλα θυσιάστηκαν αβλεπί στον βωμό του εκσυγχρονισμού και της μονέδας. Χωρίς να συμπεριφέρεται σαν επαίτης, ο σκηνοθέτης επαφίεται στην παιδεία του θεατή για να καταλάβει το αυτονόητο.

 

Ο Μπιν (Λιάο Φαν – καλός), o μικρομαφιόζος, αλλά δίκαιος δερβέναγας  μιας παρηκμασμένης επαρχιακής πόλης της βόρειας Κίνας, που ζει από την εξόρυξης άνθρακα, αλλά και το ορυχείο έκλεισε το 2001,  πέφτει θύμα μιας απόπειρας δολοφονίας, ενορχηστρωμένης από μια συμμορία λούμπεν νεαρών που θέλουν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία του. Η σύντροφος του Κιάο (Ζάο Τάο – εξαιρετική), αποτρέπει την επικείμενη τραγωδία αλλά ένα παράνομο όπλο που βρίσκεται στην κατοχή της, την οδηγεί στην φυλακή για τα επόμενα πέντε χρόνια. Όταν αποφυλακίζεται η Κίνα έχει αρχίσει να μπαίνει σε δυναμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, για να αντιμετωπίσει το μεγάλο γεγονός των Ολυμπιακών Αγώνων. Δεν είναι η μοναδική αλλαγή που θα αντιμετωπίσει η Κιάο. Ο λεγάμενος Μπιν, που για χάρη του πέρασε 5 χρόνια στη φυλακή έχει βρει άλλη κανάρα, οπότε η γυναίκα φεύγει και με την τέχνη του κομπιναδόρισας και του λαμόγιου ταξιδεύει στην Κίνα, προσπαθώντας να επιβιώσει σε μια χώρα, που καμιά ημέρα δεν είναι η ίδια με την προηγούμενη.

 

Υπέροχα πλάνα και ένα μελαγχολικό σούρσιμο της κάμερας του Ζία Ζάνγκε, να μοιάζει με ανεκπλήρωτο ανάθεμα, το σινεμά του Κινέζου σκηνοθέτη είναι διαφορετικό από κάθε γνωστό του είδους. Στοχασμός και δράση σε μια ταινία που ναι μεν κρατάει το ενδιαφέρον ως προς τον προβληματισμό του δυτικότροπου σκεπτικού της άκρατης εξέλιξης, παράλληλα και μέσα από την αρρωστημένη σχέση της Κιάο και του Μπιν μοντάρεται ξανά το παρελθόν της χώρας. Μιας χώρας που άνθρωποι σαν αυτές τις δυο φιγούρες δεν χώρανε. Και το φινάλε είναι υπέροχο με το ζευγάρι να ανταμώνει ξανά κάτω από άλλες συνθήκες όχι όπως ήταν εκείνα τα χρόνια, αλλά «κτυπημένο», λαβωμένο καίρια σαν την ίδια την χώρα τους.       

«Η Κατηγορούμενη»

(Acusada)

 

  • Είδος: Δικαστικό δράμα
  • Παραγωγή: Αργεντινή, Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γκονζάλο Τομπάλ
  • Με τους: Λαλί Εσποζίτο, Λεονάρντο Σμπαράλια, Ντανίελ Φανέγκο
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Tanweer

Η πολλά υποσχόμενη ζωή της όμορφης φοιτήτριας Ντολόρες (Λάλι Εσπόζιτο) ανατρέπεται, όταν η καλύτερη της φίλη δολοφονείται άγρια και οι υποψίες στρέφονται σε βάρος της.

Η νεαρή κοπέλα βρίσκεται το μάτι του κυκλώνα και όλοι έχουν άποψη για το αν είναι ένοχη ή αθώα. Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία, η Ντολόρες περνάει τις μέρες της προετοιμαζόμενη για τη δίκη, απομονωμένη στο σπίτι της, ενώ οι γονείς της κάνουν τα πάντα για να την υπερασπιστούν. Ο καλύτερος δικηγόρος δεν τους είναι αρκετός και οι γονείς της την ελέγχουν καταπιεστικά. Όσο η δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη, υποψίες και ένοχα οικογενειακά μυστικά έρχονται στην επιφάνεια. Στο χείλος του γκρεμού, εκεί που κάθε λάθος μπορεί να αποβεί μοιραίο, η  όλο και πιο απομονωμένη Ντολόρες θέτει τη στρατηγική υπεράσπισης σε κίνδυνο.

 

Δεν το έχει το δικαστικό δράμα μιξαρισμένο με την θριλερ υπόσταση και το κραυγαλέο κοινωνικό σχόλιο για τα αδηφάγα Μ.Μ.Ε., ο 37χρονος Αργεντινός σκηνοθέτης  Γκονζάλο Τομπάλ. Αχταρμάς η υπόθεση, άνευ ειρμού και συγκεκριμένης κατεύθυνσης το σενάριο πάσχει από δέκατα, με εξαίρεση μια δυο καλές σεκάνς, η υπόλοιπη ταινία μοιάζει με μπανταρισμένο σκάφος γεμάτο νερά. Το δε φινάλε είναι ανεκδιήγητο έως απαράδεκτο, αφήνοντας ξεκρέμαστο το στόρι και τους θεατές σίγουρα με αναπάντητα ερωτηματικά. Άνευρο, αδιάφορο και αναποφάσιστο.

«Suspiria»

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λούκα Γκουαντανίνο
  • Με τους: Ντακότα Τζόνσον, Τίλντα Σουίντον, Μία Γκοθ, Κλόε Γκρέιζ Μόρετζ, Τζέσικα Χάρπερ
  • Διάρκεια: 152’
  • Διανομή: Seven Films

Το έχουμε γράψει πάμπολλες φορές, ότι ορισμένες ταινίες δεν είναι για να αγγίζονται. Δημιουργήθηκαν κάποια συγκεκριμένη εποχή, από κάποιους συγκεκριμένους σκηνοθέτες, έγραψαν ιστορία και πακτώθηκαν σαν γέρικες βελανιδιές στο μαγικό δάσος της 7ης Τέχνης για να προσφέρουν την σοφή σκιά τους στους περαστικούς. Μια από αυτές είναι και το «Suspiria» του 1977 σε σκηνοθεσία του αξεπέραστου Ντάριο Αρτζέντο.

Η νεαρή Αμερικανίδα χορεύτρια, Σούζι Μπάνον, πηγαίνει στο Βερολίνο της δεκαετίας του ’70 με την ελπίδα ότι μπορεί να γίνει μέλος της διεθνούς φήμης σχολής χορού «Helena Markos». Ήδη από την πρώτη της πρόβα η Σούζι εντυπωσιάζει με το ταλέντο της τη διάσημη χορογράφο της σχολής, τη Μαντάμ Μπλανκ, κάτι που πολύ γρήγορα την οδηγεί στο να κερδίσει το ρόλο της κορυφαίας χορεύτριας. Η προκάτοχος της Σούζι, η Όλγα, καταρρέει και κατηγορεί τις «Μητέρες», οι οποίες διευθύνουν τη σχολή, πως είναι μάγισσες. Πριν όμως καταφέρει να το σκάσει, συλλαμβάνεται και βασανίζεται από μια μυστηριώδη δύναμη, η οποία με κάποιον τρόπο συνδέεται με το χορό της Σούζι.

Παρά το γεγονός ότι η Σούζι λαμβάνει από την αρχή προειδοποιητικά σήματα κινδύνου, συνεχίζει την άνοδό της στην κορυφή της σχολής, με κάθε κόστος. Καθώς οι εξαντλητικές πρόβες συνεχίζονται προκειμένου να δοθεί μια τελευταία παράσταση με τη χορογραφία «Volk», που αποτελεί το σήμα κατατεθέν της σχολής, η Σούζι και η Μαντάμ Μπλανκ έρχονται ιδιαζόντως πολύ κοντά η μία με την άλλη, κάτι που δηλώνει πως αυτό που επιδιώκει η Σούζι ευρισκόμενη στη συγκεκριμένη σχολή, δεν εξαντλείται στο χορό. Εν τω μεταξύ, ο ψυχοθεραπευτής Δόκτορ Κλέμπερερ ανακαλύπτει το ανατριχιαστικό ημερολόγιο που κρατούσε μια ασθενής του, η Πατρίσια, πρώην χορεύτρια στη σχολή «Helena Markos», στο οποίο ημερολόγιο περιγράφεται μια αρχαία δαιμονική θρησκεία, την οποία εξασκούν οι Μητέρες. Όταν η Πατρίσια εξαφανίζεται μυστηριωδώς, ο γιατρός προσπαθεί να ενημερώσει σχετικά την αστυνομία, που όμως δεν του δίνει σημασία. Παίρνοντας την υπόθεση στα χέρια του, προσεγγίζει μια ενεργή χορεύτρια της συγκεκριμένης σχολής, τη Σάρα, προκειμένου να τον βοηθήσει. Μετά τη συνάντησή τους η Σάρα τολμά και χώνεται στα βάθη των κρυμμένων θαλάμων της σχολής, όπου την περιμένουν παράξενες και φρικτές ανακαλύψεις.

Μπαίνεις στην διαδικασία του remake και είσαι γυμνός σαν σαλιγκάρι δίχως κέφυλος. Δεν έχεις τα φόντα, ω σκηνοθέτα Λούκα Γκουαντανίνο,  να προσδώσεις μια διαφορετική οπτική σε ένα αριστούργημα, δεν διαθέτεις την δύναμη και την γνώση να προσφέρεις αναζωογονητική ανάσα στην κορυφή των Ιμαλάϊων. Είσαι φλύαρος, φιγουρατζής, ελάχιστος και κακός σκηνοθέτης. Μείνε με πείσμα, λοιπόν, εσύ και οι όμοιοι σου, στις δηθενιές που κατασκευάζεις με ζήλο του στυλ «Να με Φωνάζεις με τ’  Όνομά σου» και άφησε στην ησυχία της την γραμματική του παράδοξου σε κάποιους που έχουν ξεπεράσει την τσίμπλα της εφηβείας και ωρίμασαν όχι με ζαχαρωτά και τσιτάτα, αλλά μετρώντας σκιές και ήλιους σε χώρες που ούτε στην φαντασία σου δεν υπάρχουν. Έπιασες την «Suspiria» στα χέρια σου και μοιάζει με χοντροκοπιά, ένα άθλιο κατασκεύασμα σαν να ήθελες να εκδικηθείς και όχι να τιμήσεις το αρχικό δημιούργημα. Η θλίψη και η απόγνωση δική σου. Αυτά με στενάχωρη σκέψη!       

   Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία «Motherland», του Γιώργου Ευθυμίου, από τις 2 Νοεμβρίου 2018 στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμο»

«Απόλυτος τρόμος και ψυχροπολεμικός έρωτας ενσταλάζουν αίμα, νοσταλγία και ρομαντισμό», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Αρκετοί είναι οι φανς των splatter films που πιστεύουν ότι ο μετρ Τζον Κάρμπεντερ είναι ο γεννήτωρ των κινηματογραφικών psychο – serial killers με την δημιουργία του άλαλου μαχαιροβγάλτη Μάικλ Μάιερς στη «Νύχτα με τις Μάσκες» (Halloween) του 1978. Αμ δε! Τέσσερα χρόνια νωρίτερα ο σκηνοθέτης Τόμπι Χούπερ εξαπολύει στην μεγάλη οθόνη τον πρώτο σφαγέα, ανθρωπο-τέρας με το παρατσούκλι Leatherface, που ως σύγχρονος Αρμαγεδδών μετατρέπει τα ανθρώπινα σώματα σε κρεάτινα τεύχη, με την βοήθεια του αχώριστου αλυσοπριόνου του, φτιάχνοντας κομμάτια ικανά να ταΐσουν την κανιβαλο-οικογένεια του, κάπου στο Τέξας. «Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι» (The Texas Chain Saw Massacre) του 1974, βασισμένο σε μια αληθινή ιστορία, σηκώνει την αυλαία σε ένα νέο είδος σινε τρόμου, ικανό να γεμίζει τα ταμεία με χρήμα, αξιοποιώντας την χρυσοφόρο φλέβα σε πολλές συνέχειες.

Ακολούθησε το «Παρασκευή και 13» (Friday the 13th) στην αυγή των eighties του Σον Κάνινγκαμ με τον, επίσης, άηχο μακελάρη Τζέισον, για να ολοκληρωθεί το καρέ του τρόμου το 1984 με την πιο εφιαλτική, κυριολεκτικώς, φιγούρα του είδους, τον λαλίστατο, αιμοσταγή χιουμορίστα Φρέντι Κρούγκερ στον «Εφιάλτη του Δρόμου με τις Λεύκες» (A Nightmare on Elm Street), του, επίσης, μέγα Γουές Κρέιβεν.

Κοινό ενδιαφέρον των τεσσάρων, διάσημων κινηματογραφικών psychο – serial killers, ο «μεζές» τους δηλαδή, είναι τα ανυποψίαστα σχολιαροκόριτσα όχι πως κιοτεύουν στα αρσενικά εφηβάκια που θα μπουν εμπόδιο στο διάβα τους, αλλά στοχεύουν αποκλειστικά στο νεανικό, ανυπεράσπιστο θηλυκό – γυναίκα, ένεκα των αθεράπευτων συμπλεγματικών οιδιπόδειων με τις μαμάδες τους. Ηλεκτρικό πριόνι ο Leatherface, μαχαίρια, μπαλτάδες ο Μάιερς και ο Τζέισον, αιχμηρά, μεταλλικά ακροδάχτυλα ο Φρέντι είναι τα αναγκαία εργαλεία τους στην σκοτεινή περιοδεία τους. Μετρημένα jump scares, αμέτρητα ουρλιαχτά, τσιρίδες των θεατών επενδύουν ηχητικά την σκοτεινή αίθουσα κατά την διάρκεια των προβολών τους.

Βωβοί οι τρεις πρώτοι (με κάποια μουγκρητά ο θορυβώδης Leatherface, συντροφιά με τον ανατριχιαστικό ήχο του βενζινοκίνητου πριονιού), απαράδεκτα φλύαρος, πλακατζής για το είδος του τρόμου, ο Κρούγκερ. Μάσκες καλύπτουν τα πρόσωπα των τριών πρώτων (βαθιά σχισματικά άτομα, που δεν θέλουν την μορφή τους εκτεθειμένη στα ανθρώπινα βλέμματα), καμένο, φρικτό πρόσωπο φόρα παρτίδα με πλατύγυρο καπέλο, στιλ Ιντιάνα Τζόουνς, φορεμένο στο σκαμμένο κεφάλι του ο Φρέντι.

Τα πρώτα κινηματογραφικά επεισόδια αυτής της κολασμένης συντροφιάς είναι κορυφαία, τα δεύτερα κάπως ανεκτικά για να καταλήξουν, έπειτα, από πολλές κινηματογραφικές συνέχειες, παρωδίες που μόνο τον χαβαλέ και το κράξιμο προκαλούσαν. Το σπλατερικό είδος των psychο – serial killers από ένα σημείο και έπειτα κρεμιέται στο μανταλάκι του φαιδρού και οι νοσταλγοί καταπονούν τα βίντεο, τα dvd’s στη συνέχεια, από τα αμέτρητα παιξίματα των πρώτων εμφανίσεων της στοιχειωμένης τετράδας, βλέποντας ξανά και ξανά τις αρχικές ταινίες τους. Ώσπου το 1996 ο Γουές Κρέιβεν ανασταίνει το είδος από τον τάφο της μετριότητας με την «Κραυγή Αγωνίας» (Scream) και τον μαυροφορεμένο ρομπάτο serial killer με την σουρεαλιστική σκελετομουτσούνα, που θυμίζει λεπτομέρεια από έργο του Σαλβατόρ Νταλί. Ελπιδοφόρα η αναβίωση του είδους τρόμου με το αίμα των κολεγιοκόριτσων να ποτίζει, για μια ακόμα φορά, την μεγάλη οθόνη. Οι τσιρίδες βρίσκουν την φόρμα τους στην σκοτεινή αίθουσα, αλλά μηδέ Leatherface και Μάικλ Μάιερς, μηδέ Τζέισον και Φρέντι Κρούγκερ είναι. Το σκοτεινό υπόβαθρο, ο τρόμος και η τελετουργική ψυχασθένεια παρέδωσαν την σκυτάλη στην προβληματική λήξη της εφηβείας, για να ισορροπήσουν κάπως τα πράγματα το 2001 με το απόκοσμο, φτερωτό ον στην ταινία του Βίκτορ Σάλβα «Jeepers Creepers» σε παραγωγή του Φράνσις Φορντ Κόπολα.

Οι πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις που πλαισιώνουν τις παραπάνω ταινίες, χαράχτηκαν βαθειά στις ακουστικές μνήμες των σινεφίλ του cult movie, καταλήγοντας ως η διαλεκτική και ο εσωτερικός ήχος των άλαλων πρωταγωνιστών ανθρωπο-τεράτων. Όταν οι πρώτες μουσικές συλλαβές εισβάλλουν με θράσος στα ώτα μας, αίφνης, η πρώτη εικόνα που βγαίνει στην οθόνη του μυαλού μας είναι…

«Mandy»