fbpx

«Όνειρα Μεταμεσονύχτιας Προβολής», του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μοιάζει με παραμύθι αλλοτινών εποχών αλειμμένο από φανταστικές ιστορίες. Το ανέμισμα ενός ξημερώματος Κυριακής στην πόλη των πραγμάτων και των θαυμάτων μας, ήταν πάντα διαφορετικό όταν συνοδευόταν από μεταμεσονύκτιες, «φευγάτες», κινηματογραφικές προβολές. Το γράφει κάποιος που στην εκπνοή της εφηβείας, στην νιότη του ακόμα και στα πρώιμα χρόνια της ωριμότητας δεν άφηνε μεταμεσονύχτια, κινηματογραφική αίθουσα άπαρτη.

Κι όπως κάθε παραμύθι, έτσι κι αυτό είχε τον δικό του δράκο να φυλάει τα ιερά περάσματα και τα μύχια των επιθυμιών. Ποια είναι αυτά; Μα, η καθολική αφιέρωση του Σαββατόβραδου σε μια σκοτεινή αίθουσα, γεμάτη μυστήριο, μύθους, τρόμο, αίμα, μαγεία, παρανοϊκούς ήρωες, ανθρώπινα και εξωπλανητικά τέρατα. Κάποτε, τότε, που ακόμα δεν είχε ναρκωθεί η γόνιμη κοινωνικότητα στην άθραυστη γυάλα του απομονωτισμού, αλλά ήταν αυτό καθεαυτό πραγματικό γεγονός και η μεταμεσονύχτια προβολή ήταν το πολυεδρικό αλισβερίσι των αμέτρητων συναισθημάτων, όταν μερικοί κινηματογράφοι φιλοξενούσαν πλήθος ανθρώπων αναζητώντας στο σκοτάδι της αίθουσας την έκρηξη μεγατόνων του πηγαίου συναισθήματος.

Η μεταμεσονύχτια προβολή ταινίας ανάπνεε, ζούσε, σάλευε ανάμεσά μας ως ιστορία πόλης, κλείνοντας ή ανοίγοντας την σαββατιάτικη μας έξοδο. Συνήθως την άνοιγε, εδώ που τα λέμε, όπως άνοιγε και την όρεξη για παγωμένες μπύρες και φαγάκι με αφοριστικά, λιπαρά εδέσματα και αξημέρωτες συζητήσεις μέχρι να δοκιμάσεις, εκτός των αντοχών σου, και το πρώτο, τραγανό κουλούρι ξημέρωμα Κυριακής στην συμβολή Ιπποκράτους και Ακαδημίας. Παραμυθένια όλα αυτά. Το γνωρίζω πως είναι. Τα έζησα έντονα, όταν ακόμα υπήρχε σινεφίλ μεράκι από τους αιθουσάρχες, τους διανομείς και εσωτερική ανάγκη επικοινωνίας από τους θεατές. Όταν η εξωστρέφεια δεν ήταν ελάττωμα αλλά η γεφύρωση μιας επιβεβαίωσης, πως ήμαστε πολιτικά όντα με δίψα για ανθρώπινη συναναστροφή μέσα από την μαγεία της 7ης Τέχνης. Τι, όμορφες εποχές! Αχ, βρε νεολαία της γενιάς του καντράν, πόσο άδεια θα καταλήξεις στο άλμπουμ των προσωπικών σου εικόνων, πόσο στεγνή και άφορη στην προπαίδεια των εμπειριών σου.

Τα κρυφά τηλεφωνήματα και οι μεταξύ μας συνεννοήσεις στο Λύκειο πέφτανε βροχηδόν όταν ενημερωνόμασταν από τους μεγαλύτερους, πως το Ελυζέ, το Ριάλτο, η Ααβόρα, το Άλφαβιλ ή η Δεξαμενή, το Ιντεάλ σήκωναν στο νυχτερινό, άσπρο πανί τεφαρίκι πράγμα. Συνομωσίες και οργάνωση επικίνδυνων αποστόλων ακρίβειας ξεκινούσαν από τη Πέμπτη, σχεδιαζόντουσαν στην λεπτομέρεια τους, με κανά δυο δοκιμασμένους συγγενείς ή οικογενειακούς φίλους ως συμμάχους, εκεί προς τα τελειώματα της εφηβείας, για να ξεγλιστρήσουμε ανώδυνα από τον στενό κλοιό της περιχαρακωμένης, φαμιλιέρικης εστίας και να ρολάρει στην συνέχεια το ξενύχτι με παρείστικο κουβεντολόι, πάντα, εντός των πεπραγμένων της ταινίας.

Οι μεταμεσονύχτιες, κινηματογραφικές προβολές πληρούσαν τις προϋποθέσεις κάθε καλού παραμυθιού και στα μικρά διαλείμματα (μέχρι να αλλαχτεί στο τσακ μπαμ η μπομπίνα) τα φουαγιέ των αιθουσών παραδινόντουσαν στα μουρμουρητά, στα γέλια, στο ντουμάνι του γρήγορου τσιγάρου, ενώ στην σκοτεινή αίθουσα, το φως επάνω στο μικρό τετράγωνο άνοιγμα, άσβεστο. Ο προβολατζής παρών στο καμαράκι, κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λιώμα ο άνθρωπος από την κούραση των συνεχόμενων παραστάσεων. Μερικές έξυπνες ατάκες από την γαλαρία που ήταν σε εγρήγορση για την αφηρημάδα του, την αργοπορία στην αποκατάσταση της όποια βλάβης ανέβαζαν τον υδράργυρο στο νυχτερινό θέαμα επί της οθόνης. Φώτα σβηστά, μεταμεσονύκτιο, μονότονος ο ήχος της μηχανής, αδιαχώρητο στην αίθουσα, σιγή ερήμου, Ρότζερ Κόρμαν στο πανί… ξεκινάμε!

Μεταμεσονύχτιες δόσεις χρυσόσκονης

Ανείπωτη η ατμόσφαιρα στις μεταμεσονύχτιες προβολές. Ταινίες τρόμου και φαντασίας άλλων κινηματογραφικών δεκαετιών, ακόμα και των πιο σύγχρονων με το αναγνωρισμένο σφράγισμα του «cult», κάτι σαν το αιρετικό μαρκάρισμα του τρισκατάρατου. Στις μεταμεσονύχτιες προβολές, ως επί το πλείστον «τρέχανε» ταινίες, που μοσχοβολούσαν παρελθόν, βλέποντας στην μαυρόασπρη οθόνη τις βαθιές, λευκές «ρυτίδες» του χρόνου πάνω στο φιλμ (φιλμ ήταν τότε). Πολλές ήταν οι φορές που κατά την διάρκεια της προβολής σιγοψιθυρίζαμε μεταξύ μας αγχωμένα: «τώρα θα μας μείνει», «μας τελείωσε», «θα κοπεί». Αλλά και πάλι όταν «έμενε», όταν «τελείωνε» ή όταν «κοβότανε» η προβολή στην πραγματικότητα δεν έμενε, ούτε τελείωνε, ούτε κοβότανε, απλά, η ταινία έφερνε μαζί της την ανεξίτηλη αίσθηση της μυθικής παλαιότητας. Παρακολουθούσαμε, επίσης, ταινίες ελάχιστα παιγμένες στην Ελλάδα, που εκ δεδομένου δεν ήταν για το ευρύ κοινό, αλλά ο αιθουσάρχης που ήταν «τσίου» και πωρωμένος σινεφίλ, διαχειριζόταν τα ένστικτά του αλάνθαστα.  

Το εισιτηριάκι φτηνό, προσβάσιμο για τα βαλάντια της εποχής, αν και στον συνωστισμό, στον γενικότερο χαμό του ταμείου υπήρχαν και οι γνωστοί άγνωστοι τζαμπατζήδες, που γλιστρούσαν σαν τα χέλια στο λάθρα, εκμεταλλευόμενοι την, εκ του ταμειακού κουβουκλίου, ορατότητα μηδέν. Στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ, ενίοτε, ήταν καλά στριμωγμένο το παγωμένο, παράνομο, μπυρόνι μαζί με το ανοιχτήρι από το σπίτι και όταν άνοιγε η φιάλη στο πλήρες σκότος, έπειτα από τόσες ώρες αναμονής, ο ζύθος είχε γίνει υγρό για ξύρισμα, αλλά είχε την γλύκα του, διάολε. Καθένας έφερνε το κάτι τις μαζί του. Ο Τέλης ήταν πάντα των αλμυρών μπισκότων και του ευκολομεταφερόμενου ποτού. Ο Θοδωρής φιστικάκι αράπικο ή στραγάλια από την καβάντζα του πατέρα του, η Βικούλα έπαιζε ανάμεσα στα καθαρισμένα καρότα και τα μπατόν σαλέ, η Αύρα πάντα τσιπς, ενώ εγώ κουλουράκια φτιαγμένα από την χρυσοχέρα κυρία Όλγα. Αυτά τότε, πριν χρόνια σαν εκδρομή φίλων στα μεταμεσονύχτια, κινηματογραφικά βασίλεια του παράδοξου.

Ελάχιστοι κινηματογράφοι, συνήθως του κέντρου, αφού τραβούσαν το προγραμματισμένο «κουπί» των απογευματινών και βραδινών προβολών, στις εντεκάμιση αρχικά, έπειτα κατά τις δώδεκα παρά του Σαββάτου, το σινεμά υποδεχόταν τους «άλλους», τους «μυημένους», που είχαν πάρει γραμμή για το έργο. Λίγοι στην αρχή, περισσότεροι στην συνέχεια, το αδιαχώρητο προς το τέλος της χειμερινής σεζόν. Ένα διαφορετικό σύμπαν, μυστηριώδες, απαιτητικό, άτακτο, ενθουσιώδες αναλάμβανε να ταξινομήσει, είτε βωβά, είτε θορυβωδώς τον παλμό του παράδοξου της κινηματογραφικής ταινίας, που κατέληγε σε ενθουσιασμό. Ούτε γκόμενα να ήταν.

Αρκετά φιλμς άγνωστα στο ευρύ, φιλοθεάμον κοινό απέκτησαν την μαγική χρυσόσκονη της μεταμεσονύχτιας προβολής τους, το πασαπόρτι από τους «τρελαμένους», εξαργυρώνοντας το πιο σπάνιο εισιτήριο που υπάρχει: Να βλέπεις στην μεγάλη οθόνη ενός κινηματογράφου, ώρα δώδεκα νυχτερινή, ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα από το βασίλειο του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας ή την απερίγραπτη παπαριά και, διάολε, να χαίρεσαι το ίδιο. Αυτό ήταν, η χρυσόσκονη που αναφέραμε μετασχημάτιζε συνεχώς.

Εσύ, η παρέα σου, ακόμα διακόσιοι, παντελώς άγνωστοι άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και φύλου, στην σκοτεινή αίθουσα απέναντι από το μεγάλο πανί να ζεις, να μοιράζεσαι το γέλιο, την αγωνία, τον τρόμο, την ξερολίαση, την έντονη κριτική, το γιουχάισμα, το κράξιμο (κάποιες φορές) ή την χαρά, που επιτέλους είδες την ταινία που είχες κάπου διαβάσει, που είχες κάπου ακούσει τόσα «μυθικά» και τρανά γι αυτήν. Το μεγαλείο του αυθορμητισμού. Κι αυτό γιατί, είτε δεν αντάμωσες ποτέ με το έργο, διότι όταν προβλήθηκε στην χώρα σου δεν ήσουν καν στον οικογενειακό προγραμματισμό, είτε γιατί ήταν απαγορευτική για τα ελληνικά ταμεία των κινηματογράφων και δεν αποκαλύφθηκε, είτε ακόμα γιατί η μισητή ένδειξη «Ακατάλληλον δι Ανηλίκους» στην πρώτη προβολή της έσερνε το ανάθεμα από τα πυρωμένα σωθικά στα παιδικά σου χείλη.

Αυτές ήταν οι μεταμεσονύχτιες προβολές. Η μύηση σε ανώτερες βαθμίδες της σινεφίλ επικοινωνίας, που πουθενά αλλού δεν προέκυπτε. Πιστέψτε με! Ήταν η ελευθερία της ανοιχτής έκφρασης, που δεν την είχες στις απογευματινές και τις βραδινές προβολές με το οικογενειακό σετάρισμα, τους «μυστήριους» και τους καθώς πρέπει. Καλές κι εκείνες, αλλά μεταμεσονύχτιο σε ηλικία 17 χρόνων να παρακολουθείς την ταινία του 1934 «Το Φάντασμα του Τρόμου» (Return of the Terror), του  Χάουαρντ Μπρέρθτον, παρών στην αίθουσα προβολής, ήταν το όνειρο, η φεγγαράτη βόλτα στον μύθο. Ήταν η μάζωξη των «σαλταρισμένων». Ήταν η επιστράτευση των αρετών, αυτών της ανοχής και της κατανόησης στο να ακούς από τον πάσα άγνωστο υπέροχες κινηματογραφικές ξεναγήσεις με γνώση και ύφος περισπούδαστο (γιατί ήξερε πως είναι καλός στο είδος) έως την κάθε μαλακία από τον ξενέρωτο τύπο που βρέθηκε ξέμπαρκα στην «στοά» των μυημένων, γιατί τον έσυρε η γκαζωμένη, με τον Ντάριο Αρτζέντο, κοπελιά του.

Η χωροχρονική πύλη της μεταμεσονύχτιας προβολής είχε σημασία, γιατί ελάχιστοι ήταν οι μαγικοί «σινεμάδες», που τολμούσαν να σε υποδεχθούν και να σε «περάσουν» στο παράδοξο του λευκού πανιού. Τα «στέκια» ήταν ξεκάθαρα και νοικοκυρεμένα στο νοητικό του θεατή. Όπως κάνα δυο ήταν κι αυτοί, οι αιθουσάρχες που πήραν την πρωτοβουλία να ανοίγουν τις σάλες τους στο βαρύ μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου προς την Κυριακή με τα μπαρ στα φουαγιέ τους κλειστά και να μην μπορείς να ψωνίσεις ούτε τσιπς, ούτε ποπ κορν και αναψυκτικά για τους «κολασμένους». Κολασμένοι; Όχι δα! Αρπαγμένοι, διψασμένοι, πωρωμένοι, φεγγαροκτυπημένοι ναι.

Τα «άβατα» και οι «γαλαζοαίματοι» της ιδέας

Σινεμα Plaza
Ααβόρα Art Cinema
Σινεμά Άλφαβιλ
Αντώνης Στεργιάκης
Σινεμά Ideal

Το σκονισμένο ιστορικό βιβλίο των μεταμεσονύκτιων προβολών έχει καταχωρημένο ως πρώτο όνομα τον άνθρωπο που σκέφτηκε την δημιουργία των μεταμεσονύκτιων, κινηματογραφικών προβολών. Βαγγέλης Κοτρώνης! Έτσι απλά. Δεν τον γνώρισα και δεν τον πρόλαβα. Ό,τι ξέρω γι  αυτόν τον άνθρωπο είναι μόνο εξ΄ ακοής. Ο εφευρέτης, ο ήλιος του μεταμεσονύχτιου, ο άνθρωπος με την σκέψη, ότι οι πραγματικοί σινεφίλ κι όχι οι «λαδωμένοι» κουλτουριάρηδες με τα κασκόλ, τα ταγάρια στους ώμους, το μπλαζέ ύφος, που ανακάλυψαν την Αμερική χθες, αλλά οι απομονωμένοι μαυροτζινάδες με τις νεκροκεφαλές στα μπρελόκ, τα σταμπαριστά μακό και το βλέμμα αεροπλάνο, που έπρεπε να συναθροιστούν, να δει ο ένας την φάτσα του άλλου, να ταξιδέψουν, να πάρουν παρουσίες, να ανταλλάξουν απόψεις, να αποκαλυφθούν κάτω από τα χλωμά φώτα του τρόμου και σε αυτά των αστεριών του διαστήματος της μεγάλης οθόνης.

Ο Κοτρώνης έπιασε την ιδέα των μεταμεσονύκτιων προβολών προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, αναφέρει η ιστορία. Την είδε να υλοποιείται το ΄80 και μετά ο επίλογος δυσάρεστος. Χάθηκε ο άνθρωπος σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Πρόλαβα όμως το θρυλικό «Ελυζέ» πίσω από το Χίλτον (σήμερα θέατρο Ελυζέ), που το απόγευμα και το βράδυ ήταν τσοντάδικο και το μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου βασίλευε ο Κρίστοφερ Λι. Ήταν και κάποιος, ονόματι «Τσούκου», που έκοβε τα εισιτήρια, μουρμουρίζοντας συνήθως ακαταλαβίστικα σαν τον Αλ Πατσίνο ως Μπιγκ Μπόι Καπρίς στο Ντικ Τρέισι: «..και ήρεμα στην αίθουσα!», κοιτώντας λοξά αλλού και γελούσαμε. Καλός άνθρωπος, έλεγαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Είχαν φτιάξει και κάρτες μελών για τους «ανίατους» και συχνούς επιβάτες των προβολών τρόμου.

Άλλη μυρωδιά η σάλα της μεταμεσονύχτιας προβολής, αξέχαστη αίσθηση το κάθισμα, διαφορετικοί και οι θόρυβοι, ακόμα και στους εξώστες. Γαλαξίας ολόκληρος με τον δικό του ήχο και τις χαρακτηριστικές οσμές της ελευθερίας της αθωότητας, της νεότητας, όπως μασχαλίλα, μερικώς, εφηβική απλυσιά και κυριλέ, γαλλικό άρωμα σε μίξη με τα προηγούμενα που σκότωνε σιδερόφρακτο έντομο στα 300 μέτρα. Γνώριμη εσωτερικά η ατμόσφαιρα του άβατου, που δεν είχε καμιά σχέση με αυτή των προηγούμενων «sic» προβολών. Όλα αυτά τότε!

Εάν ο Βαγγέλης Κοτρώνης, ο Νίκος Ζερβός, ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης ήταν οι βασιλιάδες, οι πιονέροι των μεταμεσονύκτιων προβολών, ο Αντώνης Στεργιάκης ήταν ο αληθινός πρίγκιπας. Εάν το Ελυζέ, το Άμλετ, το Ριάλτο, η Ααβόρα – Art Cinema του εξαιρετικού κ. Θεόδωρου Ρίγγα (πρόεδρου τότε της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων), η «Δεξαμενή», η «Πλάζα» και το ιστορικό «Ιντεάλ» της οικογενείας Σπέντζου ήταν οι μεταμεσονύχτιες οάσεις, τότε το «Άλφαβιλ» της οδού Μαυρομιχάλη ήταν το πριγκιπάτο του Μονακό. Μεσούσης της δεκαετίας του ΄80 και ο Αντώνης Στεργιάκης – τον γνώρισα προσωπικά και συζητούσαμε ώρες ατελείωτες για σινεμά (δεν είναι πια κοντά μας ο  απίθανος κύριος Αντώνης) – πήγε το θέμα ακόμα παραπέρα. Αγόρασε το, επίσης, τσοντάδικο «Playboy», προς το τέλος της οδού Μαυρομιχάλη και το μεταμόρφωσε σε αίθουσα ταινιών τέχνης, όπως έπραξε και ο κύριος Θεόδωρος Ρίγγας το 1983 με τον κινηματογράφο «Ααβόρα – Art Cinema». Ο κύριος Αντώνης Στεργιάκης, αιθουσάρχης και διανομέας ασχολήθηκε με την μπουτίκ του cult movie, προσφέροντας αληθινά διαμάντια στους σινεφίλ. Ρομαντικός της πιάτσας, ψαγμένος, λάτρης του σινεμά (κάτι που μετέδωσε και στους παίδες του, τον Γιώργο και τον Δημήτρη), έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά να βλέπει διαφορετικά την κινούμενη εικόνα. Λες και κατανοούσε τους θεατές της μεταμεσονύχτιας προβολής, που «θυσίαζαν» το Σαββατόβραδό τους για μια σπιντάντη μπιμουβιά και δεν πήγαιναν με το «πρόσωπο» στα κλαμπάκια και τα μπαράκια, αλλά στο «Άλφαβιλ».

Έμπειρος στο μάτι έκοβε με την μια την ποσότητα του ηλεκτρικού φορτίου από την κεραυνοπληξία που είχε αρπάξει η «ομάδα» και σε σταματούσε στο φουαγιέ να δώσει ένα δυο κατατοπιστικά tips της ταινίας. Απίθανος ο κύριος Αντώνης! Ένα πρωινό του 1993, ως νέος δημοσιογράφος-κριτικός ταινιών πια, στην μικρή αίθουσα προβολής ταινιών στα γραφεία της ΑΜΑ films, μαζί με μερικούς ακόμα συναδέλφους βλέπαμε μια ταινία για να γράψουμε στην εφημερίδα. Μαζί μας στην αίθουσα παρακολουθούσε και ο κύριος Αντώνης. Έβλεπα και κρατούσα σημειώσεις στο μπλοκ. Μόλις τελείωσε η προβολή με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε: «Μ΄ αρέσει που σημειώνεις. Το αγαπάς το σινεμά και δεν το κοιτάς αφ’  υψηλού!» Με τον φίλο και συνάδελφο Πάνο Χρυσοστόμου, του είχαμε δώσει το δικό μας όνομα: «Ντον Τόνι!», του άρεσε, το άξιζε.. Να είναι καλά η ψυχούλα του εκεί που βρίσκεται.

Κάπου εκεί στις αρχές της νέας χιλιετίας οι μεταμεσονύχτιες προβολές πέρασαν στην αιωνιότητα σαν να δάγκωσε η «νυχτερινή πριγκηπέσα» το φαρμακωμένο μήλο και έπεσε σε επιθανάτια νάρκη, τοποθετημένη στην άθραυστη γυάλα που αναφέραμε παραπάνω. Πλάκωσαν τα φεστιβάλ, οι κινηματογραφικές βεγγέρες, τα παντός τύπου και είδους σινέ-αφιερώματα και η μάχιμη «φυλή» των φεγγαροκτυπημένων της μεταμεσονύχτιας προβολής μαζεύτηκε ξανά στα σιωπηλά, άβατα και απροσπέλαστα μέρη της. «Δεν γουστάρω τα φεστιβαλικά και τα αφιερώματα με τους ξενέρωτους. Είναι ζόμπι όσοι πάνε και το σκεπτικό είναι αλλού, στη διαφήμιση και στα φράγκα!», είπε χαμογελώντας ο 27χρονος Άρης, που τα «πήρε» γιατί γύρισε σε ριμέικ ο φλώρος Λούκα Γκουαντανίνο την «Suspiria». Ο Άρης, σπόρος ακόμα, τον έσερνε ο πατέρας και φίλος μου Χρήστος στις τελευταίες ανάσες των μεταμεσονύχτιων προβολών, κι όλο αυτό τον σημάδεψε

Πέρσι, ο συνάδελφος δημοσιογράφος και φίλος Άκης Καπράνος αφαίρεσε την άθραυστη καλύπτρα και φίλησε στο μάγουλο την «νυχτερινή πριγκηπέσα», κι εκείνη άνοιξε τα βλέφαρα για να βρεθεί στην αίθουσα του «Ααβόρα», που δεν είναι πια στα χέρια του κ Θεόδωρου Ρίγγα, αλλά της θυγατέρας του Πέγκυς, που ως γνήσια απόγονος «γαλαζοαίματου» αιθουσάρχη, συνεχίζει την ιστορία του ελληνικού σινεμά και δη του αθηναϊκού. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο κ. Θεόδωρος Ρίγγας, εκτός της «Ααβόρας», το όνομα του ταυτίστηκε άρρηκτα με τους κλασσικούς θερινούς κινηματογράφους των Αθηνών: «Ριβιέρα», «Βοξ», «Παναθήναια», «Αθηναία» και «Άννα».

Ο Άκης και η Πέγκυ σήκωσαν την σκονισμένη αυλαία της μεταμεσονύχτιας προβολής, αποκαλύπτοντας το ξεχασμένο μιράκολο στο άσπρο πανί της μεταμεσονύχτιας πρόσκλησης των φεγγαροχτυπημένων. Και η «φυλή» ανταποκρίθηκε άμεσα, αφήνοντας τα ορεινά, απομονωμένα τοπία για να συγκεντρωθεί ξανά στην φιλόξενη σκιά του σπάνιου, αφρικανικού, ελαιοφοίνικα «Ααβόρα», επί της οδού Ιπποκράτους στη Νεάπολη με την μηχανή προβολής του 1928 φάτσα κάρτα στην υποδοχή, που χρησιμοποιείτο στο παρελθόν ως σκάντζα σε περίπτωση βλάβης.

Ο Άκης Καπράνος ζωντάνεψε το δικό του όνειρο, να δημιουργήσει, εν μέσω κοινωνικής και πολιτιστικής πτώχευσης, το δικό του νυχτερινό στέκι, αυτό του κινηματογραφικού, παράδοξου, μεταμεσονύχτιου παραμυθιού.

Η Πέγκυ Ρίγγα συνεχίζει την ένδοξη διαδρομή του αιθουσάρχη πατέρα της, μαχόμενη, όπως όλοι οι εναπομείναντες αιθουσάρχες άλλωστε, με τα στοιχειά της ελλαδικής κρίσης, αφήνοντας την Αρχαιολογία και τις ανασκαφές.

Η «φυλή» πια έχει όνομα και η μεταμεσονύκτια προβολή του 2017-18, ονομάζεται «Midnight Express». Και ως ταχεία με καθορισμένο δρομολόγιο στο σινεμά της φαντασίας και του τρόμου τα καθίσματα στα βαγόνια του κινηματογράφου «Ααβόρα» της Ιπποκράτους είναι φουλ από θεατές.

Άκης Καπράνος
Πέγκυ Ρίγγα

Από τις επιτυχημένες μεταμεσονύχτιες κινηματογραφικές προβολές του Midnight Exrpress : The «Rocky Horror Picture Show», «Λαβύρινθος», «Christine»

Το «νέο αίμα» των μεταμεσονύχτιων προβολών

Το «Midnight Express» ξεκίνησε πέρσι πλήρως οργανωμένο το επιτυχημένο ταξίδι του και ο μηχανοδηγός Άκης Καπράνος, επιλέγει προσεκτικά και με μεράκι ταινίες του παγκόσμιου σινεμά, που άφησαν το δικό τους, ξεχωριστό αποτύπωμα στο βασίλειο του horror και wired movie. Πραγματικά υπέροχο και οι νέοι, αλλά και οι παλαιότεροι θαυμαστές-θαμώνες της μεταμεσονύχτιας προβολής εντάχθηκαν στο αναστημένο, μαγικό κινηματογραφικό, ανέμισμα της σαββατιάτικης χρυσόσκονης, όπως τότε, ξημέρωμα Κυριακής.

Το δρομολόγιο του «Midnight Express» τραβάει γραμμή για δεύτερη χρονιά φέτος το ίδιο εντυπωσιακά. Σύντομα, εδώ στο InTownPost.com, θα φιλοξενήσουμε τον Άκη Καπράνο να μας μιλήσει ο ίδιος για το «ξύπνημα» των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Αθήνα, αλλά και για τον δεύτερο χρόνο της θαυμαστής διαδρομής του. Μέχρι τότε, εμείς, τα πνεύματα του εύοσμου, κινηματογραφικού, μεταμεσονύχτιου παρελθόντος, χαιρετίζουμε από ψυχής αυτήν πρωτοβουλία, που, τελικά αποδείχθηκε, πως δεν ήταν ένα απλό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού, αλλά η ανάγκη, η επιμονή να μην χαθεί η «νυχτερινή πριγκηπέσα» του διαφορετικού κινηματογραφικού διαλόγου και του παθιασμένου συναισθήματος για επικοινωνία, έστω κι αν είναι μαύρα μεσάνυχτα.

Δεν γνωρίζω, ως προς την ενημέρωση, εάν παίζει, μέχρι σήμερα, το ίδιο νόστιμο κουλούρι στην συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας ξημέρωμα Κυριακής. Παρά ταύτα καλό ξημέρωμα εύχομαι!       

«Pier Paolo Pasolini: Ο Μεγάλος Αιρετικός», σπουδαίο αφιέρωμα στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Ταινιοθήκη της Ελλάδος – Θερινός Κινηματογράφος Λαΐς – 12-20 Σεπτεμβρίου 2018

Δεκαεπτά φιλμ του σπουδαίου δημιουργού σε νέες κόπιες

Παραλειπόμενα ταινιών του Παζολίνι 

Έκθεση φωτογραφίας από τα γυρίσματα της ταινίας «Χίλιες και μία νύχτες»

Στην Αθήνα ο ηθοποιός και στενός συνεργάτης του Παζολίνι, Νινέττο Ντάβολι και ο φωτογράφος Ρομπέρτο Βίλλα

Ένα μεγάλο, αναδρομικό κινηματογραφικό αφιέρωμα στον Πιερ Πάολο Παζολίνι διοργανώνει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος μαζί με την Πρεσβεία της Ιταλίας στην Ελλάδα και το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, με την υποστήριξη του Ιstituto Luce Cinecittà (Ρώμη)  και της Cineteca di Bologna (Μπολόνια).

To αφιέρωμα Πιέρ Πάολο Παζολίνι (Pier Paolo Pasolini: Ο μεγάλος αιρετικός) συγκαταλέγεται στις δράσεις του «Θερινού προγράμματος» της πρωτοβουλίας Tempo Forte Italia-Grecia 2018, στόχος της οποίας είναι δοθεί μεγαλύτερη ώθηση στις πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Οι προβολές θα πραγματοποιηθούν 12 – 20 Σεπτεμβρίου 2018 στον θερινό κινηματογράφο Λαΐς.

Το κοινό, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει τη σχεδόν πλήρη φιλμογραφία του σκηνοθέτη (17 ταινίες) μέσα από νέες κόπιες των ταινιών του σε φιλμ 35mm, οι οποίες τυπώθηκαν από τη Luce Cinecittà και τη Cineteca di Bologna. Οι ταινίες (15 μεγάλου μήκους, 2 μικρού μήκους καθώς και παραλειπόμενα από δύο ταινίες του) θα προβληθούν με ελληνικούς και αγγλικούς υπότιτλους.

Πιο συγκεκριμένα θα προβληθούν τα φιλμ:

 Ακατόνε (Accattone, 1961)

Μάμα Ρόμα (Mamma Roma, 1962)

Η οργή του Παζολίνι (La Rabbia, 1963)

Ερωτικές συναντήσεις (Comizi d’amore, 1964)

Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (Il Vangelo secondo Matteo, 1964)

Όρνια και πουλάκια (Uccellacci e uccellini, 1966)

Βασιλιάς Οιδίπους (Edipo re, 1967)

Θεώρημα (Teorema, 1968)

Χοιροστάσιο (Porcile, 1969)

Μήδεια (Medea, 1969)

Σημειώσεις για μια αφρικανική Ορέστεια (Appunti per un’ Orestiade Africana, 1970)

Το Δεκαήμερο (Il Decameron, 1971)

Οι θρύλοι του Καντέρμπουρι (I racconti di Canterbury , 1972)

Χίλιες και μία νύχτες (Il Fiore delle Mille e una notte, 1974)

Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα (Salò o le 120 giornate di Sodoma, 1975).

 

Και οι δύο μικρού μήκους ταινίες:

Το τυρί (La Ricotta, 1962-63), επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας Rogopag, σε σκηνοθεσία των  Rossellini – Godard – Pasolini – Gregoretti

Τι  πράγμα είναι τα σύννεφα; (Che cosa sono le nuvole?, 1967) επεισόδιο της σπονδυλωτής ταινίας Capriccio all’italiana σε σκηνοθεσία των Monicelli – Pasolini – Bolognini – Steno – Pino Zac- Rossi

 

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει ακόμα παραλειπόμενα ταινιών του Παζολίνι, καθώς θα προβληθούν κάποια αποσπάσματα που έχουν παραληφθεί από την τελική κόπια των ταινιών του Όρνια και πουλάκια (Ο Τοτό στο τσίρκο -Totò al circo, 1965-66)  και Χίλιες και μία Νύχτες (Ανέκδοτα -Inediti, 1973-74).

Αξίζει να σημειωθεί πως θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα «Η οργή του Παζολίνι» (La rabbia di Pasolini). Πρόκειται για τη νέα 80λεπτη βερσιόν της παλαιότερα γνωστής ως «Οργής» (La rabbia), ένα δίπτυχο φιλμικό σχόλιο της δεκαετίας του ‘60 από δύο, αντιδιαμετρικά αντίθετους, Ιταλούς διανοούμενους: τον αριστερό Παζολίνι και τον φιλομοναρχικό δημοσιογράφο και καρτουνίστα Giovanni Guareschi. Το 2008, ο Τζουζέπε Μπερτολούτσι αποκατέστησε σε συνεργασία με την Ταινιοθήκη της Μπολόνια το πρώτο μέρος του Παζολίνι, δημιουργώντας μιαν αυτόνομη μεγάλου μήκους ταινία.

Την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου θα πραγματοποιηθεί η επίσημη έναρξη του αφιερώματος (είσοδος μόνο με προσκλήσεις) με την ταινία Όρνια και πουλάκια, παρουσία του Νινέττο Ντάβολι, ηθοποιού και στενού συνεργάτη του Παζολίνι, ο οποίος θα μιλήσει για την ταινία. Ο κύριος Ντάβολι θα είναι παρών και την Πέμπτη το βράδυ (20.30)  στην προβολή της ταινίας Χίλιες και μία νύχτες, στην οποία συμμετέχει ως ηθοποιός, για να απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού.

Ο Νινέττο Ντάβολι γεννήθηκε το 1948 στην Καλαβρία. Είναι ηθοποιός και το όνομά του συνδέθηκε στενά με το έργο και την ζωή του Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ο Παζολίνι τον ανακάλυψε όταν ήταν έφηβος, και στην πορεία εξελίχθηκε σε μέντορα και στενό φίλο του νεαρού ηθοποιού. Στην ταινία του ‘Εϊμπελ Φεράρα «Παζολίνι» τον Νινέττο Ντάβολι ενσαρκώνει ο Ρικάρντο Σκαμάρτσιο.

Ο ηθοποιός εμφανίζεται (κυρίως σε ναϊφ ρόλους) στις περισσότερες ταινίες του Παζολίνι,  όπως στο «Όρνια και πουλάκια» και στις «Χίλιες και μια νύχτες». Επίσης διετέλεσε βοηθός του.

Την προβολή της φιλμογραφίας του πολυσχιδούς Παζολίνι θα πλαισιώσει η έκθεση φωτογραφίας του Ρομπέρτο Βίλλα, «Η Aνατολή του Pier Paolo Pasolini» (Gli Orienti di Pier Paolo Pasolini) με φωτογραφίες του καλλιτέχνη από τα γυρίσματα της ταινίας Χίλιες και μία νύχτες (1974). Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου (19.30) στο Μουσείο Κινηματογράφου της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Θα προλογίσει ο καλλιτέχνης. Διάρκεια έκθεσης: 13-27 Σεπτεμβρίου. Αμέσως μετά (20.30) θα προβληθεί η ταινία.

Τις ταινίες του αφιερώματος προλογίζουν οι: Αντουανέττα Αγγελίδη, Γιάγκος Ανδρεάδης, Κώστας Αριστόπουλος, Μαρία Γαβαλά, Τάσος Γουδέλης, Παναγιώτης Ευαγγελίδης, Γιάννης Ζουμπουλάκης, Μενέλαος Καραμαγγιώλης, Μαρία Κομνηνού, Μαριάννα Κάλμπαρη, Μυρτώ Ρήγου, Νίκος Σαββάτης και Γιάννης Σολδάτος.

«Μου είπαν ότι έχω τρία είδωλα: τον Χριστό, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Αυτά είναι φόρμουλες. Το μόνο μου είδωλο είναι η πραγματικότητα…».

Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975) Το έργο του μεγάλου δημιουργού σημάδεψε τον ιταλικό αλλά και τον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ένας διανοούμενος με την πραγματική έννοια της λέξης, ο συγγραφέας, ποιητής, σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πιέρ Πάολο Παζολίνι έφυγε πρόωρα, το 1975, σε ηλικία 53 ετών, στο ζενίθ της καριέρας του, φρικτά δολοφονημένος, ενώ ο θάνατός του παραμένει ακόμα μυστήριο καθώς άλλοι υποστηρίζουν πως επρόκειτο για έγκλημα πάθους, κι άλλοι συνδέουν τη δολοφονία του με κύκλους της ιταλικής ακροδεξιάς. Λίγες εβδομάδες πριν τον χαμό του, είχε ολοκληρώσει το κύκνειο άσμα του, την ακραία, αμφιλεγόμενη ταινία του Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα –ένα φιλμ πάνω στη φύση του φασισμού, μια αλληγορία για την Εξουσία,  η όποια, όπως έχει πει ο ίδιος,  «κάνει ό,τι γουστάρει  σε απόλυτη αυθαιρεσία»

Ωστόσο πρόλαβε, μέσα σε 14 χρόνια, να αφήσει ένα πλούσιο έργο, που σηματοδοτήθηκε από μερικές αξέχαστες συνεργασίες, όπως αυτή με τη μεγάλη ιταλίδα σταρ Άννα Μανιάνι στο «Μάμα Ρόμα» και βέβαια με την ελληνίδα υψίφωνο Μαρία Κάλλας, με την οποία γύρισε την θρυλική «Μήδεια», τη μοναδική ταινία όπου η Κάλλας παίζει ως ηθοποιός, χωρίς όμως να τραγουδά. Με την Κάλλας συνδέθηκαν με μια βαθιά φιλία. Μάλιστα, το 1969, ο Παζολίνι την φιλοξένησε για δύο βδομάδες στο ιστιοφόρο του «Edipo Re» («Βασιλιάς Οιδίπους»).

Ήδη από το 1955, όταν εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημά Ragazzi di vita, ο Παζολίνι άρχισε να παίζει τον ρόλο του πιο προκλητικού διανοητή της Ιταλίας, με τα βιβλία, τα άρθρα και αργότερα τις ταινίες του να πυροδοτούν αντιπαραθέσεις και συζητήσεις, οδηγώντας τον μέχρι και στα δικαστήρια. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο απεικόνιζε τον υπόκοσμο της Ρώμης, οδήγησε σπουδαίους δημιουργούς, όπως ο Φελίνι, να του προτείνουν συνεργασία στο σενάριο των ταινιών τους  («Νύχτες της Καμπίρια», «Γλυκιά Ζωή»).

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Παζολίνι έγινε με το «Ακατόνε» το 1961.  Η αντίληψη του περί κομουνισμού και θρησκευτικής πίστης, μακριά από δόγματα και φανατισμούς, τον οδήγησε σε αριστουργήματα όπως το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» (1964) -για κάποιους την κορυφαία μεταφορά της ζωής του Χριστού στην μεγάλη οθόνη. Στο φιλμ, χρησιμοποιεί ερασιτέχνες ηθοποιούς ενώ η Σουζάνα Παζολίνι, μητέρα του σκηνοθέτη, υποδύεται την ενήλικη Παναγία και θρηνεί τον νεκρό Χριστό.

Ο κινηματογράφος, για τον Παζολίνι, ήταν ένας ακόμα τρόπος προσωπικής έκφρασης. Όμως το σινεμά του, δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια αισθητική πρόταση. Ανέκαθεν συνομιλούσε με την κοινωνία, ήταν ένα «πάντρεμα» του λυρικού με το πολιτικό, της ποίησης με την ιδεολογία, της διανοητικής ανάλυσης με το πάθος.

 «Θα δείξουμε το σύνολο του έργου του Παζολίνι σε αποκατεστημένες κόπιες, και με αυτόν τον τρόπο εκφράζουμε τον σεβασμό και την αγάπη μας για τον κορυφαίο Ιταλό δημιουργό», σημείωσε η πρόεδρος του ΔΣ της Ταινιοθήκης της Ελλάδος Μαρία Κομνηνού στην συνέντευξη τύπου του Ιδρύματος πριν λίγο καιρό. Με την ίδια ευκαιρία η Διευθύντρια του Ιταλικού Μορφωτικού Ινστιτούτου Αθηνών  Μόνικα Τσέκα υπογράμμισε το πόσο επίκαιρος φαντάζει ακόμα και σήμερα ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, και πόσα έχει να μας πει για την σημερινή Ευρώπη. «Ο Παζολίνι αποτελεί την ενοχλητική συνείδηση μιας κοινωνίας που τον έχει ακόμα ανάγκη», τόνισε.

 

Ταινιοθήκη της Ελλάδος – Θερινός Κινηματογράφος «Λαΐς»

12-20 Σεπτεμβρίου 2018

Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου 134-136, Μετρό  Κεραμεικός

Οι προβολές ξεκινούν καθημερινά στις 20.00 και 22.15 (εκτός από την προβολή της Πέμπτης 13/9 που ξεκινά 20.30 και την πρώτη προβολή της Κυριακής 16/9 που ξεκινά στις 19.45 ).

Εισιτήρια: 5 ευρώ (γενική είσοδος).

Θα διατίθεται εβδομαδιαία κάρτα (κόστος: 50 ευρώ, 30 ευρώ μειωμένο).

«All the world’s a screen!» Η Ελλάδα μέσα από το σινεμά της στον θερινό κινηματογράφο Τριανόν

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Αύγουστος & Σεπτέμβριος 2018 καθημερινά στις 19.00, στον θερινό κινηματογράφο Τριανόν

Είσοδος ελεύθερη

 

Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η ΑΜΚΕ NoTraditional παρουσιάζει στον θερινό κινηματογράφο «Τριανόν» κλασικά αριστουργήματα και ταινίες του νεότερου ελληνικού σινεμά, που αντικατοπτρίζουν την ιστορική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική διαδρομή της χώρας.

Παραφράζοντας τον Σαίξπηρ και το «Όλος ο κόσμος μια σκηνή», αντιτείνουμε «Όλος ο κόσμος μια οθόνη» και προσκαλούμε τους επισκέπτες να γνωρίσουν μέσα από τον φιλμικό μας πλούτο τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά και τη συνάντησή της με το αρχαίο πνεύμα.

Η αρχή γίνεται με το ακαδημαϊκό ντοκιμαντέρ «Μήδεια… Κρείσσων των εμών βουλευμάτων» του σκηνοθέτη Νίκου Γραμματικού, μία κινηματογραφική περιπέτεια βασισμένη στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Το αφιέρωμα συνεχίζεται από 9-15 Αυγούστου με την «Αγέλαστο πέτρα», τη θρυλική ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή για την Ελευσίνα.

Οι προβολές πραγματοποιούνται καθημερινά στις 19.00 τον Αύγουστο & Σεπτέμβριο 2018 στον διατηρητέο θερινό κινηματογράφο Τριανόν. Οι ταινίες προβάλλονται με αγγλικούς υπότιτλους και ελεύθερη είσοδο.

Η δράση πραγματοποιείται με την υποστήριξη του υπουργείου Πολιτισμού.

Links

Websites: https://alltheworldsascreen.gr & www.trianon.gr

Fb page: www.facebook.com/worldsascreen

«Μήδεια… Κρείσσων των εμών βουλευμάτων»
«Αγέλαστος πέτρα»,

Ντοκιμαντέρ Αφιέρωμα στον μεγάλο, Έλληνα Γελοιογράφο – Σκιτσογράφο Ηλία Κουμετάκη

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

«Από το Μικρό στο Μεγάλο», είναι μια σειρά βιογραφικών ντοκιμαντέρ, παραγωγή της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος αφιερωμένη στους εκλιπόντες Έλληνες γελοιογράφους – σκιτσογράφους και σεναριογράφους κάθε Σάββατο στις 19.30 από το κανάλι της Βουλής.

Το Σάββατο 11 Αυγούστου 2018, στις 19.30, αφιέρωμα στον μεγάλο Έλληνα γελοιογράφο – σκιτσογράφο Ηλία Κουμετάκη.

Ομιλητές του ντοκιμαντέρ – αφιερώματος:

Γιώργος Noir Παπαιωσήφ

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ

Βασίλης Πασχάλης

Ο Ηλίας Κουμετάκης γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1889 και μεγάλωσε στην Κέρκυρα. Ο ίδιος εδήλωνε Κερκυραίος (ή θεωρούσε τον εαυτό του Κερκυραίο). Αυτοδίδακτος δημοσίευσε τις πρώτες γελοιογραφίες του το 1909 στις εφημερίδες Χρόνος και Αθήνα και στο Ημερολόγιο του Σκόκου. Οι συνεργασίες αυτές, που διεκόπησαν από αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις, σταθεροποιήθηκαν από το 1914, που εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Το 1915 διορίστηκε στην Εθνική Τράπεζα.

Συνεργάστηκε με τον Ρωμιό του Σουρή, το Κερκυραϊκό Ημερολόγιο, τα Παναθήναια και τον Σατανά, ενώ το 1926 άρχισε τακτική συνεργασία με την εφημερίδα Πρωία.

Ταυτόχρονα ασχολήθηκε με τη διαφήμιση, πειραματίστηκε με τα κόμικς και συμμετείχε επανειλημμένως σε Εκθέσεις Σκιτσογράφων με τις υδατογραφίες του.

Ο Ηλίας Κουμετάκης είναι ο εμπνευστής και δημιουργός της μακροβιότερης διαφήμισης στην Ελλάδα που έγινε και σλόγκαν: «Ονούφριε, μην ξεχάσεις τα σιγαρέτα να είναι Γιαννουκάκη», μια ρεκλάμα που την φιλοτέχνησε το 1915 για την εταιρεία σιγαρέτων Γιαννουκάκη – Πρωτόπαππα . Το σλόγκαν και το σκίτσο του με τον καλόγηρο στο γαϊδουράκι, κατόπιν, στην δεκαετία του ΄30 χρησιμοποιήθηκαν για την διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας ζυμαρικών «Μίσκο», αντικαθιστώντας τον Ονούφριο σε Ακάκιο και τα σιγαρέτα με μακαρόνια.  

Αν και βενιζελικός, εργάστηκε σχεδόν πάντα σε αντιφρονούντα φύλλα, στο πλαίσιο ωστόσο του καλού γούστου. Με τη δικτατορία του Μεταξά εγκατέλειψε την πολιτική γελοιογραφία. Στην υπόλοιπη ζωή του κρατήθηκε μακριά από πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις. Πέθανε το 1979.

 

Ιδέα σειράς και εκτέλεση παραγωγής: Αλέξανδρος Κακαβάς

Σκηνοθεσία: Τάσος Γεωργίου

Σενάριο: Νατάσα Μποζίνη

Έρευνα: Αλέξης Γιαννούλης

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Αδαμάντιος Πετρίτσης

Ηχοληψία: Κωνσταντίνος Καρδακάρης

Μουσική: Μάριος Τσάγκαρης

Μοντάζ: Μαριλίζ Κόντου

Το Πρόγραμμα του Αφιερώματος για τα 100 Χρόνια Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918 – 2018): Κινηματογράφοι Άστορ και Ανδόρα

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

«Μια Αιωνιότητα Και Ένας Αιώνας: Μπέργκμαν (1918 – 2018)»

Στo πλαίσιo των παγκόσμιων εορτασμών για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δημιουργού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918 – 2018), η Weird Wave, ο κινηματογράφος ΑΣΤΟΡ και ο κινηματογράφος ΑΝΔΟΡΑ, σε συνεργασία με το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, το Swedish Film Institute, το Swedish Institute και την Πρεσβεία της Σουηδίας στην Αθήνα, διοργανώνουν ένα αφιέρωμα προβολών των σημαντικότερων ταινιών του.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος θα πραγματοποιηθούν οι παρακάτω συζητήσεις με καλεσμένους από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Το αφιέρωμα θα ανοίξει με το ντοκιμαντέρ της Marie Nyreröd, «BergmanIsland» (2004), που θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Η προβολή θα γίνει παρουσία της σκηνοθέτριας και θα ακολουθήσει Q&A με το κοινό.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 Απριλίου 18:00, κιν/φος ΑΝΔΟΡΑ

» Μπέργκμαν για πάντα«

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, 5 Έλληνες κριτικοί αναμετριούνται με αυτό το ιερό τέρας του παγκόσμιου σινεμά και την τεράστια καλλιτεχνική κληρονομιά που άφησε πίσω του, συζητώντας μεταξύ τους και με το κοινό για το αν (και, κυρίως, γιατί) ο Σουηδός σκηνοθέτης και το έργο του αποτελούν εξακολουθητικά ένα από τα σημαντικότερα και σταθερά πιο επιδραστικά κεφάλαια της σύγχρονης τέχνης.

Στη συζήτηση συμμετέχουν οι:

Λήδα Γαλανού, δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου (FLIX.GR και Εφημερίδα των Συντακτών)
Άκης Καπράνος, δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου (εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ και tanea.gr)
Χρήστος Μήτσης, δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου (ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ και athinorama.gr)
Νίνος Μικελίδης, δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου (enetpress.gr) και Διευθυντής Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου.

Συντονίζει ο Λουκάς Κατσίκας, Διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας και του ΣΙΝΕΜΑ-cinemagazine.gr

Σάββατο 21 Απριλίου 19:00, κιν/φος ΑΣΤΟΡ

«Οι δύο αγάπες του Μπέργκμαν: Το θέατρο και ο κινηματογράφος«

Από παιδί ο Μπέργκμαν είχε μια αγάπη στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ως ενήλικας δημιουργός και σκηνοθέτης, αποκαλούσε το θέατρο “πιστή μου σύζυγο” και τον κινηματογράφο “ακριβή μου ερωμένη”. Αυτή η διπλή σχέση θα αναλυθεί στη διάλεξή του Σουηδού δημοσιογράφου και συγγραφέα Mikael Timm, ο οποίος είναι και ο βιογράφος του Μπέργκμαν.

Κυριακή 22 Απριλίου 16:30, κιν/φος ΑΣΤΟΡ

«Ο Μπέργκμαν στα παρασκήνια«

Η Marie Nyreröd,  σκηνοθέτις και δημοσιογράφος που στην πορεία του χρόνου έγινε και προσωπική φίλη του Μπέργκμαν, θα μιλήσει για τον άνθρωπο πίσω από το φαινόμενο Μπέργκμαν.
Θα ακολουθήσει προβολή των τριών ταινιών μικρού μήκους που γύρισε στην διάρκεια της προσωπικής της φιλίας με τον Μπέργκμαν:
«Ο Μπέργκμαν και το τηλέφωνο»
«Ο Μπέργκμαν και το στομάχι του»
«Ο Μπέργκμαν, για τη συγγραφή σεναρίου»

Κυριακή 22 Απριλίου 19:30, κιν/φος ΑΝΔΟΡΑ

«Διάλογος για τον Μπέργκμαν«

Με τις Αντουανέττα Αγγελίδη, σκηνοθέτρια & Ρέα Βαλντέν, θεωρητικό κινηματογράφου
Ένας θεωρητικός και προσωπικός διάλογος, από δύο ανθρώπους του κινηματογράφου, πάνω στο έργο του Σουηδού δημιουργού. Στοιχεία της κινηματογραφικής του γραφής και  βασικές θεματικές που διαπερνούν τις ταινίες του. Η συζήτηση, στην οποία θα μπορεί να συμμετέχει και το κοινό, επιχειρεί μια συνολική οπτική και ένα άνοιγμα προς το μέλλον.

Θα προβληθούν οι ακόλουθες ταινίες σε αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες:

Καλοκαίρι με τη Μόνικα (1953)
Η Έβδομη Σφραγίδα (1957)
Άγριες Φράουλες (1957)
Περσόνα (1966)
Φθινοπωρινή Σονάτα (1978)
Φάνι και Αλέξανδρος (1982)
Saraband (2003)
Bergman Island (2004) της Marie Nyreröd

Τις ταινίες θα προλογίσουν οι:

Ορέστης Ανδρεαδάκης, Kαλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Ρέα Βαλντέν, θεωρητικός κινηματογράφου
Δημήτρης Καλαντίδης, πρόεδρος ΟΚΛΕ
Ζακλίν Λέντζου, σκηνοθέτης
Μαρία Παραδείση, Ιστορικός Κινηματογράφου, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Νίκος Πάστρας, σκηνοθέτης
Αλέξης Σταμάτης, συγγραφέας
Γιώργος Τσεμπερόπουλος, σκηνοθέτης
Κωνσταντίνος Τζούμας, ηθοποιός, ραδιοφωνικός παραγωγός.

Γενική Είσοδος:  5,50€

Ημερήσιο Εισιτήριο: 10€

H  είσοδος στις συζητήσεις είναι ελεύθερη

Πριν τις προβολές, θα προβληθεί σπάνιο αρχειακό υλικό με τον ίδιο τον σκηνοθέτη να προλογίζει τις δημιουργίες του. Το υλικό αυτό προβάλλεται για πρώτη φορά.

Την αφίσα του αφιερώματος επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Νίκος Πάστρας.

Το αφιέρωμα πραγματοποιείται Υπό την Αιγίδα του Δήμου Αθηναίων.
Με την υποστήριξη του Δικτύου Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων Athens Culture Net, με ιδρυτικό δωρητή το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Με την υποστήριξη του Σουηδικού Ινστιτούτου της Αθήνας και της Πρεσβείας της Σουηδίας.
Με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας.

«Μια Αιωνιότητα Και Ένας Αιώνας»: Μεγάλο Αφιέρωμα στον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918 – 2018)

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Στo πλαίσιo των παγκόσμιων εορτασμών για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δημιουργού  Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918 – 2018) η WEIRD WAVE, ο κινηματογράφος «ΑΣΤΟΡ» και ο κινηματογράφος «ΑΝΔΟΡΑ», σε συνεργασία με το Σουηδικό Ινστιτούτο και το «The Ingmar Bergman Foundation», διοργανώνουν ένα αφιέρωμα προβολών των σημαντικότερων ταινιών του, όπως «Η Έβδομη Σφραγίδα» (1957), «Άγριες Φράουλες» (1957) και «Persona» (1966). Ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών, ο Ίγκμαρ Μπέργκμαν, ή αλλιώς «ο ποιητής με την κάμερα», αναζήτησε να αποτυπώσει και να αναδείξει το μυστήριο, την έκσταση και την ολότητα της ύπαρξης μέσα από μικρογραφίες της καθημερινότητας, εστιάζοντας με εμμονική συνέπεια το φακό του στις προσωπικές σχέσεις. Με το έργο του, ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν αναδιατύπωσε τα μεγάλα ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη συνθήκη, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε (το) σινεμά.

Οι προβολές θα πλαισιωθούν από πλούσιο φωτογραφικό υλικό, που θα εκτίθεται στους κινηματογράφους για όλο τον Απρίλιο, καθώς και από σειρά συζητήσεων και ομιλιών από έλληνες και ξένους σκηνοθέτες, ακαδημαϊκούς, ηθοποιούς και κριτικούς κινηματογράφου

 

 

Το κινηματογραφικό αφιέρωμα θα ανοίξει με το ντοκιμαντέρ της Marie Nyreröd, «Bergman Island» (2004), παρουσία της σκηνοθέτριας

 

Από 19 έως 22 Απριλίου 2018 στον κινηματογράφο «ΑΣΤΟΡ» (Σταδίου 28 – Στοά Κοραή) & «ΑΝΔΟΡΑ» (Σεβαστουπόλεως 117).

Θα προβληθούν οι ακόλουθες ταινίες σε αποκατεστημένες ψηφιακές κόπιες:

Καλοκαίρι με τη Μόνικα (1953)

Η Έβδομη Σφραγίδα (1957)

Άγριες Φράουλες (1957)

Περσόνα (1966)

Φθινοπωρινή Σονάτα (1978)

  Φάνι και Αλέξανδρος (1982)

Saraband (2003)

Το αφιέρωμα πραγματοποιείται Υπό την Αιγίδα του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη του Δικτύου Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων Athens Culture Net με ιδρυτικό δωρητή το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, του Σουηδικού Ινστιτούτου της Αθήνας, της Πρεσβείας της Σουηδίας, του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και της Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας.

Την αφίσα του αφιερώματος επιμελήθηκε ο σκηνοθέτης Νίκος Πάστρας

10 υπέροχα soundtracks που άφησαν εποχή: Της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Είμαστε εδώ ακόμα μια εβδομάδα για να σας κρατήσουμε συντροφιά με τον δικό μας ξεχωριστό, μουσικό τρόπο.  Αυτή την φορά λοιπόν σκεφτήκαμε να καταπιαστούμε με κάτι διαφορετικό, δοσμένο όμως με τη δική μας ιστορική ματιά. Χωρίς να έχω καμία απολύτως πρόθεση να μπω σε  “ξένα χωράφια” (αυτά του αγαπημένου Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ) μου στάθηκε εξαιρετικά αδύνατο να αποφύγω την ενασχόληση με ένα τέτοιο θέμα. Το μόνο που είχα να κάνω λοιπόν ήταν να ξεκινήσω να σας γράφω…

Κάθε φορά που κάποιος από εμάς αποφασίζει να δει μια ταινία, εκτός όλων των άλλων χαρακτηριστικών στοιχείων που θέλοντας και μη θα “εξετάσει” μέσα σε αυτή (ερμηνεία ηθοποιών, σκηνοθετική ματιά, εντυπωσιακές σκηνές, κοκ) θα δώσει ιδιαίτερη έμφαση και στο μουσικό της… ντύσιμο.

Ξέρετε.

Σε αυτά τα μικρά μουσικά “διαλείμματα” εντός ή και εκτός των σκηνών που “πέφτουν” απρόσμενα για να χαλαρώσουν μια σκηνή ή αντίστοιχα να της δώσουν την προσδοκώμενη ένταση.

Τα μουσικά αυτά θέματα καλούνται soundtrack και κύριο στόχο έχουν να μετατρέψουν την εκάστοτε ταινία σε μια φαντασμαγορική οπτικοακουστική εμπειρία, καθώς προσφέρουν αμεσότητα, παραστατικότητα, ζωντάνια και διαδραστικότητα στο κάθε θέαμα.

Έτσι, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το soundtrack μιας ταινίας είναι και αυτό που συχνά θα μας “μείνει” στο τέλος, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που ακόμη κι αν η υπόθεση της ταινίας δεν είναι τόσο ενδιαφέρουσα, το δυνατό της soundtrack μπορεί και την…απογειώνει!

Υπάρχουν όμως και soundtracks ειδικά συντεθειμένα για ένα κινηματογραφικό έργο,

που μπορούν αυτούσια να αποτελούν υλικό ακρόασης.

Επομένως, η μουσική για τον κινηματογράφο λειτουργεί ως αναπόσπαστο στοιχείο μιας ταινίας, χωρίς όμως να αποκλείεται η πιθανότητα να λειτουργεί και αυτόνομα.

                                                                                Τι ορίζουμε ως soundtrack και τι είναι το O.S.T;

Soundtrack μπορούμε να θεωρήσουμε κάθε ένα κομμάτι, είτε με στίχους, είτε και μια απλή μελωδία τα οποία ακούγονται στην εκάστοτε ταινία.

Υπάρχουν χαρακτηριστικά παραδείγματα soundtrack μόνο μελωδίας ή κάποια ήδη γνωστά τραγούδια ή ακόμα και τραγούδια γραμμένα αποκλειστικά για την συγκεκριμένη ταινία.

Εκεί ακριβώς έχουμε το O.S.T (Official Sound Track) ο οποίος συνήθως είναι ο επίσημος δίσκος (ή και λίστα απλώς) που περιέχει όλα τα μουσικά κομμάτια τα οποία αφορούν τη συγκεκριμένη ταινία. Πολλές φορές μπορεί κάποια από τα κομμάτια μέσα στο O.S.T να μην έχουν παίξει καν στην ταινία. Η απάντηση εδώ είναι εξαρτάται.

Η “μανία” με τις λίστες των “best” είχε από πάντα μια αλλόκοτη γοητεία…

Πως μπορείς όμως σε ένα τόσο… δυνατό θέμα να επιλέξεις τα 10, τα 20 καλύτερα, κ.ο.κ. χωρίς να αφήσεις απ’ έξω αυτό που για κάποιον άλλο είναι το δικό του καλύτερο;

Η απάντηση κι εδώ είναι απλή: Δεν μπορείς.

Έτσι, στο InTownPost επιλέξαμε να κρατήσουμε τη δική μας στάση στα πράγματα.

Καθίστε αναπαυτικά λοιπόν, βάλτε τα ηχεία στο τέρμα και απολαύστε κάποια από τα καλύτερα και πιο εμβληματικά soundtracks ταινιών που άφησαν εποχή, είτε εμπορικά, είτε μουσικά, είτε καλλιτεχνικά, είτε όλα αυτά μαζί, το καθένα για τους δικούς του, διαφορετικούς λόγους…

…Let the countdown begin…

James Bond Theme – Casino Royale (James Bond Soundtrack)

 Συνόδευσε το “Casino Royale” το 2006.

Χωρίς πολλά λόγια, ίσως ο πιο κλασικός ήχος όχι μόνο για James Bond αλλά και στις αίθουσες σινεμά γενικότερα.

Εδώ δεν συναντάμε στίχους, όμως διακρίνουμε μουσική γεμάτη ένταση, ανατροπές και σασπένς. (James Bond είναι αυτός)

The Tango (Scent of a Woman)

Το 1992 λοιπόν κυκλοφορεί το “Scent of a Woman”.

Και ποιος δεν ξεχωρίζει την υπέροχη μελωδία που συνόδευσε το αισθαντικό ταγκό μεταξύ του τυφλού Al Pacino και της όμορφης Gabrielle Anwar;

Οι στίχοι κι εδώ λείπουν από το προσκήνιο, η μουσική όμως και τα βήματα των δύο ηθοποιών μας εγκλιματίζουν και με το παραπάνω.

Jennifer Warnes, Bill Medley – The Time of My Life (Dirty Dancing Soundtrack)

 Το συγκεκριμένο κομμάτι έμεινε χαραγμένο στις μνήμες μας συνοδευόμενο από τον εκπληκτικό χορό μεταξύ Patrick Swayze και Jennifer Grey. Το “The Time of My Life” πρωτοπαίχτηκε το 1987 και αποτελεί ένα από τα πιο ερωτικά κομμάτια όλων των εποχών αλλά και τραγούδι-ορόσημο για την ταινία “Dirty Dancing”.

El Tango De Roxanne (Moulin Rouge Soundtrack)

Δεν είναι πολλά αυτά που μπορεί να πει κανείς για αυτό το εκπληκτικό κομμάτι. Ο ήχος “μιλάει” από μόνος του. Το ακούσαμε για πρώτη φορά το 2001 στο αισθηματικό μιούζικαλ “Moulin Rouge”. Έκτοτε μάς ακολουθεί σε αρκετές μετέπειτα μουσικές συναντήσεις. Όχι αδίκως. Κάθε του πτυχή σε ταξιδεύει στη σφαίρα του ρομαντισμού.

Joe Cocker – You can leave your hat on (9 ½ weeks)

 Το 1986 κυκλοφορεί η ταινία “9 ½ εβδομάδες” και το κοινό καθηλώνεται με το παιχνιδιάρικο “You can leave your hat on”, το οποίο συνόδευε το καυτό striptease της Kim Basinger στον Mickey Rourke. Το κομμάτι αυτό χρησιμοποιείται σε ανάλογες περιπτώσεις και όχι μόνο, μέχρι και σήμερα.

Bee Gee’s – Stayin’ Alive (Saturday Night Fever)

 Άλλο ένα μεγάλο hit ακόμα και μετά την προβολή της ταινίας. Κανείς δεν θα ξεχάσει τον ξέφρενο, ασταμάτητο χορό του John Travolta στους ρυθμούς του “Stayin’ Alive”. Έχοντας κάνει την πρώτη εμφάνιση του το 1977 στο “Saturday Night Fever”, το κομμάτι των Bee Gees σκαρφαλώνει ψηλά στα μουσικά charts ακόμα και μετά τον πρώτο χρόνο προβολής της ταινίας.

Sonny Bonno – Bang Bang (My baby shot me down) – (Kill Bill)

Το 2003 η Uma Therman πρωταγωνιστεί στη μεγάλη επιτυχία του Quentin Tarantino “Kill Bill”. Εκτός του περιεχομένου αλλά και της εξαιρετικής ερμηνείας της Therman, η συγκεκριμένη ταινία δράσης κέρδισε τις εντυπώσεις και με την εξαιρετική της μουσική επένδυση. Μεταξύ άλλων και αυτό εδώ το κομμάτι, το οποίο διαδέχθηκαν και αρκετές ακόμη διασκευές.

 

Yann Tiersen – La Valse D’Amelie (Amelie)

Το φιλμ “Amelie”, μια γαλλική ρομαντική κομεντί που κυκλοφόρησε το 2001, περιείχε πολλά μικρά “διαμάντια” στον soundtrack δίσκο του, ωστόσο αυτό το κομμάτι πιστεύουμε πως ξεχωρίζει για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Δεν είναι λίγες μάλιστα οι φορές που ακόμα και τώρα, 17 χρόνια μετά, ακούμε το ίδιο αυτό κομμάτι σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές ή σε θεατρικές παραστάσεις.

The Godfather Theme – (The Godfather)

Από τα πιο κλασικά soundtracks το soundtrack theme του “Νονού” έμεινε στην ιστορία ως μια από τις πιο γνώριμες, μυστηριώδεις αλλά ταυτόχρονα και τόσο όμορφες μελωδίες.

Θυμίζουμε πως πρωταγωνιστής της ταινίας υπήρξε ο Μάρλον Μπράντο ενώ η όλη σύνθεση ήταν μια σύλληψη του Nino Rota.

La vita  e Bella (La Vita e Bella Soundtrack)

Το συγκεκριμένο μουσικό  κομμάτι του Nicola Piovani δεν έχει καθόλου λόγια, όμως τα “λέει” όλα. Η μουσική συμβαδίζει πλήρως με την ταινία, καθώς “φωνάζει” με τον τρόπο της, πως η ζωή είναι όμορφη, όπως κι αν την κοιτάξεις. Αυτό καταφέρνει μέσα από το “La Vita e Bella” και ο Ρομπέρτο Μπενίνι, τόσο σκηνοθετικά όσο και ερμηνευτικά. Παρ’ όλη την καταφρόνια, την κατήφεια των ανθρώπων αλλά και τις μίζερες στιγμές που χαρακτηρίζουν την εκάστοτε κοινωνία, η ζωή είναι πάντα ωραία

Κι εσείς λοιπόν αυτό να κρατάτε. Η ζωή είναι πάντα ωραία.

Μέχρι να τα πούμε ξανά…

 Φιλιά,

Μαρκέλλα