fbpx

«Γυναίκες πίσω από τις κάμερες και απολαυστικοί μπόμπιρες σε πρώτο πλάνο» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι πραγματικά ιλαρής αντιμετώπισης, για έναν σκεπτόμενο άνθρωπο, όλη αυτή η παρωδία που εκτυλίσσεται τα τελευταία δυο χρόνια στην πρώτη, μεγάλη βιομηχανία του διεθνούς σινεμά, το γνωστό Χόλιγουντ και έχει να κάνει με τις ερωτικές παρενοχλήσεις παντός φύλου, τις καταγγελίες για σεξουαλικές κακοποιήσεις και τα ροζ σκάνδαλα. Όλα αυτά τα τραγικά και βίαια συμβαίνουν στην κορυφή του πύργου, που αρκετοί ποθούν να κατακτήσουν. Εκεί… ναι εκεί, όπου οι χρηματικές αμοιβές για τους κορυφαίους είναι απόλυτα ταυτόσημες με βίο Ινδού χαλίφη, η εξουσία συναγωνίζεται Ολύμπιους θεούς, ενώ η παγκόσμια αναγνώριση και η δόξα των πάσης φύσεως πρωταγωνιστών του εν λόγω βασιλείου πιθανώς να ξεπερνούν με διαφορά στήθους αγίους, όσιους και γνωστούς ιερομάρτυρες.

Ας μην γελιόμαστε και ας κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα, άνευ αλληθωρισμού στους οφθαλμούς και τραυλίσματος στην γλώσσα μας. Άπαντες γνωρίζουμε τι σημαίνει δόξα, φήμη, χρήμα, Χόλιγουντ. Παρότι βρίσκεται πολύ κοντά στην πόλη των Αγγέλων, είναι ένα στιβαρό, κλειστό «κράτος» καθόλου πλασμένο αγγελικά από την δημιουργία του. Ο δρόμος της καλλιτεχνικής αναγνώρισης και οι εύρωστοι τραπεζικοί λογαριασμοί προϋποθέτουν τραχιά ανηφόρα, αντίξοες συνθήκες, «δώρα» και «ανταλλάγματα» διόλου ευχάριστα, ασυνήθιστες προσφορές, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μέχρι να φτάσει στο σημείο, που ο κάθε καλλιτέχνης έχει βάλει τον προσωπικό του πήχη. Βέβαια, τίποτα από τα παραπάνω δεν συνθέτουν τον υγιή, αξιακό γνώμονα μιας ανιδιοτελούς καριέρας με αρετές, γνώση και ταλέντο, αλλά – πάντα υπάρχει ένα «αλλά» –  το σύστημα, δυστυχώς, έτσι είναι δομημένο. Ή το διαλύεις εν μια νυκτί συθέμελα ή το ακολουθείς ή συνεχίζεις να πλένεις πιάτα και να βγάζεις τα σκουπίδια στη καφετέρια του Λάρι. Ξέρεις πολύ καλά, που πας να μπλέξεις όταν διαβείς τις πύλες της ψευδαίσθησης, ειδικά όταν είσαι γυναίκα.

Γνωστό τοις πάσι, ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι ανδροκρατούμενος, αδίστακτος, άκαμπτος, τερατώδης και άπασα θηλυκή ύπαρξη, εάν είναι φίνα και χαριτόβρυτη – ακόμα και ανδρική – κατά 97 τοις εκατό θα περάσει από την «κλίνη» του Προκρούστη ή από τα «πευκάκια» του Σίνη του Πιτυοκάμπτη. Όπως έχει το πράγμα, σήμερα που μιλάμε ξεκάθαρα, είτε το αποδέχεσαι και προχωράς, είτε κάνεις μια καταγγελία στο πρώτο μουντάρισμα που θα δεχθείς και αμέσως επιστρέφεις στο γλυκό σου σπίτι.

Τώρα, γιατί συνέβη όλο αυτό το νταβαντούρι με τις διώξεις, οι οποίες πολλές από αυτές ήταν συμβάντα προ 20ετίας και 15ετίας, δεν μένει παρά να ρίξουμε μια ήρεμη ματιά στο πως λειτουργεί η «συμπαθέστατη» σε πολλούς σινεφίλ ηθική της Μαφίας.

Ξεκαθαρίσματα, νέες περιοχές δράσης, αλλαγή φρουράς, μετατόπιση εδαφών, πλούτου και εξουσίας, όπου, φυσικά, σε έναν εσωτερικό πόλεμο τα κρυφά όπλα εξόντωσης είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και οι απώλειες σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα έμψυχο δυναμικό. Οι ισχυροί πατρόνοι, όπως μεγαλο-παραγωγοί, μεγαλο-σκηνοθέτες και ηθοποιοί ουράνιου βεληνεκούς, όλοι πρωτοκλασάτοι, από αυτούς τους σταθερούς, για πολλά χρόνια, ενοίκους του ψηλού πύργου της κινηματογραφικής μέκκας, έπεσαν υπέρ βωμών και εστιών, από υπαλληλάκια, σταρλετίτσες, επίδοξους ζεν πρεμιέ, καθότι τα λιανά και τα ημι-άσημα, οι αμελητέες μονάδες δηλαδή, έχουν κι αυτές τις «υπηρεσίες» και τα «καθήκοντα» τους.

Όταν είναι να «χυθεί αίμα» για τις ριζικές ενδο-αλλαγές και την μεταμόρφωση του παλαιού σε νέο τοπίο, οι αθέατοι, κυβερνήτες «δαίμονες» απαιτούν θυσίες «γαλαζοαίματων» και όχι πλέμπας χωρικών. Εξουσία, αγαπητοί μου φίλοι, «η ηδονή των ηδονών», όπως εύστοχα την περιγράφει ο Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του. Έτσι αναπνέουν και συμπεριφέρονται, δυστυχώς, τα κραταιά βασιλεία, από αρχαιοτάτων χρόνων.

Έχουν συμβεί, άλλωστε, αρκετές φορές στο παρελθόν και κατά την διάρκεια της «χρυσής» ιστορίας της κινηματογραφικής βιομηχανίας παρόμοια γεγονότα, σκάνδαλα, κακοποιήσεις απασχόλησαν τα κοινά. Κάποιοι, γυναίκες ως επί το πλείστον, έχοντας φήμη, δόξα και χρήμα, που αντιστάθηκαν με ηρωικό σθένος και σήκωσαν πραγματικά γενναίο ανάστημα στην σήψη, δίχως να χειραγωγούνται από μυστήρια κέντρα, ώιμε(!), τους έφαγε το μαύρο, άχαρο σκότος και η βουλιμική μαρμάγκα.

Ο νοσηρός κύκλος του Χόλιγουντ, δηλαδή του αμερικάνικου Βατικανού, δεν κλονίστηκε διόλου με τις φανφάρες, τις τυμπανοκρουσίες, τα κινήματα στιλ «#MeToo» στην Αμερική και «#BalanceTonPorc» στην Γαλλία και, πιστέψτε με, ακριβώς με το ίδιο και απαράλλαχτο μολυσμένο «οξυγόνο» όπως πριν, συνεχίζει ακλόνητα να ευθυγραμμίζει εξουσιατικά μέχρι σήμερα τα ερεβώδη πάθη και τις κολασμένες ακμές του.

Προσέξτε λίγο όμως, πως όλες οι βαριές καταγγελίες που εκθρόνισαν, πιθανώς ενοχλητικούς «βασιλιάδες» και «πρίγκιπες» της κινηματογραφικής και της τηλεοπτικής βιομηχανίας, στέλνοντας τους στο πυρ το εξώτερον, έγιναν από εντελώς άσημα ονόματα, που ναι μεν πέρασαν κάποια στιγμή ασυζητητί από την στενωπό των «ληστών»  – να είστε σίγουροι γι αυτό – και «ρολάκι» ή «θεσούλα», που τόσο πολύ ποθούσαν δεν πήραν για κάποιους λόγους. Απλά, τους χρησιμοποίησαν εποικοδομητικά στον σωστό χρόνο, όπως όταν περιμένεις στωικά και με την σοφία του μεγάλου παίχτη την κατάλληλη στιγμή, ώστε να θυσιάσεις σε μια παρτίδα σκάκι τρεις στρατιώτες και έναν στρατηγό για να φτάσεις με πύργο και βασίλισσα στο ποθητό ματ. Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!  

«Η Νηπιαγωγός»

(The Kindergarten Teacher)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σάρα Κολαντζέλο
  • Με τους: Μάγκι Τζίλενχαλ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάρκερ Σέβακ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: StraDa FIlms
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance

Εκτιμώ, προσωπική άποψη εκφράζω, πως είναι από τις πλέον «ενοχλητικές» ταινίες των τελευταίων ετών, που έχω δει. Αυτό που λέμε, ότι θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση είναι αλήθεια και εξομολογούμαι, ότι θα την ξαναδώ αυτή την εβδομάδα με ηρεμία.

Η γεύση που άφησε στον πνευματικό μου ουρανίσκο, πάντως, τείνει προς το πικρό ως σφαιρική εικόνα του θέματος, μια πικρία όχι προς το θέμα που πραγματεύεται, αλλά στον τρόπο που συνέλαβε και πραγμάτωσε την «πικρή» αλήθεια η περίφημη σκηνοθέτις Σάρα Κολαντζέλο. Έπειτα από ένα βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (Halal Vivero) το 2006, η Κολαντζέλο γυρίζει το 2014 την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (Little Accidents) για να έρθουμε σε απόλυτη επαφή σήμερα με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, την «Νηπιαγωγό», που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο αμερικάνικο φεστιβάλ του  Sundance.

Γυναικεία ματιά σε μια ιστορία που σχοινοβατεί στην καλά ακονισμένη λεπίδα της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχασθένειας του politically correct. Ο πυγμαχικός αγώνας μέχρι εξόντωσης ανάμεσα στην ανοησία και στην ανιδιοτέλεια της βούλησης στο να διασώσω από το τέλμα την διαφορετικότητα. Απίστευτα δύσκολη η χαρτογράφηση για την  Νεοϋορκέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα, όταν το υποκείμενο διάσωσης είναι ένας πεντάχρονος που σκαρφίζεται στοίχους και ξαφνικά, σαν θεία επιφοίτηση απαγγέλει ποίηση σαν να είναι ενήλικας.

Το ίδιο ζόρικο είναι και ο χαρακτήρας της αστής γυναίκας, μητέρας και συνάμα νηπιαγωγού με την κοινότυπη ζωή, την γεμάτη τοξικά προϊόντα εντός και εκτός του οίκου της, που αντιλαμβάνεται το παιδί θαύμα και δια μέσω του ταλέντου του προσπαθεί να χωρίσει στα δυο τον ωκεανό της σήψης, της αδιαφορίας και να αναδείξει τον πιτσιρικά.

Η Σάρα Κολαντζέλο κτίζει περίτεχνα τρία στέρεα ανισόπεδα επίπεδα στην ταινία της, που όμως με ανεμόσκαλα την ποίηση επικοινωνούν άψογα μεταξύ τους: αυτό της σημερινής, στείρας, πνευματικής κοινωνίας με τα μύρια αδιέξοδα, του ψυχολογικού δράματος, αλλά και του θρίλερ, κλιμακώνοντας παράλληλα την ένταση για να φτάσει στο φινάλε στα μη αποδεκτά, κοινωνικά μεγέθη της ακρότητας, σαν απονενοημένη ενέργεια, που θα αφήσει σε πολλούς πικρή γεύση. Στην εποχή των smartphones, των videogames, των όπλων και των πολέμων τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση, διερωτάται στο σενάριο της η  Κολαντζέλο. Και το ερώτημα μεταμορφώνεται αίφνης σε θυμωμένο τζίνι, που ήταν βασανιστικά κλεισμένο σε μια γυναίκα που ανακάλυψε ενδιαφέρον για την ζωή.

Για μια φορά ακόμα η εκπληκτική Μάγκι Τζίλενχαλ (αδελφή του Τζέικ), στοχεύει διάνα σε ρόλο («Η Γραμματέας», «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού») και μαγεύει με την καθηλωτική της ερμηνεία. Ο δε πιτσιρικάς Πάρκερ Σέβακ είναι απόλαυση. Ταινία έκπληξη για καλή σκέψη και πολύ συζήτηση.      

H Λίζα Σπινέλι (Μάγκι Τζίλενχαλ – υπέροχη) είναι η σαραντάρα, ευαίσθητη δασκάλα σε νηπιαγωγείο που ζει μια συμβατική ζωή με την οικογένεια της στο Στέιετν Άιλαντ.

Μητέρα δυο τέκνων, ενός αγοριού που θέλει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και μιας έφηβης κόρης που ασχολείται συνεχώς με το κινητό της, ξοδεύει την καθημερινότητα της, παρακολουθώντας μαθήματα ποίησης σε νυχτερινό σχολείο με δάσκαλο τον Σάιμον (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ – πολύ καλός) , έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς της.

Ξαφνικά ανακαλύπτει τυχαία πως στην τάξη που διδάσκει, ο πεντάχρονος μαθητής της Τζίμι Ρόι (Πάρκερ Σέβακ – καταπληκτικός) έχει έμφυτο ταλέντο στην ποίηση.

Ερευνά το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και αντικρίζει την αλήθεια, πως ο μικρός ζει με τον πατέρα του, άνθρωπο της νύχτας και την αδιάφορη νταντά που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Διαπιστώνει την πλήρη απάθεια της οικογένειας στο ταλέντο του Τζίμι Ρόι, παρά τις συστάσεις της, ότι ο πεντάχρονος είναι ένας Μότζαρτ της ποίησης.

Τότε βάζει σκοπό της ζωής της, φτάνοντας στα άκρα να αποκαλύψει το ταλέντο του μικρού στον κόσμο.

«Αλίτα: O Άγγελος της Μάχης»

(Alita: Battle Angel)

 

  • Είδος: Περιπέτεια Επιστημονικής Φαντασίας (3D)
  • Παραγωγή: Καναδάς, Αργεντινή, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ
  • Με τους: Ρόζα Σαλαζάρ, Μαχερσάλα Αλι, Εϊζα Γκονζάλεζ, Τζένιφερ Κόνελι, Μισέλ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία βασισμένη στο επιτυχημένο manga του Γιουκίτο Κισίρο η «Αλίτα: Ο Άγγελος της Μάχης» ορμάει στην μεγάλη οθόνη σε ένα φαντασμαγορικό 3D γεμάτο δράση και περιπέτεια. Στην παραγωγή ο Τζέιμς Κάμερον («Τιτανικός», «Άβαταρ») και στην σκηνοθεσία ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ («Machete», «Αμαρτωλή Πόλη»). Ένα δίδυμο σε παραγωγή και σκηνοθεσία που πραγματικά το ευχαριστιέσαι.

Blockbuster παραγωγή με τα όλα της (η πρώτη του 2019 για εμάς), καθώς ο Κάμερον, όπως τουλάχιστον γράφουν οι αναφορές, ασχολείται με την Αλίτα από το 1999 για να την περάσει ως φλος ρουαγιάλ στο άσπρο πανί. Απομακρύνθηκε από τον φακό της κάμερας, λέμε τώρα, άφησε τον τρελάρα Ροντρίγκεζ να κάνει την φασίνα και ασχολήθηκε με το τεχνικό μέρος του θέματος που κυριολεκτικώς ζωγραφίζει.

Άριστο 3D, hi tech καταστάσεις, φουτουριστικός διάκοσμος, απαισιόδοξο μέλλον, φουλ περιπέτεια και δράση σαν να βρίσκεσαι κολλημένος σε κονσόλα video game. Όλη η ταινία είναι ένα εργόχειρο, μεγαλείο εικόνας και ήχου, που οι φανατικοί του είδους δεν θα αποχωρήσουν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι.

Οι ερμηνείες είναι τοποθετημένες ακριβώς στο ζύγι των απαιτήσεων του συγκεκριμένου genre χωρίς ιδιαίτερο πλούτο υποκριτικής αλλά ούτε μιζέριας. Έντιμη διεκπεραίωση αφού τον πρώτο λόγο έχει η σύγχρονη ψηφιακή εξουσία της 7ης Τέχνης.    

Όταν η Αλίτα (Ρόζα Σάλαζαρ) ξυπνά χωρίς να θυμάται ποια είναι σε έναν δυστοπικό μέλλον, έναν κόσμο φτωχό και δύσκολο που δεν αναγνωρίζει, την περιμαζεύει ο Ίντο (Κριστόφ Βαλτς), ο ευγενικός βιο-μηχανικός επιστήμονας που έχει χάσει την κόρη του και αντιλαμβάνεται ότι κάπου μέσα σε αυτό το ανθρωποειδές (cyborg) κρύβεται η καρδιά και η ψυχή μιας νεαρής γυναίκας με ξεχωριστό παρελθόν, δίνοντας στο εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία πατρότητας.

Όταν η Αλίτα μαθαίνει να περιπλανιέται στη νέα της ζωή και στους επικίνδυνους δρόμους της Άιρον Σίτι, ο Ίντο προσπαθεί να την προφυλάξει από το αινιγματικό παρελθόν της, τη στιγμή που ο «περπατημένος» νέος της φίλος, το παιδί της πιάτσας, ο Χιούγκο (Κίαν Τζόνσον) είναι διατεθειμένος να τη βοηθήσει να επαναφέρει τις μνήμες της.

Εν τω μεταξύ στην πόλη, όπου είναι μαζεμένες φυλές από διάφορους πλανήτες κυριαρχεί ένα βάρβαρο παιχνίδι ζωής και θανάτου, που έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Η Αλίτα ενθουσιάζεται και θέλει να λάβει μέρος.

Μόνο όταν οι φονικές και διεφθαρμένες δυνάμεις της πόλης καταδιώκουν την Αλίτα, εκείνη ανακαλύπτει ένα στοιχείο για το παρελθόν της, ότι διαθέτει μοναδικές γνώσεις στις πολεμικές ικανότητες και αυτοί που είναι στην εξουσία θα κάνουν τα πάντα για να τις υποτάξουν. Αν καταφέρει να τους ξεφύγει, ίσως να είναι το κλειδί για τη σωτηρία των φίλων της, της οικογένειάς της και του κόσμου που έμαθε να αγαπά.

«Καπερναούμ»

(Capernaum)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Λίβανος, Γαλλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ναντίν Λαμπακί
  • Με τους: Ζαΐν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σιφεράβ, Μπολαγουατιφέ Τρέζερ Μπανκολέ
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής και Οικουμενικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών

Η θρησκευτική ιστορία, κατά τα γραφάς όπως συνηθίζουμε να λέμε, αναφέρει ότι στην Καπερναούμ ο μεσσίας έκανε θαύματα, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο και έναν παραλυτικό. Στην «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, όμως, επικρατεί το χάος βασιλεύει ο κίνδυνος, οι φτωχοί μετανάστες, τα παντρολογήματα άγουρων, μικρών κοριτσιών με εύρωστους, οικονομικά ηλικιωμένους άνδρες, οι κλοπές τροφίμων από ανήλικους, η αλητεία, η παιδική θνησιμότητα, το σημαντικό «χαρτί» που πιστοποιεί ότι είσαι εσύ, η εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένδεια, η ανυπαρξία, δηλαδή, ένας εμετικός κόσμος γεμάτος τρόμο, θλίψη, πόνο, θάνατο…Oh dear Jesus were are you?

Ταινία γροθιά στο στομάχι, καθώς μοιράζεται τεχνικά ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη καταγγελία, ένα καλοφτιαγμένο doc fiction, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ερασιτέχνες. Όσα μας αφηγείται στο σενάριο της η πανέμορφη Λιβανέζα Λαμπακί είναι όλα αλήθεια και γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικά στον φακό της με την συμμετοχή του άφθαστου 10χρονου ή 12χρονου – ποιος γνωρίζει άλλωστε την ηλικία του – ερασιτέχνη ηθοποιού Ζαΐν Αλ Ραφέεα στον ρόλο του τρομερού Ζαΐν, που μας βουτάει στην σκατότρτυπα της μεγαλούπολης χωρίς ανάσα, εκεί που συμβαίνουν τα αδιανόητα.

Στενάχωρη, πραγματικά, ταινία, αλλά τόσο ρεαλιστικά φτιαγμένη, που σηκώνεσαι από το κάθισμα και ο κόμπος στο υπογάστριο έχει εξαπλωθεί πάνω από τον πυλωρό να καταλαμβάνει το μισό στέρνο. Τα έχουμε ακούσει, πήραμε γεύσεις από αναφορές δημοσιογραφικών ρεπορτάζ με θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση ανήλικων ανθρώπων, αλλά τούτο εδώ ξεπερνάει κάθε όριο. Και, ω δαίμονα, είναι πέρα ως πέρα αληθινό, άνευ υπερβολών και τονωτικών ενέσεων. Είναι γυμνό, σκληρό, κολασμένα απάνθρωπο. Είναι και η απίστευτη φάτσα του Ζαΐν (στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγας από τη Συρία και βρίσκεται στον Λίβανο για να γλιτώσει από τον πόλεμο στην χώρα του και ζει τα τελευταία 8 χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες), που αυτό το απίθανο, βρώμικο, λασπωμένο «μούτρο» με το βλέμμα φάρο σε τσαλακώνει πιότερο, είναι το ασμίλευτο της ερμηνείας του, είναι η τρεχάλα του για να μείνει ζωντανός, να επιβιώσει.

Έντονη και αξιόλογη η δουλειά της 45χρονης  Ναντίν Λαμπακί στην τέταρτη κατά σειρά ταινία της («Caramel», «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες», «Ριο Σε Αγαπώ»), που σε αφήνει εντελώς εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο στην σύγχρονη ύβρη να σιχτιρίσεις ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος. Μικροί άνθρωποι βάναυσα χυμένοι στο μολυσμένο ποτάμι της «μοντέρνας» κοινωνίας ανακαλύπτουν τις διόδους επιβίωσης μιας δολοφονικής καθημερινότητας χωρίς παρών. Ξεναγός μας ο Ζαΐν, ο αφανής ήρωας των αποτυχημένων κοινωνιών, ο άξιος εκπρόσωπος των κακοποιημένων και των παραμελημένων μικρών ανθρώπων στον πλανήτη,  που τον διάλεξε η Λαμπακί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους υποψήφιους πιτσιρικάδες του δρόμου.

Και αυτός ο μικρός, ατίθασος Ηρακλής επαναστατεί και σέρνει την αδιάφορη οικογένεια του στο δικαστήριο κατηγορώντας τους γονείς του για έλλειψη αγάπης, προστασίας, θέτοντας το ουράνιο ερώτημα: «Γιατί με φέρατε στην ζωή, αφού δεν μπορείτε να με φροντίζετε;» Μοναδικό!!!!

Αξίζει να παρακολουθήσετε την ταινία παρότι είναι σκληρή η αφήγηση της και τα γεγονότα σε καταβάλουν, όμως γύρω από το πηχτό σκοτάδι του αφανισμού που τυλίγει την παιδική αθωότητα, η Ναντίν Λαμπακί διακριτικά αφήνει αμυδρά να διαφαίνεται ένα χρυσαφένιο ένδυμα προστασίας πλεγμένο με νήματα τρυφερότητας, δύναμης και ανθρωπιάς σαν την αθέατη αρματωσιά σπουδαίου, αθάνατου ήρωα

Λίβανος, αίθουσα δικαστηρίου. Ο 12χρονος Ζαΐν πρόσφυγας από τη Συρία, παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστή, ο οποίος τον ρωτάει γιατί θέλει να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς. «Επειδή με έφεραν στον κόσμο!», απαντάει o μικρός, κάνοντας έτσι την δική του επανάσταση απέναντι στους γονείς του για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, για την παντελή αδυναμία τους να του παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία.

Αντιμέτωπος με αδιανόητες δυσκολίες και εμπόδια, ο μικρός Ζαΐν θα ξεκινήσει ένα απίστευτο, γεμάτο δυσκολίες ταξίδι για να αναζητήσει την δική του ταυτότητα, μέσα στον αμείλικτο κόσμο που έχουν φτιάξει γι’ αυτόν οι μεγάλοι.

Και για το ρεπορτάζ του θέματος να αναφέρουμε, ότι δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση του Φεστιβάλ Καννών και την βράβευση της ταινίας, η παραγωγή πληροφορήθηκε ότι ο Ζαΐν και η οικογένειά του θα μετανάστευαν στη Νορβηγία. Πλέον, εκείνος και τα αδέρφια του πηγαίνουν σχολείο, ενώ ολόκληρη η οικογένεια πήρε νορβηγική υπηκοότητα.

Ζουν σήμερα σε ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο, που έχει θέα την θάλασσα, και συμμετέχουν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ένταξης για να μάθουν νορβηγικά και να προσαρμοστούν στην κουλτούρα της χώρας.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με πολλές πιθανότητες να το κερδίσει, από τους εξ΄  ίσου υπέροχους «Κλέφτες Καταστημάτων».

«Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;»

(Can You Ever Forgive Me?)     

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάριελ Χέλερ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία που κατεβαίνει ολοταχώς στην οσκαρική κούρσα, διεκδικώντας τρία αγαλματίδια: Διασκευασμένου Σεναρίου, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Μελίσα ΜακΚάρθι) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ). Και στις τρεις κατηγορίες που είναι τοποθετημένη παίζει καθαρά, καθώς και το σενάριο και οι δυο ρόλοι είναι αξιοπρόσεκτα και όντως αξίζουν τις υποψηφιότητες. Βέβαια η Μελίσα ΜακΚάρθι έχει να αντιμετωπίσει την Ολίβια Κόλμαν της «Ευνοούμενης» και την Γκλεν Γκλόουζ της «Wife» στον Α΄ Γυναικείο Ρόλο, ενώ ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ στον Β΄ Ανδρικό θα «κονταροκτυπηθεί» με τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως είναι ο Μαχερσάλα Αλί του «Πράσινου Βιβλίου» και ο Άνταμ Ντράιβερ του «BlacKkKlansman: H Παρείσφρηση».

Πάντως, τόσο η πληθωρική ΜακΚάρθι, όσο και ο μπριλάντε Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ είναι άψογοι στην δεύτερη ταινία της Καλιφορνέζας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Μάριελ Χέλερ. Είναι από αυτές, ρε γαμώτο, που μοσχοβολούν μπίτνικ, νεοϋρκέζικο άρωμα ανακατεμένο με νοθευμένο ουίσκι, κλεισούρα, αποτυχία και ξεθυμασμένη ναφθαλίνη, δηλαδή, ατμόσφαιρα μιας εποχής που αγαπάνε οι σινεφίλ. Με σωστό προσανατολισμό η σκηνοθεσία και δίχως να πλατσουρίζει σε ανοησίες, δίνει τον απαιτούμενο αέρα στην βροντερή, πλην όμως εκπληκτική ερμηνεία της ΜακΚάρθι και τον άπλετο χώρο στο ταπεραμέντο του υπέροχου, Άγγλου ηθοποιού Γκραντ, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την υποψηφιότητα του για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου βγήκε έξω στον δρόμο και πανηγύριζε, ο θεόμουρλος (υπάρχει σχετικό βίντεο).

Το προσεγμένο σενάριο της Νικόλ Χολοφσένερ και του Τζεφ Γουίτι (υποψήφιοι για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο-αυτοβιογραφία της συγγραφέως Λι Ίσραελ (3 Δεκεμβρίου 1939 – 24 Δεκεμβρίου 2014), που από επιτυχημένη βιογράφος επιφανών γυναικών με ευπώλητες εκδόσεις, κατέληξε δεινή πλαστογράφος επιστολών αλληλογραφίας διάσημων, όπως των: Ντόροθι Πάρκερ, Ερνστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τις οποίες μοσχοπουλούσε σε συλλέκτες μέχρι που την «τσίμπησε» το FBI.   

Από τη λίστα των μεγάλων Αμερικανών πλαστογράφων ξεχωρίζει μια γυναίκα: η ειρωνική, η καυστική, η εγωίστρια, η άφιλη, η λεσβία, η γατόφιλη και ψιλο-αλκοολική Λι Ίσραελ (Μελίσα ΜακΚάρθι – πολύ καλή), νυν άφραγκη, τέως επιτυχημένη συγγραφέας βιογραφιών της Κάθριν Χέπμπορν, της Ταλούλα Μπάνκχεντ, της Εστέ Λόντερ και της δημοσιογράφου Ντόροθι Κιλγκάλεν κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80.

Στο μικρό της διαμέρισμα στο Μανχάταν, παρέα με την γάτα της, που δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει, η Ίσραελ δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν φτωχή και εξαθλιωμένη. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μια τόσο ταλαντούχα συγγραφέας όσο η ίδια, θα κατέληγε τόσο χαμηλά. Μια συγγραφέας που δεν έβγαζε την δική της φωνή σε γραπτό, αλλά καταπιανόταν με τις ζωές διάσημων προσώπων.

Όταν δεν διέθετε τα χρήματα για μια εξέταση της γάτας της στον κτηνίατρο, πούλησε όλα τα αντικείμενα αξίας που είχε στην κατοχή της και μέσα σε αυτά ένα αυθεντικό γράμμα της Κάθριν Χέπμπορν για 200 δολάρια. Τότε ένας κόσμος με απέραντες δυνατότητες ανοίχτηκε μπροστά της.

Για να γλιτώσει τη χρεοκοπία άρχισε να δακτυλογραφεί σε αντίκες γραφομηχανές με παλιά επιστολόχαρτα διάφορες, πλαστές επιστολές διασήμων και να τις πουλάει στους συλλέκτες ως αυθεντικές. Βοηθό σε αυτή την απάτη έχρισε έναν φίλο της από τις παλιές καλές εποχές, τον μεσήλικα, ξοφλημένο, ομοφυλόφιλο, Άγγλο ηθοποιό Τζακ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ – επίσης πολύ καλός).

Η παράνομη φάμπρικα πήγαινε μια χαρά ώσπου μια πλαστή επιστολή εξετάστηκε ενδελεχώς από έναν αγοραστή συλλέκτη με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η αυθεντικότητά της.

Η Λι Ίσραελ έγραψε το βιβλίο «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?) το 2008.        

«Έρωτας Χωρίς Τέλος»

(Sin Fin)

 

  • Είδος: Ερωτικό, επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σεζάρ Εστέμπαν Αλέντα και Χοσέ Εστέμπαν Αλέντα
  • Με τους: Χαβιέρ Ρέι, Μαρία Λεόν
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν ο ντροπαλός, κοινωνικά αμήχανος Χαβιέ συναντά τη Μαρία, ένα δραστήριο, εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι, είναι η αρχή ενός πανέμορφου ρομάντζου. Δεκαπέντε χρόνια μετά και το τοπίο δεν είναι πια ειδυλλιακό. Η εμμονή του Χαβιέ για τη δουλειά του και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μαρίας εμφανίζονται στο προσκήνιο και ειδικά στη Μαρία.  Η σχέση τους περνάει κρίση.

Ο Χαβιέ συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να την βοηθήσει. Πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο για να ξαναγράψουν τη μοίρα της Μαρίας και να αποφύγουν την άθλια πραγματικότητα που ζουν.  Μαζί, να ξαναζήσουν και να θυμηθούν τη μαγεία της πρώτης ημέρας που συναντήθηκαν, δεκαπέντε χρόνια πριν, με την ελπίδα ότι η Μαρία θα γίνει πάλι το χαρούμενο, ζωηρό κορίτσι που ερωτεύτηκε.

Θα ήθελε να είναι δακρύβρεχτο, θα ήθελε να είναι μελό, θα ήθελε να είναι ερωτικό και ρομαντικό, θα ήθελε να είναι επιστημονικής φαντασίας. Μα, τίποτα από αυτά δεν είναι.

Μονότονη, θλιβερή, ισπανική μπαλαφάρα αλυσοδεμένη γερά στην τηλεοπτική αντίληψη των σίριαλ ρομάντζας του συρμού και παρωχημένης σκηνοθεσίας άλλων εποχών, κάτι σε στιλ «Εκείνο το Καλοκαίρι», του αείμνηστου Βασίλη Γεωργιάδη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό στα χειρότερά του.

Διάτρητο το σενάριο από όλες τις πλευρές και οι πρωταγωνιστές μουρμουράνε κοφτά και καταθλιπτικά κοιτάζονται στα μάτια πότε με τον αέρα στα μαλλιά τους, πότε με το κύμα να σκάει στην ακρογιαλιά και τον πορτοκαλόχρυσο ήλιο να φωτίζει τα πρόσωπα τους.

Τα δε ακόρντα του ως σιγόντο ηχούν φάλτσα και παράταιρα στο περιβάλλον της επιστημονικής φαντασίας και των ταξιδιών στον χρόνο, που όλο το κατασκεύασμα καταλήγει, σχεδόν, στο να μην βγάζεις νόημα. 

«Μια Προσωπική Ιστορία»

(Una Questione Privata)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
  • Με τους: Λούκα Μαρτινέλι, Λορέντζο Ριτσέλμι, Βαλεντίνα Μπελιέ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Συνδικάτου Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου

Εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφική νουβέλα «Μία Προσωπική Ιστορία» του Μπέπε Φενόλιο, το κύκνειο άσμα των αδελφών Ταβιάνι μάς μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1943, όταν ο νεαρός Μίλτον ερωτεύεται τη Φούλβια, η οποία, όπως φαίνεται δεν τρέφει ανάλογα συναισθήματα και απλώς, της αρέσει το βάθος της σκέψης του και τα γράμματα που της γράφει. 

Ένα χρόνο μετά, ο Μίλτον έχει μπει στην Αντίσταση και πολεμά στο πλάι των ανταρτών ενάντια στους Ναζί. Όταν, τυχαία, μαθαίνει ότι η Φούλβια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον επίσης αντάρτη και κοινό τους φίλο, Τζόρτζιο, ο Μίλτον αποφασίζει να πάει και να τον βρει και να του μιλήσει.

Ο Τζόρτζιο, όμως, έχει μόλις συλληφθεί από τους Φασίστες. Τώρα ο Μίλτον πρέπει να ισορροπήσει την επιθυμία του να πολεμήσει τους Ναζί, τη φιλία του με τους άλλους συμπολεμιστές του στην Αντίστασης μεταξύ των οποίων είναι και ο Τζόρτζιο, αλλά και την αγάπη του για την Φούλβια.

Οι αδελφοί Ταβιάνι, έχοντας ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ιταλική Αντίσταση, αποτυπώνουν ανάγλυφα και με μοναδική αυθεντικότητα την εποχή και σκηνοθετούν μια συναρπαστική ταινία για την αθωότητα της νιότης και τον έρωτα. Στο φόντο, μία Ιταλία χτυπημένη από τη φτώχεια και ένας αντάρτικος πόλεμος, ξένος για τα ειωθότα της δικής μας εποχής…

 Άλλωστε, ο έρωτας όταν συνοδεύεται από ζήλια, πάντα οδηγεί σε οριακές καταστάσεις (που έχουν εμπνεύσει μεγάλους τραγωδούς) πόσο μάλλον σε συνθήκες, ήδη εμπόλεμες, όπου το ΕΓΩ πρέπει να θυσιαστεί για το καλό του ΕΜΕΙΣ και για ιδανικά μεγαλύτερα από την προσωπική ευτυχία και αυτοπραγμάτωση.

Προβάλλονται επίσης:

Το animation «Η Ταινία Lego 2» του Μάικ Μίτσελ (Tanweer)

«Μια Προσωπική Ιστορία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Una Questione Privata)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Ιταλία, Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία : Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι
  • Με τους: Λούκα Μαρτινέλι, Λορέντζο Ριτσέλμι, Βαλεντίνα Μπελιέ
  • Διάρκεια: 84’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Συνδικάτου Ιταλών Κριτικών Κινηματογράφου

 

Εμπνευσμένο από την αυτοβιογραφική νουβέλα «Μία Προσωπική Ιστορία» του Μπέπε Φενόλιο, το κύκνειο άσμα των αδελφών Ταβιάνι μάς μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1943, όταν ο νεαρός Μίλτον ερωτεύεται τη Φούλβια, η οποία, όπως φαίνεται δεν τρέφει ανάλογα συναισθήματα και απλώς, της αρέσει το βάθος της σκέψης του και τα γράμματα που της γράφει.

Ένα χρόνο μετά, ο Μίλτον έχει μπει στην Αντίσταση και πολεμά στο πλάι των ανταρτών ενάντια στους Ναζί. Όταν, τυχαία, μαθαίνει ότι η Φούλβια ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον επίσης αντάρτη και κοινό τους φίλο, Τζόρτζιο, ο Μίλτον αποφασίζει να πάει και να τον βρει και να του μιλήσει.

Ο Τζόρτζιο, όμως, έχει μόλις συλληφθεί από τους Φασίστες. Τώρα ο Μίλτον πρέπει να ισορροπήσει την επιθυμία του να πολεμήσει τους Ναζί, τη φιλία του με τους άλλους συμπολεμιστές του στην Αντίστασης μεταξύ των οποίων είναι και ο Τζόρτζιο, αλλά και την αγάπη του για την Φούλβια.

Οι αδελφοί Ταβιάνι, έχοντας ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Ιταλική Αντίσταση, αποτυπώνουν ανάγλυφα και με μοναδική αυθεντικότητα την εποχή και σκηνοθετούν μια συναρπαστική ταινία για την αθωότητα της νιότης και τον έρωτα. Στο φόντο, μία Ιταλία χτυπημένη από τη φτώχεια και ένας αντάρτικος πόλεμος, ξένος για τα ειωθότα της δικής μας εποχής…

 Άλλωστε, ο έρωτας όταν συνοδεύεται από ζήλια, πάντα οδηγεί σε οριακές καταστάσεις (που έχουν εμπνεύσει μεγάλους τραγωδούς) πόσο μάλλον σε συνθήκες, ήδη εμπόλεμες, όπου το ΕΓΩ πρέπει να θυσιαστεί για το καλό του ΕΜΕΙΣ και για ιδανικά μεγαλύτερα από την προσωπική ευτυχία και αυτοπραγμάτωση.

«Έρωτας Χωρίς Τέλος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Sin Fin   

 

  • Είδος: Ερωτικό, επιστημονικής φαντασίας
  • Παραγωγή: Ισπανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Σεζάρ Εστέμπαν Αλέντα και Χοσέ Εστέμπαν Αλέντα
  • Με τους: Χαβιέρ Ρέι, Μαρία Λεόν
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν ο ντροπαλός, κοινωνικά αμήχανος Χαβιέ συναντά τη Μαρία, ένα δραστήριο, εξωστρεφές και διασκεδαστικό κορίτσι, είναι η αρχή ενός πανέμορφου ρομάντζου. Δεκαπέντε χρόνια μετά και το τοπίο δεν είναι πια ειδυλλιακό. Η εμμονή του Χαβιέ για τη δουλειά του και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μαρίας εμφανίζονται στο προσκήνιο και ειδικά στη Μαρία.  Η σχέση τους περνάει κρίση.

Ο Χαβιέ συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να την βοηθήσει. Πρέπει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο για να ξαναγράψουν τη μοίρα της Μαρίας και να αποφύγουν την άθλια πραγματικότητα που ζουν.  Μαζί, να ξαναζήσουν και να θυμηθούν τη μαγεία της πρώτης ημέρας που συναντήθηκαν, δεκαπέντε χρόνια πριν, με την ελπίδα ότι η Μαρία θα γίνει πάλι το χαρούμενο, ζωηρό κορίτσι που ερωτεύτηκε.

Θα ήθελε να είναι δακρύβρεχτο, θα ήθελε να είναι μελό, θα ήθελε να είναι ερωτικό και ρομαντικό, θα ήθελε να είναι επιστημονικής φαντασίας. Μα, τίποτα από αυτά δεν είναι.

Μονότονη, θλιβερή, ισπανική μπαλαφάρα αλυσοδεμένη γερά στην τηλεοπτική αντίληψη των σίριαλ ρομάντζας του συρμού και παρωχημένης σκηνοθεσίας άλλων εποχών, κάτι σε στιλ «Εκείνο το Καλοκαίρι», του αείμνηστου Βασίλη Γεωργιάδη με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Λάκη Κομνηνό στα χειρότερά του.

Διάτρητο το σενάριο από όλες τις πλευρές και οι πρωταγωνιστές μουρμουράνε κοφτά και καταθλιπτικά κοιτάζονται στα μάτια πότε με τον αέρα στα μαλλιά τους, πότε με το κύμα να σκάει στην ακρογιαλιά και τον πορτοκαλόχρυσο ήλιο να φωτίζει τα πρόσωπα τους.   

Τα δε ακόρντα του ως σιγόντο ηχούν φάλτσα και παράταιρα στο περιβάλλον της επιστημονικής φαντασίας και των ταξιδιών στον χρόνο, που όλο το κατασκεύασμα καταλήγει, σχεδόν, στο να μην βγάζεις νόημα.

«Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Can You Ever Forgive Me?)     

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μάριελ Χέλερ
  • Με τους: Μελίσα ΜακΚάρθι, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία που κατεβαίνει ολοταχώς στην οσκαρική κούρσα, διεκδικώντας τρία αγαλματίδια: Διασκευασμένου Σεναρίου, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Μελίσα ΜακΚάρθι) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ). Και στις τρεις κατηγορίες που είναι τοποθετημένη παίζει καθαρά, καθώς και το σενάριο και οι δυο ρόλοι είναι αξιοπρόσεκτα και όντως αξίζουν τις υποψηφιότητες. Βέβαια η Μελίσα ΜακΚάρθι έχει να αντιμετωπίσει την Ολίβια Κόλμαν της «Ευνοούμενης» και την Γκλεν Γκλόουζ της «Wife» στον Α΄ Γυναικείο Ρόλο, ενώ ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ στον Β΄ Ανδρικό θα «κονταροκτυπηθεί» με τους πιο σοβαρούς διεκδικητές της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως είναι ο Μαχερσάλα Αλί του «Πράσινου Βιβλίου» και ο Άνταμ Ντράιβερ του «BlacKkKlansman: H Παρείσφρηση».

Πάντως, τόσο η πληθωρική ΜακΚάρθι, όσο και ο μπριλάντε Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ είναι άψογοι στην δεύτερη ταινία της Καλιφορνέζας ηθοποιού και σκηνοθέτιδας Μάριελ Χέλερ. Είναι από αυτές, ρε γαμώτο, που μοσχοβολούν μπίτνικ, νεοϋρκέζικο άρωμα ανακατεμένο με νοθευμένο ουίσκι, κλεισούρα, αποτυχία και ξεθυμασμένη ναφθαλίνη, δηλαδή, ατμόσφαιρα μιας εποχής που αγαπάνε οι σινεφίλ. Με σωστό προσανατολισμό η σκηνοθεσία και δίχως να πλατσουρίζει σε ανοησίες, δίνει τον απαιτούμενο αέρα στην βροντερή, πλην όμως εκπληκτική ερμηνεία της ΜακΚάρθι και τον άπλετο χώρο στο ταπεραμέντο του υπέροχου, Άγγλου ηθοποιού Γκραντ, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε την υποψηφιότητα του για το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου βγήκε έξω στον δρόμο και πανηγύριζε, ο θεόμουρλος (υπάρχει σχετικό βίντεο).

Το προσεγμένο σενάριο της Νικόλ Χολοφσένερ και του Τζεφ Γουίτι (υποψήφιοι για Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου) βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο-αυτοβιογραφία της συγγραφέως Λι Ίσραελ (3 Δεκεμβρίου 1939 – 24 Δεκεμβρίου 2014), που από επιτυχημένη βιογράφος επιφανών γυναικών με ευπώλητες εκδόσεις, κατέληξε δεινή πλαστογράφος επιστολών αλληλογραφίας διάσημων, όπως των: Ντόροθι Πάρκερ, Ερνστ Χέμινγουεϊ, Τζορτζ Σ. Κάουφμαν, τις οποίες μοσχοπουλούσε σε συλλέκτες μέχρι που την «τσίμπησε» το FBI.  

Από τη λίστα των μεγάλων Αμερικανών πλαστογράφων ξεχωρίζει μια γυναίκα: η ειρωνική, η καυστική, η εγωίστρια, η άφιλη, η λεσβία, η γατόφιλη και ψιλο-αλκοολική Λι Ίσραελ (Μελίσα ΜακΚάρθι – πολύ καλή), νυν άφραγκη, τέως επιτυχημένη συγγραφέας βιογραφιών της Κάθριν Χέπμπορν, της Ταλούλα Μπάνκχεντ, της Εστέ Λόντερ και της δημοσιογράφου Ντόροθι Κιλγκάλεν κατά τη δεκαετία του ‘70 και του ‘80.

Στο μικρό της διαμέρισμα στο Μανχάταν, παρέα με την γάτα της, που δεν έχει ούτε το νοίκι να πληρώσει, η Ίσραελ δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα ήταν φτωχή και εξαθλιωμένη. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι μια τόσο ταλαντούχα συγγραφέας όσο η ίδια, θα κατέληγε τόσο χαμηλά. Μια συγγραφέας που δεν έβγαζε την δική της φωνή σε γραπτό, αλλά καταπιανόταν με τις ζωές διάσημων προσώπων.

Όταν δεν διέθετε τα χρήματα για μια εξέταση της γάτας της στον κτηνίατρο, πούλησε όλα τα αντικείμενα αξίας που είχε στην κατοχή της και μέσα σε αυτά ένα αυθεντικό γράμμα της Κάθριν Χέπμπορν για 200 δολάρια. Τότε ένας κόσμος με απέραντες δυνατότητες ανοίχτηκε μπροστά της.

Για να γλιτώσει τη χρεοκοπία άρχισε να δακτυλογραφεί σε αντίκες γραφομηχανές με παλιά επιστολόχαρτα διάφορες, πλαστές επιστολές διασήμων και να τις πουλάει στους συλλέκτες ως αυθεντικές. Βοηθό σε αυτή την απάτη έχρισε έναν φίλο της από τις παλιές καλές εποχές, τον μεσήλικα, ξοφλημένο, ομοφυλόφιλο, Άγγλο ηθοποιό Τζακ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ – επίσης πολύ καλός).

Η παράνομη φάμπρικα πήγαινε μια χαρά ώσπου μια πλαστή επιστολή εξετάστηκε ενδελεχώς από έναν αγοραστή συλλέκτη με αποτέλεσμα να αμφισβητηθεί η αυθεντικότητά της.

Η Λι Ίσραελ έγραψε το βιβλίο «Θα Μπορούσες Ποτέ να με Συγχωρέσεις;» (Can You Ever Forgive Me?) το 2008.        

«Καπερναούμ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Capernaum)  

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Λίβανος, Γαλλία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ναντίν Λαμπακί
  • Με τους: Ζαΐν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σιφεράβ, Μπολαγουατιφέ Τρέζερ Μπανκολέ
  • Διάρκεια: 126’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κριτικής Επιτροπής και Οικουμενικό Βραβείο στο Φεστιβάλ Καννών

Η θρησκευτική ιστορία, κατά τα γραφάς όπως συνηθίζουμε να λέμε, αναφέρει ότι στην Καπερναούμ ο μεσσίας έκανε θαύματα, θεραπεύοντας έναν δαιμονισμένο και έναν παραλυτικό. Στην «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, όμως, επικρατεί το χάος βασιλεύει ο κίνδυνος, οι φτωχοί μετανάστες, τα παντρολογήματα άγουρων, μικρών κοριτσιών με εύρωστους, οικονομικά ηλικιωμένους άνδρες, οι κλοπές τροφίμων από ανήλικους, η αλητεία, η παιδική θνησιμότητα, το σημαντικό «χαρτί» που πιστοποιεί ότι είσαι εσύ, η εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένδεια, η ανυπαρξία, δηλαδή, ένας εμετικός κόσμος γεμάτος τρόμο, θλίψη, πόνο, θάνατο…Oh dear Jesus were are you?

Ταινία γροθιά στο στομάχι, καθώς μοιράζεται τεχνικά ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην ντοκιμαντερίστικη καταγγελία, ένα καλοφτιαγμένο doc fiction, αφού όλοι οι πρωταγωνιστές είναι ερασιτέχνες. Όσα μας αφηγείται στο σενάριο της η πανέμορφη Λιβανέζα Λαμπακί είναι όλα αλήθεια και γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικά στον φακό της με την συμμετοχή του άφθαστου 10χρονου ή 12χρονου – ποιος γνωρίζει άλλωστε την ηλικία του – ερασιτέχνη ηθοποιού Ζαΐν Αλ Ραφέεα στον ρόλο του τρομερού Ζαΐν, που μας βουτάει στην σκατότρτυπα της μεγαλούπολης χωρίς ανάσα, εκεί που συμβαίνουν τα αδιανόητα.

Στενάχωρη, πραγματικά, ταινία, αλλά τόσο ρεαλιστικά φτιαγμένη, που σηκώνεσαι από το κάθισμα και ο κόμπος στο υπογάστριο έχει εξαπλωθεί πάνω από τον πυλωρό να καταλαμβάνει το μισό στέρνο. Τα έχουμε ακούσει, πήραμε γεύσεις από αναφορές δημοσιογραφικών ρεπορτάζ με θέματα που αφορούν την εκμετάλλευση ανήλικων ανθρώπων, αλλά τούτο εδώ ξεπερνάει κάθε όριο. Και, ω δαίμονα, είναι πέρα ως πέρα αληθινό, άνευ υπερβολών και τονωτικών ενέσεων. Είναι γυμνό, σκληρό, κολασμένα απάνθρωπο. Είναι και η απίστευτη φάτσα του Ζαΐν (στην πραγματικότητα είναι πρόσφυγας από τη Συρία και βρίσκεται στον Λίβανο για να γλιτώσει από τον πόλεμο στην χώρα του και ζει τα τελευταία 8 χρόνια σε πολύ δύσκολες συνθήκες), που αυτό το απίθανο, βρώμικο, λασπωμένο «μούτρο» με το βλέμμα φάρο σε τσαλακώνει πιότερο, είναι το ασμίλευτο της ερμηνείας του, είναι η τρεχάλα του για να μείνει ζωντανός, να επιβιώσει.

Έντονη και αξιόλογη η δουλειά της 45χρονης  Ναντίν Λαμπακί στην τέταρτη κατά σειρά ταινία της («Caramel», «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες», «Ριο Σε Αγαπώ»), που σε αφήνει εντελώς εκτεθειμένο, ανυπεράσπιστο στην σύγχρονη ύβρη να σιχτιρίσεις ανερυθρίαστα το ανθρώπινο είδος. Μικροί άνθρωποι βάναυσα χυμένοι στο μολυσμένο ποτάμι της «μοντέρνας» κοινωνίας ανακαλύπτουν τις διόδους επιβίωσης μιας δολοφονικής καθημερινότητας χωρίς παρών. Ξεναγός μας ο Ζαΐν, ο αφανής ήρωας των αποτυχημένων κοινωνιών, ο άξιος εκπρόσωπος των κακοποιημένων και των παραμελημένων μικρών ανθρώπων στον πλανήτη,  που τον διάλεξε η Λαμπακί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους υποψήφιους πιτσιρικάδες του δρόμου.

Και αυτός ο μικρός, ατίθασος Ηρακλής επαναστατεί και σέρνει την αδιάφορη οικογένεια του στο δικαστήριο κατηγορώντας τους γονείς του για έλλειψη αγάπης, προστασίας, θέτοντας το ουράνιο ερώτημα: «Γιατί με φέρατε στην ζωή, αφού δεν μπορείτε να με φροντίζετε;» Μοναδικό!!!!

Αξίζει να παρακολουθήσετε την ταινία παρότι είναι σκληρή η αφήγηση της και τα γεγονότα σε καταβάλουν, όμως γύρω από το πηχτό σκοτάδι του αφανισμού που τυλίγει την παιδική αθωότητα, η Ναντίν Λαμπακί διακριτικά αφήνει αμυδρά να διαφαίνεται ένα χρυσαφένιο ένδυμα προστασίας πλεγμένο με νήματα τρυφερότητας, δύναμης και ανθρωπιάς σαν την αθέατη αρματωσιά σπουδαίου, αθάνατου ήρωα.

Λίβανος, αίθουσα δικαστηρίου. Ο 12χρονος Ζαΐν πρόσφυγας από τη Συρία, παρουσιάζεται ενώπιον του δικαστή, ο οποίος τον ρωτάει γιατί θέλει να μηνύσει τους ίδιους του τους γονείς. «Επειδή με έφεραν στον κόσμο!», απαντάει o μικρός, κάνοντας έτσι την δική του επανάσταση απέναντι στους γονείς του για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους, για την παντελή αδυναμία τους να του παρέχουν ελάχιστη φροντίδα, βοήθεια και προστασία.

Αντιμέτωπος με αδιανόητες δυσκολίες και εμπόδια, ο μικρός Ζαΐν θα ξεκινήσει ένα απίστευτο, γεμάτο δυσκολίες ταξίδι για να αναζητήσει την δική του ταυτότητα, μέσα στον αμείλικτο κόσμο που έχουν φτιάξει γι’ αυτόν οι μεγάλοι.

Και για το ρεπορτάζ του θέματος να αναφέρουμε, ότι δύο μέρες μετά την ολοκλήρωση του Φεστιβάλ Καννών και την βράβευση της ταινίας, η παραγωγή πληροφορήθηκε ότι ο Ζαΐν και η οικογένειά του θα μετανάστευαν στη Νορβηγία. Πλέον, εκείνος και τα αδέρφια του πηγαίνουν σχολείο, ενώ ολόκληρη η οικογένεια πήρε νορβηγική υπηκοότητα.

Ζουν σήμερα σε ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο, που έχει θέα την θάλασσα, και συμμετέχουν σε ένα ειδικό πρόγραμμα ένταξης για να μάθουν νορβηγικά και να προσαρμοστούν στην κουλτούρα της χώρας.

Η ταινία της Ναντίν Λαμπακί είναι υποψήφια για το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας με πολλές πιθανότητες να το κερδίσει, από τους εξ΄  ίσου υπέροχους «Κλέφτες Καταστημάτων».

«Αλίτα: O Άγγελος της Μάχης»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 (Alita: Battle Angel)     

 

  • Είδος: Περιπέτεια Επιστημονικής Φαντασίας (3D)
  • Παραγωγή: Καναδάς, Αργεντινή, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ
  • Με τους: Ρόζα Σαλαζάρ, Μαχερσάλα Αλι, Εϊζα Γκονζάλεζ, Τζένιφερ Κόνελι, Μισέλ Ροντρίγκεζ
  • Διάρκεια: 122’
  • Διανομή: Odeon

Ταινία βασισμένη στο επιτυχημένο manga του Γιουκίτο Κισίρο η «Αλίτα: Ο Άγγελος της Μάχης» ορμάει στην μεγάλη οθόνη σε ένα φαντασμαγορικό 3D γεμάτο δράση και περιπέτεια. Στην παραγωγή ο Τζέιμς Κάμερον («Τιτανικός», «Άβαταρ») και στην σκηνοθεσία ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ («Machete», «Αμαρτωλή Πόλη»). Ένα δίδυμο σε παραγωγή και σκηνοθεσία που πραγματικά το ευχαριστιέσαι.

Blockbuster παραγωγή με τα όλα της (η πρώτη του 2019 για εμάς), καθώς ο Κάμερον, όπως τουλάχιστον γράφουν οι αναφορές, ασχολείται με την Αλίτα από το 1999 για να την περάσει ως φλος ρουαγιάλ στο άσπρο πανί. Απομακρύνθηκε από τον φακό της κάμερας, λέμε τώρα, άφησε τον τρελάρα Ροντρίγκεζ να κάνει την φασίνα και ασχολήθηκε με το τεχνικό μέρος του θέματος που κυριολεκτικώς ζωγραφίζει.

Άριστο 3D, hi tech καταστάσεις, φουτουριστικός διάκοσμος, απαισιόδοξο μέλλον, φουλ περιπέτεια και δράση σαν να βρίσκεσαι κολλημένος σε κονσόλα video game. Όλη η ταινία είναι ένα εργόχειρο, μεγαλείο εικόνας και ήχου, που οι φανατικοί του είδους δεν θα αποχωρήσουν από την αίθουσα δυσαρεστημένοι.

Οι ερμηνείες είναι τοποθετημένες ακριβώς στο ζύγι των απαιτήσεων του συγκεκριμένου genre χωρίς ιδιαίτερο πλούτο υποκριτικής αλλά ούτε μιζέριας. Έντιμη διεκπεραίωση αφού τον πρώτο λόγο έχει η σύγχρονη ψηφιακή εξουσία της 7ης Τέχνης.    

Όταν η Αλίτα (Ρόζα Σάλαζαρ) ξυπνά χωρίς να θυμάται ποια είναι σε έναν δυστοπικό μέλλον, έναν κόσμο φτωχό και δύσκολο που δεν αναγνωρίζει, την περιμαζεύει ο Ίντο (Κριστόφ Βαλτς), ο ευγενικός βιο-μηχανικός επιστήμονας που έχει χάσει την κόρη του και αντιλαμβάνεται ότι κάπου μέσα σε αυτό το ανθρωποειδές (cyborg) κρύβεται η καρδιά και η ψυχή μιας νεαρής γυναίκας με ξεχωριστό παρελθόν, δίνοντας στο εαυτό του μια δεύτερη ευκαιρία πατρότητας.

Όταν η Αλίτα μαθαίνει να περιπλανιέται στη νέα της ζωή και στους επικίνδυνους δρόμους της Άιρον Σίτι, ο Ίντο προσπαθεί να την προφυλάξει από το αινιγματικό παρελθόν της, τη στιγμή που ο «περπατημένος» νέος της φίλος, το παιδί της πιάτσας, ο Χιούγκο (Κίαν Τζόνσον) είναι διατεθειμένος να τη βοηθήσει να επαναφέρει τις μνήμες της.

Εν τω μεταξύ στην πόλη, όπου είναι μαζεμένες φυλές από διάφορους πλανήτες κυριαρχεί ένα βάρβαρο παιχνίδι ζωής και θανάτου, που έχει τεράστια απήχηση στον λαό. Η Αλίτα ενθουσιάζεται και θέλει να λάβει μέρος.

Μόνο όταν οι φονικές και διεφθαρμένες δυνάμεις της πόλης καταδιώκουν την Αλίτα, εκείνη ανακαλύπτει ένα στοιχείο για το παρελθόν της, ότι διαθέτει μοναδικές γνώσεις στις πολεμικές ικανότητες και αυτοί που είναι στην εξουσία θα κάνουν τα πάντα για να τις υποτάξουν. Αν καταφέρει να τους ξεφύγει, ίσως να είναι το κλειδί για τη σωτηρία των φίλων της, της οικογένειάς της και του κόσμου που έμαθε να αγαπά.

«Η Νηπιαγωγός»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Kindergarten Teacher)     

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σάρα Κολαντζέλο
  • Με τους: Μάγκι Τζίλενχαλ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Πάρκερ Σέβακ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: StraDa FIlms
  • Διακρίσεις: Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance

Εκτιμώ, προσωπική άποψη εκφράζω, πως είναι από τις πλέον «ενοχλητικές» ταινίες των τελευταίων ετών, που έχω δει. Αυτό που λέμε, ότι θέλει δεύτερη και τρίτη ανάγνωση είναι αλήθεια και εξομολογούμαι, ότι θα την ξαναδώ αυτή την εβδομάδα με ηρεμία.

Η γεύση που άφησε στον πνευματικό μου ουρανίσκο, πάντως, τείνει προς το πικρό ως σφαιρική εικόνα του θέματος, μια πικρία όχι προς το θέμα που πραγματεύεται, αλλά στον τρόπο που συνέλαβε και πραγμάτωσε την «πικρή» αλήθεια η περίφημη σκηνοθέτις Σάρα Κολαντζέλο. Έπειτα από ένα βραβευμένο μικρού μήκους ντοκιμαντέρ (Halal Vivero) το 2006, η Κολαντζέλο γυρίζει το 2014 την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της (Little Accidents) για να έρθουμε σε απόλυτη επαφή σήμερα με την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία, την «Νηπιαγωγό», που της χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο αμερικάνικο φεστιβάλ του  Sundance.

Γυναικεία ματιά σε μια ιστορία που σχοινοβατεί στην καλά ακονισμένη λεπίδα της ψυχικής ελευθερίας και της ψυχασθένειας του politically correct. Ο πυγμαχικός αγώνας μέχρι εξόντωσης ανάμεσα στην ανοησία και στην ανιδιοτέλεια της βούλησης στο να διασώσω από το τέλμα την διαφορετικότητα. Απίστευτα δύσκολη η χαρτογράφηση για την  Νεοϋορκέζα σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα, όταν το υποκείμενο διάσωσης είναι ένας πεντάχρονος που σκαρφίζεται στοίχους και ξαφνικά, σαν θεία επιφοίτηση απαγγέλει ποίηση σαν να είναι ενήλικας.

Το ίδιο ζόρικο είναι και ο χαρακτήρας της αστής γυναίκας, μητέρας και συνάμα νηπιαγωγού με την κοινότυπη ζωή, την γεμάτη τοξικά προϊόντα εντός και εκτός του οίκου της, που αντιλαμβάνεται το παιδί θαύμα και δια μέσω του ταλέντου του προσπαθεί να χωρίσει στα δυο τον ωκεανό της σήψης, της αδιαφορίας και να αναδείξει τον πιτσιρικά.

Η Σάρα Κολαντζέλο κτίζει περίτεχνα τρία στέρεα ανισόπεδα επίπεδα στην ταινία της, που όμως με ανεμόσκαλα την ποίηση επικοινωνούν άψογα μεταξύ τους: αυτό της σημερινής, στείρας, πνευματικής κοινωνίας με τα μύρια αδιέξοδα, του ψυχολογικού δράματος, αλλά και του θρίλερ, κλιμακώνοντας παράλληλα την ένταση για να φτάσει στο φινάλε στα μη αποδεκτά, κοινωνικά μεγέθη της ακρότητας, σαν απονενοημένη ενέργεια, που θα αφήσει σε πολλούς πικρή γεύση. Στην εποχή των smartphones, των videogames, των όπλων και των πολέμων τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση, διερωτάται στο σενάριο της η  Κολαντζέλο. Και το ερώτημα μεταμορφώνεται αίφνης σε θυμωμένο τζίνι, που ήταν βασανιστικά κλεισμένο σε μια γυναίκα που ανακάλυψε ενδιαφέρον για την ζωή.

Για μια φορά ακόμα η εκπληκτική Μάγκι Τζίλενχαλ (αδελφή του Τζέικ), στοχεύει διάνα σε ρόλο («Η Γραμματέας», «Εξομολογήσεις Ενός Επικίνδυνου Μυαλού») και μαγεύει με την καθηλωτική της ερμηνεία. Ο δε πιτσιρικάς Πάρκερ Σέβακ είναι απόλαυση. Ταινία έκπληξη για καλή σκέψη και πολύ συζήτηση.      

 

H Λίζα Σπινέλι (Μάγκι Τζίλενχαλ – υπέροχη) είναι η σαραντάρα, ευαίσθητη δασκάλα σε νηπιαγωγείο που ζει μια συμβατική ζωή με την οικογένεια της στο Στέιετν Άιλαντ.

Μητέρα δυο τέκνων, ενός αγοριού που θέλει να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό και μιας έφηβης κόρης που ασχολείται συνεχώς με το κινητό της, ξοδεύει την καθημερινότητα της, παρακολουθώντας μαθήματα ποίησης σε νυχτερινό σχολείο με δάσκαλο τον Σάιμον (Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ – πολύ καλός) , έχοντας πλήρη συναίσθηση της μετριότητάς της.

Ξαφνικά ανακαλύπτει τυχαία πως στην τάξη που διδάσκει, ο πεντάχρονος μαθητής της Τζίμι Ρόι (Πάρκερ Σέβακ – καταπληκτικός) έχει έμφυτο ταλέντο στην ποίηση.

Ερευνά το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού και αντικρίζει την αλήθεια, πως ο μικρός ζει με τον πατέρα του, άνθρωπο της νύχτας και την αδιάφορη νταντά που θέλει να γίνει σταρ του σινεμά. Διαπιστώνει την πλήρη απάθεια της οικογένειας στο ταλέντο του Τζίμι Ρόι, παρά τις συστάσεις της, ότι ο πεντάχρονος είναι ένας Μότζαρτ της ποίησης.

Τότε βάζει σκοπό της ζωής της, φτάνοντας στα άκρα να αποκαλύψει το ταλέντο του μικρού στον κόσμο.

«Παγωμένος Λίαμ Νίσον και ασιατικό σινεμά», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ερασιτεχνισμός σε αυτή την χώρα, τελικά, είναι το μπαϊράκι της μεγαλειώδους πτώσης μας. Μην παραξενεύεστε καθόλου. Και η κάθοδος ενός κράτους στα ερέβη έχει την σημαία της. Το δικό μας είναι ο γυαλιστερός, ξεβράκωτος αμπλαούμπλας με τα γουρλωτά, από έκπληξη, μάτια και την γλώσσα έξω κάπως χλευαστικά.

Ταινία με Χρυσή Σφαίρα στολισμένη, φουλ βραβεία παντού, 10 οσκαρικές υποψηφιότητες, κατασκευαστικά χρεωμένη σε σύγχρονο Έλληνα δημιουργό, σούπερ ντούπερ καστ και μια κουστωδία από άρθρα ύμνους, διθυράμβους να βοά η οικουμένη όλη και να δημιουργείται τέτοιο μπάχαλο στην δική μας διανομή; Πού (;)… μα, στην γενέτειρα χώρα του σκηνοθέτη, διάολε! Είναι δυνατόν; Οι όποιες υποδείξεις κατόπιν εορτής είναι εντελώς άσφαιρες και φυσικά όσες κι αν γράψεις θα είναι ακόμα μια σταγόνα στον ωκεανό της ανοησίας.

Στην εποχή του εκμαυλισμού και του τεχνολογικού φασισμού, όπου τα πάντα έχουν διάρκεια ζωής ελάχιστων δευτερολέπτων και οι ημερομηνίες λήξεως έχουν φθίνουσα πορεία, εκεί που η όποια πνευματική δημιουργία μεταμορφώνεται στο πιτς φιτίλι σε μαλλιαρό τόπι από το ψηφιακό κλοτσοσκούφι, εμείς λοιπόν, η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, αντί να προστατεύσουμε το εξαιρετικό, το στήνουμε στον τοίχο και από τα τρία μέτρα δολοφονούμε κάθε τι, που πιθανώς να ανεβάσει ένα κλικ πιο πάνω από το μηδέν το πατριωτικό θερμόμετρο μέσα μας.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως γράφοντας, πως είναι εντελώς διαφορετικό το «δολοφονώ» από το «σκοτώνω». Στο πρώτο υπάρχει ο δόλος, το σχέδιο ενώ στο δεύτερο, απλά, είναι η μετάβαση από το φως της ζωής στο σκότος του θανάτου σε στιγμές άμυνας, όταν κινδυνεύει η σωματική σου ακεραιότητα ή η πατρίδα σου, η οικογένεια σου ή η ίδια η ζωή σου. Εμείς όμως «δολοφονούμε». Γιατί όμως; Γιατί η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου έτυχε τέτοιας μεταχείρισης από την Ελλάδα; Αν όχι οι πρώτοι, τουλάχιστον από τους πρώτους έπρεπε να είμαστε στην παγκόσμια διανομή και αντ΄ αυτού γίναμε ουραγοί, ο τελευταίος τροχός της άμαξας σε ένα θέμα που μας αφορά, έστω ως κοινή πατρίδα με τον Έλληνα δημιουργό.

Η ταινία, «Η Ευνοούμενη», ενώ ήταν προγραμματισμένη να προβληθεί στην χώρα μας, αρχικά στις 3 Ιανουαρίου, ω του θαύματος «φτερούγισε» για την 7η Φεβρουαρίου. Ω μυστήριο, τρανό και άλυτο, που καμιά εξήγηση σοβαρού επιπέδου δεν δόθηκε από την εταιρεία διανομής. Τελικά, με πιέσεις και συναδέλφους που έβαλαν τις φωνές και ο ταινιακός προγραμματισμός εισέπραξε το κράξιμο της αρκούδας, όπως λένε, στις 31 Ιανουαρίου, δηλαδή, την περασμένη εβδομάδα, βγήκε η ταινία, άκουσον άκουσον, σε δυο αθηναϊκές αίθουσες ως preview screenings και η ελληνική περιφέρεια να κοιτάει σαν χαζή την άκυρη κίνηση, ψιθυρίζοντας δίκαια: «μα καλά, εμείς είμαστε χωριάτες και παρακατιανοί;» Τα νταουνλοντάδικα στο ιντέρνετ δε, κινούνται με ταχύτητα σίφουνα και «Η Ευνοούμενη» το τελευταίο δεκαήμερο φορτώνεται στις σπιτικές οθόνες λες και είναι γαλέτα σε περίοδο εκστρατείας. Τέτοιο χάλι και ρεζιλίκι!

Προσέξτε τώρα το μέγεθος της υποκρισίας και της πολιτικής μισαλλοδοξίας. Ενεργοποιώ αμέσως την μνήμη και σας υπενθυμίζω ένα κινηματογραφικό περιστατικό ακριβώς προ 15ετίας.

Την ημέρα της πρεμιέρας στην Ελλάδα του πρώτου μέρους της τριλογίας του αείμνηστου σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που Δακρύζει» στις 12 Φεβρουαρίου 2004 (Πρωθυπουργός ο Κων/νος Σημίτης και υπουργός Πολιτισμού ο Ευάγγελος Βενιζέλος)  με παράλληλη προβολή στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ του Βερολίνου (οπού συμμετείχε η ταινία και τίποτα δεν πήρε), υπήρξε απευθείας σύνδεση, μέσω δορυφόρου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο Βερολίνο (άκουσον!) Το κοινό της πρεμιέρας στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και την Πάτρα παρακολούθησε, – δώστε προσοχή – σε απευθείας μετάδοση τον χαιρετισμό του σκηνοθέτη από την γερμανική πρωτεύουσα. Ένα χαιρετισμό που προλόγισε, μάλιστα, ο τότε υπουργός Πολιτισμού. Ε ρε, χλιδή και μεγαλεία για τον Έλληνα Σκηνοθέτη!!! Άλλο όμως είναι ο Γιώργος Λάνθιμος της αλλοδαπής, κι άλλο ήταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος της ημεδαπής, Κρόνιας Ελλάδας, της χώρας με την μια και μοναδική ταχύτητα στο σασμάν της προόδου… της όπισθεν.  

«Ψυχρή Καταδίωξη»

(Cold Pursuit)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, Νορβηγία, ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία : Χανς Πέτερ Μόλαντ
  • Με τους: Λίαμ Νίσον, Τομ Μπέιτμαν, Τομ Τζάκσον, Γουίλιαμ Φόρσαιθ, Έμι Ρόσουμ
  • Διάρκεια: 118’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ακόμα μια ταινία, αυτή την φορά από την παγωμένη, βόρεια Ευρώπη, που πήρε το «εισιτηριάκι» για την αντιπέρα όχθη του Ατλαντικού και από την χιονισμένη, ορεινή Νορβηγία κατέληξε στο, επίσης, χιονοσκεπασμένο Κίχο του Κολοράντο.

Οι διαφορές εδώ όμως είναι άκρως σημαντικές από τα υπόλοιπα, γνωστά εξαμερικανισμένα ριμέικ. Πρώτον, ότι ο εξαιρετικός, Νορβηγός σκηνοθέτης Χανς Πέτερ Μόλαντ, που έγινε γνωστός στο κινηματογραφόφιλο κοινό από την πικρόχολη περιπέτεια «Με Σειρά Εξαφάνισης» του 2014, πήρε την ταινία του και με το διασκευασμένο σενάριο του Αμερικανού Φρανκ Μπόλντουιν την ρολάρισε στο Χόλιγουντ, σκηνοθετώντας ο ίδιος το ριμέικ.

Την θέση του ερασιτέχνη, εκδικητή Στέλαν Σκάσγκαρντ (υπέροχος) αναλαμβάνει ο χειμαρρώδης και άκαμπτος, επίσης, πανύψηλος Λίαμ Νίσον, ο οποίος τα πάει μια χαρά. Ο Μπόλντουιν στο σενάριο επιδίδεται σε κάποιες αναγκαίες αλλαγές, που αφορούν περισσότερο την αμερικανική επικράτεια, αλλά κρατάει τον ρυθμό αφήγησης στην σκηνοθετική γραμμή του Νορβηγού Μόλαντ.

Ταινία που ανακατεύει το πικρό με το γλυκό, την περιπέτεια με την αγωνία, το χιούμορ με το δράμα, το γελοίο με το αστείο και τον Ταραντίνο με τους αδελφούς Κοέν. Ευχάριστη και η παρουσία του αγαπητού Γουίλιαμ Φόρσαιθ, ενώ ο αδέκαστος και ολίγον αδέξιος περί φόνων Λίαμ στα σένια του μετά από πολύ καιρό να τα βάζει με πανηλίθιους, δολοφονικούς μαφιόζους που φέρουν απίστευτα παρατσούκλια.

Στο Κίχο του Κολοράντο η θερμοκρασία είναι 10 βαθμοί υπό του μηδενός και ολοένα χαμηλώνει. Στο γκλαμουράτο χειμερινό θέρετρο των Βραχωδών Ορέων η τοπική Αστυνομία συνήθως δεν έχει δουλειά μέχρι την ημέρα που ο γιος του Νελς Λίμα Νίσον – καλός), ενός ταπεινού οδηγού εκχιονιστικού μηχανήματος του δήμου και βραβευμένου από την κοινότητα, δολοφονείται ύστερα από εντολή του «Βίκινγκ», του τοπικού ναρκο-βαρόνου.

Οργισμένος και εξοπλισμένος με τα βαριά μηχανήματα, ο Νελς αποφασίζει να εξολοθρεύσει το καρτέλ ξεπαστρεύοντας ένα, ένα τα μέλη του, αλλά το μόνο που γνωρίζει από φόνους είναι ό,τι έχει διαβάσει στα αστυνομικά μυθιστορήματα.

Καθώς τα πτώματα στοιβάζονται, σφοδρός πόλεμος ξεσπά μεταξύ του ναρκο-βαρόνου και του αρχιμαφιόζου «Γουάιτ Μπουλ» και οι πλαγιές της μικρής πόλης από ολόλευκες βάφονται κόκκινες.

«Το Γύρισμα της Τύχης»

(Hattrick)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ιράν (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ραμτίν Λαβαφιπούρ
  • Με τους: Αμίρ Τζαντιντί, Παρινάζ Ιζαντιάρ, Σαμπέλ Αμπάρ
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Ama Films

Η μεγάλη του Ιράν κινηματογραφική σχολή, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος αυτής της ταινίας, δηλαδή, η σχολή του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί για να είμαστε πιο σαφείς. Ο 43χρονος  δημιουργός της ταινίας, Ραμτίν Λαβαφιπούρ γεννημένος στο Ιράν και στην τρίτη μεγάλη μήκους του περίτρανα επιβεβαιώνει, πως είναι ένα γνήσιο τέκνο της φαραντιανής εκπαίδευσης και δεν το κρύβει άλλωστε. Κολάσιμες ομοιότητες και ίδιος τρόπος «γραφής» με το σινεμά του βραβευμένου συμπατριώτη του.

Στόρι που περιορίζεται επίμονα στον χώρο ενός αυτοκίνητου (το μικρότερο σε διάρκεια χρόνου) και σε ένα σπίτι με φόντο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα που προβάλει απευθείας η τηλεόραση (το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας). Οι γνωστές «μάχες» ανάμεσα σε τέσσερις νέους ανθρώπους (δυο γυναίκες και δυο άνδρες) και κέντρο βάρους τις σύγχρονες, μαύρες τρύπες της ιρανικής, αστικής κοινωνίας. Σιγά τα ωά και μάλιστα αρκετά επιπόλαια κτυπημένα για να γίνει σωστή η ομελέτα.

Σενάριο που δεν λειτουργεί δελεαστικά, βασανιστικά φλύαρο, πλήθος κενών και αναπάντητων ερωτημάτων στα δρώμενα, έωλα μηνύματα, με καλούτσικες ερμηνείες και βασιλεύουσα, η κινηματογραφο-θεατρική κάμερα, από δωμάτιο σε δωμάτιο και από τοίχο σε τοίχο, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια ο ιρανικός κινηματογράφος.

Χαμηλών προσδοκιών ο Ραμτίν Λαβαφιπούρ, καθώς το έχουμε δει ξανά και ξανά το θέμα και μάλιστα πιο ολοκληρωμένο από τον πρωτομάστορα Φαραντί, οπότε μια συμπαθητική σκηνοθεσία με όμορφη φωτογραφία κλειστών χώρων από μόνα τους δεν είναι αρκετά.   

Περασμένα μεσάνυχτα και ο αστός Φαρσάντ με την έγκυο γυναίκα του επιστρέφουν από ένα πάρτι, έχοντας μαζί στο αυτοκίνητο τους τον παιδικό του φίλο και μια κοπέλα που γνώρισε πρόσφατα. Χρέη, δανεικά, κάτι οικόπεδα δίχως αξία, ένα οικονομικό αλισβερίσι και αποκαλύπτεται ότι ο Φαρσάντ είναι δεινός τζογαδόρος, που παίζει πολλά χρήματα στο ποδοσφαιρικό «στοίχημα».

 Κατά την διαδρομή κτυπάει με το αυτοκίνητο έναν άνθρωπο (που ποτέ δεν βλέπουμε), νομίζουν ότι τον σκότωσαν και για να αποφύγουν την αστυνομία μεταφέρονται σε κατάσταση ημι-πανικού στο σπίτι της κοπέλας του φίλου του Φαρσάντ. Ο τύπος όμως, δεν χολοσκάει με το ατύχημα (δεν γνωρίζουμε εάν ζει ή πέθανε ο υποτιθέμενος, κτυπημένος άνθρωπος), γιατί το μυαλό του είναι απασχολημένο στο στοίχημα, καθώς έχει ποντάρει ένα χοντρό, χρηματικό ποσό που παίζεται η υπόληψη του, ο γάμος και η φιλία του.

Στο σπίτι της κοπέλας που καταλήξανε οι τέσσερις τους και με την τηλεόραση να μεταδίδει το ματς, μπερδεμένοι και φοβισμένοι ψάχνουν για να πράξουν το σωστό. Οι αρχικές συνομιλίες για το ατύχημα αντικαθίστανται σύντομα από συζητήσεις σχετικά με κρυμμένα μυστικά.

«Ο Χαρισματικός»

(The Prodigy)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νίκολας ΜακΚάρθι
  • Με τους: Τέιλορ Σίλινγκ, Κολμ Φιόρε, Μπρίτανι Άλεν, Ντέιβιντ Κόλσμιθ, Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, Μπρίτανι Άλεν, Πίτερ Μούνεϊ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Odeon

Διαβασμένος σωστά στο σινεμά τρόμου ο 49χρονος, Αμερικανός Νίκολας ΜακΚάρθι στην τρίτη κατά σειρά ταινία του (Η Συμφωνία). Σενάριο με συμπαθητικές, θα μπορούσαμε να πούμε, μεταφυσικές ανατροπές και έδαφος δράσης ένα αγόρι, που μέσα του εγκαταστάθηκε η ψυχή ενός παράφρονα, κατά συρροή δολοφόνου γυναικών με ιδιαίτερη προτίμηση στα άνω άκρα των θηλυκών.

Η σκηνοθετική χαρτογράφηση, ως επί το πλείστον, είναι ένα σκοτεινό, προωθημένο copy paste, πάνω στον μέγιστο του είδους, Μάριο Μπάβα, ενώ η αγωνία κλιμακώνεται άνευ εφηβικών jump scares, καθώς το plot αφορά και το ενήλικο κοινό. Οκ, θα αναλογιστείτε εύλογα: «Ξανά μια ταινία τρόμου με σατανόπαιδο;» Δεν θα διαφωνήσω, αλλά το «Prodigy» στο είδος του μεταφυσικού – ψυχολογικού θρίλερ συντηρεί την απαραίτητη ατμόσφαιρα και είναι φιλότιμα φτιαγμένο.

Στην συγκεκριμένη παραγωγή μόνο, αυτό που δεν «κουμπώνει» σωστά είναι οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών – εκτός του πιτσιρικά Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ, που βγάζει πένα το psychο -, οι υπόλοιποι λειτουργούν σε μονοδιάστατο βηματισμό, εντελώς άνευρα με αποτέλεσμα να μην μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους. Η Τέιλορ Σίλινγκ ως μητέρα του κατειλημμένου μικρού απλά επιπλέει στο σενάριο και δεν επιδίδεται σε ερμηνευτικά μακροβούτια στον βυθό του δράματος που την κατατρέχει, ώστε να μας πάρει μαζί της. Ενδιαφέρουσα η μουσική του Τζόζεφ Μπισάρα («Η Κατάρα» «Insidious») σε συνθέσεις με πνευστά και έγχορδα μόνο, αλλά και το μοντάζ που συντηρεί ρυθμό και ένταση.  

Την ίδια στιγμή που η αστυνομία σκοτώνει τον περιβόητο, ψυχοπαθή σίριαλ κίλερ του Οχάιο έξω από το σπίτι του, την ίδια ακριβώς στιγμή η Σάρα (Τέιλορ Σίλινγκ), φέρνει στον κόσμο τον γιό της Μάιλς (Τζάκσον Ρόμπερτ Σκοτ).

Ο 2χρονος Μαίλς αρχίζει να φανερώνει μια ξεχωριστή για την ηλικία του ευφυΐα μέχρι που θα φτάσει στην ηλικία των οκτώ ετών, όπου θα συμβούν δυσάρεστες και βίαιες αποκαλύψεις, που αφορούν τον ψυχισμό του παιδιού. Η Σάρα αρχίζει να πιστεύει πως ο γιος της κυριεύεται από υπερφυσικές, χθόνιες δυνάμεις. Ο Μάιλς όμως έχει κυριευτεί από την ψυχή του δολοφόνου γυναικών του Οχάιο, που χρησιμοποιεί το σώμα του πιτσιρικά για δικούς του λόγους.  

Ανησυχώντας για την ασφάλεια της οικογένειάς της καλείται να διαλέξει ανάμεσα στο μητρικό ένστικτο που την προτρέπει να προστατεύσει τον Μάιλς, και την απεγνωσμένη ανάγκη της να ανακαλύψει τι έχει συμβεί. Η Σάρα θα αναζητήσει τις απαντήσεις στο παρελθόν, σε μια τρομακτική διαδρομή όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αντίληψη και την πραγματικότητα θα γίνει θολή.

«Απαγορευμένες Συναντήσεις»

(The Reports on Sarah and Saleem)     

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Παλαιστίνη, Γερμανία, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μουάγιαντ Άλαγιαν
  • Με τους: Αντίμπ Σαφάντι, Σιβάν Κρέτσνερ, Ισάι Γκόλαν, Μάισα Αμπτ Ελχάντι
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Σάρα είναι Ισραηλινή και έχει μία καφετέρια στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ο Σαλίμ είναι Παλαιστίνιος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και κάνει παραδόσεις σε επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Σάρα.

Παρόλο που ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, η Σάρα και ο Σαλίμ διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, ρισκάροντας έτσι την φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή των οικογενειών τους.

Όταν μία ριψοκίνδυνη μεταμεσονύχτια συνάντησή τους πάει στραβά, ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν όλα μεγαλώνει και οι δύο τους παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ οι απελπισμένες προσπάθειές τους να σώσουν ό, τι έχει μείνει από τις ζωές τους, κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αμείλικτο κατοχικό μηχανισμό και τις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις, ο Σαλίμ και η Σάρα βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξαπάτησης και παρανοήσεων, που ούτε η αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του.

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της μαύρης κωμωδίας του «Love, Theft and Other Entaglements» στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Μουάγιαντ Άλαγιαν επιστρέφει με μια ιστορία που κρύβει στον πυρήνα της απαγορευμένες επιθυμίες, μυστικά και ψέματα. «Αρχικά ήθελα να κάνω το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο με την ιστορία αυτή», εξηγεί ο Άλαγιαν. «Μου αρέσουν οι ανατροπές της ζωής. Μου αρέσει να ακούω για την ριζοσπαστική πλευρά της ζωής, το αναπάντεχο, το απρόοπτο. Πώς οι ζωές αλλάζουν για πάντα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν το δευτερόλεπτο αυτό περάσει και αντιμετωπίζουν ό, τι έρχεται μετά. Είναι τόσο μικρή η απόσταση που σε χωρίζει από την καταστροφή. Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ που γνωρίζω εγώ».

«Θέλουμε να κάνουμε ταινίες για ανθρώπους σε θέσεις και καταστάσεις που είναι μεγαλύτερες από τους ίδιους», εξηγεί ο Ράμι Άλαγιαν, αδελφός του Μουάγιαντ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο της ταινίας. «Άνθρωποι που δεν έχουν τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές της ζωής. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες για το πώς τα καταφέρνεις, πώς ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά».

Έχοντας δουλέψει χρόνια πάνω στην ιστορία, τα δύο αδέλφια επανήλθαν σε αυτήν μετά την επιτυχία της πρώτης τους ταινίας. «Όταν επιστρέψαμε στο σενάριο», εξηγεί ο Μουάγιαντ Άλαγιαν, «συζητήσαμε επί μακρόν για τις διάφορες δομές και οπτικές γωνίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ιστορία. Δεν περίμενα την πρόταση του Ράμι να βάλουμε και τους τέσσερις χαρακτήρες στο κέντρο της ιστορίας, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι είχε δίκιο: το περίπλοκο υπόβαθρο των χαρακτήρων είναι βασικό για να τους καταλάβουμε, χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και την αίσθηση των διχασμένων κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της».

«Η Κλεμμένη Πριγκίπισσα»

(Vykradena pryntsesa: Ruslan i Lyudmyla / The Stolen Princess: Ruslan and Ludmila)

 

  • Είδος: Animation μεταγλωττισμένο στα Ελληνικά
  • Παραγωγή: Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Όλε Μαλαμούτζ
  • Οι φωνές των: Παύλου Πιέρρου, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Γιώργου Σκουφή, Νίκου Παπαδόπουλου, Δημήτρη Μάριζα, Θανάση Κουρλαμπά, Άρη Γεροντάκη, Βασίλη Μήλιου, Άλκη Ζερβού, Παναγιώτη Τσακαλάκου, Μαρία Ζερβού
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Neo Films

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή των γενναίων ιπποτών, των πανέμορφων πριγκιπισσών και των πολεμιστών μάγων. Ο Ρούσλαν, ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που ονειρεύεται να γίνει κάποτε ιππότης, συναντά την όμορφη Μίλα και την ερωτεύεται πριν συνειδητοποιήσει ότι είναι η κόρη του Βασιλιά.

 Ωστόσο, η αγάπη τους δεν θα προλάβει να ανθίσει καθώς ο Τσόρνομορ, ο κακός μάγος, κλέβει τη Μίλα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Ρούσλαν και προσπαθεί να απομυζήσει την αγάπη της για να τροφοδοτήσει τη μαγεία του.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ρούσλαν ξεκινάει μια επική περιπέτεια ώστε να σώσει την κλεμμένη πριγκίπισσα και να αποδείξει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τη μαγεία.

Η Μίλα είναι η κόρη του Βασιλιά και σε όλη της τη ζωή έχει βιώσει τον κόσμο μόνο μέσω της τεράστιας συλλογής βιβλίων της.

Είναι γεμάτη αυτοεκτίμηση και πανέξυπνη, και δεν μπορεί να φανταστεί μια ζωή που θα προκύψει από προξενιό, με αποτέλεσμα να επαναστατεί κατά του άγριου και αδυσώπητου πατέρα της. Μόνο όταν η αληθινή αγάπη τής χτυπά την πόρτα, αρχίζει να ονειρεύεται τη ζωή που ήταν γραφτό να ζήσει – πάντα όμως σύμφωνα με τους δικούς της όρους.

Ο Ρούσλαν είναι ένας φτωχός περιπλανώμενος βάρδος που όλα τα υπάρχοντά του χωρούν σε μια χειράμαξα καθώς εκείνος ταξιδεύει και δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη.

Συχνά, καθώς διασκεδάζει τους πολίτες, υποδύεται γενναίους χαρακτήρες και ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά τους στην προσωπικότητά του. Ο Ρούσλαν έχει έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ηθικής και του δικαίου και πολλές φορές προσπαθεί να σώσει τους υπόλοιπους συνάδελφους καλλιτέχνες από δύσκολες καταστάσεις.

Ο Τσόρνομορ κρύβεται σε ένα πελώριο κάστρο κρυμμένο στα βάθη της Γουόντερλαντ, ένα μέρος στο οποίο μπορείς να φτάσεις μόνο μέσω μιας μυστικής πύλης.

Μία από τις αδυναμίες του είναι ότι χρειάζεται να αναπληρώσει τις μαγικές του δυνάμεις με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκτηθούν. Για το σκοπό αυτό, απαγάγει δεσποσύνες και κλέβει τη ζωτική τους ενέργεια μέσω μιας δραματικής τελετής που τις μεταμορφώνει σε πέτρα.

Προβάλλονται επίσης:

Το πρώτο ευρωπαϊκό computer screen movie, που κέρδισε το βραβείο νεότητας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Scopophilia» της Ναταλίας Λαμπροπούλου και της Ηλέκτρας Αγγελετοπούλου.

«Η Κλεμμένη Πριγκίπισσα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Vykradena pryntsesa: Ruslan i Lyudmyla / The Stolen Princess: Ruslan and Ludmila)

 

  • Είδος: Animation μεταγλωττισμένο στα Ελληνικά
  • Παραγωγή: Ουκρανία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Όλε Μαλαμούτζ
  • Οι φωνές των: Παύλου Πιέρρου, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Γιώργου Σκουφή, Νίκου Παπαδόπουλου, Δημήτρη Μάριζα, Θανάση Κουρλαμπά, Άρη Γεροντάκη, Βασίλη Μήλιου, Άλκη Ζερβού, Παναγιώτη Τσακαλάκου, Μαρία Ζερβού
  • Διάρκεια: 85’
  • Διανομή: Neo Films

Η ιστορία διαδραματίζεται την εποχή των γενναίων ιπποτών, των πανέμορφων πριγκιπισσών και των πολεμιστών μάγων. Ο Ρούσλαν, ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που ονειρεύεται να γίνει κάποτε ιππότης, συναντά την όμορφη Μίλα και την ερωτεύεται πριν συνειδητοποιήσει ότι είναι η κόρη του Βασιλιά.

 Ωστόσο, η αγάπη τους δεν θα προλάβει να ανθίσει καθώς ο Τσόρνομορ, ο κακός μάγος, κλέβει τη Μίλα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια του Ρούσλαν και προσπαθεί να απομυζήσει την αγάπη της για να τροφοδοτήσει τη μαγεία του.

Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Ρούσλαν ξεκινάει μια επική περιπέτεια ώστε να σώσει την κλεμμένη πριγκίπισσα και να αποδείξει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τη μαγεία.

Η Μίλα είναι η κόρη του Βασιλιά και σε όλη της τη ζωή έχει βιώσει τον κόσμο μόνο μέσω της τεράστιας συλλογής βιβλίων της.

Είναι γεμάτη αυτοεκτίμηση και πανέξυπνη, και δεν μπορεί να φανταστεί μια ζωή που θα προκύψει από προξενιό, με αποτέλεσμα να επαναστατεί κατά του άγριου και αδυσώπητου πατέρα της. Μόνο όταν η αληθινή αγάπη τής χτυπά την πόρτα, αρχίζει να ονειρεύεται τη ζωή που ήταν γραφτό να ζήσει – πάντα όμως σύμφωνα με τους δικούς της όρους.

Ο Ρούσλαν είναι ένας φτωχός περιπλανώμενος βάρδος που όλα τα υπάρχοντά του χωρούν σε μια χειράμαξα καθώς εκείνος ταξιδεύει και δίνει παραστάσεις από πόλη σε πόλη.

Συχνά, καθώς διασκεδάζει τους πολίτες, υποδύεται γενναίους χαρακτήρες και ενσωματώνει τα χαρακτηριστικά τους στην προσωπικότητά του. Ο Ρούσλαν έχει έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ηθικής και του δικαίου και πολλές φορές προσπαθεί να σώσει τους υπόλοιπους συνάδελφους καλλιτέχνες από δύσκολες καταστάσεις.

Ο Τσόρνομορ κρύβεται σε ένα πελώριο κάστρο κρυμμένο στα βάθη της Γουόντερλαντ, ένα μέρος στο οποίο μπορείς να φτάσεις μόνο μέσω μιας μυστικής πύλης.

Μία από τις αδυναμίες του είναι ότι χρειάζεται να αναπληρώσει τις μαγικές του δυνάμεις με τρόπους που δεν είναι πάντα εύκολο να αποκτηθούν. Για το σκοπό αυτό, απαγάγει δεσποσύνες και κλέβει τη ζωτική τους ενέργεια μέσω μιας δραματικής τελετής που τις μεταμορφώνει σε πέτρα.

«Απαγορευμένες Συναντήσεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Reports on Sarah and Saleem)     

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Παραγωγή: Παλαιστίνη, Γερμανία, Ολλανδία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μουάγιαντ Άλαγιαν
  • Με τους: Αντίμπ Σαφάντι, Σιβάν Κρέτσνερ, Ισάι Γκόλαν, Μάισα Αμπτ Ελχάντι
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films

Η Σάρα είναι Ισραηλινή και έχει μία καφετέρια στη Δυτική Ιερουσαλήμ. Ο Σαλίμ είναι Παλαιστίνιος από την Ανατολική Ιερουσαλήμ και κάνει παραδόσεις σε επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων και εκείνη της Σάρα.

Παρόλο που ζουν σε διαφορετικούς κόσμους, η Σάρα και ο Σαλίμ διατηρούν εξωσυζυγική σχέση, ρισκάροντας έτσι την φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή των οικογενειών τους.

Όταν μία ριψοκίνδυνη μεταμεσονύχτια συνάντησή τους πάει στραβά, ο κίνδυνος να αποκαλυφθούν όλα μεγαλώνει και οι δύο τους παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ οι απελπισμένες προσπάθειές τους να σώσουν ό, τι έχει μείνει από τις ζωές τους, κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα.

Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στον αμείλικτο κατοχικό μηχανισμό και τις κοινωνικοπολιτικές πιέσεις, ο Σαλίμ και η Σάρα βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα εξαπάτησης και παρανοήσεων, που ούτε η αλήθεια δεν μπορεί να σταματήσει την εξάπλωσή του.

 

Τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα της μαύρης κωμωδίας του «Love, Theft and Other Entaglements» στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο Μουάγιαντ Άλαγιαν επιστρέφει με μια ιστορία που κρύβει στον πυρήνα της απαγορευμένες επιθυμίες, μυστικά και ψέματα. «Αρχικά ήθελα να κάνω το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο με την ιστορία αυτή», εξηγεί ο Άλαγιαν. «Μου αρέσουν οι ανατροπές της ζωής. Μου αρέσει να ακούω για την ριζοσπαστική πλευρά της ζωής, το αναπάντεχο, το απρόοπτο. Πώς οι ζωές αλλάζουν για πάντα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν το δευτερόλεπτο αυτό περάσει και αντιμετωπίζουν ό, τι έρχεται μετά. Είναι τόσο μικρή η απόσταση που σε χωρίζει από την καταστροφή. Αυτή είναι η Ιερουσαλήμ που γνωρίζω εγώ».

«Θέλουμε να κάνουμε ταινίες για ανθρώπους σε θέσεις και καταστάσεις που είναι μεγαλύτερες από τους ίδιους», εξηγεί ο Ράμι Άλαγιαν, αδελφός του Μουάγιαντ, ο οποίος υπογράφει το σενάριο της ταινίας. «Άνθρωποι που δεν έχουν τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές της ζωής. Μας ενδιαφέρουν οι ιστορίες για το πώς τα καταφέρνεις, πώς ξεπερνάς τα εμπόδια αυτά».

Έχοντας δουλέψει χρόνια πάνω στην ιστορία, τα δύο αδέλφια επανήλθαν σε αυτήν μετά την επιτυχία της πρώτης τους ταινίας. «Όταν επιστρέψαμε στο σενάριο», εξηγεί ο Μουάγιαντ Άλαγιαν, «συζητήσαμε επί μακρόν για τις διάφορες δομές και οπτικές γωνίες από τις οποίες θα μπορούσαμε να προσεγγίσουμε την ιστορία. Δεν περίμενα την πρόταση του Ράμι να βάλουμε και τους τέσσερις χαρακτήρες στο κέντρο της ιστορίας, αλλά γρήγορα κατάλαβα ότι είχε δίκιο: το περίπλοκο υπόβαθρο των χαρακτήρων είναι βασικό για να τους καταλάβουμε, χωρίς αυτό δεν θα μπορέσουμε να συλλάβουμε τον χαρακτήρα της Ιερουσαλήμ και την αίσθηση των διχασμένων κοινωνικών και πολιτικών πτυχών της».