fbpx

Η Κέρκυρα κέρδισε το βραβείο του EUFCN best European Location Award 2018, ως ο καλύτερος τόπος γυρισμάτων

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Στην Κέρκυρα, τόπο γυρισμάτων της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς των βρετανικών καναλιών ITV και PBS «The Durrells», απονεμήθηκε φέτος το EUFCN best European Location Award, βραβείο που απονέμεται στην καλύτερη τοποθεσία για κινηματογραφικά γυρίσματα για το 2018.

Η υποψηφιότητα της Κέρκυρας, που προτάθηκε από την Διεύθυνση Hellenic Film Commission του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (EKK), συγκέντρωσε την προτίμηση του κοινού και διακρίθηκε ανάμεσα σε 12 φιναλίστ δημοφιλή locations που διεκδικούσαν το βραβείο, μέσω ψηφοφορίας που διοργάνωσε για δεύτερη χρονιά το European Film Commissions Network (EUFCN), δίκτυο που αριθμεί 90 μέλη από 30 χώρες, σε συνεργασία με το Cineuropa.

Από τα γυρίσματα του σίριαλ στην Κέρκυρα
«The Durrells»

O πρόεδρος του EUFCN Truls Kontny δήλωσε μετά την απονομή:

«Οργανώσαμε τον διαγωνισμό για το Best European Location Award πέρυσι στο πλαίσιο της 10ης επετείου του European Film Commissions Network. Σκοπός μας ήταν να αναδείξουμε την δουλειά των Film Commissions αλλά και την ποικιλομορφία των Locations στην Ευρώπη. Χαιρόμαστε πολύ που κέρδισε η Κέρκυρα».

Αμέσως μετά την παραλαβή του βραβείου στην έκθεση FOCUS– Meeting Place for International Productions του Λονδίνου, όπου το Hellenic Film Commission συμμετείχε με περίπτερο, η Βένια Βέργου, διευθύντρια του Hellenic Film Commission του ΕΚΚ, σημείωσε: 

«Η βράβευση της Κέρκυρας, της πρότασης του Hellenic Film Commission στον διαγωνισμό Best European Location Award 2018 του European Film Commissions Network (EUFCN), έρχεται αφενός να υπογραμμίσει την συστηματική και στοχευμένη προσπάθειά μας για την προβολή της Ελλάδας ως μια film friendly χώρα σε διεθνείς εκθέσεις και αφετέρου να τονίσει την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τις οπτικοακουστικές παραγωγές. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα διότι αυτή η βράβευση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης FOCUS – The Meeting Place for International Productions στο Λονδίνο, την πρωτεύουσα των Βρετανών οι οποίοι αγάπησαν την Κέρκυρα μέσα από την βρετανική τηλεοπτική σειρά THE DURRELLS. Συγχαρητήρια στον Line Producer Κώστα Ραφτόπουλο, τον Location Manager Νίκο Κουμανταράκη, την Avion Films που έκανε την εκτέλεση παραγωγής στην Ελλάδα και σε όλα τα μέλη του συνεργείου από την Ελλάδα (55 από την Κέρκυρα, 35 από την Αθήνα) οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στην επιτυχία των γυρισμάτων της σειράς «Durrells». Τέλος, ευχαριστούμε την ΕΡΤ για την υποστήριξή της στην υποψηφιότητα της Κέρκυρας».

O πρόεδρος του EUFCN Truls Kontny , η διευθύντρια του Hellenic Film Commission του ΕΚΚ Βένια Βέργου και η υπεύθυνη συντονισμού Σταυρούλα Γερονιμάκη
«The Durrells»

Η εξαιρετικά δημοφιλής τηλεοπτική σειρά «Durrells» των βρετανικών καναλιών ITV και PBS ολοκλήρωσε 4 κύκλους επεισοδίων με γυρίσματα τόσο στην παλιά πόλη της Κέρκυρας, ένα από τα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Ελλάδας, όσο και στις περιοχές Κοντόκαλι, Κουλούρα, Άγιος Στέφανος, Ερημίτης, Γαστούρι, Μπουκάρι, Παραμόνας, Πουλάδες, Δανίλια, Σκριπερό, Νησάκι, Χαλικούνας, Κουραμάδες και Σιναράδες. Η σειρά βασίζεται στην αυτοβιογραφική τριλογία της Κέρκυρας του Τζέραλντ Ντάρελ, φυσιοδίφη, εξερευνητή και συγγραφέα, η οποία εξιστορεί την εγκατάσταση της οικογένειας του στο νησί το 1933.  

Η Κέρκυρα επικράτησε μεταξύ άλλων 12 μαγευτικών τοποθεσιών, όπως η λίμνη Καρέτσα της Ιταλίας, το εθνικό πάρκο της Τενερίφης στην Ισπανία, το Ίνσμπρουκ της Αυστρίας και το νησί Vis στην Κροατία, όπου γυρίστηκε η νέα ταινία του Mamma Mia, «Mamma Mia! Here We Go Again».

Ο Δήμαρχος της Κέρκυρας κ.Κώστας Νικολούζος

Ο Δήμαρχος της Κέρκυρας Κώστας Νικολούζος επεσήμανε:

«Η επιλογή της Κέρκυρας, ως κορυφαία τοποθεσία στην Ευρώπη για τη φιλοξενία κινηματογραφικών γυρισμάτων, επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για έναν από τους πιο γοητευτικούς τόπους της Ελλάδας και της Ευρώπης, σταυροδρόμι πολιτισμών  ανάμεσα στη δύση και την ανατολή. Ο Δήμος μας αξιοποιεί τα  πλεονεκτήματά της και εργάζεται συστηματικά πάνω σε αυτά: υποδέχεται πάντα φιλόξενα και ενισχύει με κάθε δυνατό τρόπο κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές,  που προβάλλουν την Κέρκυρα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είμαστε περήφανοι για την επιλογή της Κέρκυρας και ευχαριστούμε όλους όσοι στήριξαν την ελληνική υποψηφιότητα».

Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, έχοντας θέσει στις στρατηγικές του προτεραιότητες την ενίσχυση των δραστηριοτήτων της Διεύθυνσης Hellenic FIlm Commission για την προσέλκυση διεθνών οπτικοακουστικών παραγωγών, στηρίζει με την παρουσία του στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου και με τη θεσμική συμμετοχή του σε fora, εκθέσεις και διαγωνισμούς την σταθερή ανέλιξη και προώθηση του ελληνικού κινηματογράφου και της εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Περισσότερες πληροφορίες για το EUFCN εδώ (www.eufcn.com)

Περισσότερες πληροφορίες για το Hellenic Film Commission εδώ (https://www.filmcommission.gr/)

Περισσότερες πληροφορίες για τα γυρίσματα της σειράς THE DURRELLS εδώ (https://www.filmcommission.gr/hfcnews/the-durrells-season-4-wraps-filming-in-greece/)

«Ονειρικοί κλέφτες καταστημάτων… αποψιλώνουν τις καρδιές μας», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μην κρυβόμαστε ούτε πίσω από το δάχτυλο, ούτε κάτω από την φλις κουβέρτα μας. Την ωραιότητα της κινηματογραφικής αίθουσας δεν την μαγάρισαν οι αόρατες δυνάμεις από το μακρινό διάστημα και τα αλύτρωτα φαντάσματα του μαύρου πύργου. Εμείς ακρωτηριάσαμε την εξαίσια συνθήκη της κινηματογραφικής εξόδου, όπως τόσα άλλα όμορφα καταστρέψαμε, πλασάροντας τους εαυτούς μας ως τα πλέον σύγχρονα και «πολιτισμένα» όντα, που ακολουθούν πειθήνια, με δόσεις γενναιόδωρης «μαγκιάς» στεφανωμένα, την τεχνολογική μόδα του εγκλεισμού και της «πειρατείας».

Πραγματικά, δεν θα αναζητήσω διόλου το εάν συμφωνείτε ή όχι με την άποψη μου, αλλά η μεγαλύτερη, πυώδης πληγή της ρέουσας και ενεργούς, γήινης κοινωνίας είμαστε εμείς οι άνθρωποι, ανεξαρτήτου χρώματος, θρησκευτικών-πολιτικών πεποιθήσεων και έθνους. Όπως μπορούμε, εάν φυσικά το επιθυμούμε, να πετυχαίνουμε συνεχώς το θεϊκά άριστο αποτέλεσμα, είμαστε ικανοί, με λιγότερο μόχθο, να δημιουργούμε ανόητα και βλαβερά τα πιο ερεβώδη περιστατικά και γεγονότα της ιστορίας. Και δυστυχώς, τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιθυμίες μας μόνο αρνητικό πρόσημο φέρουν, όπως και οι σκέψεις και οι πράξεις μας το ίδιο. Δεν επιθυμώ να συνεχίσω μέσα σε αυτό το όχημα αρνητικών αναφορών γιατί είναι δυσάρεστο και δεν θα οδηγήσει πουθενά, οπότε κλείνω την μικρή παρένθεση.

Συνάδελφοι, επαγγελματίες του χώρου του θεάματος κρώζουν σε πλήρη απόγνωση, πως το θέατρο και ο κινηματογράφος πήγανε κατά διαόλου από εισπράξεις το έτος 2018. Κάθε πέρσι και καλύτερα, λένε. Αιθουσάρχες, θετρώνηδες, παραγωγοί και διανομείς αυτήκοοι και αυτόπτες μάρτυρες της θορυβώδους κατρακύλας (ο όλεθρος διαθέτει τον δικό του ιδιαίτερο ήχο) δεν ορθώνουν τόσο δα ανάστημα να εμποδίσουν το ολοκαύτωμα. Το θέαμα και η ψυχαγωγία μπαίνει ξανά στο ικρίωμα και οι πολυάνθρωπες μαζώξεις εξαερώνονται.

Από την άλλη, οι θεατές σε εποχή μεσαιωνικής, οικονομικής κρίσης (η χώρα μας έχει διανύσει στο ιστορικό παρελθόν της παρόμοιες, οδυνηρές λεωφόρους) προτιμούν να σπρώχνουν τους λιγοστούς οβολούς τους, εάν και εφόσον περισσεύουν, σε άχρηστα αγαθά για να είναι μοντέρνοι, λένε, παρά να πάρουν το θέμα στα χέρια τους και να διασώσουν ό,τι προλάβουν. Σε περιόδους μεγάλης φτώχειας και πείνας στην Ελλάδα μας το θέατρο και ο κινηματογράφος ήταν οι μικρές, ένδοξες νησίδες ψυχικού οξυγόνου. Μα ποιοι θα πράξουν τούτο το μικρό κατόρθωμα σήμερα, όταν δεν υπάρχει περίσσευμα σθένους και αυτοκριτικής στους πολίτες; Ο πολύχρωμος, γυάλινος δήμιος εξοντώνει καθημερινά την πνευματική πνοή, φυτεύοντας νωθρότητα και απαξία. Και ο Έλληνας στο σκοτεινό μπαλ μασκέ των επιθυμιών του και γκραν νταμ την χωλή του σκέψη δεν πρόκειται να σαλέψει ούτε χιλιοστό από το γλοιώδες πέπλο της απάθειας του. Τηλεφωνάκι στα ντελίβεράδικα, δεκάευρο στην τοξική διατροφή και καναπεδάτος θα «μοντερνίζεται» χορεύοντας με τα τορεντάδικα. Άρα, δεν είναι θέμα οικονομικής κρίσης, αλλά πνευματικού ευνουχισμού.  

Χάθηκε η ωραιότητα του ανθρώπου, της ξεγνοιασιάς, της αδημονίας να βρεθούμε στην κινηματογραφική ή την θεατρική αίθουσα μαζί με 150 – 200 ακόμα άγνωστους ανθρώπους, έστω μια φορά το δεκαπενθήμερο ή το εικοσαήμερο, βρε αδελφέ, και να μην αφήσουμε την μαύρη, έρπουσα σκιά να χωνέψει κι άλλους πνεύμονες ψυχικής ανάτασης. Τα σινεμά ταλανίζονται, τα θέατρα κλυδωνίζονται όχι από την κρίση, αλλά από εμάς. Και ευλόγως θα αναρωτηθείς: «Καλά εδώ σου πήραν την χώρα ολόκληρη, οι σινεμάδες και τα θέατρα σε μάραναν;» Έχεις απόλυτο δίκιο, θα απαντήσω με παρρησία. Όταν «λήστευαν» το αρχαίο μου, χρυσό σεντούκι ήμουν παρών και το μερίδιο μου από την ύβρη ήταν η παραπλανητική ευωχία ως αντάλλαγμα την απόλυτη σιωπή μου. Κάτι σαν τον άφθαστο Baby Driver στο τιμόνι, ας πούμε, την στιγμή της χορογραφημένης διαφυγής των κακοποιών δίχως το μπιτάτο soundtrack όμως… στην απόλυτη, ένοχη βουβαμάρα.  

Ω δαίμονες, πόσο υπάκουοι και παραγωγικοί είμαστε στην καταστροφική σας περιοδεία.               

«Κλέφτες Καταστημάτων»

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018

Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα κάνει το θαύμα του και μετατρέπει τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις. Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας.

Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας. Χωρίς μαγικές λέξεις, δίχως χρυσόσκονη και παλαμάκια, αλλά με δαίμονες που είναι άγγελοι και αγγέλους που είναι δαίμονες να πρωταγωνιστούν στα κλιμακωτά επίπεδα της αδίστακτης, σύγχρονης ζωής όχι πάντα νοικοκυρεμένα, σίγουρα όμως ξέγνοιαστα, ελεύθερα.    

 

Είναι από τις ταινίες που στην αφήγηση της πρέπει να φανώ προσεκτικός ώστε ο θεατής να απολαύσει μέτρο μέτρο την ακολουθία των γεγονότων, ρουφώντας την κάθε στιγμή ανεπηρέαστα. Έτσι, λοιπόν, απλά αναφέρουμε, ότι βρισκόμαστε στο σημερινό Τόκιο και έπειτα από μια ακόμα εξόρμηση άλλης μιας μικροκλοπής σε κατάστημα για τα μικροπράγματα της ημέρας, ο Οσάμου (Λίλι Φράνκι – καταπληκτικός) και ο προέφηβος γιος του Σότα (Τζίο Καΐρι – απίθανος ο πιτσιρικάς) συναντούν την μικρούλα Ριν, μόνη στο παγωμένο βράδυ.

Αρχικά αποφασίζουν να την επιστρέψουν στους γονείς της, αλλά η σύζυγος του Οσάμου, η Νομπούγιο (Σακούρα Άντο – πολύ καλή), βλέποντας τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα της μικρής και κρυφά έναν τρελό καυγά των γονιών της, συμφωνεί να αναλάβουν την φροντίδα της, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Κουρεύουν τα μαλλιά της, καίνε τα παλιά της ρούχα, αλλάζουν το όνομα της, προσφέροντας στο κοριτσάκι μια καινούργια ζωή σε ένα σπίτι που γίνεται ανακατεμένος ο ερχόμενος από σαβούρες και λογής άχρηστα πράγματα.

Αν και η οικογένεια είναι μια χούφτα φτωχοδιάβολων, που ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές στα καταστήματα, αλλά και την γιαγιά να μένει μαζί τους (η βετεράνος ηθοποιός Κιρίν Κίκι είναι μεγαλείο, η οποία έφυγε από την ζωή μετά την βράβευση της ταινίας στις Κάνες) μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι σε αυτό το περιβάλλον, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Μοναδικός, εκπληκτικός ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα με την ματιά στραμμένη στους θεσμούς της οικογένειας τοποθετημένη ως σύνολο στο τοξικό υπογάστριο της παγκόσμιας, οικονομικής κρίσης, σε έναν αληθοφανές, σκληρό κοινωνικό διάκοσμο στήνει παραμυθένιες στιγμές με συγκλονιστικές ερμηνείες και μαγευτική φωτογραφία, μιλώντας για τον άνθρωπο, τα λάθη του, αλλά και για την αγάπη, την κατανόηση, τον έρωτα και την θυσία.

Η αφηγηματική του μάγου Κόρε-Εντα, ως γνήσιου εκφραστή του υπέροχου ιαπωνικού, σίντο σινεμά κρατάει σταθερά και ακλόνητα το ασημένιο νήμα επαφής στον αισθησιασμό του Οσίμα, αλλά και στην ονειροβασία του Κουροσάβα, προσφέροντας στον θεατή μια υπέροχη ταινία, εμπλουτισμένη από το προσωπικό, ιδιαίτερο πνεύμα του. Αισιόδοξη όσο δεν παίρνει. Ανθρώπινη όσο δεν περιγράφεται. Παραμυθένια με το παραπάνω.

Κερδίζει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα (από τις ελάχιστες βραβεύσεις του θεσμού που συμφωνώ) και ο σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ, μέλος της κριτικής επιτροπής, δηλώνει απερίφραστα, ότι η απόφαση για τον νικητή ήταν απόλυτα ομόφωνη, συμπληρώνοντας γοητευμένος: «η θέαση της ταινίας ήταν μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία». Η δε Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, η ηθοποιός Κέιτ Μπλάνσετ, είπε: «Μας παρέσυρε εντελώς η ταινία, το πόσο οι ερμηνείες ακολουθούν αβίαστα το σκηνοθετικό όραμα».

Ταινία, που την απολαμβάνεις στο σινεμά με την καρδιά σου και το μειδίαμα ευφορίας παραμένει τόξο στο πρόσωπο για αρκετή ώρα μετά.        

«Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις»

(A Prayer Before Dawn)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
  • Με τους: Τζο Κόουλ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Στον βίαιο και άγριο κόσμο των φυλακών της Ταϊλάνδης, ο μικρός αδελφός Τζον, της οικογένειας Σέλμπι των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», δίνει ερμηνεία ζωής ως μποξέρ Μπίλι Μουρ. Ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εξαιρετικά φιλμαρισμένη από τον Γάλλο Ζαν-Στεφάν Σοβέρ.

Αν ο αδίστακτος, Ρώσος φυλακόβιος, μαχητής Μπόικα είναι η mainstream επιλογή σας στο είδος, τότε ο εκρηκτικός Μπίλι Μουρ είναι η σινεφίλ πρόταση.

Η ταινία βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του ερασιτέχνη μποξέρ Μπίλι Μουρ (Τζο Κόουλ – πολύ καλός!) που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι και ενώ όλα γύρω του άγνωστα, ακαταλαβίστικα λόγω της γλώσσας και ανατριχιαστικά (βιασμοί, μαχαιρώματα, απειλές, ναρκωτικά, συμμορίες) θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική, πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση μέσα από τη γήινη κόλαση.

Με μοναδικό επαγγελματία ηθοποιό τον νεαρό, Άγγλο δυναμίτη Τζον Κόουλ και τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ (υποδύεται τον διευθυντή των φυλακών), ο 49χρονος, Γάλλος μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας Ζαν-Στεφάν Σοβέρ στην δεύτερη του ταινία ορμάει ξανά στο βασίλειο της ανθρώπινης πτώσης και κινηματογραφεί ένα ψιλοαλάνι Ευρωπαίο στο χάσιμο του εγκλεισμού του στο πιο απάνθρωπο, σωφρονιστικό ίδρυμα της Ταϊλάνδης .

Οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στην ταινία του Σοβέρ είναι ερασιτέχνες πρώην κατάδικοι φυλακών, όπως και ο χώρος των γυρισμάτων είναι μια πρώην, εγκαταλειμμένη φυλακή της ασιατικής χώρας. Πειστικός, ρεαλιστικός μέχρι ανατριχίλας, βίαιος έως διακοπής της ανάσας, όλο το περιβάλλον είναι περίτεχνα φτιαγμένο από τον σκηνοθέτη για να αποδώσει την δολοφονική σκοταδίλα παρόμοιων χώρων, αλλά και την ανθρώπινη δύναμη για επιβίωση.

Με το νευρικό σύστημα της ταινίας βαλμένο στην τεχνική του ντοκιμαντέρ, ενώ δεν είναι ντοκιμαντέρ, η κάμερα κινείται συνεχώς, σαν το βλέμμα ενός κρατούμενου που είναι σε εγρήγορση – και όπου χρειάζεται η κίνηση παίζει χειροκίνητα δίχως να κουράζει -, αντάμα με την απίθανα κλειστή φωτογράφιση του Ντέιβιντ Ουνγκάρο και την πολύ καλή μουσική του Νίκολας Μπέκερ μπαίνεις στο θέμα με την μια και το ζεις. Η ερμηνεία του Τζον Κόουλ, με τις στροφές ανεβασμένες στο κόκκινο, πετυχαίνει το ζητούμενο της πραγματικής ιστορίας του Μπίλι Μουρ, αλλά και στα ψυχολογικά κενά αέρος του ήρωα τα καταφέρνει περίφημα.

Οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα αληθοφανέστατες (δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό Κόουλ), άνευ των υπερβολικών ηχητικών εφέ, που οι γροθιές και οι κλωτσιές σε θόρυβο στο ανθρώπινο σώμα μοιάζουν σαν να πετάς από ψηλά σακιά με κρεμμύδια σε μάρμαρο. Αν και η ταινία άργησε να έρθει στην χώρα μας, οι λάτρεις του είδους των πολεμικών τεχνών θα έχουν και το σινεφίλ άλλοθι τους.      

«Το Βλέμμα του Ορσον Γουέλς»

(The Eyes of Orson Welles)

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Μαρκ Κάζινς
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Ama Films

Ναι και αλήθεια είναι, ότι ο ντοκιμαντερίστας Μαρκ Κάζινς λατρεύει τον Όρσον Γουέλς. Άλλωστε και ποιός δεν λατρεύει αυτή την ιδιοφυία της 7ης Τέχνης. Ο Κάζινς, όμως, παρά την εμφανή έως διάφανη λατρευτικού χαρακτήρα θέση του, αποστασιοποιείται πολλάκις και καταγράφει τον πολυσχιδή καλλιτέχνη με έναν τρόπο άκρως γοητευτικό. Ρωτάει τον Γουέλς σημαντικά και απίθανα πράγματα της ζωής του και μέσα από τα έργα του ηθοποιού δίνει τις απαντήσεις. Ερωτήσεις που όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον πληθωρικό ηθοποιό, παραγωγό, σεναριογράφο, ζωγράφο έως και ραδιοφωνικό παραγωγό… με εκείνη την ανεπανάληπτη φάρσα περί εξωγήινης εισβολής στο CBS με το Mercury Theatre on the Air το 1938, που σήκωσε την Νέα Υόρκη στο πόδι.

Αυτός ήταν ο υπέροχος Όρσον. Υπέροχο και το ντοκιμαντέρ του Βορειοϊρλανδού Μαρκ Κάζινς, εντελώς διαφορετικό από παρόμοιες δουλειές, που αφορούν βιογραφίες προσωπικοτήτων του σινεμά. Και μάλιστα, σκέφτηκα, με το πέρας της ταινίας, πόσο σπουδαίο θα είναι να γνωρίσουμε και άλλες παγκόσμιες μορφές των τεχνών με την ίδια αντικειμενική κινηματογράφηση, το ίδιο απίθανο στιλ παρουσίασης.

 

Όταν η θυγατέρα του Ορσον Γουελς, η 60χρονη Ρεμπέκα αποφασίζει να φέρει για πρώτη φορά στο φως τα αρχεία του πατέρα της, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγχρόνους ντοκιμαντερίστες, ο βραβευμένος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Μαρκ Κάζινς αποδέχεται την πρόκληση να προσεγγίσει τον δημιουργό μέσα από πτυχές που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Στην πορεία καταλήγει σε λατρευτικό φόρο τιμής που εισχωρεί στο μυαλό μιας ιδιοφυίας και καταφέρνει να μας πείσει να τον αντικρίσουμε με αλλά μάτια

 

Τα εκατοντάδες σκίτσα, που έφτιαχνε από πιτσιρικάς, αλλά και οι ζωγραφικές που άφησε ο Όρσον Γουέλς είναι οι μικροί ιχνηλάτες που μας οδηγούν στα μεγάλα και τα τρανά επιτεύγματα του στον χώρο του σινεμά. Με το φάρο του «Πολίτη Κέιν» να αναβοσβήνει στην βιογραφική χαρτογράφηση του ντοκιμαντέρ, ο Κάζινς ψύχραιμα και με μεράκι παίρνει τους διεθνείς δρόμους του μεγάλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, από την γενέτειρα του, την Κενόσα του Γουισκόνσιν σε Ιρλανδία, Παρίσι, Ισπανία και πάλι Αριζόνα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των δραματουργικών μελιστάλαχτων αναφορών, αλλά του διεισδυτικού, εμπεριστατωμένου ψαξίματος, που μετασχηματίζει το απλό ντοκιμαντέρ έρευνας σε σπουδή.    

Άπασες οι μεγάλες ταινίες του Γουέλς παρούσες συστήνονται εν μέσω σκέψεων στον φακό του Κάζινς και το εφεύρημα να ρωτάει τον ηθοποιό σαν να βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, κι εκείνος να απαντάει καταδεικνύοντας τα επιτεύγματα του, ε… είναι καταπληκτικό!

Καλή έρευνα, πλούσιο υλικό και το αποτέλεσμα άψογο.     

«Kursk»

 

  • Είδος: Δραματική, ναυτική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Λέα Σεϊντού, Κόλιν Φερθ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Ήταν το καμάρι του ρωσικού στόλου. Καθελκύστηκε το 1994 και τιμητικά βαφτισμένο «Κούρσκ», από την σφοδρή και νικηφόρα μάχη των τεθωρακισμένων του σοβιετικού στρατού εναντίον των Γερμανών στον 2ο μεγάλο πόλεμο.

Το πυρηνικό υποβρύχιο των 154 μέτρων, τύπου Oscar II, το Κ-141 «Kursk», έπειτα από μια διαρροή υπεροξειδίου του υδρογόνου στις τορπίλες του (μία ουσία που έπαψε να χρησιμοποιείται από την δεκαετία του ’60, γιατί θεωρούνταν υπερβολικά επικίνδυνη και χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση), δημιούργησε αλυσιδωτές εκρήξεις, διαλύοντας τα πέντε από τα εννιά τμήματα του υπερσύγχρονου υποβρυχίου, ενώ βρισκόταν στον πυθμένα της θάλασσας. Χάθηκε στον παγωμένο, αρκτικό βυθό το έτος 2000, σε βάθος 100 μέτρων, παίρνοντας μαζί του 118 ψυχές. Στον προεδρικό θώκο της μαμάς Ρωσίας βρισκόταν, τότε, ο νεοεκλεγείς και πολλά υποσχόμενος Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος μηδέ εμφανίζεται, μηδέ ακούγεται στην ταινία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Τόμας Βίντεμπεργκ του Dogma ‘95, έπειτα από το τρανό «Κυνήγι» και την αξιοθαύμαστη «Οικογενειακή Γιορτή» που ακολούθησε, κινηματογραφεί την τραγωδία του υποβρυχίου και κουνάει το μαντήλι «αμερικάνικα» από το αρχιπέλαγος της υπερπαραγωγής, ψιθυρίζοντας στον mainstream αγέρα, πως… και οι «κουλτουριάδες» έχουν ψυχή, ρε γαμώτο!  

 

Βασισμένο στο βιβλίο του δημοσιογράφου Ρόμπερτ Μουρ «A Time to Die: The Untold Story of the Kursk Tragedy» και σε σενάριο του έμπειρου περί των στρατιωτικών, κινηματογραφικών θεμάτων, του Αμερικανού σεναριογράφου Ρομπέρ Ροντάτ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), η ταινία καταγράφει τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο υποβρύχιο κατά την διάρκεια άσκησης στην παγωμένη θάλασσα του Μπάρεντς.

Ο αξιωματικός του υποβρυχίου Κούρσκ, ο Μικαίλ Αβερίν (Ματίας Σχούναρτς – καλός) αφήνει τον μικρό γιό του Μίσα και την έγκυο γυναίκα του, Τάνια (Λέα Σεϊντού – καλή) για να παρουσιαστεί στο σκάφος και να ταξιδέψει σε προγραμματισμένη άσκηση του στόλου. Μια ανωμαλία στις τορπίλες και ενώ το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων, δημιουργεί μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων με αποτέλεσμα τα πέντε από τα εννιά τμήματα του μοντέρνου σκάφους να διαλυθούν σκοτώνοντας ακαριαία τους 95 από τους 118 άνδρες του πληρώματος. Οι υπόλοιποι 23 που έτυχε να βρίσκονται στα τελευταία τμήματα του υποβρυχίου, εγκλωβισμένοι στο κρύο νερό, στο λιγοστό οξυγόνο περιμένουν βοήθεια για να σωθούν.

Η ρωσική ολιγωρία, η παλαιότητα των υλικών, η άρνηση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν (Μαξ φον Σίντοου – όπως πάντα συννεφιασμένος) να αποδεχθεί την βοήθεια του Άγγλου διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων, Αρχιπλοίαρχου Ντέβιντ Ράσελ (Κόλιν Φερθ – σταθερή αγγλική αξία), αλλά και του νορβηγικού, πολεμικού ναυτικού, κόστισε, ως γνωστόν, τις ζωές των υπολοίπων 23 ανδρών.      

 

Ο Τόμας Βίντεμπεργκ παίζει στο τερέν της υπερπαραγωγής και σκίζει. Με άλλον αέρα, αυτόν τον βορειοευρωπαϊκό των καλών, κλειστοφοβικών πλάνων και με διαφορετική κινηματογράφηση στο είδος των dsaster films, παραδίδει μια ταινία καλά κουρδισμένη τόσο στο δραματικό της στοιχείο, όσο και άψογα σκηνοθετημένη. Το σενάριο απλό και απόλυτα εστιασμένο στα γεγονότα της τραγωδίας των εγκλωβισμένων ναυτικών του υποβρυχίου, αλλά και στις γυναίκες των ναυτικών να δίνουν τους απαιτούμενους τόνους αγανάκτησης ως προς την παραπληροφόρηση της ρωσικής κυβέρνησης και την άθλια αντιμετώπιση της για την διάσωση του πληρώματος.

Η παραγωγή, δηλαδή ο Λικ Μπενσόν, έκοψε τις σκηνές με τον Πούτιν (ο οποίος ήταν μόνο τρεις μήνες στα προεδρικά του καθήκοντα και όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα με το Κουρσκ συνέχισε, σχεδόν αδιάφορα τις διακοπές του), βάζοντας τον Μπόρις Γιέλτσιν στην αρχηγία(;) γιατί δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν πολιτική χροιά στη τραγωδία. Σπουδαίο ατού της ταινίας η καταπληκτική μουσική του δις οσκαροβραβευμένου, Έλληνα συνθέτη Αλεξάντρ Ντεσπλά σε χατζηδακικές μελωδίες και βυζαντινούς, χορωδιακούς ύμνους.

Ο Βίνετμπεργκ καθαρά να το θέσουμε, έφτιαξε καλή ταινία με διεθνές καστ και επιμελημένη παραγωγή. Δυο τρία καλά κόλπα που πετάει στην ταινία με πλάνα να ανοίγουν και να κλείνουν, όπως μια υπέροχη γαμήλια γιορτή στην έναρξη, δίνουν την δυνατότητα στον 49χρονο, Δανό σκηνοθέτη να σφραγίσει το διαβατήριο του προς Χόλιγουντ στεριά.    

«Ο Υποψήφιος»

(The Front Runner)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Χιου Τζάκμαν, Βέρα Φαρμίγκα, Τζ. Κ. Σίμονς, Αλφρεντ Μολίνα
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Αγαπημένο θέμα της αμερικανικής κινηματογραφίας είναι ο βίος και η πολιτεία των διαφόρων πολιτικών του έθνους. Προσωπικά, εκτιμώ, ότι ουδεμία ταινία δεν έχει τοποθετηθεί σε βαθιά ή πιο λεπτομερειακή έρευνα ώστε τα γεγονότα να αποτυπωθούν στο ζύγι της αντικειμενικότητας, εξόν κάποιων ελάχιστων περιπτώσεων, που η αντιπέρα όχθη της αλήθειας να σκάει από αγανάκτηση. Όσες παραγωγές πραγματεύονται σκάνδαλα υποψηφίων ή νυν προέδρων των ΗΠΑ, βασίζονται σε ότι πιο ανάλαφρο από καταγραφή και πάντα με τις ευλογίες του εκάστοτε εν ενεργεία γραφείου επικοινωνίας του Λευκού Οίκου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Γκάρι Χαρτ, ενός πολιτικού από τους πιο χαρισματικούς υποψηφίους για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ μετά τον Τζον Κένεντι και το σκάνδαλο που τον αποκαθήλωσε από την κούρσα της διεκδίκησης του θρόνου στο οβάλ γραφείο. Ο Χιού Τζάκμαν στο ρόλο του «μοιχού» πολιτικού, απλά απίθανος, το δε ντεσού της ταινίας δεν είναι το σκάνδαλο αυτό καθεαυτό, αλλά η δράση της «κίτρινης» δημοσιογραφίας στα εν οίκω ενός υποψηφίου προέδρου. Κάτι που μέχρι τότε ήταν ταμπού για τον αμερικάνικο Τύπο.

Το 1998 δυο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Miami Herald», με τον μανδύα των παπαράτσι έχουν πάρει στο κατόπι για να φωτογραφήσουν – έπειτα από πληροφορία – το φαβορί για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Δημοκρατικό Γκάρι Χαρτ (Χιού Τζάκμαν – εξαιρετικός) έξω από το σπίτι του αγκαλιά με την μοντέλα και υποστηρίκτρια της καμπάνιας του, την Ντόνα Ράις (Σάρα Πάξτον – καλή). Η είδηση αφορά τον αμερικάνικο λαό και για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά χρονικά δημοσιοποιείται, σπάζοντας το κατεστημένο του Τύπου.

Το αποτέλεσμα είναι να πέσει κατακόρυφα η δημοτικότητα του Γκάρι Χαρτ και να αποσυρθεί από την πολιτική. Ο διανοούμενος πολιτικός (διαβάζει Τολστόι, αρχαία ελληνική φιλοσοφία) με τον ευτυχισμένο γάμο, την πιστή σύζυγο του, Λι Χάρτ (Βέρα Φαρμίγκα – πολύ καλή) και πατέρας δυο τέκνων χάθηκε από την πολιτική σκηνή εν μια νυκτί με την υπόνοια ότι έχει εξωσυζυγική σχέση, δίχως να έχει αποδειχθεί κάτι, απλά από μια φωτογραφία δυο δημοσιογράφων, που δείχνει να την κρατάει αγκαλιά, ούτε καν σε κάποια πόζα περίπτυξης.    

Ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «Juno» (Όσκαρ Σεναρίου) και της Χρυσής Σφαίρας Σεναρίου για το «Ραντεβού στον Αέρα», Τζέισον Ράιτμαν, βασίζεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου του New York Times Magazine Ματ Μπάι (συν-συναριογράφος) και κινηματογραφεί τον χαρισματικό πολιτικό Γκάρι Χαρτ. Με την, πραγματικά, μοναδική ερμηνεία του Χιού Τζάκμαν (μυρίζεται υποψηφιότητα για Όσκαρ), την πολύ καλή παραγωγή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται στο σκάνδαλο, αλλά στον διαχείριση του γεγονότος από τον Τύπο.

Από τότε και με σημείο εκκίνησης την περίπτωση Γκάρι Χαρτ, όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ είναι πλέον εκτεθειμένοι και κάθε παρασπονδία τους, ειδικά ερωτικού ενδιαφέροντος, μεταμορφώνεται σε λεπίδι της γκιλοτίνας. Αυτά για να ασχολείται το πόπολο.

Το λάθος που υπάρχει στην ταινία είναι, ότι η φωτογραφία των δημοσιογράφων με τον Χαρτ και την μοντέλα Ντόνα Ράις δεν πάρθηκε στο σπίτι του πολιτικού, αλλά σε θαλαμηγό στο λιμάνι τού Μαϊάμι.

«Ο Κόσμος σου Ανήκει»

(The World Is Yours / Le Monde est à toi)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομέν Γαβράς
  • Με τους: Καρίμ Λεκλού, Ιζαμπέλ Ατζανί, Βενσάν Κασέλ, Ουλαγιά Αμαμρά, Φρανσουά Νταμιέν, Φιλίπ Κατρίν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave

Ο γιός του Κώστα Γαβρά, ο Ρομέν Γαβράς στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αναμειγνύει, όχι πετυχημένα, δράση, περιπέτεια και γέλιο. Τίποτα από τα τρία δεν είναι ισορροπημένο. Τετριμμένη πλοκή όσο αφορά την περιπέτεια, χαμηλότονη δράση και γέλιο ούτε για δείγμα. Κάποια καλά δείγματα στησίματος πλάνων ελπίζουμε να τα συντηρήσει στην επόμενη καλύτερη προσπάθεια του, ο Ρομέν.

Η Ιζαμπέλ Ατζανί με χειρουργικές, διορθωτικές επεμβάσεις προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, μάταια, ως απατεώνισσα μάνα ενός μπούλη, γκαφατζή γιου και ο Βενσάν Κασέλ στον ρόλο «αρπαγμένου» γκάνγκστερ, ερωτευμένου φουλ με την μάνα και καμένου με τις πάσης φύσεως συνομωσίες των Ιλουμινάτι.

 

 

Ο Φρανσουά είναι ένας μικροκακοποιός που ονειρεύεται να γίνει ο επίσημος διανομέας της εταιρίας παγωτών Mr. Freeze στο Μαρόκο και να μπει στον ίσιο δρόμο. Όμως, οι ελπίδες του διαλύονται όταν ανακαλύπτει πως η μητέρα του, μια έμπειρη απατεώνισσα, έχασε όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η μόνη λύση που του απομένει για να βγάλει τα λεφτά που χρειάζεται, είναι να δεχτεί την πρόταση του αρχηγού της τοπικής συμμορίας και να αναλάβει μια τελευταία «δουλειά» στην Ισπανία.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη όταν η «δουλειά» στραβώνει κι όλος ο περίγυρος του Φρανσουά βρίσκεται μπλεγμένος στην υπόθεση: η κοπέλα που έχει καψουρευτεί, ο ονειροπαρμένος πρώην της μητέρας του, ο οποίος μόλις βγήκε από τη φυλακή, δύο αχώριστοι κι ανεκδιήγητοι τύποι που φαντασιώνονται ότι είναι γκάνγκστερ και, τέλος, η πιο επικίνδυνη απ’ όλους: η γοητευτική μητέρα του

«Mortal Engines»

 

  • Είδος: Φαντασίας, περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Ρίβερς
  • Με τους: Χιούγκο Γουίβινγκ, Χέρα Χίλμαρ, Ρόμπερτ Σίχαν, Τζιχάε, Ρόναν Ράφτερι, Λέιλα Τζόρτζ, Πάτρικ Μαλαχάιντ, Στέφεν Λανγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ιστορία βασισμένη στο πρώτο young-adult από το κουαρτέτο μυθιστορημάτων φαντασίας του Άγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ριβ («Mortal Engines» «Predator’s Gold», «Infernal Devices» και «A Darkling Plain») και στην παραγωγή όλη η ομάδα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και των «Χόμπιτ» με την μπαγκέτα να την κρατά αισθητά ο Πίτερ Τζάκσον. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Κρίστιαν Ρίβερ, ο βραβευμένος για τα ειδικά εφε του «Κίνγκ Κονγκ» του Τζάκσον.

Φαντασμαγορία, υπέροχα εφέ, προσεκτική πολιτική τοποθέτηση και πόλεις πάνω σε ρόδες να τριγυρνούν σε ένα αχαρτογράφητο, μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, καταπίνοντας η πιο δυνατή την πιο αδύναμη, απομυζώντας όλους τους ενεργειακούς πόρους της. Λαμπρή ιδέα, ενώ τα βιβλία του Ριβ δεν τα έχω διαβάσει, αλλά η ταινία είναι ένα καλοβαλμένο εικονοποιημένο στόρι φαντασίας, που μάλλον θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα τρία της τετραλογίας.

 

Τεράστιες ή μικρότερες ε μέγεθος πόλεις κινούνται πάνω σε τροχούς σε μια εποχή, 1.700 χρόνια μετά το σήμερα, όταν η ανθρωπότητα διαλύθηκε σε κάτι λιγότερο από 60 λεπτά. Οι πόλεις τριγυρνούν από μέρος σε μέρος ενώ το ισχυρό Λονδίνο είναι ο φόβος και ο τρόμος των κινούμενων πόλεων.

Η Αγγλική πρωτεύουσα σε μικρογραφία πάνω σε τεράστιους τροχούς είναι ένας τρομερός κυνηγός, που αναζητά συνεχώς πρώτες ύλες για να κινείται. Ο 20χρονος μαθητευόμενος ιστορικός από το Λονδίνο, ο Τομ Νατσγουόρθι (Ρόμπερτ Σίχαν – καλός) δεν έχει ζήσει ποτέ έξω από τα σύνορα της κινούμενης πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει δραματικά όταν θα βρεθεί στο δρόμο του η σημαδεμένη στο πρόσωπο Έστερ Σο (Χέρα Χίλμαν – καλή), μια μοναχική και ατρόμητη κοπέλα που θα βρεθεί στο Λονδίνο με σκοπό να δολοφονήσει τον Θάντεους Βαλεντάιν (Χιούγκο Γουίβινγκ – πάντα άψογος), τον δήμαρχο της πόλης, ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο της αρχαιολόγου μητέρας της.

Η Έστερ είναι ένα ελεύθερο πλάσμα με πάθος για εκδίκηση και τρυφερή καρδιά, που την μεγάλωσε ένας μεταλλικός εκτελεστής. Ο Τομ είναι έγκλειστος στον δικό του κόσμο, αφελής και καλόπιστος, αλλά με σπάνια γενναιότητα και αφοσίωση. Αυτοί οι δυο ήρωες είναι η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας. Η καρδιά της ταινίας χτυπάει γύρω από τον αναπάντεχο δεσμό τους, σε αντίξοες συνθήκες.

Στον αγώνα τους, θα τους βοηθήσει η Άννα Φανγκ (Τζιχάε – καλή) μια επικίνδυνη εγκληματίας που όμως έχει γενναιόδωρη καρδιά και καλά κίνητρα για την επανάστασή της. Αυτή η ιστορία εκδίκησης θα φέρει τους δυο ήρωες κοντά, σαν δυο εξόριστους στην ίδια πόλη, όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και οι αποκαλύψεις θα είναι πιο συγκλονιστικές απ’ ότι θα μπορούσαν να φανταστούν

 

Προβάλλονται επίσης:

Η ταινία τρόμου  «Το Πάρκο του Τρόμου», του Γκρέγκορ Πλότκιν (Spentzos Films)

Και το animation «Ο Γκριντς», των Σκοτ Μοσιέ και Γιάροου Τσένι (Tulip Entertainment)

«Mortal Engines»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Φαντασίας, περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Νέα Ζηλανδία, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Ρίβερς
  • Με τους: Χιούγκο Γουίβινγκ, Χέρα Χίλμαρ, Ρόμπερτ Σίχαν, Τζιχάε, Ρόναν Ράφτερι, Λέιλα Τζόρτζ, Πάτρικ Μαλαχάιντ, Στέφεν Λανγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ιστορία βασισμένη στο πρώτο young-adult από το κουαρτέτο μυθιστορημάτων φαντασίας του Άγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ριβ («Mortal Engines» «Predator’s Gold», «Infernal Devices» και «A Darkling Plain») και στην παραγωγή όλη η ομάδα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και των «Χόμπιτ» με την μπαγκέτα να την κρατά αισθητά ο Πίτερ Τζάκσον. Στην καρέκλα του σκηνοθέτη ο Κρίστιαν Ρίβερ, ο βραβευμένος για τα ειδικά εφε του «Κίνγκ Κονγκ» του Τζάκσον.

Φαντασμαγορία, υπέροχα εφέ, προσεκτική πολιτική τοποθέτηση και πόλεις πάνω σε ρόδες να τριγυρνούν σε ένα αχαρτογράφητο, μελλοντικό, δυστοπικό τοπίο, καταπίνοντας η πιο δυνατή την πιο αδύναμη, απομυζώντας όλους τους ενεργειακούς πόρους της. Λαμπρή ιδέα, ενώ τα βιβλία του Ριβ δεν τα έχω διαβάσει, αλλά η ταινία είναι ένα καλοβαλμένο εικονοποιημένο στόρι φαντασίας, που μάλλον θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα τρία της τετραλογίας.

Τεράστιες ή μικρότερες ε μέγεθος πόλεις κινούνται πάνω σε τροχούς σε μια εποχή, 1.700 χρόνια μετά το σήμερα, όταν η ανθρωπότητα διαλύθηκε σε κάτι λιγότερο από 60 λεπτά. Οι πόλεις τριγυρνούν από μέρος σε μέρος ενώ το ισχυρό Λονδίνο είναι ο φόβος και ο τρόμος των κινούμενων πόλεων.

Η Αγγλική πρωτεύουσα σε μικρογραφία πάνω σε τεράστιους τροχούς είναι ένας τρομερός κυνηγός, που αναζητά συνεχώς πρώτες ύλες για να κινείται. Ο 20χρονος μαθητευόμενος ιστορικός από το Λονδίνο, ο Τομ Νατσγουόρθι (Ρόμπερτ Σίχαν – καλός) δεν έχει ζήσει ποτέ έξω από τα σύνορα της κινούμενης πόλης του. Η ζωή του θα αλλάξει δραματικά όταν θα βρεθεί στο δρόμο του η σημαδεμένη στο πρόσωπο Έστερ Σο (Χέρα Χίλμαν – καλή), μια μοναχική και ατρόμητη κοπέλα που θα βρεθεί στο Λονδίνο με σκοπό να δολοφονήσει τον Θάντεους Βαλεντάιν (Χιούγκο Γουίβινγκ – πάντα άψογος), τον δήμαρχο της πόλης, ο οποίος ευθύνεται για τον θάνατο της αρχαιολόγου μητέρας της.

Η Έστερ είναι ένα ελεύθερο πλάσμα με πάθος για εκδίκηση και τρυφερή καρδιά, που την μεγάλωσε ένας μεταλλικός εκτελεστής. Ο Τομ είναι έγκλειστος στον δικό του κόσμο, αφελής και καλόπιστος, αλλά με σπάνια γενναιότητα και αφοσίωση. Αυτοί οι δυο ήρωες είναι η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας. Η καρδιά της ταινίας χτυπάει γύρω από τον αναπάντεχο δεσμό τους, σε αντίξοες συνθήκες.

Στον αγώνα τους, θα τους βοηθήσει η Άννα Φανγκ (Τζιχάε – καλή) μια επικίνδυνη εγκληματίας που όμως έχει γενναιόδωρη καρδιά και καλά κίνητρα για την επανάστασή της. Αυτή η ιστορία εκδίκησης θα φέρει τους δυο ήρωες κοντά, σαν δυο εξόριστους στην ίδια πόλη, όμως τα πράγματα θα εξελιχθούν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και οι αποκαλύψεις θα είναι πιο συγκλονιστικές απ’ ότι θα μπορούσαν να φανταστούν

«Ο Κόσμος σου Ανήκει»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The World Is Yours / Le Monde est à toi)

 

  • Είδος: Κωμωδία, δράση, περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρομέν Γαβράς
  • Με τους: Καρίμ Λεκλού, Ιζαμπέλ Ατζανί, Βενσάν Κασέλ, Ουλαγιά Αμαμρά, Φρανσουά Νταμιέν, Φιλίπ Κατρίν
  • Διάρκεια: 100’

Ο γιός του Κώστα Γαβρά, ο Ρομέν Γαβράς στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του αναμειγνύει, όχι πετυχημένα, δράση, περιπέτεια και γέλιο. Τίποτα από τα τρία δεν είναι ισορροπημένο. Τετριμμένη πλοκή όσο αφορά την περιπέτεια, χαμηλότονη δράση και γέλιο ούτε για δείγμα. Κάποια καλά δείγματα στησίματος πλάνων ελπίζουμε να τα συντηρήσει στην επόμενη καλύτερη προσπάθεια του, ο Ρομέν.

Η Ιζαμπέλ Ατζανί με χειρουργικές, διορθωτικές επεμβάσεις προσπαθεί να σώσει την κατάσταση, μάταια, ως απατεώνισσα μάνα ενός μπούλη, γκαφατζή γιου και ο Βενσάν Κασέλ στον ρόλο «αρπαγμένου» γκάνγκστερ, ερωτευμένου φουλ με την μάνα και καμένου με τις πάσης φύσεως συνομωσίες των Ιλουμινάτι.

 

Ο Φρανσουά είναι ένας μικροκακοποιός που ονειρεύεται να γίνει ο επίσημος διανομέας της εταιρίας παγωτών Mr. Freeze στο Μαρόκο και να μπει στον ίσιο δρόμο. Όμως, οι ελπίδες του διαλύονται όταν ανακαλύπτει πως η μητέρα του, μια έμπειρη απατεώνισσα, έχασε όλες τις οικονομίες του στον τζόγο. Η μόνη λύση που του απομένει για να βγάλει τα λεφτά που χρειάζεται, είναι να δεχτεί την πρόταση του αρχηγού της τοπικής συμμορίας και να αναλάβει μια τελευταία «δουλειά» στην Ισπανία.

Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η μία γκάφα διαδέχεται την άλλη όταν η «δουλειά» στραβώνει κι όλος ο περίγυρος του Φρανσουά βρίσκεται μπλεγμένος στην υπόθεση: η κοπέλα που έχει καψουρευτεί, ο ονειροπαρμένος πρώην της μητέρας του, ο οποίος μόλις βγήκε από τη φυλακή, δύο αχώριστοι κι ανεκδιήγητοι τύποι που φαντασιώνονται ότι είναι γκάνγκστερ και, τέλος, η πιο επικίνδυνη απ’ όλους: η γοητευτική μητέρα του

«Ο Υποψήφιος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Front Runner)

 

  • Είδος: Πολιτική μονογραφία
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Χιου Τζάκμαν, Βέρα Φαρμίγκα, Τζ. Κ. Σίμονς, Αλφρεντ Μολίνα
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

 

Αγαπημένο θέμα της αμερικανικής κινηματογραφίας είναι ο βίος και η πολιτεία των διαφόρων πολιτικών του έθνους. Προσωπικά, εκτιμώ, ότι ουδεμία ταινία δεν έχει τοποθετηθεί σε βαθιά ή πιο λεπτομερειακή έρευνα ώστε τα γεγονότα να αποτυπωθούν στο ζύγι της αντικειμενικότητας, εξόν κάποιων ελάχιστων περιπτώσεων, που η αντιπέρα όχθη της αλήθειας να σκάει από αγανάκτηση. Όσες παραγωγές πραγματεύονται σκάνδαλα υποψηφίων ή νυν προέδρων των ΗΠΑ, βασίζονται σε ότι πιο ανάλαφρο από καταγραφή και πάντα με τις ευλογίες του εκάστοτε εν ενεργεία γραφείου επικοινωνίας του Λευκού Οίκου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με τον Γκάρι Χαρτ, ενός πολιτικού από τους πιο χαρισματικούς υποψηφίους για το αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ μετά τον Τζον Κένεντι και το σκάνδαλο που τον αποκαθήλωσε από την κούρσα της διεκδίκησης του θρόνου στο οβάλ γραφείο. Ο Χιού Τζάκμαν στο ρόλο του «μοιχού» πολιτικού, απλά απίθανος, το δε ντεσού της ταινίας δεν είναι το σκάνδαλο αυτό καθεαυτό, αλλά η δράση της «κίτρινης» δημοσιογραφίας στα εν οίκω ενός υποψηφίου προέδρου. Κάτι που μέχρι τότε ήταν ταμπού για τον αμερικάνικο Τύπο.

Το 1998 δυο δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Miami Herald», με τον μανδύα των παπαράτσι έχουν πάρει στο κατόπι για να φωτογραφήσουν – έπειτα από πληροφορία – το φαβορί για την προεδρία των ΗΠΑ, τον Δημοκρατικό Γκάρι Χαρτ (Χιού Τζάκμαν – εξαιρετικός) έξω από το σπίτι του αγκαλιά με την μοντέλα και υποστηρίκτρια της καμπάνιας του, την Ντόνα Ράις (Σάρα Πάξτον – καλή). Η είδηση αφορά τον αμερικάνικο λαό και για πρώτη φορά στα δημοσιογραφικά χρονικά δημοσιοποιείται, σπάζοντας το κατεστημένο του Τύπου.

Το αποτέλεσμα είναι να πέσει κατακόρυφα η δημοτικότητα του Γκάρι Χαρτ και να αποσυρθεί από την πολιτική. Ο διανοούμενος πολιτικός (διαβάζει Τολστόι, αρχαία ελληνική φιλοσοφία) με τον ευτυχισμένο γάμο, την πιστή σύζυγο του, Λι Χάρτ (Βέρα Φαρμίγκα – πολύ καλή) και πατέρας δυο τέκνων χάθηκε από την πολιτική σκηνή εν μια νυκτί με την υπόνοια ότι έχει εξωσυζυγική σχέση, δίχως να έχει αποδειχθεί κάτι, απλά από μια φωτογραφία δυο δημοσιογράφων, που δείχνει να την κρατάει αγκαλιά, ούτε καν σε κάποια πόζα περίπτυξης.    

Ο σκηνοθέτης του οσκαρικού «Juno» (Όσκαρ Σεναρίου) και της Χρυσής Σφαίρας Σεναρίου για το «Ραντεβού στον Αέρα», Τζέισον Ράιτμαν, βασίζεται στο βιβλίο του δημοσιογράφου του New York Times Magazine Ματ Μπάι (συν-συναριογράφος) και κινηματογραφεί τον χαρισματικό πολιτικό Γκάρι Χαρτ. Με την, πραγματικά, μοναδική ερμηνεία του Χιού Τζάκμαν (μυρίζεται υποψηφιότητα για Όσκαρ), την πολύ καλή παραγωγή, ο Αμερικανός σκηνοθέτης δεν επικεντρώνεται στο σκάνδαλο, αλλά στον διαχείριση του γεγονότος από τον Τύπο.

Από τότε και με σημείο εκκίνησης την περίπτωση Γκάρι Χαρτ, όλοι οι πρόεδροι των ΗΠΑ είναι πλέον εκτεθειμένοι και κάθε παρασπονδία τους, ειδικά ερωτικού ενδιαφέροντος, μεταμορφώνεται σε λεπίδι της γκιλοτίνας. Αυτά για να ασχολείται το πόπολο.

Το λάθος που υπάρχει στην ταινία είναι, ότι η φωτογραφία των δημοσιογράφων με τον Χαρτ και την μοντέλα Ντόνα Ράις δεν πάρθηκε στο σπίτι του πολιτικού, αλλά σε θαλαμηγό στο λιμάνι τού Μαϊάμι.

«Kursk»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Δραματική, ναυτική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τόμας Βίντερμπεργκ
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Λέα Σεϊντού, Κόλιν Φερθ, Πίτερ Σιμόνιτσεκ, Μαξ φον Σίντοφ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon & Audio Visual

Ήταν το καμάρι του ρωσικού στόλου. Καθελκύστηκε το 1994 και τιμητικά βαφτισμένο «Κούρσκ», από την σφοδρή και νικηφόρα μάχη των τεθωρακισμένων του σοβιετικού στρατού εναντίον των Γερμανών στον 2ο μεγάλο πόλεμο.

Το πυρηνικό υποβρύχιο των 154 μέτρων, τύπου Oscar II, το Κ-141 «Kursk», έπειτα από μια διαρροή υπεροξειδίου του υδρογόνου στις τορπίλες του (μία ουσία που έπαψε να χρησιμοποιείται από την δεκαετία του ’60, γιατί θεωρούνταν υπερβολικά επικίνδυνη και χρειαζόταν συνεχή επιτήρηση), δημιούργησε αλυσιδωτές εκρήξεις, διαλύοντας τα πέντε από τα εννιά τμήματα του υπερσύγχρονου υποβρυχίου, ενώ βρισκόταν στον πυθμένα της θάλασσας. Χάθηκε στον παγωμένο, αρκτικό βυθό το έτος 2000, σε βάθος 100 μέτρων, παίρνοντας μαζί του 118 ψυχές. Στον προεδρικό θώκο της μαμάς Ρωσίας βρισκόταν, τότε, ο νεοεκλεγείς και πολλά υποσχόμενος Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος μηδέ εμφανίζεται, μηδέ ακούγεται στην ταινία.

Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Τόμας Βίντεμπεργκ του Dogma ‘95, έπειτα από το τρανό «Κυνήγι» και την αξιοθαύμαστη «Οικογενειακή Γιορτή» που ακολούθησε, κινηματογραφεί την τραγωδία του υποβρυχίου και κουνάει το μαντήλι «αμερικάνικα» από το αρχιπέλαγος της υπερπαραγωγής, ψιθυρίζοντας στον mainstream αγέρα, πως… και οι «κουλτουριάδες» έχουν ψυχή, ρε γαμώτο!  

Βασισμένο στο βιβλίο του δημοσιογράφου Ρόμπερτ Μουρ «A Time to Die: The Untold Story of the Kursk Tragedy» και σε σενάριο του έμπειρου περί των στρατιωτικών, κινηματογραφικών θεμάτων, του Αμερικανού σεναριογράφου Ρομπέρ Ροντάτ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), η ταινία καταγράφει τα δραματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο υποβρύχιο κατά την διάρκεια άσκησης στην παγωμένη θάλασσα του Μπάρεντς.

Ο αξιωματικός του υποβρυχίου Κούρσκ, ο Μικαίλ Αβερίν (Ματίας Σχούναρτς – καλός) αφήνει τον μικρό γιό του Μίσα και την έγκυο γυναίκα του, Τάνια (Λέα Σεϊντού – καλή) για να παρουσιαστεί στο σκάφος και να ταξιδέψει σε προγραμματισμένη άσκηση του στόλου. Μια ανωμαλία στις τορπίλες και ενώ το υποβρύχιο βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων, δημιουργεί μια σειρά αλυσιδωτών εκρήξεων με αποτέλεσμα τα πέντε από τα εννιά τμήματα του μοντέρνου σκάφους να διαλυθούν σκοτώνοντας ακαριαία τους 95 από τους 118 άνδρες του πληρώματος. Οι υπόλοιποι 23 που έτυχε να βρίσκονται στα τελευταία τμήματα του υποβρυχίου, εγκλωβισμένοι στο κρύο νερό, στο λιγοστό οξυγόνο περιμένουν βοήθεια για να σωθούν.

Η ρωσική ολιγωρία, η παλαιότητα των υλικών, η άρνηση του Ρώσου προέδρου Μπόρις Γιέλτσιν (Μαξ φον Σίντοου – όπως πάντα συννεφιασμένος) να αποδεχθεί την βοήθεια του Άγγλου διοικητή των ναυτικών επιχειρήσεων, Αρχιπλοίαρχου Ντέβιντ Ράσελ (Κόλιν Φερθ – σταθερή αγγλική αξία), αλλά και του νορβηγικού, πολεμικού ναυτικού, κόστισε, ως γνωστόν, τις ζωές των υπολοίπων 23 ανδρών.      

 

Ο Τόμας Βίντεμπεργκ παίζει στο τερέν της υπερπαραγωγής και σκίζει. Με άλλον αέρα, αυτόν τον βορειοευρωπαϊκό των καλών, κλειστοφοβικών πλάνων και με διαφορετική κινηματογράφηση στο είδος των dsaster films, παραδίδει μια ταινία καλά κουρδισμένη τόσο στο δραματικό της στοιχείο, όσο και άψογα σκηνοθετημένη. Το σενάριο απλό και απόλυτα εστιασμένο στα γεγονότα της τραγωδίας των εγκλωβισμένων ναυτικών του υποβρυχίου, αλλά και στις γυναίκες των ναυτικών να δίνουν τους απαιτούμενους τόνους αγανάκτησης ως προς την παραπληροφόρηση της ρωσικής κυβέρνησης και την άθλια αντιμετώπιση της για την διάσωση του πληρώματος.

Η παραγωγή, δηλαδή ο Λικ Μπενσόν, έκοψε τις σκηνές με τον Πούτιν (ο οποίος ήταν μόνο τρεις μήνες στα προεδρικά του καθήκοντα και όταν πληροφορήθηκε το ατύχημα με το Κουρσκ συνέχισε, σχεδόν αδιάφορα τις διακοπές του), βάζοντας τον Μπόρις Γιέλτσιν στην αρχηγία(;) γιατί δεν ήθελαν, λέει, να δώσουν πολιτική χροιά στη τραγωδία. Σπουδαίο ατού της ταινίας η καταπληκτική μουσική του δις οσκαροβραβευμένου, Έλληνα συνθέτη Αλεξάντρ Ντεσπλά σε χατζηδακικές μελωδίες και βυζαντινούς, χορωδιακούς ύμνους.

Ο Βίνετμπεργκ καθαρά να το θέσουμε, έφτιαξε καλή ταινία με διεθνές καστ και επιμελημένη παραγωγή. Δυο τρία καλά κόλπα που πετάει στην ταινία με πλάνα να ανοίγουν και να κλείνουν, όπως μια υπέροχη γαμήλια γιορτή στην έναρξη, δίνουν την δυνατότητα στον 49χρονο, Δανό σκηνοθέτη να σφραγίσει το διαβατήριο του προς Χόλιγουντ στεριά.

«Το Βλέμμα του Όρσον Γουέλς»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Eyes of Orson Welles)       

 

  • Είδος: Βιογραφικό ντοκιμαντέρ
  • Παραγωγή: Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Μαρκ Κάζινς
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Ama Films

Ναι και αλήθεια είναι, ότι ο ντοκιμαντερίστας Μαρκ Κάζινς λατρεύει τον Όρσον Γουέλς. Άλλωστε και ποιός δεν λατρεύει αυτή την ιδιοφυία της 7ης Τέχνης. Ο Κάζινς, όμως, παρά την εμφανή έως διάφανη λατρευτικού χαρακτήρα θέση του, αποστασιοποιείται πολλάκις και καταγράφει τον πολυσχιδή καλλιτέχνη με έναν τρόπο άκρως γοητευτικό. Ρωτάει τον Γουέλς σημαντικά και απίθανα πράγματα της ζωής του και μέσα από τα έργα του ηθοποιού δίνει τις απαντήσεις. Ερωτήσεις που όλοι μας θα θέλαμε να είχαμε θέσει στον πληθωρικό ηθοποιό, παραγωγό, σεναριογράφο, ζωγράφο έως και ραδιοφωνικό παραγωγό… με εκείνη την ανεπανάληπτη φάρσα περί εξωγήινης εισβολής στο CBS με το Mercury Theatre on the Air το 1938, που σήκωσε την Νέα Υόρκη στο πόδι. Αυτός ήταν ο υπέροχος Όρσον. Υπέροχο και το ντοκιμαντέρ του Βορειοϊρλανδού Μαρκ Κάζινς, εντελώς διαφορετικό από παρόμοιες δουλειές, που αφορούν βιογραφίες προσωπικοτήτων του σινεμά.

Και μάλιστα, σκέφτηκα, με το πέρας της ταινίας, πόσο σπουδαίο θα είναι να γνωρίσουμε και άλλες παγκόσμιες μορφές των τεχνών με την ίδια αντικειμενική κινηματογράφηση, το ίδιο απίθανο στιλ παρουσίασης.

 

Όταν η κόρη του Όρσον Γουελς, η 60χρονη Ρεμπέκα αποφασίζει να φέρει για πρώτη φορά στο φως τα αρχεία του πατέρα της, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγχρόνους ντοκιμαντερίστες, ο βραβευμένος, Ιρλανδός σκηνοθέτης Μαρκ Κάζινς αποδέχεται την πρόκληση να προσεγγίσει τον δημιουργό μέσα από πτυχές που είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Στην πορεία καταλήγει σε λατρευτικό φόρο τιμής που εισχωρεί στο μυαλό μιας ιδιοφυίας και καταφέρνει να μας πείσει να τον αντικρίσουμε με αλλά μάτια

Τα εκατοντάδες σκίτσα, που έφτιαχνε από πιτσιρικάς, αλλά και οι ζωγραφικές που άφησε ο Όρσον Γουέλς είναι οι μικροί ιχνηλάτες που μας οδηγούν στα μεγάλα και τα τρανά επιτεύγματα του στον χώρο του σινεμά. Με το φάρο του «Πολίτη Κέιν» να αναβοσβήνει στην βιογραφική χαρτογράφηση του ντοκιμαντέρ, ο Κάζινς ψύχραιμα και με μεράκι παίρνει τους διεθνείς δρόμους του μεγάλου ηθοποιού και σκηνοθέτη, από την γενέτειρα του, την Κενόσα του Γουισκόνσιν σε Ιρλανδία, Παρίσι, Ισπανία και πάλι Αριζόνα. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη των δραματουργικών μελιστάλαχτων αναφορών, αλλά του διεισδυτικού, εμπεριστατωμένου ψαξίματος, που μετασχηματίζει το απλό ντοκιμαντέρ έρευνας σε σπουδή.    

Άπασες οι μεγάλες ταινίες του Γουέλς παρούσες συστήνονται εν μέσω σκέψεων στον φακό του Κάζινς και το εφεύρημα να ρωτάει τον ηθοποιό σαν να βρίσκεται ακριβώς δίπλα του, κι εκείνος να απαντάει καταδεικνύοντας τα επιτεύγματα του, ε… είναι καταπληκτικό!

Καλή έρευνα, πλούσιο υλικό και το αποτέλεσμα άψογο.     

«Προσευχήσου Πριν Πεθάνεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(A Prayer Before Dawn)

 

  • Είδος: Δραματική περιπέτεια
  • Παραγωγή: Αγγλία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ζαν-Στεφάν Σοβέρ
  • Με τους: Τζο Κόουλ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Odeon

Στον βίαιο και άγριο κόσμο των φυλακών της Ταϊλάνδης, ο μικρός αδελφός Τζον, της οικογένειας Σέλμπι των τηλεοπτικών «Peaky Blinders», δίνει ερμηνεία ζωής ως μποξέρ Μπίλι Μουρ. Ιστορία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εξαιρετικά φιλμαρισμένη από τον Γάλλο Ζαν-Στεφάν Σοβέρ.

Αν ο αδίστακτος, Ρώσος φυλακόβιος, μαχητής Μπόικα είναι η mainstream επιλογή σας στο είδος, τότε ο εκρηκτικός Μπίλι Μουρ είναι η σινεφίλ πρόταση.

Η ταινία βασίζεται στην πραγματική και σοκαριστική ιστορία του ερασιτέχνη μποξέρ Μπίλι Μουρ (Τζο Κόουλ – πολύ καλός!) που εξέτισε την ποινή των τριών χρόνων στις πιο κακόφημες φυλακές της Ταϊλάνδης όταν συνελήφθη για διακίνηση κλεμμένων αγαθών, όπλων και για την υποψία κατοχής ναρκωτικών.

Αρνούμενος να πεθάνει στη φυλακή, ο Μπίλι και ενώ όλα γύρω του άγνωστα, ακαταλαβίστικα λόγω της γλώσσας και ανατριχιαστικά (βιασμοί, μαχαιρώματα, απειλές, ναρκωτικά, συμμορίες) θα αρχίσει να εκπαιδεύεται στη φονική, πολεμική τέχνη Μουάι Τάι, μια διαδικασία που θα τον κάνει να ανακαλύψει την έννοια της φιλίας, σε ένα απίστευτο ταξίδι προς τη λύτρωση μέσα από τη γήινη κόλαση.

Με μοναδικό επαγγελματία ηθοποιό τον νεαρό, Άγγλο δυναμίτη Τζον Κόουλ και τον Βιθάγια Πάνσριγκαρμ (υποδύεται τον διευθυντή των φυλακών), ο 49χρονος, Γάλλος μικρομηκάς και ντοκιμαντερίστας Ζαν-Στεφάν Σοβέρ στην δεύτερη του ταινία ορμάει ξανά στο βασίλειο της ανθρώπινης πτώσης και κινηματογραφεί ένα ψιλοαλάνι Ευρωπαίο στο χάσιμο του εγκλεισμού του στο πιο απάνθρωπο, σωφρονιστικό ίδρυμα της Ταϊλάνδης .

Οι υπόλοιποι που συμμετέχουν στην ταινία του Σοβέρ είναι ερασιτέχνες πρώην κατάδικοι φυλακών, όπως και ο χώρος των γυρισμάτων είναι μια πρώην, εγκαταλειμμένη φυλακή της ασιατικής χώρας. Πειστικός, ρεαλιστικός μέχρι ανατριχίλας, βίαιος έως διακοπής της ανάσας, όλο το περιβάλλον είναι περίτεχνα φτιαγμένο από τον σκηνοθέτη για να αποδώσει την δολοφονική σκοταδίλα παρόμοιων χώρων, αλλά και την ανθρώπινη δύναμη για επιβίωση.

Με το νευρικό σύστημα της ταινίας βαλμένο στην τεχνική του ντοκιμαντέρ, ενώ δεν είναι ντοκιμαντέρ, η κάμερα κινείται συνεχώς, σαν το βλέμμα ενός κρατούμενου που είναι σε εγρήγορση – και όπου χρειάζεται η κίνηση παίζει χειροκίνητα δίχως να κουράζει -, αντάμα με την απίθανα κλειστή φωτογράφιση του Ντέιβιντ Ουνγκάρο και την πολύ καλή μουσική του Νίκολας Μπέκερ μπαίνεις στο θέμα με την μια και το ζεις. Η ερμηνεία του Τζον Κόουλ, με τις στροφές ανεβασμένες στο κόκκινο, πετυχαίνει το ζητούμενο της πραγματικής ιστορίας του Μπίλι Μουρ, αλλά και στα ψυχολογικά κενά αέρος του ήρωα τα καταφέρνει περίφημα.

Οι σκηνές μάχης σώμα με σώμα αληθοφανέστατες (δούλεψε πολύ πάνω σε αυτό Κόουλ), άνευ των υπερβολικών ηχητικών εφέ, που οι γροθιές και οι κλωτσιές σε θόρυβο στο ανθρώπινο σώμα μοιάζουν σαν να πετάς από ψηλά σακιά με κρεμμύδια σε μάρμαρο. Αν και η ταινία άργησε να έρθει στην χώρα μας, οι λάτρεις του είδους των πολεμικών τεχνών θα έχουν και το σινεφίλ άλλοθι τους.      

«Κλέφτες Καταστημάτων»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Shoplifters / Manbiki Kazoku)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Σακούρα Αντο, Λίλι Φράνκι, Μάγκου Ματσουόκα, Τζίο Καΐρι
  • Διάρκεια: 121’
  • Διανομή: One From the Heart
  • Διακρίσεις: Χρυσός Φοίνικας 71ου Φεστιβάλ Κανών 2018

Ο βραβευμένος, Ιάπωνας σκηνοθέτης της ταινίας «Πατέρας και Γιός», Χιροκάζου Κόρε-Εντα κάνει το θαύμα του και μετατρέπει τον δραματικό ρεαλισμό σε ένα υπέροχο, τσουχτερό παραμύθι, όπου σε αφήνει να εγκαταλείψεις την σκοτεινή, κινηματογραφική αίθουσα γεμάτος συναίσθημα, χρώμα, εικόνες, σκέψεις. Ένα άγνωστο μα υπαρκτό, παραβατικό σύμπαν, σίγουρα από πολλούς κατακριτέο, στον φακό του Κόρε-Έντα μετατρέπεται σε μεγαλείο, σε σπουδή ανθρωπιάς και ελευθερίας.

Το βασίλειο της οικογένειας του Πίτερ Παν ζει και δρα ανάμεσα μας, ενώ η Χώρα του Πουθενά απέχει μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι μας. Χωρίς μαγικές λέξεις, δίχως χρυσόσκονη και παλαμάκια, αλλά με δαίμονες που είναι άγγελοι και αγγέλους που είναι δαίμονες να πρωταγωνιστούν στα κλιμακωτά επίπεδα της αδίστακτης, σύγχρονης ζωής όχι πάντα νοικοκυρεμένα, σίγουρα όμως ξέγνοιαστα, ελεύθερα.    

Είναι από τις ταινίες που στην αφήγηση της πρέπει να φανώ προσεκτικός ώστε ο θεατής να απολαύσει μέτρο μέτρο την ακολουθία των γεγονότων, ρουφώντας την κάθε στιγμή ανεπηρέαστα. Έτσι, λοιπόν, απλά αναφέρουμε, ότι βρισκόμαστε στο σημερινό Τόκιο και έπειτα από μια ακόμα εξόρμηση άλλης μιας μικροκλοπής σε κατάστημα για τα μικροπράγματα της ημέρας, ο Οσάμου (Λίλι Φράνκι – καταπληκτικός) και ο προέφηβος γιος του Σότα (Τζίο Καΐρι – απίθανος ο πιτσιρικάς) συναντούν την μικρούλα Ριν, μόνη στο παγωμένο βράδυ.

Αρχικά αποφασίζουν να την επιστρέψουν στους γονείς της, αλλά η σύζυγος του Οσάμου, η Νομπούγιο (Σακούρα Άντο – πολύ καλή), βλέποντας τα σημάδια κακοποίησης στο σώμα της μικρής και κρυφά έναν τρελό καυγά των γονιών της, συμφωνεί να αναλάβουν την φροντίδα της, αφού καταλαβαίνει ότι έχει περάσει μεγάλες δυσκολίες. Κουρεύουν τα μαλλιά της, καίνε τα παλιά της ρούχα, αλλάζουν το όνομα της, προσφέροντας στο κοριτσάκι μια καινούργια ζωή σε ένα σπίτι που γίνεται ανακατεμένος ο ερχόμενος από σαβούρες και λογής άχρηστα πράγματα.

Αν και η οικογένεια είναι μια χούφτα φτωχοδιάβολων, που ίσα-ίσα τα βγάζουν πέρα με τις δουλειές τους και τις μικροκλοπές στα καταστήματα, αλλά και την γιαγιά να μένει μαζί τους (η βετεράνος ηθοποιός Κιρίν Κίκι είναι μεγαλείο, η οποία έφυγε από την ζωή μετά την βράβευση της ταινίας στις Κάνες) μοιάζουν να ζουν ευτυχισμένοι σε αυτό το περιβάλλον, μέχρι που ένα απρόβλεπτο γεγονός αποκαλύπτει κρυμμένα μυστικά και βάζει σε κίνδυνο τους δεσμούς που τους ενώνουν.

 

Μοναδικός, εκπληκτικός ο Χιροκάζου Κόρε-Εντα με την ματιά στραμμένη στους θεσμούς της οικογένειας τοποθετημένη ως σύνολο στο τοξικό υπογάστριο της παγκόσμιας, οικονομικής κρίσης, σε έναν αληθοφανές, σκληρό κοινωνικό διάκοσμο στήνει παραμυθένιες στιγμές με συγκλονιστικές ερμηνείες και μαγευτική φωτογραφία, μιλώντας για τον άνθρωπο, τα λάθη του, αλλά και για την αγάπη, την κατανόηση, τον έρωτα και την θυσία.

Η αφηγηματική του μάγου Κόρε-Εντα, ως γνήσιου εκφραστή του υπέροχου ιαπωνικού, σίντο σινεμά κρατάει σταθερά και ακλόνητα το ασημένιο νήμα επαφής στον αισθησιασμό του Οσίμα, αλλά και στην ονειροβασία του Κουροσάβα, προσφέροντας στον θεατή μια υπέροχη ταινία, εμπλουτισμένη από το προσωπικό, ιδιαίτερο πνεύμα του. Αισιόδοξη όσο δεν παίρνει. Ανθρώπινη όσο δεν περιγράφεται. Παραμυθένια με το παραπάνω.

Κερδίζει τον φετινό Χρυσό Φοίνικα (από τις ελάχιστες βραβεύσεις του θεσμού που συμφωνώ) και ο σκηνοθέτης Ντενί Βιλνέβ, μέλος της κριτικής επιτροπής, δηλώνει απερίφραστα, ότι η απόφαση για τον νικητή ήταν απόλυτα ομόφωνη, συμπληρώνοντας γοητευμένος: «η θέαση της ταινίας ήταν μια βαθιά συναισθηματική εμπειρία». Η δε Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, η ηθοποιός Κέιτ Μπλάνσετ, είπε: «Μας παρέσυρε εντελώς η ταινία, το πόσο οι ερμηνείες ακολουθούν αβίαστα το σκηνοθετικό όραμα».

Ταινία, που την απολαμβάνεις στο σινεμά με την καρδιά σου και το μειδίαμα ευφορίας παραμένει τόξο στο πρόσωπο για αρκετή ώρα μετά.

«Ανατολικογερμανοί έφηβοι επαναστατούν, ποίηση και μποξ στα άκρα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ιεροφάντης των εσωτερικών Αρχών, ο Αυστραλός σκηνοθέτης Πίτερ Γουίαρ, το 1989 πρόσφερε γενναιόδωρα στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό την ταινία «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».  Οι θεατές εκείνης της εποχής με το πέρας της προβολής αναφώνησαν δακρυσμένοι: «Τι, καταπληκτική ταινία για την εκπαίδευση!», «Έτσι, πρέπει να μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά μας», συμπλήρωσαν, φευγαλέα κάποιοι γονείς του «πολιτικού ορθού» γίγνεσθαι.

Το αστείο είναι, πως ο Γουίαρ δεν έφτιαξε μια ταινία για την εκπαίδευση, μηδέ για τους «ψαγμένους» γονείς που αναζητούν το σούπερ σύστημα εκπαίδευσης για τα βλαστάρια τους. Κι αν θα έπρεπε κάποιοι να προβληματιστούν σοβαρά αυτοί κανονικά θα είναι οι γονείς και όχι οι εκπαιδευτικοί.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης ζωγράφισε τον άνθρωπο στο πλατύσκαλο της πνευματικής του νεότητας και με την επιλογή της καθαρής οδού, αυτής της απαλλαγμένης από πεποιθήσεις, μπορεί η προσωπικότητα ελευθέρως να αναδειχθεί, φανερώνοντας το αήττητο μέγεθος της απέναντι στο σύστημα. Κανονικά η ταινία σε άλλα σκληρά, πολιτικά καθεστώτα θα έπρεπε να απαγορευτεί και ο Γουίαρ να περάσει από σωκρατική δίκη γιατί σπέρνει καινά δαιμόνια στις «αθώες», νεανικές ψυχές. Όλοι όμως είδαν μια ταινία για το εκπαιδευτικό σύστημα. Τι ατυχία, ρε γαμώτο…

Η κρυφή και καλά προστατευμένη αμερικανική διανόηση, αυτοί οι ελάχιστοι και αφανείς λόγιοι του αμερικανικού έθνους, προφύλαξαν την ταινία, όπως κράτησαν ασφαλή και την ταινία του Ματ Ρος «Captain Fantastic» το 2016, με τον Βίγκο Μόρντενσεν. Και στις δυο ταινίες οι βασικοί πρωταγωνιστές, αυτοί που φέρνουν τα πάνω κάτω στο σύστημα της φορμόλης και της χειραγώγησης είναι οι έφηβοι. Εκεί είναι το παιχνίδι όλο, στην νεότητα, στον μπαξέ του κάθε έθνους. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα δεξιόθεν και τα αριστερόθεν, στήριξαν όλο το μηδενιστικό τους σχέδιο στα κρίνα των χωρών τους, στους νεολαίους.

Η αρχή της φιλοσοφίας (κι όταν εννοώ φιλοσοφική σκέψη μόνο τους αρχαίους παππούδες μας έχω μπροστά μου), εκτός του θέματος του θανάτου, αναπτύσσει ασφαλώς την ανθρώπινη πρόοδο ακριβώς στο σημείο του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε μέλλον παρά μόνο παρών. Άλλωστε η ανθρωπότητα κινείται στις πλευρές της μνήμης και του μέλλοντος και πουθενά αλλού. Ό,τι συμβαίνει στο πλανήτη κρίνεται στο μετά. Το παρών είναι η δράση της κοινωνίας, δηλαδή εμείς και τα όποια έργα μας που θα «συζητηθούν» στο μέλλον της ανθρωπότητας.

Η κάθε νεολαία είναι το τώρα. Και ο καθηγητής (Τζον Κίτινγκ, λογοπαίγνιο το όνομα του) συστήνεται στους έφηβους μαθητές του, δια μέσω του παρελθόντος, στημένος στην βιτρίνα με τα αθλητικά τρόπαια και τους πεθαμένους αθλητές του κολλεγίου, προβάλλοντας τον θάνατο, ψιθυρίζοντας τελετουργικά στα ώτα τους το λατινογενές «carpe diem» (seize the day: άδραξε την μέρα). Ο επικούρειος καθηγητής προσφέρει στους μαθητές την τέχνη της ζωή στους νεολαίους του μέσα από το ανθρώπινο τέλος.

Είναι αλήθεια, ότι κάποιο ποσοστό των σημερινών νέων της χώρας μας, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου συμβαίνει, είναι αμόρφωτο και «αιχμαλωτισμένο» στην επιρροή της συστημικής προπαγάνδας, ακολουθώντας σχεδόν πειθήνια, οτιδήποτε του σερβίρουν σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να τρώγεται εύπεπτα και να δουλεύει το σύστημα όπως εκείνο έχει σχεδιάσει. Υπάρχει όμως και ένα αντίστοιχου μεγέθους και δυναμικής ποσοστό νεολαίων μορφωμένο, αηδιασμένο που δεν ψωνίζει φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, αλλά αντιδρά και ενίοτε δείχνει άφοβα το μπόι του στον γεμάτο φωτιές δαιμονικό δράκο.

Αυτοί οι σημερινοί, νέοι πολίτες που διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας μας αντέδρασαν όχι για πολιτικό-οικονομικούς λόγους, αλλά για ιστορικούς. Έκπληξη! Γιατί διαβάζουν, γνωρίζουν, κατανοούν, απορρίπτουν τα άχυρα, διαθέτουν λόγο και θέση στην πορεία της πατρίδας τους, κι έτσι πρέπει. Δεν είναι αμέτοχοι, μηδέ παραγκωνισμένοι επειδή είναι ανήλικοι. Κι ήρθε το σύστημα της εξουσίας με μπροστάρηδες τους δασκάλους-εκπαιδευτές (ώιμε!) να τους επιπλήξουν, να τους φιμώσουν, να τους τιμωρήσουν, να τους κολλήσουν ταμπέλες για να διαβάζουν πιο καλά τα έτερα, ενήλικα δίποδα τα ευανάγνωστα και κατανοητά: «φασίστες», «εθνικόφρονες», «ταραξίες».

Δεν γνωρίζουν όμως, ότι το αυθόρμητο, το προερχόμενο εκ της νεανικής ψυχής είναι άδολο, ευγενικό και συνοδεύεται από δέος και ορμή ανυπολόγιστης αόρατης δύναμης. Όπως των μαθητών στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», όπως των πολυάριθμων τέκνων του «Captain Fantastic», όπως των γερμανόπουλων στην πραγματική ιστορία της ταινίας «Η Σιωπηλή Επανάσταση».

Όταν χρησιμοποιείς βία για το δίκιο σου, τότε το κράτος είναι ο σύμμαχος σου. Δεν το πολεμάς αλλά το δυναμώνεις. Σπείρε προβληματισμό, πανικό και φόβο, όπως οι αρχαίοι πρόγονοι σου… με την αλάθητη και κυρίαρχη γνώση! Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός εφιάλτης τους…

«Η Σιωπηλή Επανάσταση»

(Das Schweigende Klassenzimmer / The Silent Revolution)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
  • Με τους: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμενς Γιόνας Ντάσλερ, Μπούρχαρτ Κλάουσνερ, Λένα Κλένκε
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Seven Films

Στην διαταραγμένη και κοινωνικό-πολιτικά και οικονομικά διαλυμένη χώρα, όπως ήταν η μεταπολεμική Γερμανία, μια ιστορία με έφηβους, Γερμανούς μαθητές έρχεται να δώσει πολύχρωμη πινελιά στο μουντό κινηματογραφικό τοπίο.

Να ξεκαθαρίσουμε, όμως, πως οτιδήποτε διαδραματίζεται στην υπόθεση αφορά την πέρα του «τείχους» ζωή, εκεί, στην πλευρά της λεγόμενης ανατολικής Γερμανίας, στο κομμάτι, που διαφέντευε το ίδιο τυραννικά όπως και οι ναζί, η σοβιετική ζώνη επικράτειας.

Ήταν τέτοιο το πλήγμα του διαμελισμού της χώρας το 1949, κατόπιν της απόφασης της Φολκσκάμερ, που ο λαός δεν ήξερε τελικά ποια τραύματα να θεραπεύσει. Το ό,τι έχασαν τον πόλεμο μέσα από τα χέρια τους και όλη η αίγλη και η εξουσία του Γ΄ Ράιχ αποκαλύφθηκε ως ύψιστου μεγέθους κτηνωδία ή το ό,τι αδέλφια και συγγενείς διαμοιράστηκαν από την ρωσική αρκούδα και τον αμερικανικό κογιότο πίσω και μπρός μιας αισχρής γραμμής;

Το χιτλερικό παρελθόν είναι ακόμα νωπό στην ιστορία, καθώς η χρονική περίοδος της ταινίας ορίζεται το 1956 με την εξέγερση της Ουγγαρίας ενάντια στην σοβιετική εισβολή, οι δε μνήμες του 2ου μεγάλου πολέμου ζωντανές και ο θυμός, η οργή, αλά και η υπερηφάνεια, ότι ο σοσιαλισμός είναι καλύτερος από τον καπιταλισμό (βλέπε Χίτλερ), ειδικά στις αντιλήψεις των νέων, ανεβάζουν το ενδιαφέρον στον κοίλο, πορφυρό λόφο των εκρήξεων.

Οι Σοβιετικοί εισβολείς στο δικό τους έδαφος συναγωνίζονται σε τρόμο και βαναυσότητα τους ναζί, επιβάλλοντας με σκληρότητα στους ανατολικογερμανούς την παύση της όποιας ελεύθερης έκφρασης και της όποιας σκέψης που αντιτίθεται στα σοβιετικά ιδεώδη της σκαλοβοποίησης. Και λογικό είναι, καθώς το κάθε τι που έχει σχέση με τους Ες Ες, τον Χίτλερ και την ναζιστική κυριαρχία είναι κολάσιμο έως προδοτικό.

Η αντίθεση όμως καταφθάνει από τους αλογάριαστους μαθητές ενός καλού γερμανικού σχολείου, που λειτουργεί στα πρότυπα του υπαρκτού σοσιαλισμού (διαβαστεροί έφηβοι με άποψη και δυναμισμό, τα ακατανίκητα αυριανά μυαλά), σε προνομιακή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας, δημιουργώντας ρήγμα και αναστάτωση στο μεταλλικό σύστημα.

Για να μην ξεχνιόμαστε και γλυκαίνουμε χάπια που δεν καταπίνονται και να θυμόμαστε καλά, πως ακόμα και σήμερα η φανερή αλλά και η αθέατη νεαρή, ώριμη και ηλικιωμένη κοινωνία της ενωμένης πια Γερμανίας κοιμάται και ξυπνάει ενθουσιαστικά με το παρελθόν του Γ΄ Ράιχ. Ουδείς Γερμανός ξεχνά το πρόσφατο, «ένδοξο» παρελθόν του και μάλιστα θα ήθελε να το ξαναζήσει τα μάλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ε, εδώ που λέμε μεταξύ μας δεν είναι και λίγο από αυτοκράτωρ και δυνάστης του κόσμου να καταλήξεις δούλος και τσανακογλύφτης των Άγγλων και των Αμερικανών…

Εν ολίγοις, βρισκόμαστε στο 1956 στην Ανατολική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κινηματογράφο του Δυτικού Βερολίνου (ακόμα τα πήγαινε έλα είχαν μια ελαστικότητα), ο Τέο (ο νεαρός Λέοναρντ Σάιχερ πολύ καλός) και ο Κουρτ (επίσης πολύ καλός και ο νεαρός Τομ Γκράμενς), μαθητές λυκείου και φίλοι, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εικόνες από τα τραγικά γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την ουγγρική εξέγερση στη Βουδαπέστη (στις 22 Οκτωβρίου του 1956, φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης συνέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας απαιτούσαν ελευθερία του τύπου, ελευθερία της έκφρασης, εθνική ανεξαρτησία, ελεύθερες εκλογές και απομάκρυνση της ρωσικής παρουσίας από τη χώρα).

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά τους, την πόλη πρότυπο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίζουν όλοι οι μαθητές να κρατήσουν δύο λεπτών σιγή κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τα θύματα της εξέγερσης. Η ενέργειά τους αυτή, όμως, προκαλεί πολύ μεγαλύτερη αναταραχή από την αναμενόμενη.

Αρχικά, ο διευθυντής προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά των μαθητών ως καπρίτσιο της ηλικίας τους. Οι μαθητές, όμως, τελικά δεν αργούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης των πολιτικών μηχανισμών της νεοσύστατης χώρας. Αν και έξυπνα σκεπτόμενα οι έφηβοι, για να μην δημιουργήσουν πρόβλημα στο μέλλον τους και στο σχολείο, αποφάσισαν να δηλώσουν, ότι η δίλεπτη σιωπή τους ήταν αθλητικού ενδιαφέροντος και αφορούσε την απώλεια του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή Φέρεντς Πούσκας (μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού). Ο ορφανός συμμαθητής τους, ο Έρικ (Γιόνας Ντάσλερ, κ-α-τ α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς !!!), με πατέρα αντιναζί ήρωα, ταγμένο στο σοβιετικό όραμα της εργατικής κυριαρχίας που εκτελέστηκε από συμπατριώτες του στον πόλεμο, διαφωνεί με την όλη στάση των συμμαθητών του και γίνεται ο καταλύτης για να δημιουργηθούν οι ανατροπές.

Ο υπουργός παιδείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μπούρχαρτ Κλάουσνερ  – πολύ καλός) αναλαμβάνει προσωπικώς το θέμα και καταδικάζει την κίνηση των μαθητών ως ξεκάθαρα αντεπαναστατική. Απαιτεί δε να βρεθεί και να κατονομαστεί ο υποκινητής, εκείνος που ηγήθηκε της ενέργειας μέσα σε μια βδομάδα, αλλιώς θα αποβάλει όλη την τάξη και θα στερήσει το δικαίωμα στους καλούς μαθητές να δώσουν εξετάσεις στις ανώτατες σχολές της χώρας.

Οι μαθητές, που ο καθένας έχει την προσωπική, οικογενειακή του ιστορία, αποφασίζουν να μείνουν ενωμένοι, να μην γίνουν «καρφιά» και να υποστηρίξουν την επιλογή τους. Αυτή τους η απόφαση θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα…

Ο 45χρονος, Γερμανός σκηνοθέτης Λαρς Κράουμε, γεννημένος στην Ιταλία και μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, γνωστός στο ελληνικό κοινό από την προ τριετίας ταινίας του «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα», στήριξε το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο, στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα. Όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται η πλοκή συνέβησαν, είναι αληθινά και στο τέλος, μάλιστα, οι φωτογραφίες των πραγματικών, έφηβων πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης φιγουράρουν στο μεγάλο πανί.

Πέρα από αυτό, ο Κράουμε συνδιαλέγεται με τραύματα και ανοιχτές πληγές ης χώρας του, έχοντας ως ήρωες νέους, όπου η οπτική τους είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη και ανιδιοτελής από αυτή των ενηλίκων. Υπ΄ όψιν, οι μαθητές δεν είναι εχθροί του συστήματος. Και εδώ είναι το πασπαρτού για να ανοίξει όλες τις θύρες των μυστικών ενός λαού που τραμπαλίζεται στην ύβρη, στην ανάγκη να προχωρήσει παρακάτω και στην επιθυμία για ελευθερία.

Ο σκηνοθετικός του άξονας είναι καλά στερεωμένος στην νεανική ορμή, που σαφώς εκπορεύεται από το γνωσιακό επίπεδο και την μόρφωση των εφήβων. Το ναζιστικό παρελθόν των αποδώ κατοίκων είναι απαγορευτικό, κάτι που στερεί την επαφή στους νεαρούς Γερμανούς με την ιστορία τους.  Ήρωες και προδότες  του πολέμου λαμβάνουν τοτεμική αξία, οπότε η λατρεία και η απέχθεια στήνουν τους στρατούς τους στις νεανικές συνειδήσεις. Αν και πολίτες της ανατολικής πλευράς δεν παύει να είναι Γερμανοί και σκεπτόμενοι. Άλλωστε η πόλη που διαμένουν οι νέοι μαθητές είναι το Στάλινσταντ του 1956, που σημαίνει πως το τείχος δεν είχε χτιστεί ακόμα. Για πολύ κόσμο υπήρχε η πίστη και η ελπίδα πως ο σοσιαλισμός ήταν μια ανώτερη μορφή κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό μετά το τείχος.

Στιβαρή σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα η μυθοπλασία της με δραματικές στιγμές έντεχνα πλασαρισμένες, άριστα αποτυπωμένη η ιστορική περίοδος με υπέροχη ατμόσφαιρα, εκπληκτικές ερμηνείες, και ένα φινάλε που σε πολλούς θα θυμίσει, vice versa, την ταινία του Πίτερ Γουίαρ «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».

Κλείνω τον διάδρομο της κρίσης ως προς την αντικειμενικότητα της καταγραφής των δυο πλευρών η οποία είναι ελλιπής: Του τρομερού και φοβικού σοβιετικού καθεστώτος και αυτού του ναζιστικού με την πλάστιγγα να γέρνει εμφανώς υπέρ των Γερμανών. Μόνο ο σύντροφος υπουργός παιδείας εκφράζει ένα μίσος για τους ναζί, λόγω των βασανιστηρίων του ίδιου και της οικογένειας του από τα Ες Ες… oh, captain my captain!             

«Κριντ ΙΙ»

(Creed II)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζ.
  • Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμπσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Φλόριαν Μουντεάνου, Γουντ Χάρις, Φιλίσια Ρασάντ, Άντριου Γαρντ, Μπριγκίτε Νίλσεν, Ράσελ Χόρνσμπι.
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Tanweer

Για τους παλαιότερους του μπαλπμοϊκού έπους οι μνήμες βγήκαν σεργιάνι στο sequel και κάθισαν σε καλό στέκι για να μαζέψουν λίγη, καλή νοσταλγία. Δυο πρόσωπα από το «βαθύ» παρελθόν του Ρόκι (Ντολφ Λούντγκρεν και Μπριγκίτε Νίλσεν) μαζί με κάποια καλά σε διάρκεια μέτρα από τον γνωστό, μουσικό θούριο του Μπιλ Κόντι «Gonna Fly Now», σήμα κατατεθέν της οθονικής πολυλογίας του Ρόκι, πιθανώς να γεμίσουν με υγρασία τα οφθαλμικά ζεύγη διαφόρων γκριζομάλληδων. Για τους νεότερους τώρα, που απλά, απόλαυσαν τους άθλους του θρυλικού Μπαλμπόα στο σπιτικό dvd τους και βρήκαν στέγη και κατανόηση στον απόγονο Κριντ, το σίγουρο είναι, ότι στα 130 λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία θα περάσουν φίνα.

Ο Ρόκι δεν δέρνει, ρίχνει μόνο φονικά βλέμματα στον Ντράγκο. Δέρνει όμως ο Κριντ, κι όταν έρχεται η ώρα να δικαιώσει τον μπαμπά Απόλο, που έπεσε νεκρός, τότε στο «Ρόκι 4», στο ρινγκ από το γροθίδι της σοβιετικής μηχανικής θανάτου, τρώει της χρονιάς του από τον γιο του Ιβάν Ντράγκο, τον τερατώδη Βίκτορ. Και ο Βίκτορ με την σειρά του θέλει να δικαιώσει τον πατέρα Ντράγκο, που έφαγε και εκείνος της χρονιάς του από τον Ρόκι, εντός σοβιετικής έδρας, παρουσία του Γ. Γ. του κόμματος, Γκορμπατσόφ (ήταν εξαιρετικός ο σωσίας).

Η ζωή έχει γίνει ένας διαρκής αγώνας ισορροπίας για τον πρωταθλητή Άντοναϊς Κρίντ (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν – καλός). Εν μέσω προσωπικών υποχρεώσεων, ενός αρραβώνα με την καλή του Μπιάνκα (Τέσα Τόμπσον – καλή) και προπόνησης με τον Μπαλμπόα (Συλβέστερ Σταλόνε – καλός, αλλά ούτε σφαλιάρα δεν ρίχνει στην ταινία) για τον επόμενο μεγάλο αγώνα του, βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Αυτή τη φορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο ρινγκ έναν αντίπαλο που έχει βλάψει την οικογένεια του. Ο θηριώδης, Ρώσος σκοτώστρας Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντεάνου – καλός) γιός του Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν – σταθερή αξία του ψυχρού, κακού και αγέλαστου), προκαλεί τον Κριντ σε έναν αγώνα για τον τίτλο.

Ο Κριντ απομακρύνει τον Ρόκι Μπαλμπόα από δίπλα του γιατί τον αποθαρρύνει στο να αγωνιστεί με ένα μποξέρ που είναι μεγαλωμένος στο μίσος. Στον αγώνα ο Ρώσος Βίκτορ κάνει τον πρωταθλητή ακόμα πιο μαύρο απ΄ ότι είναι από το ξύλο, στέλνοντας τον στο νοσοκομείο σκόρπιο. Ο Κριντ γίνεται πατέρας και με πληγωμένη την υπερηφάνεια που δεν τίμησε τον πατέρα του Απόλο ξαναφέρνει τον Μπαλμπόα κοντά του για να τον «φτιάξει» με σπαρτιάτικες μεθόδους, ώστε κερδίσει την επαναληπτική μάχη.

 

Ο νεότατος σε ηλικία, Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Κέιπλ Τζ, μόλις 30 χρόνων, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σηκώνει ένα ιστορικό βάρος από τον χώρο της κινηματογραφικής πυγμαχίας, μαζί και έναν ηθοποιό θρύλο, όπως ο Σλάι (στην πρώτη ταινία κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου, και προτάθηκε για Όσκαρ). Στήνει το sequel του «Κριντ» και τα πάει περίφημα. Η ταινία έχει ότι απαιτεί το genre, μαζί με την εξαίσια R&B μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον. Το τραγούδι «Midnight», ερμηνευμένο από την Τέσα Τόμπσον (παίζει και μια χαρά το ρόλο της Μπιάνκα), είναι μεγαλείο. Επίσης, η ταινία έχει ό,τι ποθεί ο «προπονημένος» στο είδος θεατής. Καλές σκηνές πυγμαχίας, αίμα, κορμιά αγάλματα, κοιλιακούς φέτες, ένταση, το σορτσάκι αστερόεσσα, έρωτα, διδάγματα, μελό τραβηγμένο από τα ώτα, νοσταλγία, σύγχρονη, σκληρή, αμερικανική προπαγάνδα σε σενάριο του Τζούελ Τέιλορ και του Σιλβέστερ Σταλόνε.

Ο  Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στον ρόλο του Άντοναϊ Κριντ, είναι αυτός που μου είχε κάνει εντύπωση στον μαρβελικό «Black Panther» ως ο αδικημένος διεκδικητής για τον θρόνο στο βασίλειο της Γουακάντα. Ο Σλάι πια σε αυτόν τον ρόλο έχει πλήρως μεταμορφωθεί σε ήρεμο Μίκι (για τους νεότερους είναι ο ηλικιωμένος, σοφός προπονητής του Ρόκι, που τον ερμήνευε ο αείμνηστος Μπέρτζες Μέρεντιθ). Σε μια μίξη από Ρόκι 2, 3 και 4, το Κριντ δεν σε κοροϊδεύει και τα χρήματα σου δεν είναι για πέταμα. Το γράψαμε…. για τους funs του genre και τους νοσταλγούς του Ρόκι!     

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

(The Happy Prince)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’

Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Ρομπέν των Δασών»

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες».

Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα. 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ  «Ο Δρόμος Μας», των:  Κώστα Σταματόπουλου, Σήφη Στάμου, Παυλίνα Αγαλιανού με την ιστορία των 100 χρόνων του ΚΚΕ (New Star)