fbpx

«The Dirt: Η Rock Ταινία της Δεκαετίας;», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Forget Bohemian Rhapsody

Η ταινία «The Dirt», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο-βιογραφία των Motley Crue, είναι ένα rockmovie που τα σπάει και ανεβάζει αρκετά την μπάρα για τις μελλοντικές ταινίες αναλόγου περιεχομένου. Ξεχάστε τη σαπουνόπερα-αγιογραφία, «Bohemian Rhapsody», ξεχάστε και το «Rockstar» με τον παπάρα τον Marky Mark (Wahlberg) να υποδύεται τον «ροκά».. fuck the Oscars, this is the real shit!

Να το πω αλλιώς: ενώ το «Bohemian Rhapsody» σου προσφέρεται με ένα «Ορίστε», συνοδευμένο με τσάϊ και μπισκοτάκια, το «The Dirt» σου λέει «Πάρ’ τα», πετώντας σου το τραπέζι στη μούρη, με συνοδεία σπασμένων μπουκαλιών μπύρας.

Ποτέ δε θα το περίμενα. Αν κάνω –και μοιραία κάνω- τη σύγκριση με το «Bohemian Rhapsody», τότε το «The Dirt» του πατάει το κεφάλι κάτω. Τη θεωρώ μια από τις καλύτερες “Rock” -εν γένει- ταινίες που έχω δει.

Και φαντάσου: οι Queen κι ιδιαίτερα ο Freddie είναι από τις μεγαλύτερες μουσικές μου αγάπες. Ποτέ δεν ήμουν σε τέτοια επίπεδα με τους Motley Crue (αναμφίβολα μεγάλη μπάντα στο είδος τους).

Εδώ όμως το αντίστοιχο προϊόν (η ταινία), είναι σαφώς ανώτερο.

Η ταινία κάνει απ’ το 1ο δευτερόλεπτο αυτό που υπόσχεται ο τίτλος της: βγάζει τα άπλυτα στη φόρα. Με καθηλωτικό τρόπο.

Ο θεατής μένει να βγάλει τις κρίσεις του πάνω σ’ αυτά που θα δει. Μπορεί να κρίνει τους ίδιους τους Motley Crue, μπορεί να γελάσει με το hard partying, να καταδικάσει διάφορα απ’ αυτά τα ξεφτιλίκια που έχουν κάνει, σαν κλόουνς από νουβέλα του Steven King – αλλά η ταινία τα δείχνει, δεν τα κρύβει.

Έχω διαβάσει το βιβλίο «The Dirt», όπως και το «The Heroin Diaries» του Nikki Sixx, που είναι καλύτερο βιβλίο και επίσης πηγή για το σενάριο της ταινίας.

Το casting, το σενάριο, οι ερμηνείες, με φέρανε σ’ εκείνη την μέθεξη του σινεφίλ, εκεί όπου ξεχνιέσαι και μπαίνεις μέσα. Οι ερμηνείες, οι κινήσεις, οι συμπεριφορές, όλοι οι ηθοποιοί μπήκαν στο πετσί.

Συγχαίρω τους συντελεστές της ταινίας για την .εχμ, «τίμια» δουλειά που κάνανε σε όλα: στην απεικόνιση της εποχής, στις τρέλες αλλά και στα πιο βαριά, ασήκωτα ζητήματα. Δεν κάνανε σκόντο, δεν στρογγυλέψανε (πολύ) τίποτα.

Tο «The Dirt» είναι από πολλές απόψεις η καλύτερη ροκ ταινία της δεκαετίας

«The Dirt» – «Τα χάλια»

Ναι, είμαι της άποψης ότι η ταινία θα άξιζε να βγει στις αίθουσες. Βέβαια, αν και στην Αμερική οι Motley Crue είναι μεγάλοι σταρς, η αξία και η αναγνωρισιμότητα του Freddie Mercury οπουδήποτε αλλού στον κόσμο είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη, δεν θα έφτανε ποτέ το νούμερο των εισιτηρίων.

Λυπάμαι που το διαπιστώνω: αν και αγαπώ το ‘παραδοσιακό’ σινεμά, (και πηγαίνω σινεμά), εδώ, με το «The Dirt» και με διάφορα άλλα καλούδια που έχουν κάνει, οι τύποι του Netflix χτυπάνε την αγορά αλύπητα. Νιώθω τα shockwaves που στέλνει αυτές εδώ τις στιγμές αυτή η ταινία στο στερημένο εν γένει –πάλι- ροκ κοινό.

Πρέπει οπωσδήποτε να προσθέσω άλλη μία πολύ-πολύ πρόσφατη ροκ, μέταλ, δυνατή ταινία, που βγήκε σε λίγες αίθουσες παγκοσμίως, το σκληρό, ρεαλιστικότατο θρίλερ «Lords of Chaos», που καταγράφει την παράνοια εκείνων των Σουηδών σατανιστών στα 90s, που καίγανε εκκλησίες, κάνανε δολοφονίες κ.α. 

Να προσθέσω στη λίστα με τις, λίγο-πολύ, ‘ροκ’ ταινίες που αξίζουν να ιδωθούν: το «Nowhere Boy», για τα νεανικά χρόνια του John Lennon.

Αν θέλετε να είσαστε το average κοινό, τότε μπορείτε να βολεύεστε με σούπες όπως το «Ray», το «Almost famous» κ.α. Ακόμη και το χλιαρό «Walk the line» με τον πολύ Joaquin Phoenix. Ή ψευτο-αρτίστικες σαχλαμάρες όπως το «I’m not there» για τον οπορτουνιστή ψευδοπροφήτη για πολλούς- Bob Dylan. Ή όλες τις άλλες ειδωλοποιητικές αγιογραφίες που βγαίνουν και που θα βγουν στο μέλλον: προβλέπω ήδη τις σούπες που θα βγουν στο μέλλον για τυπάκους όπως ο Bruce Springsteen.

Στο ψητό: οι ίδιοι οι Motley Crue, οι αληθινοί, (συμπαραγωγοί της ταινίας), είναι όσο καμένοι είναι διάφοροι τυχάρπαστοι που γίνανε και που γίνονται και σήμερα και οποτεδήποτε μεγάλοι σταρς, σ’ οποιοδήποτε είδος, (όπως κι αυτοί που μόλις προανέφερα).

Αυτά βλέπω εγώ στην ταινία: τις γουρουνιές και τις αλητείες που ονειρεύεται στ’ αλήθεια να κάνει –ατιμώρητα- ο μέσος αμερικάνος, ή αμερικανοθρεμμένος σε (υπο)κουλτούρα, όπως εμείς, εσείς, οι νεοέλληνες, για δεκαετίες.

Ο αμερικανοποιημένος, μεγαλωμένος με αμερικάνικες ταινίες να του καθορίζουν τα πρότυπα,  που θεοποιεί πατροπαράδοτα κλισέ τύπου «Sex & Drugs & Rock’n’Roll». Αυτός που θεοποίει, απλούστερα, τα πλούτη, την διασημότητα και ακόμη περισσότερο: τη μαγκιά του να μη σε αγγίζουν οι νόμοι όταν έχεις τα παραπάνω, (πλούτη, διασημότητα, μικρές ή μεγάλες εξουσίες.

Η ταινία δείχνει τις άσχημες, βρώμικες αλήθειες μιας εποχής που ενθάρρυνε -και συνεχίζει να ενθαρρύνει- τη διαφθορά, το hard partying, τον σεξισμό: τα advantages της δημοσιότητας. Στα κατάλληλα μάτια βέβαια. Και συγχρόνως: λειτουργεί και ως just entertainment. Μπορείς να δεις και την ωραία και την άσχημη αλήθεια.

Η υποδοχή του Τύπου στο «The Dirt» και τι προτάσσει ο Τύπος

Και βέβαια, ρίχνοντας μια ματιά στην υποδοχή του «συστημικού Τύπου», (τα διάφορα κέντρα ελέγχου όπως το Rolling Stone (φτου!), το Variety κλπ), τα reviews τους αδικούν το «The Dirt» με διάφορους τρόπους. Και αντιπροτείνουν ως καλές music biopics διάφορες σούπες, όπως αυτές που αναφέρω παραπάνω, και άλλες ακόμη χειρότερες.

ΟΚ, αναμενόμενο.

Το μήνυμα «Δες τα χάλια σου/μας» που είδα εγώ –όπως και ίσως πολλοί άλλοι- σε ταινίες όπως το «The Dirt» ή το «Lords of Chaos» δεν το βλέπει ο φλωράκος που φέρεται και γράφει ως μεγαλοσχήμων σε τέτοιου, μαζικού, προβατοποιητικού τύπου εκδόσεις που αποφασίζουν πριν απ’ το κοινό για το κοινό.

Tους έχω ζήσει για δεκαετίες, γράφοντας στα ίδια μεγάλα περιοδικά, δίπλα-δίπλα τα γραφεία μας, για χρόνια:

Έτσι είναι κι εδώ, σε «παράγκες» του τύπου της μικρής μας χώρας: λογιών-λογιών υπερφουσκωμένα τυπάκια με δήθεν άποψη, άσχετη με την πραγματικότητα όσο κι οι ίδιοι. (Υπάρχουν οι αντίστοιχοί τους σε κάθε χώρα!)

Προτάσσουν με συγκεκριμένους τρόπους τι είναι «πρωτοποριακό», «επαναστατικό», «εναλλακτικό», κ.ο.κ.

Το άμουσο punk πωλείται εδώ και δεκαετίες ως επαναστατικότητα, εναλλακτικότητα, απελευθέρωση και εναγκαλίζεται κυρίως από αγοράκια και κοριτσάκια πλουσίων προαστίων! Το άμουσο και υποκοσμικό hip-hop/rap επίσης πωλείται εδώ και δεκαετίες ως επαναστατικότητα, εναλλακτικότητα, απελευθέρωση: αυτό πια είναι κάτι που οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει, οποιοσδήποτε μπορεί να ραπάρει, δε συνιστά μουσική αυτό το μονότονο μπουρδολόγημα.

Βλέπεις είναι ευκολότερο να πεις «fuck all» παίζοντας κιθάρα χωρίς να ξέρεις κιθάρα, (punk), ή σκρατσάρωντας ένα δίσκο και μουρμουρίζοντας βλακείες –συνήθως- πάνω από μια λούπα, (hip-hop). Ή ένα sample.  Εδώ κι εκεί gay επαναστατικότητα, εναλλακτικότητα, απελευθέρωση, υπερφουσκώνοντας τύπους όπως ο Elton John.

ΟΚ babies, μην ανησυχείτε, σε λίγους μήνες θα βγει η ταινία για τον Elton. Θέλεις να μιλήσουμε για Elton John; Ωραία.

Βλέπεις; Λέω ‘Elton John. Τον ξέρεις. Ως celebrity. Πες μου ένα τραγούδι του. Δε βρίσκεις; Ε βέβαια, αφού οι περισσότεροι που γράφουν γι’ αυτόν ούτε καν ξέρουν τα τραγούδια του, τον ξέρουν ως μια ακόμα επιβεβλημένη φάτσα της δημοσιότητας, Ένα celebrity.

Ένας ακόμα υπερφουσκωμένος, μετριότατος συνθέτης που ντυνότανε κυριολεκτικά σαν κακόγουστος κλόουν επί δεκαετίες. Οι ενδυμασίες και οι περούκες του υπήρξαν περισσότερο ειδήσεις από την ελαχίστης αξίας μουσικής του και της κακής φωνής του.

Ο Freddie ποτέ δεν προέταξε την αμφιφυλοφιλία του ως είδηση. Η μουσική και η φωνή του ήταν καλύτερες απ’ τις «κιτρινίλες» που πουλάνε διάφοροι για να συνεχίσουν να επιπλέουν στα tabloids.

Υπάρχουν πολύ χειρότερες μπάντες και «καλλιτέχνες» άλλων μουσικών ειδών που έχουν celebrit-o-ποιηθεί και που έχουν γίνει ταινίες. Έτσι κι οι αληταράδες οι Motley Crue πουλάνε τη βρώμικη ιστορία τους, τώρα και σε ταινία.

Επιστρέφω: Η ταινία έχει επιτυχημένα και ρεαλιστικά απεικονίσει τα Hard Rockin’ 80s, περιορίζοντας στο ελάχιστο τα κλισέ των ταινιών του είδους. Όλοι οι ηθοποιοί έχουν αποδόσει πολύ-πολύ καλά τους χαρακτήρες, ακόμη και δεύτεροι ρόλοι -όπως π.χ. οι γονείς των Motley Crue- έχουν αποδοθεί απ’ το σενάριο σαν ..άνθρωποι, όχι σαν τις χάρτινες φιγούρες του ‘Bohemian Rhapsody’ πχ. Είναι μια καλοφτιαγμένη ταινία. Το τι θα εισπράξει ο καθένας μεσα της εξαρτάται απ’ τον ίδιο. Ακόμη και αντικρουόμενα συναισθήματα και σκέψεις, όπως σ’ εμένα.

Αυτό είναι ένα επίτευγμα για μια ταινία.

Τι θέλεις από μια rock/musicbio ταινία; Aγιογραφία τύπου Bohemian Rhapsody;

Θέλεις και fun και food for thought. Και εντιμότητα, κατά το δυνατόν.

Οι Motley Crue δεν είναι ούτε οι καλύτεροι ούτε οι χειρότεροι καμένοι των show-business. Και ναι, το φινάλε της ταινίας «γέρνει» λίγο προς την αγιογραφία, θα εκτιμούσα ακόμη περισσότερο αν ζητούσαν ένα έντιμο συγγνώμη προς πολλές κατευθύνσεις. Ως αμερικάνοι αυτό ξέρουν, αυτό κάνουν: tabloids, κάθε είδους σκάνδαλα και υπερβολές, ξέρουν να πουλήσουν ακόμη και τα εν προκειμένω υπερδιαφημισμένα αίσχη τους και να κονομάνε. Με περηφάνια.

Να τι λέω: Η ταινία είναι ένα ακόμα ντοκουμέντο εκείνης της αληθινής διαταραχής του αποδεδειγμένα φάλτσου αμερικάνικου ονείρου.

«Είσαι αλάνι; Ποιός δε θέλει να τον θεωρούν μάγκα; Έχεις λεφτά και διασημότητα; Πέσε με τη μούρη στις απολαύσεις, αφού σε παίρνει. Και δώσ’ του: αλκοόλ κι άλλα drugs, σεξ, πορνεία δηλαδή το στέκι σου είναι το στριπτζάδικο, κάνε παλαβομάρες, αφού είσαι λιώμα συνέχεια, ποιός θα κάνει τη χειρότερη βλακεία. Μαγκιά. Badass». 

Καθόλου τυχαία ο σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο σκηνοθέτης των ‘Jackass’.

Αν θες να συνεννοηθούμε για τα παραπάνω, άντε δες ή διάβασε το «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», (Fear and loathing in Las Vegas). 

Ή αλλιώς, άσ’ το, άντε δες τον «Καζαντζάκη» ή τον «Ελ Γκρέκο»!

«Μεγάλο Αφιέρωμα στον Τελευταίο Ονειροπόλο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι»

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας παρουσιάζει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μια πλήρη ρετροσπεκτίβα στις ταινίες μυθοπλασίας ενός από τους κορυφαίους του παγκόσμιου σινεμά από τις 02 έως και τις 08 Μαΐου 2019, στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ.

Έναν κινηματογραφικό φόρο τιμής που απαιτείται να βιωθεί στη μεγάλη οθόνη και κάτω από τις ιδανικότερες συνθήκες προβολής.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι αποτελεί έναν μέγιστο καλλιτέχνη, ίσως γιατί στο σύνολο της καριέρας του πραγματοποίησε μια σειρά από γνήσιες κινηματογραφικές επαναστάσεις. Στάθηκε ο μοναδικός σκηνοθέτης στον οποίο επιτράπηκε το γύρισμα στην Απαγορευμένη Πόλη της Κίνας για λογαριασμό του βραβευμένου με 9 Όσκαρ «Τελευταίου Αυτοκράτορα», ενός από τα ανυπέρβλητα έπη της μεγάλης οθόνης.

Με τον αριστουργηματικό «Κομφορμίστα» μετέτρεψε ένα θρυλικό βιβλίο του Αλμπέρτο Μοράβια, και έναν σύνθετο στοχασμό πάνω στη θέση του ατόμου απέναντι στην Ιστορία, σε μια από τις σπουδαιότερες (και πιο εκθαμβωτικά όμορφες) δημιουργίες όλων των εποχών.

Με το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» υπέγραψε ένα από τα αναμφισβήτητα και πλέον ριζοσπαστικά ορόσημα του ερωτικού σινεμά ή αλλιώς αυτό που η περιβόητη κριτικός Πολίν Κέιλ περιέγραψε ως «την πιο απελευθερωτική ταινία στα χρονικά του κινηματογράφου».

Με το διαρκείας πεντέμισι ωρών «1900» δημιούργησε μια αποστομωτική τοιχογραφία εποχής, το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός μεγάλου κλασικού μυθιστορήματος.

Με το μαγευτικό «Τσάι στη Σαχάρα» έβαλε τον Τζον Μάλκοβιτς και τη Ντέμπρα Γουίνγκερ να περιπλανηθούν στις δικές τους υπαρξιακές ερήμους, διασκευάζοντας υποδειγματικά τις αλησμόνητες σελίδες του Πολ Μπόουλς.

Με τη «Στρατηγική της Αράχνης», αυτή την εκπληκτική πραγματεία πάνω στις αλήθειες, τους μύθους και τους αχανείς λαβύρινθους της Ιστορίας, χάρισε στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες τη φιλμική διασκευή που του άξιζε.

Ο Τελευταίος Αυτοκράτορας
Τελευταίο Τάνγκο στο Παρίσι
1900

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι ήταν ένας οραματιστής που τόλμησε να αποτυπώσει τα bigger than life όνειρά του σε εικόνες, ένας director αλλά κι ένας auteur, ένας κινηματογραφόφιλος σφοδρής έντασης και πυρηνικής εμβέλειας, ένας θαρραλέος ανατόμος γιγάντιων θεμάτων όπως η Ιστορία, η ψυχανάλυση, η ανθρώπινη φύση, η πολιτική, ο έρωτας κι ο θάνατος και ένας απαράμιλλος κινηματογραφιστής που παρέδιδε υπερπαραγωγές ζηλευτού θεάματος και υψηλής αισθητικής με την ίδια άνεση που σκηνοθετούσε τα πιο διακριτικά δράματα.

Όλα τα παραπάνω ο Ιταλός δημιουργός τα χώρεσε στο ίδιο μεγαλειώδες και σταθερά συναρπαστικό έργο. Αυτό ακριβώς το έργο επιθυμεί να τιμήσει η ρετροσπεκτίβα που οργανώνει το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, φιλοξενώντας όλες τις ταινίες του Μπερτολούτσι σε μεγαλοπρεπείς κόπιες των 35mm, εκτός από τον ψηφιακό «Τελευταίο Αυτοκράτορα» ο οποίος θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε τρεις διαστάσεις (3d) και αποτελεί την ταινία- έναρξη του αφιερώματος.

 

«Ο Tελευταίος Oνειροπόλος»

02 – 08 Μαΐου 2019

Κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ

 

Αναλυτικά οι ταινίες της ρετροσπεκτίβας:

Ο κομφορμίστας
Η πολιορκία μιας γυναίκας
Tσάι στη Σαχάρα
  • Βίαιος θάνατος  – La commare secca (1962)
  • Πριν την επανάσταση  – Prima della rivoluzione (1964)
  • Σωσίας  – Partner (1968)
  • Η στρατηγική της αράχνης  – Strategia del ragnο  (1970)
  • Ο κομφορμίστας  – Il conformista (1970)
  • Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι Ultimo tango a Parigi (1972)
  • 1900 Novecento (1976)
  • To φεγγάρι La luna (1979)
  • Η τραγωδία ενός γελοίου ανθρώπου La tragedia di un uomo ridicolo (1981)
  • Ο τελευταίος αυτοκράτορας 3D The Last Emperor 3D (1987)
  • Tσάι στη Σαχάρα – The Sheltering Sky (1990)
  • Ο μικρός Βούδας Little Buddha (1993)
  • Κλεμμένη ομορφιά Stealing Beauty (1996)
  • Η πολιορκία μιας γυναίκας Besieged (1998)
  • Οι ονειροπόλοι The Dreamers (2003)
  • Εγώ και εσύ – Me and You (2012)
Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι
1900
Ο τελευταίος αυτοκράτορας
Οι ονειροπόλοι

Το πλήρες πρόγραμμα του αφιερώματος καθώς και οι εκλεκτοί/ές προσκεκλημένοι/ες που θα προλογίσουν τις προβολές θα ανακοινωθούν σύντομα.

Το αφιέρωμα συνδιοργανώνεται από την Πρεσβεία της Ιταλίας, το Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο της Αθήνας, το Ινστιτούτο Λούτσε Τσινετσιτά και από τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ). To αφιέρωμα εντάσσεται  στο  «Εαρινό Πρόγραμμα»  της πολιτιστικής πρωτοβουλίας Tempo Forte Ιtalia – Ελλάδα 2019. Το Tempo Forte Ιtalia – Ελλάδα 2019 αποτελεί μια πρωτοβουλία που διοργανώνει η Πρεσβεία της Ιταλίας στην Αθήνα, σε συνεργασία με ελληνικούς και ιταλικούς θεσμούς, ιδρύματα, καλλιτέχνες και λάτρεις του πολιτισμού με σκοπό να μεταφέρει «περισσότερη Ιταλία στην Ελλάδα και περισσότερη Ελλάδα στην Ιταλία». 

Την αφίσα του αφιερώματος φιλοτέχνησε ο Βασίλης Μέξης.

Πληροφορίες:

Κινηματογράφος ΙΝΤΕΑΛ

Πανεπιστημίου 46 (στάση μετρό Πανεπιστήμιο) | Τηλ.: 2103826720

Εισιτήρια: 5,00 Ευρώ

Κάρτες διαρκείας των 6 προβολών: 19,00 Ευρώ

Είσοδος Ελεύθερη, με την επίδειξη της κάρτας τους, σε ανέργους και άτομα με αναπηρία.

 ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ: viva.gr (Πατήστε ΕΔΩ)

Σημείωση: στον κινηματογράφο ΙΝΤΕΑΛ θα διατίθενται εισιτήρια από την Πέμπτη, 02 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΕΜΙΕΡΑ του αφιερώματος θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 2 Μαΐου στις 19:30 στον κινηματογράφο Ιντεάλ.

Εισιτήρια διατίθενται κανονικά στο κοινό και θα ακολουθήσει πάρτι στον Ιπποπόταμο (Δελφών 3Β, Κολωνάκι) με την υποστήριξη του Jameson.

 Για ενημερώσεις επισκεφθείτε τα: www.cinemagazine.gr

 www.aiff.gr

Μείνετε συντονισμένοι/ες για τα νέα του επετειακού 25ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.

Το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας έχει ενταχθεί στο ΠΕΠ Αττικής 2014-2020 και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

«Φιλμική εβδομάδα σε «μαύρη τρύπα»», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι αυτό το απίθανο που λένε οι παλαιότεροι, χαμογελώντας μάλιστα σαρκαστικά, ότι δυο πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν στην ζωή: Ο αργός να γίνει γρήγορος και ο χέστης παλικάρι. Και οι νεότεροι απαντάνε, επίσης με γνώση και παρρησία, πως το αντίθετο είναι εφικτό, δηλαδή ο γρήγορος να μετασχηματιστεί σε νωθρό και το παλικάρι να κιοτέψει. Λάθος!

Δεν παίζει με τίποτα ο σπινθήρας να μην ανάβει φωτιές σε εύφλεκτο περιβάλλον και η αξιοπρέπεια να μην ανταποκρίνεται με αρετές και ανδρεία. Αναγνώστης, πάντως, διαβάζοντας την κριτική της προηγούμενης εβδομάδας, επισήμανε μονολεκτικά, σε mail που έλαβα για τον πρόλογο του άρθρου, πως η ιστορία του μέλλοντος θα καταγράψει σε μια πρόταση την σημερινή κατάσταση της χώρας μας ως: «Η Ελλάδα του Χάους, άνευ συγγνώμης στους Κωλοέλληνες!», με ένα μικρό υστερόγραφο στο μήνυμα του, που το μεταφέρω αυτούσιο: «προφητικός ο Νιόνιος».

Να σκεφτείτε, ότι ο τραγουδοποιός προπηλακίστηκε για εκείνο το τραγούδι του 1989, δηλαδή πριν τριάντα χρόνια. Ό,τι κι αν είναι ο εξαίρετος Διονύσης, ό,τι έξαλα και ακραία έπραξε στην τριφηλή περίοδο της Σύβαρης, εμείς, απλά ας θυμηθούμε λίγο τους στίχους:

«Κωλοέλληνες μασκαρλίκια δες στο Άλφα της Αξίας της Αρχής της Μίας λουτροκαμπινές. Τιμωρός καιρός πέντε αιώνες δύσης εθνικής θα ζήσεις από δω και μπρος με αγγλικές αλφαβήτες μαλλιαροί μου Ελλαδίτες θλιβερές μου πορδές […] Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί στους Πανέλληνες στους Πανέλληνες.»

«Μαύρη Τρύπα»

(High Life)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλερ Ντενί
  • Με τους: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζιλιέτ Μπινός, Αντρέ Μπέντζαμιν, Μία Γκοθ
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Spentzos Film

Πολύ μακρινό διάστημα. Σκάφος με πλήρωμα, που αποτελείται από κακοποιούς βαρυποινίτες τοποθετημένους ως πειραματόζωα σε μια αποστολή –ταξίδι σε μαύρη τρύπα, όπου βέβαια δεν υπάρχει επιστροφή. Ο Μόντε (Ρόμπερτ Πάτινσον – προσπαθεί ακόμα να πείσει το κοινό με art ταινίες) και η κόρη του Γουίλοου, η οποία γεννήθηκε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ζουν στο διαστημόπλοιο σε απόλυτη απομόνωση.

Ο Μόντε είναι ο άντρας που η αυστηρή αυτοπειθαρχία του στέκεται ασπίδα ενάντια σε κάθε επιθυμία, φροντίζοντας το βρέφος αρχικά, την μικρή στην συνέχεια, την κοπέλα αργότερα, καθώς τα χρόνια περνούν, ως πατέρας, ενάντια στην θέληση του.

Κι αυτό γιατί το σπέρμα του Μόντε χρησιμοποιήθηκε κρυφά από την ψιλο-επαρμένη γιατρό Ντιμπς (Ζυλιέτ Μπινός – ανέπαφη με τις αισθήσεις του θεατή), που την είδε θεά και συνοδεύει τους κακοποιούς-πειραματόζωα στο ταξίδι, γονιμοποιώντας το ωάριο της νέας γυναίκας, επίσης βαρυποινίτισσας, που την γέννησε, μέλος και αυτή του πληρώματος.

Στο σκάφος, τελικά, έχουν απομείνει μόνο ο πατέρας και η ενήλικη κόρη, ενώ το διαστημόπλοιο στο μακροχρόνιο ταξίδι του προσεγγίζει την μαύρη τρύπα δίχως επιστροφή στην οποία ο χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν.

Είναι από τις ταινίες που η σεναριακή ιδέα κάλλιστα καλύπτεται σε χρόνο λιγότερο των 15 λεπτών. Κι όμως, η 73χρονη Γαλλίδα σκηνοθέτις Κλερ Ντενί (της οποίας το συνολικό έργο με αφήνει παντελώς αδιάφορο), έπειτα από την προπέρσινη κάτω του μετρίου «Λιακάδα Μέσα Μου», πάλι με την Μπινός, καταφέρνει στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία της να δημιουργήσει το απόλυτο χάος των 110 λεπτών, αδυνατώντας να προσαράξει με σοβαρότητα στους πάμπολλους όρμους των θεμάτων που υποτίθεται την βασανίζουν, κι εμάς μαζί. Εν τω μεταξύ, εν μέσων των συνεντεύξεων, που αραδιάζει δεξιόθεν και αριστερόθεν στον διεθνή Τύπο, που την ασημοστολίζουν, δίνει απλόχερα εξηγησούλες από την πλοκή στους υποψήφιους θεατές της τελευταίας δημιουργία της, εν είδει λυσαρίου και σημειώσεων.

Στο αστροσκάφος κατσαρόλα της Γαλλίδας ρίχνονται χύδην η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, το άγνωστο, η δεύτερη ευκαιρία ζωής, η αγάπη, η δημιουργία, ο θάνατος και με την γνωστή εικονολαγνεία και άποψη του «auteur» (διάολε, τελικά είναι τεράστια η «μαύρη τρύπα» της  σύγχρονης, κινηματογραφικής καλλιτεχνίας… το διάστημα άραγε τι το ήθελε, αφού Ταρκόσφσκι εις στο θέμα!), τα ατελείωτα flashblack (για να δομηθεί κάπως το σενάριο), άπαντα να καταλήγουν κουραστικά και χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον αγύριστο. Η Ζιλιέτ Μπινός ακολουθώντας τελετουργικά τα χνάρια του συμπατριώτης της μαϊντανού Ζεράρ Ντεπαρντιέ, διαμορφώνεται αργά και σταθερά ως το αρωματικό δενδρολίβανο της γαλλικής παραγωγής.

Ο δε Ρόμπερτ Πάτινσον  – από την βρικολακίστικη, ανόητη τριλογία έχει να δει επιτυχία – συνεχίζει και επιμένει σε καλλιτεχνίζουσες, ημι-ανεξάρτητες, «ψαγμένες» παραγωγές άνευ κινηματογραφικής διαχρονικότητας. Ευελπιστούμε στην καινούργια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν που βρίσκεται στα σκαριά μπας και δει άσπρη μέρα ο νέος. Beam me up, Scotty…ταχύτατα!!!    

«Transit»

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Πέτζολντ
  • Με τους: Φραντζ Ρογκόφσκι, Πάουλα Μπέερ
  • Διάρκεια: 101’

Διανομή: Seven Films

Ο Γκέοργκ (Φραντζ Ρογκόφσκι  – καλός) προσπαθεί να εγκαταλείψει τη Γαλλία μετά την ναζιστική εισβολή και βρίσκεται εγκλωβισμένος στην Μασσαλία σε κατάσταση Τράνζιτο, δηλαδή, σε αναμονή μέχρι την αναγκαστική μετανάστευση του.

Στην ανάγκη να εξασφαλίσει μερικά χρήματα αναλαμβάνει ένα θέλημα, να παραδώσει ένα γράμμα σε κάποιον, τον οποίο βρίσκει νεκρό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του. Είναι ο συγγραφέας Ντρις και είναι αυτόχειρ, ενώ στην κατοχή του έχει επίσημη πρόσκληση από το κράτος του Μεξικού.

Ο Γκέοργκ κλέβει την ταυτότητα του νεκρού, οπότε και το πάσο του για να ταξιδέψει ελεύθερα, περιμένοντας την ημέρα που το πλοίο θα τον μεταφέρει στην αμερικανική ήπειρο. Γνωρίζει όμως την Μαρί (Πάουλα Μπέερ – καλή), που ψάχνει τον χαμένο άνδρα της, αυτόν που ο Γκέοργκ υποδύεται.   

Βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Άνα Σέγκερς, γραμμένο το 1942 στη Μασσαλία, ο βραβευμένος Γερμανός σκηνοθέτης του «Τραγουδιού του Φοίνικα» και της «Barbara», Κρίστιαν Πέτζολντ, φτιάχνει ένα ενδιαφέρον χωροχρονικό διάκοσμο παντρεύοντας χρονικά το χθες με το σήμερα. Γερμανική κατοχή σήμερα, αναγκαστική μετανάστευση το επίπεδο δράσης και ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ο ένας εξ΄ αυτών κινείται και συμπεριφέρεται με την ταυτότητα ενός νεκρού ανθρώπου.

Έξυπνοι παραλληλισμοί του παρελθόντος με το παρών, όμως το εγχείρημα και η πρωτοτυπία της ιδέας του Πέτζολντ εξαντλείται γρήγορα όταν οι ήρωες αυτού του ημίαιμου ερωτικού noir περιορίζονται κλειστοφοβικά μέσα σε ένα καφέ με ελαφρά πασπαλίσματα μασσαλιώτικου φωτός στα μονότονα πλάνα.

Ο Φραντζ Ρογκόφσκι, ο οποίος παραδόξως μοιάζει αρκετά στον Χόακιν Φίνιξ, απλώνεται όμορφα στον ρόλο του Γκεόργκ, ενώ η πλοκή, παραμένει σε αβαθή νερά μη κατορθώνοντας να ηλεκτρίσει στον πυρήνα το παιχνίδι της διττότητας, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να μετεωρίζεται στο φανταστικό χωροχρονικό πλαίσιο.        

«Η Κατάρα της Γιορόνα»

(The Curse of La Llorona)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Τσάβες
  • Με τους: Λίντα Καρντελίνι, Ρέιμοντ Κρουζ, Πατρίτσια Βελάσκεζ, Μαρισόλ Ραμίρεζ
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tanweer

Στη δεκαετία του 1970, στο Λος Άντζελες, η Γιορόνα παραφυλά τη νύχτα, για νέα παιδιά.

Παραβλέποντας την προειδοποίηση μιας προβληματικής μητέρας που είναι ύποπτη για παιδική παρενόχληση, μία κοινωνική λειτουργός και τα μικρά παιδιά της σύντομα θα βρεθούν σε μια τρομακτική, υπερφυσική σφαίρα.

Η μόνη τους ελπίδα να επιβιώσουν από τη θανατηφόρα οργή της Γιορόνα είναι ένας απογοητευμένος ιερέας, που προσπαθεί να κρατήσει μακριά το κακό υιοθετώντας τις δικές τους μυστικιστικές τακτικές. Όμως μέσα τους συγκρούονται συνεχώς ο φόβος και η πίστη.

H Γιορόνα. Μία γυναίκα που κλαίει. Μία απόκοσμη παρουσία, κάπου ανάμεσα στον Ουρανό και την Κόλαση, παγιδευμένη σε μια φοβερή μοίρα σφραγισμένη από το ίδιο της το χέρι. Η απλή αναφορά στο όνομά της προκαλεί τρόμο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, για γενιές.

Όταν ήταν ζωντανή, έπνιξε τα παιδιά της, εξαιτίας της οργισμένης ζήλιας της, ρίχνοντας στη συνέχεια και τον εαυτό της στο αφρισμένο ποτάμι, σπαράζοντας από πόνο.

Τώρα τα δάκρυα της είναι αιώνια. Είναι θανατηφόρα. Και εκείνοι που ακούν το θανάσιμο θρήνο της τη νύχτα, είναι καταδικασμένοι. Η Γιορόνα παραφυλά στις σκιές και αρπάζει παιδιά, θέλοντας να τα κάνει δικά της. Καθώς οι αιώνες περνούν, η επιθυμία της έχει γίνει πιο αδηφάγα και οι μέθοδοι της πιο τρομακτικές.

Μεταφυσικός τρόμος στα ήδη γνώριμα μονοπάτια του είδους χωρίς πρωτοτυπίες και ενδιαφέρον, που τον έχουμε δει ξανά και ξανά.

«Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος»

(An Elephant Sitting Still)          

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Κίνα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χου Μπο
  • Με τους: Ζανγκ Γου, Πενγκ Γουτσάνγκ, Γουάνγκ Γιουγουέν, Λι Κονγκζ
  • Διάρκεια: 234’
  • Διανομή: Carousel Films
  • Διακρίσεις: Φεστιβάλ Βερολίνου – Τμήμα Forum: Ειδικό βραβείο καλύτερης πρώτης ταινίας Βραβείο Fipresci  

Κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό μιας ανώνυμης πόλης στη βόρεια Κίνα, οι ζωές κάποιων απελπισμένων ανθρώπων διαπλέκονται στη διάρκεια μίας και μόνο έντονης μέρας, από το ξημέρωμα μέχρι το σούρουπο.

H κάμερα τούς παρακολουθεί να δραπετεύουν από οικογένειες, αρχές, γκάνγκστερ, σχολείο και κυρίως από την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής τους στην μεταβιομηχανική παρακμασμένη πολιτεία, μιας ζωής που κυριαρχείται από την αδιαφορία, τη βία και την απόγνωση.

Όλοι τους σκέφτονται τη διαφυγή στο Μανζούλι (μια πόλη στα Κινεζο – Ρωσικά σύνορα). Εκεί, στο μεγάλο τσίρκο, βρίσκεται ένας ελέφαντας που στέκεται διαρκώς ακίνητος, αδιάφορος για την κτηνωδία που κυριαρχεί στον κόσμο.

Τo μνημειώδες, ελεγειακό και βασανισμένο ντεμπούτο του Χου Μπο είναι μια οδυνηρή ιστορία οργής και ομορφιάς.

Ήδη, αποτελεί ένα ορόσημο για τον νεότερο Κινεζικό κινηματογράφο (και όχι μόνο), σημαδεμένο από μια τραγωδία: Ο δημιουργός του, αναγνωρισμένος συγγραφέας, σκηνοθέτης μερικών διακεκριμένων φιλμ μικρού μήκους πριν την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και αγαπημένος μαθητής του Μπέλα Ταρ έδωσε τέλος στη ζωή του μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής τον Οκτώβριο του 2017 στα 29 του χρόνια.

Το «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος», παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2018.

«Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(An Elephant Sitting Still)          

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Κίνα (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χου Μπο
  • Με τους: Ζανγκ Γου, Πενγκ Γουτσάνγκ, Γουάνγκ Γιουγουέν, Λι Κονγκζ
  • Διάρκεια: 234’
  • Διανομή: Carousel Films
  • Διακρίσεις:  Φεστιβάλ Βερολίνου – Τμήμα Forum: Ειδικό βραβείο καλύτερης πρώτης ταινίας Βραβείο Fipresci  

Κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό μιας ανώνυμης πόλης στη βόρεια Κίνα, οι ζωές κάποιων απελπισμένων ανθρώπων διαπλέκονται στη διάρκεια μίας και μόνο έντονης μέρας, από το ξημέρωμα μέχρι το σούρουπο.

H κάμερα τούς παρακολουθεί να δραπετεύουν από οικογένειες, αρχές, γκάνγκστερ, σχολείο και κυρίως από την ζοφερή πραγματικότητα της ζωής τους στην μεταβιομηχανική παρακμασμένη πολιτεία, μιας ζωής που κυριαρχείται από την αδιαφορία, τη βία και την απόγνωση.

Όλοι τους σκέφτονται τη διαφυγή στο Μανζούλι (μια πόλη στα Κινεζο – Ρωσικά σύνορα). Εκεί, στο μεγάλο τσίρκο, βρίσκεται ένας ελέφαντας που στέκεται διαρκώς ακίνητος, αδιάφορος για την κτηνωδία που κυριαρχεί στον κόσμο.

Τo μνημειώδες, ελεγειακό και βασανισμένο ντεμπούτο του Χου Μπο είναι μια οδυνηρή ιστορία οργής και ομορφιάς.

Ήδη, αποτελεί ένα ορόσημο για τον νεότερο Κινεζικό κινηματογράφο (και όχι μόνο), σημαδεμένο από μια τραγωδία: Ο δημιουργός του, αναγνωρισμένος συγγραφέας, σκηνοθέτης μερικών διακεκριμένων φιλμ μικρού μήκους πριν την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία και αγαπημένος μαθητής του Μπέλα Ταρ έδωσε τέλος στη ζωή του μετά την ολοκλήρωση της παραγωγής τον Οκτώβριο του 2017 στα 29 του χρόνια.

Το «Ένας ελέφαντας στέκεται ακίνητος», παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2018.

«Η Κατάρα της Γιορόνα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 (The Curse of La Llorona)     

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Μάικλ Τσάβες
  • Με τους: Λίντα Καρντελίνι, Ρέιμοντ Κρουζ, Πατρίτσια Βελάσκεζ, Μαρισόλ Ραμίρεζ
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tanweer

Στη δεκαετία του 1970, στο Λος Άντζελες, η Γιορόνα παραφυλά τη νύχτα, για νέα παιδιά.

Παραβλέποντας την προειδοποίηση μιας προβληματικής μητέρας που είναι ύποπτη για παιδική παρενόχληση, μία κοινωνική λειτουργός και τα μικρά παιδιά της σύντομα θα βρεθούν σε μια τρομακτική, υπερφυσική σφαίρα.

Η μόνη τους ελπίδα να επιβιώσουν από τη θανατηφόρα οργή της Γιορόνα είναι ένας απογοητευμένος ιερέας, που προσπαθεί να κρατήσει μακριά το κακό υιοθετώντας τις δικές τους μυστικιστικές τακτικές. Όμως μέσα τους συγκρούονται συνεχώς ο φόβος και η πίστη.

H Γιορόνα. Μία γυναίκα που κλαίει. Μία απόκοσμη παρουσία, κάπου ανάμεσα στον Ουρανό και την Κόλαση, παγιδευμένη σε μια φοβερή μοίρα σφραγισμένη από το ίδιο της το χέρι. Η απλή αναφορά στο όνομά της προκαλεί τρόμο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, για γενιές.

Όταν ήταν ζωντανή, έπνιξε τα παιδιά της, εξαιτίας της οργισμένης ζήλιας της, ρίχνοντας στη συνέχεια και τον εαυτό της στο αφρισμένο ποτάμι, σπαράζοντας από πόνο.

Τώρα τα δάκρυα της είναι αιώνια. Είναι θανατηφόρα. Και εκείνοι που ακούν το θανάσιμο θρήνο της τη νύχτα, είναι καταδικασμένοι. Η Γιορόνα παραφυλά στις σκιές και αρπάζει παιδιά, θέλοντας να τα κάνει δικά της. Καθώς οι αιώνες περνούν, η επιθυμία της έχει γίνει πιο αδηφάγα και οι μέθοδοι της πιο τρομακτικές.

Μεταφυσικός τρόμος στα ήδη γνώριμα μονοπάτια του είδους χωρίς πρωτοτυπίες και ενδιαφέρον, που τον έχουμε δει ξανά και ξανά.

«Transit»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

  • Είδος: Κοινωνικό, ερωτικό
  • Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κρίστιαν Πέτζολντ
  • Με τους: Φραντζ Ρογκόφσκι, Πάουλα Μπέερ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Seven Films

Ο Γκέοργκ (Φραντζ Ρογκόφσκι  – καλός) προσπαθεί να εγκαταλείψει τη Γαλλία μετά την ναζιστική εισβολή και βρίσκεται εγκλωβισμένος στην Μασσαλία σε κατάσταση Τράνζιτο, δηλαδή, σε αναμονή μέχρι την αναγκαστική μετανάστευση του.

Στην ανάγκη να εξασφαλίσει μερικά χρήματα αναλαμβάνει ένα θέλημα, να παραδώσει ένα γράμμα σε κάποιον, τον οποίο βρίσκει νεκρό στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του. Είναι ο συγγραφέας Ντρις και είναι αυτόχειρ, ενώ στην κατοχή του έχει επίσημη πρόσκληση από το κράτος του Μεξικού.

Ο Γκέοργκ κλέβει την ταυτότητα του νεκρού, οπότε και το πάσο του για να ταξιδέψει ελεύθερα, περιμένοντας την ημέρα που το πλοίο θα τον μεταφέρει στην αμερικανική ήπειρο. Γνωρίζει όμως την Μαρί (Πάουλα Μπέερ – καλή), που ψάχνει τον χαμένο άνδρα της, αυτόν που ο Γκέοργκ υποδύεται.   

Βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Άνα Σέγκερς, γραμμένο το 1942 στη Μασσαλία, ο βραβευμένος Γερμανός σκηνοθέτης του «Τραγουδιού του Φοίνικα» και της «Barbara», Κρίστιαν Πέτζολντ, φτιάχνει ένα ενδιαφέρον χωροχρονικό διάκοσμο παντρεύοντας χρονικά το χθες με το σήμερα. Γερμανική κατοχή σήμερα, αναγκαστική μετανάστευση το επίπεδο δράσης και ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ο ένας εξ΄ αυτών κινείται και συμπεριφέρεται με την ταυτότητα ενός νεκρού ανθρώπου.

Έξυπνοι παραλληλισμοί του παρελθόντος με το παρών, όμως το εγχείρημα και η πρωτοτυπία της ιδέας του Πέτζολντ εξαντλείται γρήγορα όταν οι ήρωες αυτού του ημίαιμου ερωτικού noir περιορίζονται κλειστοφοβικά μέσα σε ένα καφέ με ελαφρά πασπαλίσματα μασσαλιώτικου φωτός στα μονότονα πλάνα.

Ο Φραντζ Ρογκόφσκι, ο οποίος παραδόξως μοιάζει αρκετά στον Χόακιν Φίνιξ, απλώνεται όμορφα στον ρόλο του Γκεόργκ, ενώ η πλοκή, παραμένει σε αβαθή νερά μη κατορθώνοντας να ηλεκτρίσει στον πυρήνα το παιχνίδι της διττότητας, αφήνοντας στο τέλος τον θεατή να μετεωρίζεται στο φανταστικό χωροχρονικό πλαίσιο.        

«Μαύρη Τρύπα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(High Life)

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Παραγωγή: ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Πολωνία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κλερ Ντενί
  • Με τους: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζιλιέτ Μπινός, Αντρέ Μπέντζαμιν, Μία Γκοθ
  • Διάρκεια: 110΄
  • Διανομή: Spentzos Film

Πολύ μακρινό διάστημα. Σκάφος με πλήρωμα, που αποτελείται από κακοποιούς βαρυποινίτες τοποθετημένους ως πειραματόζωα σε μια αποστολή –ταξίδι σε μαύρη τρύπα, όπου βέβαια δεν υπάρχει επιστροφή. Ο Μόντε (Ρόμπερτ Πάτινσον – προσπαθεί ακόμα να πείσει το κοινό με art ταινίες) και η κόρη του Γουίλοου, η οποία γεννήθηκε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, ζουν στο διαστημόπλοιο σε απόλυτη απομόνωση.

Ο Μόντε είναι ο άντρας που η αυστηρή αυτοπειθαρχία του στέκεται ασπίδα ενάντια σε κάθε επιθυμία, φροντίζοντας το βρέφος αρχικά, την μικρή στην συνέχεια, την κοπέλα αργότερα, καθώς τα χρόνια περνούν, ως πατέρας, ενάντια στην θέληση του.

Κι αυτό γιατί το σπέρμα του Μόντε χρησιμοποιήθηκε κρυφά από την ψιλο-επαρμένη γιατρό Ντιμπς (Ζυλιέτ Μπινός – ανέπαφη με τις αισθήσεις του θεατή), που την είδε θεά και συνοδεύει τους κακοποιούς-πειραματόζωα στο ταξίδι, γονιμοποιώντας το ωάριο της νέας γυναίκας, επίσης βαρυποινίτισσας, που την γέννησε, μέλος και αυτή του πληρώματος.

Στο σκάφος, τελικά, έχουν απομείνει μόνο ο πατέρας και η ενήλικη κόρη, ενώ το διαστημόπλοιο στο μακροχρόνιο ταξίδι του προσεγγίζει την μαύρη τρύπα δίχως επιστροφή στην οποία ο χώρος και χρόνος δεν υπάρχουν.

Είναι από τις ταινίες που η σεναριακή ιδέα κάλλιστα καλύπτεται σε χρόνο λιγότερο των 15 λεπτών. Κι όμως, η 73χρονη Γαλλίδα σκηνοθέτις Κλερ Ντενί (της οποίας το συνολικό έργο με αφήνει παντελώς αδιάφορο), έπειτα από την προπέρσινη κάτω του μετρίου «Λιακάδα Μέσα Μου», πάλι με την Μπινός, καταφέρνει στην πρώτη αγγλόφωνη ταινία της να δημιουργήσει το απόλυτο χάος των 110 λεπτών, αδυνατώντας να προσαράξει με σοβαρότητα στους πάμπολλους όρμους των θεμάτων που υποτίθεται την βασανίζουν, κι εμάς μαζί. Εν τω μεταξύ, εν μέσων των συνεντεύξεων, που αραδιάζει δεξιόθεν και αριστερόθεν στον διεθνή Τύπο, που την ασημοστολίζουν, δίνει απλόχερα εξηγησούλες από την πλοκή στους υποψήφιους θεατές της τελευταίας δημιουργία της, εν είδει λυσαρίου και σημειώσεων.

Στο αστροσκάφος κατσαρόλα της Γαλλίδας ρίχνονται χύδην η σεξουαλικότητα, ο έρωτας, το άγνωστο, η δεύτερη ευκαιρία ζωής, η αγάπη, η δημιουργία, ο θάνατος και με την γνωστή εικονολαγνεία και άποψη του «auteur» (διάολε, τελικά είναι τεράστια η «μαύρη τρύπα» της  σύγχρονης, κινηματογραφικής καλλιτεχνίας… το διάστημα άραγε τι το ήθελε, αφού Ταρκόσφσκι εις στο θέμα!), τα ατελείωτα flashblack (για να δομηθεί κάπως το σενάριο), άπαντα να καταλήγουν κουραστικά και χωρίς ίχνος ενδιαφέροντος σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον αγύριστο. Η Ζιλιέτ Μπινός ακολουθώντας τελετουργικά τα χνάρια του συμπατριώτης της μαϊντανού Ζεράρ Ντεπαρντιέ, διαμορφώνεται αργά και σταθερά ως το αρωματικό δενδρολίβανο της γαλλικής παραγωγής.

Ο δε Ρόμπερτ Πάτινσον  – από την βρικολακίστικη, ανόητη τριλογία έχει να δει επιτυχία – συνεχίζει και επιμένει σε καλλιτεχνίζουσες, ημι-ανεξάρτητες, «ψαγμένες» παραγωγές άνευ κινηματογραφικής διαχρονικότητας. Ευελπιστούμε στην καινούργια ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν που βρίσκεται στα σκαριά μπας και δει άσπρη μέρα ο νέος. Beam me up, Scotty…ταχύτατα!!!    

Ακρόαση για την νέα ταινία του Δημήτρη Αθανίτη «Μήδεια»

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Η εταιρεία παραγωγής DNA films καλεί σε ακρόαση ηθοποιούς για την νέα ταινία του Δημήτρη Αθανίτη.

Ο σκηνοθέτης του «Invisible» και του «Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο» αναζητεί άνδρες και γυναίκες ηθοποιούς, καθώς ετοιμάζει την διανομή για το νέο του σχέδιο «Μήδεια» από το έργο του Ευρυπίδη.

Η ακρόαση θα γίνει:

Σάββατο και Κυριακή 20 και 21 Απριλίου 2019

από τις 11:0 έως τις 15:00.

Κόνιαρη 41, Αμπελόκηποι, μετρό Αμπελόκηποι, 5ος οροφ. – The Vip Excellence

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης

«Ατάραχα κινηματογραφικά νερά και ο Μπουνιουέλ τα φωτίζει με τον αιρετικό «Γαλαξία» τού 1969 σε επανέκδοση», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Σκέψη, που πιθανώς περνάει και από το δικό σας μυαλό, είναι το πως θα μας καταγράψει η ιστορία του μέλλοντος, εμάς τους σύγχρονους Έλληνες, ας πούμε, έπειτα από 150 ή 200 χρόνια. Μην μου πείτε, ότι δεν το έχετε σκεφτεί; Γιατί εάν απαντήσετε «όχι, δεν το σκέφτομαι καθόλου», τότε υφίσταται σοβαρό θέμα τόσο στα αντανακλαστικά μας, όσο και στην συμπεριφορά μας ως πολίτες ενός έθνους.

Παρακολουθώντας κινηματογραφικές ταινίες ιστορικής περιόδου (τις λεγόμενες και εποχής), διακρίνουμε, εκτός της υπόθεσης, συνολικά την ηθογραφία και τις συνήθειες της περιόδου που πραγματεύεται το σενάριο, αλλά και το σκεπτικό και το αξιακό σύστημα των ανθρώπων άλλων εποχών. Αν και το σινεμά δεν διδάσκει ιστορία, απλά προβάλει την ιστορία (ως επί το πλείστον υποκειμενικά), παρά ταύτα ως θεατές το συναίσθημα μας συλλέγει πάσης φύσεως εικόνες και πληροφορίες μιας συγκεκριμένης παρελθούσης, χρονικής στιγμής, που εμείς δεν υπήρχαμε ως οντότητες αλλά βιώνουμε σήμερα την εξέλιξη εκείνου του ιστορικού γεγονότος. Άλλοτε γοητευόμαστε από αυτή και άλλοτε απογοητευόμαστε.

Τί θα γράψουν οι ιστορικοί του μέλλοντος γι εμάς, τους Έλληνες του 20ου και του 21ου αιώνα; Τι θα προβάλλουν τα κινηματογραφικά σενάρια έπειτα από 200 – 250 χρόνια, εάν υπάρχει η 7η Τέχνη; Πόση ιστορική αλήθεια ή αντικειμενικότητα θα βασιλεύει στις ταινίες του μέλλοντος όταν θα αναφέρονται στην Ελλάδα και στους Έλληνες; Είμαστε, άραγε, υπεύθυνοι ως πολίτες για την ιστορία που ήδη γράφετε και πως θα μας χαρακτηρίζουν οι νέοι άνθρωποι που θα ασχολούνται με την επιστήμη της ιστορίας; Θα μας επευφημούν, όπως εμείς τους προγόνους μας ή θα γελάνε μαζί μας; Θα μας κράζουν και θα είμαστε οι κατάπτυστοι, το όνειδος στα αδιάβλητα κιτάπια της Κλειούς, που όσο κι αν τα «δαχτυλίσεις» η αλήθεια θα είναι μια και η αυτή; Είναι μια σκέψη που με καταδιώκει.

Κάποτε, ένας σπουδαίος άνθρωπος που γνώρισα πριν είκοσι πέντε χρόνια, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ιβηρική χερσόνησο, όταν έμαθε πως είμαι Έλληνας με πλησίασε χαμογελώντας και ρώτησε ευθύς: «Το γνωρίζεις πως είσαι Έλληνας;»

Κοίταξα παράξενα την άγνωστη, ψιλόλιγνη, ηλικιωμένη φιγούρα απέναντι μου με τα πράσινα μάτια, το επιμελημένο υπογένειο και του απάντησα καταφατικά: «φυσικά και το γνωρίζω!» Με σκεπτικό βλέμμα, πεντακάθαρα αγγλικά, αν και Ισπανός – Βάσκος γέννημα θρέμμα – παρέμεινε σιωπηλός για λίγο πριν συνεχίσει: «Εάν η ψυχή σου έχει την ίδια σιγουριά με την απάντηση σου, τότε, τι κάνεις γι  αυτό;»

Ένοιωσα σαν μια δύναμη να αφαιρεί όλο τον οπλισμό από το πνεύμα μου και, διάολε δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την στιγμή, που αδρανής δεν έβρισκα τις λέξεις να δώσω απάντηση, λες και δεν υπήρχε απάντηση. Κοιτούσα τον άγνωστο άνθρωπο, προσπαθώντας να συμμαζέψω, εν τάχει, οτιδήποτε εύκαιρο ανακάλυπτα στο μυαλό μου, που να δικαιολογεί ή να αιτιολογεί την ελληνική μου προέλευση και το τι κάνω για αυτήν. Ξαναπήρε τον λόγο, καταλαβαίνοντας την αδυναμία μου: «Ενσαρκωμένος Έλληνας σημαίνει τεράστια ευθύνη για τον εαυτό του και ολόκληρη τη Γη. Η ιστορία, αν και γράφεται από τους νικητές, όπως καλά το γνωρίζεις, θα είναι αμείλικτη για εσάς τους Έλληνες». Ακούμπησε στοργικά την παλάμη του στον ώμο μου και αποχώρησε από εμένα όπως ακριβώς ήρθε, με χαμόγελο και άνευ συστάσεων για να συνεχίσει με την συντροφιά του παρακάτω.

Έμαθα για αυτόν άνθρωπο, καθηγητής αρχιτεκτονικής στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνγκα – συνταξιούχος σήμερα, περαιτέρω πληροφορίες που δεν είναι απαραίτητες να εκθέσω – και μόλις τελείωσε η επαγγελματική μου υποχρέωση εκείνο το βράδυ συναντηθήκαμε και μιλήσαμε. Μια φιλία που κρατάει έως σήμερα.

«Ο Γαλαξίας»

(La Voie Lactée / The Milky Way)

 

  • Είδος: Δράμα, σάτιρα (Σε επανέκδοση με νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία)
  • Παραγωγή: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία (1969)
  • Σκηνοθεσία: Λουίς Μπουνιουέλ
  • Με τους: Πολ Φρανκέρ, Λοράν Τερζιέφ, Μισέλ Πικολί
  • Διάρκεια: 91΄
  • Διανομή: Ama Films
  • Προβολή της ταινίας: Μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ» – Κοραή 4, Αθήνα.

Δύο ζητιάνοι, ο Πιέρ και ο Ζαν (Πολ Φρανκέρ και Λοράν Τερζιέφ, αντιστοίχως) ακολουθούν τη γνωστή, ισπανική, θρησκευτική πορεία προς τον τάφο του αποστόλου Ιακώβου που βρίσκεται στην πόλη Σαντιάγο ντε Κομποστέλα.

Καθ’ οδόν και με μεταφυσικό ύφος αρχίζει ένα ταξίδι στον χρόνο για να συναντήσουν οι δυο προσκυνητές διάφορες μορφές οι οποίες εκπροσωπούν τις διδασκαλίες της Χριστιανικής πίστης και επεξηγούν ποικίλα δόγματα και αιρέσεις, πάντα με βάση τα έξι μεγάλα καθολικά δόγματα.

Ο αιρετικός, ο αριστερός, ο αναρχικός, ο πολέμιος του καθωσπρεπισμού της λερής αστικής τάξης και της εκκλησιαστικής υποκρισίας, ο υπέροχος ηγέτης του κινηματογραφικού σουρεαλισμού, ο σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ στην πιο αβανγκάρντ ταινία του σε σενάριο δικό του και του συνεργάτη του, από το 1964, τον βραβευμένο με τιμητικό Όσκαρ για την προσφορά του στο σινεμά, Ζαν Κλοντ Καριέρ.

Πρωτοποριακός σε όλα του, τολμηρός, διαχρονικός και διαυγής σε ηλικία 69 χρόνων, ο Ισπανός σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ ακριβώς μετά την «Ωραία της Ημέρας» («Belle de Jour» – 1967) και πριν την «Τριστάνα»(1970), ο ισοπεδωτής και εξορκιστής των ταμπού, φιλμάρει ένα μοναδικό  road movie, να τρέχει βολίδα και με την χριστιανική πίστη στο τιμόνι, ταινία σταθμό στα κινηματογραφικά πράγματα.

Ο «Γαλαξίας» του Μπουνιουέλ απαγορεύτηκε στην Ιταλία με απευθείας εντολή της καθολικής, χριστιανικής έδρας, ενώ στην Ελλάδα η κόπια πετσοκόφτηκε από την εγχώρια λογοκρισία. Κλασική ταινία, ένα αριστούργημα της 7ης Τέχνης, που δεν πρέπει να απουσιάζει από τις σινεφίλ αισθήσεις. Μια ταινία που ισορροπεί περίτεχνα στο τεντωμένο σχοινί της σοβαρότητας, της σάτιρας και του γνωστού μπουνιουελικού χιούμορ με όλους τους κοινωνικούς, πολιτικούς και θρησκευτικούς μηχανισμούς ξεμπροστιάσματος άψογα λαδωμένους, ακόμα κι αν έχουν περάσει 50 χρόνια από την πρώτη της προβολή.

Η διαχρονικότητα του σημαντικού, Ισπανού σκηνοθέτη είναι εμφανής και όλη ιστορία μοιάζει σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από το 1969. Σε νέες, ψηφιακές αποκατεστημένες κόπιες 2Κ, δίχως περικοπές ή κομμένες σκηνές από την ελληνική λογοκρισία, θα απολαύσετε την προβολή μόνο στον κινηματογράφο «Άστυ». Μην την χάσετε!            

«Με Άλλο Πρόσωπο»

(Mug)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Πολωνία, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα
  • Με τους: Ματέους Κοσκίκεβιτς, Ανιέσκα Πότσιαντλικ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Aργυρή Άρκτος – Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής 68o Φεστιβάλ Βερολίνου

Ο Γιάτσεκ (Ματέους Κοσκίκεβιτς  – καλός) αγαπά τη χέβι μέταλ μουσική, τον σκύλο και την μνηστή του. Απολαμβάνει τη ζωή και συντηρεί τους γυμνασμένους μυς του δουλεύοντας σε εργοτάξιο, κοντά στο σημείο όπου ανεγείρεται το μεγαλύτερο άγαλμα του Ιησού στον κόσμο (μεγαλύτερο και από αυτό του Ρίο Ντε Τζανέϊρο). Η εκκλησία με τους οβολούς των πιστών επιτηρεί το έργο, που φιλοδοξεί με την περάτωση τού γιγαντιαίου αγάλματος να αυξήσει τον θρησκευτικό τουρισμό και ο τόπος να ευημερήσει.

Η ζωή του Γιάτσεκ  είναι από μόνη της μια δύναμη, καθώς είναι ο ωραίος του χωριού, ο χαμογελαστός και προσηνής νέος που βοηθά φτωχούς, χορεύει έξαλα με την τσαπερδόνα μνηστή του (εργαζόμενη σε μπαρ), τρέχει με τον σκύλο του στην ύπαιθρο, είναι αγαπητός στην οικογένεια του. Ξαφνικά όλα βγαίνουν εκτός τροχιάς όταν ένα ατύχημα στη δουλειά παραμορφώνει ολότελα το πρόσωπο του.

Ο Γιάτσεκ θα γίνει ο πρώτος άνθρωπος στη χώρα που θα υποβληθεί σε μεταμόσχευση προσώπου στην Πολωνία από τους γιατρούς του Κέντρου Ογκολογίας στο Γκλίβιτσε (Gliwice). Μπορεί να έχει γίνει εθνικός ήρωας, καθώς το γεγονός αποκτά τεράστια δημοσιότητα από τα Μ.Μ.Ε. της χώρας,  αλλά ο ίδιος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον καθρέφτη και οι άνθρωποι αλλάζουν άρδην την συμπεριφορά τους (ακόμα και η οικογένεια του, εκτός της αδελφής του) απέναντι στον πρώην ωραίο και «μάγκα» Γιάτσεκ, νυν διαφορετικό, φυσιογνωμικά Γιάτσεκ.

Το άγαλμα του Ιησού στο χωριό εν τω μεταξύ μεγαλώνει όλο και περισσότερο.

Από τις μικρού μήκους και τα ντοκιμαντέρ, η βραβευμένη Πολωνή σκηνοθέτις  Μαλγκορζάτα Σουμόφσκα, παρουσιάζει την τρίτη κατά σειρά ταινία της μεγάλου μήκους, «σκαλίζοντας» απαλά την επιδερμίδα του πολωνικού καθολικισμού.

Οικογένεια, ήθη και θρησκευτικότητα συγκρούονται αναίμακτα στην πρόσοψη του γεγονότος της αλλαγής εικόνας ενός νέου ανθρώπου που θαύμαζε η κλειστή κοινωνία του τόπου του, ενώ ο ίδιος, ως άνθρωπος εσωτερικά, παραμένει ο ίδιος.

Η Σουμόφσκα, βασισμένη σε αληθινή ιστορία, επιδερμικά και δίχως νεύρο καταγράφει τα προβλήματα του καθολικισμού στην Πολωνία του 21ου αιώνα και πόσο αυτά επηρεάζουν την κρίση στο ελεγχόμενο «ποίμνιο», καταλήγοντας, όπως θέλει ή ίδια να δώσει, ότι το φαίνεσθαι είναι πιο ισχυρό από το πραγματικό, αληθινό Είναι.

Ως vise versa σε πλοκή και ιστορία (ο άσχημος που μεταμορφώνεται σε ωραίο) υπάρχει η ενδιαφέρουσα ταινία του Γουότερ Χιλ «Ο Ωραίος Τζόνι» (Johnny Handsome – 1989) με τον Μίκι Ρούρκ και την Έλεν Μπάρκιν.

«Μετά»

(After)

 

  • Είδος: Ερωτικό
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία : Τζένι Γκέιτζ
  • Με τους: Τζόζεφιν Λάνγκφορντ, Χίρο Φάινς-Τίφιν, Ντίλαν Άρνολντ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Film

Βασισμένο στο διεθνές best seller της Άνα Τοντ, που διαβάστηκε πάνω από 1,6 δισεκατομμύριο αναγνώστες, το «Μετά» είναι αυτό που ονομάζεται φαινόμενο στην κατηγορία των ερωτικών αναγνωσμάτων για τινέιτζερς.

Η πρωτοετής φοιτήτρια Τέσα Γιάνγκ (Τζόζεφιν Λάνγκφορντ- καλή) είναι η αφοσιωμένη κόρη της χωρισμένης μάνας (καμιά αναφορά σε πατέρα) και πιστή στον σχολικό της έρωτα με τον μικρότερό της Νόα (Ντίλαν Άρνολντ)  Η Τέσα ξεκινάει την πρώτη της χρονιά στο κολέγιο με μεγάλες φιλοδοξίες για το μέλλον. Περνάει τις μέρες της συγκεντρωμένη στο πρόγραμμα της και  με ισχυρή προσήλωση στον στόχο  και στα καθήκοντα της.

Ο οργανωμένος και ευπρεπής κόσμος της καταρρέει όταν γνωρίζει τον μυστηριώδη τυπά Χάρντιν Σκοτ (Χίρο Φάινς-Τίφιν – καλός) με τα μπερδεμένα καστανά μάτια του, την αλαζονική, αγγλική προφορά του και τα διάφορα τατουάζ στο σώμα του.

Ο Χάρντιν είναι ο άγριος και σκληρός τυπάκος που διαβάζει Άγγλους ρομαντικούς, έχει άποψη για την φύση του έρωτα και η Τέσα κανονικά θα τον αγνοούσε. Και έτσι έπραξε το κορίτσι, μέχρι που βρέθηκε μόνη της σε μία λίμνη, μαγνητισμένη από την μεθυστική του ενέργεια.

Καθώς η Τέσα βιώνει την πρώτη της επαφή με την ελευθερία, ξεκινάει ένα ταξίδι αυτογνωσίας και σεξουαλικής αφύπνισης που θα την αλλάξει για πάντα. Ο εφηβικός της έρωτας, ο Νόα πηγαίνει στον αγύριστο και η κοπέλα πλάι στον Χάρτιν ανακαλύπτει μία φωνή και ένα εσωτερικό πάθος που δεν ήξερε καν ότι είχε. Συνειδητοποιεί, μάλιστα, ότι υπάρχει η ζωή της πριν τον Χάρντιν και η ζωή της… «Μετά» τον Χάρτιν.

Από την εποχή της εφηβικής, σεξουαλικής ψηλάφησης της αθώας «Γαλάζιας Λίμνης» του 1980 με τον Κρίστοφερ Άτκινς και την Μπρουκ Σίλντς και καπάκι το 1981 με την «Ατέλειωτη Αγάπη» (Endless Love) με τον γόη Μάρτιν Χιούιτ (πάει αυτός εξαφανίστηκε από παντού) και πάλι την εκπάγλου ομορφιάς, την 16χρονη τότε Μπρουκ Σίλντς (πάει κι αυτή), μέχρι σήμερα στον κινηματογραφικό, εφηβικό ρομαντισμό και έρωτα χύθηκε αρκετό δάκρυ στα ρόδινα μάγουλα των εφήβων.

Κάθε γενιά έχει το δικό της σημείο αναφοράς. Το «Μετά» ως βιβλίο της Τοντ (το 2014 που το έγραψε, η συγγραφέας ήταν 25 χρόνων) και στη συνέχεια ως ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία της 50χρονης σκηνοθέτιδας Τζένι Γκέιτς, έρχεται η ιστορία της μυξοπαρθένας για να σηκώσει λάβαρο στην κατηγορία του νεανικού romance. Στο μεταβατικό στάδιο της έφηβης σε νεαρή κοπέλα, ένα μεταβατικό στάδιο που πετυχαίνει την ηρωίδα να είναι η παρθένα που την ξεβγάζει ο «μάγκας» και ο «τσίφτης» σκληρούλης, αλλά ρομαντικός και ευαίσθητος, το «Μετά» δεν διαθέτει ίχνος πρωτοτυπίας, ενώ είναι αυτοκρατορικά βυθισμένο στα κλισέ του είδους.

Μουσικούλες με χιτάκια, ροδαλή ατμόσφαιρα, γνωριμία του πρώτου σαρκικού έρωτα, απογοητεύσεις, φρου φρου και αρώματα σε συννεφάκια δίχως ίχνη προβληματισμού. Δεν διάβασα το βιβλίο της Τοντ, αλλά η ταινία της Γκέιτζ είναι ένα προχειρότατο Άρλεκιν.

Βάζω να ακούσω Ντάιαν Ρος και Λάιονελ Ρίτσι…         

«Hellboy: Ξαναγύρισα από την Κόλαση»

(Hellboy)          

 

  • Είδος: Δράση περιπέτεια φαντασίας
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2019)
  • Σκηνοθεσία: Νιλ Μάρσαλ
  • Με τους: Ντέιβιντ Χάρμπουρ, Μίλα Γιόβοβιτς, Ίαν ΜακΣέιν, Σάσα Λέιν
  • Διάρκεια: 120’
  • Διανομή: Odeon

Ο Hellboy στο reboot του Νιλ Μάρσαλ ταξιδεύει για την Αγγλία, που πρέπει να νικήσει την παντοδύναμη μάγισσα Νίμουε (Μίλα Γιόβοβιτς), που η σκούφια της κρατάει από τον μεσαιωνικό μύθο του βασιλιά Αρθούρου.

H Νίμουε βρίσκεται διαμελισμένη από το Εξκάλιμπερ του Αρθούρου λίγο πριν διαλύσει την οικουμένη και τα κομμάτια της φυλάσσονται σε διάφορα κρυφά μέρη για να μην ανακαλυφθούν και ανασυσταθεί, ώστε να ολοκληρώσει τον ανίερο σχέδιο της.

Με την βοήθεια σκοτεινών πλασμάτων η μάγισσα τελικά απελευθερώνεται στην σημερινή εποχή και ετοιμάζεται για μια μάχη ικανή να φέρει το τέλος του κόσμου. Στόχος της η καταστροφή της ανθρωπότητας και ο μόνος που μπορεί να την σταματήσει είναι το πλάσμα από την κόλαση με τα λιμαρισμένα κέρατα, που ονομάζεται Hellboy.

Η ταινία είναι ένα απύθμενο αλαλούμ βολεμένη φοβισμένα και αμήχανα στην σκιά του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο (σκηνοθέτης των δυο προηγούμενων Hellboy), που δεν μπορεί να ξεφύγει από την μπαλαφάρα και την δίνη της απλοϊκότητας και του προβλέψιμου.

Δεν είναι sequel, αλλά reboot του χάρτινου ήρωα του Μάικλ Τζόζεφ Μινόλα της Dark Horse Comics, καθώς επαναλαμβάνεται από άλλη οπτική η δημιουργία του «κολασμένου» ήρωα και ο Άγγλος σκηνοθέτης της επικής περιπέτειας, «Ο Σιωπηλός Εχθρός» (2010), Νιλ Μάρσαλ όχι μόνο δεν καταφέρνει να προσδώσει κάτι τις το παραπάνω από τα υπέροχα προηγούμενα δυο του Ντελ Τόρο, αλλά παραφουσκώνει το στόρι παντρεύοντας παράταιρα στοιχεία με άφθονο ταρατατζούμ.

Μηδενικής ατμόσφαιρας και ύφους η ταινία βυθίζεται αβοήθητη στο έλος του συμβιβασμού και μηδέ Γιοβοβιτς και Αρθούρος του Κάμελοτ καταφέρνουν να την διασώσουν.

Ο δε μικρών διαστάσεων ηθοποιός Ντέιβιντ Χάρμπουρ ως Hellboy προσπαθεί ο άνθρωπος να καλύψει το κενό απουσίας του Ρον Πέρλμαν, ο οποίος, λένε, ότι όταν του προτάθηκε να πρωταγωνιστήσει ξανά στην νέα ταινία, το πρώτο που ρώτησε ήταν: ποιος είναι ο σκηνοθέτης. Μόλις έλαβε την πληροφορία, πως Μεξικανός σκηνοθέτης Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο γιόκ, ο Πέρλμαν αρνήθηκε κατηγορηματικά.    

«Αμάντα»

(Amanda)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μίκαελ Χερς
  • Με τους: Βενσάν Λακόστ, Ισόρ Μουλτριέρ, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Danaos Films

Ένας νέος άνδρας χωρίς σταθερή δουλειά και σχέση, απολαμβάνει την ελαφρότητα της νεότητάς του στο Παρίσι. Σύντομα όμως, η ανεμελιά της ζωής του διακόπτεται βάναυσα από τον ξαφνικό χαμό της αδελφής του. Εκτός από το σοκ και τον πόνο, αναγκάζεται να διαχειριστεί και την κηδεμονία της μικρής ανιψιάς του.

Ο δεσμός ανάμεσα σ’ ένα παιδί που μεγαλώνει απότομα και σ’ έναν ενήλικα που δεν έχει ξεπεράσει την παιδική ηλικία είναι μία μόνο από τις αντιθέσεις που κινούν αυτή τη ταινία. Με φόντο το Παρίσι των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων ο σκηνοθέτης επιχειρεί να αποδώσει την ευθραυστότητα και τη βιαιότητα των καιρών μας.

Εστιάζοντας στα συναισθήματα των χαρακτήρων του, ο Μίκαελ Χερς αποδίδει την τραγωδία τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Ο Μίκαελ Χερς σπούδασε οικονομικά πριν φοιτήσει στο Τμήμα Παραγωγής της FEMIS. Σκηνοθετεί αρκετές ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους, μεταξύ των οποίων και το «Charell», που συμμετείχε το 2006 στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών.

Το 2010, σκηνοθετεί το «Memory Lane», την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους. Στις ταινίες του, η κάμερα επιχειρεί να ζωγραφίσει ένα πίνακα της σύγχρονης βίας μέσα από μια προσωπική τραγωδία, ένα οικογενειακό δράμα.

Αναφέρει ο σκηνοθέτης για την ταινία του: «Είναι η επείγουσα συγκυρία του σήμερα που με οδήγησε στο να δημιουργήσω αυτή την ταινία. Αισθάνθηκα την ανάγκη να αποτυπώσω κάτι εξαιρετικά εύθραυστο, σχεδόν ηλεκτρικό, που συμβαίνει αυτή τη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα, στην πόλη μου, το Παρίσι. Χωρίς να θέλω να σκιαγραφήσω το πορτραίτο μιας κατακλυσμιαίας Γαλλίας, χρησιμοποίησα ως αφετηρία ένα μάλλον σκοτεινό σημείο… κι αποφάσισα να το πιάσω από εκεί, όχι μέσω του καταστροφισμού και της άρνησης της πραγματικότητας, αλλά μέσω των ανθρώπινων σχέσεων και τα συναισθημάτων. Ο μόνος δυνατός συνδυασμός δηλαδή, για έναν περισσότερο ανεκτό κόσμο, κατά την γνώμη μου.»

«Αμάντα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Amanda)    

 

  • Είδος: Δράμα
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία : Μίκαελ Χερς
  • Με τους: Βενσάν Λακόστ, Ισόρ Μουλτριέρ, Στέισι Μάρτιν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Danaos Films

Ένας νέος άνδρας χωρίς σταθερή δουλειά και σχέση, απολαμβάνει την ελαφρότητα της νεότητάς του στο Παρίσι. Σύντομα όμως, η ανεμελιά της ζωής του διακόπτεται βάναυσα από τον ξαφνικό χαμό της αδελφής του. Εκτός από το σοκ και τον πόνο, αναγκάζεται να διαχειριστεί και την κηδεμονία της μικρής ανιψιάς του.

Ο δεσμός ανάμεσα σ’ ένα παιδί που μεγαλώνει απότομα και σ’ έναν ενήλικα που δεν έχει ξεπεράσει την παιδική ηλικία είναι μία μόνο από τις αντιθέσεις που κινούν αυτή τη ταινία. Με φόντο το Παρίσι των πρόσφατων τρομοκρατικών επιθέσεων ο σκηνοθέτης επιχειρεί να αποδώσει την ευθραυστότητα και τη βιαιότητα των καιρών μας.

Εστιάζοντας στα συναισθήματα των χαρακτήρων του, ο Μίκαελ Χερς αποδίδει την τραγωδία τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

 

Ο Μίκαελ Χερς σπούδασε οικονομικά πριν φοιτήσει στο Τμήμα Παραγωγής της FEMIS. Σκηνοθετεί αρκετές ταινίες μικρού και μεσαίου μήκους, μεταξύ των οποίων και το «Charell», που συμμετείχε το 2006 στην Εβδομάδα Κριτικής των Καννών.

Το 2010, σκηνοθετεί το «Memory Lane», την πρώτη ταινία μεγάλου μήκους. Στις ταινίες του, η κάμερα επιχειρεί να ζωγραφίσει ένα πίνακα της σύγχρονης βίας μέσα από μια προσωπική τραγωδία, ένα οικογενειακό δράμα.

Αναφέρει ο σκηνοθέτης για την ταινία του: «Είναι η επείγουσα συγκυρία του σήμερα που με οδήγησε στο να δημιουργήσω αυτή την ταινία. Αισθάνθηκα την ανάγκη να αποτυπώσω κάτι εξαιρετικά εύθραυστο, σχεδόν ηλεκτρικό, που συμβαίνει αυτή τη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα, στην πόλη μου, το Παρίσι. Χωρίς να θέλω να σκιαγραφήσω το πορτραίτο μιας κατακλυσμιαίας Γαλλίας, χρησιμοποίησα ως αφετηρία ένα μάλλον σκοτεινό σημείο… κι αποφάσισα να το πιάσω από εκεί, όχι μέσω του καταστροφισμού και της άρνησης της πραγματικότητας, αλλά μέσω των ανθρώπινων σχέσεων και τα συναισθημάτων. Ο μόνος δυνατός συνδυασμός δηλαδή, για έναν περισσότερο ανεκτό κόσμο, κατά την γνώμη μου.»