fbpx

Η Νατάσα Παπαμιχαήλ συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Είναι υποχρέωσή μας να σταθούμε αντάξιοι των προγόνων μας και να λειτουργήσουμε προσθετικά και εξελικτικά. Για να το καταφέρουμε αυτό, είναι απαραίτητο να έχουμε τις γνώσεις, όμως εξίσου απαραίτητο είναι να ζούμε, με ανάλογη αξιοπρέπεια, την καθημερινότητά μας»

Οι εμφανίσεις και οι παραστάσεις της  Νατάσας Παπαμιχαήλ Χορογράφου- performer– ηθοποιού- σκηνοθέτη –  μιας τετραθλήτριας της τέχνης, καταλήγουν σε ένα εντυπωσιακό χειροκρότημα, που δεν είναι τίποτα άλλο από την επιβράβευση του κοινού. Και έπονται οι εξαιρετικές κριτικές να σημαδεύουν την επιτυχημένη διαδρομή της και να επισφραγίζουν τις επιλογές της ως καλλιτεχνικής διευθύντριας του θεάτρου «Olvio», που αγγίζουν βαθιά τους θεατρόφιλους.

Αυτή την περίοδο η Νατάσα Παπαμιχαήλ και οι συνεργάτες της δουλεύουν σε υπερεντατικούς ρυθμούς ώστε να είναι πανέτοιμοι για την πρεμιέρα του έργου  το «Υπόγειο» του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ Ι Ζουρνέτ, που έχει προγραμματιστεί για το Σάββατο 16 Μαρτίου 2019.

Το Intownpost φιλοξενεί σήμερα την κα. Παπαμιχαήλ και αφουγκράζεται τις αγωνίες της αυτή την αβυσσαλέα εποχή.

Στο θέατρο OLVIO, ένα από τα ωραιότερα θέατρα της Αθήνας που είστε Καλλιτεχνική Διευθύντρια κα Παπαμιχαήλ, επενδύετε στην τέχνη, όχι ως εμπόρευμα, αλλά ως μέσο ανύψωσης του νου και το κοινό το αναγνωρίζει. Κρατώντας αυτή τη στάση ανταπεξέρχεστε στο οικονομικό κομμάτι, με τόσες παραγωγές σε αυτή την εποχή της βαθιάς ύφεσης;

Κάθε φορά παίζουμε με τα όριά μας προκειμένου να ανταπεξέλθουμε οικονομικά σε αυτή τη δύσκολη εποχή για το θέατρο. Η αρχική μας απόφαση, στην οποία εμμένουμε ακόμη, είναι ότι θα μείνουμε πιστοί στους αρχικούς μας στόχους χωρίς εκπτώσεις, μέχρι τελικής πτώσης, γιατί έτσι, ΖΟΥΜΕ.

Σκηνοθετείτε κι ερμηνεύετε στην παράσταση του έργου «Υπόγειο» του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ Ι Ζουρνέτ, που θα κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 16 Μαρτίου 2019. Είναι το έργο του Καταλανού συγγραφέα, μια επώδυνη κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή, όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου της παράστασης;

Είναι πράγματι μια επώδυνη κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή, γραμμένη και δοσμένη από τον συγγραφέα με εντελώς συμβολικό τρόπο. Περιέχει όλα τα στάδια που περνάει ο άνθρωπος προκειμένου να έρθει σε επαφή με τον κρυμμένο εαυτό του, καθώς και όλες τις αντιστάσεις και δυσκολίες που συναντά, όταν αποφασίζει να φτάσει στην αλήθεια του. Στη σκηνή, όλη αυτή η διαδικασία έρχεται μπροστά στον θεατή με τη μορφή μιας τυχαίας συνάντησης δύο άγνωστων ανδρών, που όμως μοιάζουν πολύ μεταξύ τους.

Η αγάπη, το μίσος, η ζωή, ο θάνατος, τα βιώματα και οι συμπεριφορές, που συνθέτουν έναν αναπάντεχο κύκλο ζωής, είναι αυτά που μας απασχολούν στο εξαιρετικό αυτό έργο του Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ Ι Ζουρνέτ.

Και εν τέλει η κατάβαση στο «Υπόγειο» μπορεί να είναι λύτρωση, κάθαρση, εξιλέωση ή ακόμη και εγκλωβισμός;

Θα κατεβούμε στο Υπόγειο. Πως είναι;

– Εξαρτάται… από σένα.

Χρησιμοποιώ δύο φράσεις από το τέλος του έργου σαν απάντηση. Νομίζω εξαρτάται από το πόσο διατεθειμένος είναι ο καθένας μας, να πλησιάσει την προσωπική του αλήθεια.

Και τι αφήνει πίσω του ως παρακαταθήκη το «Υπόγειο»;

Τη σημασία που έχει η αναζήτηση του άγνωστου, κρυμμένου εαυτού μας για την προσωπική εξέλιξη.

Κατά τη γνώμη μου, η κατάβαση στο υπόγειο είναι ο μόνος δρόμος προς την ατομική ελευθερία, άρα ο μόνος τρόπος να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής και τις σχέσεις μας.

Ο συγγραφέας αγαπητός στη χώρα μας έχει στενούς δεσμούς με Έλληνες, που αγαπούν το θέατρο και που είναι συνεχώς δίπλα του. Εκείνο δε, που με συγκλόνισε, διαβάζοντας τη συνέντευξή του, είναι η άποψή του για τους μεγάλες ποιητές της αρχαιότητας: «…Οφείλει να έχει διαβάσει ολόκληρο τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη όποιος άνθρωπος από οποιαδήποτε γωνιά του πλανήτη αγαπά πραγματικά το θέατρο. Και τον Αριστοφάνη! Ο Ευριπίδης, τόσο κοντά στον τρόπο που σκεφτόμαστε, με συνεπαίρνει όλο και περισσότερο. Φυσικά όμως, ο βασιλιάς είναι ο Αισχύλος. Τους διαβάζω στα καταλανικά, γιατί δε γνωρίζω νέα ελληνικά». Έχετε να πείτε κάτι επ΄ αυτού κα. Παπαμιχαήλ;

Είναι σπουδαία η παρακαταθήκη που άφησαν οι ποιητές και οι φιλόσοφοι της Αρχαίας Ελλάδας σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι φωτισμένοι καλλιτέχνες και επιστήμονες απ’ όλα τα μέρη της γης, γνωρίζουν και αγαπούν την Αρχαία και Σύγχρονη Ελλάδα. Είναι υποχρέωσή μας να σταθούμε αντάξιοι των προγόνων μας και να λειτουργήσουμε προσθετικά και εξελικτικά. Για να το καταφέρουμε αυτό, είναι απαραίτητο να έχουμε τις γνώσεις, όμως εξίσου απαραίτητο είναι να ζούμε, με ανάλογη αξιοπρέπεια, την καθημερινότητά μας.

«Η Τέχνη είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο. Η φύση δεν την έχει ανάγκη… η φύση είναι Τέχνη από μόνη της.»

Ο Χριστόδουλος Στυλιανού, η Νατάσα Παπαμιχαήλ και ο Δημήτρης Μαύρος, στην παράσταση του έργου «Υπόγειο» που ανεβαίνει στο θέατρο Olvio.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την τέχνη της Τερψιχόρης και το θέατρο; Υπήρξαν επιρροές από το οικογενειακό σας περιβάλλον;

Αυτή πάντα είναι μια δύσκολη ερώτηση καθώς τη στιγμή που αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με το χορό σχεδόν δεν τη θυμάμαι. Επειδή δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου χωρίς τον χορό, μπορώ να σας πω, ότι ήταν για εμένα η φυσική εξέλιξη της ζωής. Για να γίνει κανείς χορευτής πρέπει να μπει σε ένα πλαίσιο από πολύ μικρός, να μάθει να λειτουργεί μέσα σε μια ομάδα, να εξελίσσει καθημερινά τις δεξιότητες του μυαλού και του σώματος, μέσα από μια διαδικασία που ελευθερώνει έκφραση και συναισθήματα. ‘Έτσι, λοιπόν, όταν στα 18 αποφάσισα πια να ασχοληθώ επαγγελματικά με την τέχνη της Τερψιχόρης, ήμουν πεπεισμένη πως ο Χορός είναι η πιο ολοκληρωμένη μορφή έκφρασης.Το οικογενειακό μου περιβάλλον ήταν πολύ υποστηρικτικό και αυτό βοήθησε πολύ.

Ποια είναι η πιο όμορφη στιγμή κατά τη διαδικασία δημιουργίας μιας παράστασης;

Η στιγμή που νιώθει κανείς την ιερότητα του στόχου που υπηρετεί, δηλαδή της παράστασης, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Η στιγμή που νιώθει κανείς ουσιαστικά ελεύθερος, να εκτεθεί και να ξεπεράσει τα όριά του μέσα στην πρόβα.

Μέσα σε ολόκληρη την καλλιτεχνική σας διαδρομή έχετε ξεχωρίσει κάποιες πιο συγκεκριμένες περιόδους δουλειάς και για ποιους λόγους;

Όλες ήταν εξίσου σημαντικές. Από όλες πήρα πολλά και σε όλες έδωσα ότι καλύτερο μπορούσα.

Ποιος είναι ο κύριος προβληματισμός ή η ιδέα με την οποία «αποπειράστε» στην τέχνη σας γενικότερα;

Η επικοινωνία μέσα από την αλήθεια νομίζω ότι πάντα με απασχολούσε και με απασχολεί στη ζωή, επομένως και στην τέχνη μου.

Μπορούμε να πούμε ότι η τέχνη είναι η δύναμη που θα αλλάξει τον κόσμο;

Αυτό πιστεύω και γι’ αυτό είμαι εδώ. Η αισθητική είναι το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο. Η τέχνη διαμορφώνει συνείδηση, ευαισθησία και σεβασμό για τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Αν η ασχήμια εκλείψει, σίγουρα ο κόσμος θα αλλάξει προς το καλύτερο.

Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έχει επηρεάσει γενικότερα τις συνθήκες και το πλαίσιο δημιουργίας και διακίνησης της τέχνης;

Όλα τα είδη κρίσης έχουν στόχο να υποβαθμίσουν την Τέχνη, καθώς πιστεύω πως μια οικονομική κρίση είναι το επακόλουθο μιας κρίσης συνείδησης. Όταν λοιπόν σε μια συνείδηση σε κρίση έρθει σαν επισφράγιση η οικονομική, τότε ο άνθρωπος νομίζει πως η τέχνη είναι περιττή. Φαντάζεστε όμως έναν κόσμο χωρίς μουσική; Χωρίς ρυθμό; Η Τέχνη είναι απαραίτητη για τον άνθρωπο. Η φύση δεν την έχει ανάγκη… η φύση είναι Τέχνη από μόνη της.

Πιστεύετε ότι οι νέοι που θέλουν να ασχοληθούν με το θέατρο μπορούν να μετατρέψουν την κρίση σε μια ευκαιρία; Με την έννοια να προχωρήσουν μπροστά με δύναμη και ορμή και να δώσουν αλλά και να πάρουν ανάσες πνευματικής ανακούφισης;

Οι νέοι μπορούν να κάνουν τα πάντα. Είναι το μέλλον και δεν πρέπει να τους σταματάει τίποτα. Να βάζουν στόχους και να μην τους εγκαταλείπουν. Το θέατρο και γενικά η τέχνη είναι ζωή και πρέπει να στηρίζεται από ζωντανούς οργανισμούς, οι οποίοι θα παίρνουν ανάσες πνευματικής ανακούφισης, χωρίς ποτέ να παραλείπουν την υποχρέωση που έχουν απέναντι στον εαυτό τους, να γίνει η εξέλιξη τους, τρόπος ζωής.

Υπάρχει κάτι με το οποίο θα θέλατε να πειραματιστείτε κα. Παπαμιχαήλ και δεν το έχετε επιχειρήσει ακόμη;

Υπάρχει κάτι, που όμως δεν μπορώ να αποκαλύψω.

Έχετε σκεφθεί που θα θέλατε να μας οδηγήσει αυτή η περιπέτεια στο πλαίσιο του θεατρικού διαλόγου;

Προς το παρόν θα μας οδηγήσει στο «Υπόγειο»…

«Η νέα ελληνική ταινία για τον Μέγα Αλέξανδρο». Ο Νάσος Καββαθάς μιλάει με τον Τάκη Βογόπουλο

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

«…Κάνω κινηματογράφο εμπνεόμενος μόνο από το μακρινό παρελθόν, η επικαιρότητα και η καθημερινότητα προσβάλλουν την αισθητική μου»

Η ταινία Αλέξανδρος ο Μακεδών ετοιμάζεται, υπό την κινηματογραφική ματιά του σκηνοθέτη-ηθοποιού Τάκη Βογόπουλου.

Πριν από μερικά χρόνια (2014) βγήκε στις αίθουσες η προηγούμενη ταινία του Τάκη Βογόπουλου, ο διαφορετικός, ανατρεπτικός «Λέων της Πεντέλης», που είχε για αντικείμενό της τον Λήσταρχο Νταβέλη.

Ο «Λέων της Πεντέλης» αγκαλιάστηκε από το κοινό, βραβεύτηκε στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Κύπρου, και εξέπληξε με την “out of the box” – σχεδόν a la Monty Python– άποψή της. Αυτή την εποχή ο σκηνοθέτης προωθεί την προβολή της πρωτότυπης αυτής ταινίας στην κρατική τηλεόραση.

Παράλληλα όμως, ασχολείται κυρίως με τη δημιουργία της νέας του ταινίας στην οποία καταπιάνεται με τον Μακεδόνα κοσμοκατακτητή, Μέγα Αλέξανδρο. Μπορούμε με σιγουριά να υποθέσουμε ότι θα πρόκειται για μια διαφορετική ματιά στο μύθο του θρυλικού Έλληνα. Όπως και με τον «Λέοντα της Πεντέλης», έτσι κι εδώ: οι ταινίες του Τάκη Βογόπουλου είναι ‘passion projects’ , σκηνοθετεί, πρωταγωνιστεί, γράφει, χρηματοδοτεί.

Η πρώτη, λοιπόν, ελληνική ταινία για τον Μέγα Αλέξανδρο βρίσκεται σε προχωρημένα στάδια προετοιμασίας. Συζητήσαμε με τον Τάκη Βογόπουλο, να μας πει ότι νεότερο σχετικά.

Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η ταινία; Πότε αναμένεται να τη δούμε στις αίθουσες;

Η ταινία αναγκαστικά λόγω των δεδομένων συνθηκών είναι ένα work in progress που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2016. Βρίσκεται σε πολύ ικανοποιητικό επίπεδο, το ωφέλιμο υλικό έχει «αγγίξει» τη μεγάλου μήκους, καθώς μοντάρουμε παράλληλα με τα γυρίσματα. Αν και σκόπευα να έχω τελειώσει μέχρι τέλος του 2018, έχουν μείνει κάποιες σκηνές αρκετά δύσκολες και ευελπιστώ ότι η ταινία θα είναι έτοιμη μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους.

H ταινία Αλέξανδρος ο Μακεδών είναι μια βιογραφική ταινία για τον Μέγα Αλέξανδρο;

Η ταινία δεν είναι αμιγώς βιογραφική. Πιστεύω πως η βιογραφία οποιουδήποτε προσώπου στον κινηματογράφο είναι υποκειμενική και ουτοπική. Επικεντρώθηκα στις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του Αλεξάνδρου, αν και υπάρχουν αρκετές αναδρομές σε σημαντικές στιγμές του. Τολμώ να πω πως επιχειρώ ένα ταξίδι στα βάθη της ψυχής του Αλεξάνδρου, όπως την αντιλαμβάνομαι από το αποτέλεσμα της μακρόχρονης μελέτης μου για την προσωπικότητά του.

Αν και γνωρίζω ότι ξεκίνησες την ταινία εδώ και αρκετό καιρό, αναπόφευκτα πρέπει να σου ζητήσω να σχολιάσεις τις εξελίξεις στο «Μακεδονικό» ζήτημα.

Όσο κι αν ο τίτλος της ταινίας σχετίζεται με το «Μακεδονικό ζήτημα», αυτό δεν αποτελεί παρά μια απλή σύμπτωση. Κάνω κινηματογράφο εμπνεόμενος μόνο από το μακρινό παρελθόν, η επικαιρότητα και η καθημερινότητα προσβάλλουν την αισθητική μου.

Ελένη Γαληνού: Μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου σε α’ πρόσωπο

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Ο γνωστός θρύλος ξαναζωντανεύει στα χνάρια μιας άκρως ανατρεπτικής εκδοχής που φέρνει στο φως συγκλονιστικές αποκαλύψεις»

Η Ελένη Γαληνού γεννήθηκε στην Αθήνα, κατάγεται από τη Μυτιλήνη και σήμερα κατοικεί στα Μελίσσια. Σπούδασε στη Σχολή Βακαλό Διακοσμητική και Γραφικές Τέχνες Αρκετά νωρίς φιλοτέχνησε δύο προσωπικές σειρές χιουμοριστικών σκίτσων που έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά.

Παράλληλα ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, τη ζωγραφική, την ποίηση και τη στιχουργική. Τον Μάιο του 2007 πραγματοποίησε την πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής με θέμα Σύννεφα. Ακολούθησαν δύο ακόμα ομαδικές εκθέσεις στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, το 2007 και το 2008.

Με τη λογοτεχνία ασχολείται αρκετά χρόνια. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Έχει συμμετάσχει στο συλλογικό έργο Η Πόλη Φοβάται με το διήγημα …για ένα τσιγάρο! Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Όταν Στέρεψε η Αντοχή (2013), Πέρα από τις Κόκκινες Γραμμές (2014), Ακόμη Θυμάμαι (2015). Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα Όσα δεν Έγιναν Λέξεις (2016) και Μυστική Διαθήκη (2018)

σε α’ πρόσωπο

Μετά τη «Μυστική Διαθήκη», έρχεται το νέο μου βιβλίο «Αιώνιοι Ψίθυροι», που είναι το δεύτερο αυτοτελές βιβλίο για τους κρυφούς κόσμους της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Αιώνιοι Ψίθυροι είναι οι θρύλοι, είναι ανεπιβεβαίωτα γεγονότα που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα σαν ψίθυροι, ανακατεύοντας την αλήθεια με φαντασία και φτιάχνοντας κάτι μεταξύ πραγματικού και μυθικού που καταφέρνει να επιπλέει στον χρόνο χάρη στην περιέργεια του κόσμου.

Αυτή τη φορά αποφάσισα να γράψω για τον γνωστότερο θρύλο που ακολουθεί την Δούκισσα της Πλακεντίας. Τον θρύλο της Δούκισσας με τον Λήσταρχο Νταβέλη και τις στοές της Πεντέλης.

Ιστορικά γνωρίζουμε πως ερωτική σχέση θα ήταν κάπως δύσκολο να υπάρξει μεταξύ τους αφού όταν εκείνη ήταν 67 χρόνων και αρκετά καταπονημένη αφού στα 69 πέθανε, εκείνος ήταν μόλις 19. Όμως ένας τόσο δυνατός θρύλος που κατάφερε να υπερκαλύψει οτιδήποτε άλλο, μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει καμιά βάση.

Με αυτό το σκεπτικό κινήθηκα λοιπόν, και σε συνδυασμό με τις υπόγειες στοές της Αθήνας και τις Πεντέλης που αναφέρω στην Μυστική Διαθήκη, η ιστορία ήρθε και κούμπωσε τόσο αρμονικά που εξέπληξε και εμένα την ίδια. Αν η Δούκισσα ήθελε να φτιάξει κρυφές υπόγειες στοές, σε ανθρώπους παράνομους σαν τον Νταβέλη και τον Μπίμπιση θα στρεφόταν.

Κι αν έφτιαξε στοές, τότε σίγουρα δεν το έκανε για να συναντά μυστικά τον εραστή της.

Είχε σχολιαστεί πάρα πολλές φορές στο παρελθόν για την ερωτική της σχέση με νεότερους άντρες, που δεν χρειαζόταν σε αυτήν την ηλικία να κρατήσει πλέον τα προσχήματα. Αν τον είχε εραστή θα τον έβαζε κανονικά απ’ την πόρτα και δεν θα έμπαινε στην φασαρία να φτιάξει τέτοιες στοές. Άρα κάτι πιο μυστηριώδες υπάρχει

σε αυτόν τον θρύλο και αυτό πραγματεύεται το δεύτερο βιβλίο.

Τώρα το μυθιστόρημα που τρέχει στο παρόν με την Ελίζα, την οικογένειά της και την φίλη της Κωνσταντίνα, συνεχίζεται στο δεύτερο βιβλίο, με νέες περιπέτειες και προσθήκη καινούργιων ηρώων, που κάνουν την ιστορία να αποκτά περισσότερο μυστήριο, αγωνία και πολλές ανατροπές.

Οι πολύτιμοι χάρτες θα κινδυνέψουν, η κόρη της Ελίζας θα βρεθεί στα χέρια αδίστακτων ανθρώπων κι εκείνη, θα αναζητήσει εναγωνίως λύση σε μια αλλόκοτη αλήθεια που συνδέει το παρελθόν με το παρόν με

φόντο την Δούκισσα της Πλακεντίας και μια σύγχρονη μυστηριώδη Αθήνα.

Ο γνωστός θρύλος ξαναζωντανεύει στα χνάρια μιας άκρως ανατρεπτικής εκδοχής που φέρνει στο φως συγκλονιστικές αποκαλύψεις.

Το βιβλίο «Αιώνιοι Ψίθυροι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα

Θα παρουσιαστεί

την Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019, στις 18:00
στο βιβλιοπωλείο IANOS (Σταδίου 24, Αθήνα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η βιβλιοκριτικός και επιμελήτρια Κλειώ Ισίδ. Τσαλαπάτη και η συγγραφέας. Αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Γιώτα Ζερδεβά

H Ράνια Μπουμπουρή μιλάει με την Τίνα Πανώριου σε α’ πρόσωπο

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

««Τα αδέλφια μου» είναι πολύ φρέσκα ακόμη, μόλις κυκλοφόρησαν, ευελπιστώ όμως ότι θα βοηθήσουν τα παιδιά να καταλάβουν πως τα αδέλφια μας είναι ανεκτίμητος θησαυρός στη ζωή μας»

Η Ράνια Μπουμπουρή είναι δημοσιογράφος, επιμελήτρια εκδόσεων και μεταφράστρια. Γεννήθηκε το 1974 στο Καρπενήσι, όπου πέρασε ξέγνοιαστα παιδικά χρόνια με πολλά γέλια και πολλούς καβγάδες με τις τέσσερις αδελφές της. Στις πανελλήνιες εξετάσεις πέρασε πρώτη στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. του Α.Π.Θ., όπου αρίστευσε στα μαθήματα λόγου και φιλοσοφίας με καθηγητές τους Δ.Ν. Μαρωνίτη και Γ. Βώκο αντίστοιχα.

Λατρεύει την παιδική λογοτεχνία και είναι μέλος του ελληνικού τμήματος της I.B.B.Y. (International Board on Books for Young People). Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν δεκαπέντε βιβλία της, μεταξύ των οποίων τα «Μια Τρελή τρελή Αλαβήτα» (Έπαινος Ποίησης της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς), «Ένα Τρελό Τρελό Αριθμητάρι» και «Ένα Τρελό Τρελό Αγρόκτημα», τα οποία συνοδεύονται από CDs σε μελοποίηση του Αλκιβιάδη Κωνσταντόπουλου, με τη συμμετοχή πολύ γνωστών και αγαπημένων καλλιτεχνών.

Σε α’ πρόσωπο

Είναι μεγάλη πρόκληση να μιλάς για θέματα ουσιαστικά σε πολύ μικρά παιδιά, που τώρα κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην αποκωδικοποίηση της κοινωνίας και του κόσμου – για θέματα που ίσως φαντάζουν δεδομένα, αλλά δεν είναι. «Οι γονείς μου», «Η γιαγιά μου και ο παππούς μου» και «Τα αδέλφια μου» (Εκδόσεις Ψυχογιός) είναι τρία βιβλία που έγραψα με τη σκέψη: «Τι θ’ άξιζε να πούμε σε πολύ μικρά παιδιά για την οικογένεια;»

Και τα τρία βιβλία απέχουν από την παραδοσιακή δομή μιας ιστορίας –δηλαδή αρχή μέση τέλος– και είναι χωρισμένα σε τρία μέρη.

Στους «Γονείς μου», το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στη μαμά: αριστερά σε κάθε σελίδα δείχνουμε μια σούπερ μαμά –αστροναύτισσα, εξερευνήτρια, σπουδαία επιστήμονα, διάσημη τραγουδίστρια κ.λπ.– και δεξιά μια απλή, καθημερινή μαμά.

Η εικονογράφηση της Χρύσας Σπυρίδωνος είναι τρυφερή όσο και αστεία: σε κάθε σαλόνι έχει κρύψει ένα μικρό κατοικίδιο, το οποίο συμμετέχει στη δράση και τα παιδιά απολαμβάνουν να το ξετρυπώνουν.

 

Η μαμά μου…

…ποτέ δεν έχει ταξιδέψει στο φεγγάρι

αλλά φροντίζει να έχω πάντα καθαρά ρούχα στο συρτάρι.

…ποτέ δεν έχει κάνει συναυλία με χιλιάδες κόσμο να τη χειροκροτά

αλλά με νανουρίζει κάθε βράδυ με φωνή πολύ, πολύ γλυκιά.

Και ούτω καθεξής. Στην ίδια λογική, μιλάμε και για τον μπαμπά:

Ο μπαμπάς μου…

…ποτέ δεν έχει παίξει σε μια μεγάλη ομάδα μπάλα,

αλλά με πάει συχνά στο πάρκο για τσουλήθρα και τραμπάλα.

…ποτέ δεν έγινε στην όπερα διάσημος τενόρος,

αλλά συνέχεια μου γελά κι αστράφτει όλος ο χώρος.

Στο τέλος του βιβλίου, παρουσιάζω ό,τι θα ήθελα να μείνει στα παιδιά για τους γονείς τους, για παράδειγμα:

Οι γονείς μου…

…δε ζούνε σε παλάτια, με πλούτη και με μεγαλεία,

αλλά κοντά τους νιώθω σαν τους βασιλιάδες στη Γαλλία.

…δεν είναι σούπερ ήρωες γενναίοι, φοβεροί και τρομεροί,

αλλά είμαι ο δικός τους θησαυρός κι είναι οι δικοί μου θησαυροί!

Το δεύτερο βιβλίο, «Η γιαγιά μου και ο παππούς μου», χωρίζεται επίσης σε τρία μέρη – το πρώτο αφιερωμένο στη γιαγιά, το δεύτερο στον παππού, το τρίτο και στους δύο. Η Χρύσα Σπυρίδωνος πάλι προσθέτει τη δική της σπιρτόζικη πινελιά και με τις ζωγραφιές της καταφέρνει ν’ αφηγηθεί μια παράλληλη, αστεία ιστορία στα παιδιά. Από άποψη κειμένου, εστιάζω κυρίως στις δραστηριότητες που κάνουν οι γιαγιάδες-παππούδες με τα εγγόνια τους, στις στιγμές που χτίζουν τη σχέση τους και στις αναμνήσεις που δημιουργούν από κοινού. Παραδείγματος χάριν:

Η γιαγιά μου…

…με περιμένει όταν πάω να τη δω μ’ ανοιχτή την αγκαλιά της

κι εγώ σφίγγω τα χέρια στον λαιμό της και μυρίζω τα μαλλιά της.

…μου μαγειρεύει χίλια, μύρια ντολμαδάκια

και τα πιο νόστιμα του κόσμου γιουβαρλάκια.

Ο παππούς μου…

…δε βλέπει λέξη να διαβάσει αν δε φοράει τα γυαλιά του

αλλά αστράφτει όταν με βλέπει απ’ τη χαρά του.

…όταν διψάω, μου στύβει τον πιο νόστιμο χυμό

κι αν κάνει ζέστη, κρυφά απ’ όλους με κερνάει παγωτό.

Η γιαγιά μου και ο παππούς μου…

…δεν είναι πλούσιοι, σπουδαίοι, διάσημοι κι αστραφτεροί

μα νιώθω τυχερή γιατί τους έχω κι εκείνοι νιώθουν εξίσου τυχεροί!

Στο καινούργιο μου βιβλίο, «Τα αδέλφια μου», εστιάζω κυρίως στα συναισθήματα που γεννά στα παιδιά η συμβίωση, συναισθήματα που περνούν από μια μεγάλη γκάμα και σε κάθε σελίδα συνδέονται με διαφορετικό ζώο. Και πάλι η Χρύσα Σπυρίδωνος με τις ευφάνταστες εικόνες της αποτυπώνει θαυμαστά τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στ’ αδέλφια μέσα από τη χαρά και τη λύπη τους, μέσα από τις σκανταλιές και τα παιχνίδια τους:

Η αδελφή μου…

…σαν ελαφίνα χαρωπά τρέχει από δω, από κει γυρίζει

μα σαν πεισμώνει –πο, πο!– γαϊδουράκι μού θυμίζει!

…με νοιάζεται σαν μελισσούλα που φροντίζει τη φυλή της

μα όταν θυμώνει –οοοχ!– σαν σφήκα ετοιμάζει το κεντρί της!

Ο αδελφός μου…

…σαν πιγκουίνος περπατάει και πηδά, όποτε θέλει να με κάνει να γελάσω

μα σαν γορίλας φωνάζει δυνατά, αν κάποιο απ’ τα παιχνίδια του χαλάσω!

…σαν ψύλλος που πηδά εδώ κι εκεί, αχ! πόσο με ζαλίζει ώρες ώρες

μα σαν πολυταξιδεμένος πελαργός μού λέει ωραίες ιστορίες γι’ άλλες χώρες.

Τα αδέλφια μου κι εγώ…

…κι αν τσακωθούμε και μαλώσουμε, σε λίγο πάλι θα τα βρούμε

αφού «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»!

Τα βιβλία «Οι γονείς μου» και «Η γιαγιά μου και ο παππούς μου» έχουν αγαπηθεί πολύ από τα παιδιά, γεγονός που αποτυπώνεται τόσο στα σχόλια που δεχόμαστε από γονείς κι εκπαιδευτικούς, όσο και στις πωλήσεις τους (έχουν ξεπεράσει τα 5.000 αντίτυπα μαζί). «Οι γονείς μου», μάλιστα, κυκλοφορούν και στην Τουρκία.

«Τα αδέλφια μου» είναι πολύ φρέσκα ακόμη, μόλις κυκλοφόρησαν, ευελπιστώ όμως ότι θα βοηθήσουν τα παιδιά να καταλάβουν πως τα αδέλφια μας είναι ανεκτίμητος θησαυρός στη ζωή μας και πως:

Πάντοτε μοιραζόμαστε τα πάντα – παιχνίδια, ρούχα, σπίτι, μυστικά

και, μάλιστα, το πιο σπουδαίο απ’ όλα: τη θέση στων γονιών μας την καρδιά!

«Τα αδέλφια μου» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός

Δημήτρης Θεοφίλου: «Η Αριστοκρατική Λεπτότητα του «Μαγεμένου Αυλού»», συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου»

Ένα μύθο θα σας πω, για τον Μαγεμένο τον Αυλό.

Σε ένα χώρο άκρως ερωτικό, με χαμηλή μουσική, έτσι ώστε να αφήνει τους θαμώνες του να επικοινωνούν μεταξύ τους, δεσπόζει ο Μαγεμένος Αυλός. Ένας χώρος που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1961. Πρώτος ιδιοκτήτης ο Γιώργος Πολυχρόνης, κοσμική περσόνα της Αθήνας και γαμπρός του Παυλίδη, ίδρυσε ένα πρατήριο γλυκών. Αργότερα ο πολυταξιδεμένος Πολυχρόνης, εισάγει το αλμυρό στις γεύσεις και το πρατήριο μετατρέπεται σε εστιατόριο με πρωτόγνωρες για την εποχή γεύσεις: πίτσα, fondue..

Όταν το 1985 ο ιδρυτής αποσύρεται. Το τιμόνι πιάνει ο Δημήτρης Θεοφίλου, που υπήρξε θαμώνας του θρυλικού εστιατορίου. Τόσο θρυλικό, που κατά την διάρκεια της κουβέντας μας, μια κυρία, εισέρχεται στο χώρο για να δείξει στις Γαλλίδες ανιψιές της το στέκι του μέγα Μάνου Χατζηδάκι.

Ρωτώ τον κύριο Θεοφίλου για τα παιδικά του χρόνια και την ιστορία των γονιών του:

«Τον καιρό που ήρθα στη ζωή, ο πατέρας μου είχε μια ιστορική ταβέρνα στην Πλάκα και μία τουριστική κατασκήνωση στην παλιά Επίδαυρο. Δύο μέρη, που μαζεύονταν άνθρωποι με μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Πλάκα θεατράνθρωποι, δημοσιογράφοι, παλαιοί Αθηναίοι. Εις δε την κατασκήνωση όλο το καλλιτεχνικό προσωπικό που δημιουργούσε τότε τα ιστορικά φεστιβάλ της Επιδαύρου.

Έτσι λοιπόν συναναστράφηκα από την ηλικία των απαλών ονύχων όλον αυτόν τον κόσμο. Μα και η μητέρα μου προέρχονταν από καλλιτεχνική στόφα, διότι ως έφηβη, έγινε μαθήτρια τραγουδιού στον σπουδαίο μας Αττίκ. Στην περίφημη «μάντρα» του εμφανιζόταν σε διάφορες παραστάσεις. Η αδερφή της μητέρας μου ήταν η γνωστή χορεύτρια Λίντα Άλμα, που έγραψε ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σύνδεσε τη ζωή της με τον Μάνο Κατράκη.»

Πως ο Μαγεμένος Αυλός φτάνει στα χέρια του;

«Εδώ βρήκα ένα στρωμένο δρόμο με ροδοπέταλα. Εδώ είχε ήδη γραφτεί ιστορία όταν ήρθε στα χέρια μου. Ερχόμουν ως πελάτης και με έθελγε η παρουσία του Χατζηδάκι και των άλλων τεραστίων προσωπικοτήτων. Όταν ο Γιώργος Πολυχρόνης ενδιαφέρθηκε να αποσυρθεί, βρεθήκαμε στο τιμόνι εμείς. Προσπαθήσαμε να έχουμε ένα σεβασμό στην παράδοση, θέλοντας να δώσουμε ένα φρέσκο αεράκι, χωρίς να ανατρέψουμε το ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον. Ο Αυλός έχει έντονη την πατίνα του χρόνου, ακόμα και στα έπιπλα του, στο πάτωμα του, στους τοίχους του, στα πιάτα του».

Μάνος Χατζηδάκις – Μίκης Θεοδωράκης –Δήμος Μούτσης

«Ο Μάνος σύχναζε στον Αυλό από τις αρχές του 60. Όταν τέλειωνε η «Οδός Ονείρων», που απέναντι της είχε την «Όμορφη Πόλη» του Μίκη, εκείνος εμφανιζόταν. Οι δύο μεγάλοι δημιουργοί αγαπιούνταν και αλληλοσέβονταν, παρότι ο μύθος το ήθελε αλλιώς. Ο Θεοδωράκης ήταν και αυτός θαμώνας του Αυλού, γιόρταζε τα γενέθλια του και πολλές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον σπουδαίο συνθέτ. Ένα βράδυ ο Δήμος Μούτσης προσπαθούσε να μιμηθεί πως διευθύνει ο Μάνος την ορχήστρα, εν τη απουσία του. Ξαφνικά εκείνος εμφανίζεται και του λέει με το χαρακτηριστικό Ρ. «Τι κάνεις Δήμο εκεί;» Οπότε πετάγεται ο Γκάτσος και λέει: «Τίποτα Μάνο, μας παριστάνει πως διευθύνει ο Μίκης»».

Αρχές της δεκαετίας του '60 όταν πριν ονομαστεί Μαγεμένος ΑυΛός ήταν πρατήριο γλυκών συνεργαζόμενο μετην βιομηχανία τροφίμων Παυλίδης

Σε περίοπτη γωνιά του Μαγεμένου Αυλού ο πίνακας του Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου με τον Μάνο Χατζηδάκι στο κέντρο του τραπεζιού να περιστοιχίζεται από τον Ματθαίο Μουντέ, τον Γιώργο Πολυχρόνη, τον Γιώργο Κουρουπό, τον Θεόδωρο Αντωνίου, τον Τάσο Λιγνάδη, τον Αλέξη  Μινωτή, τον Κώστα Μητρόπουλο, τον Γιώργο Μανιώτη, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Σπύρο Σακκά, τον Νίκο Περαντινό και τον Αλέκο Λιδωρίκη.

Ο Δημήτρης Θεοφίλου, η Ελένη Ροδά, ο Κώστας Βενετσάνος και ο "Κοκός" ή Κώστας Μουσάδης του Τρίο Ατενέ στον Μαγεμένο Αυλό

Ο σπουδαίος Έλληνας σεφ Γιάννης Ζουμπουλάκης μαζί με την βασίλισσα Φρειδερίκη (φωτό από το αρχείο του Γιάννη Ζουμπουλάκη)

Ο Μάνος στην Επίδαυρο

«Εγώ ήμουν νέος , αλλά και μικρομέγαλος. Πρώτα- πρώτα ήμουν μπροστά, όταν συνέλαβε το σκοπό του «ένα μύθο θα σας πω». Τότε ήταν μια ακόμα περίπτωση που ο Μάνος είχε αργήσει να γράψει μουσική. Αυτό δεν ήταν μη σύνηθες. Πάρα πολλές φορές ο Μάνος τις μουσικές για τις ταινίες τις έγραψε σε ταξί πηγαίνοντας στο στούντιο, στην πίσω μεριά της κασετίνας των τσιγάρων του. Έτσι και στην Επίδαυρο: «Α, το βρήκα παιδιά». Το είπε, το τραγούδησε άπαξ και με το Γιώργο Μούτσιο, έγινε επιτυχία.

Μέγας φιλόσοφος της ζωής

«Όταν ο αείμνηστος Μάνος, μίλαγε κρεμόντουσαν όλοι απ τα χείλη του. Ακόμα και οι φτασμένοι. Δεν τον κοντράριζε κανείς. Ήταν μέγας φιλόσοφος της ζωής. Είχε ένα αδιαπραγμάτευτο αφήγημα. Δεν αναζητούσε, είχε καταλήξει. Δεν έψαχνε, είχε βρει. Ιδιαιτέρως οι νέοι αρέσκονταν να τον παρακολουθούν».

Ερωτική φωλιά

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου.

Πολλά τα σημαντικά ζευγάρια που έχουν κάτσει στα τραπέζια μας. Η Αλίκη με τον Ππαμιχαήλ, ο Μινωτής με την Παξινού, ο Παπανδρέου με τη Λιάνη, η θεία μου η Λίντα με το Μάνο, ο Καζάκος με την Καρέζη πολύ συχνά, ο Μυράτ με τη Ζουμπουλάκη. Είναι ένα σημείο που βόλευε. Το αγαπούσε ο κόσμος. Ευτυχώς ακόμα και τώρα έχουμε κόσμο που πριν πάνε για ύπνο περνάνε απ εδώ».

Ζουμπουλάκης ο σεφ

Για να ευλογήσουμε και τα γένια μας ο κύριος Θεοφίλου μας μιλάει και για τον παππού Ζουμπουλάκη. «Στη δουλειά μας, το όνομα Ζουμπουλάκης σημαίνει πολλά διότι υπήρξε ο μέγας σεφ. Δύο μεγάλοι σεφ, έγραψαν ιστορία στην ελληνική κουζίνα. Ο Τσελεμεντές και ο Ζουμπουλάκης. Ο δεύτερος ήταν πολύ enfant gate για να  γράψει.

Μόνο από τυπωμένες συνεντεύξεις του γνωρίζουμε κάποια απ τα μυστικά του. Ο Τσελεμεντές ήταν πιο λαϊκός άνθρωπος και έγραψε για τη ελληνίδα νοικοκυρά».

Στην οδό Αμυντά, στον αριθμό 4 ο Μαγεμένος Αυλός, ο κύριος Θεοφίλου μα και τα παιδιά που συνεργάζονται μαζί του, μας καλωσορίζουν στο παρελθόν, μας μαγεύουν το παρόν και μας ετοιμάζουν  ένα καλάθι με καλούδια για το μέλλον.

Η Γωγώ Ατζολετάκη συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…αν στέκεται ακόμα όρθια αυτή η χώρα, το οφείλει στους χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά στους δρόμους για τον συνάνθρωπο. Με κρύο, με βροχές, με καύσωνες, βοηθώντας ο καθένας με όποιο τρόπο μπορεί»

Περπάτησε στη γέφυρα της ομορφιάς και φόρεσε το στέμμα της βασίλισσας. Όμως η Γωγώ Ατζολετάκη δεν ζούσε σε μια πόλη που είχε μετατραπεί σε κλειστό δωμάτιο. Η ενασχόλησή της με τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και η καλλιέργεια που απέκτησε στο σχολείο άνοιξαν ευρείς ορίζοντες στη γνώση και στη φαντασία της. Κι όταν τα αντρικά βλέμματα δεν ξεκολλούσαν από πάνω της χαμογελούσε αδιάφορα,  γιατί γνώριζε καλά, ότι: «η ομορφιά είναι ένα ληξιπρόθεσμο διαβατήριο».

Της άρεσε πολύ το θέατρο και αποφάσισε να στραφεί στην σπουδή της υποκριτικής, που την είδε σαν ένα ταξίδι στην αυτογνωσία, της οποίας ο ρόλος είναι «να φτιάξει έναν κόσμο που θα είναι υποφερτός» αλλά και «να δίνει παρηγοριά σε όσους έχει τσακίσει η ζωή», όπως υποστηρίζει ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

Έτσι, η Γωγώ  Ατζολετάκη έλαβε πολύ  σοβαρά υπόψη της τις συμβουλές των δασκάλων της στη Δραματική Σχολή, του Γιώργου Θεοδοσιάδη, που φοίτησε και συνέχισε να μελετά αδιάκοπα.

Στο θεατρικό σανίδι έκανε το ντεμπούτο της πλάι στο Γιάννη Γκιωνάκη στο έργο του Δημήτρη Ψαθά «Ο Αφελής».

Σε ηλικία 25 ετών απόκτησε την πρώτη της θεατρική στέγη και ανέβασε σημαντικά έργα από το ελληνικό και ξένο ρεπερτόριο, ερμηνεύοντας ρόλους ευρείας γκάμας. Άφησε το στίγμα της  στη μικρή οθόνη και το 1977 βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στην ταινία  του Ερμή Βελόπουλου «Το Κλειστό Παράθυρο».

Στην πορεία καλλιέργησε το συγγραφικό της ταλέντο, αρχικά δουλεύοντας ως αρθρογράφος σε εφημερίδες και στη συνέχεια γράφοντας τα βιβλία της που παίρνουν εξαιρετικές κριτικές. Στα δύσκολα χρόνια της κρίσης έκανε πράξη την αλληλεγγύη στηρίζοντας τους συνανθρώπους μας που έχουν γονατίσει.

Με σκληρή και επίπονη δουλειά κατάφερε να ξεχωρίσει στο θέατρο, στη λογοτεχνία, να γίνει πολύ καλή μητέρα και σπουδαία σύζυγος.

Σήμερα την έχουμε κοντά μας στο InTownPost.com και την ευχαριστούμε που βρήκε το χρόνο γι΄ αυτή τη συζήτηση, που σίγουρα είναι επικερδής για όλους μας.

Αυτή την περίοδο συμπρωταγωνιστείτε μαζί με τη Μαίρη Βιδάλη στην κωμωδία του Μολιέρου «Οι Ψευτοσπουδαίες».

Ναι, στο θέατρο «Διάχρονο». Και είναι μια από τις καλές στιγμές της καριέρας μου. Πραγματικά ευχαριστώ τη Μαίρη που μου έδωσε την ευκαιρία να ερμηνεύσω την Μολιερική «Φιλαμίντη» και να ξανασυναντηθώ με τον Μολιέρο. Η πρώτη μας συνάντηση ήταν στις πτυχιακές εξετάσεις τις δραματικής σχολής. Ερμηνεύοντας την «Νικολέττα» στον «Αρχοντοχωριάτη» εξασφάλισα ένα άριστα στο πτυχίο μου. Τώρα πια βέβαια –μετά από τόσα χρόνια– δεν δίνω εξετάσεις ή μήπως δίνω; Ασφαλώς και δίνω. Ο ηθοποιός δίνει κάθε βράδυ εξετάσεις ενώπιον του κοινού.

Οι «Ψευτοσπουδαίες» είναι ένα έργο που διακωμωδεί τον τύπο του ψευτοδιανοούμενου και της ψευτοκουλτούρας, που μαστίζει και τη δική μας εποχή, όπως αναφέρεται. Κα Ατζολετάκη, τι φταίει κατά τη γνώμη σας, που φθάσαμε σε αυτή την παρακμή; Ή ήταν έτσι τα πράγματα και με την κρίση έπεσαν οι μάσκες και όλο αυτό που καλυπτόταν από το δήθεν βγήκε στην επιφάνεια;

Δυστυχώς, έτσι ήταν τα πράγματα. Η οικονομική κρίση είναι αποτέλεσμα της κρίσης των αξιών. Και της έλλειψης ουσιαστικής παιδείας. Για δεκαετίες ολόκληρες αυτός ο λαός –ο λαός μας– ωθήθηκε τεχνιέντως στις εύκολες λύσεις, στον εύκολο πλουτισμό, στη δημιουργία ενός «φαίνεσθαι» που δεν είχε καμιά σχέση με το «είναι», με την ουσία. Μέτρο για την αξιολόγηση ενός ανθρώπου δεν ήταν το γνωστικό και αξιακό του υπόβαθρο, αλλά ο πλούτος του. Η βίλα, η πισίνα, το τζιπ του, οι γκόμενές του. Κι έτσι επήλθε η διαφθορά και η έκπτωση σε όλα. Στην αισθητική, στην παιδεία, στον τρόπο διασκέδασης. Και έτσι βιώνουμε πια έναν παρακμιακό πολιτισμό.

Βεβαίως, να το αναφέρουμε κι αυτό, η ανάκαμψη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Διότι, έξις δευτέρα φύσις. Μετά απ’ όλη αυτή την ταλαιπωρία που περάσαμε και περνάμε ως χώρα και ως λαός, βλέπω τώρα μερικούς πολιτικούς μας πώς φωνασκούν και πώς αλληλοκατηγορούνται στην τηλεόραση και ντρέπομαι. Τέτοια φρασεολογία, τόσο χαμηλό επίπεδο, τόση έλλειψη σεβασμού απέναντι στο κοινό που τους παρακολουθεί. Τίποτα δεν διδάχθηκαν από τα πάθη μας; Τόσο ανεπίδεκτοι μαθήσεως: Όχι! Δεν θέλω να με εκπροσωπούν τέτοιοι άνθρωποι στη Βουλή. Δεν θέλω να αποφασίζουν αυτοί για μένα!

Τελικά «Ένας μορφωμένος ηλίθιος είναι πιο επικίνδυνος από έναν αμόρφωτο ηλίθιο», όπως καταγγέλλει ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας;

Αναμφισβήτητα! Γιατί ο αμόρφωτος ηλίθιος είναι ένας απλός ηλίθιος. Μπορεί να αποβεί επιβλαβής, όμως έχει το ακαταλόγιστο, δεν θα ευθύνεται αυτός, αλλά η φύση του. Ο μορφωμένος ηλίθιος όμως είναι σε θέση να κάνει μεγάλη ζημιά. Γιατί προβάλλει ηλιθιωδώς τη μόρφωσή του, και μπορεί να παρασύρει κι άλλους πολλούς στον κατήφορο της ηλιθιότητας. Άσε, που αυτή η «ασθένεια» είναι και κολλητική μερικές φορές.

Σε ένα άλλο απόφθεγμά του ο Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν ή αλλιώς Μολιέρος σημειώνει: «Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι μια βολική αρετή». Ποια νομίζετε ότι είναι αυτή αρετή κα. Ατζολετάκη;

Μια πολύ βολική αρετή, κατά τη γνώμη μου, είναι η καλοσύνη. Τόσο απλή, τόσο γενναιόδωρη, τόσο ανέξοδη, τόσο επωφελής!

Κι ένα ακόμα απόφθεγμα του σπουδαίου δραματουργού, που θα μας έσωζε από πολλά δεινά, αν το λαμβάναμε σοβαρά υπόψη μας: «Πάντα να δείχνεις την μπροστινή πλευρά σου στους ανθρώπους…» Πόσο δύσκολο θεωρείτε ότι είναι για τους ανθρώπους να δείχνουν το αληθινό τους πρόσωπο;

Πολύ δύσκολο. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη να κρύβεται. Να δημιουργεί προσωπεία και να καλύπτεται πίσω απ’ αυτά. Μια λειτουργία που, βεβαίως, έχει ως αφετηρία την ανασφάλεια. Φοβάται ο άνθρωπος πως αν αποκαλύψει το αληθινό του πρόσωπο, θα είναι ευάλωτος και εύκολο θύμα στις προθέσεις των άλλων. Όμως, αυτός που είναι σίγουρος για τον εαυτό του, δεν έχει ανάγκη από μάσκες. Προβάλλεται με τον πραγματικό του χαρακτήρα και έτσι κερδίζει τον σεβασμό. Σεβασμός που αντέχει στο χρόνο και στις αναποδιές. Οι άλλοι –οι κρυπτόμενοι υπό τον ήλιον– κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή από μια αποκαθήλωση!

Σε αυτά τα πέτρινα χρόνια εκδηλώσατε την αγάπη σας στον συνάνθρωπό σας που υποφέρει καταθέτοντας τη ψυχή σας στο Κοινωνικό Μαγειρείο του Δήμου Αγίας Παρασκευής. Παράλληλα δημιουργήσατε τη Δράση Αλληλεγγύης «Φιλόκοsμοs», που στηρίζει με είδη διατροφής, ρουχισμό και παιχνίδια ιδρύματα και άπορες οικογένειες. Πώς είναι δυνατόν όλες τις πράξεις ανθρωπιστικής βοηθείας, φιλανθρωπίας, συμπαθείας, εθελοντισμού ή ελεημοσύνης να τις συνδέουμε με τη λέξη αλληλεγγύη, που έχει άλλη έννοια στο λεξικό;

Δεν θέλω να προσβάλω τα λεξικά, όμως αλληλεγγύη στον δικό μου κώδικα ηθικής σημαίνει: εγγύς του άλλου, δηλαδή κοντά στον άλλον –τον συνάνθρωπο– στη θλίψη του, στη δυστυχία, στην ανάγκη του. Κοντά, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις.

Όμως και οι άλλες λέξεις που αναφέρατε, είναι απολύτως συναφείς. Φιλανθρωπία σημαίνει «φιλώ τον άνθρωπο», δηλαδή: Αγαπώ τον άνθρωπο (καθότι στα αρχαία ελληνικά φιλώ = αγαπώ). Και η αγάπη μας για τον άνθρωπο μάς ωθεί να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τον αποφορτίσουμε στα δύσκολα. Επίσης, η ελεημοσύνη εννοεί το «έλεος» που οφείλουμε να έχουμε απέναντι στους δυστυχούντες και κατατρεγμένους. Με πράξεις – γιατί το ενδιαφέρον εκφράζεται πάντοτε με πράξεις και όχι με λόγια.

Όσο για τον «εθελοντισμό», μετά λόγου γνώσεως θα πω ότι, αν στέκεται ακόμα όρθια αυτή η χώρα, το οφείλει στους χιλιάδες ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά στους δρόμους για τον συνάνθρωπο. Με κρύο, με βροχές, με καύσωνες, βοηθώντας ο καθένας με όποιο τρόπο μπορεί.

«…ακόμα κι αν τα καταφέρει μια γυναίκα να δραπετεύσει απ’ αυτή τη μέγγενη της βίας, πάντα θα φέρνει στην ψυχή της φρικτά και ανεξίτηλα αποτυπώματα»

Εκτός από καταξιωμένη και αγαπημένη ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης είσθε μια επιτυχημένη ραδιοφωνική παραγωγός, αρθρογράφος και συγγραφέας. Αλήθεια πότε ξεκίνησε η περιπέτειά σας με το γράψιμο;

Περιπέτεια… Μ’ άρεσε η λέξη! Θαρρώ, από τα σχολικά μου χρόνια, από εκείνες τις φοβερές «εκθέσεις ιδεών». Έγραφα πολύ καλές εκθέσεις –μια έκθεσή μου μάλιστα βραβεύτηκε– αλλά ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι με το γράψιμο θα έκανα δεύτερη καριέρα. Όμως, κάποια στιγμή, προέκυψε μια συνεργασία μου με τις εφημερίδες «Εβδόμη» και «Κυριακάτικη Ακρόπολη» και τότε άρχισα να γράφω επαγγελματικά. Τα χρονογραφήματα που έγραψα σ’ αυτές τις εφημερίδες αποτέλεσαν το περιεχόμενο του πρώτου μου βιβλίου, που κυκλοφόρησε το 1989 με τον τίτλο «Προσωπική απόδραση».

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1999, ήρθε έτσι το πράγμα που βρέθηκα να γράφω το βιβλίο «Ηθοποιός, Σκιά και Φως», ένα εγχειρίδιο για υποψήφιους και νέους ηθοποιούς. Δεν το επεδίωξα, προέκυψε μόνο του σαν να βάδιζα σε μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Και μετά, αποφάσισα να γράψω μυθιστόρημα. Το πρώτο μου με τον τίτλο «Σαν Άσπρο Πούπουλο σ’ Απέραντο Γαλάζιο», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Λιβάνη. Από κει και πέρα άνοιξε ο δρόμος, για να γράψω και τα επόμενα Βέβαια, αυτό που με χαροποιεί είναι, ότι όλα μου τα βιβλία δημιούργησαν αίσθηση, πήραν πολύ καλές κριτικές και εξακολουθούν να διαβάζονται με ενδιαφέρον.

Τον Δεκέμβριο του 2009 βραβευτήκατε από τη Διεθνή Εταιρεία Στήριξης Οικογένειας για τη συμβολή σας στο τεράστιο πρόβλημα της γυναικείας και παιδικής κακοποίησης, θέμα που πραγματεύεστε και μέσα από τα βιβλία σας. Κατάμαυρο στίγμα, τραγικά επίκαιρο στη σύγχρονη κοινωνία, που τα περιστατικά βίας τις περισσότερες φορές δεν γίνονταν αντιληπτά ούτε καν στο στενό, οικογενειακό κύκλο. Ελπίζετε πως με την ανάπτυξη των κατάλληλων υποστηρικτικών δομών, το κοινωνικό αυτό φαινόμενο θα μπορέσει κάποια στιγμή να μειωθεί;

Φοβάμαι πως οι Δομές δεν λύνουν το πρόβλημα. Βεβαίως κάναμε σημαντικότατα βήματα τις τελευταίες δεκαετίες, και τώρα πια υπάρχουν κάποιες διέξοδοι για τα θύματα της ενδο-οικογενειακής βίας, γυναίκες και παιδιά. Κάπου να καταφύγουν, να φιλοξενηθούν, να έχουν ψυχολογική και νομική στήριξη. Όμως οι Δομές έχουν καθαρά υποστηρικτική δράση. Το κακό πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα του. Και για να χτυπηθεί, απαιτείται παιδεία, συνεχής ενημέρωση και πρόληψη.

Όταν έγραφα το μυθιστόρημά μου «Το Ζ της Ζωής» (με θέμα την κακοποίηση της γυναίκας) είχα συναντήσει –σε κάποια Στέγη κακοποιημένων γυναικών–  μια κοπέλα κατατρεγμένη και κακοποιημένη φρικτά από το σύζυγό της. Τη ρώτησα, πότε φάνηκαν τα πρώτα σημάδια βίας εκ μέρους του. «Στην περίοδο του αρραβώνα μας» απάντησε. Το φαντάζεστε; Αρραβωνιασμένοι ακόμα, της έριξε δυο-τρία χαστούκια, επειδή ζήλεψε τάχα μου. Όμως η μικρή δεν το θεώρησε σπουδαίο, μπορεί να το βρήκε και φυσικό, κι έτσι μπήκε σ’ ένα δρόμο χωρίς γυρισμό. Γιατί, ακόμα κι αν τα καταφέρει μια γυναίκα να δραπετεύσει απ’ αυτή τη μέγγενη της βίας, πάντα θα φέρνει στην ψυχή της φρικτά και ανεξίτηλα αποτυπώματα. Χρειάζεται προσοχή, λοιπόν.

Από την άλλη σκέφτομαι συχνά πως, σε μια εποχή που η βία εντείνεται, είναι επόμενο να αυξάνονται και τα περιστατικά ενδο-οικογενειακής βίας και κακοποίησης. Κι αυτό, φυσικά, δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Όλος ο κόσμος ταλανίζεται απ’ αυτή τη μάστιγα. Με προεξάρχουσες τις χώρες της Μουσουλμανικής θρησκείας, όπου η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως «περιουσιακό στοιχείο» του άντρα.

«…η ομορφιά είναι ένα ληξιπρόθεσμο διαβατήριο. Μπορεί να σου ανοίξει κάποιες πόρτες, όμως, εάν δεν υπάρχουν άλλα προσόντα αυτές οι πόρτες θα κλείσουν γρήγορα. Και η «διαδρομή» θα είναι μια απόσταση μερικών μέτρων»

Το αγαπημένο σας παραμύθι είναι «Ο Κοντορεβυθούλης». Αγαπάτε τον ήρωα γιατί τελικά κατάφερε να σκοτώσει το δράκο, το φόβο δηλαδή, και να επιστρέψει στο σπίτι με ένα θησαυρό, το πρώτο βήμα στην αυτονομία, στη γνώση. Εσείς κα. Ατζολετάκη καταφέρατε να νικήσετε τους δικούς σας φόβους;

Κανείς άνθρωπος δεν καταφέρνει να νικήσει τους φόβους του. Κι όποιος το ισχυρίζεται αυτό, ψεύδεται. Έχω γράψει σε ένα από τα βιβλία μου, στο «Δώδεκα και Πέντε Αμαρτωλές Ιστορίες», κάτι σχετικό: «Λένε πως η ψυχή μπαίνει στο σώμα στην αρχή ή στο μέσον της κύησης. Εγώ, όμως, είμαι βέβαιος, πως πριν από την ψυχή μπαίνει και θρονιάζεται μέσα μας ο Φόβος».

Και το πιστεύω αυτό. Ο φόβος είναι σύμφυτος με την ύπαρξή μας. Φοβόμαστε τα μεγάλα (μη χάσουμε τους αγαπημένους, μη χάσουμε τη δουλειά μας, μην αρρωστήσουμε σοβαρά, και ένα σωρό άλλα), φοβόμαστε όμως και τα μικρά: Μη γλιστρήσουμε και σπάσουμε κάνα πόδι, μη μας κλέψουνε, μη μας παρατήσει ο αγαπημένος μας. Συνεχώς φοβόμαστε κάτι, γι’ αυτό και η ζωή μας διακατέχεται από το άγχος. Ο άνθρωπος που έχει νικήσει τους φόβους του, έχει ακουμπήσει την αγιότητα.

Έχετε μια κόρη της Θεοδώρα. Φοβάσθε για το μέλλον της, όπως εξελίσσεται η κατάσταση στη χώρα μας;

Ασφαλώς και φοβάμαι. Είδατε; Πάλι ξαναγυρίσαμε στο φόβο (γέλια…) Έχω έννοια για όλα τα παιδιά αυτής της χώρας. Και γι’ αυτούς που σπουδάζουν, κι ένας Θεός ξέρει σε τι θ’ απασχοληθούν τελικά ή αν θ’ αναγκαστούν να μεταναστεύσουν. Σκέφτομαι κι αυτούς που βρίσκονται στην ηλικία της Θεοδώρας, άντρες και γυναίκες. Με τέτοιες συνθήκες που επικρατούν, πώς να αποφασίσουν να κάνουν οικογένεια, παιδιά; Η ανεργία και η οικονομική ανασφάλεια θερίζουν. Δύσκολες, πολύ δύσκολες εποχές. Αυτή η κρίση μας αποδεκατίζει και ως Έθνος. Αν πορευτούμε έτσι, σε λίγο οι Έλληνες θα είμαστε μειονότητα στη χώρα μας.

Στο τελευταίο σας βιβλίο με τον τίτλο «Κι όμως Εμείς θα Πάμε στον Παράδεισο» (εκδόσεις Ιωλκός), μια συγκλονιστική ιστορία που αφορά τη σχέση μεταξύ μητέρας και κόρης, αναρωτιέστε, εάν δικαιούνται έναν «Παράδεισο» όλοι αυτοί που έπραξαν φρικτά και ανόσια πράγματα». Τελικά που καταλήξατε;

Το θέμα δεν είναι πού κατέληξα εγώ. Το θέμα είναι πού τοποθετεί καθένας τον «Παράδεισό» του. Γιατί, υπάρχουν και οι άθεοι, που δεν πιστεύουν την ύπαρξη της μετά θάνατον ζωής, κατά συνέπεια δεν αποδέχονται τις έννοιες «Κόλαση» και «Παράδεισος».

Ο «Παράδεισος» σ’ αυτό μου το μυθιστόρημα, που έχει χαρακτηριστεί όντως «συγκλονιστικό», έχει συμβολική σημασία. Έχει την έννοια του «προσωπικού» μας Παράδεισου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο καθένας. Κάποιοι γεύονται τον Παράδεισο μέσα απ’ τον έρωτα, κάποιοι άλλοι τον αναζητούν στη φύση, αρκετοί τον βρίσκουν μέσα στον πλούτο και στη χλιδή. Άλλοι μέσα από τη λατρεία του Θεού ελπίζουν ότι θα εξασφαλίσουν μια καλή θέση δίπλα στους αγγέλους. Φυσικά κάθε επιλογή έχει και το τίμημά της, όμως – όπως το τοποθετώ εγώ– «Παράδεισος» είναι ο τόπος όπου χαίρεται και ικανοποιείται η ψυχή.

Όσο για τις ηρωίδες του μυθιστορήματός μου, η Μάρθα (η μητέρα) έχασε με φρικτό τρόπο τον «Παράδεισο» που είχε δημιουργήσει, ενώ η Ελισάβετ (η κόρη) κέρδισε το δικό της «Παράδεισο», όταν απολυτρώθηκε απ ‘όλ’ αυτά που την έδεναν με μια πνιγηρή και αβίωτη πραγματικότητα.

Είσθε παντρεμένη με τον δημοσιογράφο και καθηγητή Πανεπιστημίου κ. Στέλιο Συρμόγλου. Πώς καταφέρατε να κάνετε το γάμο σας ένα παράδεισο, όπου οι συγκρούσεις με τον σύντροφο της ζωής σας να είναι εποικοδομητικές και όχι καταστροφικές;

Κάθε σχέση απαιτεί συνεχή καλλιέργεια και επαγρύπνιση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Βεβαίως οι συγκρούσεις δεν λείπουν ποτέ, όμως, με το πέρασμα των χρόνων, κατάλαβα πως το μυστικό μιας επιτυχημένης σχέσης είναι η υποχωρητικότητα. Να μην τραβάμε το σκοινί. Η ανελαστικότητα έχει διαλύσει και τους πιο μεγάλους έρωτες και τις πιο αρμονικές σχέσεις. Κι άμα τα πράγματα ζορίζουν πολύ, ένας περίπατος στον καθαρό αέρα είναι το καλύτερο φάρμακο. Άνοιξε την πόρτα, μείνε λίγο μόνος σου, δώσε χρόνο στο θυμό να καταλαγιάσει κι όταν γυρίσεις πίσω, σίγουρα θα έχει αποφορτιστεί η ατμόσφαιρα. Και να μάθουμε να ζητάμε «συγγνώμη». Πολύ βασικό αυτό!

Είσαστε μια πολύ όμορφη γυναίκα. Το 1971 μάλιστα κατακτήσατε με την ομορφιά σας τον τίτλο της Σταρ Ελλάς. Έπαιξε ρόλο η εξωτερική σας εμφάνιση στη διαδρομή σας;

Φαντάζομαι πως έπαιξε κάποιο ρόλο. Όμως η ομορφιά είναι ένα ληξιπρόθεσμο διαβατήριο. Μπορεί να σου ανοίξει κάποιες πόρτες, όμως, εάν δεν υπάρχουν άλλα προσόντα αυτές οι πόρτες θα κλείσουν γρήγορα. Και η «διαδρομή» θα είναι μια απόσταση μερικών μέτρων.

Σε ποιόν οφείλετε το πλάσιμο του ταλέντου σας;

Στη σκληρή δουλειά. Από δασκάλους και συνεργάτες πήρα κάποια στοιχεία, κάποιες πρώτες γνώσεις. Αλλά, μόνο η δουλειά καλλιεργεί το φυσικό τάλαντο. Ποτέ όμως δεν κουράστηκα, ούτε παραπονέθηκα γι’ αυτό. Γιατί, από τη φύση μου, είμαι εργασιομανής και τελειομανής.

Τα επόμενα σχέδια σας στο σανίδι ποια είναι;

 Ααα… δεν κάνω σχέδια πια. Έχω βιώσει τόσες ανατροπές, που πλέον αφήνω τα πράγματα να εξελιχθούν όπως τα φέρει ο καιρός. Ελπίζοντας, βέβαια, πως στην επόμενη στροφή θα με περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Κι αν δεν έρθει όμως, δε θα τα βάψω μαύρα. Αρκούμαι και είμαι ευγνώμων γι’ αυτά που έχω και δεν γκρινιάζω ποτέ γι’ αυτά που δεν έχω!

Η Θάλεια Γρίβα συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Το υπέροχο, άκρως ελληνικό, παράδοξο με τα παραδοσιακά μας παραμύθια, είναι ότι οι ιστορίες συνεχίζονται και μετά το «τέλος καλό, όλα καλά», κι αυτό είναι κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας, ως λαός. Δεν πιστεύουμε στο καλό τέλος, οπότε, ποια είμαι εγώ, να πάω κόντρα στο συλλογικό ασυνείδητο και την παράδοσή μας;»

Μια σύγχρονη παραμυθού, θα έλεγα, ότι είναι η Θάλεια Γρίβα που εδώ και χρόνια ασχολείται με την παρουσίαση επί σκηνής παραμυθιών για ενηλίκους. Για την Θάλεια το  παραμύθι είτε σκληρό, είτε «βρώμικο»  είναι ο τρόπος της να επικοινωνεί, να μοιράζεται συναισθήματα και ανάγκες, να δίνει αγάπη και ελπίδα.

Σε αυτό το μαγευτικό  ταξίδι στον κόσμο του παραμυθιού, η Θάλεια Γρίβα έχει αφηγηθεί δεκάδες ιστορίες από την ελληνική παράδοση και όχι μόνο.

Με όχημα τα ελληνικά παραμύθια η παράστασή της «Βρώμικα Παραμύθια» πήρε τη 2η θέση στα Scrats nights, του Bob Theatre Festival, το 2016, και κατέληξε ως ολοκληρωμένη παράσταση στο Θέατρο 104, αυτή τη σαιζόν, με «Τα Κακορίζικα (Βρώμικα Παραμύθια)» .

Η Θάλεια Γρίβα γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών και της Αν. Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν. Στο θέατρο έχει συνεργαστεί, ως ηθοποιός και βοηθός σκηνοθέτη, με τους Διαγόρα Χρονόπουλο, Μαριάννα Κάλμπαρη, Νικαίτη Κοντούρη, Άρη Μιχόπουλο, Κ. Αλέξη Αλάτση, Θωμά Μοσχόπουλο.

Έχει σκηνοθετήσει τις παραστάσεις Σταχτοπούτα η Ιδανική, 2014, (off- off Athens, Επί Κολωνώ), Το Όνειρο της Κοιμωμένης, 2015, (14η Μέρα), Τα πιο Τρομακτικά Χριστούγεννα, 2015, (Christmas Factory)  Βρώμικα Παραμύθια, 2016, (Θέατρο 104) και Ακόμη πιο Βρώμικα Παραμύθια, 2017-18(Θέατρο 104).

Αυτή τη περίοδο είναι βοηθός σκηνοθέτης στην παράσταση Ρένα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, και σκηνοθετεί «Τα Κακορίζικα (Βρώμικα Παραμύθια)», στο Θέατρο 104.

Έχει γράψει τα θεατρικά έργα Σταχτοπούτα η Ιδανική, Βρώμικα Παραμύθια, καθώς και το Στίγματα, μια παράσταση για τον κρόκο, μαζί με τον Δημήτρη Ντάσκα, παραγγελία του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης.

Επίσης, συμμετείχε ως εμψυχώτρια σε Επιμορφωτικά Βιωματικά Σεμινάρια-Εργαστήρια  Θεατρικής Αγωγής, πραγματοποίησε εισηγήσεις για τον θεατρικό αυτοσχεδιασμό στην σχολική αίθουσα, δίδαξε ως εισηγήτρια ομάδες εφήβων, και το 2017 σκηνοθέτησε την Εφηβική Ομάδα του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης.

Ας ταξιδέψουμε μαζί της στον κόσμο του παραμυθιού…

Επί τεσσεράμισι χρόνια ασχολείσθε με τα παραμύθια. Τόσο σας έχουν μαγέψει ή κρύβουν  τρομακτικές αλήθειες που ανακαλύψατε στις σελίδες τους και θέλετε να μοιραστείτε με το κοινό των ενηλίκων; Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε σε αυτό το χώρο;

Ισχύουν και οι δύο υποθέσεις σας, και ταυτόχρονα μου έδωσαν την ελευθερία να εκφράσω μεγάλες αλήθειες, μέσα από μια πληθώρα ιστοριών και ηρώων, όλων τους τόσο γοητευτικών, μέχρι και σήμερα, που δεν μπορούσα να αντισταθώ στη δύναμη αυτών των ιστοριών.

Ώσπου φθάσατε στο σημείο κα. Γρίβα να ολοκληρώσετε στο Θέατρο 104 τον κύκλο των παραμυθιών, με την παράσταση «Τα Κακορίζικα, Βρώμικα Παραμύθια». Μια παράσταση βασισμένη σε ελληνικά παραδοσιακά παραμύθια, με κύρια θεματική τους τις κανιβαλικές σχέσεις εντός οικογένειας και την ενδοοικογενειακή κακοποίηση μεταξύ συντρόφων και γονέων-παιδιών. Θεματική τραγικά επίκαιρη σε όλες τις εποχές. Μπορεί αυτή παράσταση να δώσει λύσεις ή να βοηθήσει ώστε να μειωθούν αυτά τα φαινόμενα; Ποιος είναι ο προβληματισμός στο έργο σας;

Αν και δεν θα έπρεπε να τοποθετηθώ, νομίζω πως το θέατρο, η τέχνη, γενικά, δεν πρέπει να δίνει απαντήσεις, αλλά να δημιουργεί ερωτήσεις. Ξεκινάμε με μια παραμυθιακή καταγραφή αυτών των φαινομένων και αφήνουμε το θεατή να περιηγηθεί στην ιστορία, κάνοντας τις δικές του αναφορές και ταυτίσεις. Αυτό και μόνο, πιστεύω, βοηθάει να γίνουν οι προσωπικές ταυτίσεις με τον εκάστοτε ήρωα. Και ποιος δεν έχει αντιμετωπίσει συγκρουσιακές καταστάσεις, στις οικογενειακές του σχέσεις;

Ποια «Βρώμικα» παραμύθια συμπεριλαμβάνει η παράστασή σας;

Τον Τρίματο (ή αλλιώς Τρισκατάρατο), τον ιδανικό σύντροφο, μέχρι που η πόρτα του σπιτιού κλείνει, το παραμύθι του Αυγερινού και της Πούλιας, τα δύο αδέλφια που τα κυνηγούν οι γονείς τους, να τα φάνε!

Οι ήρωες των παραμυθιών σας έχουν έντονο το στοιχείο της θέλησης για επιβίωση. Παλεύουν για να τα καταφέρουν να ορθοποδήσουν, όπως εμείς όλοι αυτή τη δύσκολη εποχή που η χώρα βρίσκεται σε βαθιά ύφεση. Αυτό τουλάχιστον έχετε αφήσει να εννοηθεί κα. Γρίβα. Άρα είναι ήρωες της ζωής. Πώς ξεφεύγουν από το στόχο τους και εμπλέκονται  σε βρώμικες καταστάσεις;

Αχ, οι καημένοι, δεν ξεφεύγουν από το στόχο τους! Παλεύουν να κατακτήσουν μια θέση στη ζωή, και οι δυσκολίες έρχονται ερήμην τους! Είναι εκεί που νομίζουν ότι θα πάνε όλα καλύτερα, ή βρίσκονται εγκλωβισμένοι λόγω κάποιας υπόσχεσης, ή επειδή προσπαθούν να σώσουν κάποιον άλλο. Πόσο συχνά δεν την πατάμε όλοι μας, δείχνοντας εμπιστοσύνη;

Έχουν ανάγκη οι σύγχρονοι άνθρωποι από παραμύθια;

Όσο ποτέ! Όχι από εκείνα που τους παραμυθιάζουν, αλλά από αυτά που τους «λένε την αλήθεια»!

Παρότι ασχολείσθε με τα παραμύθια δεν κάνετε παραστάσεις για μικρά παιδιά. Γιατί;

Δεν μου το έχουν προτείνει, ακόμα! (γέλια)

Στην πραγματικότητα, δουλεύω με έφηβους, τα τελευταία χρόνια και αντιδρούν πολύ θετικά στα παραδοσιακά παραμύθια, ιδιαίτερα στα πιο αιμοσταγή. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να κάνεις έναν έφηβο να αγαπήσει την παράδοση, από τα σκληρότερα παραμύθια μας.

Βλέποντας τις παραστάσεις σας καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι το φινάλε κάθε παραμυθιού, όπως το γνωρίζαμε, το γνωστό «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» ανατρέπεται. Ποιο είναι το ζητούμενο κα. Γρίβα;

Το υπέροχο, άκρως ελληνικό, παράδοξο με τα παραδοσιακά μας παραμύθια, είναι ότι η ιστορίες συνεχίζονται και μετά το «τέλος καλό, όλα καλά», κι αυτό είναι κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας μας, ως λαός. Δεν πιστεύουμε στο καλό τέλος, οπότε, ποια είμαι εγώ, να πάω κόντρα στο συλλογικό ασυνείδητο και την παράδοσή μας; Ακολούθησα απλώς το μοτίβο (με μεγάλη μου χαρά, βέβαια).

«Ο φόβος, σε συνδυασμό με την ανάγκη, πυροδοτούν αντιδράσεις έξω από την πολιτισμένη εικόνα που έχουμε (ή είχαμε) για τον εαυτό μας και τους άλλους. Η ανασφάλεια που δημιουργείται μας ακολουθεί σε καθημερινή βάση»

Κι εγώ, όπως όλα τα κοριτσάκια, μεγάλωσα στα ροζ και στα παστέλ με παραμύθια με όμορφο τέλος που μου διηγείτο η γιαγιά μου. Μεγαλώνοντας βγήκα απότομα από  το παραμύθι σπάζοντας τα μούτρα μου στην πρώτη δυσκολία. Μήπως επιμένετε στις πιο σκληρές ιστορίες των παραμυθιών για να προετοιμάζετε τους ανθρώπους τι να περιμένουν βγαίνοντας στη ζωή; Τέτοιες καταστάσεις προσπαθείτε να αποτρέψετε;

Ίσως..  Μην νομίζετε ότι κι εγώ λειτουργώ σκεπτόμενη «α! τώρα θα δουν την παράσταση και θα καταλάβουν τη σκληρότητα της ύπαρξης». Ούτε που το σκέφτηκα, μέχρι να το επισημάνει θεατής!

Περισσότερο εύχομαι το κοινό μας να νιώσει, να εισβάλει στην ιστορία και να θέλει να δει τι θα γίνει παρακάτω, ώστε όταν το «δει» στην πραγματική ζωή να το αναγνωρίσει.

Οτιδήποτε βλέπεις μπορεί να γίνει ένα παραμύθι και μπορείς να βγάλεις μια ιστορία από οτιδήποτε αγγίξεις ισχυρίζεται ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Είναι έτσι κα. Γρίβα;

Μεγάλος παραμυθάς, ναι, πράγματι, με λίγη φαντασία και αγάπη για τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης, όλα γίνονται ιστορίες άξιες να ειπωθούν..

Ο Άντερσεν σε έναν άλλο  αφορισμό του αναφέρει: «Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα. Πρέπει να έχεις λιακάδα, ελευθερία και ένα μικρό λουλούδι». Έχετε κάτι να συμπληρώσετε επ΄ αυτού;

Η διαφορά της ζωής από την επιβίωση είναι ένα μεγάλο ερώτημα! Και τι είναι αυτό που κάνει αυτή τη διαφορά εμφανή, επίσης. Για μένα είναι η τέχνη (οποιαδήποτε τέχνη, αρκεί να γίνεται με μεράκι) και οι ανθρώπινες σχέσεις,  και μάλλον γι΄ αυτό διάλεξα το θέατρο, την πιο κοινωνική από τις καλές τέχνες, για να συνδυάσω και τα δύο.

Και σε έναν άλλο απόφθεγμά του ο Δανός παραμυθάς, το κορυφαίο κατά τη γνώμη μου ,υπογραμμίζει: «Να είσαι χρήσιμος στον κόσμο είναι ο μόνος τρόπος να είσαι ευτυχισμένος». Δεν είναι έτσι;

Δυστυχώς, αυτό έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία του καθενός μας, πού μπορεί και θέλει να είναι χρήσιμος, και γιατί.

Δεν βρίσκουν όλοι οι άνθρωποι τον τρόπο για να το πετύχουν, άσε που δεν είναι πάντα στο χέρι μας!

Έχετε δοκιμαστεί και σε άλλα είδη θεάτρου με επιτυχία. Πώς βλέπετε το μέλλον σας πάνω στο θεατρικό σανίδι;

Μου αρέσει το θέατρο σε όλα του τα πόστα, και ως ηθοποιός, ως βοηθός σκηνοθέτη, ως σκηνοθέτης και ως συγγραφέας, ακόμα! Όλοι αυτοί οι, πιθανόν άγνωστοι συνεργάτες, που οργανώνονται για έναν κοινό σκοπό, παλεύοντας για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Νομίζω πως θα είμαι ευτυχισμένη να συνεχίσω να δουλεύω σε έργα που πιστεύω, με συνεργάτες που θαυμάζω, σε όποιο πόστο κι αν είμαι, βάζοντας κι εγώ το λιθαράκι μου, μικρό ή μεγάλο, στο τελικό αποτέλεσμα που λέγεται παράσταση!

Πιστεύετε , ότι οι ανάγκες, ο φόβος και οι οικονομικές εξελίξεις μας οδηγούν σε μονοπάτια που αλλιώς θα αποφεύγαμε;

Σίγουρα, και μας δυσκολεύουν με τρόπους που ούτε που θα μπορούσαμε να φανταστούμε, πριν από αυτές τις καταστάσεις. Ο φόβος, σε συνδυασμό με την ανάγκη, πυροδοτούν αντιδράσεις έξω από την πολιτισμένη εικόνα που έχουμε (ή είχαμε) για τον εαυτό μας και τους άλλους. Η ανασφάλεια που δημιουργείται μας ακολουθεί σε καθημερινή βάση. Κι εκεί είναι που η τέχνη ανακουφίζει…

Δίνουμε εν τέλει διαχρονικότητα στο ευτελές αυτές τις εποχές, όπως πολλοί καλλιτέχνες ισχυρίζονται;

Πρέπει πρώτα να ορίσουμε το τι είναι ευτελές και τι όχι!

Η τέχνη που δεν δημιουργεί ποτέ άνοια είναι τελικά ένα άμεσο μέσο επικοινωνίας που μπορεί να αντικαταστήσει εκατομμύρια λέξεις, ιδέες και συναισθήματα; Τι μπορεί να μοιραστεί κανείς με την τέχνη;

Τα άλλογα συναισθήματα, οι ιδέες και οι αισθήσεις βρίσκουν καταφύγιο στην τέχνη, από την εποχή που οι άνθρωποι συγκροτούν κοινωνίες! Πολλές φορές, ένα έργο τέχνης μπορεί να ξεκλειδώσει  συναισθηματικές πορείες ή αισθητηριακές αναζητήσεις, χωρίς να χρειάζεται να υπάρχει επεξήγηση, κι αυτός είναι ο πιο σύντομος δρόμος για την εσωτερική μας αλήθεια.. Κάτι σαν έμμεσος διαλογισμός, ας πούμε.

Γιώργος Συμπάρδης σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…την ανακούφιση που προκαλούν τα βραβεία ας την ξεχάσουμε, καλύτερο θα ήταν να μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι πιο συνηθισμένο: για τη ζήλια και τον φθόνο που δηλητηριάζουν τον αέρα που αναπνέουμε»

Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι Έλληνας συγγραφέας, γεννημένος στην Ελευσίνα το 1955. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Λονδίνο καθώς και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Η συγγραφική του δραστηριότητα, έπειτα το 1987, τον τοποθέτησε στην σημαντική θέση της νεότερης πεζογραφίας της Ελλάδας, ώστε να χαρακτηριστεί, επαξίως, ως ένας από τους πέντε σημαντικότερους μυθιστοριογράφους της μεταδικτατορικής περιόδου.

Βιβλία του είναι «Το Μέντιουμ» (1987), που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, η «Υπόσχεση Γάμου», μυθιστόρημα που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο, με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη) και με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. «Ο Άχρηστος Δημήτρης» (1998 και επανέκδοση το 2012), ενώ το 2013 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη και το 2015 κυκλοφόρησε η νουβέλα «Μεγάλες Γυναίκες».

Στο InTownPost με τον βραβευμένο συγγραφέα μιλάμε για πέμπτο κατά σειρά πεζογραφικό του έργο με τον τίτλο: «Τα Αδέλφια», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κ. Συμπάρδη πόσο «δική» σας, είναι αλήθεια, αυτή η τελευταία αισθαντική, συγκινητική, ανθρώπινη ιστορία σας; Μιλάτε για τη σχέση σας με έναν πραγματικό αδελφό σας και μοιάζει να είναι τόσο μα τόσο αληθινή (σς: Συγχωρέστε μου την αφέλεια),

Δικές μου είναι όλες οι ιστορίες των βιβλίων που γράφω, ιστορίες βιωμένες οι οποίες περιέχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία διάφορα. Για παράδειγμα στον «Άχρηστο Δημήτρη» ο αφηγητής είναι δικηγόρος και ονομάζεται Γιώργος όπως κι εγώ, που όμως δεν συγκατοίκησα ποτέ με τον οποιονδήποτε – ούτε φυσικά και με τον Δημήτρη  του μυθιστορήματος. Το ίδιο και στα «Αδέλφια»: ο παππούς ο Χρίστος πεθαίνει όταν ο εγγονός και αφηγητής είναι 12 χρονών, τη στιγμή που ο δικός μου παππούς, που επίσης λεγόταν Χρίστος, πέθανε το 1966, δηλαδή πολύ αργότερα, όταν εγώ ήμουν 21 ετών.

Εν πάση περιπτώσει η απαρχή όλων των προσώπων που εμφανίζονται στα «Αδέλφια» είναι υπαρκτή, μου έχει δοθεί μια αφορμή αλλά οι ιστορίες τους είναι όλες επινοημένες. Κυρίως τα βασικά πρόσωπα, και πρώτ’ απ’ όλα ο μεγάλος αδελφός, ο Θανάσης, έχουν «μυθοποιηθεί» με την έννοια ότι έχουν αναχθεί σε κάτι άλλο, διαφορετικό, μεγαλύτερο και σημαντικότερο, προκειμένου να «απαθανατιστούν» ως πρόσωπα μυθιστορήματος. «Ψευδοβιογραφία – ψευδο/αυτό/βιογραφία για την ακρίβεια» χαρακτήρισε το βιβλίο ο Δημήτρης Ραυτόπουλος σε ένα κείμενό του που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί κι εγώ θα συμφωνήσω απολύτως μαζί του.

Ο Θανάσης και ο κατά τρία χρόνια μικρότερος αδελφός του, δύο τόσο διαφορετικά παιδιά μέσα στην ίδια φαμίλια, βιώνουν έναν μικρό καθημερινό εμφύλιο, κι αναρωτιέμαι: Είναι τόσο άγριες και ανταγωνιστικές οι σχέσεις μεταξύ αγοριών – και των τότε και των τωρινών; Τόσο σκληρές  απαραίτητα;

Απαραίτητα σκληρές όχι, δεν είναι∙ ανταγωνιστικές όμως πολύ συχνά είναι. Η σύγκρουση ανάμεσα στ’ αδέλφια, στα αγόρια ιδιαίτερα, είναι στοιχείο αρχετυπικό, το συναντάμε από πολύ νωρίς στις πρώτες σελίδες της Βίβλου, και είναι ζήτημα υπαρκτό: Το βλέπουμε αν όχι μέσα στο σπίτι μας, λίγο πιο πέρα, στο φιλικό μας περιβάλλον, το βλέπουμε γύρω μας στον εμφύλιο που δεν λέει να τελειώσει και στην κοινωνία που διχάζεται, στο περίφημο εκείνο «τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» και στο δίκιο που είναι πάντα και μόνο δικό μας.

Ο μεγάλος γιος εναντιώνεται στον μικροαστό νοικοκύρη πατέρα, ο μικρός παίρνει το μέρος της αστής μαμάς, της πιο μαλακής. Όμως ο πρωταγωνιστής δεν καταφέρνει να κόψει τον λώρο με τον πατέρα. Στα παπούτσια του μπαίνει, έστω και άθελά του; Μέχρι το τέλος;

Ο μεγάλος αδελφός, ο Θανάσης, στην αρχή επαναστατεί και αντιμάχεται τον πατέρα, στη συνέχεια συνδιαλέγεται και κατά κάποιο τρόπο «συμβασιλεύει» μαζί του κι αργότερα  (προφανώς μετά την απόλυσή του από τον στρατό, σε μια χρονική περίοδο της ζωής του που δεν περιέχεται στην αφήγηση) θα συμβιβαστεί πλήρως και θα τον διαδεχθεί.

Μέλημά μου υπήρξε μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος να υπαινιχθώ και ίσως ακόμα περισσότερο να καταδείξω τα πρώτα δειλά βήματα αυτής της σταδιακής μετάλλαξης του Θανάση και της εκ μέρους του προσέγγισης του πατέρα.

Ο Θανάσης πάλι χαρισματικό παιδί, ηγέτης. Μόνο που δεν του χαριζόσαστε καθόλου, σαν να στερείται αισθημάτων;

Ό,τι γνωρίζουμε για τον μεγάλο αδελφό το γνωρίζουμε από την αφήγηση του μικρού. Ο Θανάσης είναι όμορφος και έξυπνος, επαναστατημένος και χαρισματικός και στα μάτια του μικρού ιδιαίτερος και αξιοζήλευτος – είναι ένας ηγέτης, όπως και εσείς πολύ εύστοχα τον χαρακτηρίζετε. Όμως η ματιά του μικρού είναι μονομερής, ίσως και μονόπαντη, αυτός είναι που ενδεχομένως δεν χαρίζεται στον μεγάλο αδελφό. Του οποίου την πλευρά και τις απόψεις μέχρι τέλους αγνοούμε.

Γλυκιά παρουσία στα «Αδέλφια σας» η μάνα, κλασική φιγούρα των χρόνων του ’50-’60, λιγάκι πικραμένη, λιγάκι παρατημένη, πολύ στωική. Στυλοβάτης μοναδκή, όμως με τον ευγενικό της τρόπο, όπως τόσες άλλες κυρίες της εποχής;

Η μητέρα των δύο παιδιών υποστηρίζω ότι είναι ιδιαίτερη: καπνίζει στα κρυφά, της αρέσει η συντροφιά των νεότερων γυναικών και το μοντέρνο ντύσιμο –είναι σχεδόν μια αστή, θαρρώ– και ταυτόχρονα δίνει καταφύγιο σε μια αρκετά ελευθεριάζουσα τσιγγάνα, καθώς και στην Αγγέλα, μια μεγάλης ηλικίας γυναίκα με ερωτική συμπεριφορά και δραστηριότητες περίεργες και εύκολα παρεξηγήσιμες. Δεν θα έλεγα ότι είναι μια κλασική μάνα της εποχής, γιατί διαθέτει και μερικά ακόμα ανησυχητικά γνωρίσματα και εν σπέρματι στοιχεία που ίσως αργότερα θα έχουν δυσάρεστη εξέλιξη – το θέμα ενός άλλου βιβλίου ενδεχομένως.

«…οι φίλοι, ακόμα κι αν η επικοινωνία μας είναι πιο πολύ τηλεφωνική, οι φίλοι που αν δεν υπήρχαν δεν θα ήξερα τι να κάνω τον εαυτό μου»

Η ιστορία σας διαδραματίζεται στη δική σας πατρώα γη, την Ελευσίνα. Σας αρέσει να επανέρχεστε εκεί, ίσως γιατί η παιδική ηλικία χαράσσει ανεξίτηλα μέσα σας, μέσα μας;

Μόνο στο «Μέντιουμ» που είναι μια εκτεταμένη νουβέλα 200 περίπου σελίδων (ή ένα σύντομο μυθιστόρημα, αν προτιμάτε) υπάρχει μια σκηνή που διαδραματίζεται στην Ελευσίνα. Σε κανένα άλλο βιβλίο μου δεν υπάρχει κάποια παρόμοια σκηνή ή αναφορά.

Τώρα, για να επιστρέψουμε στα «Αδέλφια», η πόλη μπορεί να μην κατονομάζεται και να περιγράφεται όπως μ’ αρέσει να περιγράφονται οι χώροι ελλειπτικά, αλλά υπάρχει γιατί αποτελεί το σκηνικό όλων σχεδόν των επεισοδίων του μυθιστορήματος. Γράφοντας το βιβλίο την είχα διαρκώς κατά νου και μπροστά στα μάτια μου και με τη μόνη διαφορά ότι θέλησα να την «επανασυστήσω», παραλείποντας τα φιλοτεχνημένα εδώ και καιρό στερεότυπα της λαϊκής εργατούπολης με τα τσιμέντα, τη ρύπανση και τα αρχαία Μυστήρια.

Κοιτάζοντας πίσω: Ξεκινήσατε να γράφετε στα 42 χρόνια σας. Πώς δεν το αποφασίζατε νωρίτερα; Τι σας κρατούσε, αφού είχατε σχέση με την τέχνη μέσω κινηματογράφου;

Γράφω δεν σημαίνει και δημοσιεύω. Όχι απαραίτητα και αυτή είναι η περίπτωσή μου. Δεν λέω ότι έχω στο συρτάρι μου κάποιο αξιόλογο ανέκδοτο κείμενο. Όμως το «Μέντιουμ» άρχισε να γράφεται τον Αύγουστο του ’81, όταν ήμουν 36 ετών. Έβαλα τη λέξη «τέλος» τον Ιούνιο του ’84 και έκτοτε παρέμεινε ανέκδοτο για τρία χρόνια οπότε πρόλαβαν και το διάβασαν αρκετοί φίλοι. Παρά ταύτα δίσταζα να το εκδώσω.

Ένα προηγούμενο βιβλίο, αρκετά μεγάλο βιβλίο με μύθους και ιστορίες, που ήταν περιλήψεις μάλλον και προπλάσματα μυθιστοριών, με σκέψεις, σπαράγματα διαλόγων και τα παρόμοια, το κατέστρεψα αφού εκδόθηκε το «Μέντιουμ», γιατί αποτελούσε εύκολη λύση σε στιγμές συγγραφικής αμηχανίας. Και πάλι όμως θα πει κανείς ότι άργησα να αρχίσω. Δεν με ενδιέφερε το διήγημα και το μυθιστόρημα ήταν απαιτητικό, χρειαζόταν χρόνο, τον χρόνο που απαιτούσε και ο βιοπορισμός.

Κάθε έργο σας βραβεύεται, επιβραβεύεται με το που εκδίδεται. Τι σας λένε εσάς αυτά τα βραβεία; Σας ανακουφίζουν για τις μοναχικές ώρες γραψίματος; Προσπερνάτε;

Τα βραβεία και οι διακρίσεις, με την προϋπόθεση ότι έρχονται από μόνες τους, χωρίς να «εκμαιεύονται» από τον συγγραφέα (κι ο καθείς καταλαβαίνει τι εννοώ), είναι ευπρόσδεκτα, γιατί βοηθούν στο να γίνει γνωστό το έργο του. Την ανακούφιση που προκαλούν τα βραβεία ας την ξεχάσουμε, καλύτερο θα ήταν να μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι πιο συνηθισμένο: για τη ζήλια και τον φθόνο που δηλητηριάζουν τον αέρα που αναπνέουμε.

Κλείνοντας: Μια καθημερινή σας μέρα τι περιλαμβάνει;

Πολύωρη αναμονή πάνω από το λευκό χαρτί, λίγο γράψιμο, αργότερα πολύ διάβασμα και περπάτημα επίσης αρκετό. Και μετά τι; Μα φυσικά οι φίλοι, ακόμα κι αν η επικοινωνία μας είναι πιο πολύ τηλεφωνική, οι φίλοι που αν δεν υπήρχαν δεν θα ήξερα τι να κάνω τον εαυτό μου, οι κινηματογραφικές ταινίες και η μουσική.

Και ακόμα: Αφιερώνετε τα «Αδέλφια» σας στον Γιάννη και τη Μαρία που είναι για σας…

…πρόσωπα αγαπητά, άλλο τίποτα δεν θα πω γιατί η αφιέρωση –το γνωρίζετε– είναι συνήθως υπόθεση προσωπική. Πάντως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το βιβλίο δεν αποβλέπει στο πρόσωπο ή στα πρόσωπα της αφιέρωσης, αλλά ότι απευθύνεται κι ακόμα ότι συνομιλεί με τον αναγνώστη.

Η υπέροχη Δήμητρα Παπαδήμα συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Στα δεκάδες τηλεφωνήματα των τραπεζών σε ημερήσια βάση, πως μου χάριζαν χρήματα, απαντούσα: « ΧΑΡΙΣΜΑ ΣΑΣ!»  Μισώ το χρήμα! Αυτόν τον τρομερό Θεό που ισοπεδώνει αξιοπρέπειες αλλά και κορμιά!»

Δύο «ολάκερα» πρόσωπα, δύο διχασμένες προσωπικότητες, μία πατρίδα, ένας ακέραιος έρωτας. Μια τελευταία προσπάθεια να καταλάβουν αν τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν έρθει διαφορετικά απ’ ότι ήρθαν. Η Πηνελόπη  Δέλτα συναντά τον Ίωνα Δραγούμη στο σταθμό του τραίνου. Αμφιβολίες που ζητούν εξηγήσεις, δικαιολογίες… μια προσπάθεια να κλείσει η εκκρεμότητα. Κάποιες φορές το πρέπει  του καθήκοντος είναι δυνατότερο κι απ’ την αγάπη. Σωστό ή λάθος; Ποιος το ξέρει; Ένας μεγάλος έρωτας που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις κοινωνικές επιταγές της τότε εποχής».

«Πηνελόπη Δέλτα και Ίωνας Δραγούμης: τελευταία συνάντηση» μια εξαιρετική παράσταση βασισμένη στο θεατρικό έργο της Μαρίας Παπαδήμα, που ανέβασε η Ειρήνη Ευαγγελάτου και σας προτείνουμε ανεπιφύλακτα. Παίζεται στο Θέατρο Olvio (Φαλαισίoυ 7) στο Γκάζι.

Η Δήμητρα Παπαδήμα με το Μάνο Κωστή στο πλάι της ενσαρκώνει τον έρωτα της Πηνελόπης Δέλτα για τον Ίωνα Δραγούμη πάνω στο εξαιρετικό κείμενο της Μαρίας Παπαδήμα αλλά και στα κομμάτια της συλλογικής της μνήμης που είναι απαραίτητα για να συμπληρώσουν την ιστορία.

Η σκηνική χάρη της Δήμητρας Παπαδήμα είναι απαράμιλλη !

Το φωτεινό της βλέμμα αντανακλά στο θεατρικό φως το μυστήριο των βυθών των ματιών τους και η πρωταγωνίστρια κατακτά την πλατεία με την ερμηνευτική  της εντιμότητα.

Ένα πρόσωπο  γεμάτο από αρχοντική αξιοπρέπεια, ένα θηλυκό αποφασισμένο να επιβάλει την αλήθεια της, μια ηθοποιός που διαθέτει ένα υπέροχο μέτρο στην κίνησή της, μια λογοτέχνης  που φωτίζει το λόγο με τις λέξεις της και βάζει τα πάντα στη σωστή τους διάσταση, τέλος, μια γυναίκα οργισμένη, που αγωνίζεται να προσαρμοστεί μέσα σε αυτή τη ζούγκλα.

Η κα. Παπαδήμα σπάνια δίνει συνεντεύξεις. Το ρισκάρισα και βρήκα ανταπόκριση. Μου έδωσε μεγάλη χαρά και την ευχαριστώ πολύ.

Προσπαθήσατε, όπως εύστοχα έχετε σχολιάσει κα. Παπαδήμα, να δώσετε ζωή στην Πηνελόπη Δέλτα και στον Ίωνα Δραγούμη μέσα από το εξαιρετικό έργο που έγραψε η αδελφή σας και να τους βγάλετε από τα κάδρα και τις φωτογραφίες και τα καταφέρατε. Τι έχετε να πείτε σε αυτούς που δεν έχουν δει την παράσταση για να τους προσελκύσετε;

Το βλέμμα λέει περισσότερα από το στόμα. Αφού όμως πρέπει να πω κάτι για την παράσταση, γιατί το βλέμμα μου δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί στο χαρτί ή στην ηλεκτρονική σελίδα, θα έλεγα ΣΤΗΝ ΣΤΡΟΦΗ ΕΚΕΙ…. ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Η ΕΚΠΛΗΞΗ !!

Βρήκατε κοινά στοιχεία με εσάς και την  Πηνελόπη Δέλτα, που τόσο σας ενέπνευσε, με την έννοια ότι  κι εσείς κα. Παπαδήμα είσθε ασυμβίβαστη και δεν βάζετε νερό στο κρασί σας, όπως έχετε παραδεχτεί;

Ξέρετε…. Λέω πως είμαι ασυμβίβαστη γιατί έτσι θα ήθελα να είμαι. Όμως μέσα στις συμβάσεις είναι η ζωή μου, όπως όλων. Με τρέχει το κράτος από δω κι από κει με κάνει ότι θέλει, με έχει του χεριού του, με ρουφάει, σκύβω το κεφάλι, υπακούω πειθήνια. Με πνίγουν οι υποχρεώσεις, οι ευθύνες, οι ανάγκες, αναγκάζομαι να χαμογελάω όταν θέλω να δαγκώσω για να μου επιτρέψουν να υπάρχω. Αναγκάζομαι να κάνω πως δεν καταλαβαίνω για χίλια δυο εξευτελιστικά πράγματα. Πόσο ασυμβίβαστη σας ακούγομαι;;

Άσχετα από αυτά που ανάφερα, έχω ομοιότητες με την Δέλτα. Είμαι υπερβολική και στο καλό και στο κακό. Είμαι μοναχική, αυτοκαταστροφική όπως μου λένε. Από παιδί γυρεύω κάτι ακλόνητο, απόλυτο να κρατηθώ. Μάταια, δεν χωράω πουθενά! ‘Υπαρξιακός πάτος σε συνέχειες. Κάπως έτσι βρήκα διέξοδο στο γράψιμο. Όπως και η Πηνελόπη. Δέλτα. Το γράψιμο δεν μου το παίρνει κανείς. Μέσα στα μυθιστορήματά μου, στα ποιήματά μου κάνω ότι θέλω. Βάζω τα πράγματα στη θέση που αρμόζουν σε μένα. Με έχω του χεριού μου! Οπότε η Δ.Π έχει πολλά κοινά με την Π.Δ.

«Γεννήθηκα γυναίκα. Πόθησα να πορευτώ ως γνήσιος άνθρωπος πάνω σε αυτόν τον αφιλόξενο πλανήτη, τον πλημμυρισμένο από διπρόσωπα ανθρωποειδή! Μόχθησα να κατανοήσω, όπως μόχθησα να γίνω κατανοητή. Μελέτησα ατέλειωτες ώρες για την επικινδυνότητα των ακραίων καταστάσεων, έγραψα πολλές λέξεις για τη μοιραία διαδρομή, την υποταγή, τη δουλικότητα, την ασυνεννοησία, για την ανάγκη για έρωτα, για φώλιασμα, για πίστη στο άπιαστο και αιώνιο. Μουτζούρωσα τις φοβίες μου, τις ανασφάλειές μου όπως και τα θέλω μου. Έβαλα στα βιβλία τις σκέψεις μου για τα ιδεατό, το απόλυτο, το σωστό και το λάθος». Συγκλονιστικός ο μονόλογος της Πηνελόπης Δέλτα. Όμως τι σας συνεπήρε από αυτή την προσωπικότητα που πάντα μας γοητεύει;

Να σας πω πως ο μονόλογος αυτός είναι δικός μου και όχι της Δέλτα. Με λίγα λόγια τρέχει το ίδιο «δηλητήριο» μέσα και στις δυο μας. Παρόμοιο, ανεξαρτήτως εποχής!

Το έργο συμπίπτει με την εποχή του Μακεδονικού αγώνα. Με την ευκαιρία έχετε κάτι να σχολιάσετε για τη Συμφωνία των Πρεσπών;

Μακεδονικός αγώνας τότε και τώρα. Διαπραγματεύσεις τότε και τώρα. Τι να σχολιάσω εγώ για τη Συμφωνία των Πρεσπών; Είναι κάτι που σχολιάζεται;  Ένα απλό πέρασμα από αυτόν τον πλανήτη πως κατόρθωσε να εξελιχτεί σε κάτι τόσο περίπλοκο; Απορώ!

Είχατε το θάρρος της γνώμης να δηλώσετε : «Εγώ δεν πιστεύω ότι κυβερνάει ο Τσίπρας ή η κυβέρνησή του. Κυβερνάνε οι έξω». Είμαστε τελικά προτεκτοράτο κ. Παπαδήμα;

Ανέκαθεν πίστευα πως κυβερνούσαν άλλοι. Κάποια αλλόκοτα πλάσματα που μου φέρνουν στο στόμα μια παροιμία που δεν μπορώ να μην σας την πω: «Δουλειά δεν είχε ο διάολος …τα παιδιά του». Διεστραμμένες προσωπικότητες δηλαδή. Φυτεύουν τα φυτά ανάποδα!!!

Πόσο επηρεάζεστε από τους νεόπτωχους που συναντάτε όταν κατεβαίνετε στο κέντρο της Αθήνας;

Φτωχούς, μισότρελους, τρελούς και ναρκομανείς. Αυτά συναντάω στην Αθήνα και προχωράω το δρόμο μου και πηγαίνω στο θέατρο και μετά στο σπίτι μου και παριστάνω πως δεν είδα, πως δεν άκουσα το παρακαλετό και ύστερα παριστάνω πως κοιμάμαι και πως όλα είναι καλά! Τέτοιο τέλμα, τέτοια βαναυσότητα! Και αναρωτιέμαι γεννήθηκα τέρας ή με κάνανε τα πλάσματα αυτά που ανάφερα στην προηγούμενη ερώτηση, με τα σατανικά χαμόγελα και τη διεθνή γλώσσα της μπουρδολογίας;;;

Πόσο επέδρασε σε εσάς και στην οικογένειά σας η οικονομική κρίση που δυστυχώς βιώνει το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της χώρας;

Ποτέ δεν ξεγελάστηκα από το ψεύτικο χρήμα που μου πασάρανε σαν να ήταν πασατέμπος. Προτιμούσα πάντα τον πασατέμπο που είχα τη δυνατότητα να αγοράσω με τα λεφτουδάκια μου. Στα δεκάδες τηλεφωνήματα των τραπεζών σε ημερήσια βάση πως μου χάριζαν χρήματα, απαντούσα  ΧΑΡΙΣΜΑ ΣΑΣ!  Μισώ το χρήμα! Αυτόν τον τρομερό Θεό που ισοπεδώνει αξιοπρέπειες αλλά και κορμιά!

«Ποιους εννοείτε ως διανοούμενους;; Τέλος πάντων έχει χαθεί κάθε πίστη κατά τη γνώμη μου. Κάθε πίστη, πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Και οι λέξεις «επανάσταση» ή «αγώνας για ιδανικά»  ξεφτισμένες μοιάζουν. Ρομπότ εν δράσει. Στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα….»

Γιατί νομίζετε ότι οι συνάνθρωποί μας δεν αντιδρούν σε ό, τι συμβαίνει, με την έννοια να κατεβούν μαζικά στους δρόμους και τα λένε με τους φίλους τους από τον καναπέ; Είναι ο φόβος που φυλάει τα έρημα;

Να αντιδράσουν σε τι; Δεν ξέρουμε πια γιατί να αντιδράσουμε; Προς τα πού να στραφούμε. Αφού γυρίζουμε σβούρα γύρω από τον εαυτό μας μέχρι να ξεκουρδιστούμε και να πάρουμε θέση στα σκουπίδια. Σε κατάσταση παραλογισμού ο κόσμος. Έχει χάσει το μπούσουλα!! Ίσως για αυτό διακρίνω, αμυδρά βέβαια, μια στροφή που περιμένει με αγωνία…

Γνωρίσατε από κοντά τον πατέρα του συντρόφου σας στη ζωή, τον Μέντη Μποσταντζόγλου, τον  γνωστό μας Μποστ, πατέρα της Ανεργίτσας και του Πειναλέωντα, που ήταν τα παιδιά της μετεμφυλιακής ρακένδυτης Ελλάδας, που δεν απέχει σε τίποτα από τη σημερινή. Τι πήρατε από το μεγάλο Μποστ και το κρατάτε σαν ευαγγέλιο στη ζωή σας;

Σε μια παρέα ο Μποστ γελούσε πάντα τελευταίος κι αυτό μου έκανε εντύπωση. Δεν άκουγε το αστείο αλλά παρατηρούσε τον απόηχο του αστείου στις φυσιογνωμίες των υπολοίπων. Φιλοσοφία!

Με τον Γιάννη Μποσταντζόγλου είσαστε μαζί 27 και πλέον χρόνια κι όμως συνεχώς απορρίπτετε τις προτάσεις γάμου που σας κάνει. Αντιδράτε έτσι γιατί φοβάστε τις δεσμεύσεις; Στο θέμα του γάμου, στα χαρτιά με παπά ή δήμαρχο, κουμπάρο και συγγενείς είμαι ασυμβίβαστη. Επιτέλους. Μπορώ να είμαι και κάπου ασυμβίβαστη. Σιχαίνομαι τις ψευτιές και τις ιεροτελεστίες.

Καρπός αυτής της σχέσης η αγαπημένη σας μοναχοκόρη, η Θαλασσινή Μποσταντζόγλου, η οποία μαθαίνω ότι θα ακολουθήσει τα αχνάρια τα δικά σας και του μπαμπάς της.

Πώς κρίνετε την απόφασή σας και τι την συμβουλεύσατε, όταν σας την ανακοίνωσε;

Αφού τελείωσε το πανεπιστήμιο ανακοίνωσε πως θέλει να γίνει ηθοποιός. Η ζωή της, της ανήκει. Ας την κάνει ότι θέλει.

Η  ποιητική σας συλλογή «Εύθραυστη πέτρα», που αποτελεί μία βουτιά στις «αιματηρές» σχέσεις πήγε πάρα πολύ καλά. Τί να περιμένουμε στο εγγύς μέλλον από εσάς;

Η ποιητική μου συλλογή «Εύθραυστη πέτρα» κυκλοφόρησε κατά την διάρκεια των προβών. Τότε που έψαχνα την Δέλτα. Αμέσως είπα: «Τίποτα δεν είναι τυχαίο!» Ήταν και κείνη μια Εύθραυστη πέτρα. Αυτό το διάστημα γράφω ένα μυθιστόρημα και ξαλαφρώνω κάπως από όλα τα προηγούμενα που ανάφερα. Πετάω τα άχρηστα, υπογραμμίζω τα χρειαζούμενα!

Από πού αντλείτε έμπνευση, τι σας επηρεάζει τόσο, ώστε να νιώσετε την ανάγκη να το αποδώσετε σε στίχους ή σε πεζό λόγο;

Άλλοτε στίχοι, άλλοτε μυθιστόρημα. Σκιαγραφώ την εποχή μου. Θέλει έμπνευση και γερή καρδιά. Όπως η Δέλτα σκιαγράφησε με τον μοναδικό της τρόπο την δική της σπαρακτική εποχή.

Πώς θα χαρακτηρίζατε βάσει της εμπειρίας σας την σύγχρονη ελληνική θεατρική παραγωγή;

Το θέατρο κάνει ότι μπορεί. Φορές-φορές και περισσότερα από αυτά που μπορεί. Ανθίζει και μαραίνεται. Τέχνη είναι, έχει κάθε δικαίωμα.

Είναι η τέχνη μια θεραπευτική διαδικασία για τους δημιουργούς και το κοινό;

Η τέχνη είναι πηγή ζωής και για τον δημιουργό αλλά και για το κοινό.

Οι διανοούμενοι και οι άνθρωποι της τέχνης  οφείλουν κατά τη γνώμη σας να παρατάσσονται σε κοινές διεκδικήσεις και αγώνες;

Ποιους εννοείτε ως διανοούμενους;; Τέλος πάντων έχει χαθεί κάθε πίστη κατά τη γνώμη μου. Κάθε πίστη, πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Και οι λέξεις «επανάσταση» ή «αγώνας για ιδανικά»  ξεφτισμένες μοιάζουν. Ρομπότ εν δράσει. Στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα….

Η επικοινωνία με το ευρύ κοινό μέσω της θεατρικής τέχνης, είναι σήμερα μια ενθάρρυνση, ένα άγγιγμα για τον θεατή;

Ναι βέβαια το θέατρο αφυπνίζει….. πεθαμένα συναισθήματα.

Ο  κοινωνικός ρόλος της τέχνης πρέπει να αλλάξει στις μέρες μας;

Πρέπει να αλλάξουν οι άνθρωποι πρώτα. Πως γίνεται κάτι τέτοιο ;;; Με τα κομπιούτερ τα ινσταγκραμ, τα φεις μπουκ. Έλεος με την τόοοοση τεχνολογία. Έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Η τέχνη είναι πολύ μακριά από όλη αυτή την παραζάλη. Η τέχνη ζει στον κόσμο της!! Ουφ ευτυχώς!  Σας αφιερώνω ένα απλό ποιηματάκι μου για ξεκάθαρη εικόνα: 

«Οδός πεζοδρομίου και γωνία άγνωστης λεωφόρου θα με πετύχετε αν θελήσετε να  με αναζητήσετε.

Κι αν μετά από όλα αυτά βρείτε τη δύναμη και  με κοιτάξετε στα μάτια- και κοιταχτούμε….

Τότε να είστε σίγουροι πως θα αναγεννηθώ παιδί. Μικρό κορίτσι. Καληνύχτα» .

Σας ευχαριστώ!    

Η Τέσυ Μπάιλα σε α’ πρόσωπο στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ένα βιβλίο για τη φιλία και τον έρωτα, την τέχνη και την Ιστορία, τον πόνο του ανθρώπου και τον αγώνα του για επιβίωση, τη μοναχικότητα και την αξία της, την αυτοθυσία, τον αλτρουισμό, την αφοσίωση, τη συγχώρεση και την επανάσταση της προσωπικής εκφραστικής»

Η Τέσυ Μπάιλα γεννήθηκε στον Πειραιά και σπούδασε Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2009.

Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Διατηρεί στήλες λογοτεχνικής αρθρογραφίας και βιβλιοκριτικής σε έγκριτα διαδικτυακά περιοδικά.

Είναι επίσης συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα και αρχισυντάκτρια του περιοδικού Literature.gr.

Κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη», «Ουίσκι Μπλε», «Άγριες Θάλασσες», «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Σε α’ πρόσωπο

Οι σχέσεις ενός ανθρώπου με την τέχνη και την  Ιστορία θα μπορούσε να είναι με δυο λόγια η κεντρική ιδέα αυτού του μυθιστορήματος. Επί της ουσίας όμως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που ξετυλίγεται ως πολύπτυχο μιας εποχής καλύπτοντας χρονικά από τα τέλη του 19ου μέχρι και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τα σημαντικά γεγονότα που συντάραξαν τη χώρα. Από τα τραγικά γεγονότα στο Ηράκλειο του 1898, στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, και από εκεί στους Βαλκανικούς πολέμους, στον εθνικό Διχασμό στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Β΄. Παράλληλα αναμετράται με τις ψυχολογικές διακυμάνσεις ενός, κατά βάση, μοναχικού ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να σταθεί σε μια εποχή κοινωνικών, πολιτικών, ιστορικών διχασμών, στην οποία η τέχνη μοιάζει να μην έχει καμιά απολύτως θέση, και να εκφράσει τις ανησυχίες του.

Ο ήρωας αυτού του βιβλίου γεννιέται πάνω σε ένα καΐκι στις 25 Αυγούστου 1898, στο Ηράκλειο της Κρήτης, την ημέρα της μεγάλης σφαγής του Ηρακλείου, του μεγάλου αρπεντέ, από τους Τουρκοκρητικούς, που σηματοδότησε την αρχή της Κρητικής Πολιτείας και λίγα χρόνια αργότερα την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Η μητέρα του χάνεται στη γέννα την ίδια στιγμή που ο σκληρός και αυταρχικός του πατέρας διασκεδάζει στο καφέ σαντάν. Το παιδί θα μεγαλώσει κυρίως με τον παππού και τη θεία Λουλουδιά, καθώς ο πατέρας του θα τον θεωρεί πάντα υπεύθυνο για τον χαμό της γυναίκας του. Πολύ γρήγορα θα καταλάβει την αγάπη του για τη ζωγραφική και ύστερα από ένα δραματικό περιστατικό, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο πατέρας του, θα φύγει για τα Χανιά και κατόπιν για τον Πειραιά, για να προσπαθήσει να αφοσιωθεί στην τέχνη του.

Στον κόσμο που τον περιβάλλει εισβάλει ορμητικά ο Μικέλε, ένας εκ διαμέτρου αντίθετος χαρακτήρας που θα γίνει το άλλο του μισό, η φωνή της λογικής που τον καλεί να χαρεί τη ζωή και γευτεί τις ομορφιές της. Μαζί του και η Ισιδώρα, η εξιδανικευμένη γυναικεία μορφή που θα ξεσηκώσει τη θύελλα του έρωτα στην ψυχή του. Εισβάλει όμως και ο Μεγάλος Πόλεμος. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που θα ανατρέψει τα σχέδια της ζωής και θα στείλει τους ήρωες στα χαρακώματα, βυθίζοντας τα όνειρα και τις ελπίδες μέσα στο χώμα.

Η αφήγηση είναι καταιγιστική. Με έντονες περιγραφές και συγκινήσεις. Οι τόποι εναλλάσσονται ασταμάτητα.  Από την Κρήτη, στον Πειραιά, στην Αθήνα και από εκεί στη Μακεδονία. Στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κι ύστερα πάλι στην Κρήτη. Στην ακτή της αρχής των ονείρων αλλά και των διαψεύσεων.

Από τον παππού Λεωνίδα και τη θεία Λουλουδιά μέχρι τη Χριστίνα την κυρά Ευτέρπη και τον Δημήτρη, τη Μυρσίνη που έχασε τη μιλιά της όταν αντίκρισε σφαγμένη τη μάνα της.

Την Ισιδώρα και κυρίως τον Μικέλε, αλλά και τα αληθινά πρόσωπα που διατρέχουν το μυθιστόρημα, όπως ο Βενιζέλος και ο Γιώργος Ιακωβίδης, ο ήρωας αυτού του βιβλίου βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν κόσμο που αλλάζει δραματικά και στον οποίο προσπαθεί να αποτυπώσει καλλιτεχνικά όλα όσα αντιμάχεται η συνείδησή του, όλα όσα σημάδεψαν τη ζωή του, τις αποφάσεις του, τη δύναμη της καλλιτεχνικής του ευαισθησίας και τα όνειρά του.

Ένα βιβλίο για τη φιλία και τον έρωτα, την τέχνη και την Ιστορία, τον πόνο του ανθρώπου και τον αγώνα του για επιβίωση, τη μοναχικότητα και την αξία της, την αυτοθυσία, τον αλτρουισμό, την αφοσίωση, τη συγχώρεση και την επανάσταση της προσωπικής εκφραστικής.

Το βιβλίο «Τις Νύχτες Έπαιζε με τις Σκιές», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός