fbpx

Τάσος Ιορδανίδης, συνέντευξη στη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Στον παραλογισμό της μάχης δε χωράει το ανθρώπινο είδος. Είναι προορισμένο για ανώτερα πράγματα»

Ένα σπουδαίο ερμηνευτικό κατόρθωμα κάνει αυτή τη σαιζόν ο Τάσος Ιορδανίδης, που αναμετριέται με τον αντιπολεμικό μονόλογο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» σε θεατρική απόδοση από το ομώνυμο βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο της Σοφίας Αδαμίδου ακολουθώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες της Θάλειας Ματίκα.

Ο πρωταγωνιστής αντεπεξέρχεται με επιτυχία στις δυσκολίες αυτού του συγκλονιστικού και τόσο απαιτητικού ρόλου, φθάνει σε σημεία έσχατης αντοχής και βγάζει την αντιπολεμική κραυγή του έργου του Τραμπο, που σπάει τα όρια του Altera Pars και την ακουμπά στα αυτιά των ανθρώπων. Eίναι ένας καγχασμός για τους ισχυρούς της γης, που όταν χάνουν το παιχνίδι έναντι λαών, καταφεύγουν σε πολέμους για να τους γονατίσουν.

O Τάσος Ιορδανίδης από το ξεκίνημά του έως σήμερα δεν εφθάρει σε κάτι δευτεροκλασάτο.

Για το ταλέντο μίλησαν και μιλούν πολλοί. Κυριαρχεί πάνω στο θεατρικό σανίδι σε ρόλους – κλειδιά, που ενσαρκώνονται στο σώμα του και γίνονται για μεγάλο διάστημα υπαρξιακοί του σύντροφοι. Κι εμείς συγκινούμεθα με την έκβαση του ωραίου και νιώθουμε ευγνωμοσύνη για όσα μας χάρισε και μας χαρίζει.

Μετά από 14 χρόνια και τόσες επιτυχίες στο ενεργητικό σας, αγαπητέ κ. Ιορδανίδη, που σας κατέταξαν στους πιο ξεχωριστούς ηθοποιούς του Ελληνικού Θεάτρου και στους σκηνοθέτες των μεγάλων επιτυχιών,  ξανασυναντάτε επί σκηνής το Τζόνυ, σε ένα νέο κείμενο που υπογράφει η εξαιρετική Σοφία Αδαμίδου και είναι  εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Ντάλτον Τράμπο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο του».Mια παράσταση, που  σκηνοθέτησε η  σύντροφός σας στη ζωή, η Θάλεια Ματίκα από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Τι συναισθήματα σας γέννησε αυτή η νέα εκδοχή;

Αρχικώς,σας ευχαριστώ πολύ για τα κολακευτικά σας λόγια που δε σας κρύβω ότι με φέρνουν σε αμηχανία…Ο στόχος μου όλα αυτά τα χρόνια είναι να προσπαθώ να κάνω με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τη δουλειά μου, ώστε να μην αισθανθεί κάποιος θεατής ότι επιχειρώ να τον κοροϊδέψω. Όπως είπατε, πρόκειται για τη δεύτερη συνάντησή μου με τον ήρωα του Τράμπο.

Τα συναισθήματα είναι τα ίδια, αλλά πιο ώριμα και πιο βαθιά. Τα φορτία ζωής διαθέτουν ηλεκτρισμό υψηλότερης τάσης και παράγουν μεγαλύτερο σεβασμό για τα μηνύματα του έργου. Χαίρομαι που έχω τη δυνατότητα μίας ακόμα προσέγγισης. Αισθανόμουν ότι υπήρχαν ανοιχτοί λογαριασμοί αφού ο συμβολικός στρατιώτης χτυπάει συχνά και πυκνά την πόρτα της συνείδησης και απαιτεί να βρει οχήματα για να αποστείλει την απέχθειά του απέναντι σε οτιδήποτε μιλιταριστικό, υπερασπίζοντας την αντιστασιακή δύναμη του ανθρώπινου νου και το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής.

«Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ. Ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει. Μόνο  που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται». Η παραπάνω ρήση του Μπ. Μπρεχτ αντιπροσωπεύει επάξια τον ήρωα του έργου ή πιο σωστά το κατακρεουργημένο από τον πόλεμο σώμα, το οποίο είναι καθηλωμένο στο κρεβάτι της φρίκης, αφού του λείπουν σχεδόν τα πάντα, αλλά έχει διατηρήσει το πιο σημαντικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ικανότητα της σκέψης. Εκτός από αντιπολεμικό το έργο, θέτει υπαρξιακά ζητήματα και κυριολεκτικά σου δίνει γροθιά στο στομάχι. Πώς αντέχετε το βάρος αυτού του ρόλου; Δεν σας σμπαραλιάζει ψυχικά;

Δε σας κρύβω ότι πρόκειται για το πιο δύσκολο, το πιο απαιτητικό σκηνικό μου πεπραγμένο. Αντλώ όμως μία ακατανόητη δύναμη από το κείμενο και από το σκοπό του εγχειρήματος που είναι ιερός. Η επιθυμία όλων των συντελεστών ήταν να ξεχάσουμε ότι παράγουμε ένα καλλιτεχνικό προϊόν με τις συνήθεις απαιτήσεις και προσδοκίες. Η ανάγκη όλων μας καθοδηγήθηκε από την τόσο εκκωφαντικά ηχηρή κραυγή του ήρωα και την αδάμαστη ανθρώπινη θέληση για το δώρο της ζωής. Μπορώ να σας πω με το χέρι στην καρδιά ότι η διαδικασία είναι λυτρωτική. Καθαρτική.

«Ο Τζόνι πήρε το όπλο του» από τα πιο συγκλονιστικά αντιπολεμικά έργα όλων εποχών και όπως πολύ σωστά σχολιάσατε, μπορεί ο εχθρός να μην είναι ορατός, αλλά είναι δίπλα μας, έτοιμος να μας κατακρεουργήσει είτε στο πεδίο  της μάχης, είτε σε αυτά της καθημερινότητας, που «όταν οι πλούσιοι κάνουν πόλεμο, είναι οι φτωχοί που πεθαίνουν», όπως σημειώνει ο Ζαν Πολ Σαρτρ. Ποια είναι τα μηνύματα που δίνει στο υποψιασμένο και ευαίσθητο κοινό που γεμίζει ασφυκτικά το Altera Pars κ. Ιορδανίδη;

Πολλά τα γραπτά για τη  φρίκη του πολέμου και τα καρκινώματά του. Το όπλο του συγγραφέα στην περίπτωσή μας είναι τόσο ισχυρό που το καθιστά πάντα επίκαιρο.

Οι σκέψεις ενός ζωντανού που είναι νεκρός, ενός νεκρού που είναι ζωντανός. Η ανθρώπινη σκέψη κυριαρχεί. Η ενσυναίσθηση πάντα σε εγρήγορση. Η ματαιότητα των επιχειρημάτων της εχθροπραξίας απογυμνώνεται. Στον παραλογισμό της μάχης δε χωράει το ανθρώπινο είδος. Είναι προορισμένο για ανώτερα πράγματα. Για να αισθάνεται τη γεύση, για να φυλακίζει την ομορφιά των χρωμάτων της ίριδας, για να αφουγκράζεται τους ήχους, για να κινείται, για να εκτιμά τις μικρές χαρές της καθημερινότητας, ώστε να στροβιλίζεται η γη και εν συνεχεία να μεγαλουργεί. Αυτή είναι η δύναμή μας. Η επιβεβαίωση του υφίσταμαι κάθε στιγμή. Αυτό αγιοποιεί τον ήρωα και τον καθιστά διαχρονικό.

«…Θα αναφερθώ ξεχωριστά στο Γιώργο Μιχαλακόπουλο γιατί μου έκανε το μεγάλο δώρο να με ανεβάσει επί σκηνής μαζί του σε ένα έργο για δύο υποκριτές και να καταλάβω μέσα από την τριβή μαζί του, ότι το να είσαι ηθοποιός είναι ευθύνη και προνόμιο»

Τάσσος Ιορδανίδης και Θάλεια Ματίκα

Πώς ήταν η συνεργασία σας με την κα. Ματίκα; Υπήρξαν στιγμές δημιουργικής έντασης μεταξύ σας κατά τη διάρκεια των προβών; Πως θα χαρακτηρίζατε την ανάγνωσή της;

Άψογη. Είναι η πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε και δεν διαφωνήσαμε για το παραμικρό. Η Θάλεια ενορχήστρωσε με απόλυτο σεβασμό-επακόλουθο μοναχικής μελέτης- τους συνεργάτες της και η ανάγνωσή της που ακουμπά στους κανόνες ενός τραγωδιακού κώδικα έγινε ολοκληρωτικά αποδεκτή από τους συντελεστές. Η Σοφία Αδαμίδου με τη θεατρική της απόδοση, ο Σάκης Μπιρμπίλης με τους φωτισμούς του, η Ηλένια Δουλαδήρη με το σκηνικό κοιστούμι της και ο Τάσος Σωτηράκης με την πρωτότυπη μουσική του αγκάλιασαν την πρόθεση της Θάλειας και περιφρούρησαν με συγκινητικό τρόπο τη ματιά της πάνω στο έργο.

Παρότι έμπειρος πια και εμπνευσμένος δημιουργός είχατε το τρακ του πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού στην πρεμιέρα;

Πάντα έχω αγωνία και χαίρομαι για αυτό γιατί σημαίνει ότι δεν πάσχω από αναισθητοποίηση.

Πώς χειριστήκατε το μονόλογο, που είναι από τα δυσκολότερα θεατρικά είδη;

Σαν ένα παιδί που μαθαίνει να περπατάει. Που μπορεί να σταθεί στα πόδια του για κάποια δευτερόλεπτα, που θα πέσει, θα ξανασηκωθεί…

Πιστεύετε, ότι «Τη μέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη», όπως ισχυρίζεται ο Μαχάτμπα Γκάντι;

«Αγάπης δε ουδέν μείζον ούτε ίσον εστί», είπε επίσης ο Μένανδρος. Ποιος είμαι εγώ για να αμφισβητήσω δύο τόσο σπουδαία πνεύματα;

Κάνετε τέχνη αναζητώντας την ουσία και όχι το περιτύλιγμα αφήνοντας το αποτύπωμα μιας δουλειάς με διαπιστώσεις, επισημάνσεις και προβληματισμούς που εκφράζεται μέσα από το ρεπερτόριο που επιλέγετε. Ποιοι ήταν οι σημαντικοί σταθμοί και τα ερεθίσματα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας προσωπικότητας;

Οι συνάδελφοι, οι συντελεστές, οι εργαζόμενοι του θεάτρου…Όλοι. Ακόμα κι αν έχω έρθει σε αντιπαράθεση με κάποιους τους είμαι ευγνώμων γιατί με έκαναν να σκεφτώ, να προβληματιστώ, να εμπνευστώ και να γίνω εμπειρικά πλουσιότερος. Θα αναφερθώ ξεχωριστά στο Γιώργο Μιχαλακόπουλο γιατί μου έκανε το μεγάλο δώρο να με ανεβάσει επί σκηνής μαζί του σε ένα έργο για δύο υποκριτές και να καταλάβω μέσα από την τριβή μαζί του, ότι το να είσαι ηθοποιός είναι ευθύνη και προνόμιο. Οι συμβουλές του με ακολουθούν σε κάθε μου βήμα και αισθάνομαι ευλογημένος για αυτή τη συνεργασία.

«…Από τον Οκτώβριο, θα βρίσκομαι στο θέατρο Αποθήκη για τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, ακολουθώντας τη μέθοδο που ακολούθησε στο πρόσφατο ανέβασμα του «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ»

Αν  δεχθούμε την άποψη, ότι ο καλλιτέχνης είναι πιο ευαίσθητος και ίσως πιο ευάλωτος, από τον μέσο πολίτη, ποιες μπορεί να είναι οι  επιπτώσεις, που μπορεί να έχει η καθημερινότητα και ο αγώνας επιβίωσης στον ίδιο και στο έργο του;

Οφείλει να είναι για να απορροφά τα σημεία των καιρών, για να αποκωδικοποιεί τις νόρμες και να υπερασπίζεται τα συγγραφικά πνεύματα.Η καθημερινότητα και το θέατρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία και η σκηνική κατάθεση ενδυναμώνεται από τις ευκολίες αλλά και από τις δυσκολίες.

Εσείς κ. Ιορδανίδη είσθε ένας καλλιτέχνης με κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες. Αν δεν είχατε αυτή την πλευρά πιστεύετε ότι θα είχατε παράξει τόσο σημαντικό έργο;

Δεν ξέρω αν έχω παράξει σημαντικό έργο, σίγουρα όμως ό, τι έχω παράξει αποτελεί την εξέλιξη μίας κοινωνικής στάσης και μίας πολιτικής θέσης.

Ταξιδεύετε στην καρδιά των θεατών ξυπνώντας τους αναμνήσεις και συναισθήματα μέσω της τέχνης του εφήμερου που με πάθος και αγάπη υπηρετείτε. Το θέατρο είναι ένα κοινός τόπος για προβληματισμό;

Κάθε μορφή τέχνης θέτει τον άνθρωπο έναντι των ευθυνών του αλλά και της ακατέργαστης σκέψης του. Πόσο μάλλον το θέατρο που είναι μία παραστατική τέχνη που έχει την ικανότητα να αγγίζει τα όρια μίας συναισθηματικής και νοητικής ταύτισης.

Μπορούμε να συνδέσουμε, νομίζετε, με έναν τρόπο την τέχνη με την πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι σήμερα στην Ελλάδα;

Φυσικά. Και πιο εμπεριστατωμένα σε 10 ή σε 20 χρόνια. Η τέχνη πέρα από τις άλλες ιδιότητες της έχει και- τη μη αμφισβητήσιμή-του πολιτιστικού ιστορικού.

«Οι άνθρωποι πραγματικά αλλάζουν, και η αλλαγή έρχεται σαν ένα ελαφρύ αεράκι που ανακατεύει τις κουρτίνες την αυγή, και έρχεται σαν το ανεπαίσθητο άρωμα ενός αγριολούλουδου κρυμμένου στη χλόη», όπως αναφέρει ο Τζον Στάινμπεκ. Σε εσάς πώς ήρθε η αλλαγή στο πέρασμα του χρόνου;

Επιμελώς αφηρημένα.

Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί τα όνειρά σας για το μέλλον;

Το καλοκαίρι «Ο Τζόνι» θα περιοδεύσει και νοιώθω ευτυχής που θα επικοινωνήσει και με άλλες περιοχές εκτός της πρωτεύουσας. Από τον Οκτώβριο, θα βρίσκομαι στο θέατρο Αποθήκη για τον «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ. Ο Βασίλης Μπισμπίκης έχει αναλάβει τη σκηνοθεσία, ακολουθώντας τη μέθοδο που ακολούθησε στο πρόσφατο ανέβασμα του «Άνθρωποι και ποντίκια» του Στάινμπεκ.

Είμαι πολύ χαρούμενος για τη συνεργασία με το Βασίλη, για τη σκηνική συνάντηση με τη Μαρίνα Ασλάνογλου που θαυμάζω και εκτιμώ απεριόριστα, αλλά και την παραγωγική πραγμάτωση από τα Αθηναϊκά θέατρα που έχουν περιφρουρήσει με πολλή θέρμη την καλλιτεχνική αυτή προοπτική.

Ο συγγραφέας Μανώλης Ανδριωτάκης σε μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Δυστυχώς, σε μεγάλο μέρος της η δημοσιογραφία είναι υπόλογη κι αντί να είναι με το μέρος της κοινωνίας, διαλέγει το μέρος της εξουσίας, που τη χρηματοδοτεί και την καθοδηγεί. Υπάρχουν φυσικά και τα φωτεινά παραδείγματα»

Ο Μανώλης Ανδριωτάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974. Είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και δημοσιογράφος. Έχει συνεργαστεί με πλήθος Μέσων ενημέρωσης, παραδοσιακών και νέων, έχει δημοσιεύσει 8 βιβλία κι έχει σκηνοθετήσει 5 ταινίες ντοκιμαντέρ.

Εργήστηκε, επίσης, σε πλήθος εκδοτικών οίκων και βιβλιοπωλείων. Από τον Νοεμβρίο του 2011, διατηρεί τη διαδικτυακή εκπομπή βιβλίου GarageBOOKS. Έχει εμφανιστεί ως performer σε παράσταση χοροθεάτρου στο Φεστιβάλ Αθηνών, το 2008. Ασχολείται ενεργά με την Οδική Ασφάλεια.

Το «δεξί σας χέρι» είναι στην ουσία ένα βιβλίο για την εξουσία και δη την αφτιασίδωτη, τη σκληρή, την αποτρόπαια, σαν αυτή που βιώνει στο πετσί του όλος ο κόσμος και όχι μόνο εδώ εμείς στη μικρή μας πατρίδα;

Η εξουσία, αν δεν είναι ταπεινή, αν δεν αναγνωρίζει τα όρια, τα λάθη, τις καταχρήσεις και τους καταναγκασμούς που επιβάλλει στους πολίτες, γίνεται εύκολα τυραννία και παραλογισμός. Γι’ αυτό χρειαζόμαστε θεσμούς, διαδικασίες, δικλίδες ασφαλείας. Όταν οι θεσμοί είναι αδύναμοι, ο μεγαλύτερος ρόλος παίζεται απ’ τα πρόσωπα, απ’ τους χαρακτήρες και τις προσωπικότητες και τότε το μείζον αίτημα είναι η αξιοκρατία. Όμως ακριβώς επειδή δεν λειτουργούν οι θεσμοί, αξιοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. Το βιβλίο μου αναφέρεται σ’ αυτή τη συνθήκη. Όταν από καθαρή τύχη φτάνει ένας ανεπαρκής άνθρωπος να παίξει ρόλο δίπλα από μια πρωταγωνίστρια, που επίσης από τύχη βρίσκεται στην ηγεσία της χώρας, έρχονται το παρελθόν αλλά και η ίδια η ανεπάρκεια να πάρουν τα ηνία με καταστροφικά αποτελέσματα.

Το βιβλίο σας: Είναι ένα μυθιστόρημα που μιλάει για την πολιτική που τραβά πάνω της σαν μαγνήτης συμπλεγματικούς εγωμανείς και αριβίστες που δεν δίνουν δεκάρα για τον συνάνθρωπο, αλλά μόνο για την «πάρτη» τους;

Όταν η εξουσία από μέσο γίνεται σκοπός, τότε μεταμορφώνεται σε κάτι αποκρουστικό και τερατώδες και μαζί παραμορφώνει και τους ανθρώπους που ασχολούνται με την άσκησή της. Όσο το πολιτικό παιχνίδι γίνεται όλο και πιο βρόμικο, οπορτουνιστικό, αυτοαναφορικό κι ανεξέλεγκτο, όσο η ιδεολογία γίνεται όλο και πιο προσχηματική, όσο οι πολίτες ψηφίζουν μόνο με το συναίσθημά τους, τόσο η εξουσία θα έλκει εκείνους που δεν έχουν ειλικρινή διάθεση να βοηθήσουν τους άλλους, αλλά να εξουσιάσουν, να επιβληθούν, να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους.

Και αναρωτιέμαι γιατί γράψατε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία, τούτη τη συγκεκριμένη εποχή; Από πού κυρίως αντλήσατε υλικό;

Άντλησα το υλικό από προσωπικές εμπειρίες, από συνεντεύξεις και ρεπορτάζ που έκανα κι από στενή παρακολούθηση της επικαιρότητας επί μακρόν. Υπάρχει καθημερινά τεράστιος όγκος πληροφορίας για την πολιτική, αλλά πολύ σπάνια μας επιτρέπεται να παρακολουθήσουμε μια πολιτική ιστορία απ’ την αρχή ως το τέλος της. Έγραψα ένα πολιτικό θρίλερ για να δώσω την ευκαιρία στον αναγνώστη να δει έστω και λοξά την πολιτική με έναν πιο συνεκτικό τρόπο, να κρυφοκοιτάξει στα παρασκήνια, όχι με την ηδονοβλεπτική διάθεση του μικροπολιτικού κουτσομπολιού, αλλά με τη γνήσια περιέργεια που έχουμε για τα δημόσια πρόσωπα και την ενδεχόμενη διαφορά που έχει η δημόσια εικόνα τους απ’ τα κίνητρά τους.

Θα ήθελα το «δεξί χέρι» να συμβάλει μ’ έναν τρόπο σε μια πιο ώριμη σχέση με την πολιτική, κι όχι να κάνει τους αναγνώστες πιο κυνικούς, όπως το κάνει η παρακολούθηση της πολιτικής επικαιρότητας. Θα ήθελα να κατανοήσουν την περιπλοκότητα των ανθρώπινων κινήτρων και δράσεων, και να αρχίσουν να γίνονται πιο κριτικοί με όσα βλέπουν κι ακούν σε σχέση με την πολιτική. Θεωρώ ότι αυτή η εποχή είναι κατάλληλη για πολλούς λόγους. Έχουμε υποστεί μια τεράστια κρίση κι είμαστε έτοιμοι να ορθοποδήσουμε. Κάποια πρώτα δείγματα υποδεικνύουν ότι έχουμε αρχίσει ήδη να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Γι’ αυτό χρειάζεται εγρήγορση.

Εργάζεστε ως δημοσιογράφος σε μέσα παραδοσιακά, αλλά και ηλεκτρονικά εδώ και χρόνια. Είστε αυτό που λέμε, λαϊκά, μέσα στα πράγματα. Αναρωτιέμαι λοιπόν: Βγαίνει προς τα έξω, έστω ελάχιστες φορές, όλη αυτή η δυσωδία, το νοσηρό παρασκήνιο ή στη δημοσιογραφία όλα αυτά  ήταν  ρομαντικές πρακτικές του παρελθόντος;

Κάποια πράγματα απλά δεν μαθαίνονται ποτέ ή μαθαίνονται πολύ αργότερα. Η εξουσία έχει από φυσικού της την τάση να κρύβει, γιατί νιώθει ευάλωτη απέναντι στους εχθρούς της. Αυτό μπορεί να φτάσει σε παρανοϊκά επίπεδα στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Αλλά και στη δημοκρατία, η εξουσία έχει ισχυρό κίνητρο να ενεργεί στα παρασκήνια. Είμαι αναφανδόν υπέρ της διαφάνειας. Θα ήθελα να ξέρω ανά πάσα στιγμή με ποιους συναντιέται ο εκάστοτε πρωθυπουργός, υπουργός, βουλευτής, δήμαρχος, πολιτευτής, ποιο είναι το αντικείμενο των συναντήσεών του κι ακόμα τα περιεχόμενα των συνομιλιών του. Θεωρώ ότι αυτό θα έπρεπε να είναι δικαίωμα των πολιτών. Η διαφάνεια είναι το μόνο αντίδοτο, το μόνο προληπτικό μέτρο ενάντια στην ασυδοσία της εξουσίας.

Ένας απ’ τους βασικούς ρόλους τώρα της δημοσιογραφίας είναι ακριβώς αυτό: να αποκαλύπτει ό,τι μένει στην αφάνεια. Δυστυχώς, σε μεγάλο μέρος της η δημοσιογραφία είναι υπόλογη κι αντί να είναι με το μέρος της κοινωνίας, διαλέγει το μέρος της εξουσίας, που τη χρηματοδοτεί και την καθοδηγεί. Υπάρχουν φυσικά και τα φωτεινά παραδείγματα. Η μεγαλύτερη απογοήτευση όμως είναι η διαδικτυακή δημοσιογραφία, που δεν έχει επιβεβαιώσει τις υποσχέσεις και τις προσδοκίες που μας καλλιέργησε στην αρχή του διαδικτύου.

«…Ναι, ίσως λίγη επιπολαιότητα και λίγη ελαφρότητα, κατά περίπτωση και σε κατάλληλες δόσεις, να είναι θεραπευτικές μέσα στον μεγάλο παραλογισμό και τη σκληρότητα που μας περιβάλλει»

«Το Δεξί Χέρι» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Η πρωταγωνίστριά σας, η Σωτηρία, ένα φωτεινό, χαρισματικό κορίτσι κατορθώνει με υγιείς μεθόδους και συμπεριφορές ανθρώπινες, να ηγηθεί της χώρας. Νομίζετε ότι στην πραγματικότητα μια τέτοια καλής πάστας γυναίκα θα έφτανε τόσο ψηλά ή τα τσακάλια κάθε είδους θα την κατασπάρασσαν πριν αλέκτωρ….;

Είναι και πολύ τυχερή βέβαια. Σας θυμίζω ότι αναλαμβάνει την ηγεσία, όταν πεθαίνει ο αρχηγός του κόμματός της. Όμως όντως της αξίζει να βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση. Είναι αλήθεια ότι πολύ δύσκολα μια γυναίκα φτάνει στα ψηλά κλιμάκια της εξουσίας κι αυτό θεωρώ ότι είναι δείγμα της καθυστέρησης της κοινωνίας μας.

Υπάρχει έντονος μισογυνισμός στην πολιτική, όπως και παντού. Μπορεί να εξηγείται και ψυχολογικά, πάντως εξηγείται ιστορικά και οικονομικά. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ αυτονόητη την ισοτιμία όλων των ανθρώπων, όποιο κι αν είναι το φύλο τους, και πιστεύω ότι μια γυναίκα στην εξουσία φέρνει ποιότητες που πιθανώς έχουμε ξεχάσει εντελώς ως πολίτες αυτής της χώρας. Δυστυχώς, όπως λέτε κι εσείς, και περιγράφω στο βιβλίο, φαίνεται ότι ακόμη δεν είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια προοπτική.

Στην ιστορία σας μεγάλη σημασία δίνετε όμως και στη φιλία την αγνή. Στη δική σας ζωή έχετε  την τύχη ή την ευλογία να συμπορευόσαστε με μια φίλη σαν την Σωτηρία, να είναι εκεί  δίπλα σας, έστω εκ του μακρόθεν;

Οι σχέσεις των ανθρώπων, ακόμα και οι φιλικές, είναι περίπλοκες. Θέλω να πω ότι μπορεί οι καλές φιλίες να μην κοιτάζουν φύλο, αλλά ορισμένες φορές το φύλο του φίλου ή της φίλης μπορεί να περιπλέξει τα πράγματα.

Ακόμα: Τον  ήρωα σας τον κεντρικό, τον Πέτρο Χρήστου, έναν μέτριο άνθρωπος –με επιμελώς κρυμμένα πάθη– τον βάζετε στο φινάλε να καθαρίζει με δυο κουβέντες σταράτες, με μια συγγνώμη, έτσι δεν είναι; Ως κάθαρση ίσως;

Ομολογώ ότι τον Πέτρο τον συμπαθώ πάρα πολύ. Δεν θα οικοδομούσα ένα ολόκληρο βιβλίο πάνω σ’ έναν χαρακτήρα που δεν συμπαθώ. Παρά την επιπολαιότητά του, την ανεπάρκεια και τις αδυναμίες του χαρακτήρα του, βρίσκει όντως το θάρρος να δει το πρόσωπό του στον καθρέφτη όπως είναι, και να κάνει το ανήκουστο για τα ελληνικά δημόσια πράγματα: να ζητήσει μια ξεκάθαρη δημόσια συγγνώμη και να εξιστορήσει τα πράγματα όπως έγιναν. Είναι καθαρτήριο αυτό. Η κάθαρση, η δικαιοσύνη είναι απ’ τις πιο σημαντικές προϋποθέσεις προόδου.

Αλλάζοντας σελίδα: Γράψατε ένα δυνατό πολιτικό σύγχρονο θρίλερ. Εσείς ως αναγνώστης αγαπάτε  ανάλογα ελληνικά ή ξένα αναγνώσματα και ποιο το πιο αγαπημένο σας;

Αν και γράφονται πραγματικά σπουδαία βιβλία στη χώρα μας, το είδος του πολιτικού θρίλερ και της πολιτικής φαντασίας δεν είναι ιδιαίτερα προσφιλές στους έλληνες συγγραφείς για λόγους που δεν μου είναι προφανείς. Νομίζω ότι ένα αξεπέραστο μυθιστόρημα που συνδέεται διαχρονικά με τα πολιτικά μας πράγματα είναι το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου.

Και κάτι ακόμα: Κλείνετε την ιστορία σας με τη φράση: «όλοι έχουμε ανάγκη ορισμένες φορές από λίγη τρέλα». Και συμπληρώνω: Μήπως όχι μόνο λίγες στιγμές, αλλά πολύ περισσότερες; Τι λέτε; Ως γιατρικό;

Αυτό που θέλει να πει ο ήρωάς μου έπειτα απ’ την πολύ σοβαρή περιπέτειά του, έπειτα απ’ την τεράστια επιπολαιότητά του είναι ότι δεν γίνεται, δεν είναι βιώσιμο να παίρνουμε πάντα στα σοβαρά τα πράγματα. Ναι, ίσως λίγη επιπολαιότητα και λίγη ελαφρότητα, κατά περίπτωση και σε κατάλληλες δόσεις, να είναι θεραπευτικές μέσα στον μεγάλο παραλογισμό και τη σκληρότητα που μας περιβάλλει.

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ερωτήσεις και το ενδιαφέρον.

Ευχαριστώ κι εγώ  για τον χρόνο σας.

Η εκλεκτή συγγραφέας Λεία Βιτάλη συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Τα προβλήματα είναι κοινά και γνωστά. Δεν έχουμε να πούμε νέα μηνύματα. Θέλουμε όμως να βιώσουμε την εμπειρία και να ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημά της και τις αιτίες της. Ίσως αυτό να βοηθάει»

«… Για ποια τέχνη μιλάμε; Δεν μας αφήνουν να κάνουμε τέχνη, αυτήν την τέχνη που υπονοείτε. Η τέχνη δεν παράγεται αν δεν έχεις να φας. Η τέχνη που παράγεται στις μέρες μας είναι μια τέχνη που ευνοεί τον εφησυχασμό. Βολική τέχνη. Αυτή η τέχνη επιχορηγείται. Αυτήν επιλέγεται να προωθηθεί»

Μόνο η Λεία Βιτάλη θα μπορούσε να μιλήσει έτσι.

Από τις σημαντικότερες συγγραφείς της γενιάς της, είναι ένας άνθρωπος που έχει πίστη στις αξίες και στα ιδανικά της. Έχει όραμα και το υπηρετεί παίρνοντας δημιουργικές αποφάσεις, που πολλές φορές αμφισβητούνται από το κατεστημένο και  με τόλμη και απελπισία απορεί και εκπλήσσεται,  παρατηρεί, εξεγείρεται, δεν εγκαταλείπει το κριτήριο της ανοχής και  αγανακτεί για τον τρόπο που κινείται ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία.

Είναι ανίκανη να συλλάβει τα παιγνίδια της εξουσίας, τη βρωμιά, την ίντριγκα, την αναξιοπρέπεια, την προδοσία, το ψέμα, την απάτη, απέχει παρασάγγας από το κλειστό κύκλωμα της τέχνης και γράφει για να ξορκίσει την ασχήμια του κόσμου. Γι΄ αυτό τα έργα της κατακτούν το θεατρόφιλο κοινό και τους βιβλιοφάγους.

Η παράσταση του έργου της «Rock Story», που είναι εμπνευσμένη από τον Παύλο Σιδηρόπουλο, παρουσιάζεται στο Θέατρο Αργώ. To έργο είναι γραμμένο με συγκίνηση και χιούμορ, ενώ αναζητά τα αίτια πίσω από τον πρόωρο θάνατο ενός ροκ ειδώλου μας. Μιλάει και αποκαλύπτει τον τρόπο που εργάζεται κρατώντας μια στάση ζωής μακριά από φραγμούς και στεγανά και έξω από την τέχνη της στέκεται σαν ένας συνεσταλμένος άνθρωπος που ωστόσο μας αιφνιδιάζει συνεχώς.

Οφείλω να παραδεχτώ, ότι πολύ τη χάρηκα αυτή τη συνάντηση.

Αφιερωμένο στον πρίγκιπα της ελληνικής ροκ σκηνής είναι το τελευταίο σας έργο κα. Βιτάλη, που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Τι ήταν αυτό που σας συγκλόνισε στην προσωπικότητα του Παύλου Σιδηρόπουλου, πέρα από την πλούσια και αξιοσημείωτη μουσική κληρονομιά, την οποία  μας άφησε και αγγίζει βαθιά και τους νέους που δεν πρόλαβαν να τον γνωρίσουν;

Το Rock Story γράφτηκε το 2009 ,αλλά πιστεύω ότι αν το έγραφα τώρα θα ήταν το ίδιο. Γιατί σήμερα η προσωπικότητα του Παύλου έχει να μας πει πολύ περισσότερα. Ο Παύλος είναι ένας θρύλος. Γιατί πέρα από τις μουσικές του είχε ένα όραμα, αυτό που χρειαζόμαστε κι εμείς στη δική μας εποχή: Να αλλάξει τον κόσμο! Δεν ξέρω αν η φράση που γράφω μέσα στο έργο είναι δική μου ή δική του, γιατί μπήκα τόσο πολύ στη δική του σκέψη που ταυτίστηκα μαζί του και ταξιδέψαμε στο έργο μαζί. «Θέλω να ονειρευτώ το δικό μου όνειρο. Χρόνια τώρα με ζουλάνε να χωρέσω στο δικό τους. Αλλά το δικό τους είναι στενό, μικρό σάπιο και βρωμάει…» Θέλουμε ένα άλλο όνειρο εδώ και τώρα. Αυτό με γοήτευσε σε κείνον. Αλλά –κακά τα ψέματα- κάθε συγγραφέας αυτό που προβάλλει μέσα από τα έργα του είναι ο δικός του, κρυφός εαυτός.

«Θέλω να πω στους πιτσιρικάδες, ότι δεν υπάρχει κανένας, μα κανένας απολύτως λόγος να δοκιμάσουν ηρωίνη. Δεν μπορεί να σου δώσει κανένα όραμα, καμιά ψευδαίσθηση, κανένα βίζιον ας πούμε, άμα είσαι ποιητής, ζωγράφος ή καλλιτέχνης… Η ηρωίνη είναι κάτι που σε εκμηδενίζει, είναι ένας μύθος, μια μπούρδα…». Πώς περάσατε αυτή τη συγκλονιστική αλήθεια του Παύλου Σιδηρόπουλου μέσα από το έργο σας

Μα έτσι ακριβώς! Όχι με εντελώς τα ίδια λόγια αλλά με αυτό το νόημα. Βέβαια οι καιροί έχουν αλλάξει. Εκείνη την εποχή ήταν μια ιδεολογία συνδεδεμένη με το ροκ η χρήση των ουσιών. Σήμερα οι χρήστες αλλά και οι ουσίες είναι διαφορετικές. Υπάρχει πλέον ένα πολύ οργανωμένο κύκλωμα και δύσκολα ξεφεύγεις χωρίς μεγάλη ψυχική δύναμη και βοήθεια έξωθεν. Τότε κυνηγούσαν οι νέοι ένα όραμα στα άκρα, τώρα νομίζω περισσότερο ζητούν να ξεφύγουν απ’ τον εαυτό τους και από τη μιζέρια γύρω τους. Αλλά η άρνηση των ουσιών είναι πράγματι και θέμα εκπαίδευσης που αναρωτιέμαι γιατί οι κοινωνίες μας αρνούνται αυτό το προληπτικό μέσον.

Πιστεύετε, ότι το εγχείρημά σας αυτό θα φέρει τον θεατή σε  «διάλογο» με την πραγματικότητα και την αλήθεια;

Αν ο θεατής είναι ανοιχτός σίγουρα. Μετά από τόσα χρόνια στο θέατρο έχω καταλάβει ότι υπάρχουν θεατές ανοιχτοί που μπορούν να συμμετάσχουν στον διάλογο που ανοίγει το έργο και άλλοι που στέκονται καχύποπτα και είναι κλειστοί. Γενικότερα οι κλειστοί άνθρωποι δεν αφήνονται και ίσως δεν επιτρέπουν με τον τρόπο τους και στους άλλους να πάνε ένα βήμα πιο μπροστά.

Ποιο μήνυμα κα. Βιτάλη θέλετε να περάσετε εσείς μέσα από αυτό το έργο;

Ειλικρινά ‘όταν γράφω ένα θεατρικό ή ένα μυθιστόρημα ξεκινάω από μια δική μου ανάγκη να βιώσω μια κατάσταση και όχι να περάσω ένα μήνυμα. Δεν λειτουργώ εγκεφαλικά. Παλεύω με τους δικούς μου δαίμονες και στο τέλος τους νικώ ή παραδίνομαι. Αν ο θεατής ζήσει μαζί μου την εμπειρία σίγουρα θα νιώσει το ίδιο. Θα τους νικήσει ή θα τους αποδεχτεί. Τα προβλήματα είναι κοινά και γνωστά. Δεν έχουμε να πούμε νέα μηνύματα. Θέλουμε όμως να βιώσουμε την εμπειρία και να ανακαλύψουμε το βαθύτερο νόημά της και τις αιτίες της. Ίσως αυτό να βοηθάει.

Παύλος Σιδηρόπουλος

«Η νέα γενιά καταλαβαίνει πολύ καλά τι συμβαίνει και φεύγει. Κάποιοι που μένουν αδιαφορούν πλέον για την πολιτική. Αλλά υπάρχει και άλλο ένα κομμάτι, δυστυχώς, που μέσα από όλα αυτά έχει χάσει τον δρόμο του και με ναζιστικούς χειρισμούς προσπαθεί να επιβιώσει και να καταστρέψει ό, τι έχει μείνει…»

«Η Αθήνα έγινε κι αυτή μια πόλη χωρίς οίκτο κι άρχισα να φοβάμαι όταν γελάω στο δρόμο δυνατά», είχε εκμυστηρευτεί λίγο πριν φύγει από τη ζωή ο πρίγκιπας. Το ίδιο απάνθρωπο και αποκρουστικό πρόσωπο δεν έχει και στις μέρες μας;

Ίσως και χειρότερο. Τα προβλήματα έχουν ενταθεί. Οι ιδεολογίες έχουν στραφεί σε ακραία σημεία, ο φόβος και η μιζέρια είναι φανερά. Αλλά εγώ προσωπικά πιστεύω στον άνθρωπο και πιστεύω στη δύναμη της επιβίωσης. Πιστεύω στο ΘΑ αλλά όχι εκείνο των πολιτικών.

Πως θα χαρακτηρίζατε την εποχή μας, που από πρόσφατή συνέντευξή σας φαίνεται να σας έχει πληγώσει;

Δεν είναι η εποχή που πληγώνει. Είναι οι συγκυρίες που αλλοιώνουν τον άνθρωπο και φέρεται σαν αρπακτικό. Ιδιαίτερα στη χώρα μας, που η πίτα είναι πολύ μικρή και δεν επαρκεί να θρέψει όλους μας, νιώθεις ότι αν δεν «σκοτώσεις» τον άλλον δεν θα περισσέψει τίποτα για σένα. Και αυτό φρενάρει την πρόοδο, τη δημιουργικότητα, την συντροφικότητα, την ίδια τη διάθεση για ζωή. Χρειάζεται να αντισταθούμε ακόμη κι αν χάνουμε.

Η κρίση μας φέρνει όλους αντιμέτωπους με όσα χάσαμε τα τελευταία χρόνια, όπως συνήθειες, βεβαιότητες, και αυταπάτες. Τι μας απέμεινε κα. Βιτάλη πέρα από το ταραγμένο τοπίο στο οποίο κινούμεθα;

Ένα βαθύ κομμάτι του εαυτού μας έχει κρατήσει την ανθρωπιά του. Όταν πιάσουμε εντελώς πάτο αυτό θα βγει στην επιφάνεια. Η ανθρωπότητα θα επιβιώσει. Ότι δεν είναι ανθεκτικό θα χαθεί όπως συνέβαινε πάντα στον κόσμο μας και στον πλανήτη. Αλλά δεν επικράτησε ποτέ ένα «κακό» κομμάτι. Απλώς όλα μεταλλάσσονται.

Η υποκρισία, το χαμηλό επίπεδο των εθνοσωτήρων και η καθημερινή πλύση εγκεφάλου, που καθημερινά δεχόμαστε από όλα τα μέσα, που μόνο αρνητικά λειτουργεί, τι ρόλο θα παίξουν στη διαμόρφωση της νέας γενιάς;

Η νέα γενιά καταλαβαίνει πολύ καλά τι συμβαίνει και φεύγει. Κάποιοι που μένουν αδιαφορούν πλέον για την πολιτική. Αλλά υπάρχει και άλλο ένα κομμάτι δυστυχώς που μέσα από όλα αυτά έχει χάσει τον δρόμο του και με ναζιστικούς χειρισμούς προσπαθεί να επιβιώσει και να καταστρέψει ό, τι έχει μείνει. Η μιζέρια και η κρίση οικονομική και κοινωνική αλλά και πολιτιστική –ως γνωστόν- εκκολάπτει το αυγό του φιδιού. Ας προσέχουμε.

«Για μένα το ύψιστο αγαθό είναι η ελευθερία και η ανεξαρτησία με μεγάλες δόσεις ενσυναίσθησης και συμπόνιας. Δύσκολα θέματα αλλά όχι ακατόρθωτα αν τα επιθυμείς»

Άσχετα αν μας απωθεί η πολιτική όπως την βλέπουμε να ασκείται σήμερα, πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί προς αυτή την κατεύθυνση να αναπτύξει μια αίσθηση αφύπνισης που θα μας φανεί χρήσιμη;

Εδώ ανοίγουμε ένα άλλο πονεμένο κεφάλαιο. Για ποια τέχνη μιλάμε; Δεν μας αφήνουν να κάνουμε τέχνη, αυτήν την τέχνη που υπονοείτε. Η τέχνη δεν παράγεται αν δεν έχεις να φας. Η τέχνη που παράγεται στις μέρες μας είναι μια τέχνη που ευνοεί τον εφησυχασμό. Βολική τέχνη. Αυτή η τέχνη επιχορηγείται. Αυτήν επιλέγεται να προωθηθεί. Το βλέπουμε γύρω μας να συμβαίνει. Εκεί που μοιράζονται τα χρήματα η τέχνη της ουσίας υποχωρεί μπροστά στην τέχνη του εφησυχασμού ψάχνοντας όχι κάτι αληθινό και ουσιαστικό, αλλά ψάχνοντας κενές ουσίας φόρμες. Στα μέρη που δεν υπάρχουν τα λεφτά ο καλλιτέχνης παλεύει μόνος του χωρίς μεγάλα αποτελέσματα και ματώνει. Αλλά για πόσο ακόμη θα μπορεί να το κάνει αυτό;

Ομολογουμένως διανύουμε μία δύσκολη περίοδο σε οικονομικό αλλά και αξιακό επίπεδο. Πως μπορεί να επιβιώσει ο χώρος της τέχνης μέσα σε αυτό το περιβάλλον;

Συμβαίνουν τεράστιες αλλαγές. Δεν ξέρω να σας πω αν θα επιβιώσει έτσι όπως ξέραμε παλιά. Ίσως χρειάζεται να βρεθούν νέοι τρόποι, νέοι δρόμοι, συνεργασίες διαφορετικές. Αλλά όλα ακόμη είναι ρευστά. Ψαχνόμαστε.

Η κοινωνία θα αντέξει να περάσει όλη αυτή τη βιαιότητα που δέχεται σε όλους τους τομείς;

Ο άνθρωπος αντέχει στις κρίσεις. Αλλά μεταλλάσσεται για να επιβιώσει. Είναι νόμος της φύσης.

Εν γένει τα κοινωνικά δρώμενα επηρεάζουν τη θεματολογία σας κα. Βιτάλη;

Απολύτως. Δεν μπορώ να φανταστώ τους ήρωές μου να ζουν και να δρουν εν κενώ. Επηρεάζονται και επηρεάζουν τον κοινωνικό ιστό.

Στους ήρωες που δίνετε φωνή σήμερα, τους  προτείνετε να διεκδικούν και να σηκώσουν το κεφάλι;

Για μένα το ύψιστο αγαθό είναι η ελευθερία και η ανεξαρτησία με μεγάλες δόσεις ενσυναίσθησης και συμπόνιας. Δύσκολα θέματα αλλά όχι ακατόρθωτα αν τα επιθυμείς.

Ποια είναι τα σχέδιά σας για τη συνέχεια;

Ένα καινούργιο μυθιστόρημα που έχω στα σκαριά και ένα θεατρικό έργο που με τραβάει από το μανίκι. Αλλά και μια μεγάλη βόλτα με ιστιοπλοϊκό που μου έχει λείψει τα τελευταία χρόνια. Τόση αγάπη για τη θάλασσα ούτε ψάρι να ήμουν.

Ελευθερία Κυρίμη, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Πολλοί είναι αυτοί που προτιμούν να εθελοτυφλούν, γιατί δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα»

Η Ελευθερία Κυρίμη γεννήθηκε το 1968. Μεγάλωσε στον Πειραιά όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Τι είναι εν ολίγοις η ιστορία σας αυτή, κα Κυρίμη; Μια προσπάθεια απάλυνσης βαθέων προσωπικών τραυμάτων της ηρωίδας σας ή μια πρόθεση να μην διαγραφούν αλλά να μαλακώσουν τραυματικές συλλογικές μνήμες;

Θα  έλεγα ότι είναι και τα δύο. Το ατομικό τραύμα της ηρωίδας, που έχει να κάνει κυρίως με την παιδική και εφηβική της ηλικία, συναντιέται με το συλλογικό τραύμα μιας ομάδας κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας που στο παρελθόν κυνηγήθηκαν για την καταγωγή και τη μητρική τους γλώσσα, ενώ ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζονται τουλάχιστον με καχυποψία. Η συνάντηση αυτή, συλλογικού και ατομικού τραύματος, βοηθά εν τέλει και την ηρωίδα να κοιτάξει με μια άλλη ματιά το παρελθόν της, να συγχωρέσει και να καταφέρει έτσι να επουλώσει την πληγή.

Γράφετε τη «Θάλασσα στο χιόνι» επηρεασμένη από δικές σας μνήμες-αφηγήσεις γονέων ή οι σπουδές σας στη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία σάς οδήγησαν σε αυτό το πεζογράφημα;

Άντλησα και από τις δύο δεξαμενές, οι οποίες όμως δεν είναι σε καμιά περίπτωση στεγανές. Στην ουσία πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία. Δεν είναι επομένως πάντα εύκολο να προσδιορίσω επακριβώς την πηγή έμπνευσής μου.

Πόσα δικά σας στοιχεία δώσατε στην αιθεροβάμονα καθηγήτρια -καθημερινή γυναίκα, μητέρα, σύζυγο- που ανέβηκε να διδάξει στη Φλώρινα, να αφυπνίσει κάποια, λίγα έστω, παιδιά για την ιστορία τους;

Σίγουρα μοιράζομαι με την ηρωίδα του βιβλίου την αγάπη μου για την ιστορία και τη λαχτάρα για ένα διαφορετικό σχολείο που θα καλλιεργεί την ιστορική σκέψη των μαθητών. Από εκεί και πέρα οι ήρωες των ιστοριών που αφηγούμαστε αυτονομούνται και τραβάνε τις δικές τους πορείες.

«Σίγουρα είναι ευκολότερο να νοσταλγείς αυτούς που ξέρεις πως δεν πρόκειται να επιστρέψουν, παρά να κοιτάξεις κατάματα αυτούς που θέλεις να πιστεύεις πως δεν υπάρχουν», γράφετε κάπου και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Πολύ πιο βολικό και «καλμαριστικό» δεν είναι  το πρώτο;

Είναι βολικό και ταυτόχρονα παραμυθητικό θα έλεγα, γιατί σε απαλλάσσει από κρίματα του παρελθόντος, χωρίς ιδιαίτερο κόστος. Η αποδοχή όμως του «άλλου», του διαφορετικού που στέκει δίπλα σου εδώ και τώρα, ζωντανός, με σάρκα και οστά, θέλει κότσια. Πολλοί είναι αυτοί που προτιμούν να εθελοτυφλούν, γιατί δυσκολεύονται να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα.

«Ήλθε στην Ελλάδα η δημοκρατία, έγινε νόμιμο το ΚΚΕ, έφυγε ο βασιλιάς, μπήκατε στην Ευρωπαϊκή Ένωση κι ακόμα κουβαλάμε τα κρίματα του Εμφυλίου», είναι ακόμα μια μαρτυρία του Στόγιαν στην έρευνα των παιδιών. Εσείς τι πραγματικά πιστεύετε; Μια μέρα η μακρινή πληγή αυτή θα κλείσει ή θα την «κουβαλάμε» εσαεί;

Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί σε μεγάλο βαθμό ο αριθμός των ερευνητών που ασχολούνται με τα συγκρουσιακά ζητήματα του Εμφυλίου αλλά και της Κατοχής. Αυτό δείχνει ότι τουλάχιστον στους κόλπους της επιστημονικής κοινότητας υπάρχει η διάθεση για συζήτηση. Το πρόβλημα όμως παραμένει για την υπόλοιπη κοινωνία. Στα σχολεία η περίοδος αυτή δεν διδάσκεται για να αποφευχθούν οι εντάσεις. Στα κεφάλια πολλών ανθρώπων –μεταξύ των οποίων και αρκετοί με δημόσιο βήμα– συνεχίζουν να επιβιώνουν απόψεις που φλερτάρουν ανοιχτά με μανιχαϊστικές, απλουστευτικές ή ακόμα και δογματικές λογικές. Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ασχοληθούμε σοβαρά και με τα θέματα της νεότερης ιστορίας μας που αποτελούν ταμπού και όχι απλώς να βαυκαλιζόμαστε με το ένδοξο αρχαιοελληνικό παρελθόν.

Η συγχώρεση της εγκαταλελειμμένης κόρης προς την ωραία, παράξενη μάνα σάς προέκυψε γράφοντας την ιστορία ή την  είχατε στο μυαλό σας από την αρχή;

Εξαρχής γνώριζα την αρχή και το τέλος. Αυτό που θέλησα να αναδείξω είναι ότι τα πράγματα όχι μόνο σε μια επινοημένη ιστορία, αλλά και στη ζωή φυσικά, δεν είναι μονοσήμαντα. Η ηρωίδα βιώνει μια επαγγελματική ήττα, αλλά χάρη σε αυτή χτίζει τη γέφυρα που θα τη φέρει πάλι κοντά στη μητέρα της.

Η παρουσία μιας γιαγιάς σαν αυτής στο έργο σας, πολύτιμη σε κάθε οικογένεια, ανεξαρτήτως συνθηκών, δεν νομίζετε; (σσ και ευτυχώς που στην Ελλάδα εξακολουθούν κοντά μας να ζουν)

Μπορεί ενδεχομένως κανείς να κατηγορήσει την ελληνική οικογένεια για διάφορες αγκυλώσεις. Ωστόσο η φιγούρα της γιαγιάς παραμένει για πολλούς από εμάς ο φύλακας άγγελος των παιδικών μας χρόνων.

«Η θάλασσα στο χιόνι» είναι το πρώτο σας γραπτό. Θα ακολουθήσει σύντομα δεύτερο ή θα πάρετε τον χρόνο σας;

Άλλο είναι να πλάθεις ιστορίες με το μυαλό κι άλλο να αναμετριέσαι με τις λέξεις. Σκέψεις υπάρχουν. Χρειάζεται όμως χρόνος να ωριμάσουν, πριν ξεκινήσει η άνιση μάχη με τη γλώσσα.

Το βιβλίο: «Η Θάλασσα στο Χιόνι» κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο

Η Μαρία Ζορμπά συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Στις μέρες μας η γυναίκα έχει μπει σαν άντρας μέσα στον ανταγωνισμό, και οι σχέσεις της με τις ομόφυλες της είναι συχνά πολύ ανταγωνιστικές σε σχέση με το επάγγελμα ή την εικόνα και είναι κρίμα γιατί έτσι χάνει πολλά»

Η Μαρία Ζορμπά είναι από τις πολύ καλές ηθοποιούς της γενιάς της!

Δείγματα  της δουλειάς της είναι οι παραστάσεις: «Η επίκληση της γοητείας» (2018), «Δαιμονισμένοι» (2017), «Το κουκλόσπιτο» (2016), «Μεφίστο «(2014), «Wolfgang» (2008),  «Το τρίτο στεφάνι» (2009). Η τεχνική της αφοπλίζει τις απαιτήσεις κάθε ρόλου που αναλαμβάνει. Έτσι οι ρόλοι δεν φέρνονται δύστροπα και αναπνέουν ελεύθερα με την παρουσία της, η οποία επιβάλλεται εξαρχής. Γι αυτό οι άνθρωποι του χώρου της, οι μαθητές της στη δραματική σχολή αλλά και το κοινό τρέφουν μεγάλη εκτίμηση στο ταλέντο της. Κι εκείνη παρά το αξιόλογο έργο που παρουσιάζει δεν έχει παγιδευτεί μέσα στη σαγήνη της έπαρσης.

Ευχαριστώ πολύ τη Μαρία Ζορμπά, που μου έδωσε την ευκαιρία να την προσεγγίσω στην καθημερινότητά της. Και δεν επρόκειτο για ένα τυπικό πλησίασμα αλλά για μια ουσιαστική συνάντηση, που έγινε μέσα στις αράδες του κειμένου του διάσημου έργου του Ρομπέρ Τομά «8 Γυναίκες κατηγορούνται» , το οποίο  παίζεται με επιτυχία στο θέατρο «Αργώ», αλλά και πίσω από αυτές.

Τι σας έλκει στο έργο του Ρομπέρ Τομά που παίζετε αυτή τη σεζόν κα. Ζορμπά;

Είναι ένα έργο με φινέτσα και μια πολύ ενδιαφέρουσα δομή που πλάθεται από πολλά διαφορετικά υλικά. Οι χαρακτήρες του, οι 8 γυναίκες, έχουν γερό ψυχολογικό υπόβαθρο και αναπτύσσονται σε μια πλοκή αστυνομικής κομεντί, θρίλερ αλλά και φάρσας. Το ελκυστικό νομίζω για τον σκηνοθέτη είναι η επιλογή που θα κάνει, ο δρόμος που θα επιλέξει για να φωτίσει όλα αυτά τα συστατικά. Είναι ένας δρόμος ανοιχτός και αινιγματικός, γι’ αυτό και έχουμε δει πολύ διαφορετικές σκηνοθεσίες σ’ αυτό το έργο. Για μένα ως ηθοποιός, με ενδιαφέρει πολύ αυτή η ελαφράδα, που προτείνει ο σκηνοθέτης, αλλά και το «αίνιγμα» που καταθέτει ο συγγραφέας.

Ενσαρκώνετε την Ωγκιστίν, την γεροντοκόρη της οικογένειας, ρόλο που στη σκοτεινή αίθουσα ερμήνευσε η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Έχετε κοινά στοιχεία με την ηρωίδα;

Είναι ένα πρόσωπο που σε γοητεύει να το εξερευνήσεις, έχει πολύ χιούμορ ερήμην της. Δεν το επιδιώκει, κάπως σαν να υπάρχει μέσα σ’ αυτό. Θα έλεγα, ότι αυτό είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό, είμαι και εγώ συχνά κωμική ερήμην μου, χωρίς να το επιδιώκω δηλαδή. Επίσης, έχει μια ανάγκη να παρατηρεί, έχει μια απορία για τη ζωή και τους ανθρώπους. Και έντονη ανάγκη για αγάπη και επιβεβαίωση που επειδή δεν την λαμβάνει συχνά, αντιδρά σαν παιδί, σαν ένα θυμωμένο παιδί. Έχω πιάσει αρκετές φορές τον εαυτό μου, κυρίως στο παρελθόν, να αντιδρώ με τον ίδιο τρόπο.

Πόσο επίκαιρο είναι το έργο: «8 γυναίκες κατηγορούνται» σήμερα;

Ένα έργο που εξερευνά την έντονη παρουσία-απουσία του άντρα στις ζωές των γυναικών είναι πάντα επίκαιρο. Στην παράσταση μας η πρόθεση του σκηνοθέτη ήταν να διασκεδάσουν οι θεατές με όλο αυτό και μια παράσταση που προσφέρει ελαφράδα και διασκέδαση, είναι νομίζω πάντα χρήσιμη. Όταν ένα έργο επιλέγεται ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων από τους σκηνοθέτες αλλά και το κοινό, είναι ένα έργο που συνεχίζει να ενδιαφέρει.

 Όλοι μας λίγο πολύ κρύβουμε τα ένοχα μυστικά μας όπως οι ηρωίδες του έργου. Εσείς;

Θα έλεγα όχι πια. Ένοχα μυστικά δεν έχω. Μικρότερη ναι. Ήμουν και εγώ ένα από τα πάρα πολλά κορίτσια με διατροφικές διαταραχές, κι αυτές οι παθήσεις συνοδεύονται πάντα από έντονες ένοχες και μεγάλη μυστικοπάθεια. Πράγμα που είναι ό,τι χειρότερο βέβαια, γιατί ένα πρόβλημα που δεν κοινοποιείται που δεν αποκτά βοηθούς και συμμάχους για την επίλυση του, διαιωνίζεται με καταστροφικά πολλές φορές αποτελέσματα. Σήμερα τα μυστικά μου περιορίζονται σ’ αυτά του ηθοποιού πάνω στη σκηνή ή στην πρόβα και σε κάποια άλλα μικρά και χρήσιμα για τη ζωή, γιατί ξεκουράζουν τη ψυχή μου.

Με αφορμή το έργο πως θα αξιολογούσατε τις σχέσεις μεταξύ γυναικών στην εποχή μας;

Είναι πολύτιμες οι συμμαχίες μεταξύ γυναικών μπορούν να παράξουν μεγάλες δυναμικές και ποιότητα. Στις μέρες μας η γυναίκα έχει μπει σαν άντρας μέσα στον ανταγωνισμό, και οι σχέσεις της με τις ομόφυλες της είναι συχνά πολύ ανταγωνιστικές σε σχέση με το επάγγελμα ή την εικόνα και είναι κρίμα γιατί έτσι χάνει πολλά. Δεν είναι τυχαίο νομίζω πως οι γυναικείες παρέες, που βλέπουμε στα θέατρα ή αλλού, αποτελούνται συνήθως από νεαρά κορίτσια ή μεγάλης ηλικίας γυναίκες. Το ενδιάμεσο ηλικιακό κομμάτι, γυναίκες στην παραγωγική τους ηλικία, είναι αφιερωμένες στην καριέρα, την οικογένεια και τα παιδιά, ή τον άντρα, αλλά και χωρίς πολλές φίλες νομίζω. Παλιά υπήρχαν οι γειτόνισσες και η επαφή με τις συγγενείς, που κάλυπτε αυτό το κενό, σήμερα δεν υπάρχει νομίζω κάτι ανάλογο.

«….Ας μη μιλήσουμε για την ποιότητα, αυτό δεν πληρώνεται ούτως ή αλλιώς. Επίσης η έλλειψη ταπεινότητας απέναντι στο αντικείμενο είναι πάντα κάτι ακαλαίσθητο. Και η υποκριτική είναι και μια πρόταση αισθητικής»

Ποια ήταν η αφορμή για να μπείτε στο θέατρο;

Έπαιζα θέατρο από παιδί. Όλα τα παιδιά παίζουν, απλά σε κάποιους από εμάς, έχει απομείνει αυτή η ανάγκη. Τα κείμενα της αρχαίας τραγωδίας που κάναμε στο σχολείο με έκαναν να ονομάσω πιο συγκεκριμένα αυτή την επιθυμία μου, άρχισα να διαβάζω βιβλία για το θέατρο, άρθρα στις εφημερίδες, να βλέπω παραστάσεις και στα 16 μου μπήκα σε μια μαθητική θεατρική ομάδα στη Θεσσαλονίκη με πολύ δημιουργικά παιδιά, όπως ο Θωμάς Μοσχόπουλος, ο Κώστας Αποστολίδης, ο Παν. Καρκανεβάτος. Συναντήθηκα μαζί τους ξανά στην Αθήνα, όπου ο καθένας βρήκε τον δικό του ξεχωριστό δρόμο, στην υποκριτική ή τη σκηνοθεσία.

Πως βλέπετε το χώρο του Θεάτρου μέσα στη κρίση, με την έννοια ότι κάθε εξάμηνο πρέπει να είστε σε αναζήτηση εργασίας;

Η αναζήτηση εργασίας κάθε εξάμηνο, είναι μέσα στη φύση της δουλειάς μας. Υπήρχε από πάντα, παλιότερα μάλιστα, τα μπουλούκια ήταν σε μια συνεχή τέτοια κατάσταση αλλάζοντας πιάτσες, έργα και ρόλους κάθε μέρα. Στις μέρες μας οι ηθοποιοί πρέπει να κάνουν 2 και 3 δουλειές για τον μισθό που πριν μερικά χρόνια έπαιρναν για μια παράσταση. Την ίδια στιγμή – δεν λέω κάτι καινούργιο – όλοι θέλουν να δοκιμαστούν να υπάρξουν μέσα στο Θέατρο, προσφέροντας έτσι πολλές και συμφέρουσες εναλλακτικές στους παραγωγούς, αλλά όχι στη φύση αυτής της τέχνης, που χρειάζεται από εμάς να είμαστε υγιείς, με χρόνο να μελετήσουμε και να γυμναστούμε όπως πρέπει. Κάτι που μοιάζει πια δυστυχώς με πολυτέλεια. Είναι ένα αδιέξοδο ανάμεσα στην ανεργία και σε αυτό, που μόνο εμείς οι ίδιοι μπορούμε να το αλλάξουμε.

Διδάσκετε υποκριτική στη σχολή της Αγ. Βαρβάρας και στο Θέατρο των Αλλαγών. Πως είναι η επικοινωνία σας με τους μαθητές σας;

Έχει σχέση με το υλικό και το δυναμικό της ομάδας που δημιουργείται κάθε φορά. Αν υπάρχει κάτι σταθερό σε σχέση με την επικοινωνία μου με τα παιδιά, θα έλεγα πως είναι η ανάγκη μου να τους αφουγκράζομαι και να τους προτρέπω να ανακαλύψουν τη μοναδικότητα τους. Εκεί μπορεί να υπάρξουν πολλές φορές αντιστάσεις και άμυνες, γιατί τους είναι πιο εύκολο να μιμηθούν κάτι που έχουν δει, παρά να το συναντήσουν μέσα τους. Όταν όμως αυτό συμβαίνει η όρεξη τους για εργασία είναι πολύ μεγάλη, το ίδιο και η χαρά.

Στον κινηματογράφο έχετε πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό σας, με κορυφαία την ερμηνεία σας στην ταινία του Στράτου Τζίτζη «Σώσε με», για την οποία και τιμηθήκατε με το Κρατικό Βραβείο ‘Α Γυναικείου Ρόλου. Γιατί απέχετε;

Έχω κάνει 15 ταινίες τα τελευταία 17 χρόνια. Δεν είναι ίσως πολλές δεν είναι και λίγες. Έχω βραβευτεί 3 φορές, αλλά αυτό είναι μια χαρά που κρατάει λίγο, τίποτα περισσότερο. Έχω πάντα μεγάλη όρεξη για το κινηματογραφικό γύρισμα, αγαπώ το σινεμά, και το έχω επιθυμήσει. Τα τελευταία χρόνια δέχθηκα κάποιες προτάσεις που δεν με γοήτευσαν, μια πολύ ενδιαφέρουσα ήταν για το εξωτερικό, αλλά δεν μπορούσα να φύγω εκείνη την εποχή από την Ελλάδα και η αλήθεια είναι, ότι είχα δώσει γενικά περισσότερο από το χρόνο και τις δυνάμεις μου στο Θέατρο. Η τελευταία ταινία που έκανα ήταν «Ο εχθρός μου» του Γ. Τσεμπερόπουλου.

Δυο φορές την εβδομάδα βρίσκεστε στο θεατρικό βαγόνι στο Τρένο στο Ρούφ, με το Vincent του Philip Ridley σε σκηνοθεσία Ευθύμη Χρήστου. Μιλήστε μου για το έργο και τον ρόλο σας.

Το έργο περιγράφει τη συνάντηση μιας  μητέρας με τον φίλο του γιου της, που έχει δολοφονηθεί λίγο καιρό πριν. Η δολοφονία ήταν η κατάληξη ενός κοινωνικού εκφοβισμού, και ο νεαρός αυτόπτης μάρτυρας του γεγονότος, της περιγράφει πως συνέβη όλο αυτό. Η μητέρα έχει χάσει ένα παιδί που ποτέ δεν είχε γνωρίσει πραγματικά, και ο νεαρός τον πρώτο άνθρωπο που ερωτεύτηκε στη ζωή του. Η συνάντηση τους ξεκινά με την μεγάλη ανάγκη και των δυο τους να συνειδητοποιήσουν την απώλεια, και φέρνει στη συνέχεια αυτούς τους δυο ανθρώπους αντιμέτωπους  με το θυμό, το έλλειμμα αποδοχής, και τον πόνο, που τους οδηγεί μέχρι την συγχώρεση και την αποδοχή.

Είναι μια παράσταση που συγκινεί τους θεατές αλλά μέσα από μια ορμή συμφιλίωσης, χωρίς περιττά βάρη. Η αίσθηση που έχω εγώ για την παράσταση είναι ενός δυνατού ανέμου που μπαίνει από το παράθυρο και αφού σπάσει το τζάμι, μετά δροσίζει και καθαρίζει όλο το σπίτι.

Το θέατρο μιλά για όσα μας καίνε. Δίνει και διεξόδους κατά τη γνώμη σας σε όλα αυτά που μας απασχολούν;

Η διέξοδος είναι πάντα ψυχική. Το θέατρο ανοίγει χώρους στο μυαλό και στο συναίσθημα. Δημιουργεί κραδασμούς και εμπνέει. Και μ’ αυτή την έννοια ο θεατής μπορεί να εμπνευστεί ή όχι για να βρει τις διεξόδους που έχει ανάγκη στη ζωή του.

Ποιο μήνυμα θα θέλατε να δώσετε στους νέους ηθοποιούς;

Δεν ξέρω αν είμαι σε θέση να δώσω μηνύματα …αλλά αν θα μπορούσα να προτείνω κάτι, θα έλεγα σε ένα νέο ηθοποιό να ελέγξει το μέγεθος της επιθυμίας του γι’ αυτή την τέχνη. Να ξέρει ότι η εργασία που θα χρειαστεί να κάνει είναι πάντα πολλαπλάσια απ’ αυτό που φαντάζεται. Κι ότι τα χρήματα που θα πάρει θα είναι αντιστρόφως ανάλογα της ποσότητας της εργασίας του. Ας μη μιλήσουμε για την ποιότητα, αυτό δεν πληρώνεται ούτως ή αλλιώς. Επίσης η έλλειψη ταπεινότητας απέναντι στο αντικείμενο είναι πάντα κάτι ακαλαίσθητο. Και η υποκριτική είναι και μια πρόταση αισθητικής.

Ο μουσικός Τρύφων Λάζος μιλάει με την Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

«…Δήλωνε αλχημιστής από ένα χωριό της ερήμου, περνούσε να πουλήσει αυτά που φτιάχνουν οι γυναίκες του χωριού. Περάσαμε ώρες κουβεντιάζοντας και κρατήσαμε μια κάποια επαφή. Μου έδωσε μία πέτρα που έπεσε από το φεγγάρι. Μου είπε στην έρημο βρίσκουν πολλές πέτρες που πέφτουν από τον ουρανό. Δεν χρειάζεται να το ψάξω αν είναι αλήθεια ή όχι, κρατάω αυτό που μου δόθηκε»

Νέος μήνας.

Και για μια ακόμα φορά, όλα μοιάζουν όπως θα έπρεπε να είναι.

Οι μέρες που θα χαλαρώσουμε και θα «αδειάσουμε» από σκέψεις είναι πλέον πολύ κοντά, έτσι, είναι μια καλή ευκαιρία να αποφορτιστούμε επιτέλους και από όλα όσα μας βαραίνουν.

Όχι, δεν μιλάω απαραίτητα για κάποιο ταξίδι. Το Πάσχα άλλωστε είναι πολύ κοντά και οι εξορμήσεις όλων, λίγο ή πολύ, θα πληθύνουν. Εγώ μιλάω για τα άλλα, τα μουσικά ταξίδια. Εκείνα που συνεπαίρνουν το μυαλό και «μιλούν» στην ψυχή.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο σήμερα, για να σας συστήσουμε έναν από τους καλλιτέχνες που έβαλαν το δικό τους ερμηνευτικό λιθαράκι στα δικά μας απολαυστικά, απογευματινά μουσικά ταξίδια.

Ζώντας 18 χρόνια στη Νάουσα, 8 στην Αθήνα και 9 στο Μάντσεστερ, ο Τρύφων Λάζος κατέχει δικαίως το προσωνύμιο του «ταξιδευτή». Η μουσική του είναι εκείνη που μας ταξίδεψε στα πέριξ του χάρτη και τώρα πάλι πίσω στην Αθήνα.

Ο Τρύφων, βέβαια, δεν είναι από τους νεοφερμένους του χώρου.

Ο ίδιος έχει υπάρξει ιδρυτικό μέλος των Old House Playground και κυκλοφόρησαν μαζί τρία άλμπουμ, με πολλές εμφανίσεις σε blues bars του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και σε Γαλλία, Ελλάδα και Ισπανία. Έχει συμμετάσχει σε μπάντες και projects μουσικών, με ανάμεσά τους ονόματα όπως Vini Reilly (The Durutti Column), Νατάσσα Μποφίλιου, Charlie T, κ.α., ενώ έχει γράψει μαζί με τον Αντρέα Βενετάντες τη μουσική για το ντοκιμαντέρ “The Road to Sparta”.

Το συγκρότημα ολοκλήρωσε τον πολυετή κύκλο του, διέλυσε φιλικά και ο καθένας πήρε τον δικό του δρόμο, με τον Τρύφωνα να επιστρέφει πίσω στη γενέτειρά του, έχοντας ήδη συνθέσει την πρώτη του προσωπική δουλειά στην Αγγλία, σε ένα νεραϊδόσπιτο πίσω από την λίμνη του Chorlton Waterpark στο Μάντσεστερ. Κάνοντας την εμφάνισή του για πρώτη φορά με ελληνικό στίχο, με τραγούδια όπως «Άγκυρα», «Η Αγέλη», «Κάτι σαν να τρέμει», «Πλάση», ο Τρύφωνας κυκλοφορεί το ολοκαίνουργιο, προσωπικό του άλμπουμ με την Puzzlemusik και ταράζει τα ήσυχα νερά της ελληνικής πραγματικότητας.

Όντας εναρμονισμένος με το πνεύμα και τις αναζητήσεις της εποχής, συνδυάζει στοιχεία από το παρελθόν (δυτική folk, ρεμπέτικο, blues, παραδοσιακά ακούσματα της Μεσογείου) για να καταλήξει σε ένα σύγχρονο, ιδιαίτερο και προσωπικό τρόπο έκφρασης, προκειμένου να επικοινωνήσει τις ανησυχίες του και τις σκέψεις του, οι οποίες μόνο δικές του δεν παραμένουν τελικά.

Με αφορμή την κυκλοφορία του καινοτόμου δίσκου του «Αναφορά» από την Puzzlemusik, ο τραγουδοποιός Τρύφων Λάζος φιλοξενείται στο InTownPost για μια συζήτηση που θα συζητηθεί.

«Αναφορά» λοιπόν, ο τίτλος του νέου σου προσωπικού δίσκου με αμιγώς ελληνικό στίχο. «Αναφορά στον εαυτό μας, στο σύμπαν, στη φύση, σε αυτούς που έμειναν στην καρδιά μας», όπως έχεις αναφέρει χαρακτηριστικά. Τι στάθηκε για εσένα σημείο «αναφοράς» και έγραψες τον συγκεκριμένο δίσκο;

Το ταξίδι που μας έτυχε εδώ στη γη. Οι άνθρωποι που έχω συναντήσει, οι παγίδες που στήνει ο «μικρούλης εαυτός» και αυτοί οι ελεύθεροι, που καταφέρνουν και του ξεφεύγουν.

Μου δημιουργήθηκε η ανάγκη να γράψω στη γλώσσα μου. Ζώντας στην Αγγλία, δόθηκε η ευκαιρία να κοιτάω προς Ελλάδα από την… απέξω, πιο καθαρά, πιο ρομαντικά. Αγάπησα «ελεύθερα» αυτήν την φορά το μουσικό και γλωσσικό μας πλούτο. Τον είδα σαν δώρο ανεκμετάλλευτο, ένιωσα κάπως αχάριστος να μην μετέχω σε αυτό. Μια τέτοια τάση ήταν παρούσα, να πεταχτούν οι μάσκες που κατά λάθος φορέσαμε και εάν βρούμε κάποια αλήθεια ας την μοιραστούμε.

 Τα τραγούδια του δίσκου σου περιπλέκουν, με μεγάλη επιτυχία, συνδυαστικές εικόνες από το αστικό τοπίο με την φύση, τον «έξω» εαυτό μας με τον «μέσα» και τελικά συνιστούν μία νέα οπτική για το ελληνικό τραγούδι. Από την πλευρά σου, ποιο από τα 9 κομμάτια του άλμπουμ είναι αυτό που ξεχωρίζεις και γιατί;

Πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω ένα. Ίσως την «Άγκυρα». Η συνεχής προσπάθεια να κατανοήσεις το ον που κουβαλάς, να βρεις γη να σου κάνει, μα και αν βρεις πάλι φεύγεις. Μουσικά ίσως είναι το πιο «ιδιαίτερο» με τις αλλαγές στο τέμπο. Αρχίζει και τελειώνει χωρίς πολλά πολλά. Θα ξεχώριζα όμως και την «Πλάση». Ο Έρως που τα έλκει όλα κοντά να δημιουργηθούν. Τελικά παίρνουν μορφές και προσωπικότητες και πλέον επιλέγουν να βαδίσουν μαζί. Απλό με μία κιθάρα, θα έλεγα τίποτα περιττό. «Ο μέθεξος» είναι επίσης αγαπημένο, «Η αγέλη», το «Άφραγκος κι αν Έμεινε…».

Έχοντας περάσει μεγάλα διαστήματα της ζωής σου σε πολλά και διαφορετικά μεταξύ τους μέρη, ποιο ήταν αυτό που σε «μάγεψε» περισσότερο;

Θα βγάλω την Ελλάδα που είναι το σπίτι μου, καθώς και το Μάντσεστερ που υπήρξε το δεύτερο. Θα έλεγα το Μαρόκο, αν και η Ταϊλάνδη είναι εξίσου ιδιαίτερη. Στο Μαρόκο η μαγεία μοιάζει να είναι ακόμη ζωντανή. Οι παλιές αγορές τους είναι πλημμυρισμένες με χρώματα και στην έρημο είδα τον πιο λαμπερό βραδινό ουρανό. Στο Μαρακές γνώρισα έναν πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο. Δήλωνε αλχημιστής από ένα χωριό της ερήμου, περνούσε να πουλήσει αυτά που φτιάχνουν οι γυναίκες του χωριού. Περάσαμε ώρες κουβεντιάζοντας και κρατήσαμε μια κάποια επαφή. Μου έδωσε μία πέτρα που έπεσε από το φεγγάρι. Μου είπε στην έρημο βρίσκουν πολλές πέτρες που πέφτουν από τον ουρανό. Δεν χρειάζεται να το ψάξω αν είναι αλήθεια ή όχι, κρατάω αυτό που μου δόθηκε.

Θα άφηνες για πάντα την Ελλάδα με αντάλλαγμα την παγκόσμια καταξίωση;

Σίγουρα όχι. Αλλά με πετυχαίνεις και άρτι αφιχθείς, μου έλειψε πολύ. Νομίζω θα γυρίσουν πολλοί σιγά σιγά… Η παγκόσμια καταξίωση, όσο όμορφη και αν φαντάζει, το να την κυνηγάς είναι κάπως μάταιο, άστοχο. Η ανάγκη για δημιουργία μπορεί να φέρει μια κάποια καταξίωση. Δεν αξίζει να αφήσεις για πάντα την Ελλάδα. Βέβαια, αν έχεις μια παγκόσμια καταξίωση μπορείς να ζεις Ελλάδα. Βρίσκω πολύ ουσιαστική την αναζήτηση που υπάρχει στον τόπο μας πλέον. Από όσα μέρη μου έτυχε να βρεθώ, μόνο εδώ έχω πετύχει κοπέλες να παίζουν περσικά φλάουτα σε καφενέδες, παρέα με βιολιά, κιθάρες και λαούτα, απλώς για να κάνουν κέφι.

«…Καλό θα έκανε σε όλους να ζήσουν κάποια χρόνια εκτός της χώρας τους, όποια και αν είναι αυτή. Μαθαίνεις πολλά για τον εαυτό σου όντας «εκτός έδρας»»

Την Πέμπτη  11 Απριλίου 2019 στο An Club, οι Ψύλλοι στ’ Άχυρα στην πρώτη τους εμφάνιση σε Αθηναϊκό έδαφος.

Opening act: Τρύφων Λάζος

Απ’ όσα έχω διαβάσει για σένα, συμπεραίνω ότι είσαι πολυπράγμων: Τραγουδάς, γράφεις μουσική, στίχους, παίζεις ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, μπάσο, τζουρά, μπαγλαμά. Όλα όσα κάνεις συναντώνται γύρω από τη μουσική και τη δημιουργία, ωστόσο, δεν μπορώ να μη σε ρωτήσω αυτό που πάντα με «τρώει»… Αν δεν ήσουν μουσικός, τι θα ήθελες να είσαι;

Είχα ξεκινήσει να σπουδάζω οινολογία, οπότε ίσως οινολόγος. Τελευταία με ιντριγκάρει πολύ το να είσαι κάποιου είδους θεραπευτής. Να γιατρεύεις τον πόνο του άλλου, να κοιμάσαι χαρούμενος τα βράδια.

Τι θα πρότεινες σ’ έναν νέο άνθρωπο που κάνει τώρα τα πρώτα του βήματα στον χώρο της μουσικής; Υπάρχει κάποιου είδους «μυστική συνταγή» για κάποιον που θέλει να πετύχει σπουδαία πράγματα στο καλλιτεχνικό στερέωμα;

Η συνταγή τελικά είναι να μην μπορείς να κάνεις αλλιώς. Η ανάγκη του να θέλεις “να τα πεις” μέσω αυτής της οδού. Έχει να κάνει και με τις συγκυρίες βέβαια, αλλά αν αυτό που βγάζεις είναι προσεγμένο και αληθινό, θα βρει τον δρόμο του.

Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία που έχεις αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα στη μουσική σου πορεία;

Ως μουσικός έχεις συνήθως οικονομικές δυσκολίες. Ειδικά αν προσπαθείς να ζήσεις από την μουσική που γράφεις. Πέρα από αυτό η μεγαλύτερη δυσκολία που συνάντησα είναι αυτό που λέει και ο Σιδηρόπουλος: «συνέχεια μπερδευόμουνα μ’ αυτούς που εμπιστευόμουνα». Είναι δύσκολο να βρεις συνεργάτες να έχουν το ίδιο όραμα, την ίδια όρεξη με την δική σου. Αλλά τελικά τους βρίσκεις.

Θα συμβούλευες έναν νέο καλλιτέχνη να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο εξωτερικό; Πιστεύεις ότι, εκτός ελληνικών συνόρων, μπορεί κανείς να συναντήσει μια καλύτερη τύχη στη μουσική του πορεία (και όχι μόνο);

Θα έλεγα σίγουρα να τις δοκιμάσει. Καλύτερη τύχη μπορεί να μην βρει, ποτέ δεν ξέρεις βέβαια, αλλά θα κερδίσει πολλά από το ταξίδι. Καλό θα έκανε σε όλους να ζήσουν κάποια χρόνια εκτός της χώρας τους, όποια και αν είναι αυτή. Μαθαίνεις πολλά για τον εαυτό σου όντας «εκτός έδρας». Σίγουρα κάνει καλό σε έναν καλλιτέχνη. Αφού στο παιχνίδι που διάλεξε να παίξει η σκακιέρα είναι η ίδια η ζωή…

Μετά την «Αναφορά», τι διαγράφεται στον ορίζοντα μουσικά;

11 Απριλίου ανοίγω για τους «Ψύλλους στ’ άχυρα» στο ΑΝ Club. Θα παίξω ορισμένα από τα τραγούδια του δίσκου παρέα με μία κιθάρα. Το ψάχνουμε και για άλλες εμφανίσεις, θα δούμε τι θα προκύψει. Θέλω να γυρίσω όλη την Ελλάδα, να την γνωρίσω από κοντά. Από εκεί και πέρα γράφω συνέχεια τραγούδια, θα προκύψει και επόμενο άλμπουμ κάποια στιγμή, αλλά είναι πολύ νωρίς ακόμη.

Τι είναι αυτό που εύχεσαι για το μέλλον, σε προσωπικό αλλά και συλλογικό επίπεδο;

Υγεία, αγάπη, φως, όμορφες ανακαλύψεις και τις Μούσες στα κοντά μας.

Χαιρετίζω τον Τρύφωνα και παίρνω το δρόμο της επιστροφής, με συντροφιά μου τους καλύτερους οιωνούς. Κι ας έχει κιόλας βραδιάσει στην πόλη, το φως του ίδιου με πλημμυρίζει με σιγουριά: Κάτι καλό θα συμβεί, από τη μια μέρα στην άλλη, αρκεί να είσαι σε θέση να το δεις.

Φιλιά,

Μαρκέλλα

Ο Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ συζητάει με την Ειρήνη Αγγελική Μήτση και αφιερώνει ένα τραγούδι στην Αθήνα (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Ο ταλαντούχος ηθοποιός Κωνσταντίνος Κωτσαδάμ, από το 2001 που αποφοίτησε αριστούχος από  την Ανώτερη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, έχει συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες σε αξιόλογες θεατρικές και μουσικές παραστάσεις όπως:

Ήρωες της Ελένης Γκασούκα στο Μικρό Παλλάς, Cinecitta των Ρέππα-Παπαθανασίου στο Θέατρο Αλίκη, Προς κατεδάφιση του Τ. Ουίλλιαμς σε σκηνοθεσία Γ.Χατζακη στο Art house, Blanching της Ζωής Ξανθοπούλου στο Bar Nixon, Mαρίνος Academy με τον Γιώργο Μαρίνο στο cine Κεραμικός, Ο Elvis ζει του Γ. Αμυρά, Τα λέμε στο διάλειμμα του Χατζάκη-Ταμπάσκου στο Θέατρο Χώρα, Μαρινέλλα το μιούζικαλ των Ρέππα-Παππαθανασίου σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, Όλα από την αρχή με τον Γιώργο  Νταλάρα στο Παλλάς, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Β.Ε. στις παραστάσεις Αρκαδία  σε σκηνοθεσία του Κ. Αρβανιτάκη, Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης  σε σκηνοθεσία του Ν.Μαστοράκη, Τρελαντώνης της Π.Δέλτα και στον Ηρακλή του Ευριπίδη.

Στην τηλεόραση έχει συμμετάσχει στις σειρές: Αθηναία Πεθερά (ΜΕGΑ), Δις Μαδιάμ (ΑΝΤ1), Eurovision Club (ΝΕΤ), Η Αδελφή της Αδελφής μου (ALPHA), Φεύγα (ΜΕGΑ), Eroica (ΕΤ1), Κόκκινο δωμάτιο, Μαρία η άσχημη κ.α.

Γνωστός έγινε στο ευρύ κοινό από τη συμμετοχή του στο The Voice το 2019, όπου και έφτασε στον Ημιτελικό!

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά. Στη Θεσσαλονίκη σπούδασε και στο τμήμα θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κατέχει τα πτυχία Ωδικής και Αρμονίας. Παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής μουσικής και κλασσικό χορό και τζαζ στο Broadway Dance Center” της Νέας Υόρκης.

Επίσης έχει φοιτήσει στη Σχολή Κινηματογράφου Κ.Ε.Α. Μπέλλου – Τμήμα Σκηνοθεσίας.

Τη Θεσσαλονίκη την αγαπάει πολύ και την επισκέπτεται συχνά, ενώ την Αθήνα την ανακαλύπτει καθημερινά, όπως το πάρκο Ακαδημία Πλάτωνος όπου όπως και στο χώρο «Τέχνης Πολιτεία» της Αναστασίας Παπαγεωργίου, έγιναν και οι πρόβες των έργων του Nino Galeti.

Φέτος τον βρίσκουμε να σκηνοθετεί το έργο «Ο άνθρωπος δεν είναι κακός» και να πρωταγωνιστεί στο «Το Πολιτικό Τέρας». Και τα δύο είναι έργα προβληματισμού και με έναν αφοπλιστικό ρεαλισμό σε βάζουν σε μια κουβέντα για τα τεκταινόμενα της εποχής μας. Η κοινωνία, τα βιώματα και η εκπαίδευσή μας, με ποιους τρόπους ορίζουν την συμπεριφορά μας;

Υπάρχουν τελικά καλοί και κακοί άνθρωποι; Είμαστε υπεύθυνοι για την πολιτική κατάσταση του τόπου μας; Ταξίδια αυτογνωσίας που δεν πρέπει να χάσετε!

Δείτε το Video της Συνέντευξης

Η Κάτια Δανδουλάκη σε μια συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου:

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

 «Με τις σχέσεις μου νιώθω πάντα μαθήτρια»

Το ραντεβού των 18.00 έφτασε στο φουαγιέ του θεάτρου Κάτια Δανδουλάκη. Μα που είναι η πρωταγωνίστρια;  Που είναι το αστέρι του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του θεάτρου; Που είναι το είδωλο που οι περισσότερες γυναίκες αγαπούν να βάζουν στοιχήματα για την ηλικία της; Που είναι η βεντέτα που σε λίγο θα ερμηνεύσει την Έλεν Χάμπαρντ στο «Έγκλημα στο Orient Express»; Η σφιχτή χειραψία γίνεται με ένα κορίτσι ψηλόλιγνο που φοράει φόρμες και αθλητικά παπούτσια, αεικίνητο, τρυφερό.

Με οδηγεί στο καμαρίνι με το αέρινο βάδισμα της. Γυναίκα και παιδί μαζί.

Το καμαρίνι είναι ο χώρος με τη δική της πινελιά. Ζεστό σαν την ίδια, με έναν άνετο καναπέ για τους καλεσμένους, μια απέριττη πολυθρόνα μπροστά απ τον καθρέφτη με τα σύνεργα που την μεταμορφώνουν στην ηρωίδα της κάθε σεζόν.

Για μένα  είναι η Κάτια, όπως Μελίνα, Αλίκη, Τζένη. Το κασετόφωνο γυρίζει:

Οι φωτογραφίες της συνέντευξης είναι της Ειρήνης Αγγελικής Μήτση για το InTownPost.com

Τα πρώτα χρόνια και η δραματική σχολή.

«Όλα τα παιδικά, νεανικά, φοιτητικά χρόνια ήταν υπέροχα. Όταν θέλω να πάρω δύναμη για το μέλλον γυρίζω σ’ αυτήν την αγνότητα και τον ενθουσιασμό που είχα στο παρελθόν και στις αγάπες  απ’ τους γονείς μου, τους δασκάλους μου, απ’ τους φίλους μου και μετά από τους ανθρώπους της ζωής μου. Ένας ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου ουσιαστικά. Ο Μάριος.  Ήξερα από  την 3η Γυμνασίου ότι θα ακολουθήσω το θέατρο, ήμουν «κρυφό» παιδί, δεν το έλεγα. Αποφάσισα να το πω την τελευταία στιγμή, σαν έδωσα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, για να ησυχάσουν οι δικοί μου, μη πάθουν κανένα εγκεφαλικό και συγχρόνως πέρασα και στον Κουν, που δεν φανταζόμουν ότι θα γινόταν τόσο απλά».

Ο Κάρολος Κουν.

«Για μένα, λοιπόν, τα χρόνια της σχολής, ήταν τα χρόνια των ονείρων που άρχιζαν να φαίνονται στον ορίζοντα. Όνειρα, όνειρα, όνειρα με σπουδαίους καθηγητές. Εκεί γνώρισα και τον άνθρωπο της ζωής μου, τον Μάριο. Οφείλω να ομολογήσω, πως παρότι έκανα και μια δεύτερη σχολή στο Λονδίνο, όλα όσα πήρα απ’ τον Κουν ήταν ο θησαυρός.

Στο Λονδίνο κέρδισα άλλα πράγματα: τεχνικές, έβλεπα κάθε μέρα παραστάσεις με σπουδαίο ρεπερτόριο και μεγάλους ηθοποιούς, άνοιγμα της αισθητικής μου προς όλες τις κατευθύνσεις, αλλά την ουσία, την ψίχα και τον καλώς εννοούμενο φανατισμό ήταν απ τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Οι δάσκαλοι μου και φυσικά ο Κουν. Ένας άνθρωπος με ακραίο πάθος γι αυτό που κάνει, αγάπη. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να ζήσει. Και απόλυτος. Ζητούσε τα πάντα. Όταν νευρίαζε, όταν έκανε καυγά και όταν πετούσε τα τασάκια στο ταβάνι ήταν απ την απόγνωση του αν δεν καθόταν κάτι απ το όνειρό του. Αν δεν τον ήξερες θα μπορούσες να πεις πως είναι σκληρός. Στις πρόβες ανακάλυπτες τον άνθρωπο τον βαθιά μορφωμένο, με βαθύ στόχο και δάσκαλο. Εγώ πέρασα μαζί του ονειρεμένα».

Ταινίες.

«Πρόλαβα και έκανα 14 ταινίες. Τις περισσότερες με τον Τζιμι Πάρι (Τζέιμς Πάρις ) με ηγετική τον «Παπαφλέσσα» και βέβαια τους «Σουλιώτες». Αν και ήμουν τελείως αντιηρωική, λόγω του παρουσιαστικού με είχανε για «Μπουμπουλίνα».

O κόσμος σνόμπαρε τις δουλειές αυτές  γιατί τότε έβγαινε ο νέος Ελληνικός κινηματογράφος που πήγαινε σε άλλα πεδία, πιο ψαγμένα. Να όμως που τώρα βλέπουμε συνέχεια παλιές ελληνικές ταινίες, που είναι αθώα παιδικά παραμύθια. Ειδικά ο «Παπαφλέσσας» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Στη σκηνογραφία ήταν και οι δυο Φωτόπουλοι και ο Διονύσης και ο Βασίλης, σκηνοθέτης ο Ερρίκος Ανδρέου, τρία συνεργεία, τρεις παραγωγοί. εταιρίες…»

Κυνηγώντας τους «Τούρκους».

«Όταν γύριζα τους «Σουλιώτες», είχα φέρει μεγάλες καταστροφές ιππεύοντας. Θυμάμαι τον τρόμο τους όταν με έβαζαν πάνω στο άλογο, πήγαινα με την όπισθεν, πράγματα τρομερά. Μια σκηνή μάλιστα ήταν καταπληκτική όταν έπρεπε να πάω στο Κούγκι κρυφά από τον Τουρκικό στρατό που ήταν πίσω μου, να δώσω ένα μήνυμα. Ήταν στα Αμπελάκια, ανεβήκαμε σε γκρεμνά – που να το ήξερα εγώ – ήμουν και πολύ μικρή τότε. Μου είπαν όταν θα σου δώσουμε σινιάλο, δεν έβλεπα κιόλας, μύωψ από μικρή, και γι αυτό μου κουνούσαν σημαίες στα εκατό- διακόσια μέτρα …θα πρέπει να ξεκινήσεις επιτέλους. Είδα εγώ τις σημαίες που κουνιόντουσαν, α είπα, κάτι πρέπει να κάνω. Δεν ήξερα να ιππεύω. Μόνο να ανεβαίνω, να κατεβαίνω. Να με κυνηγάνε οι Τούρκοι που να το μάθω! Το άλογο καταλαβαίνει πως δεν έχει καβαλάρη, ενώ εγώ το κουνούσα, το χτυπούσα σιγά στην πλάτη, το τραβολογούσα αυτό καθόταν με την ησυχία του, δεν κουνιόταν με τίποτα.

Κάποια στιγμή ανησύχησα γιατί άκουσα ποδοβολητά από πίσω, τα άλογα των Τούρκων, βλέπω πως ήταν όλη η στρατιά και με έχει πλησιάσει, με έχει προσπεράσει και μόλις το δικό μου άλογο βλέπει όλη τη σκηνή, αρχίζει να τρέχει. Έτσι έμεινε ιστορική η σκηνή με εμένα να κυνηγάω το Τουρκικό στράτευμα. Βεβαίως μετά πλήρως απογοητευμένοι ντύσανε ένα στρατιώτη, του βάλανε και μια κοτσίδα και έκανε αυτή τη σκηνή που για μένα ήταν αδύνατον να τη φέρω εις πέρας».

Φώσκολος.

«Είχαμε εξαιρετική σχέση. Ήταν ο άνθρωπος  μύθος για μένα. Ήταν αυτοδίδακτος, παθιασμένος, τρελός για το σινεμά και για την τηλεόραση μετά. Λάτρευε τον ηθοποιό του, να τον έχει καλομαθημένο, να μην κρυώνει, να κουράζεται τόσο ώστε να μπορεί να αποδώσει. Να τον προσέχει φωτιστικά, να τον προσέχει ερμηνευτικά γιατί υπήρχε ο  χρόνος.

Στη «Λάμψη» θυμάμαι η δουλειά ήταν σκληρή, αλλά δεν συγκρίνω το όποιο άγχος είχαμε τότε με το σημερινό. Χρειαζόταν να κάνουμε το πλάνο όσες φορές έπρεπε για το σωστό αποτέλεσμα. Άλλωστε εμείς δουλεύαμε ένα οχτάωρο, όχι ένα δωδεκάωρο που είναι τώρα. Κουραζόμασταν μεν αλλά το χαιρόμασταν συγχρόνως».

Έγκλημα στο Orient Express.

«Για μένα το τρένο είναι ένα όνειρο. Μέσα απ το Orient Express και από το φοβερό αυτό μυαλό, που υποκλίνομαι, της Αγκάθα Κρίστι, τι έχει ο ηθοποιός; Τι είναι το έρεισμα εκεί; Το αστυνομικό κρύβει ένα δίφορο παίξιμο, δηλαδή πρέπει να ξεγελάσεις κάπου το θεατή, όχι με την έννοια του ότι παίζω κάτι άλλο για να σου κρύψω αυτό που θα δεις στο τέλος.

Το κοινό να είναι πεισμένο απόλυτα γι αυτό που βλέπει και η ανατροπή να του έρθει από τη μέση του πουθενά. Αυτό το διπλό παίξιμο για τον ηθοποιό είναι πολύ ελκυστικό. Εξάλλου στην εποχή που ζούμε ο κόσμος θέλει ένα μεγάλο άνοιγμα. Να μπει κάπου για να χορτάσει  και θέαμα που το χει δύσκολα πια και ένα ταξίδι ονειρικό με μαζεμένους πολλούς ηθοποιούς. Αισθάνθηκα λοιπόν πως αν ενώσουμε τις δυνάμεις μας δεν κινδυνεύουμε και δεν κινδυνέψαμε».

Η μαεστρία του Αντώνη Καλογρίδη

«Πιστεύω πως ο Αντώνης σε αυτή τη φάση – ενός δηλαδή αφαιρετικού σκηνικού – έχει μεγάλη μαεστρία για να μπορέσει να ενώσει τα τεχνολογικά (περιστρεφόμενη σκηνή, τα χιόνια που πέφτουν, το τρένο που έρχεται, το τρένο που φεύγει, ο διάδρομος, τα κουπέ). Αυτά όλα για να γίνουν στη φαντασία του με ήχους, με φώτα και με εικαστικά μέσα είναι πολύ δύσκολη διαχείριση. Ο Αντώνης λοιπόν έχει αυτή την εικαστική ευλογία. Αισθάνομαι ότι κάνουμε μια δουλειά ψυχής και η ψυχή τι θέλει; Αγκαλιά και όραμα».

Μάριος Πλωρίτης

«Για μένα η αγάπη είναι πολύ δυνατή όταν τα συμπεριλαμβάνει όλα. Βλέπεις τον άνθρωπο σου, τον θαυμάζεις, είσαι ερωτευμένος, τον αγαπάς σαν να ναι παιδί σου, σαν να ναι άντρας σου, φίλος σου,  πατέρας σου. Ήθελα πάντα ο άντρας μου να είναι καλύτερος από μένα.. Εγώ ένοιωθα πάντα μαθήτρια και μ αρέσει αυτή η προστατευτικότητα  η ανδρική. Μ’ αρέσει ο άντρας μου να θέλει το καλύτερο μου και να μην με ανταγωνίζεται. Αυτό μου προκαλεί ασφάλεια.

Με τον Μάριο είχα την τύχη να  ξέρω πως αν θα μου πει κάτι, θα το κάνει γιατί θέλει να με βλέπει καλύτερη. Πολλές φορές διαφωνούσαμε σε διάφορες επιλογές που έκανα εγώ, μα πάντα μου έλεγε θα κάνεις αυτό που θες εσύ. Βέβαια πάντα είχε δίκιο, έντεκα φορές στις δέκα. Και πάντα με άφηνε να κάνω το …δικό μου.  Ποτέ δεν μου είπε: «είδες που σου έλεγα»».

Δεύτερη φορά Επίδαυρος

 «Το 1997 είχα κάνει τη Λυσιστράτη. Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο, πρώτη σε τραγωδία. Ικέτιδες με το Εθνικό, τον Στάθη Λιβαθινό (σκηνοθεσία) και ΘΟΚ συμπαραγωγή. Το περιμένω με πάρα πολλή συγκίνηση και πάρα πολλή χαρά. Αυτά τα έργα είναι θεϊκά, σύμβολα τεράστια. Λένε τις αλήθειες τις μεγάλες του κόσμου, που πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Γι αυτό λοιπόν η διαχείριση ενός τέτοιου έργου σήμερα, είναι μια πολύ επίπονη και ιερή ιστορία, του πως θα μπορέσεις να μεταφέρεις το μήνυμα και το μεγάλο συμβολισμό στο σήμερα. Ο κόσμος αυτό είναι, κύκλοι που κάθε τόσο κλείνουν και ξανανοίγουν με κάποιον άλλο τρόπο».

Ο Τάσος Σωτηράκης συνομιλεί με την Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Πιστεύω πως αν θέλεις πραγματικά κάτι στη ζωή σου και τάσσεσαι πραγματικά σε αυτό, δίνεσαι και δουλεύεις οργανωμένα και χωρίς εκπτώσεις, τότε μπορείς να το πετύχεις»

«Είδα μια παράσταση μαγική!!! Ένιωσα ότι συνάντησα τον Άρη… Τον είδα μπροστά μου ολοζώντανο, σπαρακτικό, συγκλονιστικό, τεράστιο… να καταθέτει την ψυχή του και να μιλά για όλα. Για τη Μνήμη, την Ιστορία, την Αξιοπρέπεια, τη Λευτεριά… Η ερμηνεία του Τάσου Σωτηράκη καθηλωτική!!! Η μουσική των VIC απογειώνει το αποτέλεσμα. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!! σε όλους τους συντελεστές».

Αυτή είναι η κριτική ενός νέου θεατή, που παρακολούθησε την παράσταση του εξαιρετικού έργου της  Σοφίας Αδαμίδου σε μια παράσταση που υπογράφει ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο οποίος μοιράζει απλόχερα τη χάρη του παραδίδοντάς μας στη μαγεία του θεάτρου, με έναν ηθοποιό που συγκλονίζει, όπως είναι ο Τάσος Σωτηράκης!

Δεκάδες τέτοιες κριτικές έχουν ανέβει στο διαδίκτυο και εξυμνούν την παράσταση «Άρης» (κριτική της παράστασης) που συνεχίζεται για δεύτερη σαιζόν στον πολυχώρο Cartel με αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού.

Ο Τάσος Σωτηράκης, μόνος πάνω στο θεατρικό σανίδι, κι εμείς τυχεροί μάρτυρες ενός ταλέντου συνεπαρμένοι από τη συγκίνηση που εμφυσά η ερμηνεία του. Οι θεατές είναι εκστασιασμένοι.

Και μπορεί η τέχνη του ηθοποιού να είναι εφήμερη, αλλά οι χιλιάδες άνθρωποι που είδαν την παράσταση και θα τη δουν άλλοι τόσοι, θα μιλούν πάντα γι΄ αυτή την ερμηνεία που μας κληροδότησε.

Ο πρωταγωνιστής  χρησιμοποιεί όλα τα εκφραστικά του μέσα για να αναδείξει τον Άρη. Όταν τα χέρια του αλυσοδένονται και πόδια του μέσα στις μπότες δεν μπορούν να κάνουν βήμα, χρησιμοποιεί το περήφανο στήθος του βγάζοντας δυνατό ήχο, αγανακτεί και βράζει το αίμα του, ελπίζει, σκέφτεται και στοχάζεται, ανησυχεί και ανυπομονεί και οραματίζεται  έναν καλύτερο κόσμο.

Τα μάτια του θρηνούν για τα όσα πέρασε. Κι όταν λευτερώνονται τα χέρια του ομολογεί, ότι αν ξαναζούσε θα ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. Και με τη φωνή του μεταφέρει τις αλήθειες και τις αγωνίες του Άρη Βελουχιώτη που είναι καταγεγραμμένος στη συνείδηση του λαού μας.

Ο Τάσος Σωτηράκης, ως ηθοποιός είναι προορισμένος να αποθεώνεται, αφού παρεισφρύει μέσα στις πιο ευαίσθητες ρωγμές της ψυχής μας που μόλις διακρίνονται, είναι και ένας σπουδαίος μουσικός  που μας έχει προσφέρει δείγματα δουλειάς, που ζήλεψαν καταξιωμένοι συνθέτες και εξέπεμψε τις νότες του στην καρδιά μας, που ήταν ανοικτή και τις καλοδέχτηκε.

Τον ευχαριστώ πολύ που βρήκε το χρόνο  γι΄ αυτή τη συνέντευξη. Είναι ξεχωριστή  τιμή για μένα και για το Intownpost.com.

Πως αντέξατε στους ώμους σας το φορτίο αυτού του ρόλου;

Δεν το είδα ποτέ ως φορτίο. O, τι είναι δύσκολο να ανεβάσεις στην σκηνή ένα υπαρκτό πρόσωπο είναι σίγουρα αδιαμφισβήτητο. Δεν παύει όμως να είναι ένας ρόλος. Περισσότερο με απασχόλησε το πως έζησε ο Άρης παρά το γεγονός του φορτίου της δύναμης που φέρει το όνομά του. Έτσι κιόλας το αντιμετωπίσαμε με τον Βασίλη (Μπισμπίκης) κατά τη διάρκεια των προβών. Ως έναν ρόλο. Πιστεύω, πως αν το έβλεπα ως φορτίο μπορεί να μη με πήγαινε τόσο μακριά. Άλλωστε ήταν επιλογή μου να παίξω τον Άρη. Μου έδινε από την αρχή χαρά να μελετάω και να ψάχνω για αυτόν τον άνθρωπο. Η κάθε παράσταση μου δίνει δύναμη,  γιατί μου δίνει τη δυνατότητα να τον ψάχνω όλο και πιο πολύ κι έτσι το όποιο βάρος ή φορτίο ελαφραίνει.

Στο εσωτερικό ψάξιμο του καλλιτέχνη βρήκατε κοινές αντιστοιχίες με τον Άρη που τόσο δεθήκατε μαζί του;

Οι κοινές μας ανησυχίες με τον Άρη έχουν να κάνουν με τα πιστεύω μας, τα ιδανικά μας και την ιδεολογία μας. Ήταν και είναι ο πιο σημαντικός δεσμός ανάμεσα σε μένα και σε εκείνον. Από εκεί και πέρα μέσα από τις πρόβες ψάξαμε και βρήκαμε κάποιες αντιστοιχίες που θα μας έφερναν πιο κοντά. Κυρίως από τη μεριά μου, όπως είναι φυσικό.  Όπως έχω ξαναπεί κανείς μας δεν ξέρει τόσο καλά τον Άρη. Ό, τι έχουμε στα χέρια μας είναι από βιβλία και μαρτυρίες.

Όπως, όμως, καταλαβαίνετε οι μαρτυρίες για ανθρώπους σαν τον Άρη σχοινοβατούν μεταξύ της αλήθειας και της φαντασίας του κάθε ένα που έχει να πει κάτι για τον Άρη. Γι’ αυτό άλλωστε και το έργο στηρίζεται αποκλειστικά σε ντοκουμέντα. Ήταν ανάγκη μας να προσεγγίσουμε τον Άρη μέσα από ό, τι δεν αμφισβητείται. Από την άλλη, υπάρχει και ένα κοινό στοιχείο που μας δένει. Η πίστη στον στόχο, στον σκοπό. Πιστεύω πως αν θέλεις πραγματικά κάτι στη ζωή σου και τάσσεσαι πραγματικά σε αυτό, δίνεσαι και δουλεύεις οργανωμένα και χωρίς εκπτώσεις, τότε μπορείς να το πετύχεις.

Τι συναισθήματα σας κατέκλυσαν, όταν παίξατε την παράσταση στην Σπερχειάδα, στην καλύβα του Στεφανή, απ’ όπου ξεκίνησε ο Άρης;

Η συγκίνηση ήταν πολύ μεγάλη. Δεν ήταν απλώς μια ακόμη παράσταση σε κάποιο μέρος της Ελλάδας. Ήμασταν στο μέρος από όπου ξεκίνησαν όλα. 73 χρόνια μετά η στολή του Άρη βγήκε μέσα από τη Καλύβα όπου δόθηκε ο όρκος του ΕΛΑΣ. Και βγήκε με σάρκα και οστά. Ήταν μια μοναδική εμπειρία ζωής. Αν και όλη η πορεία αυτής της παράστασης είναι εμπειρία ζωής.

Αισθανόσουν σαν να σου μιλάει ο τόπος αυτός. Σαν να ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος που κοιμόταν, ησύχαζε για χρόνια. Σα μια γιορτή, όπου μετά από χρόνια βρεθήκαμε να πούμε τις ιστορίες μας. Σα να ξυπνάμε, να ενεργοποιείται η ελπίδα. Άλλο ένα μέρος ιστορικής σημασίας που θα ήθελα πολύ να πάμε με την παράστασή μας είναι η Δομνίστα. Μετά τις παραστάσεις στην Καλύβα του Στεφανή, στην Λαμία και τα Τρίκαλα νομίζω ότι θα έκλεινε ένας σημαντικός ιστορικός κύκλος.

Ο ηθοποιός Τάσος Σωτηράκης και ο σκηνοθέτης της παράστηασης Βασίλης Μπισμπίκης

«…Ο καθένας από την δική του πλευρά δίνει έναν αγώνα, μικρό ή μεγάλο, πάντως δίνει. Τώρα πότε αυτός ο αγώνας θα πάρει χαρακτηριστικά φλόγας αυτό είναι θέμα συνθηκών.»

Μετά από μιάμιση ώρα συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας σας στη σκηνή βγαίνετε εξουθενωμένος. Περνάει πολύς χρόνος για να βρείτε τους κανονικούς ρυθμούς σας;

Η παράσταση έχει περάσει σε ένα βιωματικό επίπεδο και είναι λογικό μετά από σχεδόν 2 χρόνια παραστάσεων. Υπάρχουν όμως ασφαλιστικές δικλείδες που δεν με παρασύρουν σε βαθιά σκοτάδια. Είναι μια παράσταση με πολύ δράση. Ο ηθοποιός βρίσκεται σε συνεχή κίνηση καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Η κούραση είναι φυσικό να υπάρχει, όπως υπάρχουν και οι τεχνικές που έχουμε αναπτύξει και μέσα από τις πρόβες και μέσα από τις παραστάσεις, έτσι ώστε ο χρόνος που χρειάζομαι για να βρω τους κανονικούς μου ρυθμούς να είναι φυσιολογικός ανάλογα την ένταση της παράστασης. Βοηθάει βέβαια και ο κόσμος με το χαμόγελό του.

Από τον διάλογό σας με τον Άρη Βελουχιώτη, τι αποκομίσατε ως άνθρωπος κ. Σωτηράκη;

Ό,τι το να πιστεύεις, να παλεύεις, να αγωνίζεσαι, να διεκδικείς, να μη φοβάσαι, να τραβάς μπροστά θα σε ανταμείψει.

Απομονώνω το παρακάτω απόσπασμα από την ιστορική ομιλία του Άρη Βελουχιώτη γιατί το βρίσκω το βρίσκω δραματικά επίκαιρο: «Χρόνια και χρόνια απάτης και ρεμούλας μας κράτησαν μακριά από την ευτυχία και τον πολιτισμό και μας ρίξανε μέσα στην εξαθλίωση, την πείνα, την κακομοιριά και τη δυστυχία. Έτσι η Ελλάδα που υπήρξε κάποτε η πηγή των φώτων και του πολιτισμού, κατάντησε να βρίσκεται στο πιο χαμηλό επίπεδο οικονομικής, κοινωνικής και εκπολιτιστικής ανάπτυξης, όχι μόνο έναντι των λαών της Ευρώπης, αλλά και των Βαλκανίων». Οι θλιβερές αυτές διαπιστώσεις του δεν είναι σαν να μιλάνε γι΄ αυτά που βιώνουμε σήμερα;

Δεν είναι το μόνο απόσπασμα της ομιλίας του Άρη που βρίσκει άμεση ανταπόκριση με το σήμερα. Η ομιλία του είναι τόσο διαχρονική και μιλάει ουσιαστικά και με επιχειρήματα για την ιστορία της Ελλάδας, που θα μπορούσε να είχε γραφτεί ακόμα και τώρα, το 2019.

Αν τη διαβάσει κάποιος θα δει ότι μέσα σε 45 λεπτά – γιατί τόσο θα σου πάρει να τη διαβάσεις- ο Άρης μας παρουσιάζει μια επανάληψη της Ελληνικής ιστορίας από την επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα. Είτε σου αρέσει είτε όχι. Γιατί σίγουρα θα βρεθούν και αυτοί που δεν τους αρέσουν όσα ειπώθηκαν στην ομιλία του Άρη στη Λαμία.

Πιστεύετε ότι αν ζούσε σήμερα ο Άρης θα σήκωνε τον κόσμο από τον καναπέ;

Δεν ξέρω να σας απαντήσω. Αυτό που πιστεύω είναι ότι οι συνθήκες δημιουργούν τους Άρηδες. Για εκείνη την εποχή, τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες γεννήθηκε μέσα από τον Θανάση Κλάρα, ο Άρης Βελουχιώτης. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι ξαναζούμε παρόμοιες συνθήκες, τα δεδομένα είναι άλλα. Αυτό όμως δεν απαγορεύει την γέννηση νέων Άρηδων που θα χαράξουν τη δική τους πορεία και θα βρουν τον τρόπο να σηκώσουν τον κόσμο από τον καναπέ. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι βρισκόμαστε όλοι στους καναπέδες. Ο καθένας από την δική του πλευρά δίνει έναν αγώνα, μικρό ή μεγάλο, πάντως δίνει. Τώρα πότε αυτός ο αγώνας θα πάρει χαρακτηριστικά φλόγας αυτό είναι θέμα συνθηκών.

Τι σας τράβηξε στο χώρο του θεάτρου κ. Σωτηράκη;

Η μαγεία της σκηνής. Μου αρέσει να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Είναι το δεύτερο μου σπίτι. Με γοητεύει η δύναμη που σου δίνει το θέατρο. Να δημιουργήσεις νέους κόσμους, να πλάσεις χωρίς όρια , ότι θέλεις, να ελευθερώσεις όλο σου το είναι. Η συναναστροφή κάθε φορά και με άλλους ηθοποιούς, η ανταλλαγή απόψεων, η επικοινωνία. Ο συνδυασμός όλων των τεχνών σε μία! Ένας μικρόκοσμος που αντικατοπτρίζει την κοινωνία μας.

Είσθε κι ένας εξαιρετικός μουσικός. Μιλήστε μου γι΄ αυτή τη μεγάλη σας αγάπη.

Ό, τι και να πω για τη μουσική είναι λίγο. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου ακούω μουσική. Τα βινύλια του παππού μου, που με μύησαν στην κλασική μουσική και τα ακούω ακόμα και ένα παιδικό αρμονιάκι ήταν το έναυσμα για να ασχοληθώ με τη μουσική. Είναι η μεγάλη μου αγάπη. Νομίζω ότι δε θα άντεχα χωρίς τη μουσική. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σε έναν κόσμο χωρίς μουσική. Αυτή άλλωστε με βοήθησε να μπω και στον χώρο του θεάτρου. Αυτή είναι που με συντροφεύει και στις πιο χαρούμενες ή σκοτεινές μου στιγμές.

Έχετε χρόνο να της αφιερώσετε;

Η αλήθεια είναι ότι είναι η μόνη γυναίκα που θα άντεχα τα παράπονά της (γέλια). Την έχω λίγο παραμελημένη. Έριξα όλο μου το βάρος στον Άρη και δεν είχα τον χρόνο να ασχοληθώ όσο θα ήθελα. Έχω ανοίξει όμως πολλά μέτωπα μαζί της. Παράλληλα ετοιμάζω, μετά από 8 χρόνια, τον τρίτο μου προσωπικό δίσκο, γράφω τραγούδια πάνω σε στίχους της Σοφίας Αδαμίδου και δύο μεγάλα κλασικά ορχηστρικά έργα. Ελπίζω να με συγχωρέσει και να με ανταμείψει μετά από τόσο καιρό που την έχω αφήσει λίγο πίσω!

«…να μην ξεχνάμε το παρελθόν μας και να είμαστε ανοιχτοί στο πως μέσα από την τέχνη μπορούμε να κάνουμε καλύτερο τον μικρόκοσμό μας και εν συνεχεία τον κόσμο γύρω μας»

Θεωρείτε ότι είναι ανάγκη να αναθεωρήσουμε τις αντιλήψεις μας προκειμένου να φύγουμε από τα αδιέξοδα στα οποία περιήλθε η εποχή μας;

Αν τα καταλάβουμε πραγματικά τα αδιέξοδα στα οποία έχουμε περιέλθει και πάνω από όλα συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε βάλει κι εμείς το χέρι μας, ανεξαιρέτως, ώστε να φτάσουμε εδώ που έχουμε φτάσει, επιβάλλεται να αναθεωρήσουμε κάποιες αντιλήψεις. Τα αδιέξοδα της εποχής μας, μας αφορούν όλους μας. Είναι μπροστά μας καθημερινά. Άλλοι τα βλέπουν και άλλοι όχι, άλλοι τα ακούν και άλλοι όχι, άλλοι μιλάνε και άλλοι όχι.

Είναι νομίζω υποχρέωσή μας να είμαστε ενεργά παρόντες και να προσπαθήσουμε να ανέλθουμε από την άβυσσο που καθημερινά βυθιζόμαστε και να οργανωθούμε, αναθεωρώντας όλα τα κακώς κείμενα, που όπως είπα, είμαστε όλοι μας υπεύθυνοι και να τραβήξουμε μπροστά. Όπως είπε ο Ιμμάνουελ Κάντ: «Ο ένας κοιτάζει το νερόλακκο και βλέπει τη λάσπη, ο άλλος βλέπει μέσα του τα άστρα που αντανακλώνται».  Ας γίνουμε όλοι αυτοί που κοιτάνε πια τα άστρα.

Ποια είναι η αλήθεια σας σε σχέση με τη σημερινή πραγματικότητα;

Πίστη, αγάπη, θέληση, αγώνας, οργάνωση, παιδεία….!

Η τέχνη εν τέλει δίνει το έναυσμα στους ανθρώπους να σκέφτονται διαφορετικά; Αλίμονο αν δεν το έκανε. Θα ήμασταν όλοι χαμένοι. Η τέχνη είναι παιδεία, είναι υποχρέωσή της να κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται διαφορετικά. Η κάθε μορφή τέχνης μας παρέχει συνεχώς νέες δημιουργίες. Έργα που προήλθαν από τον ανθρώπινο νου. Νέες γέννες. Φανταστείτε, ποια θα ήταν η ιστορία του ανθρώπου αν δεν υπήρχαν οι τέχνες; Η τέχνη πρέπει να προβληματίζει και να δίνει συνεχώς τροφή στον ανθρώπινο νου. Να υπάρχει ως παγκόσμια ιστορική αναφορά, έτσι ώστε να μην ξεχνάμε το παρελθόν μας και να είμαστε ανοιχτοί στο πως μέσα από την τέχνη μπορούμε να κάνουμε καλύτερο τον μικρόκοσμό μας και εν συνεχεία τον κόσμο γύρω μας.

Και μετά τον Άρη τι;

Μετά τον Άρη τι; Δεν ξέρω αν έχει κλείσει ακόμα ο κύκλος του Άρη. Τουλάχιστον μέσα μου έχει ακόμα πολύ δρόμο. Προς το παρόν θα κάνω ένα διάλειμμα από τον Άρη.

Μετά το Πάσχα θα είμαι με στην «Γέρμα» που θα σκηνοθετήσει και θα παίξει ο Θανάσης Σαράντος μαζί με την Πανελόπη Μαρκοπούλου, την Βασιλίνα Κατερίνη και την κ. Βίλμα Τσακίρη. Αυτήν την περίοδο μαζί με τις πρόβες για την Γέρμα γράφω και τη μουσική για το έργο «Ο Τζόνι πήρε το όπλο» του. Έναν μονόλογο σε διασκευή της Σοφίας Αδαμίδου με πρωταγωνιστή τον Τάσο Ιορδανίδη και σκηνοθεσία της Θάλειας Ματίκα που θα ανέβει τον Απρίλιο. Από τον Ιούλιο ξεκινάω πάλι με τον Άρη περιοδεία στην Ελλάδα.

Σοφία Αδαμίδου, Τάσος Σωτηράκης και Βασίλης Μπισμπίκης
Βραβείο Ερμηνείας στον Τάσο Σωτηράκη στα 37α Κορφιάτικα

Ο ψυχίατρος Λάμπρος Γιώτης συνομιλεί με την Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου για την παράστασή του «Juke Box».

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Κάποτε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με το μεταναστευτικό, ήρθαν και ιστορίες όπου ελλόχευε η διάσπαση, ο στιγματισμός, οι ρατσιστικές τάσεις»

Κάθε Σαββατοκύριακο, στον 6ο όροφο ενός κτιρίου πίσω από το Δημαρχείο της Αθήνας, ανοίγει τις πόρτες του ο «Παλμός», χώρος έκφρασης και δημιουργίας. Με αφορμή αγαπημένα τραγούδια, μια ομάδα ηθοποιών, μουσικών και εικαστικών είναι έτοιμη να ακούσει ιστορίες από τη ζωή σας και να τις παίξει στη σκηνή με θεατρικό. Μια ιδιαίτερη συνάντηση μέσα από ιστορίες που θέλετε επιτέλους να ακουστούν.

Πρόκειται για θέατρο αυτοσχεδιασμού.

Η ομάδα «Playback Ψ» είναι η πρώτη επαγγελματική ομάδα Θεάτρου Playback στην Ελλάδα. Από το 2004 ως σήμερα δίνει παραστάσεις σε θέατρα, πλαίσιο θεραπείας και εκπαίδευσης, συνέδρια και φεστιβάλ, τόσο στην Ελλάδα, όσο και το εξωτερικό, προσφέροντας μια σκηνή για να παιχτεί κάθε ανθρώπινη ιστορία.

Ο ψυχίατρος Λάμπρος Γιώτης, σκηνοθέτης και συντονιστής της παράστασης βάζει σε λειτουργία το «Juke Box», όπως τιτλοφορείται η παράσταση, ειδικά  για σας στο Intownpost.com και μιλάει για το πρωτότυπο δρώμενο που έχει ετοιμάσει φέτος η ομάδα.

Σε ποιους απευθύνεται η Ομάδα θεάτρου Playback Ψ κ. Λάμπρο Γιώτη και τι προτείνει στον καταπιεσμένο ή στον διαφορετικό άνθρωπο της εποχής μας;

H Ομάδα Θεάτρου Playback Ψ απευθύνεται σε κάθε άτομο που επιθυμεί να συμμετάσχει σε ένα θεατρικό δρώμενο που προσφέρει στους θεατές μια ουσιαστική ανθρώπινη επικοινωνία μέσα από το μοίρασμα προσωπικών ιστοριών τους. Οι θεατές είτε γίνονται αφηγητές και μοιράζονται ιστορίες από τη ζωή τους, είτε απλά ακούνε τις ιστορίες που αφηγούνται άλλοι, ενώ οι καλλιτέχνες της ομάδας τις παρουσιάζουν στη σκηνή με θεατρικό αυτοσχεδιασμό. Το θέατρο Playback, γεννημένο στην Αμερική τη δεκαετία του ’70, εποχή της αμφισβήτησης, από τον Jonathan Fox και τη Jo Salas, δίνει την ευκαιρία να ακουστεί η φωνή του κάθε ατόμου, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνου που δεν έχει τον τρόπο να ακουστεί, του αποκλεισμένου ατόμου. Του δίνει κοινωνική ταυτότητα και σημασία και ανοίγει ένα δίαυλο επικοινωνίας με τους άλλους. Γι’ αυτό και θεωρείται ένα είδος θεάτρου για την «κοινότητα» (community theatre).

Η ομάδα θεάτρου «Playback Ψ» έχει ασκηθεί στην σκηνική παράσταση των αφηγήσεων του κοινού μέσω θεατρικού αυτοσχεδιασμού. Είναι η πρώτη επαγγελματική ομάδα θεάτρου playback στην Ελλάδα και γεννήθηκε στο πλαίσιο της Εταιρείας Δραματικής Έκφρασης και Θεραπείας «Παλμός» (palmos.info). Στα 15 χρόνια της λειτουργίας της έχει μεταβεί εκτός από θεατρικές σκηνές σε διάφορους χώρους για να δώσει πρόσβαση σε ιστορίες ζωής που ζητούν ένα βήμα: ψυχιατρικές δομές, πυρόπληκτα σχολεία, φυλακές, κέντρα απεξάρτησης, φεστιβάλ διαφορετικότητας, επιστημονικά συνέδρια, στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Σε κάθε παράσταση Playback, όπως έχετε δηλώσει: «τόσο οι θεατές όσο και οι δημιουργοί, μπαίνουν στη διαδικασία να εκθέσουν ένα αληθινό κομμάτι του εαυτού τους και να συνομιλήσουν με αυτό». Πώς μπορεί η παράστασή σας να τους ξεκλειδώσει και να μοιραστούν ιστορίες από τη ζωή τους με πρόσωπα που δεν τους είναι οικεία;

Κάθε παράσταση έχει μια τελετουργία, μια σταδιακή εξοικείωση του κοινού από τον συντονιστή της παράστασης, ο οποίος «σκηνοθετεί» επί τόπου τη ροή των γεγονότων. Ένα αρχικό μοίρασμα των συντελεστών της ομάδας που υποδέχονται εγκάρδια το κοινό με προσωπικές τους ιστορίες, η σημασία και ο σεβασμός που δίνεται στη συνέχεια σε κάθε προσωπική κατάθεση από τους θεατές, δημιουργεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ώστε γρήγορα το νήμα των ιστοριών θα ξετυλιχτεί και θα φτάσει και σε πιο βαθιές ιστορίες. Έτσι σιγά- σιγά αναπτύσσεται μια οικειότητα ανάμεσα σε αγνώστους, καθώς βλέπουν ότι πολλές από τις ιστορίες τους έχουν κοινό τόπο με τις ιστορίες των άλλων.

Η οικονομική κρίση έχει φέρει κατάθλιψη στον Ελληνικό λαό, που μετράει τις πληγές του 10 και πλέον χρόνια. Τι θα συμβουλεύατε, με την ιδιότητά σας ως ψυχίατρος, τους εκατοντάδες χιλιάδες συνανθρώπους μας να πράξουν για να ορθοποδήσουν;

Να μιλήσουν, να εκφράσουν τη γνώμη τους, να διαμαρτυρηθούν, να μην μείνουν αποκλεισμένοι στο προσωπικό τους ζόφο, να ζητήσουν βοήθεια από τους άλλους, ή αν χρειάζεται και από ειδικούς, να εκμεταλλευτούν κάθε εξωτερική υποστήριξη και να πάρουν δύναμη και ελπίδα από τη συντροφιά, τη δημιουργικότητα κάθε είδους, την τέχνη.

Ποια ήταν η πιο συγκινητική ιστορία που ακούσατε κ. Λάμπρο Γιώτη μέσα από την ιδιαίτερη συνάντηση της ομάδας και του κοινού;

Κάθε ιστορία έχει το δικό της ειδικό βάρος και η συγκίνηση που μεταφέρει είναι μοναδική. Όπως φαντάζεστε έχουμε ακούσει χιλιάδες ιστορίες όλα αυτά τα χρόνια. Και ταξιδέψαμε μαζί τους με τη δική μας φαντασία. Τώρα που το σκέφτομαι, έρχεται μια εικόνα μαζί με μια μυρωδιά φαγητού, σε ένα κέντρο αποκατάστασης για άτομα με ειδικές ανάγκες, όπου είχαμε δώσει παράσταση πριν από πολλά χρόνια. Εκεί μια κοπέλα με ελάχιστο λόγο, λέξεις μόνο, μίλησε με λαχτάρα για μια μακαρονάδα που μοιράστηκε με τα μέλη του κέντρου αυτού σε μια έξοδο στην πόλη. Είχε μια λαχτάρα ζωής αυτή ιστορία, παρότι ειπώθηκε σε θραύσματα, που τη θυμάμαι ακόμη.

Η  παράστασή σας μπορεί να έχει και πολιτική διάσταση;

Μια παράσταση playback ως κοινωνικό φαινόμενο, έχει αυτόματα και πολιτική διάσταση. Ο ισότιμος σεβασμός για κάθε φωνή και ιστορία, η αποδοχή της διαφορετικότητας, η εμψύχωση και η ενστάλλαξη της ελπίδας, είναι από μόνες τους πολιτικές τακτικές «υπέρ του αδυνάτου». Ωστόσο κάθε ιστορία έχει το χώρο της και το λόγο της να ακουστεί. Κάποτε, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια με το μεταναστευτικό, ήρθαν και ιστορίες όπου ελλόχευε η διάσπαση, ο στιγματισμός, οι ρατσιστικές τάσεις. Όμως υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισης μέσα από την παράσταση, ώστε ακόμη και αυτές οι ιστορίες να μην γίνουν απειλητικές.

«Η τέχνη χτίζει γέφυρες. Σε μια παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα που να μπορεί να ορθώσει ανάστημα και όχι σε μια παγκοσμιοποιημένη, υποδουλωμένη κοινότητα από την κερδοσκοπία»

«Ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας», όπως ισχυρίζεται ο  Σίγκμουντ Φρόιντ. Εσείς ασπάζεστε την άποψη του θεμελιωτή της ψυχαναλυτικής σχολής στον τομέα της ψυχολογίας

Δεν θα αμφισβητήσω τον Freud, αλλά έχω διαπιστώσει ότι δεν είναι απαραίτητα δέσμιος των τραυμάτων του. Αρκεί να θελήσει να τα δει και να κάνει κάτι γι’ αυτά.

Ο ίδιος άνθρωπος που έβαλε τον κόσμο στο… ντιβάνι υπερασπίζεται , ότι «Κάποια μέρα κοιτάζοντας πίσω, τα χρόνια που αγωνίστηκες θα σου φαίνονται τα πιο ωραία». Κι όμως οι άνθρωποι σήμερα παρά τις πολύ δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν κάθονται στον καναπέ. Γιατί πιστεύετε;

Δεν θεωρώ ότι οι άνθρωποι σήμερα κάθονται στον καναπέ. Παρατηρώ τη νέα γενιά, πόσο παλεύει με την καθημερινότητα με δύναμη και πείσμα. Κάνω μαθήματα τόσο σε δραματική σχολή όσο και σε εκπαιδεύσεις δραματοθεραπευτών και έρχομαι σε επαφή με πολλά νέα παιδιά που κάνουν δύο και τρεις δουλειές παράλληλα με τις σπουδές τους, προσπαθώντας να κυνηγήσουν το όνειρό τους. Υπάρχει έντονη ενημέρωση και επικοινωνία σήμερα, μια αδρότητα και ευθύτητα που δεν υπήρχε παλιότερα, οι μάσκες και οι περιττές νοσταλγίες αποτελούν πολυτέλεια. Λείπει η ποίηση στον λόγο, αλλά ίσως έχει μεταμορφωθεί σε πιο μαγικές εικόνες.

Εσάς κ. Λάμπρο Γιώτη σας έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση;

Άμεσα, από τη στιγμή που εργάζομαι και φορολογούμαι και αφού η δουλειά μου αφορά στο να αφουγκράζομαι την «κρίση» των συμπολιτών μου.

Πώς απεικονίζεται η γυναίκα στις θεατρικές δημιουργίες σας κι αν ναι, ποιοι προβληματισμοί αναδεικνύονται μέσα από αυτές;

Στο θέατρο playback η γυναίκα έχει τη θέση που έχει ακριβώς και ο άντρας αλλά και οποιοδήποτε άτομο, ανεξαρτήτως φύλου, χωρίς διακρίσεις ή προνόμια. Κάθε μορφή μιας ιστορίας είναι μια ψυχική αναπαράσταση που θα γίνει μια θεατρική παράσταση. Δεν μένουμε στην εξωτερική περιγραφή αλλά στην κοινότητα της επιθυμίας, της απώλειας, του πόνου, της χαράς. Κι αυτά δεν έχουν φύλο.

Αν υπάρχει καταπίεση ή ψυχαναγκασμός, τότε αυτό αφορά κάθε φύλο και παρουσιάζεται ανάλογα. Σε παραστάσεις έργων που ανέβασα παλιότερα, όπως τις «Ικέτιδες» του Αισχύλου, που αφορούσε τόσο το προσφυγικό όσο και το γυναικείο ζήτημα, εκεί αντιμετωπίστηκε σύμφωνα με τις ισορροπίες του έργου και τον προβληματισμό της εποχής, αλλά πάλι μέσα από την οπτική της ισότητας στη διαφορά.

Θεωρείτε πως η τέχνη μπορεί να αποτελέσει ένα κοινό πεδίο επικοινωνίας για όλους τους λαούς ;

Η τέχνη χτίζει γέφυρες. Η επικοινωνία μέσω της εικόνας, της σωματικής έκφρασης, του μεταφρασμένου λόγου, της μουσικής και των ηχητικών τοπίων, οι διεθνείς συνεργασίες καλλιτεχνών από διαφορετικές χώρες και φυλές, στοχεύουν στην οικουμενικότητα. Σε μια παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα που να μπορεί να ορθώσει ανάστημα και όχι σε μια παγκοσμιοποιημένη, υποδουλωμένη κοινότητα από την κερδοσκοπία. Το θέατρο playback συμβάλλει σε μια τέτοια προοπτική. Γι’ αυτό και υπάρχουν ομάδες σε διάφορα κράτη, που ασκούνται όλες στην κοινή θεατρική γλώσσα του θεατρικού αυτού είδους και διαφοροποιούνται ανάλογα με την πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα.

Ποια στάση  νομίζετε ότι πρέπει να κρατάει ένας δημιουργός, ένας καλλιτέχνης, ένας επιστήμων μπροστά στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του καιρού μας;

Δεν θα διαφοροποιήσω τη στάση του από τη στάση κάθε συνειδητού πολίτη που αντιστέκεται σε οτιδήποτε προσβάλλει τις προσωπικές του αξίες, σε ότι εμποδίζει την έκφραση της δικής του αλήθειας.

Το επόμενο βήμα σας που θα στραφεί;

Σε κάποια παραλία. Δεν γνωρίζω ακόμη ποιά και αυτό με συνεπαίρνει.