fbpx

Η Νατάσσα Χρηστίδου συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…χαμηλών τόνων χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος που δεν του αρέσει να κινείται με θράσος, που έχει έμφυτη την ευγένεια, είναι διακριτικός, δεν του αρέσουν οι εντάσεις, τελικά τείνει να παραγκωνίζεται και να θεωρείται σχεδόν γραφικός, τότε ειλικρινά παρερμηνεύεται. Στην προσωπική μου ζωή ισχύει, ως  τρόπος ζωής»

Η Νατάσσα Χρηστίδου έχει παραδοθεί στη γοητεία του καλού τραγουδιού.

Μια υπέροχη Θεσσαλονικιά, που δικαιώνει αργά αλλά σταθερά την ύπαρξή της στο χώρο που επέλεξε να υπηρετήσει. Ανεπανάληπτη και μοναχική μοιράζει το ταλέντο της στα τραγούδια που ερμηνεύει και χαίρεται, όταν οι νέοι που την ακολουθούν στις μουσικές σκηνές όπου εμφανίζεται λένε, ότι ακούνε τη φωνή των ονείρων τους.

Με μεγάλη  άνεση καλύπτει ένα  δημιουργικό εύρος του τραγουδιού φθάνοντας στο μεδούλι των στίχων. Η φωνή της είναι γεμάτη πάθος για ζωή και ασκεί έντονο μαγνητισμό στο ακροατήριό της.

Μια γοητεία που ασκεί και στην κουβέντα μας.

Οι αλεξιπτωτίστριες «τραγουδίστριες» την ζηλεύουν, αλλά δεν μπορούν να πληγώσουν τη μουσική της ευαισθησία γιατί είναι πολύ δυνατή.

Η Νατάσσα Χρηστίδου ανεβαίνει στη σκηνή, τραγουδάει και εξεγείρεται, αγανακτεί, βγάζει λυγμό και στο πρόσωπό της κυλάει ένα δάκρυ, σαν ένα παράπονο που σαρκάζει τις σκοτεινές εποχές που ζούμε. Σκουντάει τις μνήμες του κοινού για να του θυμίσει, ότι  θάρθει κάποτε η μέρα που όλοι οι άνθρωποι θα έχουν μια θέση κάτω από τον ήλιο.

Απολαύστε την.

FOTO BY IOANNIS MANOWER

Κυρία Χρηστίδου είσθε η καθάρια γυναικεία φωνή, το σήμα κατατεθέν στο πολλά υποσχόμενο συγκρότημα με το πρωτότυπο όνομα «Στάχυ»! Πόσο δύσκολο είναι στις μέρες μας για ένα νέο καλλιτέχνη να προωθήσει την δουλειά του;

Κα. Μιχαλιτσιάνου μου δίνετε μια πολύ καλή αφορμή να μιλήσω για τον δίσκο «Στάχυ», αν και ετεροχρονισμένα  μια που το Δεκέμβριο που διανύουμε συμπληρώνονται 13 χρόνια από την κυκλοφορία του. Πριν απαντήσω στο ερώτημα σας,  θα πρέπει να κάνω μια ανασκόπηση στο παρελθόν στο κεφάλαιο που λέγεται «Στάχυ», το οποίο αποτελεί και την πρώτη μου δισκογραφική συμμετοχή στα τραγούδια του συνθέτη και μόνιμου συνεργάτη επί σειρά ετών, Αποστόλη Δημητρακόπουλου. Το «Στάχυ» όταν κυκλοφόρησε έμοιαζε να ταράζει τα νερά της δισκογραφίας τον καιρό εκείνο. Έτυχε ευνοϊκών και σε ορισμένες περιπτώσεις εγκωμιαστικών σχολίων, στον αντίποδα αναπόφευκτα και κάποιες κριτικές εκ του προχείρου, περισσότερο για να διαμορφώσουν μια ψευδή υποτιμητική θέση, χωρίς ουσιαστική μελέτη του δίσκου.

Διαθέτω ένα πλούσιο αρχείο άρθρων σχετικών με την δισκογραφική μας δουλειά, όπως και ένα έντυπο ραδιοτηλεοπτικού σταθμού που δήλωνε το ενδιαφέρον να «προωθήσει» με διαφημιστικά spots για ένα σεβαστό χρονικό διάστημα, κάτι που έμεινε στο συρτάρι, χωρίς δυστυχώς να έχουμε την δυνατότητα να επηρεάσουμε.

Μια παρέα, λοιπόν, μουσικών με πολλή όρεξη και δημιουργική τρέλα για πάνω από επτά μήνες και πολλές, άπειρες ώρες ηχογραφήσεων και ζυμώσεων, ανέλαβε την πρόκληση υπό την καθοδήγηση του συνθέτη-στιχουργού να δημιουργήσει ένα ηχητικό αποτέλεσμα, που ήταν πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του. Και όταν από ιδέα έγινε πραγματικότητα (cd) δεν έλαβε την αναγνώριση που του άξιζε, γιατί απλώς μεταξύ άλλων δεν υπήρχε ο κατάλληλος ατζέντης, ο παραγωγός και απουσίαζε γενικά το μέσο για να γνωστοποιηθεί. Κι όπως γνωρίζουμε σε αυτό τον χώρο, πως αν από την αρχή δεν προωθηθεί, περνά στη λήθη του χρόνου.

Σας απαντώ πως ναι, είναι πολύ δύσκολα για τον εκάστοτε καλλιτέχνη, όταν δεν λαμβάνει την ώθηση και την βοήθεια που του αναλογούν και αναγκάζεται να ακολουθήσει έναν πιο μοναχικό δρόμο, όταν δηλαδή απουσιάζει ένα επιτελείο κατάλληλων ανθρώπων δίπλα σου, παίρνεις τη δουλειά σου από το χέρι και κάθε φορά συστήνεσαι εκ νέου. Δεν αρκεί το αν είναι καλό, πρωτότυπο, ευφάνταστο, ταλαντούχο, χρειάζεται τύχη και υποστήριξη.

Κινείστε ανάμεσα σε «έντεχνες» διαδρομές και διακατεχόμενη παράλληλα από pop-rock ανησυχίες,  όπως εύστοχα έχει σχολιαστεί. Πού ισορροπείτε;

Συνεπής στην μελέτη κριτικών τής τότε εποχής και αυτή η ερώτηση σας, έρχεται να θίξει ένα θέμα «ετικέτας». Οι  ταμπέλες συνήθως δρουν περιοριστικά και ενισχύουν τις εντυπώσεις. Την  εποχή που ανέλαβα να τραγουδήσω τα δέκα, όπως έμελλε, τραγούδια από τα δεκαπέντε του δίσκου, διαφορετικά είδη με στοιχεία jazz, κάποια με  λαϊκότροπες αναφορές, δυναμικά rock αλλά κυρίως ατμοσφαιρικές μπαλάντες, δεν γνώριζα εξ αρχής πως θα ήμουν η κύρια φωνή του δίσκου. Αφέθηκα στην καθοδήγηση του Αποστόλη Δημητρακόπουλου και έδωσα το προσωπικό μου ύφος. Ουσιαστικά το βάπτισμα του πυρός για μένα ήρθε λίγα χρόνια αργότερα, όταν το 2009 στην Καστοριά στο Blue Note μια νεοσύστατη Rock σκηνή της πόλης, χρειάστηκε μια τραγουδίστρια από την Θεσσαλονίκη. Τότε  έδωσα τις εξετάσεις μου,  γιατί κατέληξα να τραγουδώ ξενόγλωσσα τραγούδια και το Blue Note αποτέλεσε  ένα σχολείο για μένα. Ευχαριστώ  τους ανθρώπους που μου έδωσαν αυτήν την ευκαιρία, όπως και την ζωή που μου έκανε αυτό το δώρο. Νομίζω πως μετά από την πολύχρονη εμπειρία μου, το πού ισορροπώ βρίσκει την απάντηση του στο ότι ισορροπεί εκεί που πάλλεται κάθε φορά μουσικά η ψυχή μου, δεν υπάρχουν σύνορα και περιθώρια στην έκφραση.

Η κρίση επηρέασε τη δουλειά σας; Κι αν ναι, έχετε προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα;

Η κρίση αναμφίβολα επηρέασε αρχικά τη δομή στις σχέσεις των ανθρώπων και επεκτάθηκε σε τομείς όπως η εργασία, η φύση, ενώ άλλαξε και ο τρόπος διευθέτησης και παρουσίασης της δικής μας δουλειάς. Η κρίση στη δική μας δουλειά μεταφράζεται ως εξής: κάποιοι χώροι, κυρίως μουσικές σκηνές έκλεισαν, μοιραία κάποιοι άλλοι χώροι για να κρατηθούν μετέβαλαν την αισθητική τους, η προσφορά και η ζήτηση είναι  σε δυσανάλογη τροχιά. Τα bar φιλοξενούν πια σχήματα που εναλλάσσονται και μια που, όπως ανέφερα, αρχικά οι μουσικές σκηνές έκλεισαν, οι μουσικοί αθροίστηκαν πια στα bar και στους χώρους εστίασης. Επιπλέον οι managers «επώνυμων» καλλιτεχνών προσέγγισαν χώρους, κάτι  που προ κρίσης δεν θα το έπρατταν, με αποτέλεσμα οι λιγότερο γνωστοί  να μείνουν εκτός. Το πλαίσιο που κινούμαστε συνεχώς μεταβάλλεται και έτσι καθίσταται πολύ πιο δύσκολο να πει κάποιος πως «ναι προσαρμόστηκα στα νέα δεδομένα».

Εισπράττετε  πολύ αγάπη από τον κόσμο. Πως αισθάνεστε γι’ αυτό;

Η αποδοχή του κόσμου είναι σαν ένας φάρος που σε καθοδηγεί, σου δίνει ώθηση, κίνητρο και δύναμη, ισχυροποιεί την πεποίθηση, πως αυτό που επιχειρείς βρίσκει απήχηση, μοιράζεσαι την τέχνη σου με άλλους που έχουν κοινή αισθητική σε ένα πλαίσιο έξω πια από εσένα ως καλλιτέχνη. Είναι πολύ όμορφο συναίσθημα που όλοι μας το έχουμε ανάγκη και το επιζητούμε.

Έχετε διακριθεί ως πολύ αξιόλογη ερμηνεύτρια κι όμως εσείς κρατάτε πάντα ένα χαμηλό προφίλ, χωρίς να δίνετε δικαιώματα. Επιλογή σας ή τρόπος ζωής;

Ο χαρακτηρισμός χαμηλών τόνων είναι αρκετά παρεξηγήσιμος και προσωπικά μολονότι τον αποδέχομαι θα πρέπει να επισημάνω, πως χαμηλών τόνων χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος που δεν του αρέσει να κινείται με θράσος, που έχει έμφυτη την ευγένεια, είναι διακριτικός, δεν του αρέσουν οι εντάσεις, τελικά τείνει να παραγκωνίζεται και να θεωρείται σχεδόν γραφικός, τότε ειλικρινά παρερμηνεύεται. Στην προσωπική μου ζωή ισχύει, ως  τρόπος ζωής.

Στην σκηνική μου παρουσία θα έλεγα πως ανάλογα με το ύφος και την δυναμική του τραγουδιού που ερμηνεύω υιοθετώ και εξελίσσω μια γκάμα εκφραστικών μέσων που χαρακτηρίζονται μάλλον πολύ έντονα, καθώς όταν ερμηνεύεις υποδύεσαι έναν ρόλο και φυσικά το τραγούδι ενέχει στοιχεία θεατρικά και αυτοσχεδιασμού.

Ο Βαγγέλης Κόντος και η Νατάσσα Χρηστίδου

«…Ένας καλλιτέχνης που αφουγκράζεται, που πληγώνεται και αντιδρά από την πραγματικότητα του, παίρνει θέση, μεταβάλλεται μέσω της τέχνης του, φιλτράρει και κοινωνεί τις ανησυχίες, τη βαθιά του εσωτερικότητα για να δώσει στους αποδέκτες του ερεθίσματα»

Αφιέρωμα στον Μάνο Χατζιδάκι με τίτλο στην Οδό των Ονείρων και των τραγουδιών που επιμελήθηκε ο Νίκος Μωραιτόπουλος στο Κλειστό Θέατρο του Δήμου Συκεών
Από αριστερά, Νατάσσα Χρηστίδου, Βάσω Βασιλειάδου και η Φωτεινή Βελεσιώτου

Ποιοι θα ήταν οι συνθέτες, οι στιχουργοί που θα θέλατε να έχετε συνεργασία στο μέλλον;

Οι συνθέτες και οι στιχουργοί με τους οποίους  θα ήθελα να είχα την δυνατότητα και τη χαρά της συνεργασίας μαζί τους και  που θαυμάζω για το σύνολο της γραφής τους είναι: ο Κώστας Τριπολίτης, ο Θοδωρής Γκόνης, ο Παρασκευάς Καρασούλος, ο Θανάσης Αβραμίδης, ο Κώστας Ντόλκος, ο Νίκος Μωραΐτης, η Νατάσσα Μεσσήνη, ο Μιχάλης Γκανάς, η Μυρτώ Κοντοβά, ο Μιχάλης Κουμπιός, ο Νίκος Ζούδιαρης και συνθέτες όπως ο Δήμος Μούτσης, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος, ο Χρήστος Λεοντής, ο Νότης Μαυρουδής, ο Ορφέας Περίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ο Γιώργος Ανδρέου, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Ζήκας και μια πληθώρα εξίσου αξιόλογων δημιουργών που εκτιμώ.

Μιλήστε μας λίγο για εσάς, τις μουσικές σας σπουδές, τον ελεύθερο χρόνο σας;

Η ζωή μου ήταν πάντα γεμάτη από ήχους και κίνηση, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου το θέατρο και η μουσική ήταν η καθημερινότητα, με δύο θείους μουσικούς της εποχής του Νέου Κύματος. Είχα κλίση ούτως ή άλλως από μικρή στο τραγούδι, σπούδασα κλασικό τραγούδι με δάσκαλο τον Αθανάσιο Αραμπατζή, δύο χρόνια στο τμήμα jazz με την Βίκυ Αλμαζίδου, παρακολούθησα workshops στο Μουσικό Χωριό  με την Μαρία Θωίδου και τον Νίκο Κυπουργό. Από έφηβη υπήρξα μέλος στο Μουσικό τμήμα του Δήμου Συκεών της Θεσσαλονίκης όπου και διαμένω.

Το 1999  εμφανίζομαι  στη Μπουάτ Μελωδία. Ακολούθησε  για αρκετά χρόνια η συνεργασία μου σε συναυλίες με τον Γιώργο Καζαντζή και το σχήμα Ντελάδηδες (2008-2010). Ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος, όπως και η παραμονή μου στην Καστοριά και η συμμετοχή μου στην Blue Note Band (2009-2012).  Παράλληλα εμφανίστηκα και σε πολλές άλλες μουσικές σκηνές, συναυλίες, με εξέχοντες μουσικούς και ευρεία αποδοχή, τόσο στη Θεσσαλονίκη όπως και σε άλλες πόλεις στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.

Με ποια μουσικά πρότυπα μεγαλώσατε;

Μεγάλωσα με πολλά ηχοχρώματα και όλα αυτά μοιραία καταγράφηκαν και έδωσαν χώρο αργότερα στη μουσική μου κατεύθυνση.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά την καθημερινή πράξη ιεροτελεστίας όταν στο  φορητό κασετόφωνο δίπλα στο κομοδίνο μου πατούσα το play και βυθιζόμουν στο άκουσμα του «Κόκκινου Τριαντάφυλλου» σε στίχους και μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Τι βαθιά συγκίνηση κάθε φορά, το άκουγα με κατάνυξη, δάκρυζα και αποκαμωμένη κοιμόμουν με εικόνες, που το παιδικό μου μυαλό πυροδοτούσε για αυτό τον άγνωστο ήρωα που περιέγραφε το τραγούδι! Πολύ αργότερα θα διάβαζα και θα μάθαινα πως το τραγούδι το 1976 γράφτηκε για τον Αλέκο Παναγούλη.

Τα μικρά 45άρια στο πικ –απ και τραγούδια του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και εκπομπές στην τηλεόραση που για πρώτη φορά θα έβλεπα και θα με ταξίδευαν από τον Leo Ferre μέχρι τον Bob Dylan, την Joan Baez, τους Ten Years After, τους Kinks, τους Beatles. Αυτά  τα ακούσματα τα χρωστώ στον Χρήστο Λεττονό, φίλο των θείων μου, ο οποίος  με μυούσε στο  θέατρο με έναν τρόπο που θα τον περιέγραφα ισότιμο: έτσι με αντιμετώπιζε και  τον θυμάμαι με πολλή αγάπη.

Το Νέο Κύμα, σημαντικό κομμάτι και μετέπειτα σημείο αναφοράς και χαράς ανέλπιστα μεγάλης. Όταν δε γνώρισα κατ’ ιδίαν τον Λάκη Παππά, τον Γιώργο Ζωγράφο, τον Θανάση Γκαϊφύλια, που μου τους σύστησε ο Αποστόλης Δημητρακόπουλος, ενισχύθηκε η εκτίμησή μου για τους εκφραστές του Νέου Κύματος. Μάλιστα, για την ιστορία, ο Λάκης Παππάς ήταν  ο πρώτος του δάσκαλος στην κιθάρα και έχω μια πολύ τρυφερή ιστορία να αναπολώ για το πώς το ήθος μερικών ανθρώπων είναι εφάμιλλο του ταλέντου τους. μου επιτρέπετε να σας την διηγηθώ…

«Προσκεκλημένος το 2000 ο Λάκης Παππάς, η αισθαντική φωνή των παιδικών μου χρόνων, βρίσκεται επιτέλους στη Μπουάτ Μελωδία στα Λαδάδικα της Θεσσαλονίκης. Με την φωνή τρεμάμενη ξεκινώ πρώτη το πρόγραμμα για να ακολουθήσει  σε λίγο ο τιμώμενος καλλιτέχνης. Ο κόσμος αδημονεί δικαίως, έχει έρθει για να ακούσει τον ερμηνευτή του Ματωμένου Γάμου και των προσωπικών του τραγουδιών, σχεδόν με αγνοούν και το τρακ μου γίνεται αφόρητο, παλεύω να κρατηθώ, για  να μη λιποθυμήσω. Με έναν αέρινο τρόπο και με σταθερή φωνή μου ζητά με ευγένεια να του δώσω το μικρόφωνο. Οι λέξεις του στρωτές και αιθέριες: «σας παρακαλώ», ακούστηκε να λέει, «ας δώσουμε στη Νατάσσα τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με την όμορφη φωνή της και να της χαρίσουμε την σιωπή μας και την προσοχή μας, σας ευχαριστώ». Εγώ  σας ευχαριστώ κύριε Λάκη Παππά για τα μαθήματα ήθους. Αυτά είναι στιγμές-κειμήλια και τα κρατώ στην ψυχή μου για να την ομορφαίνουν και να την εμψυχώνουν.

Μπορεί ένας καλλιτέχνης να αφυπνίσει συνειδήσεις μέσα από τη δουλειά του;

Το απώτερο ζητούμενο, για έναν καλλιτέχνη είναι και αυτό, για να πω καλύτερα είναι κυρίως αυτό. Το αν το καταφέρνει τους χαλεπούς αυτούς καιρούς είναι ένα ζήτημα. Τουλάχιστον το επιχειρεί και θα ήταν καλό να εμμένει. Ένας καλλιτέχνης που αφουγκράζεται, που πληγώνεται και αντιδρά από την πραγματικότητα του, παίρνει θέση, μεταβάλλεται μέσω της τέχνης του, φιλτράρει και κοινωνεί τις ανησυχίες, τη βαθιά του εσωτερικότητα για να δώσει στους αποδέκτες του ερεθίσματα.

 «Να παραμένουμε άνθρωποι ουσιαστικά και αδιάλειπτα με συλλογικότητα και μοίρασμα. «Λίγη χαρά και ικανοποίησις, να μένει» που έγραψε ο ποιητής  Κωνσταντίνος Καρυωτάκης»

 

Τέχνη, Ανθρωπισμός: Πώς συνδέεται αυτό το δίπτυχο;

Η τέχνη είναι μία ανώτερη πνευματική δημιουργία, αποτελεί το όχημα που οδηγεί τον άνθρωπο στη συναισθηματική πληρότητα, πέρα από τον εαυτό του, σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει και να μοιραστεί ό,τι πιο όμορφο κρύβει μέσα του. Αυτή η διαδικασία της προσέγγισης του «άλλου» μέσω της τέχνης είναι συνάμα και η γνήσια έκφραση του ανθρωπισμού. Ο καλλιτέχνης προσφέρει στον «άλλον», επικοινωνεί μαζί του, αναπτύσσει αμφίδρομη σχέση, βιώνει σε υπέρτατο βαθμό την ικανοποίηση της αναγνώρισης, της προσφοράς. Η τέχνη σε μια εποχή που επικρατεί ο ατομικισμός και η ιδιοτέλεια είναι ίσως το μοναδικό μέσο λύτρωσης και καταξίωσης του ανθρώπου.

Τί θα λέγατε στους νέους που αφήνουν την πατρίδα και μεταναστεύουν στο εξωτερικό, γιατί εδώ δεν έχουν μέλλον;

Η μετανάστευση ήταν και θα είναι ένα τεράστιο θέμα για την χώρα μας. Η μορφή του φαινομένου στις μέρες μας, οι νέοι να συνεχίζουν μαζικά την φυγή τους σε άλλες χώρες αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο με κύριο λόγο τις σπουδές και την εργασία, με βρίσκει σύμφωνη. Τους εύχομαι τα καλύτερα: να μπορέσουν να βρουν τις κατάλληλες συνθήκες που θα τους βοηθήσουν να επιτύχουν τους στόχους, να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους, με την σκέψη πάντα στραμμένη στην αρχική τους αφετηρία, την πατρίδα τους. Είθε, εάν και όταν τα πράγματα στη χώρα μας βελτιωθούν, να γυρίσουν πίσω, μόνιμα!!!

Με ποιο τραγούδι θα περιγράφατε την εποχή που ζούμε;

Το τραγούδι που θα επέλεγα και που είναι αντιπροσωπευτικό της εποχής μας- θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλα, ωστόσο θα προτείνω ένα και θα παρακαλέσω να το  ακούσετε- είναι το τραγούδι με τίτλο: «Πίσω απ’ την μαύρη τη γραμμή»,  από τη δεύτερη κατά σειρά δισκογραφική μας κατάθεση, «Δεύτερη Ευχή»,  σε στίχους και μουσική του Αποστόλη Δημητρακόπουλου, ένα τραγούδι που περιγράφει την εποχή μας.

Σας πληγώνουν τα τραγούδια που μιλάνε για παλιές αγάπες;

Υπάρχουν πολλά τραγούδια που η θεματική τους με κάνουν να νιώθω ευσυγκίνητη και ιδιαιτέρως μελαγχολική, τραγούδια που μιλάν για αγάπες, τραγούδια που με κάνουν να αναπολώ το πρωταρχικό συναίσθημα. Αυτό που πραγματικά με πληγώνει είναι  όταν ξεθωριάζουν οι σχέσεις των ανθρώπων όπως ζούμε σήμερα.

Τι θα λέγατε πως είναι αυτό που τελικά αξίζει στη ζωή;

Χωρίς καν να το σκεφτώ έτσι αυθόρμητα, πρεσβεύω πως απλές μορφές όπως μια αγκαλιά, ένα χάδι, ένα χαμόγελο, είναι δώρα πολύτιμα, ανεκτίμητης αξίας όπως και η αγάπη και η ενσυναίσθηση και αυτή η ρομαντική έμφυτη διάθεση που με διέπει, πως όλα όταν γίνονται με αγάπη και με σκοπό να μοιράζονται ανάμεσα στους ανθρώπους, πετυχαίνουν. Να παραμένουμε άνθρωποι ουσιαστικά και αδιάλειπτα με συλλογικότητα και μοίρασμα. «Λίγη χαρά και ικανοποίησις, να μένει» που έγραψε ο ποιητής  Κωνσταντίνος Γ. Καρυωτάκης.

Τί έκπληξη μας επιφυλάσσετε;

Αν και θα αποκαλύψω την έκπληξη, θα προσπαθήσω να δώσω ορισμένα στοιχεία. Η ιδέα γεννήθηκε όταν το περασμένο καλοκαίρι είχε γίνει μια συναυλία προς τιμήν του Μίκη Θεοδωράκη και εξέφρασα θυμάμαι στον συνεργάτη και πολύ καλό φίλο Αποστόλη Δημητρακόπουλο την επιθυμία μου την κρυφή: «τι καλά να ήμασταν και εμείς σε αυτή την συναυλία, να αφιερώσουμε ένα τραγούδι στον Μίκη». Υπάρχουν  στην μεταξύ μας συνεργασία πολλά τραγούδια από αυτά που δεν έχουν τραγουδηθεί αρκετά, το ρεπερτόριο μας είναι διανθισμένο με πολλά.

Μάλιστα, πολλά χρόνια πριν ο Αποστόλης σε μια πολύ όμορφη διασκευή μου είχε θυμίσει σαν ρετουσάρισμα μνήμης ένα από αυτά, του Μίκη Θεοδωράκη. Μια σπουδή λοιπόν έχει ξεκινήσει να ηχογραφείται στο studio Cue του φίλου μας Γιάννη Μαυρίδη σε όχι τόσο γνωστά τραγούδια. Με χαρά θα τα μοιραστούμε, όταν θα είναι έτοιμα και, γιατί όχι, η επιθυμία είναι πάντα επιθυμία να φτάσουν και στον ίδιο τον δημιουργό τους. Παράλληλα ηχογραφούμε κάποια τραγούδια από την συνεργασία του Α. Δημητρακόπουλου και του Γιώργου Τσιτσά .

Ποια επιθυμία σας θέλετε να πραγματοποιηθεί;

Σας ευχαριστώ για την όμορφη συνομιλία μας. Επί τη ευκαιρία θα ήθελα εκ βαθέων να μοιραστώ και μια επιθυμία και επιδίωξη προσωπική θα ήθελα πολύ να γίνει πραγματικότητα το να τραγουδήσω εγώ και οι συνεργάτες μου, σε κάποιον χώρο στην Αθήνα, όσες φορές έμοιαζε να πραγματοποιείται, κάτι γινόταν και αναβαλλόταν. Θα ήταν ευχής έργον για εμένα που αγαπώ το πάλαι ποτέ «Νέο Κύμα» να βρεθώ σε έναν από τους εναπομείναντες χώρους της ιστορικής Πλάκας στην Αθήνα.

Ο συνθέτης και τραγουδοποιός Αποστόλης Δημητρακόπουλος και η Νατάσσα Χρηστίδου

Αλέξης Σταμάτης: Μια κουβέντα ζεστή Με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Γράφω, όποτε νιώθω ότι έχω κάτι να πω. Ιστορίες που κατά καιρούς με επισκέπτονται. Το θέμα είναι ποια προκρίνονται μέσα μου…»

Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο.
Έχει εκδώσει δεκατρία μυθιστορήματα και εικοσιτέσσερα συνολικά βιβλία. Το πρώτο, Ο έβδομος ελέφαντας (1998) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία. Το δεύτερο, Μπαρ Φλωμπέρ (2000) εκδόθηκε στην Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία την Πορτογαλία την Βουλγαρία και τη Σερβία. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές.

Το μυθιστόρημα του Αμερικάνικη Φούγκα εκδόθηκε το 2008 στις ΗΠΑ, έχοντας κερδίσει το International Literature Award από το «National Endowment for the Arts». Το μυθιστόρημά του Βίλα Κομπρέ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (2007). Για την δεύτερη συλλογή του, Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου.

Το παιδικό του μυθιστόρημα Ο Άλκης και ο Λαβύρινθος κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Παιδικού Βιβλίου.
Ο μονόλογος του Τελευταία Μάρθα παρουσιάστηκε το 2004 στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα και παίχτηκε το 2008 στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου και ερμηνεία Χρήστου Στεργιόγλου. Τα έργα του Δακρυγόνα και Σκότωσε ό,τι αγαπάς (σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη) παίχτηκαν το 2010 και το 2012 στο ίδιο θέατρο. Ο μονόλογός του Μεσάνυχτα σ’ έναν τέλειο κόσμο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης το 2013 σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη. Το έργο του Μελίσσια έχει παρουσιαστεί στα πλαίσια του προγράμματος «Αναγνώσεις» στο Εθνικό Θέατρο. Το έργο του Innerview παίχτηκε το χειμώνα του 2014 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στην Μεγάλη Βρετανία.

Είπατε κάπου κ Σταμάτη, ότι Το δέκατο πέμπτο μυθιστόρημα σας: «Τον Άνδρα της Πέμπτης Πράξης», το γράψατε σε μια δική σας στιγμή πολύ ξεχωριστή. Αναρωτιέμαι, ακραία, ευτυχισμένη;

Δεν είναι μία τέτοια περίπτωση. Αυτό ίσως συνέβαινε εάν επρόκειτο περί αυτοβιογραφίας. Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετά έως πάμπολλα επινενοημένα στοιχεία με συνθήκες ευτυχίας ή δυστυχίας χωρίς να λείπουν και στοιχεία στιγμών προσωπικών. Εξ’ άλλου, όπως είπε κι ο μέγας Μπόρχες, όλη η λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφική.

Να υποθέσω, ότι αυτό είναι στην ουσία  -πέρα των όποιων μυθοπλαστικών διαφοροποιήσεων- το πιο αυτοβιογραφικό σας έργο;

Όλα τα βιβλία μου, όπως ανέφερα και πριν εμπεριέχουν έναν αυτοβιογραφικό πυρήνα, έστω και ερήμην των προθέσεών μου. Είναι σαν το ανάποδο στριπτίζ….πραγματικά, αλλά δεν ταυτίζονται σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας, ο κεντρικός ήρωας και ο αφηγητής.

Ο ήρωας σας μένει ορφανός πολύ νωρίς και από τους δύο γονείς. Πόσο δύσκολο έως ακατόρθωτο είναι να ενταχθεί αυτό το ευαίσθητο άτομο σε μια κανονικότητα, να μην αποκλίνει έστω για λίγο;

Έχουμε πάμπολλα παραδείγματα ορφανών παιδιών που έχουν καταφέρει και έχουν ενταχθεί φυσιολογικά και χωρίς αποκλίσεις στην κοινωνία. Πάντα όμως θα υπάρχει αυτή η έλλειψη, αυτό το τραύμα, αυτή η βίαιη αποκοπή από τη ρίζα, από τη βάση. Μία αποκοπή η οποία μπορεί να οδηγήσει είτε σε υπερευαισθησία είτε σε ακραίες συμπεριφορές είτε σε εξαρτήσεις και παντός είδους ψυχολογικά προβλήματα, είτε και να χαλυβώσει το άτομο. Στην περίπτωση μας, ο ήρωας αποκλίνει, αλλά μέχρι ενός σημείου. Υπάρχει μία διέξοδος γι’ αυτόν αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και μία σημαντική ανατροπή μέσα στο βιβλίο, η οποία φανερώνει τη δυναμική του  ήρωα και δείχνει τι είδους διέξοδος ήταν αυτή.

Επιτρέψτε μου να υποθέσω ότι κι εσείς, όπως και ο πρωταγωνιστής σας, έχετε μια έμφυτη δυσφορία προς την πραγματικότητα. Αυτό τι σημαίνει, απλοϊκά; Εμπεριέχει πολύ δυστυχία, αλλά και μια ζωή ξεχωριστή, ζηλευτή που πολλοί δεν  θα ζήσουν ποτέ;

Από πολύ μικρός ένιωθα ότι αυτή η πραγματικότητα που βλέπω και ζω και κινούμαι δεν μου είναι αρκετή. Αυτό είχε μία σημαντική επίδραση πάνω μου. Από τη μία αισθανόμουν μία πολύ μεγάλη δύναμη και από την άλλη υπήρχαν πράγματα που έχανα, μια που τα αξιολογούσα αρνητικά. Σταδιακά, βρίσκοντας και το δρόμο της τέχνης, αυτές οι τάσεις εξισορρόπησαν και σήμερα μπορώ και κινούμαι νομίζω πολύ άνετα μέσα στον κοινωνικό χώρο. Ωστόσο ελπίζω να μην έχω χάσει αυτήν την «λοξή» οπτική γωνία αυτή την καλειδοσκοπική, πλανητική θα έλεγα θέαση του κόσμου κατά την οποία μπορεί να είσαι και μέσα και έξω από τα πράγματα ταυτόχρονα χωρίς να χάνεις ούτε από τη μία ούτε από την άλλη πλευρά.

Και  εσείς πάλι στην κανονική σας ζωή πως αισθάνεστε; Αισιόδοξος, απαισιόδοξος ως άνθρωπος;

Αν ρωτήσετε τους φίλους μου και την οικογένειά μου θα σας πούν πως είμαι ένας αθεράπευτα αισιόδοξος άνθρωπος. Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί τους.

Γράφετε συνέχεια  χρόνια τώρα. Αισθάνεστε ότι έχετε υλικό πολύ ακόμα μέσα  σας; Ιστορίες που δεν τις έχετε βάλει στο χαρτί;

Γράφω, όποτε νιώθω ότι έχω κάτι να πω. Ιστορίες που κατά καιρούς με επισκέπτονται. Το θέμα είναι ποια προκρίνονται μέσα μου. Είναι κάτι σαν κύηση, έρχεται μια στιγμή σύλληψης όπου γονιμοποιείται η ιδέα και αρχίζω να γράφω.

Ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης και η σύζυγός του, η ηθοποιός Εύα Σιμάτου

«…Υπήρχε κάτι μέσα μου τόσο ισχυρό που δεν υπήρχε πιθανότητα να μη γίνω καλλιτέχνης»

Παράλληλα με την έκδοση του τελευταίου σας μυθιστορήματος, παίζεται με επιτυχία το έργο σας: «Κόσμος/Γωνία» στην Β΄ Σκηνή του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας. Πως αισθάνεστε που για μια ακόμα φορά δυο ηθοποιοί πάνω στη σκηνή δίνουν σάρκα και οστά στη δική σας σκέψη;

Είναι εξαιρετικά συγκινητικό για μένα, μια και προέρχομαι από θεατρική οικογένεια, να βλέπω έργα μου να παίζονται στο θέατρο. Ειδικά το συγκεκριμένο, με τον σχεδόν μόνιμο συνεργάτη μου Άρη Τρουπάκη νομίζω ότι μας βρήκε και τους δύο σε μια πολύ ευτυχή στιγμή. Ο Άρης διάβασε με έναν πάρα πολύ βαθύ και ουσιαστικό τρόπο τα δύο μονόπρακτα και τα συνέδεσε. Είναι ένας σκηνοθέτης που θαυμάζω πάρα πολύ. Επίσης και οι δύο ηθοποιοί και ο Νίκος Αλεξίου και ο Νίκος Αρβανίτης έχω την αίσθηση ότι δίνουν δύο υπέροχες ερμηνείες, κάτι που έχει εισπράξει και το κοινό μας που κάνει την τιμή να βλέπει το έργο.

Θα ακολουθήσει έργο δικό σας και στο Εθνικό;

Ναι, το Μάιο θα ανέβει το θεατρικό μου έργο «Μελίσσια» στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γιώργου Παλούμπη. Πρωταγωνιστεί Λήδα Πρωτοψάλτη και παίζουν οι Νίκος Αρβανίτης, Νεφέλη Κουρή, Μαρία Κεχαγιόγλου, Κωστής Βασαρδάνης, Νίκος Χατζόπουλος.

Τελικά είναι λιγάκι ανακουφιστικό, ότι για την θεατρική γραφή, το ανέβασμα ενός έργου χρειάζονται πολλοί και όχι μόνον ένας να επωμισθεί τη όποια επιτυχία, αποτυχία;

Το θέατρο είναι πληθυντικού και όχι ενικού αριθμού. Στο μυθιστόρημα είσαι μόνος απέναντι την οθόνη και μπορεί να κάνεις ό,τι θέλεις. Το θέατρο είναι συλλογική εργασία. Η δουλειά μοιράζεται, κάτι που ακούγεται εξαιρετικά θετικό,  αλλά θα πρέπει να υπάρχει μία τέτοια θερμοκρασία και συνενοχή ώστε αυτό το εγχείρημα να μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα.

Προέρχεστε από μια οικογένεια εντελεκτουέλ  που  με τρόπο φυσικό σας ενέπνευσε να ακολουθήσετε την πορεία που ακολουθήσατε; Ή από όποια και νά ταν η φαμίλια σας, πάλι συγγραφέας θα γινόσασταν;

Δε λέω ότι δεν συνέβαλε το γεγονός ότι προερχόμενος από μία οικογένεια καλλιτεχνών να έχω γνωρίσει πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες σε πολύ νεαρή ηλικία. Τα διαβάσματα μου ήδη από πριν ήταν σε αυτή την κατεύθυνση. Υπήρχε κάτι μέσα μου τόσο ισχυρό που δεν υπήρχε πιθανότητα να μη γίνω καλλιτέχνης.

Έρχονται γοργά -γοργά οι γιορτές. Ποια η σχέση σας με τα Χριστούγεννα, τα αγαπάτε, κομμάτι σας μελαγχολούν;

Αγαπάω όλες τις γιορτές, όλες τις φασαρίες, τις εντάσεις, τα πανηγύρια. Μου είναι πολύ ελκυστικά όλα αυτά. Τα Χριστούγεννα έχουν πολύ σημασία για μένα. Είναι η αγαπημένη μου γιορτή, γιατί ταυτίζεται με το γύρισμα του χρόνου. Δε με μελαγχολούν καθόλου, ίσα-ίσα τα σηματοδοτεί πάντα μία νέα αρχή, και ειδικά φέτος γιατί του χρόνου περιμένουμε πολύ ιδιαίτερα πράγματα στη ζωή.

Παρουσίαση   βιβλίου:

Το βιβλίο «Ο Άνδρας της Πέμπτης Πράξης» του Αλέξη Σταμάτη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και θα παρουσιαστεί την Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018 στις 19:30 στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας.

Αποσπάσματα θα διαβάσουν:

Η Μπέτυ Αρβανίτη- μητέρα του συγγραφέα- καθώς και η σύζυγός του, η ηθοποιός Εύα Σιμάτου

Παρουσίαση:

Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης συγγραφέας, μεταφραστής

Εριφύλλη Μαρωνίτη δημοσιογράφος συντονίστρια Δικτύου Πολιτισμού Δ. Αθηναίων 

Η ηθοποιός Τζούλη Σούμα συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε, ότι τα συναισθήματα, η ουσία του να αγαπάς και να διεκδικείς είναι διαχρονικό στοιχείο σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου»

Καλωσορίζουμε τη Τζούλη Σούμα, μια ηθοποιό που εισάγει παιδεία, επαγγελματισμό, συνέπεια, σταθερότητα και ακριβολογία επάνω στη σκηνή.

Ο Γιάννης Βούρος, που την σκηνοθέτησε φέτος στο έργο του Άρθουρ Σνίτσλερ «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων» και παίζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο «Αλκμήνη», εξέφρασε την άποψη, ότι η Τζούλη  Σούμα είναι αδικημένη. Δεν θα διαφωνήσω μαζί του. Ως θεατράνθρωπος κάτι ξέρει περισσότερο. Αλλά και το κοινό, που την γνώρισε μέσα από τη μικρή οθόνη από τους  «Δυο ξένους» μέχρι το «Κάτω Παρτάλι» κάτι ξέρει που την ακολουθεί πιστά σε όλες τις θεατρικές της παραστάσεις.

Την ευχαριστώ που με τοποθέτησε στο χρόνο της για να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, που τη θεωρώ ενδιαφέρουσα με μια ηθοποιό, η οποία εκπέμπει φως επάνω και κάτω από το θεατρικό σανίδι.

Στο «Πράσινό μου το φουστανάκι» της Λένας Κιτσοπούλου, προσωπική σας θεατρική επιτυχία αναζητούσατε την όμορφη θέα του κόσμου πάνω από τις ταράτσες των πολυκατοικιών. Τώρα από την ίδια σκηνή του θεάτρου «Αλκμήνη» κληθήκατε να ερμηνεύσετε επτά διαφορετικές γυναίκες για τις ανάγκες του έργου του Άρθουρ Σνίτσλερ «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων», που αποτελούν τα «ερωτικά αντικείμενα» του κεντρικού ήρωα. Αντιμετωπίσατε δυσκολίες σε αυτή την θεατρική ακροβασία με τις πολύ γρήγορες εναλλαγές φαντάζομαι, που δεν είναι παρά ένα παιχνίδι ρόλων;

Καταρχάς, σας ευχαριστώ πολύ κυρία Μιχαλιτσιάνου που μου θυμίζετε, μέσω της ερώτησής σας, τον υπέροχο ρόλο που είχα την τύχη να ερμηνεύσω. Όντως, η ηρωίδα της Λένας Κιτσοπούλου αναζητούσε την ωραία πλευρά του κόσμου πάνω από τις πολυκατοικίες. Οι επτά ηρωίδες μου αναζητούν την ωραία πλευρά του κόσμου μέσα από τον έρωτα, μέσα από το πάθος, μέσα από την διεκδίκηση, μέσα από το άνευ όρων δόσιμο στον ερωτικό τους παρτενέρ. Πρόκειται πραγματικά για μια θεατρική ακροβασία, είναι ένα απίστευτα προκλητικό, θα έλεγα, αγώνισμα, στο οποίο όμως μπήκα με τεράστια πίστη, τόλμη και θάρρος. Μην ξεχνάτε ότι εγώ το επέλεξα. Εγώ είχα δηλαδή την ιδέα να ανέβει το «Ανατόλ» στο θέατρο. Βρήκα τον σκηνοθέτη, τον πολυαγαπημένο Γιάννη Βούρο και τους φανταστικούς  συντελεστές της παράστασης. Αυτές οι υπέροχες εναλλαγές και ακροβασίες που πραγματοποιούνται  είναι ένας συναισθηματικός μαραθώνιος. Πρέπει να μπαίνεις κάθε φορά στις επτά σκηνές του έργου δίνοντας το 100%. Όπως έλεγε και ο λατρεμένος σκηνοθέτης, με τον οποίο έχω δουλέψει, Γιώργος Κιμούλης: «Στο θέατρο όταν μπαίνεις πρέπει να έχεις 40 πυρετό».

Έτσι και εγώ, στις ηρωίδες μου, δίνω το μέγιστο. Δεν υπάρχει χρόνος να χτιστεί η σκηνή και ο ρόλος. Είναι ένας υποκριτικός και σωματικός μαραθώνιος, τον οποίο δεν θα μπορούσα να τρέξω αν δεν είχα στο πλάι μου τον Γιάννη Βούρο, ο οποίος ενορχήστρωσε με μαεστρία όλη την παράσταση, τον υπέροχο συμπρωταγωνιστή μου, ο οποίος τρέχει και αυτός τον δικό του μαραθώνιο, τον Λευτέρη Βασιλάκη ,που ερμηνεύει ιδανικά τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μαζί τρέχουμε για τον στόχο. Και φυσικά, τον Πέρη Μιχαηλίδη, που είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός που δεν χρειάζεται συστάσεις, έχοντας πολλά χρόνια μαραθωνίου «στην πλάτη του» . Όλοι μαζί προσπαθούμε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και ήδη κρίνοντας από τις παραστάσεις που έχουμε παίξει, τις φανταστικές κριτικές που έχουμε λάβει και την ανταπόκριση του κόσμου νομίζω πως τα έχουμε καταφέρει και είμαστε πολύ ευτυχείς.

Οι αντίπαλοί του Σνίτσλερ τον κατέκριναν ακόμα και ως πορνογράφο. Όταν κάποτε παρατήρησαν ότι ασχολείται διαρκώς με τα ίδια θέματα, ο συγγραφέας απάντησε: «Γράφω για τον έρωτα και τον θάνατο. Υπάρχουν μήπως άλλα θέματα;» Είναι γεγονός ότι τα όλα εξελίσσονται σε μια αδυσώπητη πάλη μεταξύ έρωτα και θανάτου. Γι΄ αυτό λέτε κ. Σούμα, ότι ο Σνίτσλερ κατακτά το θεατρόφιλο κοινό της εποχής μας;

Ο Σνίτσλερ κατακτά το θεατρόφιλο κοινό της εποχής μας, όχι μόνο γιατί γράφει για δυο άκρως κομβικά και θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ζωής, όπως ο έρωτας και ο θάνατος, αλλά και γιατί είναι ακόμα σύγχρονος και παρών σε ό,τι συμβαίνει στην σημερινή εποχή. Η διεκδίκηση, η πίστη, η απιστία, η θέληση να αφοσιωθώ, να διεκδικήσω και να « έχω» τον άλλον είναι ζήτημα υπεράνω των φύλων. Η παράσταση μπορεί να λέγεται «η μάχη των φύλων», αλλά δεν έχει να κάνει μόνο με την ερωτική σχέση αρσενικού- θηλυκού, αλλά και με κάθε είδους σχέση μεταξύ των ανθρώπων.Ας αποδεσμευτούμε από την κλασική εκδοχή του δίπολου άντρας-γυναίκα.

Ακόμα και τα ομόφυλα ζευγάρια ζούνε την δική τους μάχη. Ο έρωτας και ο θάνατος στα οποία αναφέρεται ο Σνίτσλερ εκφράζονται και στην τωρινή εποχή, φυσικά. Βλέποντας από την παράσταση που παίζεται δυο μήνες, διαπιστώνουμε ότι το έργο επικοινωνεί εκπληκτικά με το κοινό και προκύπτουν ατελείωτες συζητήσεις μεταξύ των θεατών μετά το τέλος της παράστασης και πολλοί  θεατές έρχονται να μας μιλήσουν. Είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε ότι τα συναισθήματα, η ουσία του να αγαπάς και να διεκδικείς είναι διαχρονικό στοιχείο σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου.

Από την θεατρική παράσταση «Ανατόλ ή η μάχη των φύλων» σε σκηνοθεσία Γιάννη Βούρου, οι πρωταγωνιστές: Τζούλη Σούμα, Λευτέρης Βασιλάκης και Πέρης Μιχαηλίδης. 

«…Βρείτε μου έναν Έλληνα πολίτη που δεν έχει γίνει έξαλλος, που δεν έχει θυμώσει, που δεν έχει στεναχωρηθεί με τα ψέματα Ελλήνων πολιτικών»

Ορμώμενη από το δεύτερο τίτλο και «…η μάχη των φύλων», τι μπορεί να πει στον κόσμο σήμερα αυτό το έργο, όταν ας πούμε η γυναίκεια χειραφέτηση βρίσκεται στο φόρτε της. Εν τέλει υπάρχουν ακόμα φαλλοκρατικές κοινωνίες;

Φυσικά. Δυστυχώς, υπάρχουν ακόμα φαλλοκρατικές κοινωνίες. Το βλέπουμε, εξάλλου, σε πολλές χώρες στην Ασία, με τον εξαναγκασμό των δεκάχρονων και δωδεκάχρονων κοριτσιών να παντρευτούν σε αυτήν την ηλικία. Υπάρχουν πολλές οργανώσεις πλέον κατά της βίας των γυναικών, που εντοπίζουν όλες αυτές τις βιαιότητες σε όλον τον κόσμο. Είναι τεράστιο θέμα αυτό που ανοίγετε. Χρήζει μεγάλης ανάλυσης.

Η γυναικεία χειραφέτηση ξεκίνησε με άλλους όρους και άλλους κανόνες παλιότερα και τώρα έχει καινούρια θέματα να αντιμετωπίσει. Παλαιότερα γίνονταν προσπάθειες για να έχουν οι γυναίκες ίσες ευκαιρίες στην δουλειά, στη ψήφο και αγωνίζονταν για την κοινωνική τους θέση. Πλέον, οι γυναίκες έχουν κατακτήσει πολλά πράγματα, παρ’ όλα αυτά ακόμα αγωνιζόμαστε για να διεκδικήσουμε κάποια πράγματα. Πρέπει να βοηθήσουμε και γυναίκες από άλλες χώρες που δεν έχουν πολυτέλειες που είναι δεδομένες για εμάς. Όπως γνωρίζουμε, σε κάποιες χώρες είναι καθιερωμένοι διάφοροι θεσμοί, όπως η κλειτοριδεκτομή, οι γάμοι υπέργηρων με νεαρά κορίτσια. Ανάλογα με την πολιτισμική και πολιτιστική θέση κάθε χώρας, τα δεδομένα αλλάζουν. Ελπίζω ότι στην Ευρώπη, στην Αμερική και σε κάποιες χώρες της Ασίας τα πράγματα είναι πιο φωτεινά και πιο ευοίωνα.

Γιατί πιστεύετε, ότι τα δύο φύλα έχουν τάσεις αποξένωσης ακόμη και στις μέρες μας; Μήπως η ισότητα υπάρχει μόνο στα χαρτιά;

Ισότητα δεν υπάρχει μόνο στα χαρτιά, οι γυναίκες έχουν καταφέρει πολλά πράγματα σε αυτόν τον τομέα, στις πολιτισμένες χώρες, τουλάχιστον. Έχουν καταφέρει εργασιακές, κοινωνικές, ακόμα και πολιτικές θέσεις ίσες με τους άντρες. Υπάρχουν πλέον υποψήφιες πρόεδροι και πρωθυπουργοί σε πολλές χώρες. Έχουν καταφέρει πράγματα όχι μόνο στον χώρο της πολιτικής, αλλά και τον χώρο των επιχειρήσεων. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ισότητα μόνο στα χαρτιά. Αυτό είναι και μια πολύ προσωπική επένδυση και κατάθεση. Είναι και πολύ προσωπική άποψη το να θεωρεί κανείς τον άλλον ισότιμο. Ακόμα και σε μια σχέση ατόμων ιδίου φύλου, το να θεωρεί ο ένας τον άλλον ισότιμο, είναι πολύ ιδιαίτερο και σημαντικό. Δεν έχει να κάνει μόνο με την αντιπαράθεση μεταξύ των δυο διαφορετικών φύλων. Επειδή είμαστε όμοιοι, αλλά όχι ίδιοι, υπάρχουν πάρα πολλές ανοιχτές συγκρούσεις.

Εδώ κάπου «κολλάει» η δηλητηριώδης ατάκα της αγαπημένης σας Μπέττυ Ντέηβις: «Όταν  ένας άντρας λέει τη γνώμη του είναι άντρας. Όταν μια γυναίκα λέει τη γνώμη της είναι σκύλα…». Ποιο είναι το σχόλιό σας;

Χαίρομαι πάρα πολύ που αναφερθήκατε στην αγαπημένη μου Μπέτι Ντέιβις. Η Μπέτι Ντέιβις βέβαια το είπε αυτό στη δεκαετία του ’50. Έχουν αλλάξει κάποια πράγματα, θέλω να πιστεύω.  Παρ’ όλα αυτά,  υπάρχουν κοινωνικοί η επαγγελματικοί κύκλοι, στους οποίους αυτό συμβαίνει. Η αλήθεια είναι ότι και στον δικό μας χώρο μπορεί αυτό να συμβεί. Ωστόσο θα ήθελα να πιστεύω ότι έχουμε μια τάση να ξεφύγουμε από αυτό και υπάρχει μια ισοτιμία, ισονομία, ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Ό,τι θα έχουμε δηλαδή το θάρρος, το σθένος να εκφράζουμε τη γνώμη μας ανερυθρίαστα και υπεύθυνα, ούτως ώστε, σε ό,τι αφορά την προσωπική και επαγγελματική μας ζωή, να μην υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός άντρες – γυναίκες.

Όταν ρωτήθηκε ο Γιάννης Βούρος, γιατί ανέλαβε να σκηνοθετήσει την παράστασή σας υπογράμμισε, μεταξύ άλλων: «…το δεύτερο  δέλεαρ η φιλική σχέση με την Τζούλη Σούμα, την οποία θεωρώ σαφέστατα αδικημένη,  γιατί δεν έχει αναγνωριστεί στον βαθμό που της αναλογεί. Μπορεί να παίξει από κωμωδία ως δράμα με τρομερή ευελιξία!» Εσείς τι λέτε επ΄αυτού κα. Σούμα; Ήταν τόσες οι δυσκολίες, οι απογοητεύσεις, οι απορρίψεις που γνωρίσατε σε αυτό το χώρο;

Κυρία Μιχαλιτσιάνου, αυτός ο χώρος είναι σαφώς ένας χώρος δύσκολος, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σε αυτό που πολλές φορές κανείς ονειρεύεται όταν βγαίνει από μια σχολή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η πορεία μου μέσα σε αυτό τον χώρο, δεν μου έχει φέρει, εκτός από απογοητεύσεις και απορρίψεις, μεγάλες συγκινήσεις, ανεπανάληπτες και ασύγκριτες στιγμές. Αντίθετα, χαίρομαι για το ότι παραμένω σε αυτόν τον χώρο και μου δίνεται η δυνατότητα φέτος να δραστηριοποιούμαι και ως παραγωγός. Η πορεία μου με ικανοποιεί και με εξελίσσει απόλυτα. Θεωρώ, ότι τα χρόνια που περνάνε σε ωριμάζουν, σε δυναμώνουν, σε ατσαλώνουν και βλέπεις με εντελώς διαφορετικό μάτι την συνθήκη μέσα στην όποια κινείσαι, τον χώρο μέσα στον όποιο πορεύεσαι. Οπότε είμαι απολύτως περήφανη που επέλεξα να κάνω αυτό το άγνωστο αλλά συνάμα πολύ όμορφο έργο. Άγνωστο βεβαία μόνο στην Ελλάδα, αλλά πασίγνωστο στο εξωτερικό. Παίζεται στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Βανκούβερ αλλά και στο Βερολίνο  με  τεράστια επιτυχία. Είμαι λοιπόν περήφανη που το επέλεξα για να το συστήσω ξανά στο αθηναϊκό κοινό, μετά από 30 χρόνια που είχε να παιχτεί. Είναι απίστευτα μεγάλη και συγκινητική και η προσέλευση  του κόσμου, αλλά και η ανταπόκριση του σε σχέση με το έργο και είναι μια ευτυχής συγκυρία και μια μαγική στιγμή, η συνάντηση μου με τον Γιάννη Βούρο, με τον οποίο έχουμε βρεθεί πάνω στην σκηνή αλλά πρώτη φορά ο Γιάννης με σκηνοθετεί και είναι μια συγκινητική στιγμή.

Υπηρετείτε πάνω από δύο 10ετίες την θεατρική τέχνη με δυνατές ερμηνείες στο ενεργητικό σας τόσο στο αρχαίο δράμα όσο και στο κλασικό και στο σύγχρονο δραματολόγιο . Άραγε δώσατε περισσότερα από όσα πήρατε;

Όντως βρίσκομαι πάνω από δύο δεκαετίες στο χώρο και προσπαθώ να υπηρετώ όλα τα είδη θεάτρου και να μην παγιώνω τη θέση μου σε κάποιο. Έχω παίξει από μιούζικαλ σε αρχαία τραγωδία, κωμωδία, μπουλβάρ, δράμα κλπ. Δεν μου αρέσει να βάζω σε ζυγαριά τα πράγματα και να μετράω πόσα δίνω και πόσα παίρνω, γενικά στη ζωή μου και πόσο μάλλον στο θέατρο, που το λατρεύω και δίνω τα πάντα για αυτό.

Μπορεί να υπήρξαν έντονες θεατρικές στιγμές, που η έντασή τους να ήταν τόσο μεγάλη που με ακολουθεί ως τώρα ή να υπήρξαν κάποιες απογοητεύσεις που η έντασή τους όμως να μην ξεπερνούσε τη μία ή τις δύο μέρες. Άρα, προτιμώ να μην ζυγίζω τα πράγματα με τόση μεγάλη ακρίβεια αλλά να διαλέγω τι «γράφει» περισσότερο μέσα μου, τι με αγγίζει και έτσι να πορεύομαι – και θα ήθελα να συνεχίσω να πορεύομαι  με αυτό τον τρόπο.

Με εντυπωσιάσατε, όταν σε κάποια φάση προκληθήκατε να απευθυνθείτε στους πολιτικούς και είχατε το θάρρος της γνώμης να τους καταγγείλετε για τα ψέματα που έχουν πει στο λαό. Ο Σαρτρ έλεγε, «δεν αρκεί να φτιάξεις ένα ωραίο στίχο, ένα ωραίο ζωγραφικό πίνακα, ένα ωραία βιβλίο, αλλά πρέπει να κατεβείς και στο οδόφραγμα αν χρειαστεί». Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Βρείτε μου έναν Έλληνα πολίτη που δεν έχει γίνει έξαλλος, που δεν έχει θυμώσει, που δεν έχει στεναχωρηθεί με τα ψέματα Ελλήνων πολιτικών. Υπάρχει ένα μεγάλο γαϊτανάκι Ελλήνων πολιτικών τα τελευταία σαράντα χρόνια, τουλάχιστον, που στηρίχτηκε σε τεράστια ψεύδη και ο ελληνικός λαός τα έχει πιστέψει, το οποίο έχω κάνει και εγώ – δεν βγάζω τον εαυτό μου έξω από αυτό.

Η Τζούλη Σούμα και η Νάντια Κοντογεώργη
Η Τζούλη Σούμα ως Δάφνη στους Δυο Ξένους

«…Πρέπει να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι από το μικρό θα φτάσουμε στο μεγάλο»

Ο χώρος σας, όπως και ο δικός μας πλήττονται βαθιά από την κρίση. Πόσο άλλαξε η ζωή σας από τότε που σταματήσατε να παίζετε στην τηλεόραση, που έχετε κάνεις τόσες επιτυχημένες εμφανίσεις και τα ποσοστά σας στο θέατρα έχουν πέσει αισθητά;

Η κρίση μαστίζει όλους τους ανθρώπους, σχεδόν σε όλη την ευρωπαϊκή ένωση, στην Ελλάδα, στην Αθήνα, παντού. Ο χώρος μας πλήττεται φυσικά από την κρίση. Σταμάτησα να παίζω στην τηλεόραση, μάλιστα συζητάω κάτι για το επόμενο εξάμηνο. Απλώς έχει τύχει να διεκδικώ τα χρήματα μου όπως και άλλοι συνάδελφοι μου, στις δικαστικές αίθουσες γιατί παρ’ όλες τις επιτυχημένες εμφανίσεις, όπως έχετε την καλοσύνη να πείτε, οι παραγωγοί και τα κανάλια δεν ήταν καθόλου αντάξια της δικής μας εμπιστοσύνης,  διαθεσιμότητας και εργασίας.

Διεκδικώ τα χρήματά μου από δυο τηλεοπτικές παραγωγές. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα είναι ακατανόητα. Είμαστε στην Ελλάδα του 2018 που έχει χτυπηθεί από την κρίση, χαίρομαι αφάνταστα όμως που υπάρχουν καινούριες τηλεοπτικές παραγωγές, στις οποίες θα πήγαινα με τεράστια χαρά. Είναι εξαιρετικές και υψηλού επαγγελματικού επιπέδου.

Σαφέστατα οι μισθοί έχουν πέσει κάτω από το 50%, αλλά τα πάντα στην Ελλάδα σήμερα έχουν χαμηλή τιμή. Η προσφορά εργασίας είναι τεράστια σε σχέση με την ζήτηση. Αυτό που προσπαθώ πραγματικά είναι να μην ρίχνω το επαγγελματικό  μου στάτους, αυτά δηλαδή που θέλω από την καλλιτεχνική μου παρουσία, είτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση, είτε στον κινηματογράφο και θα προσπαθήσω με όποιο οικονομικό κόστος να το καταφέρω.

Σας άρεσε από παιδί να ενσαρκώνετε ρόλους όπως έχετε πει. Με την ευκαιρία ποιούς ρόλους ονειρεύεστε να ζωντανέψετε επί σκηνής στο μέλλον κα. Σούμα;

Έκανα παραστάσεις από  παιδί με την κολλητή μου φίλη την Ελένη και άλλους παιδικούς μου φίλους.  Κάναμε κουκλοθέατρο, μιούζικαλ, με τον Γιώργο, με την Μαρία.  Είχαμε πάρει μάλιστα και ένα βραβείο σε διαγωνισμό που έκανε ο τότε  δήμαρχος της Αθήνας, Δημήτρης Μπέης. Δεν  θα σας  πω ποιους ρόλους ονειρεύομαι γιατί ονειρεύομαι πολλούς. Ονειρεύομαι συγγραφείς, στιγμές πάνω στην σκηνή, συναντήσεις με ανθρώπους.

Δεν έχουν νόημα οι ρόλοι αν δεν μπορείς να συναντηθείς πάνω στην σκηνή με ένα σκηνοθέτη, με καταπληκτικούς συναδέλφους. Δεν έχει κανένα νόημα να ονειρευτείς να παίξεις τον τάδε η τον δείνα ρόλο με σκηνοθέτη και συναδέλφους  με τους οποίους δεν επικοινωνείς. Μπορώ να σας πω ενδεικτικά ότι λατρεύω τα έργα του Τσέχωφ και του Τένεσι Ουίλιαμς ή του Σαίξπηρ. Θέλω να δοκιμαστώ σε έναν δύσκολο ρόλο στην Αρχαία τραγωδία. Σαφέστατα υπάρχουν όνειρα και σχέδια. Παρ’ όλα αυτά, ο,τι και να ονειρευτείς, αν δεν έχεις τη στήριξη του σκηνοθέτη και του συναδέλφου με τον ιδανικό τρόπο, με τον οποίο λειτούργησε σε εμάς ( με τον Γιάννη  Βούρο, τον Λευτέρη Βασιλάκη και τον Πέρη Μιχαηλίδη) δεν έχει νόημα και βάθος.

Βλέπετε από κάπου να έρχεται ένα μήνυμα ελπίδας;

Κοιτάξτε, είμαι ένας άνθρωπος που βλέπει το ποτήρι μισογεμάτο και μισοάδειο ταυτόχρονα. Κάποιες φορές είμαι πάρα πολύ αισιόδοξη και άλλες φριχτά απαισιόδοξη. Θεωρώ όμως ότι μήνυμα ελπίδας πρέπει να έρθει και πιστεύω ότι θα έρθει . Υπάρχει μια νέα γενιά που σπουδάζει, που παλεύει. Υπάρχουμε και εμείς οι μεσήλικες που προσπαθούμε να σταθούμε στα πόδια μας με τις φριχτές επαγγελματικές και οικονομικές δυσκολίες.

Η γενιά μετά τα 40 αυτήν τη στιγμή πλήττεται ανεπανόρθωτα. Αλίμονο αν σε προσωπικό, επαγγελματικό και πολιτικό επίπεδο δεν ψάχνουμε να βρούμε μια ελπίδα. Καθημερινά ακόμα και όταν βλέπω το ποτήρι μισοάδειο προσπαθώ να το ανατρέψω αυτό μέσα μου και να πιαστώ, να αγκιστρωθώ από ελπιδοφόρα πράγματα που βλέπω να γίνονται συνεχώς γύρω μου. Θέλω να πω ναι, ότι πραγματικά υπάρχει ελπίδα σε όλους τους τομείς, είναι όμως μέσα μας κυρίως.

Ο καθένας μας από το μετερίζι του, την δουλειά του, την οικογένεια του, την καθημερινότητα του. Πρέπει να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Μόνο έτσι από το μικρό θα φτάσουμε στο μεγάλο. Από την καλυτέρευση της οικογένειας μας, της γειτονιάς μας, της δουλειάς μας θα φτάσουμε στην καλυτέρευση της χώρας.

Δεν πρέπει να περιμένουμε όλα από τους άλλους, πρέπει εμείς οι ίδιοι πρώτοι από όλους να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Είναι μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα βοηθήσει να πάνε καλυτέρα τα πράγματα στη κοινωνία μας, στη ζωή μας και φυσικά στην χώρα μας.

Σας τρομάζει ο θάνατος ή έχετε συμφιλιωθεί με την ιδέα του;

Ο θάνατος είναι μια μεγάλη ιστορία. Φυσικά με τρομάζει με την έννοια του ανοίκειου, του άγνωστου, του απρόσμενου. Και επειδή πάρα πολύ πρόσφατα από την στιγμή που σας δίνω την συνέντευξη, αναίτια και άδικα, χάθηκε η αδελφή ενός πολύ στενού μου φίλου, ναι, το απρόσμενο, το άδικο με τρομάζει. Έχω χάσει πολύ κοντινούς μου ανθρώπους. Όταν είναι μια φυσική συνέχεια, σε ένα προδιαγεγραμμένο κύκλο ζωής, είναι κάτι το φυσικό.

Ωστόσο, όλους τους ανθρώπους μάς τρομάζει σε ένα σημείο η αδικία, π.χ: όταν  νεαρά παιδιά, νεαροί άνθρωποι υποφέρουν και βλέπεις το νήμα της ζωής  τους να χάνεται ξαφνικά και απρόσμενα. Αυτό με σοκάρει και δεν μπορώ να το διαχειριστώ εύκολα. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ. Θα ήθελα όλοι να πεθάνουμε στα βαθιά μας γεράματα περιτριγυρισμένοι από την οικογένεια μας και τους φίλους μας. Εύχομαι να συμβεί αυτό.

Ποια ερώτηση περιμένατε από εμένα και δεν σας την υπέβαλα;

Η ερώτηση που ενδεχομένως θα περίμενα, είναι: γιατί το κοινό του 2018 να έρχεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο θέατρο Αλκμήνη στις 9:30 να δει το Ανατόλ.  Γιατί θέλουμε πάντα να ταυτιζόμαστε με κάτι που βλέπουμε, πχ  στο σινεμά, στο θέατρο η στην τηλεόραση. Συγκινούμαστε με ένα τραγούδι, με μια ταινία, με ένα θεατρικό έργο. Στο Ανατόλ, άντρες και γυναίκες, οποιασδήποτε ηλικίας, θα βρουν πάρα πολλές στιγμές για να συγκινηθούν, να γελάσουν, να πουν  «αυτή την ιστορία, την έχω ζήσει, την έχω ακούσει, την έχω βιώσει στο πετσί μου».

Ένας πολύ καλός λόγος που το Ανατόλ ανεβαίνει μετά από 30 χρόνια στην Ελλάδα, είναι για να επικοινωνήσει τον έρωτα, το πάθος, τη λαγνεία, την σεξουαλική και ερωτική επιθυμία του σήμερα. Όπως έλεγε ο δάσκαλος μου, ο Νικήτας Τσακίρογλου, όταν ήμουν στην σχολή: «οι θεατές, έρχονται να δουν στην σκηνή, να ερμηνεύουμε αυτά που δεν ζουν ή που τα έχουν ζήσει και τα έχουν ξεχάσει».  Στο Ανατόλ λοιπόν, υπάρχουν και τα δυο. Σας ευχαριστώ θερμά για την ευκαιρία που μου δώσατε.

Η ηθοποιός Θεοδώρα Σιάρκου, συνέντευξη στην Ειρήνη Αγγελική Μήτση (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, η Θεοδώρα Σιάρκου, έχει συμμετάσχει σε πολλές παραστάσεις με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κρήτης, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, Εθνικό Θέατρο, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσίες: Αν. Βουτσινά, Μ. Κακογιάννη, Γ. Καλατζόπουλου, Γ. Μπέζου, Γ. Κοτανίδη, Γ. Μιχαλακόπουλου, Γ. Ιορδανίδη Θ. Μουμουλίδη, Ν. Νικολάου – Β. Μυριανθόπουλου, Στ. Τσακίρη και πολλών άλλων.

Στην τηλεόραση από το 1999 έως το 2007 την απολαύσαμε στην «Λάμψη», του Ν. Φώσκολου, στις «Αέρινες Σιωπές» (σενάριο Α. Γκουρμπαλή, σκηνοθεσία Ερ. Αναγνωστόπουλου), στο «Πιο Γλυκό μου Ψέμα» (σενάριο Π. Έξαρχου, σκηνοθεσία Αν. Μορφονιού», στο «Ελλάς το Μεγαλείο σου» (σενάριο Λ. Καπώνη, σκηνοθεσία Α. Τέμπου), στο «Μη Μασάς το Παραμύθι» (σενάριο Ελ. Μαβίλη, σκηνοθεσία Γ. Νικολαΐδη), στις «Επτά Θανάσιμες Πεθερές – Η Βλάχα Πεθερά» (σενάριο Μ. Μπουρδάκου, σκηνοθεσία Γ. Πετρινιώτη), στους «Βαρβάτους» (σενάριο Λ. Καπώνης, σκηνοθεσία Α. Τέμπου).

Στον κινηματογράφο έπαιξε: το 1998 «Η Ρόζα κάπως έτσι», ταινία μικρού μήκους, φεστιβάλ Δράμας, σκηνοθεσία Στ. Στάγκου, το 2005 «Το ταξίδι που φοβάμαι», ταινία μικρού μήκους, φεστιβάλ Δράμας, σκηνοθεσία Γ. Μαρκοπούλου.

Από το 1994 αποτελεί μέλος του χορού των ιερειών για την τελετή της Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας με χορογράφο την κυρία Μ. Χορς. Στην τελετή της Αφής για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2006 στο Τορίνο, ήταν Πρωθιέρεια.

Με την αέρινη Θεοδώρα Σιάρκου μιλήσαμε για την πορεία της από το Εθνικό Θέατρο στον πρώτο τηλεοπτικό της ρόλο στην «Λάμψη» του Νίκου Φώσκολου και τις θεατρικές προτάσεις που είχε την τελευταία δεκαετία. Τη συναντήσαμε στο Skrow Theater για να την παρακολουθήσουμε στην παράσταση «Φύκι στο Βυθό» της Πένυς Φυλακτάκη, ένα  έργο που διαπραγματεύεται τις σχέσεις και τα μυστικά μιας Οικογένειας.

Εξαιρετικές οι ερμηνευτικές εναλλαγές της Θεοδώρας Σιάρκου στο ρόλο της Αλεξάνδρας, ενός ατόμου -παράσιτου (όπως την χαρακτηρίζει η ίδια) το οποίο μέσα από εκβιασμούς ζει μια πλούσια εξωτερικά ζωή, όμως το ψυχικό της κενό το ανακαλύπτει σε αυτή την συνάντηση των 24 ωρών.

Με σκηνοθετική ισορροπία από τον Κωνσταντίνο Μάρκελλο και ερμηνείες άρτιες η παράσταση «Φύκι στο Βυθό» κάνει βουτιά στην Ελληνική Οικογένεια.

Δείτε το Video της Συνέντευξης

Η ηθοποιός Ορνέλα Καπετάνι συζητάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«… Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον».

Υπάρχει ένα αδιόρατο, μα, καταλυτικό συστατικό σε ορισμένους ερμηνευτές της υποκριτικής τέχνης που διαφοροποιεί την θέση τους από τους υπόλοιπους, τόσο στον ρόλο, όσο και στον χώρο που είναι τοποθετημένοι για να τον αποδώσουν. Ο εντοπισμός αυτού του συστατικού είναι μια διαδικασία, κάτι σαν ιεροτελεστία ας πούμε, που λίγο έως πολύ την διαθέτουν οι προσεκτικοί θεατές της τέχνης.

Παρακολουθείς μια καλή θεατρική παράσταση και η ερμηνεία του ηθοποιού στο σανίδι είναι καταιγιστική σε τέτοιο βαθμό, που πολιορκεί ανελέητα τις αισθήσεις σου με σκοπό να σε κατακτά καθολικά. Ο ρόλος μπορεί να μοιάζει απλός σε πρώτη ανάγνωση, αλλά η εκπέμπουσα εκφραστική δύναμη του «υποκριτή» επί σκηνής πολλαπλασιάζει ευεργετικά το απλό για να το παραδώσει θριαμβευτικά στον προορισμό του μαγευτικού. Το ίδιο συμβαίνει και στην 7η Τέχνη, με την διαφορά από αυτής του θεάτρου, ότι μια κινηματογραφική σκηνή έχει την δυνατότητα των πολλών γυρισμάτων έως ότου ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός να αποκομίσουν το άριστον της απόδοσης. Είναι κι αυτό μια επώδυνη διαδικασία. Παρά ταύτα η αξία του καλού ηθοποιού, είτε συστήνεται θεατρικά, είτε από το άσπρο πανί δεν αλλοιώνεται ούτε χιλιοστό της μοίρας και, φυσικά, παραμένει σταθερά ακλόνητη. Έτσι κινήθηκε και το ενδιαφέρον για την ηθοποιό Ορνέλα Καπετάνι.

Κινηματογραφικά την πρωτοείδα το 2008 σε δυο ελληνικές παραγωγές. Αρχικά, στην ταινία  του Σωτήρη Γκορίτσα, «Παρέες», με ένα εντυπωσιακό full cast Ελλήνων ηθοποιών, όπως ο Βαγγέλη Μουρίκης, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ο Ερρίκος Λίτσης, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Γιώργος Γιαννακόπουλος, ο Μάκης Παπαδημητρίου και η Μαρία Πρωτόπαππα. Την ίδια χρονιά συμμετείχε και στην ταινία του Θάνου Αναστόπουλου «Διόρθωση» (Correction), δίπλα στον ηθοποιό Γιώργο Συμεωνίδη. Η ταινία ταξίδεψε με επιτυχία εκτός των ελλαδικών τειχών και έφερε την Ορνέλα Καπετάνι να κρατήσει στα χέρια της το βραβείο της «Καλύτερης Ηθοποιού» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Δυρραχίου. Η ταινία του Αναστόπουλου εκπροσώπησε, επίσης, την Ελλάδα στους ξένους υποψηφίους Oscar Contenders το 2008. Η επιτυχημένη πορεία της ηθοποιού ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη.

Το 2012 πρωταγωνιστεί στην ταινία «Η Κόρη» και πάλι στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Θάνος Αναστόπουλος. Η ίδια δύναμη, το αποφασιστικό βλέμμα, η ίδια σαρωτική παρουσία και το συστατικό της διαφορετικότητας της να φωτίζει πλέον απροκάλυπτα κάθε πτυχή της Τέχνης της. Για να φτάσουμε στο σύγχρονο δράμα με τον τίτλο «Ξεκίνημα της Μέρας» (Dita zë fill  / Daybreak), που παίζεται στους ελληνικούς κινηματογράφους. Η ταινία είναι το κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Τζεντιάν Κότσι και ακόμα ένα βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο προσφέρεται αβίαστα στην πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι.  

Πριν ξεκινήσουμε την συζήτηση μας να σας συστήσω την ηθοποιό. Γεννήθηκε στους Αγίους Σαράντα και το 1991 μαζί με τους γονείς και την αδελφή της μεταναστεύει στην Αθήνα. Συνεχίζει το σχολείο στην Αγία Παρασκευή και παίρνει το απολυτήριο της από το λύκειο της Νέας Ιωνίας. Ολοκληρώνει τις θεατρικές σπουδές το 2004 στη Δραματική σχολή «Αρχή» της Νέλλης Καρρά και ξεκινάει να πρωταγωνιστεί στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 2007 αναχωρεί από την Ελλάδα και με προορισμό το Λονδίνο φοιτά στο Royal Central School of Speech and Drama και αποκτά ΜΑ στη Δραματοθεραπεία. Στην αγγλική πρωτεύουσα διαμένει έως το 2016, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις, ενώ τα δυο τελευταία χρόνια κατοικεί μονίμως στο Μόντρεαλ του Καναδά.

Με την χρήση της τηλεφωνικής συσκευής η θεόρατη απόσταση της βραδινής ευρωπαϊκής Αθήνας και του πρωινού Μόντρεαλ της αμερικανικής ηπείρου εκμηδενίστηκε, οπότε η συνάντηση μας με την Ορνέλα Καπετάνι έλαβε πνοή και λόγο.

Διαμένετε και συγχρόνως ταξιδεύετε συχνά στο εξωτερικό, κα Καπετάνι λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Τα κοινωνικά στιγμιότυπα, οι εικόνες που συλλέγετε και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, μοιάζουν μεταξύ τους; Για να χρησιμοποιήσω ως σημείο επαφής και σύγκρισης την Λέτα, που υποδύεστε στην ταινία, είναι το ίδιο δύσκολες οι συνθήκες επιβίωσης για μια νέα γυναίκα μόνη με παιδί στις χαρακτηρισμένες «πολιτισμένες» χώρες; 

Οι βασικές, πολύ συχνά, οι ανώτερες  ανάγκες όλων μας παραμένουν κοινές ανεξάρτητα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Αυτό που αλλάζει δραματικά είναι το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούμε και διεκδικούμε την πλήρωση αυτών των αναγκών. Για να επιστρέψω στο παράδειγμα της Λέτας, η έλλειψη επιλογών και η ανάγκη επιβίωσης της, στο συγκεκριμένο περιβάλλον την οδηγούν στα άκρα.  Έχω τη αίσθηση, ότι στις πιο «πολιτισμένες» κοινωνίες γίνεται – και απαιτείται επίσης-  μια προσπάθεια διαφύλαξης της ανθρώπινης υπόστασης, είτε μέσω των κρατικών, είτε των κοινωνικών – εθελοντικών  πρωτοβουλιών. Οι δίκες μας υστερούν στη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρεπείας. Επίσης, αυτό που στο εξωτερικό παρατηρώ είναι, παρότι οι βασικές, κρατικές δομές λειτουργούν με κάποια επάρκεια, ο εθελοντισμός εξακολουθεί να  είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος, αποβλέποντας στην συμπληρωματική και συχνά ποιοτικά αναβαθμισμένη παροχή υποστήριξης.

Από το 2003 έως σήμερα, εκτός των καλλιτεχνικών σας δραστηριοτήτων, είστε και ενεργό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Γυναικών. Στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης, όλων των πεδίων για να αναφερθούμε αποκλειστικά στην Ευρώπη, η θέση της γυναίκας ποιόν σημαντικό ρόλο θα επωμιστεί, ώστε να μετασχηματίσει την υπάρχουσα άρνηση;

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γυναικών δραστηριοποιείτε χρόνια με την παροχή βοήθειας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική σε θύματα βίας, ενδοοικογενειακής βίας και σωματεμπορίας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική. Ήταν πραγματικά καθοριστική η ενασχόληση μου με το Δίκτυο κι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωση μου. Ήρθα αντιμέτωπη με γυναίκες που είχαν χάσει πραγματικά τα πάντα. Η άρνηση πιστεύω είναι συνδεδεμένη με τον φόβο. Αρνούμενοι τις αδυναμίες μας, μαθαίνουμε να είμαστε σκληροί με τον κόσμο. Μ ’αύτη την έννοια σκληραίνει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας. Η αλλαγή του κλίματος δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση, πρέπει να αντιμετωπιστεί από όλους μας, είτε γυναίκες είτε άντρες. Οι ατομικές μας πράξεις και οι επιλογές μας είναι αποτέλεσμα σκέψεως και διεργασιών, που υπερβαίνουν σε σημαντικότητα το φύλο του καθενός.

Είστε της άποψης, ότι η παιδεία ενός ανθρώπου εκπορεύεται από την οικονομική κατάσταση της χώρας που ζει;

Σε έναν μεγάλο βαθμό ναι. Ασφαλώς και οι βασικές αρχές της παιδείας και της συμπεριφοράς είναι σημαντική ευθύνη της οικογένειας, όμως εξίσου σημαντική είναι και η κοινωνική επιρροή που δέχεται σε όλους τους χώρους που ζει και μαθαίνει ένα μικρό παιδί.  Η παιδεία ενός ανθρώπου είναι η συλλογή των δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει, αλλά επίσης και οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει στο περιβάλλον του.  Η οικονομική ευμάρεια δεν είναι προϋπόθεση μιας καλής παιδείας, όμως σίγουρα έχει επιρροή στις ευκαιρίες που προσφέρονται.

Πόσο σημαντικές είναι οι μνήμες για εσάς, κα Καπετάνι; Όταν εννοώ μνήμες δεν αναφέρομαι μόνο στις ιστορικές, αλλά στις μνήμες της οικογένειας, του άμεσου περιβάλλοντος, των οικείων ανθρώπων, των αναμνήσεων που σμιλεύουν όνειρα. Ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει την ζωή του δίχως μνήμες;

Μνήμη είναι η συλλογή εμπειριών, σωματικών και συναισθηματικών. Η μνήμη ορίζει την τωρινή υπόσταση ενός ανθρώπου ως ο συνδυασμός αυτών των εμπειριών. Υπό αυτή την έννοια ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την μνήμη. Ακόμη και ένα νεογνό έχει κωδικοποιημένη μνήμη και γνώση. Όμως, είναι σημαντικό να μην βλέπουμε την μνήμη ως κάτι ντετερμινιστικό και στατικό. Η μνήμη εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και κάθε μας ενέργεια στο παρόν έχει την δυνατότητα να επηρεάσει το μέλλον μας.  Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον.

Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 2017

«Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε σαν κοινωνία κι άνθρωποι με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση»

Από την ταινία ΤοΞεκίνημα της Μέρας

Στην ταινία του Τζεντιάν Κότσι, «Το Ξεκίνημα της Μέρας» (Daybreak), που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα, υποδύεστε την 30χρονη, Αλβανή Λέτα, μάνα ενός μωρού αγοριού, που την κατατρέχουν όλα τα κακά της μοίρας. Είναι ανέστια, άφραγκη, δίχως σύντροφο και σε part time ενασχόληση φροντίζει μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα την Σοφία (ερμηνεύει μοναδικά η Σουζάνα Πρίφτι) με επιθυμία να εγκαταλείψει τα γήινα και να ξεκουραστεί από το βάσανο της αρρώστιας, του ψυχικού και του σωματικού πόνου. Κάποια στιγμή ζητάει από την Λέτα να τερματίσει την ζωή της και η γυναίκα αρνείται γιατί έχει ανάγκη την δουλειά. Στο παρελθόν η Λέτα, όπως μας αφηγείται η ίδια, το είχε επιχειρήσει στο νοσοκομείο που εργαζόταν και αυτή την ενέργεια την πλήρωσε με το χάσει την δουλειά της. Τι σημαίνει για εσάς ανθρώπινη ζωή, κα Καπετάνι, και ποια θεωρείτε, πως είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι της;

Η ευθύνη της ζωής είναι πρωταρχικά ατομική και εγωκεντρική.  Είναι όλα, πολύ πιο εύκολα όταν ο μόνος για τον οποίο αποφασίζεις είναι ο εαυτός σου. Η ευθύνη μιας μητέρας για την επιβίωση του παιδιού της είναι συντριπτική. Πόσο ένοχη είναι σήμερα η μάνα Λέτα, που κρατάει κρυφό τον θάνατο της ηλικιωμένης, με σκοπό να εισπράττει την σύνταξη της για να ζήσει η ίδια και το παιδί της; Ποια είναι η ατομική της ευθύνη και ποια είναι η συλλογική ευθύνη μιας κοινωνίας που εξαθλιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη σε αυτό το  βαθμό;

Ο ρόλος της Λέτα είχε δυσκολίες για εσάς;

Η Λέτα βιώνει πολύ έντονες δυσκολίες. Απειλείται η ύπαρξη της και του παιδιού της, φοβάται την επόμενη μέρα. Πρέπει να δαμάσει την συναισθηματική της φόρτιση και να δράσει αποφασιστικά ακόμα και αδίστακτα. Η Λέτα, όσο περνούν οι μέρες και οι καταστάσεις γύρω της δυσκολεύουν, δείχνει να αποκόπτεται σε έναν βαθμό από τον φόβο αλλά και όποιους δισταγμούς. Το κύριο ζητούμενο για εμένα ήταν η απόδοση αυτής της δυναμικής με έναν τρόπο που επιτρέπει τη συμβίωση του φόβου με την δράση. Η Λέτα σε κανένα σημείο δεν σταμάτησε να φοβάται αλλά επίσης και δεν δίστασε να προχωρήσει με το πλάνο της. Ήταν σημαντικό για εμένα να αποδώσω αυτό το δίπολο των συναισθημάτων όχι στα άκρα τους, αλλά ως μια διαρκή κίνηση από την μια πλευρά στην άλλη χωρίς ξεκάθαρα όρια μεταξύ τους. Έτσι πιστεύω, ότι επιτρέπεις και στον θεατή να προσδιορίσει μόνος του την μέση και τα άκρα για να αποφασίσει ο ίδιος πόσο κοντά ή πόσο μακριά από αυτά είναι η Λέτα.

Σε ποιους δρόμους διαβλέπετε, ότι θα οδηγηθεί η Τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου την ζοφερή περίοδο της διάλυσης των ανθρώπινων αξιών που διανύουμε; Θέατρο και σινεμά θα ακολουθήσουν τις γλιστερές οδούς της απλής καταγραφής γεγονότων και καταστάσεων ή θα ορμήσουν δυναμικά στην μάχη των υπερβάσεων, παρουσιάζοντας λύσεις;

Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε ως κοινωνία κι άνθρωποι, με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση. Η ιστορία μας έχει πολλά σκοτεινά κεφαλαία χωρίς αυτό να είναι ενδεικτικό της υποβάθμισης μας. Πιστεύω, ότι ο σκοπός του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν είναι για να δώσει λύσεις, αλλά για να προβληματίσει. Μερικές φόρες καταφέρνει να γεννά ερωτήσεις που οδηγούν σε λύσεις, άλλες πάλι φορές παραμένει στη καταγραφή.

«…Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών, αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα»

Ποιο ήταν το κύριο ερέθισμα, ο λόγος ας πούμε, που σας ώθησε να ασχοληθείτε με την υποκριτική, το θέατρο και τον κινηματογράφο; Ήταν κάποια ταινία, κάποιος ηθοποιός ή σκηνοθέτης;

Στη κομουνιστική Αλβανία για κάποιο λόγο ήταν αποδεκτό το Bollywood, κι έτσι θυμάμαι στη τηλεόραση το «Mother India». Είχα εντυπωσιαστεί τόσο ως παιδί, που για πολλά χρονιά μου είχε εντυπωθεί έντονα η εικόνα αυτής της μάνας. Δεν θυμάμαι να αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, αλλά όταν βρέθηκα στη δραματική σχολή, φαινόταν σαν να ήταν η μόνη επιλογή.

Ποια είναι η κινηματογραφική σχολή ή η χώρα που θαυμάζετε για το σινεμά της και θα θέλατε να συμμετέχετε σε ταινία της; Υπάρχει κάποιος σύγχρονος σκηνοθέτης, που ψιθυρίζετε, δροσερά μέσα σας: «ναι, θα ήθελα να σταθώ απέναντι από τον κινηματογραφικό φακό του!»

Έχω μια μικρή εμμονή με τον Μάικ Λι, όταν πρωτοείδα την Μπρέντα Μπλέθιν στο «Μυστικά και Ψέματα», δονήθηκα. Με τάραξε η εσωτερικότητα της κι ο συναισθηματικός της πλούτος. Θαυμάζω πολύ τέτοιου είδους δημιουργία. Το αν θα ήθελα να βρεθώ αντιμέτωπη με το φακό του, δεν τολμώ καν να το σκεφτώ…

Την τελευταία δεκαπενταετία το βαλκανικό σινεμά σερβίρει φρέσκιες, «ψαγμένες» κινηματογραφικές παραγωγές και παρότι τα τεχνικά μέσα είναι οριακά, στα διεθνή φεστιβάλ πολλές ταινίες από την Ρουμανία, τα Σκόπια, την Αλβανία, την Ελλάδα, την Σερβία κατακτούν πρώτες θέσεις στα μεγάλα βραβεία. Η φαντασία, η όρεξη, το σθένος, η «ψυχούλα», όπως λέμε υπάρχει. Πόση δουλειά χρειάζεται ακόμα σε ποσότητα και ποιότητα παραγωγής για να ανεβεί ψηλότερα ο πήχης, αφού γνωρίζετε και εσείς, πως για να κινηθεί σωστά η συγκεκριμένη Τέχνη το μέσον είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα. Οι εύρωστοι οικονομικά πολίτες της χώρας σας επενδύουν στην τοπική, κινηματογραφική παραγωγή; Στην Ελλάδα, πάντως τα πράγματα είναι κάτι περισσότερο από σκούρα. Στην Αλβανία;

Η ανάγκη μας για δημιουργία δεν θα παύσει ποτέ. Με ή χωρίς χρήματα αυτοί που έχουν ανάγκη να  δημιουργήσουν θα βρουν τον τρόπο να το κάνουν.  Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα.

Μετά το δυνατό «Το Ξεκίνημα της Μέρας», που σας χάρισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, ετοιμάσατε με την Στέλλα Θεοδωράκη στην σκηνοθεσία την ταινία «Free Subject». Τα σχέδια σας στην συνέχεια πού οδηγούν;

Η συνεργασία με την κα Θεοδωράκη ήταν πολύ ευτυχής συγκυρία. Την ευχαριστώ πολύ που με συμπεριέλαβε στη ταινία και μου δόθηκε η ευκαιρία  να συνεργαστώ με μια πληθωρική και χαρισματική δημιουργό.

Τα σχέδια στο άμεσο μέλλον προβλέπουν μελομακάρονα κι χριστουγεννιάτικο δέντρο με τον γιο μου.

Ο συγγραφέας Θωμάς Σιταράς σε μια συζήτηση με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Ο κόσμος έπρεπε να γλεντήσει και η λέξη παρέα εύρισκε τον ορισμό της»

Ο Θωµάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αριστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας οικονοµικά και δηµοσιογραφία στο Πανεπιστήµιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την πανεπιστηµιακή του εκπαίδευση µε µεταπτυχιακές σπουδές στο μάρκετινγκ, στο ίδιο πανεπιστήµιο.

Εργάστηκε στη Γερµανία, στην εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών «Honeywell» και περιστασιακά στο ραδιοφωνικό σταθµό «Voice of America». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα απασχολήθηκε επί σειρά ετών ως διευθυντής μάρκετινγκ στο βιοµηχανικό όµιλο Α. Πετζετάκις και σε διάφορες άλλες, µικρότερες επιχειρήσεις. Παράλληλα, από το 1970 ασχολήθηκε µε την επαγγελµατική εκπαίδευση, ως συνιδρυτής του BCA και ως ιδρυτής του Κέντρου Διοικητικών Επιστηµών.

Στο ρόλο του εκπαιδευτή ενηλίκων έχει οργανώσει ή συµµετάσχει σε πολυάριθµα σεµινάρια Διοίκησης και Οργάνωσης, Μάρκετινγκ και Πωλήσεων σε παραγωγικές, εµπορικές και τουριστικές επιχειρήσεις, καθώς και σε Κέντρα Επαγγελµατικής Κατάρτισης. Από το 2007 είναι πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσµου Εκπαιδευτών Ενηλίκων.

Έχει συγγράψει µε συναδέλφους του τα βιβλία: «Το εµπορικό κατάστηµα στη νέα χιλιετία: Πρακτικές εφαρµογές μάρκετινγκ στο λιανεµπόριο» (Αθήνα 2000» – εκδ. Αθ. Σταµούλη), «Μάρκετινγκ τουρισµού και ποιοτική εξυπηρέτηση», (Αθήνα 2004 – εκδ. Interbooks), «Εισαγωγή στη θεωρία του τουρισµού», (Αθήνα 2008 – εκδ. Interbooks).

Σήµερα απασχολείται ως σύµβουλος επιχειρήσεων κι εκπαιδευτής ενηλίκων, ενώ είναι τακτικό µέλος της Παγκόσµιας Οµοσπονδίας Δηµοσιογράφων και Συγγραφέων Τουρισµού.

Mε μια κουβέντα, κ. Σιταρά; το βιβλίο σας είναι ένα «ντοκιμαντέρ» για την παλιά Αθήνα; Και από που εν πολλοίς αντλήσατε το υλικό σας;

 Είναι μια προσεκτική επιλογή παλιών κειμένων –κυρίως χρονογραφημάτων- που έτερπαν καθημερινά μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων τους προγόνους μας. Για εμάς πολύτιμο λαογραφικό υλικό που μας μεταφέρει σαν σε ταινία ντοκιμαντέρ σ’ εκείνη την εποχή. Έχουν ψηφιοποιηθεί όλες οι παλιές εφημερίδες από την Βιβλιοθήκη της Βουλής αλλιώς θα ήταν πολύ δύσκολη η επεξεργασία τόσο μεγάλου υλικού. Μη ξεχνάτε ότι η περίοδος είναι μεγάλη 1834-1940 και ο αριθμός των εφημερίδων – ελλείψει άλλου επικοινωνιακού μέσου – τεράστιος.

Γράφετε κάπου: «Παρουσιάζονται ο Αθηναίος και η Αθηναία στην καθημερινή βιοπάλη, μέσα από χαρακτηριστικά για την εποχή επαγγέλματα. Τότε που η δουλειά σήμαινε»… Και αναρωτιέμαι, τι το τόσο διαφορετικό σήμαινε η εργασία τότε απ΄ ό,τι  σήμερα;

Τεράστιες οι διαφορές. Οι διάφορες επαγγελματικές συντεχνίες που τις αποκαλούσαν «ρουφέτια» είχαν την ευθύνη της αποδοχής και έγκρισης ενός νέου μέλους-μάστορα. Αυτός λοιπόν έπρεπε να ξεκινήσει από μικρή ηλικία να μαθητεύσει δίπλα σε ένα παλιό και καταξιωμένο μάστορα, που πρώτα του δίδασκε ήθος και επαγγελματική συμπεριφορά και μετά επαγγελματικές γνώσεις. Έτσι σε όλους τους χώρους είχαμε καλούς επαγγελματίες άξιους του ονόματός τους και της συντεχνίας τους. Το επάγγελμα είχε έτσι κοινωνική ταυτότητα και αποδοχή.

Παρόμοια ήταν η εικόνα στους υπαλλήλους –του Δημοσίου και του Ιδιωτικού χώρου- και τους άλλους εργαζόμενους. Η εργασία είχε μια πολύ διαφορετική αξία για τους «παλιούς.

Τα ίδια τ’ αφεντικά έδιναν το παράδειγμα. Πρώτοι έφταναν στα μαγαζιά τους και τελευταίοι έφευγαν. Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις είχαν οικογενειακές και φιλικές σχέσεις με τους συνεργάτες τους, συμπληρώνοντας με δική τους πρωτοβουλία την ανυπαρξία κοινωνικών ασφαλίσεων και άλλες παροχές όπως άδειες κλπ.

Όλα είχαν ένα γούστο τότε. Τα νυφοπάζαρα έδιναν κι έπαιρναν;

Κυρίως τον 19ο αιώνα, που τα κορίτσια ήταν κλεισμένα στο σπίτι, τα συνοικέσια ήταν ο συνηθέστερος τρόπος για να φτάσει η θυγατέρα στο γάμο. Τα ήθη ήταν απόλυτα αυστηρά και η επιτήρηση γονιών και αρρένων αδελφών μεγάλη. Όσο προχωρούσε ο 20ος αιώνας και στο μέγεθος που η κοπέλα εργαζόταν όλο και πιο πολύ, άρχισε να διεκδικεί σαφώς μεγαλύτερες ελευθερίες όχι μόνο στα μπαίν-μίξτ αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο.

Η μεγάλη βέβαια ανατροπή έγινε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή με τις προσφυγοπούλες να ανατρέπουν τα πάντα στις σχέσεις των νέων.

Τα ελεύθερα κορίτσια έγραφαν επιστολές στην άγρα του συζύγου;

Και επιστολές και κρυφά ραβασάκια και ποστ-ρεστάντ… απ’ όλα είχε ο μπαξές. Μη ξεχνάτε ότι για πολλές κοπέλες η παντρειά σήμαινε απελευθέρωση από ένα καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον. Το θέμα αυτό κάθε άλλο παρά χιουμοριστικά πρέπει να το βλέπει κανείς.

Και το φαγητό έπαιζε ένα άλλο, πιο σημαντικό ρόλο στις ζωές των Αθηναίων;

Όταν μιλάμε για την Παλιά Αθήνα δεν πρέπει ν’ αγνοούμε το περιρρέον κοινωνικό σύνθημα που κατηύθυνε την καθημερινότητα των προγόνων μας. Αυτό ήταν «Κοιλιά, γυναίκες και λεφτά είναι η καλύτερη δουλειά». Και μάλιστα με τη σειρά που το γράφω! Όταν στην παραδοσιακή κρεοφαγική κουζίνα προσετέθηκαν και τα καλούδια της πολίτικης κατσαρόλας η γαστρονομία κυριολεκτικά απογειώθηκε.

Τα γλέντια ήσαν μοναδικά και κεφάτα όχι μόνο για τους πλουσίους, αλλά και για τους φτωχούς; Στηνόντουσαν χοροί και κρασάκι στο δευτερόλεπτο;

Η κεχριμπαρένια ρετσίνα και το κοκκινέλι ήταν το μυστικό τα υπόλοιπα συμπεριλαμβανομένου και του κεφιού ερχόντουσαν μετά. Ο κόσμος έπρεπε να γλεντήσει και η λέξη παρέα εύρισκε τον ορισμό της. Εξυπακούεται ότι στα τραπέζια χωρούσαν όλοι συγγενείς, φίλοι, γείτονες!

Κυρίες σε καφέ της Παλιάς Αθήνας
Παρέα στο Ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου στην Πλ. Συντάγματος

«…η Παλιά Αθήνα τα είχε όλα, παρά τις όποιες δυσκολίες, απλά εμείς δεν τα μελετήσαμε όσο έπρεπε. Ίσως τότε να είμαστε καλύτερα»

Σκηνή σε καφενείο Αθηνών. Φωτό από τον ιστότοπο του Θωμά Σιταρά
Στο Πταισματοδικείο Αθηνών. Φωτό από τον ιστότοπο του Θαωμά Σιταρά

Το βιβλίο «Ξεφυλλίζοντας Παλιές Εφημερίδες: Τα Καλύτερα της Παλιάς Αθήνας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο αυτό καθεαυτό. Από άλλο εντελώς χώρο προέρχεστε εσείς του μάρκετινγκ, των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Οπότε πώς και πότε αποφασίσατε να κάνετε στροφή και να  γίνεται ένας από τους ολίγους Αθηναιογράφους;

Είναι τόσο ελκυστική αυτή η παλιά εποχή, και τόσο αρνητικά αυτά που βιώνουμε σήμερα που ψάχνουμε για καταφύγια, υγροβιότοπους και τους απολαμβάνουμε όπου τους βρούμε ανεξάρτητα ειδικότητας ή ιδιότητας.

Παράλληλα με την συγγραφή βιβλίων για το παρελθόν της πόλης, που αγαπούμε να μισούμε, διατηρείτε και ένα σχετικό ιστότοπο; Έχετε ικανή επισκεψιμότητα; Νοιάζονται κάποιοι για το παρελθόν ή το κυνήγι του επιούσιου τα έχει όλα ισοπεδώσει;

Η ιστοσελίδα μου www.paliaathina.com είναι το κρυφό μου μεράκι. Ένα είδος διαδικτυακού μουσείου για την περίοδο αυτή. Η έκφραση ικανή επισκεψιμότητα είναι σχετική διότι συνήθως στο Διαδίκτυο ευημερούν συνήθως οι αριθμοί. Μετράω περισσότερο τους Έλληνες της διασποράς και τον απίστευτα μεγάλο αριθμό χωρών –καμιά φορά άγνωστες- όπου δημιουργούν. Η συνομιλία μαζί τους δικαιώνει κάθε κόπο.

Φυσικά να μη ξεχάσω την επαφή – μιας και μιλάμε για διαδίκτυο – με  ομάδες κοινωνικής δικτύωσης που είναι πολλές και ποικίλες. Η ανταλλαγή παλιών φωτογραφιών είναι το κάτι άλλο.

Η Ελλάδα της νοσταλγίας: το ημερολόγιο-πρότασή σας για τις φετινές γιορτές. Με το χέρι στην καρδιά όμως, ελπίζετε σε καλύτερες μέρες για την μίζερη, βρώμική, λυπημένη Αθήνα μας ή το παιγνίδι έχει χαθεί και η νοσταλγία καιρών, πιο  ανάλαφρων, περασμένων «ωραιοποιημένων» είναι ό,τι τελικά θα απομείνει;

Θα εκπλαγείτε αν σας πω ότι έχω περισσότερους νεαρούς φίλους και φίλες απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Είναι απόλυτο κλισέ το να λέμε ότι ισοπεδώθηκαν όλα. Συντελούμε όλοι – ο καθένας με τον τρόπο του- σε απίστευτες κοινωνικές υπερβάσεις σε όλους τους χώρους.

Και τέλος όπως συνηθίζω να λέω η Παλιά Αθήνα τα είχε όλα, παρά τις όποιες δυσκολίες, απλά εμείς δεν τα μελετήσαμε όσο έπρεπε. Ίσως τότε να είμαστε καλύτερα.

Βιβλιογραφία Θωμά Σιταρά:

  • «Ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες» – Μίνωας
  • «Τα ανάλεκτα της παλιάς Αθήνας» – Ωκεανίδα
  • «Πόθοι και πάθη στην παλιά Αθήνα» – Ωκεανίδα
  • «Η παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται 1834-1938» – Ωκεανίδα

Ο ηθοποιός Γιώργης Κοντοπόδης, μιλάει με την Ειρήνη Αγγελική Μήτση (Video)

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

Ειρήνη Αγγελική Μήτση

mitsi_ae@yahoo.com

Ο Γιώργης Κοντοπόδης είναι απόφοιτος της Ανωτέρας Σχολής Δραματικής Τέχνης «Ράμπα» και της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Κατέχει Μεταπτυχιακό από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα «Το Ελληνικό θέατρο από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – θεωρία και παράσταση». Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια σε σχέση με το αρχαίο δράμα, τα οποία στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή του έργου με τον τίτλο «Ισμήνη η άλλη εκδοχή» (βασισμένο στο μύθο της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή), το οποίο παρουσιάστηκε στη Δεύτερη Σκηνή του θεάτρου «Δημήτρης Ποταμίτης» τη χειμερινή περίοδο 2006 – 2007 σε σκηνοθεσία του συγγραφέα. Έχει παρακολουθήσει Σεμινάρια Υποκριτικής με τη Νίκη Τριανταφυλλίδη και Παντομίμα – Αυτοσχεδιασμός με την Ασπασία Κράλη. 

Επίσης έχει μεταφράσει τα Erogenous Zones του Frank Vickery (άνοιξη 2010 θέατρο Αθήναιον Θεσσαλονίκης) με τον τίτλο «Ερωτογενείς Ζώνες» – «Norman is that you?» (2008 – 2009) θέατρο Γκλόρια με τον τίτλο «Σ’ αγαπώ με τα ρόζ» – «Ο τελευταίος των μεγάλων εραστών»  του Νίλ Σάιμον σε σκηνοθεσία Κωστή Τσώνου (2009 – 2010 ) – «Αττίκ… μια ζωή χειροκροτήματα»,  μιούζικαλ σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Λιακόπουλου ( Ιούνιος – Αύγουστος 2011) –  «Abnormal» της Πτούσκινα Ναντιέζντα Μιχάιλοβνα σε σκηνοθεσία Προμηθέα Αλειφερόπουλου (2011 – 2012) – « Α.Ρ.Ν.Υ.» του Χάρβευ Φέρστιν σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Λιακόπουλου (2012 – 2013)  – «Το ελεύθερο ζευγάρι» των Ντάριο Φο – Φράνκα Ράμε (2014 – 2018) – «Και τα αγόρια κλαίνε» του Μιχάλη Παπαδόπουλου (2017-2018)

Αγαπητός στο κοινό από τον ρόλο του Άγγελου στο «Κάτι χωρισμένα παλικάρια» στον ΑΝΤ1. Στο Θέατρο Μπέλλος είδαμε τον Γιώργη Κοντοπόδη σ’ έναν διαφορετικό ρόλο, ενός serial killer, του John Gacy που βίασε, σκότωσε και έθαψε κάτω απ το σπίτι του 33 νεαρά αγόρια και καταδικάστηκε σε θάνατο – αμετανόητος – αφού αποκαλύφθηκαν όλες οι στυγερές δολοφονίες που είχε κάνει.

Αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια, από τους γάμου του, μαζί με εικόνες από τις συναντήσεις του με τα μελλοντικά θύματα του John Gacy μέσα από την καθηλωτική ερμηνεία του Γιώργη Κοντοπόδη, οδηγούν το θεατρικό κοινό σε βαθιές σκέψεις για το τί σημάδια αφήνει η λεκτική και σωματική βία σε ένα άτομο.

Μιλήσαμε για την Ελληνική Οικογένεια, για την κακοποίηση, για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου και γενικότερα την αγριότητα της σημερινής κοινωνίας.

Φέτος θα τον απολαύσουμε και πάλι στην τηλεόραση στο κανάλι της ΕΡΤ, στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη» του Γιώργου Σεφέρη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου.

Στο Θέατρο ερμηνεύει τον μονόλογο του Μιχάλη Παπαδόπουλου «Και τα αγόρια κλαίνε» και πρωταγωνιστεί στο έργο του Γιώργου Μπέλλου «Παιχνίδι ζωής».

Video Συνέντευξης

Ο πρόεδρος της ΠΕΥΦΑ Γιάννης Μαυρικόπουλος συνομιλεί με την Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…θα προσπαθήσουμε με κάθε νόμιμο τρόπο να αποτρέψουμε αυτό το ξεπούλημα»

Ο Έλληνες αρχαιοφύλακες θα κάνουν τα πάντα με τα μέσα που τους δίνει ο νόμος, ώστε  να μην υποθηκευθεί στους δανειστές και στους τοκογλύφους η πολιτιστική μας κληρονομιά.

 Η υπουργός Πολιτισμού κα. Ζορμπά απάντησε, ότι δεν υφίσταται τέτοιο θέμα και η Πανελλήνια Ένωση Υπαλλήλων Φύλαξης Αρχαιοτήτων (ΠΕΥΦΑ) αναμένει την απάντηση στο ερώτημα: «Αν λοιπόν δεν υπάρχει θέμα τότε γιατί δεν ανακαλούνται οι σχετικοί νόμοι που περιέχουν με κωδικούς την εκχώρηση στο Υπερταμείο αρχαιολογικών χώρων και μουσείων;»

Σε σκληρή γλώσσα η ανακοίνωση που εξέδωσε η ΠΕΥΦΑ τα λέει «έξω από τα δόντια», σύμφωνα με την παροιμιώδη φράση, κάνει γνωστό ότι:

«Παρά τις δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων ότι θα υπάρξουν διορθώσεις στην Υπουργική απόφαση Αριθμ.0004586 ΕΞ 2018 σύμφωνα με τον Νόμο 196 παρ.6 και 209 του ν.4389/2016, ακόμα δεν έχουμε δει καμία τέτοια πρωτοβουλία.  Πώς γνωρίζει ο κος Υφυπουργός ότι η Ακρόπολη δεν εκχωρείται; Άρα γνωρίζει ποια μνημεία και μουσεία έχουν εκχωρηθεί. Και αφού δεν υπάρχει θέμα γιατί δηλώνει επισήμως η κυβέρνηση ότι έχει γίνει λάθος ή ότι έχουν γίνει βιαστικές κινήσεις που πρέπει να διορθωθούν».

Στο μεταξύ στον κατάλογο εκποίησης στο υπερταμείο συμπεριλαμβάνονται κωδικοί που αντιστοιχούν σε δημόσια πολιτιστικά αγαθά – αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Κνωσός, μνημεία, όπως το αρχαίο θέατρο Λάρισας, το φρούριο Φιρκάς στα Χανιά, τα ενετικά τείχη στο Ηράκλειο, η Ροτόντα και ο Λευκός Πύργος στη Θεσσαλονίκη, μουσειακές υποδομές, όπως τα Αρχαιολογικά Μουσεία Ηρακλείου, Σπάρτης, Χανίων, Αργοστολίου κ.α.

Οι Έλληνες αρχαιοφύλακες στις 11 Οκτωβρίου 2018 έκλεισαν όλους τους αρχαιολογικούς χώρους καλώντας την κυβέρνηση και την πολιτική ηγεσία του αρμόδιου υπουργείου, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση: να δημοσιοποιήσει τους όρους παράδοσης στους δανειστές της πολιτιστικής μας κληρονομιάς καθώς και τη σύνθεση της επιτροπής που έλαβε την σχετική απόφαση, αλλά και  να κατοχυρωθεί θεσμικά η άρση της παράδοσης με τη δημιουργία του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου που θα κάνει αδύνατη στο μέλλον τη δυνατότητα παραχώρησης της κυριότητας αλλά και της διαχείρισης των μνημείων μας.

 Ήταν μια επιτυχημένη προειδοποιητική απεργία!

Σήμερα το intownpost.com φιλοξενεί τον πρόεδρο της ΠΕΥΦΑ κ. Γιάννη Μαυρικόπουλο, έναν αληθινό πατριώτη με ήθος και  ευαισθησίες, που μοιράζεται την αγωνία του μαζί με όλους τους συναδέλφους του για το θέμα της εκποίησης των μνημείων, των μουσείων, των αρχαιολογικών χώρων και των ιστορικών τόπων της πατρίδας μας  και αναγγέλλει, ότι αν προχωρήσει το ξεπούλημα η ΠΕΥΦΑ θα κλιμακώσει  στον υπέρτατο βαθμό τον αγώνα για την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς «γιατί όπως την προστάτευσαν και την διαφύλαξαν οι προηγούμενες γενεές έτσι έχουμε χρέος και ευθύνη να την παραδώσουμε και εμείς στις επόμενες!» Είναι μια συζήτηση ενημερωτική αλλά και παράσταση διαμαρτυρίας θα έλεγα για να διαφυλαχτεί το καθεστώς ιδιοκτησίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, που δεν ανήκει σε καμία κυβέρνηση παρά μόνο στο λαό.

Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου Κρήτης

Κύριε Μαυρικόπουλε ποια περιμένετε να είναι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο προσέφυγε ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και οι Δήμαρχοι Πατρών και Σπάρτης για την ακύρωση των σχετικών νόμων, που παραχωρούν την πολιτιστική μας κληρονομιά στο υπερταμείο; Ενδεικτικά αναφέρω το Κάστρο της Πάτρας, το ρωμαϊκό ωδείο και αμφιθέατρο της αχαϊκής πρωτεύουσας, καθώς και τον αρχαιολογικό χώρο της Σπάρτης (αρχαίο Θέατρο, ναός της Χαλκιοίκου Αθηνάς, Βασιλική του Οσίου Νίκωνος, «τάφος» του Λεωνίδα και το αρχαιολογικό μουσείο του νομού).

Περιμένω και ελπίζω η απόφαση του ΣτΕ να είναι θετική και να ακυρώσει τους σχετικούς νόμους, που παραχωρούν την πολιτιστική μας κληρονομιά στο Υπερταμείο. Θα είναι μια μεγάλη και δίκαιη απόφαση, η οποία πιστεύω θα χαιρετηθεί θετικά από όλο τον Ελληνικό λαό.

Εσείς που είσθε οι φύλακες της πολιτιστικής μας κληρονομιάς  μαζί με όλους τους εργαζόμενους στο υπουργείο Πολιτισμού, πώς εκτιμάτε τις αντιδράσεις του κόσμου γι΄αυτό το σοβαρό θέμα; Έχουν κατανοήσει οι συμπολίτες μας, ότι δεν υπάρχει μέλλον χωρίς παρελθόν;

Εκτιμώ, ότι ο Έλληνας πολίτης δεν έχει κατανοήσει το μέγεθος αυτού που συμβαίνει τώρα και ξεπερνά κάθε όριο. Καμιά κυβέρνηση δεν είχε τολμήσει να εκχωρήσει αρχαιολογικά μνημεία και χώρους σε δανειστές, που πάει να γίνει τώρα με την παραχώρηση. Πιστεύω δηλαδή, ότι πρέπει να ενημερωθεί καλύτερα για τη σοβαρότητα του θέματος και ελπίζω, ότι θα ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη.

Σε τελευταία ανακοίνωσή σας με την οποία συμπαραστέκεστε στο ΣΕΑ (Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων) και στους δύο δημοτικούς άρχοντες που προανέφερα , υπογραμμίζετε προς τιμή σας: «… σας τονίζουμε ότι οι προσπάθειες εκφοβισμού των Αρχαιοφυλάκων με οποιοδήποτε τρόπο θα πέσουν στο κενό, δεν φοβόμαστε και δεν θα ξεχάσουμε το θέμα του Υπερταμείου». Αλήθεια υπήρξαν φαινόμενα βίας και εκφοβισμού σε Έλληνες αρχαιοφύλακες, προκειμένου να τους λυγίσουν για την σθεναρή τους στάση απέναντι στο ξεπούλημα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς;

Εμείς πράγματι συμπαραστεκόμαστε στους δυο δημοτικούς άρχοντες και στηρίζουμε την προσφυγή που γίνεται στο ΣτΕ. Κι επειδή κάθε φορά που κάνουμε συνάντηση  έχουμε σε προτεραιότητα το θέμα αυτό, θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα κατανοήσουν το ότι εμείς δεν πρόκειται να κάνουμε πίσω…

Όσο για τα φαινόμενα που αναφέρουμε στην ανακοίνωση, βία όχι δεν σημειώθηκε Υπάρχει όμως, μία μεθόδευση για περικοπή μισθών και εξαιρεσίμων καθώς επίσης , ότι συγκεντρώνουν στοιχεία για να αποδείξουν, ότι η απεργία μας δεν ήταν πετυχημένη. Παραποιώντας δηλαδή, τον αριθμό των συμμετεχόντων, ώστε να μας αποτρέψουν από τις απεργιακές κινητοποιήσεις. ‘Άλλωστε δεν μας έχει απαντηθεί ακόμη, γιατί δηλώνει η υπουργός Πολιτισμού, η κα. Ζορμπά, ότι πρέπει να βρούμε τρόπους, ώστε οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία να είναι πάντα ανοικτά και προσβάσιμα στο κοινό. Δηλαδή οι εργαζόμενοι αρχαιοφύλακες δεν έχουν δικαίωμα στην απεργία; Θέλουν άραγε να καταργήσουν το δικαίωμα της απεργίας γενικά στους αρχαιοφύλακες μόνο ή σε όλους τους εργαζόμενους; Τότε να γίνουμε Βόρεια Κορέα.

Είσθε έτοιμοι να αγωνιστείτε μέχρις εσχάτων προκειμένου να αποτρέψετε την εκποίηση των μνημείων μας;

Είμαστε έτοιμοι να αγωνιστούμε, όπως αγωνιστήκαμε ήδη και θα προσπαθήσουμε με κάθε νόμιμο τρόπο να αποτρέψουμε αυτό το ξεπούλημα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης
Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων

«…Με την ευκαιρία θέλω να εκφράσω τη λύπη μου, γιατί τα κόμματα έχουν εγκαταλείψει το θέμα της εκποίησης των αρχαιολογικών μας μνημείων»

Αν, ω μη γένοιτο, οριστικοποιηθεί η εκποίηση είσθε διατεθειμένοι να κλείσετε τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία;

Θα κάνουμε τα πάντα. Θα κηρύξουμε απεργίες διαρκείας, θα κάνουμε καταλήψεις, διαμαρτυρίες, θα σηκώσουμε πανό.

 «Τα μνημεία δεν έχουν φωνή, εσύ έχεις !» Με το παραπάνω μήνυμα κυκλοφορεί βίντεο από το Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων για την ευαισθητοποίηση του κόσμου. Τελικά τα αγάλματα και τα μνημεία έχουν φωνή κ. Μαυρικόπουλε;

Είναι ωραίο το μήνυμα αυτό και ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα και πιστεύουμε, ότι  αν τελικά τα αγάλματα θα είχαν φωνή θα ήταν ακόμα πιο καυστικά και πιο απόλυτα στο συγκεκριμένο θέμα. Και σίγουρα θα μας θεωρούν και ανίκανους να προστατεύσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Θα σταθώ στο κλείσιμο της τελευταίας σας ανακοίνωσης, γιατί είναι πολύ δυνατό: «Όποιος θέλει μπορεί να ενοικιάσει ή να πουλήσει την δική του περιουσία. Οι Αρχαιολογικοί Χώροι και τα Μουσεία ανήκουν στον ελληνικό λαό δεν ανήκουν σε καμιά κυβέρνηση και σε κανένα κόμμα». Αλήθεια πιστεύετε, ότι κάποιος πολιτικός ή εύπορος συμπολίτης μας θα πωλούσε τα υπάρχοντά του για να σώσει τα μνημεία μας;

Είναι ακριβώς έτσι, κυριολεκτικά, διότι οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μουσεία μας δεν ανήκουν σε καμία κυβέρνηση και σε κανένα κόμμα! Ανήκουν στον Ελληνικό λαό!

Και βέβαια πιστεύω, ότι υπάρχουν αρκετοί Έλληνες οι οποίοι θα βοηθούσαν λίγο ή πολύ, εάν ήξεραν ότι αυτό μπορεί να σώσει τα μνημεία μας από τους δανειστές. Και ιδίως ‘Έλληνες του εξωτερικού, οι οποίοι έχουν πιο ανεπτυγμένο το αίσθημα  της ευθύνης και της αλληλεγγύης για την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Έχετε φροντίσει κ. Μαυρικόπουλε να ενημερώσετε τους τουρίστες γι΄αυτή την εξέλιξη; Κι αν ναι, πώς αντιδρούν;

Δεν έχουν ενημερωθεί και αυτοί επαρκώς αλλά αυτό διορθώνεται. Για αυτό το σκοπό θα εκδώσουμε κάποια ενημερωτικά φυλλάδια στα Ελληνικά και σε όλες τις γλώσσες για να ενημερωθούν οι ξένοι επισκέπτες και οι Έλληνες για το τι ακριβώς συμβαίνει.

«Ακόμα και η Ακρόπολη των Αθηνών μπορεί να υπαχθεί στο Υπερταμείο. Κάτι που σημαίνει πως ανοίγει ο δρόμος όποια στιγμή το θελήσει μια κυβέρνηση να «εκχωρηθεί» στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Σε κάθε περίπτωση, αφαιρείται από το υπουργείο Πολιτισμού κάθε ακίνητο που του ανήκει, συμπεριλαμβανομένων  μουσείων, διατηρητέων κτιρίων αλλά και οικοπέδων όπου διεξάγονται ανασκαφές». Έγραψε σε επιστολή του μέλους σας. Λέτε να το δούμε και αυτό κ. Μαυρικόπουλε;

Η  κυβέρνηση έχει διαψεύσει ότι η Ακρόπολη των Αθηνών έχει υπαχθεί στο Υπερταμείο, αλλά όμως αυτό μένει να εξακριβωθεί. Παρατηρούμε στον τύπο συνεχώς όλο και νέα δημοσιεύματα για ξεπούλημα αρχαιολογικών χώρων, όπως της Σπιναλόγκα και της Βεργίνας τελευταία και ανησυχούμε πάρα πολύ για το τι μέλλει γενέσθαι. Αλλά δεν θα μείνουμε στην ανησυχία.

Είπατε ότι θα δώσετε μια σκληρή απάντηση σε όλους αυτούς που «εμπορεύονται» την πολιτιστική μας κληρονομιά. Πότε θα αρχίσετε τις πανελλαδικές απεργίες;

 Η απάντηση μας στο θέμα αυτό δεν είναι μόνο απεργίες. Η απεργία είναι το έσχατο μέσο. Υπάρχουν κι άλλες δράσεις που μπορούν να κάνουν οι εργαζόμενοι για να αναδείξουν το θέμα αυτό. Για παράδειγμα να στήσουμε ενημερωτικά πανό. Όπως είχαμε κάνει στην πανελλαδική απεργία στην Αθήνα και στο Λευκό Πύργο στη συμπρωτεύουσα, να μοιράσουμε ενημερωτικά φυλλάδια, να οργανώσουμε διαμαρτυρίες διαφόρων τύπων, δράσεις, δρωμένη, άλλες εκδηλώσεις και τελικά και απεργίες.

Αληθεύει κ. Μαυρικόπουλε, ότι υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι που δεν φυλάσσονται επαρκώς;

Όλοι οι χώροι φυλάσσονται επαρκώς. Όπου υπάρχει προσωπικό, αλλά αν δεν υπάρχει προσωπικό έχουμε πρόβλημα. Δεν μπορούμε να αναφερθούμε συγκεκριμένα  λόγω αρχαιοκαπήλων που δρουν ανεξέλεγκτα.

Μας συνεπήρε το θέμα λόγω της σοβαρότητάς του και δεν σας ρώτησα για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει  ο κλάδος. Ποια είναι με σειρά προτεραιότητας;

Είναι πάρα πολλά τα κλαδικά μα θέματα που χρονίζουν και θέλουν επίλυση, αλλά λόγω της σοβαρότητας του θέματος δεν θέλουμε να πούμε κάτι παραπάνω παρά μόνο ένα: Πρέπει να γίνουν προσλήψεις μονίμου προσωπικού γιατί αυτό συνδέεται άμεσα με την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, θέμα στο οποίο οι αρχαιοφύλακες έχουν μεγάλη ευαισθησία.

Με την ευκαιρία θέλω να εκφράσω τη λύπη μου, γιατί τα κόμματα έχουν εγκαταλείψει το θέμα της εκποίησης των αρχαιολογικών μας μνημείων. Για το λόγο αυτό θα στείλουμε επιστολές σε όλους τους αρχηγούς των κομμάτων και θα ζητήσουμε να μιλήσουμε με όλους τους εκπροσώπους, ώστε το θέμα να έρθει και πάλι στην επικαιρότητα.

Δεν ξεχνάμε. Είναι όπως το  σήμα – σύμβολο Δεν ξεχνώ που δημιουργήθηκε το πρωί της 14ης Αυγούστου 1974, την ημέρα που η τουρκική εισβολή «Αττίλας 2» έκοψε την Κύπρο στα δύο. … Κι εμείς δεν ξεχνάμε το υπερταμείο. Και θα κάνουμε τα πάντα να μην πραγματοποιηθεί το ξεπούλημα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου
Ροτόντα
Κνωσός
Κάστρο Πατρών
Λευκός Πύργος
Σπιναλόγκα
Αρχαιολογικός χώρος Βεργίνας
Τάφος του Λεωνίδα στη Σπάρτη

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθανίτης συζητάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η γυναίκα είναι σήμερα παρούσα παντού, αλλά δεν ξέρω πόσο συχνά βάζει μια διαφορετική σφραγίδα, αν και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι. Εξ άλλου είναι μεν παρούσα αλλά όχι καθοριστικά»

Το ηλεκτρονικό μήνυμα στον υπολογιστή, το νέο έκπληξη, η ευχάριστη, απογευματινή συνάντηση και η ενδιαφέρουσα συζήτηση για την νέα ταινία με τον τίτλο «Μήδεια», συντελέστηκαν σε γρήγορους χρόνους. Κάθε αντάμωμα με τον σπουδαίο, Έλληνα σκηνοθέτη Δημήτρη Αθανίτη είναι συναρπαστικό, όπως άλλωστε και οι ταινίες του. Αυτή την φορά ξεκινήσαμε από κάπου συγκεκριμένα, όπως είναι η ανακοίνωση της καινούργιας κινηματογραφικής του παραγωγής, για να ανακαλύψουμε κι άλλα «κλειδιά», που ανοίγουν κι άλλες θύρες, το ίδιο «βαριές», το ίδιο  ευήλιες με αυτές του σινεμά.

Να σας προλογίσω τον σκηνοθέτη  Δημήτρη Αθανίτη, ώς είθισται, σημειώνοντας αρχικά ότι γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε κινηματογράφο και αρχιτεκτονική. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Η πρώτη του ταινία «Αντίο Βερολίνο» (1994), λιτή, σκληρή, ασπρόμαυρη κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τον νεωτερισμό της, ενώ η δεύτερη, επίσης ασπρόμαυρη με τον τίτλο «Καμιά Συμπάθεια Για Τον Διάβολο» (1997) ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο, κερδίζοντας το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας με τη Λένα Κιτσοπούλου. Ο Δημήτρης Αθανίτης με αυτή την δουλειά του καθιερώνεται στο κινηματογραφικό στερέωμα ως ο αφηγηματικός στιλίστας, κατακτώντας τους σινεφίλ.

Συνεχίζει το 1999 με την Σαιξπηρική «Όνειρα Καλοκαιρινής Νύχτας» (1999) και το 2001 η ταινία «2000+1 Στιγμές» επιλέχτηκε από τον Αυστραλό κριτικό Μπιλ Μουσούλις (Bill Mousoulis) ανάμεσα στις 10 καλύτερες ταινίες στον κόσμο για το 2001 στο Senses of Cinema. Ακολούθησαν οι «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» (2012) με τα 4 διεθνή βραβεία και άλλες τόσες υποψηφιότητες της Ακαδημίας. To «Invisible» του 2016 είναι η τελευταία ταινία του Δημήτρη Αθανιτη με τον Γιάννη Στάνκογλου, που απέσπασε 10 διεθνή βραβεία σε περισσότερα από 20 φεστιβάλ, ενώ παρουσιάστηκε με επιτυχία σε πολλές ελληνικές πόλεις. Το 2017 ντεμπούτο στον εκδοτικό χώρο πραγματοποιείται με το βιβλίο του «Μυστικές Συναντήσεις», μια αναφορά σε ιδιαίτερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου σινεμά.

Ως συνήθως συμβαίνει σε μια συζήτηση να ξεκινήσω, πρωτίστως, από την είδηση, κύριε Αθανίτη. Καινούργια ταινία, έπειτα από το βραβευμένο και επιτυχημένο «Invisible» του 2016. Ο δε τίτλος της είναι άκρως ελκυστικός: «Μήδεια»! Όπως όλοι μας, έτσι και ‘γω φυσικά, ανυπομονούμε να πληροφορηθούμε ποιος είναι ο σημαντικός, σεναριακός κύκλος που θα περιστοιχίζει την ταινία;

Η ταινία στηρίζεται στο αριστούργημα του Ευρυπίδη, το οποίο διατηρώ σχεδόν αυτούσιο αλλά με κάποιες σημαντικές παρεμβάσεις και τομές στην δομή του έργου. Αν και είναι γνωστός ο μύθος, στο σενάριο υπάρχουν συνεχείς ανατροπές και το απροσδόκητο κυριαρχεί στην εξέλιξη της ιστορίας. Ο χρόνος δεν είναι σαφώς ορισμένος αλλά σίγουρα είναι πολύ μακρυά από το σήμερα, στο απώτερο παρελθόν. Ακραίος θα είναι και ο χώρος στον οποίο θα κινηθούν τα πρόσωπα. Το να επιχειρήσω σήμερα μια κινηματογραφική μεταφορά της Μήδειας, είναι μια μεγάλη προκληση. Τα τελευταία πενήντα χρόνια κανείς δεν τόλμησε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, στον φυσικό χώρο της τραγωδίας και δύο εκδοχές του έργου που γυρίστηκαν στην Ευρώπη από γνωστούς σκηνοθέτες, δεν πέτυχαν. Ωστόσο είναι ένα παλιό μου σχέδιο και μια πρόκληση που θέλω να αντιμετωπίσω. Δεν στοχεύω σε μεταφορά του θεατρικού αλλά σε μια αποκαλυπτική θα έλεγα, επανεφεύρεση του έργου με πρωτογενή, αρχετυπικά στοιχεία.

Η μυθιστορία της Μήδειας, αυτής της κόρης θεών, που ασκούσε την τέχνη της μαγείας, είναι βίαιη, καταραμένη, σκοτεινή, δυνατή, αδίστακτη ως χαρακτήρας, θηλυκό εκτός των γνωστών συμβάσεων, είναι μια serial killer, πάντα, όμως, με γνώμονα τον έρωτα. Καθολικά ταγμένη στην αγάπη, αλλά και θανάσιμα δολοφονική. Είναι ο Έρως και ο Αντιέρως. Σφάζει τον αδελφό της Άψυρτο για να διαφύγει με τον αγαπημένο της Ιάσωνα. Πείθει τις κόρες του Πελία να βράσουν τον πατέρα τους για να απαλλαγεί ο αγαπημένος της. Κατακαίει με δηλητηριασμένο χιτώνα την αντίζηλο της Γλαύκη και τέλος για λόγους εκδίκησης ενδύεται μητροκτόνος. Τρομερή! Τι σας γοητεύει από αυτή την γυναίκα;

Στην ταινία όπως και στο έργο του Ευρυπίδη, συναντάμε την Μήδεια στο τέλος όλων αυτών. Τώρα είναι εξόριστη με τα παιδιά της και τον Ιάσωνα στην Κόρινθο. Ο Ιάσονας θα την εγκαταλείψει και ο βασιλιάς της πόλης την διατάσσει να φύγει. Η Μήδεια είναι πια η μητέρα, η ξένη, η έκπτωτη. Βέβαια, ο έρωτας είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από όλα όσα έχει κάνει κι από αυτά που θα κάνει. Και η ίδια είναι ένα πρόσωπο βαθιά ερωτικό, ειδικά αν σκεφθείς και τις ασυνήθιστες ικανότητες που διαθέτει, που τις βάζει κι αυτές στην υπηρεσία του πάθους.  Η Μήδεια και ο Ιάσων είναι ένα ζευγάρι κολασμένων εραστών.

Αυτό όμως που με έλκει πάνω από όλα σ’ αυτή την πολύπλοκη προσωπικότητα, είναι ο αγώνας της ενάντια στην εξουσία. Ενάντια στην εξουσία που παραμένει κατά βάσην ανδρική. Με συγκινεί ο διπλός και τόσο άνισος αγώνας που επιχειρεί και που μοιάζει χαμένος εξ αρχής, τόσο μάταιος. Κι όμως αυτή τον δίνει λυσσαλέα, μέχρι τέλους, ξεπερνώντας κάθε φυσικό και κοινωνικό όριο. Και νικά. Με θυσίες ανυπολόγιστες, αλλά νικά. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν υπάρχει πιο τραγικό πρόσωπο από την Μήδεια. Ταυτόχρονα είναι μια γυναίκα δυνατή, με πολλά πρόσωπα. Έτσι κι αλλιώς πιστεύω στις δυνατές γυναίκες. Και στο σινεμά και στη ζωή. Αυτές με γοητεύουν, αυτές ερωτεύομαι, αυτές με συγκινούν. Σε όλες τις ταινίες μου οι γυναίκες κυνηγούν την ζωή όπως την θέλουν αυτές και δεν διστάζουν αν χρειαστεί, να φτάσουν στα άκρα.

Υπάρχει κάπου, κάποια Μήδεια στον καιρό μας και ποια είναι;

Η Μήδεια είναι η γυναίκα, η μητέρα, η ξένη, η έκπτωτη. Ένα πρόσωπο απολύτως σύγχρονο, ένα αρχέτυπο τελείως επίκαιρο. Και βέβαια η επιλογή μου έχει προηγούμενο. Στην αμέσως προηγούμενη ταινία μου πριν το «Invisible», τις «Τρεις Μέρες Ευτυχίας» οι ηρωϊδες είναι τρεις νέες γυναίκες που μάχονται κόντρα στο περιβάλλον για να βαδίσουν τον δικό τους δρόμο. Υπάρχει στην ταινία μια τέταρτη γυναίκα, μητέρα της μιας ηρωίδας, που επιχειρεί να αντιμετωπίσει την Ύβρι που δέχεται, με τρόπο τόσο ακραίο που θυμίζει την Μήδεια: αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια του ένοχου άντρα της. Γιατί και η Μήδεια ένα κομμάτι του εαυτού της σκοτώνει, όταν αφαιρεί την ζωή των παιδιών της.

Σήμερα, παντού κυριαρχεί η γυναικεία φύση και, μάλιστα, πιο επιτυχημένα από αυτή του ανδρός απ΄ ότι διαφαίνεται. Οικογένεια, εργασία, τέχνες, πολιτική, επιστήμες, η θηλυκή αρχή βρίσκεται επί των επάλξεων και μάχεται με σθένος. Είστε της άποψης, ότι ο 21ος αιώνας είναι αυτός που θα τοποθετήσει την γυναίκα έμπροσθεν των τρομερών γεγονότων του πλανήτη και, μάλιστα, θα νοικοκυρέψει την κατάσταση, αυτή που τόσες χιλιάδες χρόνια από την ανδρική κυριαρχία απέτυχε;

Η γυναίκα είναι σήμερα παρούσα παντού αλλά δεν ξέρω πόσο συχνά βάζει μια διαφορετική σφραγίδα αν και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι. Εξ άλλου είναι μεν παρούσα αλλά όχι καθοριστικά. Φοβάμαι πως αυτό έχει σε μεγάλο βαθμό συνδυαστεί με υιοθέτηση του ανδρικού λόγου, κάτι που ακυρώνει συχνά τις ίδιες τις γυναίκες και ταυτόγχρονα είναι ένας ευνουχισμός για ολόκληρη την κοινωνία σε τελική ανάλυση.

Αντίο Βερολίνο 1994

               Καμιά Συμπάθεια για τον Διάβολο – 1997

2000+1 Στιγμές – 2001

«Στον πολιτισμό πριμοδοτήθηκε το ψεύτικο, το ασήμαντο, το ακίνδυνο στη θέση του αληθινού. Δηλαδή ο ευνουχισμός απέναντι στη ζωή»

Invisible – 2016

Τρεις Μέρες Ευτυχία; – 2012

 

Η δική σας κινηματογραφική «Μήδεια» θα είναι το αρχέγονο πρότυπο ή αυτό της κάθαρσης και της εκδίκηση, καθότι η κόρη του Αιήτη φανερώνεται με διττή υπόσταση στην τραγωδία του Ευριπίδη. Η γυναικεία μανία και η απόλυτη βαναυσότητα από την μία όψη και η γυναίκα δίχως πατρίδα που απογυμνώνει την παρακμή και την ύβρη από την άλλη. Η τελευταία όψη είναι και η θεοκρατική της, άλλωστε, ως προς την πτώση των ανθρώπινων αξιών. Το χθες με το σήμερα και πόσο ομοιάζουν μεταξύ τους. Εσείς ποια από τις δυο όψεις της θα ακολουθήσετε στην ταινία σας;

Δεν πιστεύω στην εκδίκηση. Η Μήδεια τιμωρεί, δεν εκδικείται. Φέρει την κάθαρση. Κάθαρση ακραία, απίστευτα σκληρή. Μια εξέλιξη που δεν υποψιάζονται καν οι αλαζόνες φορείς της εξουσίας.

Η Μήδεια αντιδρά στον απόλυτο παραλογισμό που της επιβάλλουν και αφού την χρησιμοποιήσουν, την πετούν στα σκουπίδια. Θα έλεγα ότι επιβάλλει μια θεία τιμωρία κι ίσως αυτός είναι ο λόγος που ένα έργο τόσο προκλητικό μπόρεσε να παρουσιαστεί δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν. Μου φαίνεται αδιανόητο το θάρρος του Ευρυπίδη να την δικαιώσει αλλά και η ωριμότητα των θεατών και μιας ολόκληρης κοινωνίας που μπορούσε να αποδεχθούν μια τέτοια κατάληξη.

Πότε, με το καλό ξεκινάτε τις προετοιμασίες, τα γυρίσματα και σε ποιο χρόνο θα αποκαλυφθεί στις σκοτεινές αίθουσες;

Έχω ξεκινήσει προετοιμασίες, αναζητήσεις χώρων και συζητήσεις με βασικούς συνεργάτες εδώ και αρκετό καιρό. Είναι μεγάλες οι απαιτήσεις και οι δυσκολίες του εγχειρήματος και σε επίπεδο παραγωγής. Αφήνω ανοιχτό τον χρόνο μπροστά μια και κύριο μέλημα μου είναι να πετύχω αυτό που θέλω.

Έχετε επιλέξει πρωταγωνιστές;

Είναι και η διανομή μια τεράστια πρόκληση μαζί με τις άλλες. Δεν έχω καταλήξει ακόμη αλλά σίγουρα θα είναι κορυφαία ονόματα και βέβαια και κάποια πρόσωπα με τα οποία δεν έχω συνεργασθεί ξανά.

Πως περιγράφετε την σημερινή Ελλάδα, κ. Αθανίτη, εξαιρώντας το οικονομικό επίπεδο, για ευνόητους λόγους, για να παραμείνουμε στο κοινωνικό-πολιτικό και πολιτιστικό πεδίο. Υπάρχει ενδιαφέρον ή αναζητείται ελπίς, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι μας; Για να είμαι πιο ακριβής, η εσωτερική φωτιά της χώρας είναι ακόμα αναμμένη;    

Η εσωτερική φωτιά της χώρας, όπως ωραία το θέτετε, τρεμοσβύνει. Κυριαρχεί ένας τυφλός,  συχνά υστερικός λόγος, το συνεχές χάδι στο ακκιζόμενο τίποτα, η προβολή ξεπερασμένων κλισέ και ψεύτικων αξιών που στήνονται μέσα από επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Ένα βαθύ κενό τρυπώνει όλο και πιο βαθιά στην καρδιά της κοινωνίας μας. Πρέπει να βγούμε από τα μικρά εγώ που υπερασπιζόμαστε σαν μελοθάνατοι.

Οι κλειδώσεις, πάντως του Έλληνα μοιάζουν να είναι γεμάτες άλατα και να υποφέρουν από δυσκαμψία. Μηδέ πόδα, μηδέ χείρα, μηδέ φωνή ορθώνουμε. Σαν να ζούμε σε άλλον πλανήτη, παρατηρώντας τα σοβαρά γεγονότα που άμεσα μας αφορούν από την μικρή, σπιτική μας οθόνη. Εάν συμφωνείται εξηγήστε μου, ως άνθρωπος των τεχνών, που οφείλεται αυτό;

Ακριβώς έτσι είναι. Έχει κτιστεί ένα μικροαστικό πρότυπο ζωής εδώ και αρκετές δεκαετίες που βάζει το ατομικό μπροστά από το κοινωνικό και τα φτηνά εύκολα ψέμματα στη θέση της αλήθειας. Στον πολιτισμό πριμοδοτήθηκε το ψεύτικο, το ασήμαντο, το ακίνδυνο στη θέση του αληθινού. Δηλαδή ο ευνουχισμός απέναντι στη ζωή. Η περιχαράκωση σε ένα παιδαριώδες εγώ απέναντι στον έρωτα. Και βέβαια η αντίστοιχη αισθητική.Και μην ξεχνάμε ότι η αισθητική είναι πάντα και ηθική.

Όταν το 1993 μιλούσα στην πρώτη μικρή ταινία μου  «Φιλοσοφία», για τη χρεοκοπία της χώρας αυτό θεωρήθηκε επιστημονική φαντασία και πήρε το αντίστοιχο βραβείο στη Δράμα. Είναι τρομερό να αρνείται να δει μια κοινωνία τον εαυτό της στον καθρέφτη, να σηκώσει το πλαστικό χαλί της επιφάνειας.

Ελάχιστο χρόνο μετά το «Invisible», κυκλοφόρησε, επίσης με επιτυχία, το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο σας «Μυστικές Συναντήσεις». Συγγραφικά έχετε κάτι καινούργιο στα σκαριά;

Η συγγραφική μου δουλειά είναι τώρα στραμμένη κυρίως στο σινεμά. Γράφω αλλά δεν είναι ακόμη καιρός για να εκδώσω νέο βιβλίο. Πάντως μέσα από την τεράστια περιοδεία με το βιβλίο και την ταινία σε όλη την Ελλάδα, μιλάμε για πάνω από 35 πόλεις, το πιο όμορφο και αισιόδοξο, πέρα από την προσωπική ικανοποίηση, ήταν ότι συνάντησα παντού ανθρώπους με πάθος, ανθρώπους που δεν παραιτούνται, που στήνουν κοινότητες, που προσπαθούν έστω και με ελάχιστα μέσα, που δημιουργούν. Είναι υπέροχο.

Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ωραίο πράγμα να είσαι δεκαεφτά χρονών! Γιατί, ακόμα κι αν δεν μπορείς να κάνεις δικό σου όλο τον κόσμο, τουλάχιστον νομίζεις ότι μπορείς να τον βάλεις κάτω από τα σκέλια σου…»

Ο Κώστας Ακρίβος γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1958 στις Γλαφυρές Μαγνησίας. Σπούδασε Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων. Το 1983 διορίστηκε στο Λύκειο Ανδρίτσαινας και μέχρι σήμερα εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση ως φιλόλογος. Το 1985 κέρδισε με μια σύντομη ιστορία το 1ο βραβείο για νέους συγγραφείς σε διαγωνισμό της εφημερίδας Τα Νέα. Από τότε έχει συγγράψει πολλές ιστορίες, βιογραφίες, μυθιστορήματα και βιβλία για το λύκειο.

Τον Νοέμβριο του 2012 εκδίδεται το μυθιστόρημά του «Ποιος θυμάται τον Αλφόνς». Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων στην οποία διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. κατά τη διετία 2001-2003. Στο εκδοτικό του έργο περιλαμβάνονται αφηγηματικά βιβλία, ανθολογίες, συμμετοχές σε διάφορα συλλογικά έργα, ενώ πήρε μέρος στη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων.

Αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο για θέματα βιβλίου και πνευματικής παραγωγής. Συνεργάστηκε με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ) στα προγράμματα Συγγραφείς στα Σχολεία και Λέσχες Ανάγνωσης.

Δεν ήταν δικό σας το βίωμα του άτεγκτου θρησκευτικού οικοτροφείου στον Βόλο τη δεκαετία του ’70, έτσι δεν είναι κ. Ακρίβο; Και τι σας ώθησε να γράψετε τη γλυκόπικρη, σκληρή αυτή ιστορία, τη συγκεκριμένη στιγμή;

Από πολλούς η δεκαετία του ΄70 θεωρείται άνυδρη λογοτεχνικά. Αν εξαιρέσουμε το σημαντικό γεγονός της μεταπολίτευσης, χάρη και εξαιτίας της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο, δεν υπάρχουν άλλα γεγονότα και συμβάντα που να είναι σε θέση να πυροδοτήσουν τη φαντασία που θα οδηγήσει στη μυθοπλαστική ανάπλασή τους. Στέγνα και ξεραΐλα. Ωστόσο και σ’ αυτά τα χρόνια έζησαν και ονειρεύτηκαν έφηβοι, πόνεσαν συνειδήσεις, αγωνίστηκαν βιοπαλαιστές, γιγαντώθηκαν προσωπικά και οικογενειακά πάθη. Η δική μου εφηβεία συμπίπτει μ’ αυτά τα χρόνια, άρα και με τις ηλικίες των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος. Από τη σκοπιά του σημερινού ενήλικα θέλησα να δω και να θυμηθώ τον έφηβο «προπάτορά» μου: ποιος ήμουν, πώς σκεφτόμουν, ποια όνειρα και σχέδια έκανα τότε, εάν δικαιώθηκαν και σε ποιο βαθμό στα χρόνια που προστέθηκαν αργότερα στις πλάτες μου. Αν σ’ αυτό το πλαίσιο προσθέσει κανείς και τον δικό μου εγκλεισμό σε οικοτροφείο την περίοδο των γυμνασιακών χρόνων, τότε καταλαβαίνετε πως το στοίχημα γίνεται αμέσως διπλό.

Τα φιλαράκια που πρωταγωνιστούν στο «Γάλα Μαγνησίας» είναι πρόσωπα υπαρκτά δικά σας; Γιατί τόσο αληθινά μοιάζουν;

Βασική φροντίδα και έγνοια κάθε πεζογράφου είναι οι χαρακτήρες του βιβλίου του να αναδίδουν οσμή και άρωμα ζωής. Να μην είναι καρικατούρες και ανδρείκελα, μα να μιλούν στον αναγνώστη σαν να είναι υπαρκτές φυσιογνωμίες που λειτουργούν με όλες τους τις αισθήσεις. Τα τέσσερα βασικά πρόσωπα στο βιβλίο, όπως θέλω να πιστεύω και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, δεν είναι ξεκομμένοι από την πραγματικότητα, είτε την ατομική είτε την κοινωνική. Η δράση τους, τα λόγια και οι πράξεις τους φρόντισα να ανταποκρίνονται στο κλίμα της εποχής και στην ιδιοσυγκρασία του χαρακτήρα τους, ακόμα κι αν πολλά από αυτά που κάνουν δεν συμβαδίζουν με το πρότυπο του καλού παιδιού και του καλού μαθητή.

Νεανικές ανησυχίες, κορίτσια απονήρευτα, φιλιά στη ζούλα, τσιγαράκια στα κλεφτά, κοπάνες… Πόσο απίστευτα αγνά φαίνονται όλα τούτα συγκρίνοντας με το τώρα, έτσι δεν είναι;

Δεν ξέρω αν πω ευτυχώς ή αν δυστυχώς, πάντως η μνήμη μας έχει την τάση να ωραιοποιεί το παρελθόν καθώς το ραντίζει με το άρωμα της νοσταλγίας. Λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι όταν επιστρέφουν νοερά στα παιδικά ή τα εφηβικά τους χρόνια, αποσιωπούν συνειδητά ή ασύνειδα τις μελανές στιγμές και τα ζόρικα συμβάντα· θέλουν να θυμούνται μονάχα τα ωραία και τα όμορφα. Είναι στη φύση του ανθρώπου μια τέτοια διαδικασία αθώωσης. Και εκείνα τα χρόνια, όπως βέβαια και τα σημερινά, έχουν τις γελαστές, έχουν όμως και τις μελανές στιγμές τους. Απλώς, καθένας και καθεμία που περνάει το κατώφλι των -ήντα νοσταλγεί με πόνο ψυχής το «γλυκό πουλί της νιότης».

Οι Πελόμα Μποκιού, ο μακαρίτης ο Βλάσης, το βερμούτ, τα σέικ, η μαυροδάφνη Πατρών… Πού τα θυμηθήκατε όλα αυτά τα γλυκά και χαμένα; Τα κουβεντιάζατε με «παιδιά» από τότε; Περάσατε ωραία κοιτάζοντας πίσω στα χρόνια που κάκιστα ονομάζονται της αθωότητας;

Η αλήθεια είναι ότι οι τέσσερις ζωηροί έφηβοι μου έκαναν πολύ καλή παρέα την ώρα που τους ζωντάνευα στο χαρτί. Κουβεντιάζαμε, γελούσαμε, ξενυχτήσαμε αρκετά βράδια, τους είπα και μου είπαν τον πόνο και τον καημό τους. Ωραίο πράγμα να είσαι δεκαεφτά χρονών! Γιατί, ακόμα κι αν δεν μπορείς να κάνεις δικό σου όλο τον κόσμο, τουλάχιστον νομίζεις ότι μπορείς να τον βάλεις κάτω από τα σκέλια σου…

«Θα χαρώ με ένα τέτοιο ενδεχόμενο [ να γίνει σενάριο το βιβλίο ]. Ωστόσο καλό θα ήταν να ρωτήσουμε και τον Ζερβή, τον Μικ, τον Μπράσκα και τον Αχιλλάκο αν δέχονται κάποιοι άλλοι να υποδυθούν τις ζωές τους»

Ένα τραγικό περιστατικό γίνεται αβάσταχτο στους ώμους της παρέας των αγοριών. Τα διαλύει. Και θέτετε το ερώτημα: Η μνήμη του καθενός μας παίζει τα δικά της παιγνίδια, εξωραΐζει πράγματα, για να τη βγάλουμε καθαρή;

Έχει μια δίδυμη αδερφή η μνήμη, τη λήθη. Άλλες φορές τα πάνε καλά οι δυο τους γιατί έχουν το ίδιο μερτικό στο «θυμάμαι», άλλες φορές όμως διαπληκτίζονται για το ποια θα πάρει το πάνω χέρι. Χρειαζόμαστε τη μνήμη, επειδή χωρίς μνήμη ο άνθρωπος θα καταντήσει ά-λογο ον, αλλά χρειαζόμαστε και τη λήθη, έστω σε μικρές δόσεις, για να αποφορτίζει κάπου κάπου τον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου, έτσι ώστε να μένει χώρος για να αποθηκεύονται και τα τωρινά συμβάντα.

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο: Χρόνια διδάσκετε παιδιά σε λύκεια. Σας κάνει πιο ανοιχτόμυαλο, πιο ανεκτικό η επαφή σας με νέα άτομα;

Ανεπιφύλακτα: οπωσδήποτε! Για αυτό άλλωστε, όταν ο συγγραφέας έρχεται σε τόσο κοντινή επαφή με νέους ανθρώπους, γίνεται ένα είδος βαμπίρ: τρέφεται από το σφρίγος, τον ενθουσιασμό, την ελαφρότητα, το πηγαίο που μόνο η νεολαία είναι σε θέση να προσφέρει.

Εκτός γραπτών πώς κυλάει μια κανονική σας μέρα;

Μες στην αγία ρουτίνα της καθημερινότητας. Αλλά και προσπαθώντας να ξεκλέψω χρόνο για να απομονωθώ. Γι’ αυτό και σε καθημερινή βάση αφιερώνω μια δυο ώρες για βάδην ή για ήπια ορειβασία σε πλαγιές λόφων και βουνών.

Κλείνοντας: Το νοσταλγικό ασπρόμαυρο  εξώφυλλο δική σας επιλογής ήταν;

Έχω την τύχη τα βιβλία μου να στεγάζονται στις συγκεκριμένες εκδόσεις Αυτό σημαίνει αγάπη και φροντίδα από την πρώτη στιγμή, που το βιβλίο είναι ακόμη χειρόγραφο, έως και μετά την έκδοση και την κυκλοφορία του βιβλίου. Επομένως από κοινού με τους εκδότες, τη Βάσω και τον Νώντα Παπαγεωργίου, αλλά και την επιμελήτρια Ελένη Μπούρα, που τα βιβλία μου της οφείλουν το ευ ζην, επιλέξαμε τη φωτογραφία του σπουδαίου και αείμνηστου φωτογράφου Δημήτρη Λέτσιου, που με μεγάλη προθυμία μάς την παραχώρησε το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης όπου φιλοξενείται το αρχείο του.

Και κάτι ακόμα: Νομίζω ότι η ιστορία σας θα γινόταν ένα τέλειο σενάριο για το σινεμά. Δεν το κοιτάτε;

Θα χαρώ με ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο καλό θα ήταν να ρωτήσουμε και τον Ζερβή, τον Μικ, τον Μπράσκα και τον Αχιλλάκο αν δέχονται κάποιοι άλλοι να υποδυθούν τις ζωές τους.

Το βιβλίο «Γάλα Μαγνησίας κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο