fbpx

«Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής: Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Πώς θα μπορούσα να λείπω, ως γνήσια Αναπλιωτοπούλα, από την ξενάγηση της κυρίας Ιωάννας Παπαντωνίου, την προηγούμενη Κυριακή, στην έκθεση «Ιωάννα Παπαντωνίου «Ντουλαμάς» ο μεγαλοπρεπής. Ένα πανωφόρι αλλιώτικο από τα άλλα» στο Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138;

Η ξενάγηση έγινε με αφορμή τη δωρεά της οικογένειας Γιαννοπούλου από το Ναύπλιο, ενός σπάνιου πανωφοριού («κοζόκα»), από γκριζογάλανο καμηλό ύφασμα, με περίτεχνα τερζήδικα κεντήματα, που σύμφωνα με τον δωρητή ανήκε στην προγιαγιά του, που ήταν σύγχρονη της βασίλισσας Αμαλίας.

Στη σημερινή Ελλάδα, που οι γυναίκες ντύνονται από γνωστά πολυκαταστήματα, η έκθεση αυτή μας πάει πίσω στον χρόνο, για να αναδείξει τις ρίζες μας, το περίτεχνο του ενδύματος, τα υλικά και τον κόπο για να φτιαχτεί ο «ντουλαμάς» και το αντίστοιχο «πιρπιρί» για τις γυναίκες.

Ιωάννα Παπαντωνίου

Στο εισαγωγικό της σημείωμα η κυρία Παπαντωνίου μας λέει: «Σκοπός της έκθεσης είναι να αναλύσει τις παραλλαγές στην ορολογία, τα αχνάρια, τα υλικά και τη διακόσμηση του ντουλαμά και τελικά να προτείνει νέους τρόπους χρήσης του στη μόδα και το θέατρο».

Η ξενάγηση άρχισε από τον διάσημο πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess «Η άφιξη του βασιλιά Όθωνα στη Ναυπλία στις 6 Φεβρουαρίου 1833», που παρουσιάζει ιστορικά πρόσωπα της εποχής, πολλά από τα οποία φοράνε κόκκινο ντουλαμά.

Στον πίνακα υπάρχει και μια γυναίκα η οποία φοράει κοζόκα. Ήταν ένα ένδυμα που συνηθιζόταν στην Πελοπόννησο, και που θα πρέπει να φοριόταν με βράκα, φόρεμα ή αντερί, πουκάμισο και επιστήθιο.

Για την ιστορία, ο Όθωνας μετά από παραίνεση του πατέρα του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, αποφάσισε να ντύνεται με τη φορεσιά των Ελλήνων και αναζήτησε τον καλύτερο ράφτη.

Ο δήμαρχος του Ναυπλίου Σπύρος Παπαλεξόπουλος του σύστησε τον Σταύρο Κρεμμύδα, που είχε το ραφείο του στο Ναύπλιο και ήταν γνωστός για την ικανότητα του να στολίζει με κεντήματα από χρυσή και ασημένια κλωστή τα ενδυματολογικά σύνολα της εποχής.

Ο Όθωνας φόρεσε την μπλε ενδυμασία με φουστανέλα για πρώτη φορά στις 25 Ιανουαρίου του 1836, από τότε δεν την έβγαλε και ζήτησε να ταφεί με αυτήν.

Ο ντουλαμάς έχει τη θέση του και στο σύγχρονο θέατρο, καθώς η κυρία Παπαντωνίου σχεδίασε πάνω στο αχνάρι του πολλές παραλλαγές, χρησιμοποιώντας υφάσματα της επιλογής της σε διάφορους συνδυασμούς, με εντυπωσιακά αποτελέσματα στις «Χοηφόρες», στους «Επτά επί Θήβας», την «Εκάβη», στον «Κύκλο με την κιμωλία», στους «Δραπέτες της σκακιέρας», όπου πειραματίστηκε με την ασύμμετρη χρήση υφασμάτων και διακόσμησης.

Στην έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, που θα διαρκέσει μέχρι τις 26 Μαΐου του 2019, η κυρία Παπαντωνίου ζήτησε από Έλληνες σχεδιαστές μόδας να εμπνευστούν από τον ντουλαμά.

Στην έκθεση παρουσιάζονται δημιουργίες των: Angelos Bratis, Dimitris Dassios, Deux Hommes, Tina Karageorgi, Sophia Kokosalaki, Loukia, Maison Faliakos, Mi-Ro, Marcello Nyktas, Parthenis, Aristeides Tzonevrakis – «Aristotechnima», Daphne Valente, Zeus & Dione και Vassilis Emmanuel Zoulias.

Σημαντικές είναι επίσης οι δημιουργίες του Αριστείδη Τζονευράκη που δείχνουν τη δυναμική του ντουλαμά ακόμα και σε λευκό χρώμα.

Εν κατακλείδι, ο ντουλαμάς είναι ένα καταπληκτικό ένδυμα που έδωσε την αφορμή στην Ιωάννα Παπαντωνίου και τους συνεργάτες της να αρχίσουν μια μεγάλη έρευνα σχετικά.

«Ημέρα της Γυναίκας: Μια Υποκρισία», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Γλυκές μου Σταχτοπούτες, που ολημερίς παλεύετε για τον επιούσιο, παρακαλώ σας, μη βγείτε σαν ένα τσούρμο από μαινάδες, τη μέρα τούτη, που οι πατριάρχες μάς υποβίβασαν σε μαριονέτες. Δεν είσαστε εξωτικά πουλιά, ροδάνθια της ειρωνείας ενός μύθου.

Μια μέρα μας αξίζει μόνο; Η 8η του Μάρτη; Είναι η αληθινή ζωή εκεί έξω, κάθε μέρα. Προς τι ο διαχωρισμός; Έχουμε σάρκα και οστά, μυαλό και καρδιά, πάθος και λύσσα, δημιουργία. Δεν πιστεύω σε όλες αυτές τις αηδίες, περί συλλόγων γυναικών.  Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες μας έβγαλαν απ το σπίτι. Οι πόλεμοι, η έλλειψη ανδρικών εργατικών χεριών, η ανεπάρκεια.

Κοντύναμε τα φορέματα γιατί δεν υπήρχαν αρκετά υφάσματα για να σκουπίζουμε τους δρόμους. Καπνίζουμε γιατί η βιομηχανία πρέπει να πουλήσει. Η έξοδος μας είναι το κέρδος τους.

Αν με εθιμοτυπικά τερτίπια τού φορέσετε την μπροστοποδιά, την επαύριο θα έχετε τεράστιες απώλειες με ελάχιστο κέρδος. Πάλι θα ξυπνήσετε χαράματα για να φτιασιδώσετε το μουτράκι, να καλύψετε το μαύρο κύκλο κάτω απ το μάτι μετά από άγρυπνες νύχτες. Θα πάτε σούπερ μάρκετ, τα παιδιά στο σχολείο, τις δουλειές του σπιτιού, για να πέσετε ξερές στο κρεβάτι.

Αν κοιτάξω το ημερολόγιο, ξέρω πως γιορτάζω τον Δεκαπενταύγουστο. Αν κοιτάξω τη ζωή μου ξέρω πως προσπαθώ να γιορτάσω τη στιγμή. Και ναι πιστέψτε με είναι λίγες. Απαλλάσσω αυτά τα μικρά μυαλά, που θέλοντας να με φροντίσουν, μου φόρεσαν άλλη μια επέτειο.

Θα γιορτάζω πάντα τη Φαίδρα, την Αντιγόνη, την Κλυταιμνήστρα, τη Μήδεια, την Κική, την Άννα, τη Τζένη, την Ελένη. Καμιά τους δεν προσμένει τούτη τη μέρα, ούτε έναν πρίγκιπα στο πιάτο. Η καθεμιά ορίζει τα θέλω και την ουσία της ζήσης της.

Αυτό το λίγο, γιατί έχει και ήλιο έξω. Γιορτάστε τον.

Δημήτρης Θεοφίλου: «Η Αριστοκρατική Λεπτότητα του «Μαγεμένου Αυλού»», συζήτηση με την Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου»

Ένα μύθο θα σας πω, για τον Μαγεμένο τον Αυλό.

Σε ένα χώρο άκρως ερωτικό, με χαμηλή μουσική, έτσι ώστε να αφήνει τους θαμώνες του να επικοινωνούν μεταξύ τους, δεσπόζει ο Μαγεμένος Αυλός. Ένας χώρος που ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1961. Πρώτος ιδιοκτήτης ο Γιώργος Πολυχρόνης, κοσμική περσόνα της Αθήνας και γαμπρός του Παυλίδη, ίδρυσε ένα πρατήριο γλυκών. Αργότερα ο πολυταξιδεμένος Πολυχρόνης, εισάγει το αλμυρό στις γεύσεις και το πρατήριο μετατρέπεται σε εστιατόριο με πρωτόγνωρες για την εποχή γεύσεις: πίτσα, fondue..

Όταν το 1985 ο ιδρυτής αποσύρεται. Το τιμόνι πιάνει ο Δημήτρης Θεοφίλου, που υπήρξε θαμώνας του θρυλικού εστιατορίου. Τόσο θρυλικό, που κατά την διάρκεια της κουβέντας μας, μια κυρία, εισέρχεται στο χώρο για να δείξει στις Γαλλίδες ανιψιές της το στέκι του μέγα Μάνου Χατζηδάκι.

Ρωτώ τον κύριο Θεοφίλου για τα παιδικά του χρόνια και την ιστορία των γονιών του:

«Τον καιρό που ήρθα στη ζωή, ο πατέρας μου είχε μια ιστορική ταβέρνα στην Πλάκα και μία τουριστική κατασκήνωση στην παλιά Επίδαυρο. Δύο μέρη, που μαζεύονταν άνθρωποι με μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Πλάκα θεατράνθρωποι, δημοσιογράφοι, παλαιοί Αθηναίοι. Εις δε την κατασκήνωση όλο το καλλιτεχνικό προσωπικό που δημιουργούσε τότε τα ιστορικά φεστιβάλ της Επιδαύρου.

Έτσι λοιπόν συναναστράφηκα από την ηλικία των απαλών ονύχων όλον αυτόν τον κόσμο. Μα και η μητέρα μου προέρχονταν από καλλιτεχνική στόφα, διότι ως έφηβη, έγινε μαθήτρια τραγουδιού στον σπουδαίο μας Αττίκ. Στην περίφημη «μάντρα» του εμφανιζόταν σε διάφορες παραστάσεις. Η αδερφή της μητέρας μου ήταν η γνωστή χορεύτρια Λίντα Άλμα, που έγραψε ιστορία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και σύνδεσε τη ζωή της με τον Μάνο Κατράκη.»

Πως ο Μαγεμένος Αυλός φτάνει στα χέρια του;

«Εδώ βρήκα ένα στρωμένο δρόμο με ροδοπέταλα. Εδώ είχε ήδη γραφτεί ιστορία όταν ήρθε στα χέρια μου. Ερχόμουν ως πελάτης και με έθελγε η παρουσία του Χατζηδάκι και των άλλων τεραστίων προσωπικοτήτων. Όταν ο Γιώργος Πολυχρόνης ενδιαφέρθηκε να αποσυρθεί, βρεθήκαμε στο τιμόνι εμείς. Προσπαθήσαμε να έχουμε ένα σεβασμό στην παράδοση, θέλοντας να δώσουμε ένα φρέσκο αεράκι, χωρίς να ανατρέψουμε το ήδη διαμορφωμένο περιβάλλον. Ο Αυλός έχει έντονη την πατίνα του χρόνου, ακόμα και στα έπιπλα του, στο πάτωμα του, στους τοίχους του, στα πιάτα του».

Μάνος Χατζηδάκις – Μίκης Θεοδωράκης –Δήμος Μούτσης

«Ο Μάνος σύχναζε στον Αυλό από τις αρχές του 60. Όταν τέλειωνε η «Οδός Ονείρων», που απέναντι της είχε την «Όμορφη Πόλη» του Μίκη, εκείνος εμφανιζόταν. Οι δύο μεγάλοι δημιουργοί αγαπιούνταν και αλληλοσέβονταν, παρότι ο μύθος το ήθελε αλλιώς. Ο Θεοδωράκης ήταν και αυτός θαμώνας του Αυλού, γιόρταζε τα γενέθλια του και πολλές βραδιές ήταν αφιερωμένες στον σπουδαίο συνθέτ. Ένα βράδυ ο Δήμος Μούτσης προσπαθούσε να μιμηθεί πως διευθύνει ο Μάνος την ορχήστρα, εν τη απουσία του. Ξαφνικά εκείνος εμφανίζεται και του λέει με το χαρακτηριστικό Ρ. «Τι κάνεις Δήμο εκεί;» Οπότε πετάγεται ο Γκάτσος και λέει: «Τίποτα Μάνο, μας παριστάνει πως διευθύνει ο Μίκης»».

Αρχές της δεκαετίας του '60 όταν πριν ονομαστεί Μαγεμένος ΑυΛός ήταν πρατήριο γλυκών συνεργαζόμενο μετην βιομηχανία τροφίμων Παυλίδης

Σε περίοπτη γωνιά του Μαγεμένου Αυλού ο πίνακας του Επαμεινώνδα Δασκαλόπουλου με τον Μάνο Χατζηδάκι στο κέντρο του τραπεζιού να περιστοιχίζεται από τον Ματθαίο Μουντέ, τον Γιώργο Πολυχρόνη, τον Γιώργο Κουρουπό, τον Θεόδωρο Αντωνίου, τον Τάσο Λιγνάδη, τον Αλέξη  Μινωτή, τον Κώστα Μητρόπουλο, τον Γιώργο Μανιώτη, τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, τον Σπύρο Σακκά, τον Νίκο Περαντινό και τον Αλέκο Λιδωρίκη.

Ο Δημήτρης Θεοφίλου, η Ελένη Ροδά, ο Κώστας Βενετσάνος και ο "Κοκός" ή Κώστας Μουσάδης του Τρίο Ατενέ στον Μαγεμένο Αυλό

Ο σπουδαίος Έλληνας σεφ Γιάννης Ζουμπουλάκης μαζί με την βασίλισσα Φρειδερίκη (φωτό από το αρχείο του Γιάννη Ζουμπουλάκη)

Ο Μάνος στην Επίδαυρο

«Εγώ ήμουν νέος , αλλά και μικρομέγαλος. Πρώτα- πρώτα ήμουν μπροστά, όταν συνέλαβε το σκοπό του «ένα μύθο θα σας πω». Τότε ήταν μια ακόμα περίπτωση που ο Μάνος είχε αργήσει να γράψει μουσική. Αυτό δεν ήταν μη σύνηθες. Πάρα πολλές φορές ο Μάνος τις μουσικές για τις ταινίες τις έγραψε σε ταξί πηγαίνοντας στο στούντιο, στην πίσω μεριά της κασετίνας των τσιγάρων του. Έτσι και στην Επίδαυρο: «Α, το βρήκα παιδιά». Το είπε, το τραγούδησε άπαξ και με το Γιώργο Μούτσιο, έγινε επιτυχία.

Μέγας φιλόσοφος της ζωής

«Όταν ο αείμνηστος Μάνος, μίλαγε κρεμόντουσαν όλοι απ τα χείλη του. Ακόμα και οι φτασμένοι. Δεν τον κοντράριζε κανείς. Ήταν μέγας φιλόσοφος της ζωής. Είχε ένα αδιαπραγμάτευτο αφήγημα. Δεν αναζητούσε, είχε καταλήξει. Δεν έψαχνε, είχε βρει. Ιδιαιτέρως οι νέοι αρέσκονταν να τον παρακολουθούν».

Ερωτική φωλιά

«Το scandale είναι ότι το περίφημο ραντεβού του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έλαβε χώρα εδώ. Ναι εδώ. Αλλά εδώ δεν μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο έρωτα, μα για μια συνάντηση δύο νέων παιδιών, οι οποίοι ο καθένας απ τη μεριά του είχε λόγους να θέλει τη συντροφιά του άλλου.

Πολλά τα σημαντικά ζευγάρια που έχουν κάτσει στα τραπέζια μας. Η Αλίκη με τον Ππαμιχαήλ, ο Μινωτής με την Παξινού, ο Παπανδρέου με τη Λιάνη, η θεία μου η Λίντα με το Μάνο, ο Καζάκος με την Καρέζη πολύ συχνά, ο Μυράτ με τη Ζουμπουλάκη. Είναι ένα σημείο που βόλευε. Το αγαπούσε ο κόσμος. Ευτυχώς ακόμα και τώρα έχουμε κόσμο που πριν πάνε για ύπνο περνάνε απ εδώ».

Ζουμπουλάκης ο σεφ

Για να ευλογήσουμε και τα γένια μας ο κύριος Θεοφίλου μας μιλάει και για τον παππού Ζουμπουλάκη. «Στη δουλειά μας, το όνομα Ζουμπουλάκης σημαίνει πολλά διότι υπήρξε ο μέγας σεφ. Δύο μεγάλοι σεφ, έγραψαν ιστορία στην ελληνική κουζίνα. Ο Τσελεμεντές και ο Ζουμπουλάκης. Ο δεύτερος ήταν πολύ enfant gate για να  γράψει.

Μόνο από τυπωμένες συνεντεύξεις του γνωρίζουμε κάποια απ τα μυστικά του. Ο Τσελεμεντές ήταν πιο λαϊκός άνθρωπος και έγραψε για τη ελληνίδα νοικοκυρά».

Στην οδό Αμυντά, στον αριθμό 4 ο Μαγεμένος Αυλός, ο κύριος Θεοφίλου μα και τα παιδιά που συνεργάζονται μαζί του, μας καλωσορίζουν στο παρελθόν, μας μαγεύουν το παρόν και μας ετοιμάζουν  ένα καλάθι με καλούδια για το μέλλον.

«S.O.S. : Δράκουλας Καλεί τη Μαμά του», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Αγαπημένη μου Αθήνα, κάθε βράδυ έχεις κάπου να με στείλεις, να δω, ν ακούσω, να γευτώ το κάτι τις μου. Τρίτη βράδυ, τρεις γυναίκες το κλείσαμε το Zonars. Μετά την παρουσίαση των καπέλων της Κατερίνας Καρούσσος, πίναμε και μιλούσαμε, καταρίπτωντας μύθους.

Μα ναι φυσικά και μιλήσαμε και για άντρες, αλλά να, επειδή η Γαρυφαλιά κι εγώ έχομεν μιαν κλίση προς τα αιμοσταγή, η κουβέντα στράφηκε προς τον ένα και μοναδικό μαμάκια. Μόλις είχα τελειώσει το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ και έτσι μνημονεύσαμε αυτό το παιδί των τετρακοσίων ετών.

Δράκουλας ή Βλαντ Τσέπες ή Βλαντ Δράκουλα ή Bλαντ ο Ανασκολοπιστής. Τόσα ονόματα, ούτε φάκελο στην Ευελπίδων να είχε το παιδί. Θρύλος των Βαλκανίων και του Χόλυγουντ επίσης. Τετρακόσια χρόνια έψαχνε τη Μίνα του και στους δρόμους της αγάπης που γι αυτόν ήταν σχεδόν πάντα νυχτερινοί, ρούφηξε το αίμα κόσμου και κοσμάκη.

«Το αίμα είναι ζωή». Όταν ο Μπραμ Στόκερ ήταν μικρός και ασθενικός, δεχόταν την διαδεδομένη θεραπεία της εποχής, την αφαίμαξη. Τρομακτικό για ένα παιδί που αργότερα θα ψάξει στην αντίπερα όχθη και θα στείλει τον ήρωα του από την Τρανσυλβανία στο Λονδίνο προς αναζήτηση του παντοτινού έρωτα.

Πότε πρόλαβε να ζήσει τον έρωτα ο Δράκουλας; Ίσως ποτέ. Όλο σε πολέμους και εξορίες βρισκόταν ο έρμος. Στη δεύτερη πατρίδα του θα συναντήσει τη Μίνα, την «παρθενοπιπίτσα» που στο πρόσωπο της αναγνωρίζει τη γυναίκα του. Σιγά μη το «φάμε». Κατά τους σύγχρονους ιστορικούς έκανε δύο γάμους. Εκτός απ τη Μίνα θα γνωρίσει και τη Λούση, μια «τσαπερδονοσφυριχτρούλα», που μέσα σε μία μέρα τρεις προτάσεις γάμου, είχε και έπαιζε τους άντρες στο κομπολόι της.

Ε, η Λούση την πλήρωσε. Η Λούση η απελευθερωμένη απ τους κώδικες της εποχής, η Λούση η ερωτιάρα, η Λούση το αντράκι που του θύμιζε τον πατέρα του. Διότι ο μπαμπάς Δράκουλας δεν ήταν και κανένα αθώο παιδάκι. Άφησε τον Κόμη και τον αδερφό του όμηρους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και εκείνος την έκανε «φίδι», τάχα μου για την επανάσταση. Τι έγινε ρε παιδιά;

Και να ταν μόνο αυτό; Στην προεφηβική του ηλικία, έπρεπε να αφήσει πίσω την αγκαλιά της μάνας, της τροφού και γενικότερα την κοινωνία των γυναικών για να μυηθεί στο σκληρό ανδρικό πρότυπο με τα ετεροθαλή αδέρφια, καθώς ο πατέρας  ζούσε με μια Μολδαβή πριγκίπισσα. Η απουσία της μητέρας από την καθημερινότητα τον τσαλάκωσε, η έλλειψη του μητρικού χαδιού εξηγεί αποτρόπαιες συμπεριφορές, σκληρότητα για τον ανθρώπινο πόνο, ακόμα και γυναικών αλλά και παιδιών.

Μέσα απ τη γλυκιά Μίνα, έψαχνε τη μητρική στοργή, ευγενή συναισθήματα, θαλπωρή και ζεστασιά. Ερωτεύτηκε τη γυναίκα – μάνα. Η βίαιη αποκοπή από τη μητρική εστία τον ενέταξε σε ένα κόσμο που δεν επέλεξε και ίσως δεν αποδέχτηκε ποτέ.

Μου θυμίζεις τη μάνα μου γι αυτό δεν δαγκώνω πολύ.

«Δημήτρης Λιμπερόπουλος: Ο Πρίγκιπας Πίσω Από τους Μύθους», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

«…Φυσικά δεν ξεχνιέται η παγκόσμια αποκλειστική συνέντευξη που πήρα του Ωνάση πάνω στη θαλαμηγό του, όταν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ήσαν στην παραλία. Είχε στην «Χριστίνα» την παντρεμένη Μαρία Κάλλας»

Τελειώνοντας τη διαδικτυακή μας κουβέντα ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος, μου γράφει: «ο Μάνος Χατζιδάκις μου είχε πει, αν γράψεις για μένα ΝΑ ΜΕ ΣΕΒΑΣΤΕΙΣ το ίδιο λέω εγώ σε σένα». Του απαντώ πως αν δεν σεβόμουν τον Άνθρωπο, δεν θα ζητούσα να μου μιλήσει. Λίγες οι συνεντεύξεις που κάνω, λίγοι οι άνθρωποι που εκτιμώ και αυτούς τους τοποθετώ σε βάθρο και όχι σε αιματοβαμμένο βωμό για πρόσκαιρους οιωνούς.

Τον παρακολουθούσα στο facebook, όταν μια μέρα πήρα το κουράγιο, μετρώντας ένα, δύο, τρία και βγάζοντας μια βαθιά ανάσα, έτσι για το κουράγιο που ήθελε το εγχείρημα, του στέλνω μήνυμα πως θα ήθελα να κάνουμε μια κουβέντα για τον ίδιο. Η ώρα περνούσε και ήμουν προετοιμασμένη για το «όχι» σε όλες τις γλώσσες που μιλά ο κύριος Λιμπερόπουλος, έρχεται η θετική και λακωνική απάντηση: «στείλε τις ερωτήσεις». Χαράς ευαγγέλια!

Ο άνθρωπος, ο δημοσιογράφος, ο φύλακας των μυστικών πολλών διασημοτήτων, ο συγγραφέας 10 βιβλίων, να καταδεχτεί να μου απαντήσει; Με ρωτά αν είμαι επαγγελματίας δημοσιογράφος και με περίσσιο θράσος του απαντώ «όχι φυσικά!». Ε τώρα λέω ήρθε η «πανταχούσα», θα με στείλει στα τσακίδια και δίκιο θα χει, αφού δεν απαντά σε ερωτήσεις στο ελληνικό διαδίκτυο. «μου αρέσει το «γλωσσάριο» που χρησιμοποιείς» μου γράφει. Ουφ Ανάσταση.

Την επομένη, το πρωί του στέλνω τις ερωτήσεις, με μια υποσημείωση, για τη μη επαγγελματική μου ιδιότητα ως δημοσιογράφος. Εκείνος δράττοντας την ευκαιρία λέει «κι εγώ ντρέπομαι ΣΗΜΕΡΑ να πω ότι είμαι δημοσιογράφος».

Κάμερα, φώτα, ήχος και πάμε. Όχι λάθος. Ερώτηση 1η και φύγαμε:

με Ρούντολφ Νουρέγιεφ και Μαργκο Φοντέιν
ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ : Είμαι η πιό δυστυχισμένη γυναίκα του κόσμου...

Τι σας έλειψε από τη ζωή και τι σας χόρτασε περισσότερο;

Μου έλειψαν τα παιδικά χρόνια, μεγάλωσα χωρίς αδέρφια σε αγρόκτημα, δεν είχα φίλους να παίξω… έκανα παρέα με το σκυλί μου, μια χελώνα… και με τα κραγιόνια μου – σκιτσάριζα από τριών χρονών. Με ρωτάς, τι χόρτασα στη ζωή μου… χαχαχα… μα δεν έχεις καταλάβει ότι το είδος άνθρωπος είναι αχόρταγο; Πόσο ένας δημοσιογράφος που παίρνει συνεντεύξεις από διάσημους και νομίζει ότι είναι κι αυτός σπουδαίος.

Μα για μένα και για πολλούς είναι σπουδαίος, ενόσω η νοητική του τιμή έχει ανοδική πορεία στο χρηματιστήριο Αξιών των δύσκολων καιρών που περνάμε, όχι γιατί μας θυμίζει τον πλούτο του Ωνάση, μα για τις ιδέες του βάθους που έβγαλε στην επιφάνεια.

Με τόση δουλειά (Δημοσιογραφία, βιβλία, εξόδους )προλαβαίνατε να έχετε προσωπική ζωή;

Η προσωπική μου ζωή ταυτίστηκε με εκείνη προσωπικοτήτων που όχι μόνο τις γνώριζα σε απόσταση αναπνοής, αλλά αρκετές διασημότητες με τιμήσανε με την φιλία τους και την εμπιστοσύνη τους. Και μπαίνοντας στη ζωή τους ένιωθα ότι συμμετείχα κι εγώ…. Αυτή ήταν πλέον η προσωπική μου ζωή.

Ο χρόνος, ο αφιερωμένος στην εργασία σας άφησε να ερωτευτείτε και να ανταποκριθείτε στα καθήκοντα ενός συντρόφου;

Και φλέρταρα και τσιλιμπούρδισα και ερωτεύτηκα και αρραβωνιάστηκα, αλλά δεν παντρεύτηκα. Και να μια εικόνα, νύχτα στη Νέα Υόρκη, η δικιά μου στο κρεβάτι, εγώ στη γραφομηχανή. Την ενοχλούσε το κλικ κλικ κλικ. και μου ζητάει να μη γράφω τη νύχτα. Μια, δυο, τρείς… κι ενώ είμαστε έτοιμοι να συνδέσουμε τις τύχες μας δια βίου – που λένε – καληνύχτα άνευ καλημέρας το πρωί.

Τι σας λείπει πιότερο από την εποχή που τα πράγματα φαίνονται σε μένα σήμερα πιο ανθρώπινα και πασπαλισμένα από τη χρυσόσκονη του χρόνου;

Με ξαναρώτησες τι μου έλειψε, ξανά απαντάω, συναισθηματικά τώρα. Μου έλειψαν τα παιδικά μου χρόνια, η εποχή της αθωότητας, με τους γονείς μου να με φροντίζουν και να μην έχω σκοτούρες επιβίωσης, η αγάπη τους, η στοργή τους, που μου λείπουν τώρα στα μαγκούφικα στερνά μου.

Πάρε τα κυάλια και κοίταξε στη παραλία τους συναδέλφους σου απ΄ όλο τον κόσμο... είναι ο θρίαμβός σου
Και τώρα που μου έβγαλες τα γυαλιά και είδες τα μάτια μου, τι κατάλαβες....
94 χρινων !

Ποια εφημερίδα, συνεργάτες και περιβάλλον θυμάστε με νοσταλγία;

Θυμάμαι με συγκίνηση το πρώτο μου σκίτσο και την πρώτη υπογραφή μου στην «Αθλητική Ηχώ». Την πρώτη αποστολή μου στο εξωτερικό (στην Αίγυπτο για το «Εμπρός» το 1951 ) και την συνάντησή μου με τον Μορίς Σεβαλιέ, που τον σκίτσαρα – κράτησε το σκίτσο και έκανα δεύτερο για μένα. Φυσικά δεν ξεχνιέται η παγκόσμια αποκλειστική συνέντευξη που πήρα του Ωνάση πάνω στη θαλαμηγό του (1959 ) όταν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο ήσαν στην παραλία. Είχε στην «Χριστίνα» την παντρεμένη Μαρία Κάλλας….

Και φυσικά θυμάται: «Και πως να ξεχάσω τους δυο μεγαλύτερους εφημεριδάδες – τον Στέφανο Κρανιώτη, αρχισυντάκτη στο « Έθνος» και τον Αλέκο Φιλιππόπουλο, διευθυντή στην «Απογευματινή», που με άφησαν να γράφω ελεύθερα κι όχι με προδιαγραφές – συμφέροντα».

«δεν το πιστεύω ότι δέχτηκα να δώσω συνέντευξη στην Ελλάδα ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ»

Είχα και άλλες ερωτήσεις, μα ο Δημήτρης Λιμπερόπουλος – το ΛΙ με Ι – , σαν λίμπερο- ελεύθερος, πάει να κάνει ένα τσιγαράκι στη ζούλα και να ξεκουραστεί. Τον αποχαιρετώ με ένα απόσπασμα του 6ου, αν δεν κάνω λάθος βιβλίου του «Η ντουλάπα της γιαγιάς».

«Κι όμως έκρυβα μέσα μου έναν άλλο εαυτό μου, που αντιστεκότανε στο βιαστικό πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ, αυτό που σήμερα έχει θεριέψει -κυρίως στην τηλεόραση- κι έχει κατασπαράξει τη λογική, τον προβληματισμό, το γράψιμο…»

«Ο Μπάρμπα Μήτσος και η Τζέιν Μπίρκιν», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Δύο χρόνια πριν γεννηθεί το μοντέλο, ηθοποιός και τραγουδίστρια στο Μέριλμπον του Ηνωμένου Βασιλείου, στην Αταλάντη του νομού Φθιώτιδας, ήταν ήδη δύο ετών ο μπάρμπα Μήτσος, που συναντώ τις μέρες όταν δεν βρέχει στον πεζόδρομο της Γεωργίου Ολυμπίου, στο Κουκάκι. Καθισμένος κατάχαμα να φτιάχνει τα ψάθινα καλάθια του.

 Ο μπάρμπα Μήτσος δεν «νογάει» από μόδα, όπως λέει και συνεχίζει την παράδοση που σχεδόν έκλεψε απ’ τον παππού του. Όταν χωνόταν στα πόδια του για να μάθει την τέχνη, εκείνος τον απόδιωχνε, καθώς χαράμιζε την ώρα της δουλειάς, έχοντας ένα πιτσιρίκι να στριφογυρνά μέσα στα καλάμια που θα γίνονταν καλάθια.

Καλάθια για ελιές, τυριά, αβγά και παντός είδους φύλαξης τροφίμων στην ελληνική, αγροτική επαρχία που δεν διέθετε ψυγεία, μα μόνο αποθήκες που προστάτευαν τις σοδειές.  Καλάθια για πεσκέσια που πηγαινοέρχονταν στην Αθήνα και πάλι πίσω για να γεμίσουν αναχωρώντας ξανά  για την πρωτεύουσα, υποστηρίζοντας παιδιά, αδέρφια συγγενείς που στο κλεινόν άστυ αναζητούσαν μια καλύτερη τύχη.

Κάθομαι στο ψάθινο σκαμνάκι, δίπλα στο καλαθοποιό και τον ρωτάω από πότε κάνει αυτή τη δουλειά: «Από δώδεκα χρονών, απ τον παππού και τον πατέρα μου την έμαθα. Μα ο παππούς ήταν ο μεγάλος μάστορας, ο καλλιτέχνης και του ‘χα αδυναμία. Απ τα καλάθια ζω. Με τα καλάθια ερωτεύτηκα και παντρεύτηκα την κυρά στα 14, με τα καλάθια μεγάλωσα τα παιδιά. Εφτά έχω. Τέσσερα παιδιά και τρία κορίτσια. Μα κανένα δεν ασχολείται με την τέχνη. Είναι μπελαλίδικη δουλειά»

Αυτά τα μπελαλίδικα καλάθια κρατούσε η Τζέιν Μπίρκιν, απ τα τέλη της δεκαετίας του 60 μα και αυτήν του 70, από το πρωί ως τις βραδινές, επίσημες εμφανίσεις της, δημιουργώντας τη μποέμ fashion icon. Την εύθραυστη, φευγάτη παρουσία, που μοιράστηκε 13 χρόνια με τον Σερζ Γκενσμπουργκ. Τα καλάθια αυτά στιγμάτισαν τα περισσότερα φωτογραφικά εσταντανέ της, στο πλάι του μεγάλου έρωτα, με τον οποίο απέκτησε και μια κόρη, τη Σαρλότ.

Τρικυμιώδης σχέση, όπως τρικυμιώδης είναι και η ζωή του μπάρμπα Μήτσου κι ας μην έχει παιδιά, παρά μόνο με την κυρά του.

Μιλάει και τραγουδάει πονεμένα, λαϊκά τραγούδια για τη ζωή, τον έρωτα, τα νιάτα που πέρασαν. Κοιτάζει τα χέρια του, σκληρά και με κόμπους που άφησε το μάζεμα της καλαμιάς και της λυγαριάς, που γίνεται την εποχή, λίγο πριν τα Χριστούγεννα, όπως μου λέει. Τα μαζεύει μόνος του, γύρω απ τα ποτάμια. Σκληρό πράμα η λυγαριά, που δύσκολα σκίζεται στα τρία για να φτιάξει τα χερούλια και τα στημονάρια.

Κι αν η Τζέιν έκανε μποέμικη ζωή, ο μπάρμπα Μήτσος είναι «φευγάτος» χειμώνες – καλοκαίρια για τη δουλειά. Το χειμώνα Αθήνα, τα καλοκαίρια μετακομίζει την πραμάτια του για τους τουρίστες, τους βασικούς αγοραστές στα νησιά. Ρόδος, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος.

Αν για μια τσάντα Μπίρκιν του Hermès, που πήρε το όνομα της Τζέιν, χρειάζονται  δύο ημέρες για να φτιαχτεί και το κόστος αρχίζει από πέντε χιλιάδες ευρώ, ο μπάρμπα Μήτσος κάνει 3 με 4 ώρες να φτιάξει, ενός μεσαίου μεγέθους καλάθι με 10 ευρώ (15 με καπάκι όπως το ζήτησα). Με φυσικά υλικά και όχι με το δέρμα γδαρμένων και βάναυσα σκοτωμένων κροκοδείλων, που εκτρέφονται ειδικά για την Birkin Croco. Αυτός είναι και ο λόγος που η ηθοποιός και τραγουδίστρια απαίτησε να μην χρησιμοποιείται πια το όνομα της για αυτή την τσάντα.

Και ενώ το πάνω μέρος της ντουλάπας μου και μέρος του παταριού, έχει κορεστεί από τσάντες, τα τέσσερα τελευταία καλοκαίρια μου, κρατώ μόνο καλάθια.

«Χωρίς», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Σκηνή πρώτη, πλάνο πρώτο:

Ένα μικρό, ξανθό κοριτσάκι, περιμένει στην εξώπορτα του σπιτιού του, τον ερχομό του πατέρα της από την Αθήνα. Η παραγγελιά της, βιβλία.

Σκηνή πρώτη, πλάνο δεύτερο:

Τον βλέπει να φτάνει και τρέχοντας, τον αγκαλιάζει από τα γόνατα. Μέχρι εκεί τον φτάνει. Εκείνος την παίρνει στην αγκαλιά του και το χωμένο προσωπάκι μυρίζει την αγάπη μέσα από το μπλε raincoat με τη γούνινη επένδυση.

Γιώργος Διαμαντόπουλος

Υπάρχουν άντρες που είναι γεννημένοι πατεράδες. Αυτός είναι ο δικός μου. Ξύλο ποτέ. Τον ρόλο του τον έχανε στα χρόνια του γάμου, κάποιες φορές όταν η μάνα τον μετέτρεπε σε άντρα – παιδί, χειραγωγώντας τη βούλησή του. Τα κατάφερνε μερικές φορές εκείνη, ιδίως όταν επρόκειτο για την αδελφή μου.

Υπήρξα ένα ατύχημα που αγαπήθηκε και αγάπησε πολύ. Οι δύσκολες γέννες της με έφεραν στη ζωή όταν εκείνος κόντευε τα 50 του. Σαν έφτασα στα 14 κοντά την χάσαμε.

Από τότε εκείνος έγινε ο ζωοδότης ήλιος μου. Έπρεπε να εφευρίσκω την ώρα του ύπνου του για να χαρώ την σελήνη των 28 ημερών. Έγινα η προστάτιδα της αϋπνίας. Οι φτερούγες του ήταν πάντα πάνω μου. Εκείνος με κράταγε πάντα έξω από τον κόσμο και τον κόσμο στα πόδια μου. Και ενηλικίωση ποτέ. Ακόμα και τώρα που η πρεσβυωπία με κάνει να βλέπω τα πράγματα τόσο κοντινά. Ακόμα και τώρα που έχει φύγει.

Δεν επέτρεπε να ζητήσω την βοήθεια κανενός άλλου άντρα γιατί κανείς δεν ήταν ικανός  να ξεπεράσει εκείνον και το δημιούργημά του. Ίσως να είναι ο λόγος που το άλλο φύλλο με αναζητούσε. Προστάτιδα υπέρτερη, αφού ήμουν το ανδρόγυνο της ζωής μου, στον καθένα που με πλησίαζε αφού για κείνον κανένας δεν ήταν άξιος να βρίσκεται στο πλάι των κοριτσιών του.

Οι κόρες του δεν έπρεπε να ζητούν, να απλώνουν χέρι βοήθειας σε κανέναν. Μόνο να αμφισβητούν και να ελέγχουν τις προθέσεις αυτών που τις προσέγγιζαν.

 Έζησα τον μεγάλο αδελφοκτόνο πόλεμο μαζί του. Από τις διηγήσεις, την παρακαταθήκη του άσθματος. Πηγαίναμε ατέλειωτες εκδρομές στις αναμνήσεις του.

Πολέμησε στα βουνά της Μακεδονίας, χωρίς να χρησιμοποιήσει μια σφαίρα. Ήταν στον «Δημοκρατικό Στρατό» με το στίγμα του «Αριστερού Πλευρίτη». Στη μνήμη μου υπάρχει έντονη ιστορία με τους πατεράδες των ανταρτών.

Έπρεπε ο στρατός να περάσει το ναρκοπέδιο αλώβητος. Ένα σχοινί έδενε τους αφημένους στα μετόπισθεν γέροντες πατέρες των ανδρών που πολεμούσαν στο βουνό. Ένας κάθε εφτά μέτρα. Αυτοί μπροστά και ο στρατός πίσω. Κάθε που ένας τους πατούσε τη νάρκη, ο λοχαγός έκοβε το σχοινί και συνέχιζε. Δεμένοι με τον θάνατο. Κάθε φορά που έλεγε την ιστορία, ο κόμπος ανέβαινε στη φωνή και σταματούσε πριν την αποτελειώσει.

Αυτή η θυσία τον στιγμάτισε. Σε όλη του τη ζωή κατάφερε να μετατρέψει αυτή την εικόνα της θυσίας σε «ευχαρίστηση». Για να μπορεί να στολίζει τα μαλλιά μας με πέταλα της τύχης και κοχυλάκια της παραλίας μας.

Πέντε χρόνια φέτος. Η μνήμη μου έγινε διαμάντι. Εμείς το μόνο που κάναμε ήταν η δύναμη που βάλαμε για να του κλείσουμε τα μάτια._

«Ο Γιάννης Μπέζος Ανέστησε τον Μαυρογιαλούρο», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Το κείμενο αυτό, το εμπλουτισμένο από το φωτογραφικό υλικό της Γαρυφαλιάς Πιτσάκη, θα εξέλειπε απ τον διαδικτυακό ετούτο τόπο, αφού το περασμένο  Παρασκευοσαββατοκυριακοδεύτερο θα έπρεπε να ήμουν στο Παρίσι και να σας στέλνω φωτογραφίες από τα κίτρινα γιλέκα ως τις μπουτίκ της Chanel  και του Dior. Αυτό όμως είναι ένα άλλο «κομματάκι», που έχει να κάνει με τα ταξίδια μας με τον  Γιάννη Ζουμπουλάκη.  Ώπα  έκανα και ρίμα.

Η Νότα Διαμαντοπούλου και ο Σπύρος παπαδόπουλος
Η Νότα Διαμαντοπούλου με τον Λάκη Λαζόπουλο

Αφού λοιπόν απέφυγα το κρύο του Παρισιού και προτιμώντας  αυτό της Αθήνας, βρέθηκα στην επίσημη πρεμιέρα του θεάτρου Προσκήνιο, στο έργο των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου, «Υπάρχει και Φιλότιμο».

Κριτικός θεάτρου δεν είμαι. Ως απλή «Σταυρακιάδα» θα μπορούσα να σας μιλήσω για εκείνη την παλιά ταινία του 1965 με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα.

Επίσημη Πρεμιέρα

Επίσημη Πρεμιέρα

Ο Γιάννης Μπέζος και αυτό το λέω με το χέρι στην καρδιά, σε τίποτα δεν ταυτίστηκε με τον παλιό μεγάλο μας ηθοποιό. Προσάρμοσε, σκηνοθέτησε και υποδύθηκε έναν ήρωα, χωρίς να κοπιάρει κάτι απ τον αείμνηστο.

Πληθωρικός με στεντόρεια φωνή, αστείρευτο υποκριτικό τάλαντο, κατάφερε να μεταφέρει στο σήμερα μια κωμωδία που γράφτηκε το 1950, με αρχικό τίτλο «Ανώμαλη προσγείωση». Με την υποκριτική ευρωστία του κατάφερε την εναλλαγή του ρόλου με ταχύτητα αίλουρου. Η εκφραστικότητά του περνούσε από το κωμικό στο αυτοσαρκαστικό και απ τον θυμό στην ατομική μέθεξη της θλίψης.

 Η υπόθεση γνωστή σε όλους μας. Δύο κόσμοι που συναντιούνται σε ένα μικρό χωριό της πολιτικής περιφέρειας του Υπουργού, ύστερα από ένα απρόοπτο ατύχημα. Εκεί ο τρίτης γενιάς πολιτικός θα ανακαλύψει τις οικονομικές ατασθαλίες των συνεργατών του που μέσα απ το κουμκανάκι, τις κοσμικές εξόδους και το λούστρο της πρωτεύουσας του φαίνονταν αδιανόητες.

Λιτή μεταφορά, εξαίρετο σκηνικό, που από κατοικία μοντέρνου ρυθμού της δεκαετίας του 60, μετατρέπεται σε λιακωτό, όπου ο πρωταγωνιστής συναντά τους παραπονεμένους ψηφοφόρους της περιφερείας του. Έξυπνα τα μουσικά γκαγκς, που εμπλουτίζουν κάθε στιγμή απορίας, «στοχασμού» και ξαφνικής λογιοσύνης του Μαυρογιαλούρειου πνεύματος.

Το σίγουρο είναι πως μια τέτοια κωμωδία, μετά από εξήντα οχτώ χρόνια μένει φρέσκια, αφήνοντας μια πικρή γεύση, καθώς αυτό δεν είναι και τόσο ευχάριστο για τούτη εδώ τη χώρα.

Η Κατερίνα Λέχου

Στην επίσημη πρεμιέρα παρευρέθησαν πολλοί  ηθοποιοί , μεταξύ των οποίων οι: Γιάννης Φέρτης, Σπύρος Παπαδόπουλος, Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Μιχάλης Ρέππας, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Κατερίνα Λέχου, Γιάννης Τσιμιτσέλης, Λάκης Λαζόπουλος, Γιώργος Αρμένης, Ζέτα Δούκα, Χρήστος Σπανός, Νίκη Παλληκαράκη, Βασίλης Κούκουρας, Μαρίνα Ψάλτη, Νικολέτα Κατσαηλίδου, Αλμπέρτο Φάις και πολλοί ακόμα.

Η Νότα Διαμαντοπούλου και ο Γιάννης Φέρτης
Ο χρήστος Σπανός, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, η Μαρίνα Ψάλτη και η Νίκη Παλληκαράκη

«Βάγια Κον Ντιος Ανγκέλα», της Νότας Διαμοντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Όταν στην «Εισαγωγή στον Ναρκισσισμό» ο Φρόιντ έγραφε, ότι οι γυναίκες αφοσιώνονται στην ομορφιά για να αποζημιωθούν για την καταπίεση τους, η Άνγκελα θα διάβαζε το καταστατικό του κόμματος της. Με την επίσκεψη της στην Αθήνα, φορώντας τη στολή της καγκελαρίας μου θύμισε κλητήρα. Καγκελαρία! Τι λέξη κι αυτή! Λατινογενής, αμέ το έψαξα. Από το cancellarious. Κλητήρας ή γραμματέας των Ρωμαϊκών δικαστηρίων που στεκόταν πίσω απ τα κάγκελα. Είδατε λοιπόν;

Γιατί αυτό δεν θυμίζουν τα πράσινα, τα κόκκινα, τα μπλε, τα θαλασσιά σακάκια της Μέρκελ; Κλητήρα! Στην επίσκεψη της στο προεδρικό μέγαρο στην Αθήνα, φορούσε το βαθύ πράσινο, το χρώμα του χρήματος και της φιλοδοξίας, της σταθερότητας και της υπομονής. Και μήπως αυτά δεν ήθελε να ενστερνιστεί ο Πανούλης; 

Κυριακή μεσημέρι, να τον έχει κόψει λόρδα, να κάθεται μες στο ασφυκτικό κολάρο, με τη μούρη φράπα να «φτύνει» στους γραφείς του εφήμερου, πως αφήνει το έτερον του ήμισυ που το ‘χει σε εκτίμηση, μέσα σε ομοβροντία γέλιων και αστεϊσμών. Μα είναι τόσο large που δεν στερεί ψήφο εμπιστοσύνης, ώστε ακόμα και το Ζουράρι να είναι ευχαριστημένο και ψηφιστερό!

Γλυκιά μου Άνγκελα, ξέρω τι έχεις μέσα στη ντουλάπα σου. Το ίδιο κουστουμάκι, υπογραφής Bettina Schoenbach, σε εκατοντάδες αποχρώσεις. Στο μπουντουάρ σου δεν μπορώ να υποθέσω. Μάλλον μπορώ. Αφτερσέιβ.

Είμαι ένα πολιτικό ζώο που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ ενεργά με την ίδια την πολιτική. Δεν ήθελα να συμμετάσχω σε βαρετές συνεδριάσεις, να φαντάζω σοβαρή και να είμαι κλεισμένη σε σιδερόφραχτα ταγιέρ. Αυτό θα το φορέσω σαν μου κάνει κέφι.

Η δική μου ντουλάπα έχει ρούχα από μαντάμ – μαντάμ, αναντάμ παπαντάμ μέχρι «τσόλι». Σαφέστατα δεν είμαι το αντιπροσωπευτικό δείγμα γυναίκας καριέρας. Ακριβώς το αντίθετο. Βαριέμαι εύκολα, μου αρέσουν οι μεταμορφώσεις.

Κοιτάζοντας τη λίστα Forbes των πιο ισχυρών γυναικών του 2018, την πρωτιά την έχει πάλι  η Άνγκελα. Για 8η συνεχή χρονιά. Μετά η Τερέζα Μέι και τρίτη η Κριστίν Λαγκάρντ. Γυναίκες δηλαδή από τον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, των επιχειρήσεων.

Μπορεί όμως να τους χρεωθεί ο όρος γυναίκα;

Από τα τέλη της ευδαιμονίας της Κρητομινωικής εποχής μέχρι τις αντοχές της θείας Κλυταιμνήστρας, σαν οι Αχαιοί φέρνουν την πατριαρχεία ως καθεστώς, οι γυναίκες υποτάσσονται. «Ψιμυθιάζονται» για να είναι όμορφες, αρεστές και ποθητές. Δίνουν γη και ύδωρ για την εικόνα της καλής κόρης, συζύγου, μητέρας.

Σήμερα μετά από τόσα χρόνια καταπίεσης η εικόνα της αρχαίας κόρης πρέπει να αντιγράψει το κυρίαρχο αρσενικό για να μπει στα χωράφια του. Κόμη αυστηρή, σχεδόν κοντή ομοιάζουσα του αρχετυπικού άνδρα, παπούτσι φλατ, ολυμπιονίκη της ορθοστασίας.

Γυναίκες αποκαίδια της ίδιας τους της ζωής, θυσία στο βωμό μιας καριέρας στο ανδρικό πλαίσιο. Η ηλικία της συμμόρφωσης πρέπει κάποτε να τελειώσει. Η εποχή της ταυτότητας ας γράφει και ας είναι γυναίκα.

«Μια «Ορφανή» Μακαρονάδα για τις Γιορτές», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Βαθύτατα εγωκεντρικό άτομο ως είμαι, θα βγάλω τον καλικάντζαρο από μέσα μου και θα τον αφήσω να χοροπηδήσει πάνω στον επίλογο των γιορτινών ημερών που πέρασαν, ευτυχώς και φέτος. Τώρα που σιγά-σιγά σβήνουν τα υπέρλαμπρα λαμπιόνια των δέντρων, των μπαλκονιών, των βιτρινών και γυρίζουμε στην αληθινή ζωή, θα ξομολογηθώ γιατί σιχαίνομαι όλο αυτό το πανηγύρι της άγιας, οικογενειακής κατανάλωσης-ανάλωσης των ενοχών μας.

Για αρχή θα πω, πως αυτές οι ραδιούργες γιορτές πέφτουν χειμώνα, μια εποχή που αγαπώ να μισώ. Στα ΝικολοΒάρβαρα, όπως τα λένε στο χωριό μου, η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει κι αυτό μόνο χαρά θα μου έφερνε αν το γιόρταζαν με το φως του νεογέννητου και την απουσία του Απόλλωνα στους Υπερβόρειους, χωρίς το φετίχ της βιτρίνας και της επίπλαστης μικροαστικής ευτυχίας, που προσποιήθηκα κι εγώ μέχρι το 2013.

Μέχρι τότε, ήμουν ορφανή μόνο μητρός κι αυτές τις κρύες μέρες που ξέβραζε το γιορτινό κλίμα, έπρεπε να τις ρετουσάρουμε για τον πατέρα με οικογενειακά τραπέζια, λίγη μνήμη, ζορίζοντας τη λήθη στο περιθώριο.

Τώρα πια, ως παρατηρητής, απολαμβάνω να κανιβαλίζω, αυτούς που για να υποδεχτούν την έλευση του μωρού και του νέου έτους, απολυμαίνουν τα σπίτια τους, τινάζουν χαλιά, αποστειρώνουν τουαλέτες, φέρνουν παραδουλεύτρες να απομακρύνουν ακόμα και μια τρίχα απ το κεφάλι του παιδιού τους που κοιμάται εν αχρηστία στο πάτωμα του γλυμένου διαμερίσματος τους.

Γίνονται η χαρά του χασάπη, που τον βλέπουν χαρούμενοι να τεμαχίζει, τα σφαγμένα ζωντανά και τον ικετεύουν να βγάλει τα λοιπά λιπάκια της άγιας χοληστερόλης τους.

Γεμίζουν το σπίτι νεκρά λουλούδια, που τα ψεκάζουν με ακριβά αρώματα, για να επαληθεύσουν την τύχη, την εισαγόμενη από Άγγλους, Γάλλους , Πορτογάλους.

Στο κομμωτήριο της γειτονιάς παίρνουν φωτιά τα πιστολάκια γιατί η καούκα δεν μπορεί να φριζάρει, άγια μέρα, άγια νύχτα.

Τα πολυκαταστήματα πακετάρουν δώρα, μικρά μεγάλα και οι πωλήτριες υπομένουν όρθιες την αθανασία του κιρσού.

Δεν θέλω να γίνω ένα ακόμα μέρος του «ημερολογίου πένθους» του χρόνου. Άλλωστε για μένα ο χρόνος θα είναι πάντα σχετικός. Τη στιγμή που βάζω την τελεία που βλέπεται είναι ήδη παρελθόν. Προσπαθώντας να αλλάξω παράγραφο, είναι μέλλον. Που πήγε το παρόν;

Γι αυτό θα κάτσω σπίτι, θ αράξω σπίτι κι άμα πεινάσω τηγανίζω κανα αβγό. Δεν μπόρεσα την υπερβολή της τοξικής μάσας, των γλυκών, των πιομάτων και των χωνευτικών.

Μια «ορφανή» μακαρονάδα με λίγους φίλους γύρω με χορταίνει. Με χορταίνει το ασήμαντο των ημερών. Με χορταίνει η ζωή, οι άνθρωποι που με αποδέχονται έτσι, η αδερφή μου που ξέρει το άσβεστο μίσος γι αυτές τις μέρες και για χρόνια πολλά πήρε τηλέφωνο έτσι, στο πουθενά. Ο σύντροφος που ανέχεται και συγχωρεί την παραξενιά και τη μουντρουχιά.

Το μότο των ημερών, είναι ο Αντόνιο Γκράμσι και το «γιατί μισώ την πρωτοχρονιά»: «Θέλω κάθε πρωινό να ναι για μένα και μια πρωτοχρονιά……. Τις πτώσεις μου εγώ τις επιλέγω, όταν αισθάνομαι μεθυσμένος από έντονη ζωή και θέλω να κάνω μια βουτιά στη ζωικότητα  για να αντλήσω από κει καινούρια δύναμη»

 

Και εις άλλα με υγεία.