fbpx

«Η άλλη, σχεδόν άγνωστη, ταινία για τον Freddie Mercury», γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Bohemian Rhapsody movie: the gospel according to Brian May & Roger Taylor

Βρίσκομαι σε περίεργη θέση, αλλά τουλάχιστον: πρόκειται για ‘win-win’ situation. Εν ολίγοις: χαίρομαι μεν που «η ταινία για τον Freddie Mercury» έκανε και κάνει ντόρο, που πάει για τα Oscars, αν και δεν τη θεωρώ «καλή» σε τελική ανάλυση! (Την έχω δει 6-7 φορές ως τώρα – Διαβάστε την πρώτη γραπτή μου αντίδραση εδώ).

Τη θεωρώ «λίγη». Πρόχειρη. Επιφανειακή. Τη θεωρώ «φτηνή» για το καλλιτεχνικό μέγεθος του Freddie και προφανώς κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των εναπομεινάντων Queen, Brian May και Roger Taylor, που, (λογικό είναι), στα 70 τους πουλάνε το stock.

Την παραγωγή τη θεωρώ μέτρια. Οι ηθοποιοί; Μια χαρά την κάνανε τη δουλειά τους πάνω στο άθλιο σενάριο. 

Είναι κάλπικη η εικόνα που δίνεται για τον Freddie.

Είναι η ιστορία ειπωμένη σύμφωνα με τον Brian May και Roger Taylor, μια χλιαρή χολιγουντιανή πατάτα, με ελάχιστο ζουμί: μια biopic σαν όλες τις άλλες, για το ομογενοποιημένο κοινό των Mall, των fast foods, τους σημερινούς επιφανειακούς προχειράνθρωπους.

Θεωρώ επίσης ότι ο Rami Malek δεν πρέπει να είχε την παραμικρή ιδέα περί Queen-Freddie Mercury πριν του προταθεί ο ρόλος, (δεν το θεωρώ κακό αυτό απαραίτητα). Ο Rami αντί για μίμηση του Freddie έπαιξε πρώτον ως Rami και δευτερον καθοδηγούμενος από τους σκηνοθέτες που θέλανε, προφανώς, να κάνουν μια biopic συνταγής.

Επειδή είναι καλός ηθοποιός το αποτέλεσμα είναι «αποδεκτό».

Η ταινία όμως είναι «το κατά May & Taylor ευαγγέλιο».

Τι; Αν θα άρεσε στον Freddie η ταινία;

Μπα!

Θα τους ξεμάλλιαζε!

Πάρτε λοιπόν την ταινία αυτή σαν ‘γκοφρέτα’, σαν συνθετικό χάμπουργκερ.

Όπως και το τωρινό line-up των περιοδευόντων “Queen+”, με ένα “American idol” ανδρείκελο να γαυγίζει τα hits.

O χρόνος θα την κρίνει καλύτερα, ενώ τώρα παίζει ακόμα όλος αυτός ο ενθουσιασμός, τα promotion, οι μεγαλοστομίες. Tα hits και το πάντα ισχυρό icon status του Freddie είναι που κόψανε τα εισιτήρια, κάνοντας την εν λόγω ταινία ένα από τα πιο «πετυχημένα biopic» ως τα σήμερα.

Για το μόνο που χαίρομαι είναι που όλη αυτή η φιέστα φέρνει τον Freddie κοντύτερα στην πλέμπα.

Η άλλη ταινία:

«The Freddie Mercury Story – Who wants to live forever»

Τηλεταινία του 2016, (βλ. Link  δεξιά).

Στην αρχή προφανέστατα η ταινία πρέπει να είχε τον τίτλο «The Great Pretender», συμπίπτοντας με μια πολυτελή φωτογραφική έκδοση υπό τον ίδιο τίτλο που κυκλοφόρησε επίσης τότε. Και εντέλει, προφανώς, για να δώσει το οκ ο Brian May, ο τίτλος της τηλεταινίας άλλαξε σε «Who wants to live forever».

Εδώ λοιπόν έχουμε μια τηλεταινία-ντοκιμαντέρ, μισό-μισό: υπάρχουν δηλαδή και συνεντεύξεις, και original υλικό, αλλά και δραματοποιημένα μέρη, με ηθοποιούς, ένα doc-fiction, δηλαδή.

Βέβαια, το budget είναι χαμηλό, αλλά η ταινία είναι τίμια.

Το κύριο βάρος πέφτει στις δραματικές τελευταίες μέρες του Freddie.

Toν Freddie υποδύεται o Jοhn Blunt, ένας σωσίας του Freddie και τους υπόλοιπους Queen τους υποδύονται οι υπόλοιποι της (κακής!) Tribute μπάντας του, των Killer Queen! (Sorry, αλλά «ευθύμησα» μέχρι δακρύων βλέποντας μερικά τους βίντεο).

Κοίτα όμως που παρά τις ταπεινές καταβολές της ταινίας, το τελικό value-αποτέλεσμα χτυπάει αρκετούς απ’ τους στόχους. Ως ντοκιμαντέρ πρώτα απ’ όλα μπαίνει σε «ύδατα» που άλλα ντοκιμαντέρ δεν τόλμησαν. Και ως ταινία-ταινία: ο Blunt καταρχήν είναι πειστικότερος.

Αυτόν έπρεπε να βάλουν και στην ταινία για τα multiplex.

Και εκεί που η ταινία με τον Malek είναι σχεδόν ..ομοφοβική, (είναι!!!), εδώ τα πράγματα είναι no holds barred. Πολύ πιο ρεαλιστικό αποτέλεσμα, σε αντίθεση με την ταινία που πάει να σηκώσει Oscars: 1ου Αντρικού ρόλου, Καλύτερης ταινίας κλπ.

Να λοιπόν, έτσι λειτουργεί ο φαύλος κύκλος:

Το προϊόν που υπερδιαφημίζεται παγκοσμίως από τα μέσα: δοξάζεται και κονομάει.

Το άλλο προϊόν, που έχει καλύτερο value, θα παραμεληθεί.

Πρέπει να πω επίσης, ότι αυτή η τηλεταινία-ντοκιμαντέρ λοιδορήθηκε από ένα ελεγχόμενο μέρος των μέσων, κυρίως λόγω της low budget παραγωγής της. Αλλά και η ταινία Bohemian Rhapsody έχει κακολογηθεί -δικαιολογημένα- κυρίως λόγω του άθλιου σεναρίου. Η ταινία «Bohemian Rhapsody» παρακολουθεί τον Freddie από τότε που συνάντησε τους Brian & Roger και πάει μέχρι το Live Aid, ενώ η ταινία «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» περιγράφει τα τελευταία χρόνια της ζωής του.  

Και τέλος όσον αφορά την ταινία «Bohemian Rhapsody», έτσι κι αλλιώς, το Oscar είναι ένα «πέτσινο», «τσίγκινο» βραβείο: έχουν δοθεί Oscars και σε χειρότερες ταινίες.

Δείτε το «The Freddie Mercury Story – Who Wants to live Forever» και το ξανασυζητάμε.

«Τίποτα πιο εμπορικό από το ποιοτικό;», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Ένας χρόνος «λειτουργίας»!

Σ’ αυτή μας τη σημερινή «συνάντηση» αποφασίσαμε να αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα “ευχολόγια” και τις κοινότυπες σκέψεις, προωθώντας λίγο περισσότερο τη δημιουργία και τον προβληματισμό.

Με τον όρο “προβληματισμό” φυσικά, δεν αναφερόμαστε μόνο στους κοινωνικούς ή τους οικονομικούς προβληματισμούς που μπορεί να ταλανίζουν τον καθένα.

Σίγουρα το προχωράμε κάπως παραπέρα και εισερχόμαστε σε ότι έχει να κάνει και με τη μουσική.

Έτσι…

…Σκεπτόμενοι τα δικά μας, την τελευταία εβδομάδα ”γεννήθηκε” σχεδόν αυτόματα ο προβληματισμός που αφορά τις μουσικές προτιμήσεις των νέων σήμερα.

Παρατηρώντας δε τις επιλογές τους, όσον αφορά τη διασκέδαση, ο προβληματισμός εντεινόταν και το συμπέρασμα θα καθυστερούσε να σχηματιστεί.

 Όλες οι επιλογές ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους.

Τι εννοώ;

Σάββατο βράδυ στο κέντρο.

Πληθώρα ανθρώπων επέλεξαν να διασκεδάσουν σε κάποιο γωνιακό club.

Άλλοι πάλι, προτίμησαν να περάσουν το Σαββατόβραδό τους ακούγοντας τζαζ, ενώ πολλοί ήταν κι εκείνοι που υποδέχθηκαν το πρωινό της Κυριακής παρέα με τη δική τους, γνώριμη ροκ συντροφιά.

Παρατηρώντας όλα τα άτομα ως τρίτος, πιθανόν να φαίνεται δύσκολο για κάποιον το να καταλήξει σε συμπέρασμα για το ποιος απ’ όλους διασκέδασε περισσότερο ή πέρασε καλύτερα. Πιθανόν όλοι. Πιθανόν και κανείς.

Αντί προλόγου…

Οι μουσικές μας επιλογές κατ’ εμέ είναι συνάρτηση τεσσάρων πολύ βασικών παραγόντων:

α) Παρέα

Με ποιους ήμαστε, με ποιους θα περάσουμε το βράδυ μας;

Δεν είναι λίγες οι φορές που καταλήγεις στα “μπουζουξίδικα” γιατί

“το ήθελε η παρέα”.

β) Χώρος

Αναλόγως το μέρος που έχετε κανονίσει με την παρέα, διαμορφώνεται νοητά και μια “λίστα” με το ποιες είναι οι πιθανές επιλογές σας εκεί.

π.χ. Είναι Ιούλιος και βρίσκεστε στην παραλιακή.

Ίσως και να καταλήξετε σε ελληνάδικο.

γ) Χρόνος

Μπορεί το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά σου να βάζεις τα ακουστικά και να συντονίζεσαι στον πιο soft σταθμό των fm. Δεν σου εγγυάται όμως κανείς πως το βράδυ δεν θα είσαι έτοιμος να ανέβεις σε τραπέζι ακούγοντας στη σειρά τσιφτετέλια! Δίκαιο.

δ) Ψυχική Κατάσταση

Είναι δεδομένο πως άλλη μουσική θα ακούσεις όταν είσαι χαρούμενος, άλλη όταν είσαι στεναχωρημένος, άλλη όταν είσαι μέσα στον έρωτα και την ευτυχία και άλλη όταν είσαι στα πατώματα, αμέσως μετά τον χωρισμό. Η ψυχική σου διάθεση άλλωστε παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο στο όλο “παιχνίδι”.

Ωστόσο, οι μουσικές μας επιλογές επηρεάζονται, διαμορφώνονται, μεταλλάσσονται θα λέγαμε και από το τι προβάλλεται τριγύρω μας.

Εν έτη 2019, οι περισσότεροι θα λέγαμε πως με τις επιλογές τους δείχνουν να  τάσσονται υπέρ των εμπορικών τραγουδιστών.

Οι δισκογραφικές κι αυτές εξακολουθούν να κάνουν τις επιλογές τους, όσον αφορά την προβολή δουλειών αλλά και καλλιτεχνών που ακολουθούν πιστά το εμπορευματοποιημένο μοτίβο.

Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που επιλέγουν την εναλλακτική σκηνή ως μέσο έκφρασής τους, διαλέγουν ήχους διαφορετικούς από το συνηθισμένο ή το καθιερωμένο και… “αντιπαθούν” οτιδήποτε εμπορικό ή τους καλλιτέχνες της “απέναντι όχθης”.

Ποια είναι λοιπόν τα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από τις επιλογές των νέων;

Mήπως τα όρια μεταξύ “εμπορικού” και “ποιοτικού” έχουν αρχίσει να ξεφτίζουν;

Σκοπός μας δεν είναι σε καμία περίπτωση να κατονομάσουμε πρόσωπα και καταστάσεις.

Παρόλα αυτά, τα παραδείγματα θα καταστήσουν όσα λέμε λίγο πιο σαφή…

Μου ζητήθηκε να καταγράψω τις σκέψεις μου σχετικά με το τι κάνει αυτά τα δύο “στρατόπεδα” τόσο διαφορετικά.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των εναλλακτικών καλλιτεχνών και των λίγο πιο…”αναγνωρίσιμων” (επονομαζόμενων πλέον και εμπορικών) δεν είναι άλλη από τις επιλογές τους.

Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους ταλαντούχους, οι οποίοι δεν δέχονται να τραγουδήσουν κάτι που ενδεχομένως να μην τους εκφράζει. Κι αν θέλετε την άποψη μου, μπράβο τους.

Από την άλλη μεριά του νομίσματος, τόσοι και τόσοι μπορεί να έβγαλαν ένα δυνατό “hit” και λίγο αργότερα η φουρτούνα που προκάλεσαν να κόπασε…

Και θα ρωτήσει κάποιος τώρα: Αυτοί θεωρούνται εμπορικοί;

Εξαρτάται είναι η απάντηση μου.

Ας πούμε, όλοι θυμόμαστε αυτό εδώ…

Στην περίπτωση του Γιώργου Ρους έχουμε να κάνουμε με έναν επιτυχημένο στο είδος του καλλιτέχνη. Έβγαλε μια μεγάλη επιτυχία, όπως πολύ καλά θυμάστε όμως, σύμφωνα με πολλούς, δεν συνέχισε με την ίδια ένταση την πορεία του καθώς “το όνομα του δεν ακούγεται όσο άλλων”. Μην ξεχνάτε όμως πως κάτι τέτοιο μπορεί και να συμβαίνει ίσως επειδή ο ίδιος το επέλεξε.

Αυτό φυσικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Ρους δημιούργησε (και δημιουργεί) μικρά διαμάντια κατά τη διάρκεια της μουσικής του πορείας.

Στην δεύτερη περίπτωση, αυτή της εμπορικότητας, έχουμε να κάνουμε με πλάσματα επίσης ταλαντούχα, τα οποία όμως μπορεί να ξεφύγουν λίγο από τα πιστεύω και τα ιδεώδη τους προς χάριν του… “θορύβου” που κάνει το όνομά τους στις πίστες και στα club.

Για να μην είμαστε απόλυτοι, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που τα ιδεώδη των καλλιτεχνών ταιριάζουν, συμπίπτουν, συναντιούνται θα λέγαμε με τις εκάστοτε “τάσεις” του κοινού.

Αν κάποιος εκφράζεται τραγουδώντας λαϊκά τραγούδια, αναφερόμενα σε πόνο ή ερωτική απογοήτευση, στοχεύει και στην αντίστοιχη μερίδα κοινού η οποία, με τη σειρά της, θα εκφραστεί ακούγοντάς τον.

Υπάρχουν παραδείγματα καλλιτεχνών που ενώ ασπάζονταν την εναλλακτική σκηνή, ξεκίνησαν να “απασχολούν” ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα του κοινού (είτε επειδή οι ίδιοι προώθησαν μια τέτοια κατάσταση με τις επιλογές τους, είτε επειδή “έγινε μόδα”, είτε λόγω της προβολής τους, κοκ).

Το αποτέλεσμα είναι ένα:

Οι εν λόγω “εναλλακτικοί” έκαναν εγγραφή και στο club των “εμπορικών”.

Τρανταχτό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης, ίσως και λόγω της τόσης προβολής της, δεν είναι άλλο από τη Νατάσα Μποφίλιου.

Η συγκεκριμένη καλλιτέχνης με την τόσο μαγική φωνή, είναι από τις λίγες τραγουδίστριες που δεν θεωρώ ότι έχει αλλάξει το ύφος και το χρώμα στα τραγούδια της απλά και μόνο για να κάνει επιτυχίες.

Διατηρεί πανομοιότυπο στυλ σε όλες τις δουλειές της.

Είναι αυτό που είναι και καθ’ όπως φαίνεται… “πουλάει”.

Έχουμε δει αρκετές φορές πως το ποιοτικό μπορεί να είναι και εμπορικό.

Όσοι ασχολούνται με το έντεχνο μονοπάτι της ελληνικής μουσικής μπορούν να το επιβεβαιώσουν άλλωστε.

Τα όρια λεπταίνουν και σχεδόν εξαφανίζονται όσο τα χρόνια περνούν…

Όπως αναφέραμε όμως και πιο πάνω είναι και η “μόδα” που παίζει το ρόλο της.

Το 2012 και σε ηλικία μόλις 29 ετών, κάνει την εμφάνιση του ανεβάζοντας αυτοσχέδια video στο youtube.

Το τραγούδι του “Δεν ταιριάζετε σου λέω” με τον ίδιο να τραγουδάει απλά με την κιθάρα του στο χέρι γίνεται αμέσως viral και τραγουδιέται σχεδόν παντού.

Οι περισσότεροι χλευάζουν, όμως εκείνος κυνηγάει το όνειρό του.

Σύντομα δέχεται την πρώτη του πρόταση για συνεργασία με δισκογραφική κι έτσι, το 2013 κυκλοφορεί την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, υπογεγραμμένη φυσικά από τον ίδιο.

Η φήμη του εκτοξεύεται, παρόλα αυτά οι επικριτές του παραμένουν πολλοί.

Τον ίδιο δεν φαίνεται να τον απασχολεί η γνώμη του κόσμου.

Τραγουδάει ασταμάτητα, γράφει τραγούδια σε συναδέλφους του και βήμα βήμα κάνει το όραμά του πραγματικότητα.

Όλα αυτά μέχρι εκείνο το μοιραίο πρωινό Φεβρουαρίου του 2016 όπου χάνει τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα.

Μιλάμε φυσικά για τον Παντελή Παντελίδη.

Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης όσο ήταν στη ζωή αγαπήθηκε από πολλούς και αυτό δεν αμφισβητείται.

Ωστόσο, όντας εμπορικός τραγουδιστής, εκπλήρωσε κι αυτός το δικό του ρόλο, έστω και μετά θάνατον, στο “παιχνίδι” της μόδας στη μουσική βιομηχανία. Τα views των κομματιών του στο διαδίκτυο ανέβηκαν κατακόρυφα λίγο μετά της αποχώρησης του από την ζωή, ακόμα κι από ανθρώπους που ήταν μέχρι πρότινος εντελώς ανίδεοι με το είδος που τραγούδαγε ο Παντελής Παντελίδης.

Εκατοντάδες άνθρωποι “χτύπησαν” τατουάζ με τα αρχικά του και μέχρι και τη στιγμή που μιλάμε, αρκετοί είναι αυτοί που θα βάλουν να ακούσουν τα κομμάτια του, ακόμα κι αν δεν το έκαναν πριν.

Αντί επίλογου…

Βάζοντας τα πράγματα στη ζυγαριά, ένα είναι το μόνο βέβαιο:

Ο τρόπος έκφρασης για τον καθένα είναι κάτι μοναδικό, ξεχωριστό και πολύ προσωπικό τις περισσότερες φορές.

Πίσω από τη μουσική θα κρύβονται πάντα, καλώς ή κακώς, πολλά ακόμη πράγματα τα οποία μόνο αν κάποιος κάνει τον κόπο να εμβαθύνει, μπορεί έστω και λίγο να διακρίνει.

Κι επειδή δεν θέλουμε να σας “κουράσουμε” άλλο, ξέρουμε καλά πως σάς έχουμε πλέον “συνηθίσει” σε μουσικά τελειώματα. Κάτι τέτοιο λοιπόν θα κάνουμε και τώρα. Το InTownPost σας παραθέτει μερικά πολύ αγαπημένα κομμάτια καλλιτεχνών της Ελληνικής εναλλακτικής μουσικής σκηνής.

Φιλιά,

Μαρκέλλα

Το Φαινόμενο Greta Van Fleet και οι Led Zeppelin, του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Είναι η μπάντα για την οποία μιλάει αυτές τις μέρες όποιος έχει την παραμικρή σχέση με το Rock εν γένει. Καταγράφοντας τις πρώτες εντυπώσεις και τις πρώτες παρατηρήσεις μου, βλέποντας & ακούγοντας για πρώτη φορά τους GVF αποφάνθηκα:

Αυτό που βλέπω και ακούω τώρα είναι πρώϊμοι Led Zeppelin, ok. Η μπάντα αποτελείται από τέσσερις «πιτσιρικάδες» -οι τρεις είναι αδέρφια. Και είναι καλοί. Που σημαίνει: είναι τόσο καλή «αντιγραφή» των Zeppelin, που προερχόμενη από τόσο νέα παιδιά έχει μια αγνότητα. Τα παιδιά είναι μόλις 20, 21 είναι ο μεγαλύτερος νομίζω.

Η αρχική αντίδρασή μου ήταν: «Kι άλλοι μίμοι των Led Zeppelin;» Όμως πάλι.. χάρηκα που έβλεπα αυτά τα παιδιά να παίζουν τα (καλούτσικα) τραγούδια τους, χρησιμοποιώντας τους Zeppelin ως genre σαν τους αριστούχους ενός σύγχρονου School of Rock. Γιατί όχι;   

Ακόμη και μεγαλύτεροι σε ηλικία να ήταν, χομπίστες ή επαγγελματίες, πάλι θα εντυπωσίαζαν με αυτό, το ηχητικό τους αποτέλεσμα. Και όσον αφορά το σύνολο, αλλά ειδικότερα όσον αφορά τη φωνή της μπάντας, τον Josh Kizska.

Φρέσκος αέρας: από την «εξοχή» στην κορυφή του Billboard

Ξεκίνησαν το 2012, στην μικρή κωμόπολη, σχεδόν χωριό, Frankenmuth, στο Michigan, Αμερική. Μεγάλωσαν στα λιβάδια δηλαδή, (όπως λένε κι οι ίδιοι σε συνεντεύξεις). Άρχισαν να παίζουν ζωντανά, τοπικά, σε κοντινές πόλεις, ως παιδιά, έφηβοι ακόμα. Θέλω να πω: είναι αληθινή, ‘οργανικά’, η ιστορία τους, δεν είναι το project κανενός παραγωγού. Φαντάζομαι τα πρώτα τους ακροατήρια να ενθουσιάζονται. Κι από ‘κει άρχισε να ανθίζει το φαινόμενό τους. ‘Από  στόμα σε στόμα’ μαθευτήκανε, πρώτα τοπικά, μετά ευρύτερα στον χάρτη της πολιτείας κι αργότερα των υπολοίπων πολιτειών των USA. Κυκλοφόρησαν τα EP’s τους από το 2014 ως το 2016 και μόλις τον περασμένο Οκτώβρη (2018) κυκλοφόρησαν το πρώτο τους full album Anthem of the Peaceful Army”. Το οποίο πήγε στην κορυφή των πωλήσεων στην Αμερική.

Από τις ταπεινές τους καταβολές και τα νεανικά τους αλματώδη βήματα ‘στην πιάτσα’, τα παιδιά, οι Greta Van Fleet, αυτή τη στιγμή γεμίζουν γήπεδα, είναι η πιο πρόσφατη No1 Charting Rock μπάντα στην Αμερική. Έχουν προταθεί για 4 Grammy’s και προβλέπεται να σηκώσουν τουλάχιστον κανα δυό απ’ αυτά.

Χαίρομαι αλλά και ..ανησυχώ για τα παιδιά. Όμως βλέποντας μια καλή δόση ωριμότητας δίπλα κι αντάμα με το νεανικό χιούμορ και τη σπιρτάδα τους, τα παιδιά φαίνονται μια χαρά. Ξέρουν τι τους γίνεται κι ο δρόμος είναι ορθάνοιχτος προς όλες τις κατευθύνσεις, αφού γράφουν και παίζουν τη μουσική, ενώ ξέρουν κι από παραγωγή.

Ειδικά πάλι όσον αφορά τον υψίφωνο τραγουδιστή τους: ο Josh έχει βάλει βάσεις για μέλλον. Πολλοί θα ήθελαν να είναι “οι νέοι Robert Plant”, νάτος λοιπόν, με το δικό του ύφος και look. Και βέβαια, αν μείνει μακριά από τις αποδεδειγμένες κακοτοπιές, (ναρκωτικά, καβάλημα καλαμιού-υπεραυτοεκτίμηση, business κλπ), προφανώς έχει τα φόντα να ξεδιπλώσει και ευρύτερα -κι από τα Zeppelin standards- τα ταλέντα του.

Βλέπεις: και οι ‘παλιοί’ μπορούν να χαρούν τους ‘νέους Zeppelin’, (με την ‘έγκριση’ του Robert Plant που έχει πει κάποια ευνοϊκά σχόλια), αλλά ακόμη περισσότερο: οι νέοι ακροατές -που δεν έχουν ιδέα ποιοί ή ‘τι’ είναι οι Led Zeppelin- μόλις απέκτησαν τους ‘δικούς τους’ Led Zeppelin, και σε ήχο και σε ‘vibe’. Το μέλλον θα δείξει αν είναι ‘φούσκα’ κι αν θα ατονήσει το ‘φαινόμενο’. Αλλά, κυρίες και κύριοι, έχω την απάντηση:

Τα τραγούδια θα μιλήσουν. Όσο hype/διαφήμιση να γίνει ή να μη γίνει, τα καλά τραγούδια είναι γενικότερα μια σπανιότητα σήμερα στα charts. Τα τραγούδια λοιπόν των GVF είναι ‘σχεδόν εκεί’, έχουν ‘υπόσχεση’ ωρίμανσης, έχουν potential.

Αλλά μόνο, έστω, μια ‘κομματάρα’ στον επόμενο δίσκο τους θα μπορούσε να τους φέρει ‘εκεί’. (Και μετά: όχι μόνο ένα ή δύο τραγούδια βέβαια). Προς το παρόν έχουν αυτά τα ‘Zeppelin genre’ κομμάτια, κάποια απ’ αυτά είναι ενός επιπέδου ποιότητας που οι αληθινοί (ουπς!) Zeppelin θα άφηναν έξω απ’ το δίσκο ως bonus tracks. More ‘filler’ than ‘killer’. Αλλά οι Greta Van Fleet είναι ακόμα νέοι, πρώϊμοι στο παιχνίδι, δεν έχουν δώσει το δικό τους ‘Black Dog’ ή -Page μου συγχώρα με!- το δικό τους ‘Stairway to Heaven’. Τότε μιλάμε.

Zeppelin-o-λογία

Από τα μέσα ως τα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι Led Zeppelin αναγνωρίστηκαν και ξαναγαπήθηκαν, αφού τότε το Hard Rock ήταν στο peak του. Σχεδόν όλες οι μπάντες της εποχής ήταν φανς τους ως πιτσιρικάδες ή τουλάχιστον τους παραδέχονταν ως masters. Ακούς και βλέπεις την επιρροή σε μπάντες τουHair metal’ όπως οι Vinnie Vincent Invasion, Slaughter, Great White, Badlands, ακόμη και Cinderella, Bad English, Poison, Warrant, κ.α., όχι βέβαια πλήρες κοπιάρισμα, αλλά ‘στοιχεία’. (Ακόμη και οι The Mission που είχαν κάνει τότε έναν απ τους καλούς τους δίσκους με παραγωγό τον John Paul Jones (των Zeppelin) ‘κατηγορήθηκαν΄-λανθασμένα- για ‘πλαγιάρισμα’ του ήχου των Zeppelin). H επιρροή είναι εκεί ακόμη και στο άλμπουμ ‘Grace’ του Jeff Buckley (RIP).

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις πιο ‘κυριολεκτικού’ πλαγιαρίσματος του ήχου, ως και πλήρους κοπιαρίσματος των Led Zeppelin. To περίφημοStill of the Night’ των Whitesnake είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα χρήσης του ‘Zeppelin way’ ως ‘είδος’: είναι ένα αυτοδύναμο ισχυρό τραγούδι με πολλά μουσικά μέρη – κάποια απ’ αυτά είναι “Tips off’ to Zeppelin”. Και βέβαια, το άλμπουμ συνεργασία του David Coverdale, (Deep Purple, Whitesnake), με τον Jimmy Page, τον αρχιμάστορα των Led Zeppelin, είναι ό,τι καλύτερο και  σχετικότερο με την άμεσα συγγενική δισκογραφία. Διαβάστε περισσότερα στο άρθρο για «Coverdale/Page», (εδώ).

Μια ξεκάθαρη περίπτωση είναι αυτή της μπάντας των Kingdom Come που με το κομμάτι τους ‘Get it on’ απλά ξανασύστησαν στον κόσμο το ‘Kashmir’ των Zeppelin, (με διαφορετικούς στίχους) , ενώ το 2ο single του ίδιου άλμπουμ, η μπαλάντα  ‘What love can be’ φέρνει στο νου το ‘Since I’ve been loving you’ των LZ. Το αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο αυτά τα δύο κομμάτια του δίσκου θυμίζουν/πλαγιαρίζουν Zeppelin – το υπόλοιπο, πολύ καλό άλμπουμ δεν έχει άλλες ομοιότητες, αντιθέτως έχει την επιρροή ‘όσο πρέπει’, όπως στα κομμάτια ‘Living out of touch’ και ‘Now forever after’ π.χ.  

Είναι κι άλλες πολλές οι περιπτώσεις που θα μπορούσα να αναφέρω, θα αρκεστώ σε δύο περιπτώσεις από τα early 70s κιόλας, όταν δηλαδή ήταν ενεργοί κι οι ίδιοι οι LZ.  

To 1ο άλμπουμ των Rush μου θυμίζει πολύ την περίπτωση των Great Van Fleet. Είναι διάχυτη και ξεκάθαρη η επιρροή των  LZ.  Όμως από τον επόμενο δίσκο τους και μετά οι Rush έφτιαξαν τη δική τους ταυτότητα και έγιναν ένα από τα μεγάλα ονόματα του Progressive Rock.

Και βέβαια, η περίπτωση του εξαιρετικού Victim of Changes’ των Judas Priest που έχει τα LZ στοιχεία του αλλά και την στάμπα της ίδιας της μπάντας, μια απ’ τις τρεις-τέσσερεις μεγαλύτερες στον ευρύ χώρο του heavy rock.

Μελλοντικά σενάρια

Ως γνωστόν, οι ίδιοι οι Led Zeppelin δεν σχεδιάζεται να επιστρέψουν, κυρίως λόγω άρνησης του Robert Plant. O Page έχει να διαλέξει ανάμεσα σε όλους τους Rock τραγουδιστές του κόσμου – έχει κάνει πρόβες με διάφορους, (Steven Tyler, Myles Kennedy), αλλά στο τέλος δεν κάνει κίνηση, ούτε καν με τον Coverdale.

Όλα αυτά τα χρόνια, από τα 90s ως και σήμερα, έχουν πλασαριστεί ένα σωρό wannabe-zeppelin κατώτερες μπάντες, όπως οι The Answer, οι Rival Sons κι ένα σωρό μιμητές 2ας κατηγορίας που δεν έχουν ούτε ένα κομμάτι της προκοπής. Θυμηθείτε που σας λέω: τα καλά τραγούδια είναι που κάνουν τη διαφορά.

Πρέπει να αναφέρω τους εξαιρετικούς Black Country Communion, (το supregroup των Glenn Hughes, Joe Bonamassa, Jason Bonham, Derek Sherinian), που μπαίνει στη συζήτηση μόνο και μόνο λόγω του ότι παίζει μέσα ο ντράμερ-γιος του John Bonham, Jason. (Φανταστική μπάντα με 4 άλμπουμς οι Black Country Communion με τον ασύγκριτο Glenn Hughes σε υπερανθρώπινα φωνητικά επιτεύγματα).

Μέσα λοιπόν σε όλα τα σενάρια ‘Zeppelin-o-λογίας’ μπήκαν και οι νεαροί και φερέλπιδες Greta Van Fleet αναζωογονώντας την όλη μυθολογία. Είναι ωραίο που είναι ‘αληθινά’ παιδιά, (κι όχι κάποιο ‘εταιρικό δημιούργημα), που ανακάλυψαν, αγαπούν και παίζουν μουσικές που ούτε καν ξέρουν οι συνομήλικοί τους. Τους χαίρομαι, αλλά περιμένω περισσότερα: καλά τραγούδια δηλαδή. Για να δούμε/ακούσουμε και το επόμενό τους  άλμπουμ που θα βγάλουν εντός του 2019, τώρα στα ντουζένια τους.

Το άλλο ωραίο είναι ότι -απ’ ότι μυρίζομαι- η αυξανόμενη επιτυχία των Greta Van Fleet έχει προκαλέσει το δικό της κύμα και σούσουρο στην υπάρχουσα μουσική βιομηχανία. Κάτι που σημαίνει, ότι το ίδιο το είδος του classic rock θα επωφεληθεί, με ευκαιρίες σε νέες μπάντες και μια στροφή του κοινού στο να ανακαλύψει καλά ακούσματα που παραμέλησε και κακολόγησε το mainstream. Ανέκαθεν! 

Στο video των Greta Van Fleet για το καλό τους single ‘When the Curtain Falls’, η κιθάρα συνδέεται κατευθείαν με το βράχο της ερήμου, εν είδει ενισχυτή – Earth Power.  You gotta love that stuff!

Artwork by Nasos Kavathas

The Greta Van Fleet Phenomenon and Led Zeppelin, by Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

jokersbonus@yahoo.com

It’s the band that everybody talks about these days. I mean, everybody involved in Rock music. Great Van Fleet is still something very “new” in the limelight. My first impressions and first observations, seeing & listening to GVF for the first time, was like this:

“What I see and hear now is an early Led Zeppelin, okay”.

The band consists of four ‘kids’ , young men – the three of them are brothers. And they are good players. Which means: their songs are such a good, unashamed ‘take’ on Zeppelin, like a new, young and hungry Led Zeppelin. I mean: this rock ‘idiom’ which Zeppelin  music is, coming from the young it comes across with its own purity. Guys are barely 20 year olds’, 21 is the oldest I think.

My initial reaction was: «Well, another Led Zeppelin mimicking act?». But again, I was glad to see the ‘kids’ -ok, the young guys- play their own songs, using Zeppelin as a genre, as an idiom – like the gifted champions off a modern kinda School of Rock scene. Why not?

Even a group of older musicians, whether hobbyist or professional, would again impress with the sound Greta Van Fleet achieved here. I’m talking about the whole thing, but especially for the voice of the band, Josh Kizska.

Fresh air: from the ‘country’ to the top of the Billboard

They started in 2012, in the small town, near village, Frankenmuth, in Michigan, America. They grew up in the fields, (as they themselves say in interviews). They began to play live, locally, in nearby towns, as children, teens still. I mean, it’s a true, ‘organic’ story their story – GVF is not a project of some producer. I can imagine their first audiences being blown-away. Thus the phenomenon blossomed. By “word-of-mouth”, they were first gigged locally, then more widely in the state map and later in the rest of the states of the USA. They released their EPs from 2014 to 2016 and just last October (2018) released their first full album «Anthem of the Peaceful Army».

Which went to top sales in America. From their humble creations and their youthful strides, ‘Greta Van Fleet’, at the moment fill up stadiums, they are the latest No1 Charting Rock band in America. They’re nominated for 4 Grammy’s and are set to pick up a few of them.

I’m glad, but .. I’m really worried about the kids. But seeing a good dose of maturity next to  their youthful humor and playful spirits, kids look fine. They seem to know and understand what’s going on and the street is wide-open in all directions – after all: they do write their material, they play the music and they know production. Especially with regard to their vocal singer: Josh has already set the foundations for a future. Many would like to be «the young Robert Plant»‘s , well: there it is: with his own style and look. And, of course, if he keeps away from the proven pitfalls (drugs, rambling, business, etc.), he obviously has the prospect of unfolding his talents – even beyond Zeppelin standards.

You see: while the older audience can enjoy the ‘new Zeppelin’, (with Robert Plant’s’ approval it seems – he has given some favorable comments on GVF), even more: the young listeners – who have no idea who or ‘what’ Led Zeppelin is – they just acquired their own ‘Led Zeppelin’, both in sound and in ‘vibe’. The future will show if it all is a ‘bubble’ and whether the GVF phenomenon will fade or not. But, ladies and gentlemen, I have the answer:

The songs will speak for themselves. Whatever hype / advertising is done or not done, good songs are generally a scarcity today – in the charts. The songs of GVF are ‘almost there’ – they have the ‘promise’ of maturing, they have potential. But only a ‘cracker’-song on their next album could bring them ‘there’. (And then: not just one or two good songs of course). As for today, yeah: GVF have their ‘Zeppelin-inspired’ tracks, some of which are of the quality that the real Zeppelin (oops!) would leave out of their albums as bonus tracks. More on the ‘filler’ side than the ‘killer’ one. But Greta Van Fleet are still young, early in the game, they have not given their own ‘Black Dog’ or -Page forbid me! ‘- their own’ Stairway to Heaven ‘. Then we talk.

Zeppelinology 

From the middle to the late 1980s, when Hard Rock was at its peak, Led Zeppelin was rediscovered,  recognized and everybody loved them again. Almost all of the guys in the ’80s rock bands were their fans as youngsters or at least they admitted Led Zeppelin as masters. You hear and see the influence on «Hair metal» bands such as Vinnie Vincent Invasion, Slaughter, Great White, Badlands and even Cinderella, Bad English, Poison, Warrant, etc., not really completely, but elementary. The same for many others: blues, rock, pop artists. (Even the band The Mission, who had made one of their good and successful recordings with producer John Paul Jones (of Zeppelin), were ‘wrongly accused’ of ‘zipping’ the sound of Zeppelin). Influence is there even on Jeff Buckley’s “Grace” album, (RIP).

However, there are also more literally sounding alike cases, as well as full Led Zeppelin mimicking. Whitesnake’s famous ‘Still of the Night’ is an example of using ‘Zeppelin elements’ as a ‘genre’: it’s a self-righteous song with many musical parts – some of them are «Tips off to Zeppelin.» And, of course, David (Deep Purple, Whitesnake) Coverdale’s album with Jimmy Page, the lead master of Led Zeppelin, is the best and most relevant to the directly-related discography. Read more in the article on ‘Coverdale / Page’, (here)

A clear case is the band Kingdom Come: with their track ‘Get it on’ just re-created ‘Kashmir’ of Zeppelin (with different lyrics), while the 2nd single of the same album, the ballad ‘What love can be ‘ brings to mind’ Since I’ve been loving you ‘of LZ. The remarkable thing is that only these two tracks of the album reminisce of Zeppelin – the rest, a very good album has no other direct similarities, it has the influence ‘as much as it should’ like on  tracks such as ‘Living out of touch’ and ‘Now forever after’ e.t.c. There are many other cases that I could mention; I will suffice in two cases from the early 70s, when LZ themselves were active.

The first Rush album reminds me of the Great Van Fleet case. The influence of LZ is pervasive and clear. But from their next album, Rush made their own identity and became one of the great names of Progressive Rock.

And, of course, Judas Priest’s extraordinary «Victim of Changes», which has its LZ elements but also wears the label of the band itself, Judas Priest, one of the three or four biggest Heavy Rock bands.

Future scenarios

Led Zeppelin is not likely to return, as a result of Robert Plant’s negation. Meanwhile, Page can choose among all the rock singers in the world – he has rehearsed with a few, (Steven Tyler, Myles Kennedy), but in the end does not make a move – not even with Coverdale.

All these years, from the 90’s to today, a lot of wannabe-zeppelin bands have been plagiarized the sound, bands such as The Answer, Rival Sons and a bunch of other second-class imitators who have not even a single decent song. Remember: songs is what matters.

I have to mention the exceptional Black Country Communion, Glenn Hughes’ supergroup with Joe Bonamassa, Derek Sherinian and Jason Bonham – the son of LZ’s drummer John Bonham. A brilliant band with 4 albums under their belts – with Glenn Hughes in superhuman vocal form.
 
Meanwhile, in all the ‘Zeppelin-ology’ scenarios, youngsters Greta Van Fleet came in to revive mythology. This bunch of ‘real’ kids, (not a ‘corporate’ creation), have discovered, love and play a music that young people their age do not even know.  I’m glad they’re making waves, but I expect more: good songs, that is. Well, let’s see/hear their next album due in 2019, now that GVF is on the rise.

The other nice thing is that Greta Van Fleet’s growing success has caused a wave, a bustle to the existing music industry. Which means that the whole classic rock side of things will benefit, with opportunities for bands and a turn of the mass audience to discover cool sounds that have been neglected and badmouthed by the mainstream. It has always been like this!  

In Greta Van Fleet’s video for one of their best singles so far, ‘When the Curtain Falls’, the guitar is plugging in the desert rock for amplification – Earth Power. You gotta love that stuff!

Artwork by Nasos Kavathas

«Η ιστορία της indie rock και οι ήχοι που την απογείωσαν!», της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Είμαστε εδώ για ακόμα μια φορά, πιστοί στο ραντεβού μας.

Και προτού προλογίσουμε το σημερινό μας θέμα, αξίζει να αναφερθούμε σε αυτή τη μαγική ενέργεια που κατακλύζει κάποιον όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με νέους ήχους.

Ή αλλιώς στο απίστευτο αυτό πράγμα που συμβαίνει κάθε φορά που κάποιος καταπιάνεται με ένα καινούργιο, για εκείνον, μουσικό είδος.

Και θα ρωτήσεις γεμάτος απορία: τι συμβαίνει τότε;

Τότε λοιπόν είναι η στιγμή που το άτομο πραγματικά εξελίσσεται, θα σου απαντήσω.

Κάθε μουσικό είδος ξεχωριστά έχει να δώσει και κάτι διαφορετικό όταν έρθεις σε “επαφή” μαζί του, κάτι πρωτόγνωρο και ομολογουμένως μαγικό θα λέγαμε τις πιο πολλές φορές.

Αυτό τονίζουμε πως συμβαίνει με κάθε ένα μουσικό είδος ξεχωριστά.

Η indie rock λοιπόν πώς θα μπορούσε να αποτελέσει την εξαίρεση σ’ αυτό τον ιδιαίτερο “κανόνα”;

Αντί προλόγου…

Η επονομαζόμενη indie rock είναι ένα είδος της εναλλακτικής ροκ μουσικής, η οποία αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80’ στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Το όνομα της προέρχεται από την αγγλική λέξη independent που σημαίνει “ανεξάρτητος”.

Αρχικά ο συγκεκριμένος όρος κλήθηκε για να περιγράψει τις ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρίες αλλά και μουσικές παραγωγές της εναλλακτικής ροκ.

Στα μέσα της δεκαετίας του 80’ όμως ο όρος “ίντι” (indie) ξεκίνησε να χρησιμοποιείται με σκοπό να περιγράψει τις μουσικές εκείνες που “υπηρετούσαν” την punk και την post-punk.

Η σύγχυση δεν άργησε να έρθει καθώς πολλά εγχειρήματα εκείνης της εποχής θα μπορούσαν απλώς να ενταχθούν στην punk ή στην britpop χωρίς να φέρουν τον όρο “indie”.

Έτσι, όσο ο καιρός κυλούσε η indie rock διεκδικούσε μια όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή.

Ο όρος συνδέθηκε με μπάντες και είδη που παρέμειναν αφοσιωμένοι στον αρχικό τους ανεξάρτητο χαρακτήρα, αλλά και με εκείνα τα συγκροτήματα που διατηρούσαν μια outsider και λίγο πιο underground οπτική.

Μέχρι τα τέλη μάλιστα της δεκαετίας του 90’ η indie rock “γέννησε” επί μέρους συγγενικά είδη μουσικής όπως noise-pop, slowcore, emo, lo-fi, post-rock αλλά και math-rock.

Τα μεταγενέστερα αυτά αποκυήματα της indie rock μουσικής ήταν απλώς σε θέση να κάνουν κάποιους καλλιτέχνες “μια κατηγορία από μόνους τους” δεν ήταν όμως σε θέση να “σταθούν” ως ξεχωριστές μουσικές κατηγορίες που θα ορίζονται με βάση τον ήχο ή το στυλ παιξίματος και των τραγουδιών.

Τα μουσικά όργανα που συναντάμε στα περισσότερα indie rock κομμάτια είναι συνήθως η κλασική κιθάρα, συνοδευόμενη με μπάσο και ντραμς αλλά και τα πλήκτρα που είθισται να “χρωματίζουν” κάθε κομμάτι με τον δικό τους τρόπο.

Ωστόσο, τη δεκαετία του 2000, ως αποτέλεσμα των αλλαγών που υπέστη η μουσική βιομηχανία αλλά και της ραγδαίας ανάπτυξης του διαδικτύου, ορισμένα συγκροτήματα ξεκίνησαν να λαμβάνουν μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, με αποτέλεσμα να προκύψουν αμφιβολίες σχετικά με την ορθότητα του όρου “indie” και για το πόσο χαρακτήριζε πλέον το συγκεκριμένο είδος μουσικής.

Ποια είναι τελικά η indie rock;

Η indie μουσική είναι για πολλούς απροσδιόριστη κι αυτό είναι λογικό, μιας και το όνομά της την κατατάσσει στα πιο “ελεύθερα” μουσικά είδη.

Η indie rock έχει χαρακτηριστεί ως “αντίδραση στην αρσενική κουλτούρα” που είχε καλλιεργηθεί μέχρι πρότινος στο εναλλακτικό ροκ, ιδίως μετά την επιτυχία των Nirvana.

Ο διαδικτυακός μουσικός οδηγός Allmusic χαρακτηρίζει την indie rock (και όχι λανθασμένα θα λέγαμε) ως ένα είδος που περιλαμβάνει “μια σειρά ποικίλων προσεγγίσεων που δεν είναι συμβατές με τα κυρίαρχα μουσικά στιλ”. Η indie εκπροσωπεί κάτι περισσότερο από ένα απλό μουσικό είδος καθώς το “κίνημα” της indie rock περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα μουσικών κατηγοριών, από τις πιο σκληροπυρηνικές μπάντες (επηρεασμένες από τη grange μουσική) μέχρι πειραματικά συγκροτήματα και punk-folk καλλιτέχνες και εγχειρήματα.

Στην πραγματικότητα λοιπόν υπάρχει μια ατελείωτη λίστα με είδη και υποκατηγορίες της indie rock music.

Σε πολλές χώρες έχει καλλιεργηθεί τοπική indie rock μουσική, η οποία παίρνει σάρκα και οστά από καλλιτέχνες και ονόματα που χρήζουν επαρκούς αναγνωρισιμότητας στην εκάστοτε χώρα.

Ωστόσο υπάρχουν και indie μπάντες οι οποίες ξεκινούν την πορεία τους σε τοπικό επίπεδο, αλλά η αναγνωρισιμότητά τους σταδιακά επεκτείνεται σε περισσότερo διεθνείς μουσικές σκηνές.

Nirvana

«Πέφτοντας» σε αντιθέσεις

Πολλά είναι τα όσα συνάντησα, είδα, διάβασα στο διαδίκτυο προτού ξεκινήσω να γράφω για την indie rock.

Είναι δεδομένο πως η indie είναι πολλά περισσότερα από ένα απλό, χαρτογραφημένο μουσικό είδος.

Όντας independent είναι προφανές πως δεν χωράει σε “καλούπια”.

Ο όρος indie μπορεί να χρησιμοποιηθεί ακόμα και ως το “επίθετο” εκείνο που θα συνοδέψει οποιοδήποτε είδος μουσικής του οποίου η παραγωγή -κατά κύριο λόγο- είναι ανεξάρτητη και δεν υπόκειται στους όρους κάποιας θυγατρικής εταιρίας, της οποίας λαμβάνει την επιχορήγηση ή οτιδήποτε άλλο.

Σε αντίθεση με όσα εξακολουθούν να αποδίδουν κάποιοι στην indie rock, σε διαβεβαιώνουμε πως άπαξ και κάτι περάσει στο “στρατόπεδο” της εμπορικότητας, χάνει σχεδόν αυτόματα την “ανεξαρτησία” του. (!)

Παρόλα αυτά υπάρχουν εμπορικές μουσικές παρουσίες των οποίων το genre “αποδίδεται” ακόμα ως indie, όπως είναι παραδείγματος χάριν το γνωστό σχήμα “Florence + the Machine”.

Μερικά ονόματα ακόμα είναι οι Yeah Yeah Yeahs, οι Killers, οι Arctic Monkeys, οι White Stripes.

Κάθε νέο παράδειγμα έρχεται να προστεθεί στο να επιβεβαιώσει την πολυπλοκότητα του ορισμού της indie rock.

Στο InTownPost παραθέτουμε σε εσάς τη δική μας λίστα με αγαπημένα μας indie rock κομμάτια, κομμάτια που απογείωσαν σχεδόν αμέσως την indie μουσική πολύ ψηλά στις προτιμήσεις μας…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

Indie Music Video Gallery

All about… 90’s rave!, της Μαρκέλλας Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Όποιος με γνωρίζει λίγο καλύτερα, σίγουρα με έχει ακούσει κάποια στιγμή να ξεστομίζω αυτό που συνηθίζω να επαναλαμβάνω (μανιωδώς) εδώ και χρόνια: Πιστεύω πως γεννήθηκα σε εντελώς λάθος εποχή.

Ανέκαθεν αγαπούσα την eightίλα και την αθώα γραφικότητά της. Το αυθεντικό κιτς της εποχής μπλέκεται με την ανεμελιά και με απίθανες μουσικές, παρέα με τον δοξασμένο τότε Ziggy Stardust, τον νεοφερμένο Iggy Pop, αλλά και το ήδη επιτυχημένο Bohemian Rhapsody.

Όλα όσα έζησαν οι δικοί μου γονείς από πολύ κοντά και όλα όσα εγώ δεν πρόκειται ούτε στο ελάχιστο να “ακουμπήσω”, παρά μόνο μέσα από μία οθόνη ή ένα ηχείο.

Κάθε εποχή έχει τα δικά της, παρότι αυτό μοιάζει από τα χειρότερα cliché.

Η αλήθεια όμως, θέλοντας ή μη, κρύβεται στις πιο απλές διαπιστώσεις και είναι δεδομένο ότι η κάθε εποχή είχε πάντα (και θα έχει) τις δικές της προοπτικές, τις δικές της τάσεις, τα δικά της πρότυπα, αλλά και τις δικές της πρωτοτυπίες.

Κάπως έτσι λοιπόν, την ίδια ώρα που εγώ αναπολώ μια εποχή την οποία ούτε που έχω ζήσει, κάποιοι άλλοι αναπολούν τη δική τους εποχή νεότητας, λίγο μετά τα χρυσά και πολυφορεμένα 80’s.

Μια εποχή ενέργειας, μια εποχή ξέφρενων parties, αλλά και μια εποχή όπου το ecstasy (και όχι μόνο) έρεε άφθονο από τραπέζι σε τραπέζι και από χέρι σε χέρι.

Η επονομαζόμενη «εποχή του rave»

Κανείς δεν μου είχε αναλύσει κάτι σχετικό με τα τόσο αμφιλεγόμενα “rave parties” και ουδέποτε κανείς μου είχε μεταφέρει, μέχρι πρόσφατα, τόσο πιστά την εικόνα των τότε clubs. Ξέφρενες και ανεξέλεγκτες μαζώξεις, μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, έντονα συναισθήματα, αμηχανία, αδρεναλίνη, ασταμάτητος, αδιάκοπος χορός, άρτια συνδυασμένος με την πηγαία νεανική ενέργεια του τότε και την προσπάθεια εντυπωσιασμού.

Σήμερα θα ταξιδέψουμε μαζί σε μια εποχή λίγο διαφορετική, σε μια νεολαία κάπως αλλιώτικη και σε μια χρονική περίοδο που πιθανολογώ πως δεν υπήρχα, ούτε σαν ιδέα, στο early 90’s μυαλό της μητέρας μου.

 

Rave” μουσική & “raveparties

Ο όρος “rave” προέρχεται από το αγγλικό ρήμα rave που σημαίνει “παραληρώ”. Δεν εκφράζει ακριβώς ένα είδος μουσικής, αλλά μια κατάσταση όπου κυριαρχεί η δυνατή ηλεκτρονική μουσική και ο χορός. Στις αρχές της δεκαετίας του 90’, νέοι ηλικίας από 15 έως 30 ετών, αλλά και μερικές φορές μεγαλύτεροι, γνώριμοι πλέον με τον όρο “ravers” χόρευαν ασταμάτητα υπό τους EDM ήχους (Electronic Dance Music) που “πρόσταζε” η τότε διαφορετικότητα. Όσο ο καιρός περνούσε, ο όρος “rave” δεν έδωσε απλώς το όνομά του στη γενικότερη κατάσταση που χαρακτήριζε την εν λόγω κουλτούρα (χορός – μουσική – τρόπος ζωής), αλλά διαδέχθηκε και τη μουσική εκείνης της περιόδου.

Το συγκεκριμένο είδος ηλεκτρονικής μουσικής, στη γενικότερη κατηγοριοποίησή του, πρωτοεμφανίστηκε στην Αγγλία το 1989 σε εγκαταλελειμμένες αποθήκες του δρόμου, σε γκαράζ και σε διάφορους εξωτερικούς χώρους, όπου τα πάρτι γίνονταν παράνομα και χωρίς κάποια νόμιμη άδεια. Η τότε τάση της Βρετανικής εποχής πρωτοχτύπησε την πόρτα και στην Αθήνα το 1989, στο θρυλικό “Faz” στην πλατεία Μαβίλη.

Στο μέρος αυτό αρχικά σύχναζαν ελάχιστα άτομα ως θαμώνες, άτομα που φαίνεται να αναζητούσαν κάτι διαφορετικό και μια ριζοσπαστική αλλαγή από τις τετριμμένες Αθηναϊκές “πίστες” και τη μέχρι πρότινος διασκέδαση της εποχής. Η νέα τάση εξαπλώθηκε σύντομα, με ολοένα και περισσότερους θαμώνες να απολαμβάνουν το προσωνύμιο “raver”. Οι ηλικίες των ravers ξεκινούσαν από τα 15 έτη και όσο η μουσική αυτή τάση εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά στη δεκαετία του 90’, τα ηλικιακά όρια αυξάνονταν. Συγκεκριμένα, σε μέρη όπου σύχναζαν ravers, η ηλικία δεν φαινόταν να παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο.

Ήδη από την περίοδο της γέννησης μου έως τα τέλη του 97’, η τεχνολογία άρχιζε να ενδιαφέρει όλο και μεγαλύτερη μερίδα κοινού, εισβάλλοντας ολοένα και περισσότερο στα ελληνικά σπίτια. Με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών οι νέοι μπορούσαν πλέον να φτιάξουν πολλούς καινούργιους και διαφορετικούς μουσικούς ήχους, με τον πειραματισμό να πλανάται διάχυτος στην ατμόσφαιρα. Όλοι ένιωθαν ότι θα άλλαζαν τον κόσμο.

Τα ακούσματα στα rave parties διαρκώς ανανεώνονταν, με μουσικές που αυτοπροσδιορίζονταν ως house, trance ή techno. Αξίζει να αναφέρουμε ότι τα πρώιμα αυτά είδη των 90’s αποτέλεσαν το έναυσμα για τα αρχικά στάδια της drum & bass, της hardcore, αλλά και γενικότερα όλης της EDM μουσικής και κουλτούρας όπως τις ξέρουμε σήμερα.

Faz της Πλατείας Μαβίλη

 

Rave places

Οι χώροι όπου η rave κουλτούρα συναντούσε τους “πιστούς” της ήταν μάλλον αρκετοί, με τον καιρό να φέρνει μαζί του όλο και περισσότερες αξιόλογες μουσικές ομάδες εγχώριων μουσικών παραγωγών, αλλά και djs (Cyberfunk, Magna, Τrancemedia)

Στο μεταξύ, ονόματα όπως Battery, Babes in Toyland, Umatic, +Soda, Decadance, αλλά και το πασίγνωστο “Άλσος” ήταν μόνο κάποια από τα διάσημα “rave places”, ωστόσο, οι raveάδες δεν φάνηκαν να περιορίζονται εκεί, με τα πάρτι τους να μεταφέρονται επιτυχώς και σε υπαίθριους χώρους και αποθήκες ανά την Ελλάδα.

Σε κορυφαίο μέρος rave συνάντησης εξελίχθηκαν τότε και τα Οινόφυτα, όπου στεγαζόταν η “Φάρμα”, μέρος αρχικά ανοιχτό για πολύ λίγους, αλλά στην πορεία για όλους τους “πιστούς” του τότε rave κινήματος.

 

Rave, μόδα και neon

Το κίνημα της rave μουσικής, όπως κάθε άλλο μουσικό κίνημα, επηρέασε ταυτόχρονα και τη μόδα της εποχής, η οποία έδειχνε πιο φιλική και πιο επιρρεπής στην παιδικότητα και τη φαντασία.

Υπήρχαν ακόμα και περιοδικά όπως το 01 και το Lemon που στις στήλες τους σχολίαζαν τη rave κοινότητα με διάφορα θέματα συνυφασμένα με μόδα, μουσική και κουλτούρα.

Σκοπός ήταν να ξεχωρίζεις από το πλήθος, ακόμα κι αν φορούσες neon χρώματα, φτερά και πούπουλα ή αν είχες ράστα στα μαλλιά, σε επίσης neon αποχρώσεις. Ιδρωμένα κορμιά με φωσφοριζέ ρούχα και λέιζερ λικνίζονται ατελείωτες ώρες στα decks.

Η νύχτα γίνεται μέρα εν ριπή οφθαλμού. Η αίσθηση του χρόνου χάνεται. Επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί, ξέφρενος χορός, ψυχεδελικά fractals. Όλα ήταν επιτρεπτά για τη νύχτα που θα σε έβρισκε στο club να χορεύεις μέσα στον πανζουρλισμό, μέχρι το επόμενο πρωί…

Ecstasy, rave

και κοινωνικές προεκτάσεις…

Παρότι τα χρόνια της rave για τους εκπροσώπους της ήταν αξέχαστα και, συγκριτικά με τα σημερινά, σαφώς πολύ πιο ξέγνοιαστα, σε καμιά περίπτωση δεν χαρακτηρίζονται με την ίδια άνεση και αθώα.

Την ψυχεδελική εποχή του EMD, τα χάπια ecstasy βρίσκονταν πιο εύκολα κι από ότι τα τσιγάρα σε γειτονικό περίπτερο, με τις εξαρτήσεις και τις κραιπάλες μεταξύ των νέων να δίνουν και να παίρνουν. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί παρομοίαζαν με περισσή ευκολία τη rave κατάσταση με εκείνη των παλιών χίπις.

Το “ψυχαγωγικό” αυτό ναρκωτικό βρισκόταν άφθονο για τους θαμώνες των rave μαγαζιών, όπου πολλοί το συνέδεαν με την καλοπέραση και το “χάσιμο” που βίωναν, μέσω της rave μουσικής. Ωστόσο, παρότι υπήρχαν πολλοί στους rave χώρους διασκέδασης που δοκίμαζαν τη συγκεκριμένη ναρκωτική ουσία, υπήρχαν άλλοι τόσοι που απλά “φτιάχνονταν” μόνο από τη μουσική, επομένως, το δυσάρεστο κοινωνικό φαινόμενο της τότε εποχής ίσως δεν αφορά τόσο τη rave κουλτούρα, αλλά τη γενικότερη ψυχοδυναμική του κάθε ανθρώπου. Αυτό που κυριαρχούσε πάνω από όλα ήταν η απόφαση του ατόμου με τίνος το μέρος θέλει να είναι.

Όπως και να ‘χει, κατά τα λεγόμενα όσων έζησαν το φαινόμενο στο έπακρο, η rave ήταν μουσική που ένωνε πραγματικά τους ανθρώπους, καθώς, το χρώμα του δέρματός σου, η ιδεολογία της θρησκείας σου ή οι πεποιθήσεις και οι απόψεις σου για τη ζωή δεν είχαν απολύτως καμία σημασία για να μπορέσεις να συνυπάρξεις με κάποιον και να περάσεις καλά μαζί του. Όλοι ήταν ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν και να χαρούν ελεύθερα την έξοδο τους, χωρίς ταμπέλες, με άφθονο χορό, αλλά και πολλά ξέφρενα χαμόγελα.

Όλα τα όμορφα έχουν κι ένα τέλος. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, νομοτελειακά ακολούθησε η αναμενόμενη φθορά στη dance σκηνή, με τις αναφορές για παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, τις καταγγελίες, τα πολεοδομικά διατάγματα αλλά και τις τηλεοπτικές υπερβολές να πέφτουν “βροχή”, συντελώντας στο άδοξο “κλείσιμο” μίας εποχής που σφράγισε τα εφηβικά χρόνια των υποστηρικτών της rave μουσικής.

 

Η rave σήμερα

Η πασίγνωστη 90’s rave μουσική θεωρείται προκάτοχος της ηλεκτρονικής μουσικής που ακούμε ή χορεύουμε σήμερα, σε διάφορα clubs ανά τον κόσμο, μουσική που βέβαια συνεχώς εξελίσσεται μαζί με την τεχνολογία, αλλά και τις τάσεις των εποχών. Ας μην ξεχνάμε ότι μια ολόκληρη γενιά γαλουχήθηκε υπό τους psychedelic, drum’n’bass και house ήχους, επομένως, όσοι την είχαν κριτικάρει ή σχολιάσει στο παρελθόν, θέλοντας και μη, έχουν και μεγαλώσει μαζί της ή με επιρροές αυτής και την έχουν εν τέλει αποδεχτεί, μέσα από τις νεότερες μουσικές μορφές της.

Εδώ στο InTownPost, θέλοντας να κλείσουμε με τον δικό μας τρόπο, σας παραθέτουμε κομμάτια που θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη όλων όσοι υπήρξαν raveάδες ή εκείνων που λατρεύουν αυτό το είδος μουσικής, ούτως ή άλλως…

Φιλιά,

Μαρκέλλα

 Rave video music gallery

«Τρία χρόνια χωρίς τον David Bowie…», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Και κάπως έτσι, διανύσαμε αισίως το πρώτο δεκαήμερο του Γενάρη… 

Σήμερα. ωστόσο, θα θέλαμε να αποφύγουμε τις πολλές φιοριτούρες και τις υπερβολές, καθώς το θέμα με το οποίο θα καταπιαστούμε “μιλάει” από μόνο του. 

Αυτός ο μήνας και δη αυτό το τριήμερο, είναι δικαιωματικά “αφιερωμένα” σε μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της μουσικής βιομηχανίας so far.

Ο λόγος γίνεται φυσικά για τον David Bowie.

 

Από την ημέρα των γενεθλίων του ως και τον θάνατό του

 

Στις 8 Ιανουαρίου του 1947 γεννιέται ο David Robert Jones, ευρέως γνωστός ως Ντέιβιντ Μπόουι (David Bowie). Ο ίδιος επέλεξε μετέπειτα να αλλάξει το επώνυμο του σε “Bowie” ώστε να μην υπάρξει σύγχυση με τον Davy Jones των “The Monkeys”.

Ο David Bowie αποτέλεσε σημαντικό εκπρόσωπο της μουσικής του 20ου αιώνα με αναρίθμητες συνεργασίες και εξαιρετικές δισκογραφικές δουλειές στο ενεργητικό του.

Ωστόσο, στις 10 Ιανουαρίου του 2016, ο ίδιος χάνει τη μάχη με την επάρατη νόσο.

Σήμερα θα ήταν 72 ετών.

 

Λίγα λόγια για το “φαινόμενο” David Bowie

 

Ο Bowie έγινε αρχικά περισσότερο γνωστός στο ευρύ κοινό το 1969 με το τραγούδι του “Space Oddity” να μπαίνει στο Βρετανικό top 5. Τρία χρόνια μετά, το 1972, το κοινό πρωτογνωρίζεται με τον “Ziggy Stardust” ο οποίος ήρθε για να φέρει στους νέους της Γης το μήνυμα της ελπίδας από το διάστημα. Ο Bowie υιοθέτησε την περσόνα του Ziggy και ξεκίνησε περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική.

“Ο Stardust δεν είναι εξωγήινος, παρά ένας απλός αγγελιοφόρος…”, ο ίδιος διευκρίνιζε πάντα.

Η πορεία του David Bowie την δεκαετία του 70’ συνέχισε επιτυχημένα, με τις αρχές της επόμενης δεκαετίας να βρίσκουν τον ίδιο εντός της μεγάλης εισπρακτικής επιτυχίας του άλμπουμ “Scary Monsters», από το οποίο ξεχώρισε το κομμάτι “Ashes to Ashes”, με το αντίστοιχο video clip.

Το 1983 κυκλοφορεί το άλμπουμ “Let’s Dance” το οποίο περιελάβανε πολλά επιτυχημένα κομμάτια, αυτή τη φορά με περισσότερα pop στοιχεία και πιο έντονο funk ύφος, ενώ ακολούθησαν κι άλλα επιτυχημένα άλμπουμ όπως τα “Tonight”, “Never Let me Down”, “Tin Machine”, “Outside”.

Η τραγική ειρωνεία

Σ’ ότι αφορά το άλμπουμ του “Blackstar” πολλοί κάνουν λόγο για “τραγική ειρωνεία”, δεδομένου του ότι η κυκλοφορία του άλμπουμ πραγματοποιήθηκε λίγο μετά το θάνατό του.

Το εν λόγω “δώρο αποχαιρετισμού” αποτελεί ακατέργαστο διαμάντι και σίγουρα στάθηκε ως ένα χειροπιαστό “τελευταίο αντίο” του Bowie σε φίλους, αλλά και θαυμαστές.

Αν ο David Bowie δεν είχε “πέσει” στη γη, ποιος θα είχε αλλάξει την ιστορία της μουσικής;

Ο Bowie είναι σίγουρα αυτός που τα μεγαλύτερα ονόματα της σημερινής μουσικής σκηνής (από τον Robbie Williams ως τους U2 και τη Lady Gaga) αναφέρουν ως τον άνθρωπο που τους επηρέασε όσο κανείς με τη μουσική και τις μεταμορφώσεις του.

Ο ίδιος αποτέλεσε “φαινόμενο των καιρών”, άνθρωπο που ποτέ δεν σταμάτησε να μελετά κάθε μορφή σύγχρονης τέχνης, να διαβάζει, να ενημερώνεται για όλα όσα γίνονται γύρω του και να εξελίσσεται.

Παράλληλα, ήξερε καλά τον τρόπο να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις των αντίστοιχων χρονικών στιγμών, χωρίς να συμβιβάζεται με τα κλισέ.

Κάπως έτσι, ξέρουμε πως το σύμπαν συνωμότησε ώστε να υπάρξει ένα τέτοιο πλάσμα στη Γη και να την αλλάξει, αλλάζοντας πρωτίστως ο ίδιος, διαρκώς, τα “πουκάμισα”  της μουσικής και της τέχνης, συνδυάζοντας τη μουσική με τον κινηματογράφο, τα εικαστικά, τη λογοτεχνία και το θέατρο, τη λάμψη και το “άστρο” ενός superstar, με τη σκληρότητα και την τραχύτητα του εξπρεσιονισμού.

Χαμαιλέοντας στη ζωή και στη δουλειά του, κατάφερε το για πολλούς ακατόρθωτο: συνδύαζε πάντα πολλές τέχνες μαζί, ως μια.

 

Η απομυθοποίηση ενός μύθου

 

Κάπου εδώ δεν θα μπορούσε να λείπει ο σχολιασμός όσον αφορά την απομυθοποίηση ενός τέτοιου μύθου.

Ο Bowie υπήρξε μια εκκεντρική περσόνα, με όλη τη σημασία της λέξης.

Δοκίμαζε τα πάντα, ζώντας τη ζωή του στα άκρα μέσα από το αλκοόλ ή και τις ουσίες. Πειραματίστηκε έντονα στη σεξουαλική του ζωή και κρίθηκε αλλεπάλληλα γι’ αυτό. Και παρότι πολλοί κάνουν το λάθος να συγχέουν το μέγεθος του ταλέντου του με τις έξεις και τα πάθη του, ευτυχώς για εμάς οι περισσότεροι διαπιστώνουν στο τέλος πως πρόκειται για έναν αιώνιο ονειροπόλο. Προτεστάντης σε αυτή τη διαπίστωση στάθηκε και η επί 24 συναπτά έτη σύζυγός του, Ιμάν.

Κάποιοι καλλιτέχνες απλώς ήρθαν στον κόσμο για να αφήσουν αναρίθμητες σελίδες ιστορίας, ακόμα και μετά από το χώμα που θα τους σκεπάσει.

Ο David Bowie ήταν ένας από αυτούς.

“Ground Control to Major Tom…”

Φιλιά,

Μαρκέλλα

David Bowie video music gallery

«Tα 12 καλύτερα τραγούδια του 2018 για το Intownpost.com», γράφει η Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

Μαρκέλλα Χρυσοστόμου

markella_ch@windowslive.com

Μία ακόμα χρονιά οδεύει προς τη λήξη της και όπως πολύ καλά φαντάζεστε, εδώ στο InTownPost πρόκειται να την “αποχαιρετήσουμε” όπως της πρέπει, πάντα με τον δικό μας, ξεχωριστό τρόπο.

Όταν κλήθηκα λοιπόν να δώσω “σάρκα και οστά” σε αυτή τη mini μουσική ανασκόπηση, πολλά ήταν αυτά που πέρασαν από το μυαλό μου. 

Πως μπορείς να συμπεριλάβεις με τόσο συνοπτικό τρόπο όλα όσα σε συνεπήραν μουσικά τη χρονιά που πέρασε; 

Το 2018 ήταν ένα δυνατό έτος, για πολλούς και αναρίθμητους λόγους.

Και όπως συνηθίζεται κάθε χρόνο, πολλές ήταν και οι μουσικές τρικυμίες που ξέσπασαν.

Συγκεκριμένα…

Στις 10 Ιανουαρίου του 2018, ο κιθαρίστας του γνωστού metal συγκροτήματος Motorhead, Eddie Clarke, φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών.

Ο θάνατος του Clarke θα σηματοδοτήσει το «τέλος εποχής» για το εν λόγω σχήμα, καθώς ο ίδιος αποτελούσε, μεταξύ άλλων, τον τελευταίο εναπομείναντα στη ζωή, από την αρχική σύνθεση των Motorhead.

Πέντε μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 15 Ιανουαρίου 2018, η γνωστή μουσικός και frontwoman του συγκροτήματος Cranberries, Dolores ORiordan, αφήνει απρόσμενα την τελευταία της πνοή σε ηλικία 46 ετών. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκαναν λόγο για ψυχολογικά προβλήματα, εξαρτήσεις, αλλά και ψυχική αστάθεια της τραγουδίστριας, θέσεις οι οποίες, εν τέλει, δυστυχώς επαληθεύτηκαν με τον πιο πικρό τρόπο.

Τρεις μήνες μετά, το μουσικό στερέωμα αποχαιρετά ακόμη έναν αξιόλογο μουσικό παραγωγό, γνωστό όχι μόνο για τους “ηλεκτρονικούς” του ήχους, αλλά και για την ευρηματικότητά του. Στις 20 Απριλίου 2018 ο dj Tim Bergling, ευρύτερα γνωστός στο κοινό με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Avicii, φεύγει απροσδόκητα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 28 χρονών.

Στις 22 Ιουνίου 2018, το μουσικό κοινό κλονίζεται από έναν ακόμη θάνατο. Ο Vinnie Paul Abbott, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος Pantera, αλλά και ένας εκ των καλύτερων metal drummers παγκοσμίως βρίσκεται νεκρός στην ηλικία των 54 ετών. Τα αίτια για τον θάνατό του παραμένουν άγνωστα μέχρι σήμερα.

Μέσα στη χρονιά που πέρασε, μετρήθηκαν κι άλλες, ηχηρές «απουσίες», με ονόματα όπως Jill Janus, Aretha Franklin, Ed King, Charles Aznavour, Tony Joe White.

Και παρότι η χρονιά σημαδεύτηκε με πολλά μη αναστρέψιμα “αντίο”, πολλοί ήταν και αυτοί που έβαλαν το δικό τους “λιθαράκι”, ώστε ο μουσικός κόσμος του 2018 να γίνει λίγο καλύτερος.

Eddie Clarke
Dolores O' Rordan
Avicii
Vinnie Paul Abbott
Aretha Franklin
Charles Aznavour

Δίσκοι,  εξώφυλλα,   videoclips

Αλλεπάλληλοι βομβαρδισμοί από μουσικά νέα και απρόσμενα entries στα charts. Σ’ ένα από αυτά συγκαταλέγεται και η δυναμική επιστροφή των Within Temptation, έπειτα από 4 χρόνια «σιωπής», όπου μόνο απαρατήρητη δεν μπορούσε να περάσει.

Αν και η πρώτη, μικρή «γεύση» από το επερχόμενο άλμπουμ τους «The Reckoning» δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τον παλιό, γνώριμο εαυτό τους, υπήρξαν και κομμάτια τους που δεν μας απογοήτευσαν ούτε στο ελάχιστο…

Ακόμη ένα κομμάτι που έκανε «πάταγο» το καλοκαίρι που μας πέρασε ήταν και αυτό…

συνοδευόμενο με το περιβόητο «Kiki challenge»! Να σημειωθεί ότι παρόλο που το συγκεκριμένο κομμάτι συγκαταλέγεται άνετα στα πιο εμπορικά κομμάτια του έτους, δεν μπορούμε να πούμε με την αντίστοιχη άνεση πως βρίσκεται ψηλά στα δικά μας αγαπημένα.

Κατά τα άλλα, το μουσικό «τοπίο» δεν άλλαξε άρδην σε σχέση με πέρσι, ωστόσο, «πρωταγωνιστές» υπήρξαν, μεταξύ άλλων, κάποιες alternative καλλιτεχνικές υπάρξεις, αλλά και νεότεροι «υπηρέτες» της R&B.

Ευκαιρίας δοθείσης λοιπόν, στο InTownPost συγκεντρώσαμε και σας παρουσιάζουμε το δικό μας «Top 12», γεμάτο από κομμάτια που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2018 τα αγαπήσαμε και ξεχώρισαν με κάθε δυνατό τρόπο.

1η Ιανουαρίου  –  31 Δεκεμβρίου 2018

Lana Del Ray – Venice Bitch

 

Η ξεχωριστή ύπαρξη ονόματι Lana Del Ray δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από μία τέτοια λίστα. Και μπορεί πριν από κάποια χρόνια, ο κόσμος να μην ήταν έτοιμος για ένα σχεδόν 10λεπτο τραγούδι από την καλλιτέχνη, ωστόσο, από τη στιγμή που η ίδια πέρασε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 δημιουργώντας μιας δικιά της, ξεχωριστή περσόνας, το εν λόγω κομμάτι θα μπορούσε να πει κανείς ότι έρχεται σε μία φάση πλήρους συνειδητοποίησης.

Η φετινή της μουσική προσπάθεια ανταμείφθηκε από τους κριτικούς, όπου διέκριναν το διαφορετικό του ήχου, τις παραμορφωμένες κιθάρες, τα «θορυβώδη» φωνητικά, αλλά τον έντονο πειραματισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του κομματιού. Ακούστε το…

Thom YorkeSuspirium

 

Έπειτα από το επιτυχημένο, όπως όλα δείχνουν, εγχείρημα για solo καριέρα, ο τέως frontman των Radiohead, Thom Yorke, εισήλθε στον «πλανήτη» των soundtracks, δημιουργώντας μουσική για την επερχόμενη «Suspiria» του Luca Guadagnino.

Η μοναχική αυτή μπαλάντα, αποτελούμενη μόνο από το παίξιμο ενός πιάνου και από την «ψυχή» μίας μπάντας της οποίας η μουσική συντέλεσε στην ουσία τεράστιων κινηματογραφικών ήχων, μοιάζει να είναι το τέλειο κομμάτι για «συντροφιά» του προαναφερθέντος κινηματογραφικού εγχειρήματος.

Troye Sivan – My, my, my

 

Η αγάπη συνοψίζεται σε τρεις λέξεις – στις ίδιες τρεις λέξεις, στην πραγματικότητα.

Ο απλός θαυμασμός που εκφράζεται με νεανικό πάθος από τον Troye Sivan στο «My, my, my» διαφαίνεται τόσο καθαρός αλλά και τόσο μεταδοτικός, που σε αυτό το κομμάτι δεν χρειάζονται συστάσεις, ούτε καν για τον τίτλο.

   Calvin Harris ft. Dua Lipa:     One Kiss

 

Ένα από τα πιο αγαπημένα, καλοκαιρινά, φετινά κομμάτια που σίγουρα πρωταγωνίστησε σε κάθε βραδινό προορισμό μας.

Παρότι το συγκεκριμένο δεν ξεφεύγει και πολύ από το ύφος που έχουμε συνηθίσει από τη Dua Lipa, μας αρέσει αρκετά και σίγουρα μας ταξιδεύει σε σκέψεις ανάλαφρης καθημερινότητας, ξεγνοιασιάς, αλλά και ηρεμίας.

Αυτή τη φορά, η συμμετοχή του Calvin Harris είναι εκείνη που κάνει τη διαφορά και οδηγεί το κομμάτι λίγο παραπέρα.

Khalid – Better

 

Καλώς ή κακώς, η R&B φέτος μονοπωλεί κάθε ενδιαφέρον, έτσι, η παρουσία της είναι σαφώς έντονη και στη δική μας λίστα. Τα κομμάτια αυτού του στυλ που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2018 ήταν πολλά, με αρκετά να μοιάζουν υπερβολικά μεταξύ τους.

Ωστόσο, ο αντισυμβατικός Khalid με το «Better», φαίνεται να έκανε τη διαφορά, συνδυάζοντας άρτια την R&B με την παλιά και αγαπημένη slow εκδοχή της.

Post Malone – Better Now

 

Άκρως χορευτική και δυναμική, η συγκεκριμένη R&B επιτυχία αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε αρκετά το καλοκαίρι που μας πέρασε.

Το «Better Now» στάθηκε αυτόνομα, από τη “φτιάξη” του, πολύ ψηλά σε όλα τα παγκόσμια charts, με τον Post Malone να δείχνει για ακόμα μια φορά πόσα μπορεί να δώσει στο συγκεκριμένο μουσικό χώρο.

Clean Bandit ft. Demi Lovato: Solo

 

 

Κομμάτι που ακούς ξανά και ξανά!

Παρά το κάπως απαισιόδοξο μήνυμα των στίχων, ο ρυθμός του είναι υπέροχος και η φωνή της Demi Lovato σίγουρα χαρίζει στο εν λόγω κομμάτι κάτι το διαφορετικό.

         Maroon 5 ft. Cardi B:           Girls like you

 

 

Το γνώριμο και αγαπημένο στυλ των Maroon 5 επέστρεψε για τα καλά φέτος, με ένα πολύ γλυκό κομμάτι.

Ο Adam Levine και η μελωδική φωνή του στάθηκαν για ακόμα μία φορά άξιοι των περιστάσεων και δεν μας απογοήτευσαν…

Marshmello ft. Anne Marie: Friends

 

 

Στα σύνορα της R&B και με έντονο φλερτάρισμα στην pop, το παιχνιδιάρικο «Friends» κυκλοφόρησε στην αρχή αυτού του χρόνου και ξεσήκωσε κάθε fan της φρεσκοφερμένης στη μουσική σκηνή, Anne Marie (και όχι μόνο).

Jax Jones ft. Ina Wroldsen: Breathe

 

Dance, ξεσηκωτικό και πολλά υποσχόμενο… Κάπως έτσι μας παρουσιάστηκε το συγκεκριμένο κομμάτι και τελικά, δεν μας απογοήτευσε!

Το δυνατό beat του κομματιού, σε συνδυασμό με τα υπέροχα φωνητικά της Ina δημιούργησαν έναν εξαιρετικό συνδυασμό, «στέλνοντας» μονομιάς το συγκεκριμένο hit στις κορυφές των charts.

  Florence and the Machine:     Big God

 

Σίγουρα ένα κομμάτι που δεν θα μπορούσε να λείπει από τη λίστα μας. Το Big God μάς επιβεβαιώνει για ακόμα μία φορά το μεγαλείο των Florence and the Machine.

Η 11ετής τους παρουσία στο χώρο άλλωστε, το προσυπογράφει. Ήχος διαφορετικός, στίχοι ξεχωριστοί… κι όλα αυτά συνοδευμένα από την μεταξένια φωνή της Florence Welch!

Lady Gaga & Bradley Cooper: Shallow (A Star Is Born)

Στην πρώτη θέση του “Top 12” βρίσκεται φυσικά η μεγάλη φετινή επιτυχία «Shallow», ερμηνευμένη από τους Lady Gaga και Bradley Cooper.

Ένα κομμάτι υπέροχο από κάθε οπτική, «φορτωμένο» με συναισθήματα.

Το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Lady Gaga και η επιστροφή του Bradley Cooper στη μεγάλη οθόνη, εκτός ενός άρτιου κινηματογραφικού αποτελέσματος, χάρισαν στο κοινό και μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές (και όχι μόνο) επιτυχίες για το 2018. Οι ερμηνείες, οι φωνές, αλλά και η «χημεία» μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών «χτύπησαν κόκκινο», συνεπαίρνοντας ακόμη και τον πιο απαιτητικό.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν κατέκτησε μόνο την πρωτιά σε αρκετά charts, πολύ πριν κυκλοφορήσει η ίδια η ταινία, αλλά και τις καρδιές πολλών ανθρώπων, κάνοντας αίσθηση ακόμα και σε εκείνους που δεν προτιμούν αυτό το είδος μουσικής!

Απλά μπράβο τους.

Όσο για τα υπόλοιπα;

Ραντεβού… του χρόνου!

Φιλιά,

Μαρκέλλα

«All About Eve» και Julianne Regan: Μια Μουσική Ανασκόπηση (2018), του Νάσου Καββαθά

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Τα πρώτα δύο άλμπουμς των All About Eve (AAE) είχαν πολύ μεγάλη επιρροή σε μένα και εξακολουθώ να τα έχω στη λίστα των απόλυτα αγαπημένων μου. Το εξαιρετικό ομώνυμο ντεμπούτο (1988) και το υπέροχο δεύτερο «Scarlet and other stories» (1989), δύο άψογα άλμπουμς  που αντέχουν στη δοκιμασία του χρόνου, (μαζί και τα πολυάριθμά, εξίσου καλά bonus τραγούδια για τα singles, EPs & 45rs εκείνης της εποχής), είναι σε ένα δικό τους υψηλό επίπεδο, εξακολουθούν να στέκουν ψηλά στις αξιολογήσεις.

Είτε προερχόσουν από ένα pop, rock, hard rock ή ένα λιγότερο ή λιγότερο «goth» ή «indie» υπόβαθρο, (ή οτιδήποτε άλλο), αυτά ήταν άλμπουμς που θα μπορούσαν ν’ αγαπηθούν από πολλούς, και όντως αγαπήθηκαν.

Στο επίκεντρο: μία χαρισματική καλλιτέχνις, η Julianne Regan.

Η Julianne Regan είναι οι All About Eve. Κανείς δεν το αμφισβητεί.

Στέκομαι εδώ για να υμνήσω αυτά τα δύο άλμπουμ των AAE που κατέκτησαν τα Top-Ten, με τα πολυάριθμα Top-40 singles τους, τότε, στις δόξες των ΑΑΕ, 1988-1990, την τελευταία ‘μεγάλη εποχή για τη ροκ μουσική.

Ξεκίνησα να γράφω για τους AAE σε ένα προσωπικό σημειωματάριο. Οι σκέψεις, το κείμενο γινόταν όλο και μεγαλύτερο και η προσέγγιση της γραφής κατέληξε καθαρά προσωπική.

Όπως και νάχει, έπαιζα ζωντανά, live, το  ‘Wild hearted woman’ τότε, 1988 – 1989, με το συγκρότημά μου μπροστά σε χιλιάδες. Επαναλαμβάνω: τότε: 1988-1989. Ήταν η μόνη διασκευή που παίζαμε. Θυμάμαι την εξάσκηση φωνητικών πάνω από τις γρατζουνισμένες κόπιες αυτών των δίσκων, να ηχογραφώ τύμπανα και μπάσο πάνω από το ‘Martha’s Harbour’, θα μπορούσα να πω πολλές αντίστοιχες ιστορίες.

Μπορώ πάντα να παίξω ζωντανά ένα πλήρες σύνολο τραγουδιών AAE, είναι πάντα μαζί μου.

Έτσι γράφω αυτά εδώ -όπως και σχεδόν οτιδήποτε άλλο- όχι μόνο ως «δημοσιογράφος» αλλά και ως καλλιτέχνης. (Εάν κάποιος θέλει να διαβάσει το αρχικό κείμενο, πολύ ευχαρίστως να το μοιραστώ, αν διαβάζετε αυτές τις γραμμές ξέρετε πού να με βρείτε).

Έτσι, εδώ θα σας δώσω μια όσο το δυνατόν συντομότερη εκδοχή.

Το πρώτο album των AAE, ‘All About Eve‘ (1988) έκανε θαύματα. Δεν πάει χαμένο ούτε ένα δευτερόλεπτο. Το πιο σημαντικό από όλα είναι τα  ίδια τα τραγούδια – κάθε τραγούδι εδώ μέσα συμπληρώνει τα ‘καλά κουτάκια’. «Στα σύννεφα» ( In the clouds’) ή «Στο Λιβάδι» (In the Meadow’) ή οπουδήποτε ανάμεσα, «Τι είδους ανόητος» ( What kind of fool’) θα ήσουν,  αν δεν σου άρεσαν αυτά που ετούτη η «Γυναίκα με την ανάστατη καρδιά» (Wild hearted woman’) και ο θίασός της προσφέρουν εδώ. Αλλά όσον αφορά τα Vocals .. Gosh .. Το ευρύ φωνητικό φάσμα της Julianne είναι εκτεθειμένο σε όλο το άλμπουμ με εκπληκτικά αποτελέσματα.

Το εξαίσιο Marthas harbour μπήκε στο top-10. Flowers in our hair,Every angel, τα περισσότερα από τα τραγούδια του άλμπουμ κυκλοφόρησαν ως singles.

(Οι AAE ξεκίνησαν το 1985, κυκλοφόρησαν μερικά ανεξάρτητα singles το 1986 και το 1987, που υπάρχουν στη συλλογή Return to Eden – πολλά από τα τραγούδια ξαναηχογραφήθηκαν για το ντεμπούτο άλμπουμ).

Το όλο ντεμπούτο άλμπουμ των ΑΑΕ είναι στην πραγματικότητα μια συλλογική προσπάθεια: οι AAE, οι The Mission και ο σπουδαίος παραγωγός, όλοι συνεισέφεραν.

 Τα εξαιρετικά φωνητικά της Julianne συνοδεύονται από την ακουστική τεχνογνωσία και τη μετρημένη ηλεκτρική ισχύ των κιθάρων του Tim Bricheno. Kudos στον Mick Brown στα τύμπανα (ντράμερ των The Mission) και ως επί το πλείστον στον Paul Samwell-Smith: ο σπουδαίος αυτός παραγωγός και καλλιτέχνης (Yardbirds, Jethro Tull κ.λπ.) πρέπει να πω ότι είναι ένα πολύτιμο πλεονέκτημα εδώ, μαζί με αρκετούς ακόμα μουσικούς που επίσης συμμετείχαν, (Simon Hinkler, Jean Paul Vetesse και άλλοι).

Και φυσικά στον Wayne Hussey, τον ηγέτη των The Mission. (Ακούστε το υπέροχο τραγούδι τους «Severina», από το άλμπουμ Godsown medicine (1986) με την Julianne να συμμετέχει στα φωνητικά).  Ο Wayne Hussey είναι αρχικά υπεύθυνος, αφού χάρις σ’ αυτόν και την μπάντα του πρωτοακούστηκε ευρέως η Julianne – και συνεισφέρει ο ίδιος φωνητικά εδώ, στο δίσκο, στην υπέροχη ροκ μπαλάντα ‘Shelter from the rain’.

Ακόμη και το υλικό των bonus / b’sides είναι εξαιρετικό, όπως η επική folk μπαλάντα Lady Moonlight ή το όμορφο guitar pop-rock Our Summer. Ή το καταπληκτικό Candy Tree‘, ένα ‘immidiate stunner’, άμεση ‘κομματάρα’.

Καταλήγοντας: Αυτό δεν είναι ένα κοινό ντεμπούτο άλμπουμ – αυτό είναι σχεδόν ένα «Best of All About Eve Vol.1». Και μετά από αυτό, ήρθε το «Vol.2».

 

Το εξαιρετικό 2ο άλμπουμ. Όταν κυκλοφόρησε το «Scarlet and other stories» (1989), τα πράγματα βελτιώθηκαν κι άλλο. Άψογο.

Το  ‘Road to your soul, το πρώτο single, το αγάπησα αμέσως και έτρεξα να αγοράσω το άλμπουμ (και πάλι: ‘έλιωσα’ μερικά αντίτυπα, συν τα singles με τα πολλά extra τραγούδια τους).

Η κριτική μου ήταν (και είναι): Αυτό είναι τουλάχιστον τόσο καλό όσο το 1ο.

Σπουδαία τραγούδια, τόσο από μουσική όσο και από στίχους, οι φωνητικές δημιουργίες ευρείες και πολύχρωμες και ένα εν δυνάμει «μεγάλο» single (December) που θα μπορούσε να ανυψώσει τους ΑΑΕ στο επόμενο επίπεδο.

(Και, για να εξηγούμαστε: το άλμπουμ γενικότερα δεν έχει σχέση με «goth» σε καμία περίπτωση).

Στο EP του December υπάρχει το ‘Drowning’ (υπέροχο) και το The witchs promise ως B’ sides. Το ‘The witch’s promise’ είναι μια φανταστική διασκευή ενός τραγουδιού των Jethro Tull, (μια από τις καλύτερες διασκευές Jethro Tull).

Μπορώ ακόμη να πω και σε όλες τις ‘metal-queens’ του κιλού: κοριτσάκια, η Julianne ήταν εκεί πρώτη. Remember December.

Tο επικό ‘December’ πέτυχε μεγάλο τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό airplay πανευρωπαϊκά (MTV, MCM κλπ.) – εδώ στην Ελλάδα ήταν σίγουρα ένα μεγάλο ραδιοφωνικό hit, όλοι το γνώριζαν και το αγάπησαν – πολλοί το θυμούνται ακόμα. Είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό τραγούδι των AAE για το μεγάλο κοινό.

Και πάλι, τι μεγάλο, σπουδαίο άλμπουμ, (επίσης με παραγωγό τον Paul Samwell-Smith). Δεν υπήρχε τίποτα σαν αυτό το άλμπουμ τότε, ούτε και τώρα. Ροκάρει εδώ, (Tuesdays child”, “Gold and silver”, “Only one reason), ψιθυρίζει εκεί, (Scarlet”, “The pearl fishermen), με την χαρακτηριστική ΑΑΕ ταυτότητα και το ύφος (Dream now”, “More than the blues), εμπνευσμένο και καλοδουλεμένο. Είναι σημαντικό σημάδι καλλιτεχνίας το να ξεπεράσεις το σπουδαίο πρώτο σου άλμπουμ με ένα – μερικοί μπορεί να πουν – ακόμα καλύτερο.

Τα πράγματα φαίνονταν πιο φωτεινά: η αγαπημένη μου μπάντα θα μπορούσε να γίνει πραγματικά μεγάλη.

«Σας το είπα», αυτό θα έλεγα, σε οποιονδήποτε. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε οι AAE ήταν ήδη αρκετά μεγάλοι στη Βρετανία και στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.

Και τότε οι AAE έπρεπε να αναζητήσουν νέο κιθαρίστα: Bricheno out.

 

Το 3ο στούντιο «Touched by Jesus» (1991). Όταν το καλό τραγούδι Farewell Mr. Sorrow βγήκε ως single, ήταν εντάξει. Strange way”, track 1: Τέλειο! Τα πράγματα εξακολουθούσαν να ακούγονται και να φαίνονται καλά, καθώς ξεκινούσες να ακούς το άλμπουμ βινυλίου. Παρεμπιπτόντως, ο David Gilmour των Pink Floyd έπαιξε κιθάρα σε δύο κομμάτια του άλμπουμ: «Wishing the Hours Away» και «Are You Lonely».

Αρκετά έξυπνα: τα περισσότερα από τα καλά κομμάτια τρέχουν την A’ πλευρά του  βινυλίου. Με τα χρόνια συμφιλιώθηκα και ..με τη Β’ πλευρά. Είναι τελικά ένας καλός δίσκος, ένα δυό σκαλοπατάκια χαμηλότερα απ’ τα υψηλά πρότυπα των δύο προηγούμενων.

Λαμβάνοντας υπόψη την τεράστια αλλαγή που είναι η αλλαγή ενός κιθαρίστα σε μια μπάντα, θα μπορούσε κανείς να περιμένει το επόμενο, το τέταρτο άλμπουμ AAE να ανακτήσει κάποιο χαμένο έδαφος. Το γενικό ενδιαφέρον εξακολουθούσε να υπάρχει, ελαφρώς ελαττωμένο. (Θα προτιμούσα επίσης έναν διαφορετικό γενικό τίτλο άλμπουμ, «Touched by angels» ίσως;).

Επίσης: περιοδεύοντας το άλμπουμ, το setlist ήταν ακόμα εντάξει, (δείτε τη συναυλία «Live in Bonn 1991»).

Το άλμπουμ Ultraviolet (1992) και η περιοδεία ήταν ένα ξεκάθαρο ‘departure’, μια αλλαγή, και για πολλούς: μια απογοήτευση. Κατ’ αρχήν, δεν ακούγονται τα φωνητικά, (η κύρια δύναμη των  AAE), στις ηχογραφήσεις. Ειλικρινά, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ότι κάτι δεν πάει καλά με τα αυτιά μου. Είναι περίεργο το πώς μια τέτοια μίξη κυκλοφόρησε ως «επίσημο άλμπουμ», ’κραυγάζει’ ότι χρειάζεται σωστό remix. Υπάρχουν μερικά καλά τραγούδια εκεί μέσα, («Freeze», «Outshine the sun»), αν  μπορείς να τα καταλάβεις.

Το γράψιμο των τραγουδιών άλλαξε επίσης σε μια ‘εναλλακτική’, alternative προσέγγιση με όλα τα folk & rock-ey στοιχεία αφαιρεμένα – μερικά από τα κομμάτια είναι ‘filler’, πραγματικά.

Να λοιπόν: οι AAE, μια μπάντα με μοναδική ταυτότητα μέχρι τότε, να υιοθετούν ξαφνικά έναν ήχο από μπάντες «du jour» που δεν με νοιάζει καν να αναφέρω.

Ακόμα πιο σημαντικό: η UV περιοδεία απογοήτευσε και το ζωντανό κοινό. Παρακολουθώντας βίντεο από αυτήν την περιοδεία UV είναι εντελώς βίαια, βάναυσα ενάντια στο επιτυχημένο και αναγνωρισμένο παρελθόν του συγκροτήματος. Μόνο ένα-δύο τραγούδια από τα δύο πρώτα άλμπουμς – κι αυτά σε αγνώριστες, ξινές εκτελέσεις. Δεν έπαιζαν ούτε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια τους!

(Δεν θα είχα τίποτα να πω αν δεν το ονόμαζαν, απλά, AAE).

Είναι ένα συγκρότημα που παίρνει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική στροφή.

Εξακολουθώ να αισθάνομαι κάτι σαν «Πάμε μακριά τώρα » όταν ακούω την εισαγωγή του track 1, «Phased» – ένα καλό τραγούδι, θαμμένο σε κακή παραγωγή. Μετά από επανειλημμένες ακροάσεις, το «UV» δεν είναι τόσο «κακό» όσο θεώρησα τότε, (σε μια φανταστική, σωστά ρεμιξαρισμένη έκδοση βέβαια). Είναι «διαφορετικό» – πράγμα που δεν είναι κακό – αλλά και πάλι: ακόμα και αν ήταν σωστά ρεμιξαρισμένο θα εξακολουθούσε να είναι το πιο αδύναμο άλμπουμ της λίστας από όλες τις απόψεις.

Σημαντική σημείωση:

Αυτός ο ήχος, η τεμπέλικη psychedelic κιθάρα δυνατά, τα ανεξήγητα «θαμμένα» στο mix φωνητικά κλπ, διοχετεύουν ξεκάθαρα το συγκρότημα πίσω στην indie σκηνή, μια πολύ μικρότερη σκηνή για τους AAE που πριν από μερικούς μήνες ήταν ακόμα μια εξελισσόμενη, ανερχόμενη διεθνής αίσθηση.

Δεν μπορώ να κατηγορήσω την δισκογραφική εταιρεία. Έλυσαν το συμβόλαιο με το συγκρότημα, πρόσφεραν στην Julianne Regan ένα solo deal αλλά εκείνη δεν το δέχτηκε. Και αυτό ήταν το τελευταίο full στούντιο άλμπουμ των All About Eve, πριν από 26 χρόνια!

Η μπάντα διαλύθηκε.

Βλέποντας πίσω, πολλές μπάντες είχαν κάποια στιγμή έναν ‘λόξυγκα’, ένα «κακό άλμπουμ», (το «Ultraviolet» δεν ήταν τελικά και καμιά ‘ολική’ καταστροφή), και επέστρεψαν δυνατές ή ακόμα ισχυρότερες. Άλλες μπάντες δεν το έκαναν. Κάποιες απλά έκαναν ένα διάλειμμα, σύντομο ή πιο μακρύ. Λοιπόν, οι ΑΑΕ διαλύθηκαν φιλικά. (λίγα χρόνια αργότερα επανενώθηκαν).

Πριν από τη διάσπαση, οι AAE άρχισαν να δουλεύουν νέο υλικό. Αμέσως μετά το ‘σβήσιμο των μηχανών’ από την Julianne, οι υπόλοιποι κυκλοφόρησαν το υλικό κάτω από ένα άλλο όνομα. Το μόνο που θα πω είναι: Ευτυχώς που η Julianne δεν ασχολήθηκε, προλαβαίνοντας τα χειρότερα.

Μετά το τέλος: Mice και reunion

Στα μέσα της δεκαετίας του 90, το νέο συγκρότημα Mice της Julianne Regan είναι ένα ενδιαφέρον εγχείρημα που θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, αλλά ατυχώς πήγε χαμένο, θύμα της χρεοκοπίας του indie label που θα τους κυκλοφορούσε. Ακούστε το πανέμορφο should-be-a-hit «Miss world» των Mice, ένα τραγούδι που περιλήφθηκε στη λίστα των συναυλιών του επερχόμενου reunion των AAE.

Οι All About Eve, λοιπόν, ανασυστάθηκαν το 2000 για να παίξουν support στην περιοδεία των επίσης επανενωμένων The Mission. Ο Wayne Hussey έκανε το trick και πάλι.

Το reunion διήρκεσε τρία χρόνια. 15 χρόνια τώρα με ‘Nothing About Eve’ live.

Τα περισσότερα από τα setlists του reunion 2000-2003 στις ‘ηλεκτρικές’ συναυλίες βασίζονταν ακόμα στο ‘Ultraviolet’ vibe – εκτός από ένα καλό σύνολο τραγουδιών στο «Live & Electric at Union Chapel» cd (2001) ή και αλλού. Η λίστα των ακουστικών συναυλιών ήταν πιο ικανοποιητική -περιλαμβάνοντας υλικό από τα δύο πρώτα άλμπουμ- και οδήγησε στην κυκλοφορία δύο εκδόσεων των ακουστικών άλμπουμς: «Fairy Light Nights» vol. 1 & 2.

Υπό την ονομασία AAE, υπάρχει επίσης το EP Iceland (2002), ένα Christmas mini album με διασκευές και δύο νέες εκδόσεις του ‘December’.

 

Keepsakes’ (2006) και ReIssues των δύο πρώτων δίσκων (2015). Υπάρχει επίσης αυτή η φανταστική συλλογή με τα περισσότερα από τα καλύτερα τραγούδια των AAE καθώς και εξαιρετικό bonus υλικό, νέα τραγούδια και ηχογραφήσεις του 2006: το διπλό cd ‘Keepsakes’, (ή τριπλό με dvd).

Περιέχει σχεδόν όλα τα ‘απαραίτητα’ κομμάτια των ΑΑΕ – είναι μια σωστή ‘Greatest Hits’ / ‘Best of’ συλλογή από την Julianne & τα μέλη, ακόμα και ο Bricheno παίζει σε μερικά από τα νέα τραγούδια. Τι ωραίο τραγούδι, το κομμάτι του τίτλου, Keepsakes, ένα δυναμικό statement.

Πρόκειται για μια εξαιρετική κυκλοφορία: είναι και η τελευταία -ως σήμερα- που περιλαμβάνει original υλικό. Από την άλλη μεριά: ήταν μια χαμένη ευκαιρία για περιοδεία: μια ‘Keepsakes tour’ λόγου χάριν, με ένα setlist ταιριαστό με το ‘Best of’ υλικό του άλμπουμ – είναι προφανές ότι θα έπρεπε να συμβεί. Δεν συνέβη.

Το 2015, τα δύο πρώτα albums «All About Eve» και «Scarlet and other stories» κυκλοφόρησαν ως 2cd sets, (στη σειρά Universal Re-Presents), και συμπεριλαμβάνουν bonus τραγούδια και ζωντανές εκτελέσεις.

Όσο για το 2018: Δεν υπάρχει νέα μουσική, καμία συναυλία και η Julianne αρνείται σθεναρά κάθε φήμη για επανένωση, ανασυγκρότηση ή οποιαδήποτε επιστροφή των ΑΑΕ.

Αλλά, περιμένετε, υπάρχει ένα επερχόμενο βιβλίο.

Η Julianne Regan τα πάει θαυμάσια αυτές τις μέρες. Μια Music Lecturer in Commercial Music and Songwriting στο Bath Spa University, περνώντας την πλούσια γνώση της, απαλλαγμένη από ανεπιθύμητες υποχρεώσεις, με τη φωνή της πάντα σε καλή φόρμα, πάντα ενεργή μουσικά, έχει αρχίσει να γράφει κι ένα memoir.

Λοιπόν, θα διαβάσω το βιβλίο της όταν κυκλοφορήσει, για να βρω ίσως κάποιες απαντήσεις ή να μπερδευτώ περισσότερο! Θα ήθελα πολύ να κάνουμε μια συνέντευξη για την προώθηση του βιβλίου. Δε θα τη διέκοπτα τώρα που βρίσκεται στη δημιουργική διαδικασία.

Στις μουσικές δουλειές της Julianne εκτός ΑΑΕ και μετά τους ΑΑΕ υπάρχουν πολλά καλά ή και σπουδαία κομμάτια εδώ και εκεί, (Το άλμπουμ Jules et Jim” (2009), το άλμπουμ-ντουέτο με τον Wayne Hussey CuriosRegan/Hussey” (2011) και διάφορα άλλα, συμμετοχές κλπ).

Και έναν μεγάλο σεβασμό για το να κάνεις ό,τι θέλεις, ό,τι νιώθεις, no matter what.

Επίσης: γνωρίζω και ασπάζομαι την αίσθηση του να θες να αποστασιοποιηθείς από τις βρωμο-δισκογραφικές εταιρείες. Η Julianne βρήκε το δρόμο της έξω από τις monkey business.

Ότι κι αν επιφυλάσσει το μέλλον, θα στέλνω πάντα αγάπη και σεβασμό σε μια σπουδαία μουσικό, τραγουδοποιό και vocalist extraordinaire που θα είναι πάντα μέρος του κόσμου μου.

BACK TO EDEN – Επίλογος

 

Η κύρια εστίασή μου για να γράψω αυτό το κομμάτι ήταν: να σταθώ και να επαινέσω τα πρώτα δύο άλμπουμ που μόνο λίγοι φαίνεται πια να εκτιμούν όσο θα έπρεπε. Σας ενθαρρύνω να τα ανακαλύψετε ή να τα ξανα-ανακαλύψετε. Αυτό το υλικό εξαφανίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από τα live setlist του συγκροτήματος – μέχρι πριν από 15 χρόνια, όταν υπήρχε ακόμα μια live μπάντα AAE, για τις τελευταίες συναυλίες τους.

Αλλά δεν αμφισβητείται ότι τα άλμπουμ ‘All About Eve’ και ‘Scarlet and other stories’ είναι τα πρωτότυπα, τα καλύτερα και τα πιο γνωστά μέρη των AAE. Προσθέτοντας όλο το εξίσου εξαιρετικό πρόσθετο υλικό εκείνης της εποχής, είναι ένα εντυπωσιακό και γοητευτικό σώμα δουλειάς, εντελώς λανθασμένα χαρακτηρισμένο ως «goth-rock» (βλ. Wiki, Αll-music κλπ) – θα μπορούσατε να εντοπίσετε διάφορα μουσικά στυλ και στοιχεία στη μουσική και την παλέτα των AAE.

Οι καλλιτέχνες συχνά αλλάζουν τα μυαλά τους, τους τρόπους τους, ο καθένας μπορεί να χειριστεί το έργο του μ’ όποιο τρόπο του αρέσει.

Αλλά θα πάω ένα βήμα παραπέρα για να πω ότι η μεγάλη μουσική, τα σπουδαία τραγούδια, θα βρουν το δικό τους δρόμο στο μέλλον, με ή χωρίς την υποστήριξη των δημιουργών τους μερικές φορές. Θεωρώ ότι τα άλμπουμς ‘All About Eve’  και «Scarlet ..» είναι διαχρονικά, διαμάντια.

«All About Eve, Julianne Regan»: A 2018 Music Retrospect, by Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

Nasos Kavathas

jokersbonus@yahoo.com

Those two, first albums of All About Eve (AAE) were very influential to me and I still count them on my list of absolute favorites. The brilliant eponymous debut (1988) and the splendid sophomore “Scarlet and other srories” (1989), two flawless albums that stand the test of time, (plus the numerous, equally good ‘bonus’ songs on singles, EP’s & 45rs of that era), are in a league of their own, still highly regarded. Whether you came from a pop, rock, hard rock, or a more-or-less ‘goth’ or ‘indie’ background, (or whatever else), these were albums that could be loved by many, and they did.

Center stage: a charismatic artist, Julianne Regan.

I started writing for AAE on a personal notebook. The thoughts, the text grew bigger and bigger and the writing approach went clearly personal. After all, I played live ‘Wild hearted woman’ back in 1988 – 1989 with my band in front of thousands. I repeat: back then: 1988-1989. It was the only cover we did then. I recall practicing vocals above scratched copies of those albums, recording drums and bass above ‘Martha’s Harbour’, I could go on and on about.

I always can manage to play live a full set of AAE songs, they’re with me.

(For readers outside of Greece I have to explain that me and my long running band JOKER are a rock ‘household’ in Greece, so, I’m writing this -and all- not only as a ‘journalist’ but also as a music artist).

If anyone wants to read the original text, be my guest, if you’re reading this you already know where to find me).

So, here I’ll give you the shortest edit possible.

 

The 1st AAE album ‘All About Eve’ (1988) made wonders. Not a second is missed. Most importantly of all: the songs. Every single song ticks the good boxes. ‘In the clouds’ or ‘In the Meadow’ or anywhere in between, ‘What kind of fool’ would you be, not liking what this ‘Wild hearted woman’ and her troupe had in offer. But the Vocals.. Gosh.. Julianne’s vocals’ wide template is exposed throughout the album to stunning results. 

The exquisite ‘Martha’s harbour’ went top-10, ‘Flowers in our hair’, ‘Every angel’, most of the songs of the album were released as singles. 

(AAE started in 1985 releasing a few independent singles in 1986 and 1987, collected in the ‘Return to Eden’ collection cd – many of the songs were re-recorded for the debut album).

The whole AAE debut album is actually a collective effort: the AAE band, The Mission band camp and the producer’s input.

Julianne’s excellent layered vocal work and songwriting are complimented by the acoustic artistry and the measured electric power of Tim Bricheno’s guitars. Kudos to Mick Brown on drums (of The Mission) and mostly to Paul Samwell-Smith: the great producer and artist (The Yardbirds, Jethro Tull etc) who, I must say, is a highly valuable asset here, along with a few more fine additional musicians he brought in, (Jean Paul Vetesse et al).

And of course to Wayne Hussey, (leader of The Mission – give a listen to their wonderful song ‘Severina’ (from the album “Gods’ own medicine” (1986) with Julianne guesting on vocals), for getting Julianne noticed and AAE discovered in the first place – and for offering vocals on the magnificent rock ballad ‘Shelter from the rain’

Even the bonus/B’sides’ material is excellent stuff, like the epic folk ballad ‘Lady Moonlight’ or like the excellent guitar pop-rock of ‘Our Summer’. What about ‘Candy Tree’ –  an immidiate AAE stunner.

Concluding: This is not a common debut album – this is practically a “Best of All About Eve Vol.1”. And after that, there came the “Vol.2”.

 

The sublime 2nd album

When “Scarlet and other stories” (1989) came out things felt even better. Flawless.

‘Road to your soul’, the first single came out, saw it on the telly, loved it instantly and ran to buy the album, (again: wore out a few copies, plus the singles with their lots of extra songs). 

My jury was (and is): This is at least as good as the 1st one.

Great songs, both music and lyrics, the vocal tapestries wide & colourful and a potential ‘big’ single (‘December’) that could elevate AAE to next level.

(And, for instance: this album ain’t “goth” by any stretch of the imagination).

On the ‘December’ EP – there’s ‘Drowning’ (a great song) and ‘The witch’s promise’ as B’ sides:

the ‘Witch’s promise’ being a fantastic cover of a Jethro Tull song, (one of the best Jethro Tull covers ever). More of favorable connections then.

I may even say that the big ‘orchestral’ thing that those silly ‘metal-queens’ did in late 90s and still do these days, (a dime a dozen), well girlies: Julianne been there first.

Remember December.

The epic ‘December’ achieved big TV & radio airplay in Europe, (MTV, MCM etc) – here in Greece it certainly was a big radio hit, everybody knew and loved it – many still recall it. It’s arguably AAE’s most remembered song for the big public.

And again, what a great, great album, (also produced by Paul Samwell-Smith). There was nothing like that album around. It Rocks here, (“Tuesday’s child”, “Gold and silver”, “Only one reason”), whispers there, (“Scarlet”, “The pearl fishermen”), with the AAE identity and melodic nous fluently spread, (“Dream now”, “More than the blues”), it’s a delicate and sophisticated album through and through. It’s a sign of good artistry to top your great 1st album with a –some may say- even better one.

Things looked brighter: ‘my’ fave band could break really big.

“I told you so”, that’s what I’d say, to anyone.

Actually, up to that point, AAE were quite big in Britain and in the best part of Europe. 

And then AAE had to look for a new guitar player: Bricheno out.

 

The 3rd studio album “Touched by Jesus” (1991)

When good song ‘Farewell Mr. Sorrow’ came out as a single it was alright. “Strange way”, track 1 : Great! A fave AAE track right there and then. Things still sounded/looked good as you started listening to the vinyl album in sequence. Noteably, David Gilmour of Pink Floyd played guitar on two tracks of the album: «Wishing the Hours Away» and «Are You Lonely».

Cleverly enough: most of the standout tracks run the Side A’ of the vinyl record. Only through the years I got more friendly with ..Side B’ of TBJ. It’s a good record after all, half (and a bit) as good to the amazing previous couple’s high standards.

Considering the huge change that is the change of a guitar player in a band, you could wait for the next, the fourth AAE album to recover things. The general interest was still there, just a little damaged. (I would also prefer a different general album title, ‘Touched by angels’ maybe?).

Touring the album, the setlist was still ok too, (check “Live in Bonn 1991”).

 

 

 

 

The ‘Ultraviolet’ album (1992) and tour was a departure, a change and to many: a disappointment. For starters, you can hardly hear the vocals, (the main strength of the AAE canon), on the recordings. Honestly, my very first reaction was that something was wrong with my ears. It’s a wonder how such a mix was released as a ‘proper album’, it begs to get remixed properly. There are a few good songs in there (“Freeze”, “Outshine the sun”) if you can figure them out.

The songwriting also shifted to an ‘alternative’ approach with all folk & rock-ey elements removed – some of that stuff is ‘filler’ really. Well: AAE, a band with a unique identity so far, suddenly adopting the sound of acts ‘du jour’ that I don’t even care to name.  

Even more improtantly: the UV tour largely displeased the AAE-friendly following. Watching videos from that UV tour are downright violent, brutal against the band’s successful and acclaimed past, almost painful to watch/listen-through for a once AAE enthusiast. Just a couple songs from their respected catalogue – only in new, bastardised, sour versions. Not playing any of their most known songs!

(I wouldn’t have nothing against if they just didn’t call it AAE).

It’s a band taking an almost suicidal u-turn.

I still get a feeling of “We’re going away now” when I listen to the intro of track 1, “Phased” – a good song buried in bad production. Through repeated listening ‘UV’ it’s not as ‘bad’ as I thought then, (in an imaginary properly remixed edition that is). It’s ‘different’ -which is not a bad thing-  but again: even if it was properly remixed it would still fare as the weakest album on the list, in all aspects.

Important note:

That sound, the lazy psychedelic guitar loud on, the inexplicably ‘buried’ in the mix vocals etc, channel the band back in the indie scene proper, a much smaller scene for AAE that months before still was a growing international sensation.

Can’t blame the record company.

They dropped the band, they offered Julianne Regan a solo deal but she did not take it. And that was the last studio album by All About Eve, 26 years ago!

The band split.

In hindsight, many bands had a hiccup, a ‘bad album’, (“Ultraviolet’ was not a total disaster after all), and came back strong or even stronger. Some did’nt. Others just take a break, short or longer. Well, this one just dissolved amicably. (A few years later they reconvened).

Before splitting, AAE started working on new material. Right after Julianne peacefully called it quits, the rest of the band released that material under another moniker. All I’ll say is: Thank goodness Julianne left that stuff away, preventing the worse.  

After the end : Mice and reunion

In the mid 90’s Julianne Regan’s new band Mice is an interesting venture that could go places but un-luckily got lost, victim of its indie label’s bankruptcy. Listen to the beautiful should-be-a-hit ‘Miss world’ of Mice, a song included in the AAE reunion’s setlist.

All About Eve regrouped in 2000 to support The Mission’s reunion. Wayne Hussey did the trick again.

The reunion lasted for three years. 15 years now with Nothing About Eve live.

Most of the 2000-2003 setlists on the electric gigs were still based on the ‘Ultraviolet’ vibe – except for a good set of songs in the “Live & Electric at Union Chapel” cd (2001) and elsewhere. The acoustic gigs setlist was more satisfying –including more material from the first two albums- and resulted to the release of two Acoustic albums’ releases: ‘Fairy Light Nights’ vol. 1 & 2

Under the AAE moniker there’s also the ‘Iceland’ EP (2002), a Christmas mini album of covers and two new versions of ‘December’.

 

‘Keepsakes’ (2006) and Re-Issues of the first two albums (2015)

There’s also this fantastic collection with most of the best AAE songs plus stellar bonus material, new songs and re-recordings of 2006: the ‘Keepsakes’ double cd, (or triple with a dvd).

It contains essential AAE material – it’s a proper ‘Greatest Hits’/’Best of’ made by Julianne & all members, even Bricheno plays in a few of the new songs. What a beautiful song, the title track, ‘Keepsakes’, a dynamic statement.

This is a more-than-worthy release and the last -so far- to include original material. On the other hand: it’s a lost opportunity for touring. Say: a ‘Keepsakes tour’, with a ‘Best of’ setlist matching the album’s material – it’s obvious it should happen. It didn’t.

In 2015 each of the first two albums –‘All About Eve’ and ‘Scarlet and other stories‘- were released as 2cd sets, including extra material and live versions, (as parts of the Universal «Re-Presents» series).

As for 2018: No new music, no concerts and Julianne firmly denies any rumor of a reunion, regrouping, or any sort of comeback of AAE.

But, wait, there’s an upcoming book.

Julianne Regan is doing great these days. A Music Lecturer in Commercial Music and Songwriting in the Bath Spa University, passing her rich knowledge, free from unwanted obligations etc, voice in great form, always active musically, writing her memoirs too.

Well, I will read her book when it’s released, to –maybe- find some answers or get more perplexed! I would love an interview to promote the book.

I wouldn’t interrupt her now that she is in the process.

In all her out of AAE/ after AAE output you can find good or even great bits here and there, (“Jules et Jim” (2009), a Regan/Hussey duet album of covers named “Curios” (2011), and many more). And a big respect for doing what you want, what you feel, no matter what.

Also: I know and I embrace the feeling of wanting to distance yourself from the stinkin’ record companies. Julianne did find her way out of the monkey business. 

Whatever the future holds, I will always send love and respect to a great musician/songwriter and vocalist extraordinaire that will always be a part of my world.

BACK TO EDEN – Epilogue

 

My main focus to write this piece is to stand and praise those first two albums that few seem to appreciate. I encourage you to discover or re-discover them. That material almost entirely disappeared from the band’s live catalogue – until 15 years ago that there still was a AAE live unit, for the last AAE live gigs.

But no question that the albums ‘All About Eve” and “Scarlet and other stories” are the original, the best and the most widely known parts of AAE. Adding all the equally great additional material of that era you get an impressive and mesmerising body of work, totally wrong-labeled as ‘goth-rock’ or whatever alike– you could trace several musical styles and elements in AAE’s recorded music and palette.

Artists often change their minds, their ways, anyone can deal with their oeuvre any way they like.

But I’ll go one step further to say that great music, great songs, will find their own way into the future, with or without the support of their own makers sometimes. I consider ‘All About Eve’ and ‘Scarlet..’ as timeless, diamonds.