fbpx

«Αλήθεια…», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Τι σημαίνει άραγε Αλήθεια;.

Εάν ακολουθήσουμε τον τρόπον σκέψεως τού Κρατύλου μία εξεταζομένη λέξις αποκαλείται «φύσει» όταν η έννοιά της περιγράφεται δια των γραμμάτων, των συλλαβών ή και των αναγραμματισμών, εάν όμως η εκφώνησις τής λέξεως έχει συμφωνηθεί από κοινού, ασχέτως δεσμών των γραμμάτων με το κατονομαζόμενον, τότε όπως υποστηρίζει ο Ερμογένης η λέξις αυτή είναι «κατά συνθήκην».

Ας επεξεργασθούμε εδώ τις λέξεις Άλήθεια και Ψεύδος θα ανακαλύψουμε πολλά ενδιαφέροντα.

Η λέξις «Αλήθεια» είναι συγγενής με το θέμα της Δήλου και του Φωτός των Διδύμων Αρτέμιδος και Απόλλωνος δια της μητρός των Λητούς και των ετεροθαλών αδελφών των, και ιδιαιτέρως με την τρίτην των Χαρίτων την Θαλίην και την τρίτην τών Μουσών Θάλειαν.

Η Λητώ-Ληθώ-Λήθη-Σκότος είναι η πρώτη διαβάθμισις του φωτός.

Η πρωτότοκη δίδυμος Άρτεμις (εγεννήθη τήν 6ην Θαργιλιώνος δηλ. 21ην Μαϊου) εκπροσωπεί το ημίφως, ενώ ο  δίδυμος αδελφός Απόλλων (τήν 7ην Θαργιλιώνος δηλ. 22αν Μαϊου) εκπροσωπεί το πλήρες φώς. Ο  πατέρας Ζεύς/Δίας/Νούς την Αιτίαν του Παντός, την παν-συμπαντικήν κεραύνιον νοημοσύνην των δια-λογισμών και των συν-λογισμών  του μήποτε  δύοντος φωτός.

Συνευρισκόμενος ο Νούς-Ζεύς μετά του σκότους-Λήθης-Λητούς-το λείον του ήθους όπως την απεκάλεσε ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον,έχει ως αποτέλεσμα  το φώς νά εκ-δηλ-ούται εις το νοητόν Σύμπαν εις την νήσον Δήλον με την γένεσιν των Διδύμων, Αρτέμιδος και Απόλλωνος. Η μητέρα Λητώ-Ληθώ-Λήθη-σκότος είναι το εφαλτήριον, η πηγή των δυνάμει ιδιοτήτων του φωτός, κυοφορούσα εκ του Διός εις το σκότος και λήθην τους μέλλοντας νά εκ-δηλ-ωθούν νοητικούς συλ-λογισμούς, έργα των τέκνων της ημίφωτος Αρτέμιδος και φωτός Απόλλωνος.

Κατά τον Αθανάσιον Σταγειρίτην εις την «Ώγυγίαν» του, σύνδεσμοι αυτών εις το φυσικόν σύμπαν είναι ο μέν Ήλιος τού Απόλλωνος, η δε Σελήνη της Αρτέμιδος. «Και επειδή η Λητώ αλληγορείται και εις Λήθην και εις Νύκτα,  τα τέκνα ενταύθα σημαίνουν, ο μέν Απόλλων τον Ήλιον, η δε Άρτεμις την Σελήνην».

Giulio Romano (1530)- Η γέννηση του Απόλλωνα και της Αρτέμιδος

Σκότος εις την αλληγορίαν σημαίνει άγνοια, αμάθεια, δοκησισοφία και δογματισμός.

Τό Φώς αλληγορεί τήν γνώσιν, τήν νοημοσύνην, τήν κατανόησιν, τήν διαλεκτικήν σκέψιν μετά λόγου.

Η Αρχή των όντων, η σκοτεινή μήτρα της μητρός, δέχεται το αρχέγονον σπέρμα με τήν διτήν ιδιότητα τού ζευγνύειν καί διασπάν, δια να τεκνοποιήση εις αμφότερα τα πεδία: εις το φυσικόν τα φυσικά τέκνα και εις το νοητικόν τας σκέψεις-ιδέας.

Η ένωσις πραγματοποιείται μέσα εις το απόλυτον σκότος της Λήθης-Λητούς, μητρός των διδύμων του Φωτός. Τίποτα δεν ευρίσκεται εν ενεργεία. Πολλοί την ονομάζουν Ληθώ, λέγει ο Σωκράτης εις τον Κρατύλον.  Εν δυνάμει και ανεκδήλωτα ευρίσκονται τα πάντα, και αναμένουν την άφιξιν του νοητού φωτός δια να αποκαλυφθούν και παραδίδουν εις την αλήθειαν το πλέον ουσιαστικόν της χαρακτηριστικόν, την αποκάλυψιν.

Εάν η γνώσις δεν είναι αληθής γνώσις, δεν έχει γνωσιολογικόν περιεχόμενον και καθίσταται ψευδής.

Αλήθεια:  η λέξις αποτελείται από το στερητικόν α  και ακολουθεί η ρίζα  λήθ- .

Το α- αναιρεί την σημασίαν της αποκρύψεως, της μη αποκαλύψεως.

Η λέξις Λήθη παράγεται εκ του ρήματος λανθάνω, που σημαίνει εν γνώσει μου αποκρύπτω κάτι, δεν κοινοποιώ εκείνο το οποίον θα ώφειλα να καταστήσω γνωστόν, αποσιωπώ, παραλείπω, αντιπαρέρχομαι, παραμελώ. 

Έλεγε ο Όμηρος εις την Ιλιάδα, ότι ο Οδυσσεύς «πάντας ελάνθανε δάκρυα λείβων» δηλ. ότι ο Οδυσσεύς έκρυβε απ΄ όλους ότι έχυνε δάκρυα.

Συνεπώς, 

Αλήθεια είναι η αποκάλυψις δια τού λόγου της καθαράς και αυθορμήτου σκέψεως, η οποία είναι η προσωπική υποκειμενική έκφρασις τής, κατά την αντίληψιν εκάστου, γνώσεως τού πράγματος, τής εννοίας  ή τού γεγονότος και έχει δύο δυνατότητες: να ανταποκρίνεται ή μη εις την ουσίαν του πράγματος.

Αλήθεια επίσης είναι η αντικειμενική πραγματικότης τής ουσίας τού πράγματος, τής εννοίας ή τού γεγονότος, π.χ. το ηλιοκεντρικόν σύστημα είναι η αλήθεια τού ουρανίου θόλου.  Αυτή είναι μία αεί υπάρχουσα πραγματικότης, ανεξαρτήτως τών όποιων υποκειμενικών απόψεων.

Όπως λέγει και ο Αριστοτέλης στα Μεταφυσικά του,  η διαχρονική υπάρχουσα αλήθεια είναι η «αεί σύν παντί».

Η Αλήθεια μπορεί να αναλυθή και ως εξής:

ΑΛΗΘΕΙΑ = ΑΕΙ   ΘΕΙΑ  ΑΛΗ,  όπου άλη είναι η περιπλάνησις, η περιφορά, η κίνησις (από την ιδία ρίζα έχουμε και την λέξιν αλήτης, αλαζών κλπ).  Επομένως η Θεία Ανέναος Κίνησις.

Η ελευθερία τής σκέψεως, η απηλλαγμένη από οιονδήποτε φόβον, προκαθωρισμένην δοξασίαν θρησκευτικής, πολιτικής, κοινωνικής ή άλλης φύσεως, είναι το δεσπόζον χαρακτηριστικόν τής επιτυχούς και κατόπιν σοβαρών αναζητήσεων, ανευρέσεως της αληθείας.

Δύο τρόποι αναζητήσεως υπάρχουν :

Η δια των μεθοδικών κατευθυνομένων ερωτήσεων, δήλαδή η μαιευτική μέθοδος τού Σωκράτους ( Διάλογος Μένων) καί

Η προσωπική αναζήτησις, κατά τον Ξένον εις τον διάλογόν του με τόν Θεαίτητον εις τόν   Σοφιστήν τού Πλάτωνος.

«Ουκούν διάνοια μέν καί λόγος ταυτόν. πλήν ή μέν εντός τής ψυχής πρός αυτήν διάλογος άνευ φωνής γιγνόμενος, τούτ’ αυτό ημίν επωνομάσθη διάνοια» (Σκέψις και λόγος λοιπόν είναι το ίδιο πράγμα. Με μόνην την διαφοράν ότι ωνομάσθη από εμάς σκέψις ο διάλογος που γίνεται μέσα εις την ψυχήν με τον εαυτόν της, χωρίς την συμμετοχήν τής φωνής- Σοφιστής 263 Ε).

Μετά τήν ερμηνεία τής λέξεως ΑΛΗΘΕΙΑ να επισημάνω ότι στά Λατινικά η λέξις VERITAS έχει τήν ρίζαν ver, η οποία με τήν κατάληξη e γίνεται vere δηλ. άνοιξις, ενώ με τήν κατάληξη us γίνεται verus = αληθής.

Εύκολα θα μπορούσε να πή κανείς ότι όπως η φύσις όλη ανθίζει και σάν μπουμπούκι ανοίγει και φαίνεται  έτσι και η αλήθεια βγαίνει εις τό φώς. Εις τά Ελληνικά έχουμε τήν ποιητικότητα να λέμε ότι στό νησί τής Δήλου, άρα στήν πηγή τού φωτός εκ-δηλ-ούται η αλήθεια.

Ευγενή λογοπαίγνια αποδίδοντα όμως μία πραγματικότητα.

Ψεύδος =   ψ(υχής) + εύδος –  ύπνος της ψυχής

Αντίθεσις τής αληθείας είναι το ψεύδος. Πάν τό μή άληθές, ο ψευδής λόγος.

«Ού γαρ επί ψευδέσσι πατήρ Ζεύς έσσετ’ αρωγός» (διότι εις τους ψευδομένους ο πατήρ Ζεύς δεν γίνεται αρωγός –  Ιλιάς Δ 235)

Λέγει ο Αριστοτέλης εις τα Μεταφυσικά του: «τό μέν λέγειν τό όν μή είναι ή τό μή όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν είναι ψεύδος, το δε όν είναι ή το μη όν μη είναι αληθές».

Εις τήν έννοιαν τής αληθείας ενυπάρχει η αποκαλυπτικότης αφ’ ενός και αφ’ ετέρου η θεία άλη, η κίνησις. Πάσα αποκάλυψις απαιτεί αλλαγήν καταστάσεως και πάσα αλλαγή προϋποθέτει κίνησιν. 

Κι όπως λέγει και ο Πλάτων μέ τόν Θεαίτητόν του: «Το πάν κίνησις ήν και άλλο παρά τούτο ουδέν».

Εις το τέλος του πρώτου του αποσπάσματος ο Ηράκλειτος δεν διστάζει να περιγράψη την ανθρωπίνην φύσιν ως «καθεύδουσαν» δήλα δή κοιμωμένην.

«Τούς δέ άλλους ανθρώπους λανθάνει οκόσα εγερθέντες ποιούσιν, οκώσπερ οκόσα εύδοντες επιλανθάνονται.» (Οι δε άλλοι άνθρωποι λησμονούν εκείνα τα οποία πράττουν, όταν ευρεθούν εν εγρηγόρσει, όπως ακριβώς λησμονούν και εκείνα τα οποία πράττουν ενώ κοιμούνται.)

Η Ελληνική Γλώσσα δια τής μυθιστορίας αφιέρωσεν εις τον Θεόν του Φωτός, τον Απόλλωνα, το σύμ-βολον, το βάλλον δια τών βολών-βελών τού τόξου τήν διάνοιαν. Ταυτοχρόνως ο Απόλλων φωτίζει την διάνοιαν δια των βελών-βολών-ακτίνων του.  Όχι η μία, αλλά και οι δύο επιδιώξεις, τού φωτισμού και τής επιτεύξεως τού στόχου, είναι τής δικαιοδοσίας τού Θεού. Άνευ φωτισμού ο στόχος είναι δυσδιάκριτος και η αποτυχία αναπόφευκτος.

Η τοξοβολία δεν πραγματοποιείται εις το σκότος διότι δέν θά επιτύχη τόν στόχον της. Η σοφία τού συνδυασμού, καλώς επενδεδυμένη διά τού μύθου, γίνεται τώρα κατανοητή και απαστράπτουσα εκ τού κάλλους καί τῆς ευκρινείας τῶν εἰκόνων-ἐννοιῶν.

Τό σύμβολον, ἐάν φορτισθῆ συγκινησιακῶς μέ διευρυμένην τήν νοητικήν ὅρασιν, φωτιζομένην ἐκ τοῦ ἰδίου τοῦ μύθου, μεταβάλλεται εἰς ἀρχέτυπον. «Φαίνεται μοι δόξα ἐξιέναι έκ διανοίας ἤ ἐκουσίως ἤ ἀκουσίως, ἐκουσίως μέν ἡ τοῦ μεταμανθάνοντος, ἀκουσίως δέ πάσα ἡ ἀληθής.» (Νομίζω ότι μία ιδέα βγαίνει από τον νούν μας είτε θεληματικά είτε άθελά μας. Θεληματικά βγαίνει η ψεύτικη ιδέα, άμα μαθαίνουμε τήν αλήθεια, άθελά μας βγαίνει κάθε αληθινή ιδέα –  Πολιτεία Πλάτωνος 413).

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ’ αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας.

Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε. Πίστευε, καί μή ερεύνα.

Θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.» Πίστευε καί μή, ερεύνα. (Friedrich Nietzsche)

«Δέν Μάθαμε Τίποτε ἀπό την Ἱστορία μας;», γράφει ό Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, Ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄντε καί μιά φορά, ἀντί γιά πολιτισμικό μήνυμα νά γράψω καί μιά πολιτική κριτική ἀλλά μέ πολιτισμική ὑπόκρουσι.

Ἐφέτος ὁ καιρός μᾶς παίζει ἄσχημα παιχνίδια. Κι ἀντί οἱ Ἀλκυονίδες νἀ διαρκέσουν 10-15 μέρες στό δεύτερο δεκαπενθήμερο τοῦ Ίανουαρίου, συνεχίζουν ἀκόμη και σήμερα τέλος Μαρτίου.

Κι ὅπως ὁ καιρός μᾶς κάνει σκωτσέζικα ντούς μέχρι σήμερα, ἔτσι αἰσθανόμαστε κι ἐμεῖς. Κι ἐκεῖ πού πάει νά γελάση κάπως τ’ἀχείλι μας, ὅτι μαθές τελειώσαμε ἐπιτέλους μέ τά μνημόνια, – τό γκουβέρνο αὐτό ἰσχυρίζεται-, νἄσου καί πιάνει ἀντάρα φοβερή κι ὁ ἀγέρας δυνατός, σηκώνει τά καθίσματα καί μιά καρέκλα πάνινη, καλοκαιρινή μᾶς ἔρχεται στό κεφάλι. Κάπως ἔτσι πῆρε τ’ ὄνομα «καρεκλᾶτος». Βγῆκε τό παλληκαράκι, τ’ άπαίδευτο, ν’ ἀμφισβητήση τήν Μακεδονία μας. Ἀκόμη ὅμως δέν ἔφθασε στό σημεῖο νά κερδίση τό κεφαλαῖο στ’ ὄνομά του.  Γιατί; Πολλές οἱ αἰτίες…

 

Κάποτε, ὁ Ἀριστοτέλης (μπάς κι ἦταν κι αὐτός Σκοπιανός;;) έγραψε, ὅτι οἱ πολῖτες ὀφείλουν νά ἀσχολοῦνται μέ τήν πλέον ὑψηλόφρονα «αρετήν», τήν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀνεβάζει τό ἐπίπεδον τοῦ πολίτου, ἀλλά καί ὅτι τήν προδοσίαν πολλοί ἠγάπησαν (συνήθως οἱ ἐχθροί !!!), τόν προδότην ὅμως οὐδείς.

Τό 1917 ἔγινε ἡ μεγάλη Ρωσική Ἐπανάστασις κατά τοῦ Τσαρισμοῦ ἀπό τήν μεγαλύτερη φάρσα τῆς παγκοσμίου ἱστορίας, τόν Κομμουνισμό τοῦ Λένιν καί μετά ἀπό λίγο καί τοῦ Στάλιν. Ὅλη ἡ περίφημη δῆθεν φιλοσοφία τῶν Marx και Engels ἀπεδήχθη μία τεραστία φούσκα, πού ἀφ’ ἑνός ὡδήγησε πἀνω ἀπό 40.000.000 ταλαίπωρους Ρώσους στό μαχαίρι τῶν κομμουνιστικῶν κυβερνήσεων καί ἄλλους τόσους  στά γκούλαγκ τῆς Σιβηρίας. Ἐπειδή κάποιες φιλοσοφικές ἀπόψεις τοῦ Μάρξ ταίριαζαν ἤ ἀκόμη καί υἱοθετήθησαν ἀπό τά μηνύματα τῆς μεγίστης παγκοσμίως Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, άπό την κομμούνα τῶν Παρισίων καί ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ σχηματισμοῦ ὁ ὁποῖος κατέλαβε τήν  ἀριστερά πτέρυγα τῆς Γαλλικής Ἐθνοσυνελεύσεως, ὠνομάσθηκε ἡ πολιτική αὐτή «γραμμή»:  «ἀριστερά»

Στήν Ἑλλάδα, περί τό 1918, 19, 20 ἔφθασαν καί οἱ  ἰνστρούχτορες, οἱ πολιτικοί κομμισσάριοι τοῦ ΚΚΕ (δέν πρόλαβε καλά-καλά νά στηθῆ τό μεγάλο μαγαζί τῆς Ρωσίας και ἀπέκτησε τό παραρτηματάκι του, ἕνα θλιβερό φερέφωνο, 100 χρόνια τώρα τήν ἴδια καραμέλα πιπιλάει καί ὑπάρχουν ἄνθρωποι – διερωτῶμαι μέ τί μυαλό ἄραγε – πού ἀκόμη τά ἴδια λένε, τά ἴδια σκέπτονται. Καμμία ἐξέλιξις, καμμία βελτίωσις, ἐξ οὖ καί σταθερά 4 – 6 %  ἐπί ἕναν αἰῶνα.

Μοῦ ἐδιηγεῖτο ὁ πατέρας μου ὅτι τό 1916, εἰς ἡλικίαν 7 ἐτῶν, ἔφυγε ἀπό τό χωριό του, μέ δύο ἀριστερά παπούτσια καί χρωστῶντας τό φέρετρο τῆς μάννας του, ἀνέβηκε στήν Ἀθήνα νά δουλέψη καί νά σπουδάση, φαίνεται ἀπό τότε ἡ δουλειά τοῦ βοηθοῦ σερβιτώρου ἦταν ἡ πλέον πρόσφορη γιά παιδιά. Στό ταβερνεῖο πού ἐργαζόταν ἐμφανίστηκε κάποια στιγμή καί ἕνας ἰνστρούχτορας, κι ἀφοῦ μετά ἀπό κάποιες ἐπισκέψεις κατάφερε νά κερδίση τήν συμπάθεια τῶν θαμώνων κερνῶντας κἄνα καρτοῦτσο, ἄρχισε σιγά-σιγά τήν προπαγάνδα γιά τό μεγάλο ὄραμα. Γιά τήν μεγάλη πατρίδα ὅπου ἐκεῖ θα γίνη ἡ μεγάλη κοινωνική ἀλλαγή καί γιατί νά μήν ἐπωφεληθούμε κι ἐδῶ στήν Ἑλλαδίτσα;  

«Ἐμεῖς θέλουμε νά χτίσουμε παλάτια γιά τόν κοσμάκι, τόν λαουτζῖκο, γι αὐτό καί θά  κατεδαφίσουμε ὅλα τά παλαιά, για να φτιάξουμε τά καινούργια, τά χρυσά, τά μαρμαρένια…»

Σηκώθηκε τό παιδόπουλο,  10, 11 χρόνων, και με άπορία ρώτησε:

 «Γιατί πρέπει νά  καταστρέψουμε τήν καλύβα μας; Δέν μποροῦμε νά μένουμε ἐκεῖ ἀντί στόν δρόμο, μέχρι νά φτιαχτοῦν τά παλάτια μέ τά λούσα τους και τότε, νά πᾶμε ἐμεῖς στά καινούργια καί νά βάλουμε τά ζωντανά μας στήν καλύβα, νά μήν τά χτυπάη ὁ καιρός, νά μήν τά βρέχει ἡ βροχή, νά μήν ξεπαγιάζουν στό κρῦο;»

Βουβός ὁ ἰνστροῦχτορας, παγωνιά στο μαγαζί. Μετά ἀπό λίγο, σἄν τον μαλωμένο σκῦλο, μέ τήν οὐρά κάτω ἀπ’τά σκέλη ξεγλύστρησε ἀπό τήν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ και χάθηκε στήν νύχτα. Δέν ξαναπάτησε ποτέ.

Δέν μπορεῖ ἡ ἱστορία αὐτή νά ἦταν ἡ μοναδική. Το ἴδιο θα γινόταν και σ’ άλλες γειτονιές.

Τά χαστούκια σ’αὐτήν τήν πολιτική  ἦλθαν ἀπό τόν ἴδιο τόν λαό πού θέλανε να πάρουν μέ τό μέρος τους.

Μέσα στο πλαίσιο τῆς κομμουνιστικὴς πολιτικῆς περιελαμβάνοντο καί δύο θέματα στά ὁποία οἱ ἀπαντήσεις όλων τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ἦταν ἡ κλασική πλέον Ἑλληνική ἀπάντησις: «Ἔλα, βρέ αδελφέ, δεν μᾶς νοιάζει ἐμᾶς τί λένε οἱ ἄλλοι, χ…ς τους.».

Ἀποτέλεσμα: οὐδέποτε ἔδωσαν σημασία καί δυναμική ἀπάντησι, ἀντιμετώπισι, στίς ἐκδηλώσεις ἐπιθυμίας τῶν Σλαβικῶν Φυλῶν νά κατέβουν καί νά βγοῦν στό Αἰγαῖο. Θυμίζω τούς Βουλγάρους 1912 με τούς κομμιτατζῆδες. Εὐτυχῶς πού ὑπῆρξε ὁ Μεγάλος Παῦλος Μελᾶς (διαβᾶστε τήν Πηνελόπη Δέλτα: «Στα Μυστικά τοῦ Βάλτου»).

Οὔτε ἔλαβαν ποτέ στα σοβαρά τὀν ἕτερο Σλάβο, δῆθεν φίλο τῶν Ἑλλήνων Τίτο, ὁ ὁποῖον δημιούργησε αὐτό τό ἐκτόπλασμα τήν Δημοκρατία Βόρεια τῆς Μακεδονίας, τό ὁποῖον φυσικά, εὑρίσκεται εἰς τήν περιοχήν τῆς ἀρχαίας Παιωνίας.

Μετά τήν Καταστροφική Ἐκστρατεία τῆς Μικράς Ἀσίας πού ἔληξε μέ τίς σφαγές τοῦ Ἐλληνισμοῦ ἀπό τίς ὀρδές τοῦ Κεμάλ καί τήν καταστροφή τῆς Σμύρνης άπό πυρκαγιά τόν Σπτέμβριο τοῦ 1922, ἐπακολούθησε ἡ δίκη τῶν ἕξι (όκτώ τελικῶς) κριθέντων ὡς ὑπευθύνων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς ἀπό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο:

Γεώργιος Χατζανέστης, Αχιστράτηγος,διοικητής τῆς στρατιᾶς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας,

Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, 

Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός, 

Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός επί τῶν στρατιωτικών Κυβερνήσεως Γούναρη

Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός επί των οικονομικών Κυβερνήσεως Γούναρη.

* Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός, 

* Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός, 

Οἱ ἕξι ἐκρίθησαν ἔνοχοι Ἐσχάτης Προδοσίας, καί ἐτυφεκίσθησαν αὐθημερόν στοῦ Γουδῆ, ὄχι γιατί ἐπρόδωσαν, ἀλλά διότι λόγῳ ἐσφαλμένων ἀποφάσεων ὡδήγησαν τήν Πατρίδα σέ ἀτιμωτική ἦττα καί ὑποχώρησι. ( Οἱ δύο με ἀστερῖσκο δέν ἐθανατώθησαν).

Φυσικά, τήν εὐθύνη γιά τό Ἔκτακτο Στρατοδικεῖο εἶχε ἡ Ἐπαναστατική Ἐπιτροπή τοῦ Συνδέσμου Ἀξιωματικῶν, μέ ἐπί κεφαλῆς τούς Συνταγματάρχες Γούναρη καί Γονατᾶ, καί Πολιτικό Ἐπίτροπο τό πρωτοπαλλήκαρο τοῦ Ἐλ.Βενιζέλου, Γεώργιο Παπανδρέου. 

Εἶναι περίεργο ἀλλά ἀνέκαθεν ἀποροῦσα: Πῶς γίνεται, μονίμως, οἱ προερχόμενοι ἀπό αὐτό τό δῆθεν δημοκρατικό τμῆμα τῆς κοινωνίας, τῶν κομμάτων, νά ξεγλυστροῦν καί νά παραμένουν ἀτιμώρητοι παρά τίς ἀντιπατριωτικές και ἀντισυνταγματικές ἑκάστοτε ἐνέργειες τῶν δήθεν Δημοκρατῶν;

Τά γεγονότα τοῦ 1922 εἶναι τά πλέον πρόσφατα, πρίν ἀπό τήν ἦττα στήν Κύπρο τό 1974. Τότε, εἶχε ἁρθῆ ἀπό τόν Κωνσταντῖνο Καραμανλῆ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν μέ μετατροπή σέ ἰσόβια. Τά  ὑπέστησαν δικαίως οἱ Ἰωάννίδης και σία ὡς ὑπεύθυνοι τῆς Κυπριακῆς Τραγωδίας. Ὁ Παπαδόπουλος ἐτελείωσε στήν φυλακή γιά τήν πραξικοπηματική κατάληψι τῆς ἐξουσίας.

Ἀλλάζοντας ἱστορικό περιβάλλον, ἐρχόμαστε στά μεταπολεμικά χρόνια, ὅπου ἡ Ἑλλάς παθαίνει τό μεγαλύτερο κακό πού μποροῦσε ποτέ νά τῆς συμβῆ. Τό  ΚΚΕ ἀποφασίζει νά διεκδικήσῃ τήν διακυβέρνησι τῆς χώρας καταλαμβάνοντας τήν ἐξουσία διά τῶν ὅπλων. Κηρύχτηκε ἐμφύλιος πόλεμος. Εὐτυχὼς γιά τήν πατρίδα μας δεν ἐκέρδισε τό ΚΚΕ. Κι ἀφοῦ προφανῶς ὑπέστη τά δεινά τῆς ἦττας του ἀπό το ἐπίσημο κρᾶτος, παρέμενε παράνομο πλέον μέχρι τό 1974, πού ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τοῦ κομμουνισμοῦ καί τοῦ ΚΚΕ, ὁ Κ. Καραμανλῆς ἐκήρυξε μεγαλόθυμα τήν νομιμοποίησι τοῦ ΚΚΕ, διευκολύνοντάς το νά παίξη ἰσοτίμως καί αὐτό, τό παιχνίδι τῆς διεκδικήσεως τῆς πολιτικῆς νίκης μέσῳ δημοκρατικῶν διαδικασιῶν, δηλ. ἐκλογῶν.

Ἔτσι ἡ Ἑλληνική Ἀριστερά, λόγῳ ὀλιγωρίας τῶν ἄλλων πολιτικῶν δυνάμεων, ἄρχισε νά ἐπηρεάζη τούς νεωτέρους, διότι αὐτοί δύσκολα μποροῦν νά μείνουν ἤρεμοι καί νά μήν ἀντιδροῦν ἐκκρηκτικά, ἐπαναστατικά, ριζοσπαστικά, ἀνατρεπτικά.

Μέ δεδομένο ὅτι μετά τό 1974 ἡ κοινωνία χωρίσθηκε σέ τρείς μεγάλες πολιτικές παρατάξεις: Ὅλες οἱ παραγωγικές τάξεις, (ἔμποροι, ἐλεύθεροι ἐπαγγελματίες, βιοτέχνες, βιομήχανοι κλπ) θεώρησαν ὅτι καλύπτονται πολιτικῶς ἀπό την Νέα Δημοκρατία. Ὅλοι οἱ κρατικοί λειτουργοί, ἐργατοπατέρες καί συνδικαλιστές ἀφομοιώθησαν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., και δυστυχῶς το σημαντικώτερο κομμάτι τῆς κοινωνίας, ἡ παιδεία καί ἡ ἐκπαίδευσις ἔμειναν νά τά λυμαίνεται τό Κ.Κ.Ε. καί ἡ αριστερά.

Καί φυσικά πῶς θά μποροῦσε τό ΚΚΕ νά ἀποκτήση πιστούς ὀπαδούς ἄν εἶχε νά κάνη μέ μορφωμένους καί ἐξύπνους; Κατεβάζει λοιπόν τόν πήχυ τῆς παιδείας τόσον χαμηλά ὥστε ἀφ’ ἑνός νά μήν ἀποζητᾶ τήν «άριστεία» ἀλλά τό ἐλάχιστον δυνατόν, τήν μειωμένη ἀπόδοσι, τήν ἰκανοποίησι ἀπό τήν μετριότητα.

Αλλά, ὅλοι αὐτοί ἔχουν στήν σκέψι τους ὅτι ἕνα ἔθνος, το ἔθνος μας το Ἑλληνικό, ἕνα ὁμοιογενές ἔθνος (μέ τίς έλάχιστες δυνατές προσμείξεις ἀπό ἑκάστοτε εἰσβολεῖς καί κατακτητές, ἀπό ἀρχαιότητος) πρέπει νά πάψη νά ἐπιδιώκη τήν αὐτονομία του, τήν ἀκεραιότητά του, τήν πατρίδα του, τόν χῶρο του, τήν ἱστορία του, τόν  πολιτισμό του καί νά ἐπιτρέψη τήν ἀλλοτρίωσί του ἀπό ἄλλους λαούς.

Καί τελικῶς μέ μία ἀπόλυτο βλακεία νά ἔχουν ἀποδεχθῆ ώς ἡγἐτη ἕναν μέ ἀριστερές ἐμμονές, νά προδίδη τήν Πατρίδα του μέ ἐπαίσχυντες συμφωνίες, καί τήν ἰδεολογία του μέ τό νά παίζη τόν ρόλο τοῦ ὑποτακτικοῦ σέ κακόφημους πολιτικούς συνεταίρους στήν Εὐρώπη, ὕπουλους λύκους μέ προβιά άρνιοῦ, ἀνεντίμους πολιτικούς Ἑταίρους καί Συνεταίρους, ἀχρήστους άγραμμάτους ὑπουργούς παιδείας, με περισσό θρᾶσσος καί ἐκδικητική μανία καταστροφῆς.

Διαπίστωσις εἶναι ὅτι: Κανείς δεν διαβάζει την ίστορία για μάθει από αύτήν. 

Πιστέψτε με δέν εἶναι ἀπώλεια μαθητικοῦ χρόνου. Εἶναι ἡ σύνδεσις τοῦ παρόντος μέ τό παρελθόν ἀλλά καί τό μέλλον. Ἄς σεβασθούμε καί τά δύο. Γιά τό καλό τῶν παιδιῶν μας, καί τῶν ἐγγονῶν μας.

«Ἄχ, αὐτός ὁ κῆπος τῆς Ἐδέμ», γράφει ο Ἀνδρέας Μπλαμούτσης, ό Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκεῖ πού ἔβλεπα τήν μάννα μου στό μπαλκόνι καθισμένη, μιά γριούλα πιά 97 ἐτῶν το 2014– τῶρα πιά ἔχει ἀλλάξει ἐνεργειακή πυκνότητα -, άρχισα να συλλογίζομαι τί απίστευτο ρόλο παίζουν οι γυναίκες στήν ζωή μας.

Ἐξαιρετικά περίεργο τό γεγονός ὅτι παρ’ ὅλον ὡς Ἕλληνες θά ἔπρεπε στήν καθημερινότητά μας νά θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε ἀπόγονοι τοῦ Δευκαλίωνος καί τῆς Πύρρας καί μηδεμίαν ἔχοντες σχέσιν με τίς φυλές τῶν Ἑβραίων καί μάλιστα  μέ τούς διαδόχους τοῦ Νῶε, ἐν τούτοις ἔχουμε υἱοθετήσει τήν Ἑβραϊκή προϊστορία καί μυθιστορία καί θεωροῦμε λανθασμένα ὡς μητέρα τῶν ἀνθρώπων τήν Εὔα καί πατέρα τόν Ἀδάμ.

Ἄς κάνουμε λοιπόν και  μιά  «πνευματική ἀτασθαλία» κι ἄς «παίξουμε» λίγο μέ τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα.

Αδάμ και Εύα σε έργο του Ρούμπενς

Ἔρχεται λοιπὀν ὡς συνέχεια καί συνέπεια ἡ εἰκόνα τῆς Εὔας νά τρώη, κατόπιν προτροπῆς τοῦ διαβόλου δηλ. τοῦ ἀντιθεοῦ,  σέ μορφή φιδιοῦ, ἀπό τόν καρπό τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως… εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ρουφήξη τήν ομορφιά τῆς γνώσεως.

Ὁ ἄνδρας, ὁ Ἀδάμ, ἡ κλασική περίπτωσις τοῦ βολεμένου, τοῦ ἀνοήτου (δηλ. τοῦ μή σκεπτομένου), τοῦ εὑρισκομένου σέ κατάστασι ἀπολύτου ἀποχαυνώσεως λόγῳ «εὐτυχίας».

Ξαφνικά ἡ καταστροφή: ἕνα μηλαράκι ξύπνησε τήν ἀνθρωπότητα, πονήρεψε τήν Εὔα, ἡ Εὔα τόν Ἀδάμ, καί σκέφθηκαν νά φάνε κι ἀπό τό δένδρο τῆς ζωῆς. Δίπλα ἦταν κι αὐτό, προκλητικό καί ὄμορφο, μέ τούς καρπούς του μεστωμένους νά στάζουν, ἀλλά ἄλλες οἱ σκέψεις καί οἱ ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες καί ἄλλες οἱ διαθέσεις τοῦ θεούλη. Φοβήθηκε ὁ καημενούλης, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος φάει ἀπό τόν καρπό τῆς ζωῆς θά ἀποκτήση ἀθανασία και τότε… ἔεεεε,  τότε θά θέλη νά γίνη κι  αυτός θεός …  ἄπαπαπαπα … άπαράδεκτα πράγματα αὐτά, ἀκούς εκεί.

Ὁπότε νἄσου κι ἡ ἄμεσος ἀντίδρασις τοῦ μπαρμπα-θεούλη: «Στά κάτεργα ἀμέσως παληοτόμαρα! Πῶς τολμᾶτε νά θέτε νά γίνετε θεοί », καμμία δικαιολογία δέν ἔγινε δεκτή.

«Μάααα,  ἐσύ δέν μᾶς εἶπες ὅτι μποροῦμε νά κάνουμε ὅτι θέμε μέσα στόν Παράδεισο; Παράδεισος εἶναι αὐτός, τί κακό μπορεῖ νά μᾶς προσφέρη;»

Ὁ  Ἀδαμᾶκος τά εἶπε, αὐτός τά ἄκουσε, ἀπάντησις μία καί μόνη:

«Οὕστ, ἔξω, δρόμο, στήν Γῆ, στήν Κόλασι, καί τά παιδιά σας, τά παιδιά τῶν παιδιῶν σας καί ὅλα τά παιδιά πού θά ἀκολουθήσουν θά τραβήξουν τόν παθῶν τους τόν τάραχο ἐπειδή δέν κάνατε αὐτά πού ἤθελα ἐγώ… ΕΓΩ… ΕΓΩ…ΕΓΩ

Κι ἔτσι ἔφυγαν τά δυό τους, κατέβηκαν στήν Γῆ, καί πέρασαν καί περνοῦν τά πάνδεινα καί σἄν νά μἠν ἔφθαναν ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα βέβαια γίνονται μέ τήν «ἀγάπη» τοῦ θεούλη πού τά ἔφτιαξε, γιατί βλέπεις, δέν εἶναι μόνο ἀγαλματοποιός ἀπό πηλό, εἶναι καί χωροφύλακας.

Δέν θέλει νά κάνης ὅ,τι σ’αρέσει, ὅ,τι σέ βολεύει, θέλεις, χρειάζεσαι, σχεδιάζεις, ἐπιθυμεῖς, ὅ,τι νοσταλγεῖς τέλος πάντων…ὦωωωωω  Ὅχιιιι… θά κάνης αὐτό πού θέλει ὁ μπάρμπα—Μυτούσης καί γιά νά μήν ξεχνιώμαστε ποιός εἶναι τὀ ἀφεντικό, ὅλο καί ζητάει καί κάποιες θυσιοῦλες: ἀπό τόν Ἀβράμη τόν Τζάκο του, ἀπό τόν Μένιο τήν Ἰφιγενειοῦλα του, και ξεσηκώνει και τον κόσμο για πολέμους,  καί ἄλλα πολλά.

Βάζει καί στούς ἀνθρωπάκους κακές ἰδέες στό μυαλό, κι ἀφοῦ χαιρέκακα τούς δεῖ νά ταλαιπωροῦνται, τούς περνάει κι ἀπό φωτιά καί μαχαίρι γιά τιμωρία, κι ἔχει καί τό θρᾶσσος, νά λέη ὅτι θά τούς στείλη καί κάποιον νά τούς σώση ἀπό τό σφᾶλμα  τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας. Βρέ, βρέ, βρέ  πῶς ἀγαπάει ἔτσι τά παιδιά του;;; Θά πάθη κάτι ὁ καημενούλης, ἔτσι ἀπό τήν άγάπη του.

Ἄαααα, νά μήν ξεχνιώμαστε, θέλει, ἀπαιτεῖ,  καί κάθε πρωΐ, κάθε μέρα,  ὁ κοσμάκης νά πέφτη στά γόνατα νά τόν εύχαριστῆ γιατί γεννήθηκε παιδί του στήν γῆ, ἀλλά νά φτύνη αἶμα παρ’ὅλα αὐτά. Διεστραμμένα πράμματα, ἀκατανόητα.

Ἐγώ πάντως, ποὔκανα δυό κοράκλες ποτέ δέν ζήτησα νά μέ εὐχαριστήσουν γιατί τίς ἔφερα στήν ζωή.

Λέει, ὅτι ἔστειλε τόν Ἰησοῦ…μπάαα δέν τό πιστεύω. Γιατί δέν κατάφερε, θεός πρᾶμμα, νά ξαπλώση τό παραμύθι του σ’ ὅλον τόν κόσμο. Δυό χιλιάδες χρόνια τῶρα κι οὖτε τό ἕνα τρίτο δέν ἔχει μαζέψει καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἔχει δημιουργήσει ἕνα προηγούμενο πού δέν ὑπάρχει μέ καμμία λογική, θεϊκή ἤ ἀνθρωπίνη: τήν οικογενειακή ευθύνη.

Ἔκανε,  λέει, τό ζευγαράκι, ἄς ποῦμε, ἕνα λαθάκι, τό πληρώνουν γενεές ἐπί γενεῶν. Κανένα δίκαιο δέν τό δέχεται αὐτό, ἄλλος να φταίει -ἄν φταίει με ἐρωτηματικό -κι ἄλλος να την πληρώνη.

Καταρριπτέα ἡ θέσις αὐτή, ἅρα δέν ἔχει λόγον ύπάρξεως ἡ ἔλευσις κάποιου, δῆθεν, σωτῆρος. Σωτῆρος ἀπό  τί, καί γιατί, καί πῶς, καί πότε;

Ἔχουμε μάθει ὅλοι να ἐφησυχάζουμε στα πράγματα ὡς ἔχουν και δεν σηκώνουμε το κεφάλι οὔτε κἄν με ἀπορία, πόσο μᾶλλον να βάλουμε τό μυαλουδάκι μας νά σκεφθῆ, νά ψάξη νά ἐρευνήση καί νά διερωτηθῆς ἄν ὅλα αὐττά εἶναι σοβαρά ἤ ἀστειότητες για μικρά παιδιά.

Και θἄρθουν, λᾶθος, θα χυμήξουν πάνω σου οἱ πάσης φύσεως ἐξουσίες, κρατικές, κυβερνητικές, πνευματικές κουτουλουπού νά  σοῦ τραβήξουν τό αὐτί: «…Καί ποιός εἶσαι ἐσύ ἀνθρωπάκι, πού θά σηκώσης ἀνάστημα νά άμφισβητήσης τά λεγόμενά μας; Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καθοδηγητές σου, Ἐμεῖς σκεφτόμαστε πρίν ἀπό σένα για σένα,  Ἐμεῖς  σοῦ λέμε τό καλό σου, Ἐμεῖς ἐξασφαλίζουμε τό συμφέρον σου, Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς… Ἐμεῖς…

Μπάαα , δέν διαφέρει καί πολύ ἀπό τό  ἐγώ, ΕΓΩ, ΕΓΩ  ΕΓΩ

Καί σκέφτομαι ὁ τάλας, ἀξίζει ἄραγε τόν κόπο νά κάτσης νά σκεφθῆς καί νά προτείνης κάτι ἄλλο, πό σωστό πιό προχωρημένο, διαφορετικό ἀπό τά δοκιμασμένα στραβά τοῦ παρελθόντος;

Μερικές φορές ἡ ἀπογοήτευσις εἶναι τόσον μεγάλη πού σκέφτεσαι νά δώσης μιά μούντζα σ’ ὅλα γύρω σου καί νά πᾶς σ’ἕνα νησάκι νά κάαααθεσαι, νά διαβάζης, νά ἀπολαμβάνης την θαλασσίτσα καί μαζί τίς γνώσεις τῶν βιβλίων, νά τρῶς κἄνα ψαράκι ἄμα λάχη καί νά περνᾶς σπαρτιάτικά μιά ζωή χαρισάμενη. Κι ὅχι να συνθλίβεσαι ἀπό τίς καθημερινές ἀ ν ο η σ ί ε ς σύμπαντος κόσμου καί νά μήν ξέρης πῶς νά ἀμυνθῆς.

Τα Ενδύματα του Αδάμ και της Εύας - έργο του Γουίλιαμ Μπλέικ

Ἄαααχχχ ρέ μάννα, ἄαααχχχ ρέ πατέρα, Ἄαααχχ ρέ Ἐπίκουρε Μεγάλε, τί νά τά κάνω ὅσα μοῦ μάθατε ὅταν δέν βρίσκω χῶμα κατάλληλο νά σπείρω τούς καρπούς πού μοῦ χαρίσατε τόσον ἁπλόχερα. Καί μήν μοῦ πῆτε τούς τέσσερεις λεβέντες ἔγγονούς μου καί τά ἄλλα 8 ἐγγόνια ἀπό τ΄ ἀνήψια μου. Σ’ αύτά τά παιδιά τά δίνω ὅλα, ἀλλά «ἕνας κοῦκος δεν φέρνει τήν ἄνοιξι».

Μπορεῖ βέβαια νά ἴσχύη ἡ κρητικιά παροιμία «λέγε λέγε τό κοπέλι κάνει τήν κυρά καί θέλει», ἀλλά πρέπει νἄχης καί τόν χρόνο σύντροφο καί βοηθό.

Αλλά, ἐν τῶ μεταξύ ἔχουμε φθάσει κοντά στό λιμάνι καί σιγά-σιγά τό βαπόρι πάει νά πιάση ντόκο, νά δέση γιά τά καλά και μόνιμα,  κι ἔτσι τό ταξίδι μας νά φτάση σ’ἕνα τέλος ἀναμενόμενο ὅσο καί ἀναπόφευκτο.

Φυσικά καί δέν ἔχουμε τήν ψευτοϋπερηφάνεια νά πιστεύουμε σέ ἀφελεῖς φαντασιώσεις περί μετά θάνατον ζωῆς, αὐτά εἶναι ἀστειότητες, γι αὐτό καί νοιαζόμαστε νά προλάβουμε ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός.

Τέλος πάντων, μ’ ἔπιασε μιά γκρίνια κι εἶπα νά τήν πῶ νά ξελασκάρω, ἄλλωστε δέν λέμε ὅτι ὅταν μοιραζόμαστε μέ φίλους τήν χαρά μας αύτή πολλαπλασιάζεται ἐνῶ ἄν μοιραστοῦμε τήν λύπη μας, τήν στενοχώρεια μας μέ τούς ἀγαπημένους καί τούς φίλους,  αὐτή μειώνεται, σχεδόν ἐξαφανίζεται.

Αὐτό εἶπα νά κάνω κι ἐγῶ, ἀφοῦ σᾶς ἀγαπῶ.

Κι ὅλα αὐτά, βγῆκαν ἀπό μέσα μου σκεπτόμενος τήν γριούλα μάννα καί συλλογιζόμενος τήν Εὔα καί τόν Κῆπο τῆς Ἐδέμ… Γιά σκέψου ποῦ πάει τό μυαλό.

«Εἰδωλολᾶτρες οἱ Ἕλληνες; Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Πρώτιστον, μέγιστον καθῆκον παντός δημοκράτου, καί ὄχι μόνον, εἶναι ἡ πάσῃ θυσίᾳ διατήρησις τοῦ λόγου  ἐλευθέρου καί ἀπερισπάστου.

Πιστέψτε με ὅτι δέν θά βρῆτε στήν ζωή σας τίποτε σημαντικότερον ἀπό τήν δυνατότητα νά ἐκφράσετε τόν δικόν σας, προσωπικό, πνευματικό λόγο, χωρίς φόβο καί μισαλλοδοξία ἀπό τούς ἀκροατάς, ἀναγνώστας σας. Έτσι λοιπόν, καί μέ αυτά στό μυαλό μου, από καιρό μέ απασχολεί η έγνοια περί τίνος νά γράψω πρός ἀνθρώπους μέ ἐρευνητικό μυαλό καί κρίσι αύστηρή. Οἱ ὁποῖοι δέν ἀποδέχονται αὐτομάτως καί ἄνευ βασάνου ὅ,τι τούς προσφέρουν ὡς πνευματική τροφή ἀλλά ἐρευνοῦν ἐάν τό προσφερόμενον εἶναι πράγματι τροφή μέ οὐσία ἤ ἁπλῶς τροφική κατανάλωσις…

Κι ἐπειδή τά πλέον προσφιλῆ θέματα, ἀλλά καί αὐτά ἐπί τῶν ὁποίων ὑπάρχουν πάντοτε πολλαπλές ἀπόψεις ἤ θέσεις, εἶναι δύο, ἤτοι τό ἀρχαῖον ἀθάνατον Ἑλληνικόν πνεῦμα καί ἡ θρησκεία, ἐπιλέγω μία προσέγγισι καί τῶν δύο μαζί γιά νά μήν στενοχωρήσω καμμία από τίς δύο παρατάξεις. (Προσοχή: Τό «καμμία»  μέ δύο -μ.  Προέρχεται ἀπό : «οὔτε κἄν μία» καί τό -ν διά λόγους εὐφωνικούς γίνεται -μ. Ἡ νέα κ…δημοτική τό γράφει μέ ἕνα -μ γιά νά ἰκανοποιήση τούς άγραμμάτους, διά λόγους εὐ-φονικούς διά τήν γλῶσσα).

Ἔτσι λοιπόν, τό σημερινό μας θέμα εἶναι: «Εἰδωλολᾶτρες οἱ Έλληνες;  Ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ».

Πλειστάκις ἀκοῦμε διαφόρους νά μεγαλορρυμονοῦν καί νά ἐπιδιώκουν νά ἐπιχειρηματολογήσουν ὑπέρ μιᾶς μόνον πίστεως, τῆς χριστιανικῆς (ἀλλά θά μποροῦσε κάλλιστα νά εἶναι καί τῆς ἰσλαμικῆς ἤ τῆς ἑβραϊκῆς ἤ ὅποιας ἄλλης) λέγοντες τό αμίμητον: «οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦσαν εἰδωλολᾶτρες», θά κάνω μίαν προσπάθεια νά ἀποδείξω ὅτι οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι δεν ἦσαν εἰδωλολᾶτρες, ἐν ἀντιθέσει μάλιστα πρός τούς συγχρόνους χριστιανούς οἱ ὁποῖοι, μετά τήν παλλινόρθωσιν τῶν εἰκόνων, ἔχουν μετατραπῆ σέ εἰκονολᾶτρες, τοὐτέστιν σέ πραγματικούς λάτρεις τοῦ εἰδώλου πού ἐκφράζεται  εἰκαστικῶς εἰς τήν είκόνα ἤ είς τό άγαλμα ἤ είς τό σύμβολον (ώς ὁ σταυρός κλπ).

Παραλλήλως, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ἡ Θρησκεία τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων δέν εἶναι μόνον τό Δωδεκάθεον, τό ὁποῖον εἶναι δημιούργημα δύο ἀρχαίων ποιητῶν, τοῦ Ἠσιόδου καί τοῦ Ομήρου, ἀφοῦ ὑπῆρχαν καί  ἡ θρησκεῖα τῶν Καβείρων, τοῦ Διονύσου καί ἄλλες πού ἐλατρεύοντο σέ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ὄχι μόνον.

Αύτό πού πρέπει ἐπίσης νά σημειώσουμε εἶναι ὅτι ἡ ἀρχαία Ἑλληνική Γραμματεία ἀπό τήν ὁποίαν καί ἀντλοῦμε ὅλοι ὅλα τά στοιχεῖα δέν εἶναι μονοσήμαντη. Καί ἐννοῶ, ὅτι οἱ φιλοσοφικές ἤ ἄλλες θέσεις πού ἐκφράζονται ἀπό τούς διαφόρους πνευματικούς καί λοιπούς τρανούς ἄνδρας τῆς ἱστορίας εἶναι πάρα πολλές φορές ἀντιφατικές. Ἀντίθετες οἱ μέν τῶν δέ. Ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Πλάτωνος δέν εἶναι πανάκεια οὕτε ὅλες οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἀριστοτέλους τελείως ἀντίθετες. Πολλές φορές συμπλέουν. Ἄλλοτε πάλι, ό κάθε ἔνας ἀπό τούς νόες τῆς ἀρχαιότητος συνέχιζε τήν σκέψι τοῦ προηγουμένου, ἐνῶ ἄλλη φορά ξεκινοῦσε ἀπό τελείως διαφορετική ἀφετηρία συλλογισμῶν καί ἀποδοχή διαφορετικῶν ἀρχῶν.

Ἕνα εἶναι ὅμως ἀδιαμφισβήτητον. Οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πνευματικοί ταγοί δέν εἶχαν μισαλλοδοξία.

Τό νά ἔχεις δική σου γνώμη δέν σημαίνει ὅτι πρέπει αὐτομάτως καί ἀπαραιτήτως νά ἀπορρίψης τήν γνώμη τοῦ ἄλλου. Ἄλλωστε, τό μέλλον μόνον, ἐπιβεβαιώνει τήν ἄποψιν τοῦ παρελθόντος. Ὁπότε, ἔτσι κι ἀλλοιῶς, εἴμαστε ὅλοι ἁπόντες ἀπό τήν ἀποδοχήν ἤ ὄχι τῶν ἀπόψεών μας ἀπό τήν ἱστορία.

Ἄλλο ἕνα θέμα πού ἐπίσης πρέπει νά ὑπενθυμίσουμε, εἶναι ὅτι, πλεῖστες ὅσες φορές, ἡ φιλοσοφική ἄποψις ἐμφανίζεται ὡς θρησκευτική καί ἡ θρησκευτική πίστις ὡς φιλοσοφία,  καί ὅτι θρησκευτική λατρεία καί θρησκευτική πίστις δέν εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα.

Μία φράσις ἡ ὁποία κάλλιστα θα μποροῦσε νά εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σημερινῆς ἀναζητήσεώς μας εἶναι: «τό Θεῖον μέν χαλεπόν νοεῖν, φρᾶσαι δέ ἀδύνατον».

Κι ἐπειδή, ἡμεῖς οἱ σύγχρονοι νεοέλληνες, ἔχουμε ἐκ τῶν πραγμάτων κάποιες δυσκολίες εἰς τήν ἔκφρασιν λόγῳ τῆς λεξιπενίας τῆς νεοελληνικῆς δημοτικῆς, ἄς στηριχθοῦμε σ’ αὐτά πού ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, κι ἄς δοῦμε πῶς ἐξέφραζαν  ἔννοιες  ἔχουσες σχέσιν μέ τήν θεότητα.

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια -fragmenta-ἀρ. 1)

…μοῦνον δ’ ἐσόρα κόσμοιο ἄνακτα είς ἔστ’, αὐτογενῆς, ἑνός πάντα τέκτυται, ἐν δ’ αὐτοῖς αὐτός περινίσσεται, οὑδέ τις αὐτόν εἰσοράα θνητῶν, αὐτός δέ γε πάντας ὁρᾶται. Οὑδέ τις ἔσθ’ ἕτερος χωρίς μεγάλου βασιλῆος.

…παρατήρει τόν μόνον Ἄνακτα τοῦ Κόσμου, Ἕνας ὑπάρχει, αὐτογέννητος, τά πάντα εἶναι γεννήματα αὐτοῦ τοῦ Ἑνός, κι Αὐτός περιφέρεται μέσα σ’ αὐτά, κανείς ἀπό τούς θνητούς δέν Τόν βλέπει. Αὐτός ὅμως βλέπει τούς πάντες. Οὕτε ὑπάρχει κανείς ἄλλος, χωριστά ἀπό τόν Μεγάλο Βασιλέα

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια ἀρ. 4)

Εἷς Ζεύς, εἷς Αΐδης, εἷς Ἥλιος, εἷς Διόνυσος,Εἷς Θεός έν πάντεσι, τί σοι δίχα ταῦτ’ ἀγορεύω;

Ἕνας ὁ Ζεῦς, ἕνας ὁ Ἅδης, ἕνας ὁ Ἥλιος (Ἀπόλλων), ἕνας ὁ Διόνυσος. Ἕνας ὁ Θεός στά πάντα, γιατί σοῦ τά λέω αὐτά χωριστά;

(Ὀρφέως, Ἀποσπασμάτια άρ.28)

Νῦμφαι-ὕδωρ, πῦρ-Ἥφαιστος, σῖτος-Δημήτηρ, ἡ δέ θάλασσα-Ποσειδάων μέγας ἥδ’ Ἐνοσίχθων, …Ἥλιος ὅν καλέουσιν Ἀπόλλωνα κλυτότοξον, ..ἰἱητήρα νόσων, Ἀσκληπιόν. Ἐν τᾶδε πᾶντα.

Οἱ Νῦμφες εἶναι τό νερό, ἡ φωτιά, ὁ Ἥφαιστος, ὁ σῖτος, ἡ Δήμητρα, ἡ δέ θάλασσα ὁ μέγας Ποσειδῶν πού σείει τήν γῆ, ..ὁ Ἥλιος πού ὀνομάζουν Ἀπόλλωνα μέ τό ξακουστό τόξο, …ἰατρό τῶν νόσων, τόν Ἀσκληπιό. Ἕνα εἶναι ὅλα αὐτά.

(Ὀρφικός Ὕμνος, ἀρ. 11, πρός Πᾶνα)

Πάνα καλῶ κρατερόν, νόμιον, κόσμοιο τό Σύμπαν, οὐρανόν ἡ δέ θάλασσαν ἰδέ χθόνα παμβασίλειαν καί πῦρ ἀθάνατον, τάδε γάρ μέλη ἐστί τά Πανός.

Προσκαλῶ τόν δυνατόν Πάνα, τόν ποιμένα, τοῦ Σύμπαντος Κόσμου, τόν οὐρανόν καί τήν θάλασσα, τήν παμβασίλισσα γῆ καί τό πῦρ τό ἀθάνατον, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι μέλη τοῦ Πανός.

(Ἀριστοτέλους, περί Κόσμου 5, 396b, 20)

Ἐκ τῶν πάντων Ἕν καί ἐξ  Ἑνός τά πάντα.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί τοῦ Παντός, δ.)

Οὐκ ἑμοῦ, ἀλλά τοῦ Λόγου ἀκούσαντες ὁμολογεῖν σοφόν ἐστί Ἐν πάντα εἶναι.

Ὄχι ἐμένα, ἀλλά τόν Λόγον ἄν ἀκούσετε, εἶναι σοφόν νά πιστεύετε ὁτι τά Πάντα εἶναι Ἕν.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Τό Ἕν καί μοναδικόν Σοφόν θέλει καί δέν θέλει νά έχη τό  ὄνομα τοῦ Διός.

(Ἡράκλειτος, Λόγος περί Παντός)

Ἐν τό σοφόν μοῦνον, λέγεσθαι ἐθέλει καί οὐκ ἐθέλει Ζηνός ὄνομα.

Μία είναι ἡ σοφία: Νά κατέχη κανείς τήν Γνώσιν Αὐτοῦ πού κυβερνᾶ τά πάντα μέσῳ πάντων.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Ὁ Θεός ἡμέρη εὐφρόνη, χειμών-θέρος, πόλεμος-εἰρήνη, κόρος-λιμός, ἀλλοιοῦται δέ ὅκωσπερ οἶνος, ὁπόταν συμμιγῆ θυώμασιν, ὀνομάζεται δέ καθ’ ἡδονήν ἑκάστου.

Ὁ Θεός εἶναι ἡμέρα καί νύχτα, χειμώνας καί θέρος, πόλεμος καί εἰρήνη, χορτασμός καί πεῖνα, ἀλλάζει ὅμως ὅπως ὁ οἶνος, ὅταν ἀνακατευθῆ μέ μυρωδικά καί τότε παίρνει ὄνομα ἀνάλογα μέ τοῦ καθενός τήν εὐχαρίστησι.

(Ἡράκλειτος, Λόγος Θεολογικός)

Κόσμον τόνδε, τόν αὐτῶν ἁπάντων, οὕτε τις Θεῶν οὕτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ’ ἥν ἀεί καί ἔστι καί ἕσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καί ἀποσβεννύμενον μέτρα.

Αὐτόν τόν Κόσμο, πού εἶναι ἴδιος γιά ὅλους, οὕτε καί κάποιος ἀπό τούς Θεούς οὕτε ἀπό τούς ἀνθρώπους ἐδημιούργησε, ἀλλ’ ἦταν πάντα καί εἶναι καί θά εἶναι αἰώνια, ζῶν πῦρ, πού μέ νόμους ἀνάβει καί μέ νόμους σβύνει.

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἐν ἀρχᾶ πάντων

Μία εἶναι ἡ ἀρχή τῶν πάντων

(Φιλόλαος – Πυθαγόρειοι)

Ἔστιν ἡγεμών καί ἄρχων ἁπάντων Θεός, εἷς ἀεί ἐών, μόνιμος, ἀκίνητος, αὐτός ἑαυτῶ ὅμοιος, ἕτερος τῶν ἄλλων.

Ὁ Θεός εἶναι Ἡγεμών καί Ἀρχων τῶν πάντων, Ἕνας, αἰώνιος, μόνιμος, ἀκίνητος, ὅμοιος μόνον με  τόν ἑαυτό του, διαφορετικός ἀπό κάθε τι ἄλλο.

(Πλάτων, Τίμαιος 31α

Πότερον οὕν ὁρθῶς Ἕναν οὐρανόν προσειρήκαμεν, ἤ πολλούς καί ἀπείρους λέγειν εἶναι τό ὁρθότερον; Ἕνα, εἶπερ, κατά τό παράδειγμα δεδημιουργημένος ἔσται.

Ὁρθά λοιπόν εἴπαμε πρίν ὅτι ὑπάρχει ἕνας οὐρανός, ἤ πρέπει νά λέγουμε ὁρθότερα ὅτι ὑπάρχουν πολλοί καί ἄπειροι; Ἕνας βέβαια, ἄν ἔχει δημιουργηθῆ κατά τό πρότυπο (τοῦ Ἕνός Δημιουργοῦ)

(Πλάτων, Τίμαιος 28c)

Τόν μέν οὕν ποιητήν καί πατέρα τοῦδε τοῦ παντός εὑρεῖν τε ἔργον καί εὑρόντα εἰς πάντας ἀδύνατον λέγειν.

Τό νά βρῆ λοιπόν κανείς τόν Δημιουργό καί Πατέρα τοῦ Σύμπαντος αὐτοῦ, εἶναι δύσκολο κι ἄν Τόν βρῆ εἶναι ἀδύνατον νά τό ἐκφράση λεκτικά σέ ὅλους τούς ἄλλους.

(Πλάτων, Τίμαιος 30b)

Τόνδε τόν κόσμον ζῶον ἔμψυχον ἔννουν τε τῆ ἀληθείᾳ διά τήν τοῦ Θεοῦ γενέσθαι πρόνοιαν.

Ὁ Κόσμος αὐτός, πού εἶναι ἀληθινά ὅν ἔνζωον καί ἔμψυχον καί ἔχων νοῦν, ἐγεννήθη διά τῆς Προνοίας τοῦ Θεοῦ.

(Ξενοφάνης, 23)

Εἷς Θεός ἐν τε Θεοίσι καί ἀνθρώποις μέγιστος οὕτε δέμας θνητοίσιν ὁμοίϊος οὑδέ νόημα.

Ἕνας Θεός μέγιστος σέ Θεούς κι ἀνθρώπους, οὑτε ὡς πρός τό σῶμα ὅμοιος μέ τούς θνητούς, οὕτε ὡς πρός τόν νοῦ.

(Παρμενίδης) 

 Ἕν τό Πάν.

(Διόδωρος Σικελιώτης, Β, 8,7)

Διός, ὅν καλοῦσιν οἱ Βαβηλώνιοι, βῆλον.

…τοῦ Διός, τόν ὁποῖον οἱ Βαβηλώνιοι ἀποκαλοῦν Βῆλον (Βάαλ).

(Πλούταρχος, Περί Ισιδος & Οσίριδος, 378α)

Θεούς ἐνομίσαμεν, οὑχ ἑτέρους παρ’ ἑτέροις, οὑδέ βαρβάρους καί  Ἕλληνας, οὑδέ νοτίους καί βορείους, ἀλλ’ ὥσπερ ἥλιος καί σελήνη καί οὐρανός καί γῆ καί θάλασσα κοινά πᾶσιν, ὀνομάζεται δ’ ἄλλως ὑπ’ ἄλλων, οὕτως ἕνός λόγου τοῦτ’ αὔτα κοσμοῦντος καί μίας προνοίας ἐπιτροπευούσης καί δυνάμεων ὑπουργῶν ἐπί πάντα τεταγμένων, ἕτεροι παρ’ ἑτέροις κατά νόμους γεγόνασι τιμαί καί προσηγορίαι.

Θεούς θεωρήσαμε, ὄχι διαφορετικούς  ἀπό ἄλλους (λαούς), οὔτε ἀπό βαρβάρους ἤ ἀπό  Ἕλληνες, οὕτε ἀπό νοτίους ἤ βορείους, ἀλλά ἀκριβῶς ὅπως   ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη κι ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα εἶναι κοινά σέ ὅλους, ὀνομάζονται ὅμως  διαφορετικά ἀπό τόν κάθε λαό, ἔτσι ἐνῶ    Ἕνας Λόγος συγκροτεῖ ὅλα αὐτά καί μία πρόνοια τά διευθύνει καί γιά τήν λειτουργία τῶν πάντων ἔχουν ὁρισθῆ δυνάμεις, ἐντούτοις διαφορετικές ἀπό τούς διαφόρους (λαούς) ὁρίσθησαν τιμές κι ἐπωνυμίες, συμφώνως πρός τούς νόμους (ἔθιμα) τους.

(Πλούταρχος, περί Ἰσιδος καί Ὀσιριδος,373F)

Ἡ δέ κρείττων καί Θειοτέρα φύσις ἐκ τριῶν ἔστι, τοῦ νοητοῦ καί τῆς ὕλης καί τοῦ ἐκ τούτων, ὅν κόσμον Ἕλληνες ὀνομάζουσιν.

Ἡ δέ καλυτέρα καί περισσότερον ἁρμόζουσα στό Θεῖον φύσις (ὑπόστασις) συνίσταται ἐκ τριῶν στοιχείων, ἀπό τό Νοητόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς Νοήσεως), τό Ὑλικόν (τό προσεγγίσημον διά τῆς ἀντίλήψεως) κι ἀπ’ αὐτό πού προκύπτει ἀπό τήν σύνθεσι αὐτῶν καί πού οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν Κόσμον.

(Πλάτων, Τίμαιος, 18d(50))

Ἐν δ’ οὔν τῶ παρόντι χρῆ γένη διανοηθῆναι τριττά, τό μέν γιγνόμενον, τό δ’ ἔν ὦ γίγνεται, τό δ’ ὅθεν ἀφομοιούμενον φύεται τό γιγνόμενον καί δή καί προεικάσαι πρέπει τό μέν δεχόμενον μητρί, τό δ’ ὅθεν πατρί, τήν δέ μεταξύ τούτων φύσιν ἐκγόνῳ.

Κατά τό παρόν λοιπόν πρέπει νά ἔχουμε ὑπ’ όψιν τρία γένη, ἐκεῖνο πού γεννᾶται, ἐκεῖνο μέσα στό ὁποῖον αὐτό γεννᾶται, καί ἐκεῖνο, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ὁποίου γεννᾶται τό γεννώμενον καί ἀκριβῶς τό μέν δεχόμενον ἁρμόζει νά παρομοιάσουμε μέ Μητέρα, ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ἔρχεται ἡ γέννησις μέ Πατέρα καί τήν μεταξύ αὐτῶν φύσιν (τό γεννώμενον) μέ Υἱόν.

(Κέλσος ἐκ τοῦ Ώριγένους: κατά Κέλσου V,10)

Θεός ἐστίν ὁ πάντων τῶν ὅντων Λόγος.

 

Θεός εἶναι ἡ αἰτία δημιουργίας τῶν πάντων

Θαλής ἐρωτηθείς, τί πρεσβύτατον τῶν ὅντων; ἀπεκρίνατο: Θεός, ἀγέννητον γάρ.

Ἐρωτηθείς ὁ Θαλῆς ποιό ἐκ τῶν ὄντων εἶναι τὀ ἀρχαιότερον ἀπεκρίθη: ὁ Θεός, διότι εἶναι άγέννητος.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Πρώτον μέν τόν Θεόν ζώον άφθαρτον καί μακάριον νομίζων, ως η κοινή τού Θεού νόησις υπεγράφη, μηθέν μήτε τής αφθαρσίας αλλότριον μήτε τής μακαριότητος ανοίκιον αυτώ πρόσαπτε.

Πρώτον μέν θεωρών τόν Θεόν άφθαρτον καί ευτυχή (μακάριον), έτσι όπως η κοινή αντίληψις τού κόσμου περί Θεού είναι, ουδέποτε προσάπτων πρός αυτόν κάτι τό οποίον δεν συνάδει πρός τήν αφθαρσία του ή τήν μακαριότητά του.

(Ἐπίκουρος, πρός Μενοικέα)

Θεοί μεν γαρ εισίν.Εναργής γαρ αυτών η γνώσις. Οίους δ’ αυτούς “οι” πολλοί νομίζουσιν, ουκ εισίν

Διότι οι Θεοί υπάρχουν, η δε γνώσις περί αυτών είναι σαφής. Δεν είναι όμως έτσι όπως οι πολλοί νομίζουν. 

Ἀκόμη καί τό ὄνομα τοῦ Πατρός τῶν Θεῶν ἐνέχει μέσα του ὁλες τίς δυνάμεις τῆς φύσεως, δηλαδή, ὅλα εἶναι ἕνα. Ὁ Ζεύς, τοῦ Ζηνός, τῶ Ζηνί, τόν Ζήνα, ἀπό τήν ρίζα ζευγνύω καί ὁ Δεύς, τοῦ Διός, τῶ Διί, τόν Δία ἐκ τῆς ρίζης διασπῶ.

Ἐν μιᾶ λέξει οἱ ζευκτικές καί διασπαστικές δυνάμεις πού ἐνυπάρχουν εἰς τό μέχρι τότε ἀδιάσπαστον ἄτομον, ἐξ οὗ καί τό ὄνομα ἄτομον, μή τεμνόμενον περαιτέρω. Δέν θά μποροῦσε ποτέ ἕνας λαός νά δώσει στόν Θεόν του ὀνόματα πού ἐκφράζουν ἰδιότητες πού  δέν γνωρίζει καί δέν πιστεύει ὅτι αὐτές ἰσχύουν καί ὑπάρχουν εἰς τήν φύσιν καί οὗσες πέραν τῶν ἀνθρωπίνων, τίς ἀποδίδει  στόν πέραν αὐτῶν καί τῆς φύσεως Θεόν.

Δέν θά ἐχρειάζοντο, στά ἀνωτέρω ἀνθολογήματα τῆς Ἑλληνικῆς γραμματολογίας ἀλλά καί τῆς Φιλοσοφικῆς σκέψεως, νά κάνη κανείς κανενός εἴδους σχόλια. Εἶναι ἀπό μόνα τους σαφέστατα. 

Ἡ Ἑλληνική Γραμματεία (ὅση διεσώθη ἀπό τούς ἐμπρησμούς) φωνάζει, μέ πάμπολλες φωνές, τήν διαστρεβλωμένη Ἀλήθεια, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια αύτή δύσκολα φτάνει στ’ αὐτιά τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων, πού κουφάθηκαν ἀπό Βυζαντινές (στήν οὐσία Νεο-Ρωμαϊκές) δογματικές, ἀνθελληνικές μεθοδεύσεις κι ἀπό σκόπιμο παραπλανητική ἤ ἀνύπαρκτο, σημερινή Παιδεία.

Οἱ φωνές ὅμως αὐτές τῶν «ἱερῶν εἰδωλολατρῶν» ὑπάρχουν, καί ὅστις ἔχει ὥτα ἀκούειν, ἀκουέτω !

«Πόσο Σιωπηλοί Δικαιούμεθα νά Εἴμαστε;», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ποῦ εἶναι οἱ δίκαιοι καί οἱ ὁραματιστές τῆς 6ης καί 7ης Σφαίρας τοῦ Παραδείσου τοῦ Δάντη;

Απογοητεύσεις καί Ουτοπικές Προσδοκίες

Επιδίωξις τών Ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν η υπερίσχυσις τού συγχρόνου πνεύματος εις βάρος τών κατεστημένων ιδεών τής θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, τού δογματισμού, τής άγνοιας καί τών προκαταλήψεων. Η ριζική αμφισβήτησις τών καθιερωμένων αυθεντιών, ο προβληματισμός γύρω από τήν φύσι, τίς πηγές καί τά όρια τής γνώσεως, η πίστις στήν ανθρώπινη δυνατότητα παραγωγής γνώσεων, ο ορθός λόγος καί ο ελεύθερος στοχασμός είναι τά κύρια στοιχεία πού διεμόρφωσαν τό ιδεολογικό πλαίσιο τού κινήματος τού Διαφωτισμού.

Χρησιμοποιεί καί τίς επτά αρχαίες επιστήμες Γραμματική-Ρητορική-Λογική-Αριθμητική-Γεωμετρία-Μουσική-Αστρονομια γιά νά διδάξη εις γλώσσαν καλλιεπή, μετ’ ευφραδείας καί λογικής, διά σαφών συλλογισμών, ακριβών και θετικών, τήν αρμονίαν τής ορθής σκέψεως ανάγων τήν υπακοήν εις τό καθήκον καί τήν έλλειψιν μισαλλοδοξίας ως υψίστας αρετάς εντός κοινωνίας εργαζομένης υπέρ τής ηθικής τελειοποιήσεως τού ανθρώπου.

Τά ονόματα τεραστίων φιλοσόφων τοῦ ευρωπαϊκού διαφωτισμού, ἦσαν :

 Από τήν Γαλλία : François-Marie Arouet-Voltaire, Denis Diderot, Jean-Jacques Rousseau, Charles-Louis de Secondat, Baron de La Brède et de Montesquieu,  Jean Baptiste le Rond d’Alembert,  Marquis Nicola de Condorcet,  Claude-Hadrian  Helvetius,

Από τήν Σκωτία: David Hume

Από τήν Αγγλία : John Locke, Τhomas Hobbs,

Από τήν Ιταλία: Pietro Veri

Από τήν Αυστρία: Kaiserin Maria Theresia, Kaiser von Osterreich Josef II,

 Από τήν Πρωσσία: Kaiser von Preussen Friedrich der Grosse, Immanuel Kant

 Από τήν Γερμανία: Gotthold Ephraim Lessing, Gottfried Wilhelm Leibniz, Christian Thomasius , Christian Wolff, Gerlach Adolf von Münchhausen, Friederike-Karoline Neuber, Johann Christoph Gottsched,  Siegmund Jacob Baumgarten, Johann Friedrich Wilhelm Jerusalem, Johann Wilhelm Ludwig Gleim, Christian Gottlob Herne, Moses Mendelssohn, Johann Georg Hamann, Christoph Martin Wieland, Georg Christoph Lichtenberg,

Από τό Μεξικό: Emiliano Zapata Salazar

Από τήν Βενεζουέλα: Simón José Antonio de la Santísima, Trinidad Bolívar y Palacios,

Τέλος από τήν Ελλάδα έχουμε τού εξής κοινωνικούς καί πνευματικούς αναμορφωτές επηρεασμένους από τόν Διαφωτισμό: Ρήγας Φερραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Άνθιμος Γαζής, Θεόφιλος Καϊρης.

Επηρεασμένος ο ίδιος από τήν φιλοσοφική θεώρηση τού Διαφωτισμοῦ μέχρι τά τρίσβαθα τού «εἶναι» μου, προσπαθώ νά υπηρετώ αυτό τό πιθανώς ουτοπικό εγχείρημα πού λέγεται αυτοβελτίωσις καί προσπάθεια θετικής επιδράσεως στήν κοινωνία.

Αλλά…

Οποία απογοήτευσις όταν διαπιστώνουμε ότι οι ἄνθρωποι ἁρνοῦνται να δεχθοῦν πρωτοποριακές σκέψεις και δρόμους αὐτοβελτιώσεως, δεδομένου ὅτι ποτέ δεν ἀρκεῖ ἡ σχολική παιδεία ἔστω και ἄν εἶναι πλήρης πόσον μᾶλλον ὅταν εῑναι μισερή ὅπως τά τελευταία 40 χρόνια στην Ἑλλάδα μας. Ὅταν οι άρετές ἀγνοοῦνται, ὄταν  ἀρχές παραβιάζονται, ὅταν ἡ αγωγή μας εὑρίσκεται εἰς τούς ὑπονόμους τοῦ πνεύματος…  ὅταν η δικαιοσύνη μεταφράζεται σε υποταγή σου εις τά κελεύσματά μου, όταν η ορθότητα ζωής καί πράξεων  αρνείται νά δεχθή τήν διάφορον άποψιν, όταν Ισότης σημαίνει η ισότης τών ημετέρων καί ποτέ όλων…   

Τί κρίμα νά ξεχνούμε ότι, η παιδεία, είναι μετά βεβαιότητος, τό σημαντικότερο εργαλείον αυτοβελτιώσεως τών ανθρώπων.

Είναι ανάγκη μεγάλη νά εντάξουμε εις τήν καθημερινότητά μας, εις τήν σκέψι μας, τήν προσπάθεια, θά έλεγα τήν αναγκαιότητα,  νά είμαστε προσηλωμένοι στήν ἐντιμότητα καί διαβίωσι μέ ἀρετές καί νά μήν αναζητούμε λύσι τών καθημερινών μικροπροβλημάτων μέ τήν χρήσιν τών απατεωνικών τρόπων τής κοινωνίας καί τής πολιτικής.

Συλλογίζομαι, ότι δέν μαθαίνουμε όλοι την εὐπρέπεια, ίσως, πιθανότατα,  νά φταίμε εμείς οι παλαιότεροι, οι οποίοι μπορεί νά θεωρούμαι κάποια πράγματα ως αυτονόητα καί έτσι νά μήν δίνουμε τήν ανάλογο προσοχή καί βαρύτητα εις τήν διδασκαλία μας πρός τούς νεωτέρους, μέ αποτέλεσμα νά θεωρούν ότι η χυδαία συμπεριφορά τού δρόμου, τής λεγομένης πιάτσας, είναι αποδεκτή καί πρέπουσα

Επιμένω πάντοτε ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε ένα προνόμιο, αυτό πού μας αμφισβητούν οι Ούνοι οπαδοί τού Φαλμεράγιερ  (Jakob Philipp Fallmerayer  (10.12.1790– 26.4.1861)), τήν Ελληνική παιδεία μέσα στό DNA μας. Η άμεσος αναγνώρισις τών αρχαίων φιλοσοφικών νοημάτων ἔστω καί μέσῳ τῆς νεωτέρας Ἑλληνικῆς γλώσσης, μᾶς διευκολύνει νά ἐρευνήσωμε τήν εμπεριεχομένην  βαθυτέρα  σκέψιν εις τόν Ελληνικόν  Λόγον πρᾶγμα πού θά έπρεπε νά μάς έχη κάνει πραγματικά σοφωτέρους.

Παρά ταῦτα, υπάρχουν  σπουδαία κείμενα καί πέραν καί έξω τῆς Ἑλληνικῆς Γραμματείας, κείμενα πού καί αυτά συμβάλλουν στήν βελτίωση τών ενσυνειδήτων και συνειδητοποιημένων ανθρώπων. Πρέπει να τά  ψάξουμε, να τά βρούμε, να τά διαβάσουμε, να επιλέξουμε και να εισπράξουμε όλη την σοφία πού μπορούμε να βρούμε.

Έτσι εδώ θα μας φανῆ χρήσιμος καί μπορούμε νά θυμηθούμε τόν μεγάλο Dante Alighieri πού τό 1308-1321 έγραψε τήν Θεία Κωμωδία (La Divina Commedia), τήν πλέον ειρωνική καί καυστική απεικόνισι τών θρησκευτικών παραλογισμών, δίνοντας όμως πολύ δυνατούς χαρακτηρισμούς στίς διάφορες ανθρώπινες ατέλειες καί αδυναμίες.

Ο Dante Alighieri γεννήθηκε στίς 22 Μαΐου ή 13 Ιουνίου 1265 καί πέθανε στίς 14 Σεπτεμβρίου 1321 (συμβολική η ημερομηνία γεννήσεώς του διότι 22 Μαίου είναι η αντίστοιχος 7η Θαργιλιώνος= γενέθλιον τού Απόλλωνος = τού Φωτός).

Διαβάζοντας λοιπόν, τό κείμενο τής Θείας Κωμωδίας συνειδητοποιεί κανείς γιατί ο Δάντης έδωσε τέτοιον, ειρωνικότατο, τίτλο στό ποίημά του.

Καί τούτο διότι η σχηματική αποτύπωσις τού Παραδείσου καί τής Κολάσεως συμφώνως πρός τίς θρησκευτικές αντιλήψεις τής εποχής εκείνης, κι όχι μόνον τής εποχής εκείνης, είναι μία σκέτη κωμωδία, μία θεία κωμωδία.

Έλεγε λοιπόν, ο σπουδαίος αυτός ποιητής, ότι οι κακίες καί οι αδυναμίες πού σε κάνουν  νά πλησιάζης  στόν Σατανά σέ οδηγούν νά περάσης από δέκα χαντάκια στίς Σακκούλες τού  Κακού, στα οποία (χαντάκια) τιμωρούνται οι απατεώνες καί όσοι είναι ένοχοι συνειδητών εγκλημάτων».

Κάτι πού αφορά όλους μας: Οι πιο σκοτεινές γωνίες τής Κολάσεως, είναι φυλαγμένες γιά εκείνους  πού διατηρούν ουδετερότητά καί μή συμμετοχή ή εμπλοκή  σέ εποχές ηθικής κρίσεως.

Ὑπάρχει άραγε ἐποχή μέ χειρότερη σήψη ἀπό τήν σύγχρονο; 

Νά θυμήσουμε ότι ο Δάντης έδινε μέ τήν περιγραφή του τήν εικόνα τού Άδου ως αντεστραμμένο κώνο μέ τήν μύτη κάτω, τό δέ πλατύ του μέρος ξεκινούσε κάτω από τήν Ιερουσαλήμ (αμάν! τί έχει υποστή αυτή η ταλαίπωρη πόλις, χιλιάδες χρόνια τώρα, ακόμη καί στήν φαντασία τών ποιητών), καί η μύτη έφθανε στό κέντρο τής γής.

Αποτελείται συνολικώς από εννέα κύκλους, οι οποίοι στενεύουν διαδοχικώς καθώς κατηφορίζης. Κάθε κύκλος τού Άδου αντιστοιχεί σέ συγκεκριμένες αμαρτίες – όλο καί βαρύτερες γιά βαθυτέρους κύκλους – καθώς καί τίς αντίστοιχες τιμωρίες πού επιβάλλονται.

Ο Δάντης, συμφώνως πρός τήν Αριστοτέλειο φιλοσοφία περί ηθικής καί αρετής, κατατάσσει τίς αμαρτίες σέ πράξεις ακρατείας, όπως είναι η φιληδονία, η λαιμαργία, η φιλαργυρία, καί σέ πράξεις κακίας ή βίας.

Dante Alighieri
Η Κόλαση του Δάντη σε έργο του Μποτιτσέλι

Άς κάνω άλλη μιά παρένθεση νά σημειώσω ότι η λέξις αμαρτία, αυτό τό απαράδεκτο, συναισθηματικό, εκβιαστικό καί εκδικητικό θρησκευτικό δημιούργημα για τήν ποδηγέτηση τών ανθρωπίνων σκέψεων, αμφισβητήσεων καί προοπτικών, έρχεται ως αβάσταχτη κληρονομιά από τήν Εβραϊκή θρησκεία καί τήν θυγατρική της, την αἴρεσίν της, τόν Χριστιανισμό.

Η έννοια αυτή δέν προϋπήρχε εις τόν ανώτατο αρχαιοελληνικό πολιτισμό αλλά ούτε κάν στήν αποκαλουμένη υποτιμητικά Παγανιστική θρησκευτική κουλτούρα.

Άς τό συγκρατήσουμε αυτό καλά στήν σκέψη καί τήν μνήμη μας!

Συνεχίζω λοιπόν, τήν περιπλάνηση πρός τά τρίσβαθα τού Άδου.

Αφού λοιπόν ο Δάντης μέ τόν Βιργίλιο μαζί διασχίσουν τόν Αχέροντα μέ τήν συνοδεία τού Χάροντος, φθάνουν σέ εννέα κύκλους «αμαρτιών» :

Ο Πρώτος Κύκλος: για τά αβάπτιστα μωρά καί τούς εναρέτους ειδωλολάτρες. Η τιμωρία τους νά μήν φθάσουν ΠΟΤΕ στόν Παράδεισο…. (Άσμα Δ΄).  Ο τόπος αυτός λέγεται Limbo, καί τόν Κατήργησε τό 2004 ο 265ος Πάπας τής Ρώμης Βενέδικτος (κατά κόσμον Joseph Alois Ratzinger). Μά τί καταπληκτική δικαιοσύνη καί ανωτερότης,  τά παιδάκια καί οι καλοί προχριστιανοί έξω από τόν Παράδεισο. Επί αιώνες, μέχρι πού έφθασε ποίος;  Αλί, αλί, ένας Γερμανός (!) νά διορθώση τό στραβό, τήν ηθική αδικία… τί είρωνεία αλήθεια!

Ο Δεύτερος Κύκλος: ο κολασμός τών φιληδόνων, οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να στροβιλίζονται σε μία διαρκή ανεμοθύελλα, ανίκανοι παράλληλα νά αγγίξουν άλλη ανθρώπινη παρουσία.

Ο Τρίτος Κύκλος: Ἐδώ οι λαίμαργοι  κατασπαράσσονται από τόν Κέρβερο.

Ο Τέταρτος Κύκλος: οι άπληστοι, κι οι φιλάργυροι, καταδικασμένοι νά κυλούν μεγάλα βάρη μέ τό στήθος τους.

Ο Πέμπτος Κύκλος: οι μνησίκακοι, πού χτυπούν ο ένας τόν άλλον μέσα σέ λασπωμένους βάλτους. Στό σημείο αυτό, Βιργίλιος και Δάντης περνούν μέ τήν βάρκα τού δαίμονος Φλεγύα καί φθάνουν μπροστά στίς κλειδωμένες πόρτες τού κάστρου τής Κολάσεως, τίς οποίες ανοίγει ένας άγγελος.

Ο Έκτος Κύκλος: οι αιρετικοί, εγκλωβισμένοι μέσα σε πύρινους τάφους  (Εδώ σίγουρα ανήκω κι εγώ ως αιρετικός, εδώ είναι η θέσις μου!!!)

Ο Έβδομος Κύκλος: ο έβδομος κύκλος περιλαμβάνει τούς βίαιους, οι οποίοι βρίσκονται διαχωρισμένοι σέ τρείς ομάδες. Η πρώτη περιλαμβάνει τούς βιαίους απέναντι στούς υπόλοιπους ανθρώπους, πού τιμωρούνται ευρισκόμενοι εντός ενός βάλτου αίματος πού βράζει. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει τούς βιαίους απέναντι στόν εαυτό τους, μεταμορφωμένους σέ δέντρα ή κυνηγημένους από άγρια σκυλιά. Τέλος, στην τρίτη ομάδα βρίσκονται οι βίαιοι απέναντι στόν Θεό καί τήν φύσι, απομονωμένοι σέ μιά έρημο φλεγομένης άμμου, όπου μαίνεται μιά πύρινη βροχή. (Άσματα ΙΒ΄-ΙΗ΄)

Οι δύο τελευταίοι κύκλοι τής Κολάσεως αφορούν στίς ενσυνείδητες αμαρτίες παραπλανήσεως και είναι προσπελάσιμοι κατηφορίζοντας ένα βάραθρο.

Ο Όγδοος Κύκλος: εδώ κολάζονται οι απατεώνες σέ δέκα διαφορετικά βάραθρα. Συγκεκριμένως περιγράφονται οι :

Οι αποπλανητές (τιμωρία τους είναι η μαστίγωσις),

οι κόλακες (βουτηγμένοι σέ ακαθαρσίες),

οι σιμωνιακοί, αισχροκερδείς κληρικοί μισοθαμμένοι ανάποδα, με τα πόδια στον αέρα.

οι μάγοι ή ψευδοπροφήτες (μέ τά κεφάλια τους τοποθετημένα ανάποδα ώστε νά βλέπουν μόνον τό πίσω μέρος τους),

οι διεφθαρμένοι πολιτικοί (εγκλωβισμένοι σέ κοχλάζουσα πίσσα),

οι υποκριτές (κουκουλωμένοι μέ κάπες από μόλυβδο),

οι κλέφτες (κυνηγημένοι από φίδια καί κατόπιν οι  ίδιοι μεταμορφωμένοι σέ φίδια),

οι άτιμοι σύμβουλοι να κατατρώγονται από τις φλόγες

οι σπορείς διχόνοιας να κατακρεουργούνται από δαίμονες

και τέλος, οι ψεύτες, οι οποίοι παραμορφώνονται από τις ασθένειες.

Ο Δάντης κατά πάσαν πιθανότητα κράτησε αυτό το τελευταίο χαντάκι ειδικά γιά τούς ψεύτες, καθώς, μιά σειρά από ψέματα τά οποία κυκλοφόρησαν γιά τόν ίδιο τήν εποχή εκείνη,  τόν οδήγησαν στήν εξορία από τήν λατρεμένη του Φλωρεντία.

Στήν συνέχεια, ο γίγας Ανταίος μεταφέρει τόν Δάντη καί τόν Βιργίλιο στόν 9ο κύκλο.

Στον  Ένατο Κύκλο τιμωρούνται οι προδότες, εγκλωβισμένοι –μέχρι τό πρόσωπο– σέ μία παγωμένη λίμνη. Ειδικότερα, τοποθετημένοι σέ τέσσερις διαφορετικές περιοχές βρίσκονται:

οι προδότες συγγενών (στήν Καΐνα),

οι προδότες της πατρίδας (στήν Αντηνόρα),

οι προδότες φίλων (στήν Πτολεμαία)

και οι προδότες των ευεργετών τους (στήν Ιουδαία) (Άσματα ΛΒ΄-ΛΔ΄)

Στό βαθύτερο σημείο τού Άδου, στό κέντρο τής Γής, οι δύο περιπλανώμενοι παρατηρούν τόν γίγαντα Εωσφόρο ο οποίος τυραννά αιώνια τόν Βρούτο καί τόν Κάσσιο (προδότες τού Ιουλίου Καίσαρος) αλλά καί τόν Ιούδα Ισκαριώτη (προδότη τού Χριστού).

Στό δεύτερο μέρος τής Θείας Κωμωδίας, ο Δάντης καί ο Βιργίλιος μεταφέρονται στό νότιο ημισφαίριο τής Γής, μπροστά στό υψηλότερο βουνό της, τό Καθαρτήριο, τό οποίο φρουρείται από τόν Κάτωνα. (Νά θυμίσω ότι ο Κάτων ήταν ένας αυστηρότατος όσον καί δίκαιος πολιτικός, νομοθέτης, ιστορικός καί  κριτής στήν αρχαία Ρώμη, επωνομασθείς  τιμητής (censor).

Στά πρώτα εννέα Άσματα τού Καθαρτηρίου περιγράφεται η δομή του καί έτσι πληροφορηθήκαμε ότι τό σχήμα του είναι κωνικό, ενώ συγχρόνως αποτελείται από επτά κύκλους, πού συμβολίζουν τά επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

Σέ κάθε κύκλο, οι αμαρτωλοί αγωνίζονται νά εξαγνιστούν αφού υπόκεινται σέ μία ορισμένη τιμωρία:

Α’ κύκλος: Εγωισμός, κουβαλώντας διαρκώς ένα βάρος γύρω  από τόν λαιμό (Άσματα Ι΄-ΙΒ΄).

Β’ κύκλος:  Φθόνος, έχοντας μάτια ραμμένα μέ κλωστή (Άσματα ΙΓ΄-ΙΕ΄).

Γ’ κύκλος:  Οργή, εγκλωβισμένοι σέ πυκνό καπνό (Άσματα ΙΕ΄-ΙΖ΄).

Δ’ κύκλος: Οκνηρία, τρέχοντας ασταμάτητα (Άσματα ΙΗ΄-ΙΘ΄).

Ε’ κύκλος:  Φιλαργυρία, ξαπλωμένοι μέ τό κεφάλι στό χώμα (Άσματα ΙΘ΄-ΚΒ΄).

Στ’ κύκλος: Λαιμαργία, τιμωρημένοι μέ πείνα καί δίψα (Άσματα ΚΒ΄-ΚΔ΄).

Ζ’ κύκλος: Λαγνεία, καιόμενοι μέσα σέ φλόγες (Άσματα ΚΕ΄-ΚΖ΄).

Στό Καθαρτήριο (στό Purgatorium) οι αμαρτωλοί μετανιώνουν γιά ένα ορισμένο διάστημα ώσπου νά εξαγνιστούν καί νά τούς επιτραπή τελικά η ανάβαση στήν κορυφή τού βουνού όπου βρίσκεται η Εδέμ, ο επίγειος Παράδεισος. Ο Βιργίλιος, ως ειδωλολάτρης, δέν έχει δικαίωμα νά εισέλθη στόν Παράδεισο καί οδηγός τού Δάντη γίνεται πλέον η Βεατρίκη, αφού προηγουμένως τόν συγχωρήσει γιά τίς αμαρτωλές του αγάπες επί τής Γης.

Ο Δάντης καί η Βεατρίκη στό Πύρειο Ουρανό. (Άσμα ΛΑ΄)

Ο Παράδεισος αποτελείται από εννέα ομόκεντρες σφαίρες (ουρανούς), στά πρότυπα τού Πτολεμαϊκού  κοσμολογικού μοντέλου. Οι σφαίρες αυτές περιστρέφονται γύρω από τήν ακίνητη Γή καί όσο μεγαλύτερη είναι η ακτίνα τους, τόσο γρηγορότερη είναι καί η περιστροφή τους. (Προφανώς με ιδία γωνιακή ταχύτητα).

Οι ανθρώπινες ψυχές, κατοικούν στήν σφαίρα πού τούς αναλογεί, θέτοντας έτσι ακόμα καί στόν Παράδεισο μία ιεραρχική τάξη.

Οι εννέα σφαίρες καί οι αντίστοιχες ψυχές πού φιλοξενούνται είναι:

  • Σφαίρα 1η: Η Σελήνη, γιά όσους δέν τήρησαν υποσχέσεις.
  • Σφαίρα 2η: Ο Ερμής, γιά όσους έκαναν τό καλό από φιλοδοξία.
  • Σφαίρα 3η: Η Αφροδίτη, γιά όσους έκαναν καλό από αγάπη.
  • Σφαίρα 4η: Ο Ήλιος, γιά τούς σοφούς.
  • Σφαίρα 5η: Ο Άρης, για όσους υπερασπίστηκαν τήν θρησκεία
  • Σφαίρα 6η: Ο Δίας, γιά τούς δικαίους.
  • Σφαίρα 7η: Ο Κρόνος, γιά τούς οραματιστές.
  • Σφαίρα 8η: Τα Άστρα, γιά τούς ευλογημένους.
  • Σφαίρα 9η: Οι Άγγελοι πού κινούνται γύρω από τόν Θεό.

Ο Δάντης ανέρχεται από σφαίρα σέ σφαίρα καί φθάνοντας πάνω από τήν 9η Σφαίρα, στόν Πύρειο Ουρανό παραδίδεται από τήν Βεατρίκη στόν Άγιο Βερνάρδο, ο οποίος παρακαλεί τήν Παναγία νά πάρη υπό τήν προστασία της τόν Δάντη.

Τό ταξίδι τού Δάντη εκτιμάται πώς έχει συνολική διάρκεια επτά ημερών. Ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται σέ σχετικές αναφορές μέσα στό ίδιο τό έργο. Συγκεκριμένα, διακρίνουμε τά εξής στάδια:

  • παραμονή στήν Κόλαση, διαρκείας μίας νύχτας καί μίας ημέρας,
  • μετάβαση στό Καθαρτήριο πού διαρκεί μία ημέρα καί μία νύχτα,
  • άνοδος από τό Καθαρτήριο επί τρείς ημέρες καί τρείς νύχτες,
  • παραμονή στόν επίγειο Παράδεισο γιά μία ημέρα (ή περισσότερο),
  • παραμονή στόν Παράδεισο όλο τόν υπόλοιπο καιρό.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια ότι όλη αυτή η μακροσκελής περιγραφή τών πολλών κακών καί λίγων καλών ανθρωπίνων ιδιοτήτων σκοπόν έχει νά επισημάνει ότι τίς συναντούμε καθημερινώς στήν ζωή μας.

Σαράντα χρόνια ἐνασχόλησι με την γλῶσσα, τήν έτυμολογία και την Ἱστορία βρήκα γύρω μου ἀνθρώπους θησαυρούς αλλά δυστυχώς καί «πειρατές»…, διότι ἡ κοινωνία μας, δεν έχει τρόπους νά απαλλάσσεται από τά δηλητηριώδη παράσιτα, καί πολλές φορές, ἄν δέν τά υιοθετή, τά ανέχεται, μέ μία άκατανόητη ἀνοχή καί κυρίως μέ  τήν «αποχαύνωση» τῶν πολλών, οἱ οποίοι δέν βλέπουν πώς ἔτσι μολύνεται ὁ κοινωνικός ἰστός καί δημιουργοῦνται δυσμενεῖς συνθῆκες συμβιώσεως μαζί τους.

Δύο Δελφικά Παραγγέλματα θεωρώ ως εκφράζοντα  πάρα πολύ τήν λογική μου καί τόν χαρακτήρα μου, επιδιώκω νά τά χρησιμοποιώ, νά τά αξιοποιώ καί νά τά υπερασπίζομαι.

ΣΕΑΥΤΟΝ ΑΙΔΟΥ: Νά σέβεσαι τόν εαυτόν σου.

Κυρίως όμως,

ΗΤΤΩ ΥΠΕΡ ΔΙΚΑΙΟΥ: Νά μάχεσαι, ακόμη καί εάν πρόκειται να ηττηθής, γιά τό δίκαιο, τό καλό, τό σωστό, τό χρήσιμο.

Μέ αυτό τό προσωπικό κριτήριο φθάνω στό ρητορικό ερώτημα, σ’ αυτήν την κραυγή αγωνίας,  πού μέ απησχόλησε καί μέ απασχολεί συνεχώς:

Πόσο σιωπηλοί δικαιούμεθα νά είμαστε όταν βλέπουμε γύρω μας, στήν κοινωνία, τήν αδικία;

Γιατί δέν υπερασπιζόμαστε τό δίκαιον καί τό ορθόν;

Πόσον ουτοπική είναι άραγε αυτή η προσδοκία;

Υπάρχει άραγε κανείς δίκαιος γιά τήν 6η Σφαίρα  τού Παραδείσου, ή κάποιος οραματιστής γιά τήν 7η (Σφαίρα);;;

Οὐαί, Οὐαί,   Ὁποία ἀπογοήτευσις …

Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στο άρθρο είναι οι δημιουργίες του σπουδαίου Γάλλου ζωγράφου και εικονογράφου Ζαν Εντουαρντ Νταρζέν (Jean-Edouard Dargent: 15 Οκτωβρίου 1824 – 19 Νοεμβρίου 1899),γνωστου και ως Γιάν Νταρζέν, από την σειρά των έργων του πάνω στο βιβλίο του Δάντη: «Η Θεία Κωμωδία», που φιλοτέχνησε το 1870.

«Ἕνα ἄρθρο πρό 29 ἐτῶν…», γράφει ο Ανδρέα Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

25η Μαρτίου 1990, μόλις εἶχα δεῖ τήν παρέλασι καί εἶχα συγκινηθεῖ ἀπό τόν Ἐθνικό μας Ὕμνο, τήν ἁρμονική ἐκπροσώπησι τῆς μοναδικῆς Ἑλλάδος μας…

Κάθησα λοιπόν καί ἔγραψα τό κείμενο αὐτό – τότε βέβαια σέ γραφομηχανή – καί τήν  ἄλλη  μέρα τό πρωΐ βρέθηκα στό γραφεῖο τοῦ μεγάλου δημοσιογράφου Γιάννη Μαρίνου, στήν  Χρήστου Λαδᾶ 3, στήν Πλατεῖα Καρύτση.

Τό κοίταξε καί μέ πολυάσχολο ὕφος μοῦ εἶπε ὅτι συνήθως, ἐάν ἐγκριθῆ ἡ δημοσίευσις κάποιου κειμένου αὐτή γίνεται περίπου τέσσερεις μέ πέντε μῆνες ἀργότερα. Τόν εὐχαρίστησα κι ἔφυγα.

Τήν  ἄλλη μέρα τό μεσημέρι 12.30 χτυπάει τό τηλέφωνό μου στό γραφεῖο μου, ὁ Γιάννης Μαρῖνος. Ἐπί 35 λεπτά μιλούσαμε μέ άφορμή τό άρθρο. Στό κλείσιμο μοῦ πέταξε καί τήν βόμβα… : “ Ἐπειδή τό κασέ τῆς ἑπομένης ἐκδόσεως βρἰσκεται στό τυπογραφεῖο καί δέν προλαβαίνουμε νά τό βάλουμε αυτήν τήν βδομάδα, τό ἄρθρο  θά μπῆ τήν ἑπομένη”.  Κόκκαλο ὁ Ἀντρῖκος, μοῦ’χε φύγει τό σαγώνι.

Κι ἔτσι εἶχα τήν μεγάλη τιμή νά μοῦ ἐγκρίνη ὁ Γιάννης Μαρῖνος καί νά δημοσιεύση ὁ «Οικονομικός Ταχυδρόμος», τό ἐγκυρότερο περιοδικό τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, στίς 19 Ἀπριλίου 1990,  τό κατωτέρω ἄρθρο μου. Ἀπό το ἄρθρο αὐτό σήμερα δεν θά ἄλλαζα τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τά τῆς πίστεως, ἐκεῖ  θά εἶχα, ἔχω πρόβλημα μεγάλο, διαφωνίες μεγάλες ἀλλά δέν τίθεται πρός συζήτησιν.

Τό ἄρθρο λοιπόν ἔχει ὡς ἑξῆς:

Ο Ευπάτωρ σε σκίτσο του Sean Barnnett το 1991 στο Λονδίνο

Ἡ Ἑλλάς καί οἱ  Ἕλληνες

μέσα ἀπό το κριτικό μάτι ἑνός ἁπλοῦ πολίτη.

Ἔχουμε ἀκούσει, τον τελευταῖο καιρό, πολλά να λέγονται και πολλά να γράφονται ἀπό πολιτικούς, δημοσιογράφους, καθηγητές και εἰδήμονες πάσης μορφῆς. Ἄλλα σωστά, ἄλλα λιγώτερο, ἄλλα ἀπό τήν σκοπιά τἠν κομματική – μέ τίς ἐπιφυλάξεις τοῦ ἀθλίου αὐτοῦ «πολιτικοῦ κόστους», ἄλλα ἀπό την σκοπιά τοῦ τεχνοκράτη πού προσπαθεί να δώση κάποια ἀντικειμενικότητα στις ἀπόψεις του στηρίζοντάς τες σέ, συνήθως, σαθρούς ἀριθμούς, ἀφοῦ την ἄλλη στιγμή κάποιος ἄλλος τεχνοκράτης παρουσιάζει ἐξ ισου ἀληθοφανῶς την ἀντίθετο ἄποψι.

Ἔτσι ἐπικρατεῖ στον κόσμο μία γενική σύγχυσι και ἀναπόφευκτα τείνουν οἱ ὁλιγώτερον σκεπτόμενοι και περισσότερον ἐνστικτωδῶς ἀντιδρῶντες, να ἐπευφημοῦν τά εὔκολα, τά ἐντυπωσιακά και συνήθως ἀποπροσανατολιστικά συνθήματα.

Η δική μου φωνή, δέν θἄθελα νά πάρη καμμιά ἀπό τίς πιό πάνω ἐτικέττες. Θἄθελα νά εἶναι ἡ φωνή, ἄς ποῦμε, τῆς σιωπηρῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἡ φωνή ἑνός σκεπτομένου κριτοῦ τῶν δρωμένων στήν ταλαίπωρη αὐτή χῶρα, ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του.

Παρατηρῶντας λοιπόν τήν σύγχρονη Ἑλληνική Ζωή και πραγματικότητα, ἔφθασα σέ κάποιες διαπιστώσεις. Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἀναφέρονται περισσότερο σ’αὐτά πού φαίνεται πώς ἐξελίσσονται λάθος καί δημιουργοῦν προβλήματα και θα μποροῦσε να ἰσχυρισθῆ κανείς ὄτι γίνονται σωστά.

Πρώτη καί βασικότερη διαπίστωσι εἶναι ὅτι στήν σημερινή Ἑλληνική Κοινωνία ἔχουν πάψει νά ἔχουν «πέραση» οι ἀξίες! Αἰσθάνομαι μιά ἀπέραντη θλίψι καί ἀπογοἠτευσι διαπιστώνοντας πώς κάθε ἁγνή ἰδέα, κάθε ἠθική ἀξία, ἔχει πάψει πρό πολλοῦ νά εἶναι ὁ στόχος τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ὁ στόχος τῆς κοινωνίας γενικότερα.

Οἱ ἀξίες ὅπως ἡ Πίστις, ἡ Τιμιότης, ἡ Εἰλικρίνεια, ἡ Γενναιοφροσύνη, ἡ Σοβαρότης,, ἡ Ταπεινοφροσύνη, ἡ Ἀξιοπρέπεια, ἡ Μεγαλοθυμία, ἡ Ἐργατικότης, και οἱ Μεγάλες Ἱδέες ὅπως ἡ Ἐλευθερία, ἡ Ἐθνική Συνείδησις, ὁ Πατριωτισμός,, ἔχουν χαθῆ ἀπό τήν καθημερινή πολιτική καί κοινωνική ζωή.  Το χειρότερο δε εἶναι πώς ὁ κάθε ἕνας πού καταπατᾶ τίς ἠθικές ἀρχές καί τίς πανανθρώπινες αύτές ἀρετές, ὀχυρώνεται πίσω ἀπό τήν πλέον ταλαιπωρημένη ἔννοια τῆς σύγχρονης ἐποχῆς, τήν Δημοκρατία.

Τήν Δημοκρατία, πού λέμε ὅτι θέλουμε νά τήν βιώσουμε, καί δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο ἀπό νά τήν βιάζουμε, παραβιάζουμε καί ἐκβιάζουμε. Συνηθέστατο φαινόμενο, στό ὁποῖο δεν συμμετέχουμε μόνον ὡς ἄτομα, ἀλλά και ὡς κοινωνικές ὁμάδες, ὀλιγομελεῖς ἤ πολυπληθεῖς δέν ἔχει και πολλή σημασία.  Το κακό δέ, εἶναι, πώς ἄν θελήση κανείς νά ἀντισταθῆ, τότε γίνεται ὁ περίγελως τῶν γύρω του ὡς ἀφελής, ἤ ὑφίσταται ἐντονότατη κριτική χαρακτηριζόμενος ἀπό ὅλους ὡς «έχθρός τῶν δημοκρατικῶν διαδικασιῶν καί τῆς προόδου».

Ἄς μποῦμε ὅμως σέ μια τάξι , στήν σκέψι μας. Ἀς ἐξετάσουμε τήν Ἑλλάδα και τούς Ἕλληνες ώς σύνολο. Ώς Ἐθνικό Σύνολο.

Μά τόν Θεό, δὐσκολα μπορῶν πιά να διαγνώσω στην ψυχή τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖνο το ρωμαλέο σφρῖγος μιᾶς δυναμικῆς φυλῆς, μέ Ἐθνική Συνείδησι. Βλέπω μπροστά μου ἕναν λαό φθαρμένο, χωρίς πίστι στόν ἑαυτό του, χωρίς να εχει στόχους μπροστά του με ἀποκούμπι και βοήθεια το παρελθόν του. Βλέπω ἕναν λαό καταδικασμένο σέ ἀποτυχία, γιατί δέν ἔχει τό σθένος, τό τσαγανό, τό κουράγιο, τήν παλληκαριά νά διαβάση τήν Ἱστορία του, νά μάθη ἀπό αὐτήν καί νά γράψη νέες ἔνδοξες σελίδες. Βλέπω δυστυχῶς Ἕλληνες τῆς παρακμῆς καί μιά Ἑλλάδα μαραμένη, ξεφτισμένη κι ἀνίκανη νά ἀνορθωθῆ.

Θἄθελα να μποροῦσα να ρωτήσω ὅλους τούς Ἕλληνες μαζί κι ἕναν ἕναν χωριστά, πότε ἦταν ἡ τελευταῖα φορά πού ἐρρίγησαν ἀκούγοντας τόν  Έθνικό Ὕμνο, πότε δάκρυσαν γιά, τελευταῖα φορά βλέποντας τήν Ἐλληνική Σημαῖα; Γιατί τά Ἐθνικά μας Σύμβολα ἔπαψαν νά μιλοῦν πιά στήν ψυχή τοῦ Ἔλληνα, ἔπαψαν πιά να ἔχουν σημασία;

Μήπως γιατί ἔχασε ὁ Ἕλληνας την Πίστι του; Μήπως γιατί ἔπαψε να πιστεύη στον Θεό -ὅπως κι ἄν τόν ὀνομάζη ὁ καθένας μας μέσα του;

Μήπως ἔπαψε νά πιστεύη γιατί ἐνόμισε ὡς ὀρθή τήν σφαλερή ἄποψι πώς μόνον τά ὑλικά ἀγαθά ἔχουν ἀξία στήν Ζωή; Μήπως ντρέπεται ὁ Ἕλληνας νά πῆ ὄχι στήν Κίρκη τῆς «παραδοπιστίας» καί στίς Σειρῆνες τῆς «BMW» καί τῆς «σπατάλης» και δέν ἔχει πιά τό σθένος νά σταθῆ ἀντιμέτωπος τοῦ κακοῦ του ἑαυτοῦ; Δέν ἔμαθε άπό τήν ἱστορία τοῦ Ἡρακλῆ τό περίφημο αὐτό σταυροδρόμι τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ; Δέν πῆρε παράδειγμα ἀπό τόν Παπαφλέσσα, τόν Ἀθανάσιο Διάκο, τόν Στρατηγό Μακρυγιάννη, τόν Κολοκοτρώνη; Μόνον ὁ Κοσκωτάς ἔμεινε γιά παράδειγμα στήν Ἑλληνική Ἱστορία;

Τί αἶσχος Θεέ μου, τί ντροπή !

Φαίνεται πώς ἡ φθορά ἑνός λαοῦ μπορεῖ να ξεκινήση ἀπό πολλά αἴτια. Σίγουρα ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι ἡ καταστροφή ἤ σωστότερα ἡ διαστροφή τῆς γλώσσας του. Κανείς δεν διαφωνεῖ πώς ἡ γλῶσσα εἶναι ζωντανή και συνεπῶς ἐξελίσσεται και διαμορφώνεται συνεχῶς, καθημερινά. Μόνη της ὅμως, διατηρῶντας τον πλοῦτον της, την ὀμορφιά της, την ἀμεσότητά της. Μόνη της συντονίζεται εὔκολα με την ἐποχή της.

Ἐμεῖς φροντίσαμε τά τελευταῖα χρόνια νά τήν τραυματίσουμε βαρύτατα. Θελήσαμε νά καταργήσουμε βιαίως ὅλα ἐκεῖνα τά σημεῖα πού τήν ἔκαναν μοναδική, ἐξέχουσα, σημαντική. Μέ τό πρόσχημα τῆς ἁπλοποιήσεως δεχθήκαμε ἀδίστακτα να χρησιμοποιοῦμε σἄν γλῶσσα τῶν καθηγητῶν τήν γλῶσσα τῶν ἀγραμμάτων, κι ἔτσι ἀντί νά ἐπιδιώκουμε νά βελτιώσουμε τήν παιδεία τῶν ἐργατῶν ἀνεβάζοντάς την στο ἐπίπεδο τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκάναμε τόν Πανεπιστημιακό Δάσκαλο νά μιλάει σἄν έργάτης. Ἡ ἐξίσωσις τῶν πολιτῶν πρός τά κάτω!

Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουνα παιδί, τον πατέρα μου νά μιλᾶ γιά Καθηγητές Πανεπιστημίου (ἐπιστήμονας καί αὐτός) μέ δέος, μέ σεβασμό.  Σήμερα δυστυχῶς, ἡ εἰκόνα πού παρουσιάζουν οἱ πνευματικοί καθοδηγητές τοῦ Ἔθνους καί τῶν παιδιῶν μας, εἶναι ἐπιεικῶς θλιβερή. Ὑπέστησαν ἀλλοτρίωσι ἀπό ἀνθρώπους πού τούς ἔλεγαν  «ἐσεῖς δέν ἔχετε τό δικαίωμα διά νά ὀμιλεῖτε…».  Καί τό δέχθηκαν. Καί πίστεψαν σ’αὐτούς.

 

Τί αἶσχος, Θεέ μου, τί ντροπή!

Οἱ Ἑλληνικές παροιμίες, ὅσες ἔχουν ἀκόμη ἀπομείνει μέσα στήν φτώχεια τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς γλῶσσας, εἶναι σαφεῖς: «Τό ψάρι βρωμάει ἀπό τό κεφάλι» ἤ με την ἴδια  περίπου σημασία «μ’ὅποιον δάσκαλο καθήσεις τέτοια γράμματα θά μάθης» ἤ ἀκόμη: «κάθε λαός ἔχει γιά ἡγέτη κι ἀρχηγό του αὐτόν πού τοῦ ἀξίζει».

Ἔτσι λοιπόν, βρέθηκε ὁ Ἑλληνικός Λαός με Κυβερνῆτες πού τόν δίδαξαν ἐπίσημα πώς μπορεῖ νά πάρη ἕνα δωράκι «ἀλλά ὄχι καί πεντακόσια ἑκατομμύρια» ( σημ: Ὁ Ἀνδρ.Παπανδρέου πρός τόν τότε Διοικητή τῆς ΔΕΗ Μαυράκη), πού τόν ἔσπρωξαν στήν κομπίνα,στήν ἀδιαφορία, στήν ἀνηθικότητα, στήν ἀμετροέπεια, στήν ψευδολογία, στήν διαφθορά, στήν κατάχρησι, στήν έξαπάτησι, και σέ τόσες ἄλλες «ἀρετές» τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα πολίτη.

Τίς «ἀρετές» αὐτές τίς συναντοῦμε καθημερινά στούς Συνέλληνές μας, σέ κάθε μας συναλλαγή, μά μέ τό Κρᾶτος, μά μεταξύ μας, στό λεωφορεῖο, στό ταξί, στό κατάστημα, στήν Τράπεζα, στήν ΔΕΗ, στόν ΟΤΕ, στό Ὑπουργεῖο, ὅπου κι ἄν πᾶμε, τέλος πάντων.

Κι ἔτσι καί θελήσεις νά ὀρθώσης τό άνάστημά σου γιά νά ἀνακόψης τόν κατήφορο καί τήν κατάντια τής κοινωνικῆς μας καί πολιτικῆς μας ζωῆς, κάνοντας μιά παρατήρησι ἤ ἐπιδιώκοντας τήν διόρθωσι ἑνός στραβοῦ, σέ κοιτοῦν ὅλοι σἄν νά ἦλθες μόλις ἀπό τόν  Ἄρη.

Και με πιάνει κάπου-κάπου το παράπονο: Μά, καλά, δεν ὑπάρχει κανείς πού νά τό λέη ἡ καρδιά του νά μπῆ μπροστά, «μπροστοκρίαρο» στόν ἀγῶνα γιά τήν διόρθωσι αὐτῶν τῶν στραβῶν; Τί χρειάζεται ἄραγε, για να ξεσηκώση τά κοιμώμενα πλήθη ἀπό την νάρκη τους, ἀπό την ἀδιαφορία τους, ὥστε να στραφοῦν προς καινούργιους δρόμους, προς νέους ὀρίζοντες, να στραφοῦν προς το Φῶς;

Ἄφησα γιά τελευταῖο τό μέγιστο Ἑλληνικό μειονέκτημα, πού ἔχει σχέσι μέ τήν παρανόησι τοῦ μεγαλυτέρου άγαθοῦ, τῆς Ἐλευθερίας: ὁ Ἀτομικισμός. Ὁ ἐγωϊσμός. Ὁ ἑαυτούλης.

Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος σ’αὐτήν τἠν ἔρμη χῶρα να μην κοιτάη πρῶτα-πρῶτα τον ἑαυτούλη του. Και βέβαια, ποτέ με τον σωστό τρόπο. Θέλει πάντα να «βολευτῆ», θέλει νά τά «‘κονομήση», θέλει να «φάη», θέλει νἆναι αὐτός κι ὄχι ἄλλος. Ποτέ ἴσα, ντρόμπρα, καθαρά. Πάντα με μια «κομπινούλα», πάντα μ’ἕνα ρουσφετάκι, πάντα ἐξαγοράζοντας ἤ ἐξαγοραζόμενος, πάντα ἐκβιάζοντας ἤ ἐκβιαζόμενος.

Οἱ λίγοι ἴσιοι, καθαροί, τίμιοι, πού νοιάζονται γιά τόν πλησίον τους καί τό κοινωνικό σύνολο, αὐτοί ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα καί γίνονται παραδείγματα «πρός ἀποφυγήν». Εἶναι βλέπεις, τό «μίασμα τοῦ καλοῦ» καί πρέπει νά ἀπομονώνονται.

Τί παρανόησι ὑφίσταται ἄλλωστε αὐτή ἡ ἄμοιρη ἡ Ἐλευθερία, τί κακοποίησι! Μόνον μέ αὐτήν τῆς Δημοκρατίας θά μποροῦσε νά συγκριθῆ. Ξεχνοῦμε ὅλοι πώς εἴμαστε ἐλεύθεροι νά πατᾶμε τό πόδι μας ὡς ἐκεῖ πού ἔχει ὁ ἄλλος τό δικό του. Γιατί ἄμα τοῦ πατήσουμε τόν κάλο, δικαίως αὐτός θά μᾶς κλωτσήση. Πόσο εὔκολα ἀλληλοπατιώμαστε ὅμως, πόσο εὔκολα δίνουμε κλωτσιές ὁ ἕνας στόν ἄλλον… Καί πόσο δύσκολα σεβόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλον…!

Καί, πού νά πάρη ἡ εὐχή, δέν εἶναι δύσκολο. Τό νά δείξης λίγο σεβασμό στόν συνάνθρωπό σου, στό περιβάλλον γύρω σου, σοῦ δίδει ἕνα τέτοιο ἀπίστευτο συναίσθημα ὑπερηφανείας καί λεβεντιᾶς…χαίρεσαι τόν ἑαυτόν σου πού εἶχες τήν δύναμι νά σεβασθῆς τόν κόσμο πού σέ περιβάλλει, ἀποκτᾶς αὐτό πού λέμε ἀξιοπρέπεια.

Πολύ θἄθελα νά’  παιρνα μιάν ἀπάντησι ἀπό τούς νέους ἐκείνους, πού ἀσεβῶντας στόν ἑαυτόν τους καταστρέφουν Ἐθνικά Σύμβολα, μνημεῖα, κτίρια καί περιβάλλον.  Πῶς, ἀλήθεια, πιστεύουν ὅτι θά βρεθῆ νοήμων ἄνθρωπος νά ἀκούση κἄν, πόσο μᾶλλον νά ἀποδεχθῆ τήν ὅποια διαμαρτυρία τους, ὅταν αὐτή στηρίζεται στήν καταστροφή δημοσίας ἤ ἰδιωτικῆς περιουσίας;

Κι ἀπό την ἄλλη, ποιά εἶναι ἡ κοινωνία αὐτή πού ἐπιτρέπει τέτοιου εἴδους ἐκφράσεις διαφωνίας ἤ διαμαρτυρίας;; Ἀν αὐτό δεν εἶναι δείγματα παρακμῆς, τότε τί εἶναι;

Ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες, τό πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι πρόβλημα «άρχῶν». Ἠθικῶν καί Πνευματικῶν. Οἱ ἀξίες καί οἱ ἀρετές πρέπει νά ξαναγίνουν τά πρότυπά μας, γιά νά μᾶς καθοδηγούν στήν Ζωή.

Οἱ ξένοι Λαοί δέν μᾶς σέβονται πιά – δέν ἀρκεῖ ἡ ἱστορία μας – ἀφοῦ ἐμεῖς δέν σεβόμαστε τόν ἑαυτόν μας. Κι ἔτσι δέν μᾶς βοηθοῦν στίς δύσκολες ὧρες (σημ: ἀλλά μᾶς ἐκβιάζουν καί έκμεταλλεύονται). Γιατί ἔχουμε δυστυχῶς ἀποδείξει ἐπανειλλημένως ὅτι εἴμαστε καί ἀχάριστοι, καί ἀγνώμονες καί ἀσυνείδητοι καί ψεῦτες. Δέν μᾶς ἐμπιστεύονται πιά. Καί δέν ἔχουν καί πολύ ἄδικο, ἐδῶ πού τά λέμε…

Πρέπει νά κουρασθοῦμε πολύ μέχρις ὅτου κατορθώσουμε νά διορθώσουμε ὄχι μόνον τήν εἰκόνα πού ἔχουμε δημιουργήσει προς τά ἔξω, ἀλλά κυρίως τούς ἰδίους τούς ἑαυτούς μας και συνεπῶς και την Πατρίδα μας.

Ἄς ξεκινήσουμε λοιπόν ἀπό ἐκεῖ και νἆστε βέβαιοι πώς και τά οίκονομικά μας προβλήματα θα λυθοῦν κι αὐτά ὡς διά μαγείας.

Πρέπει να μποῦν ὅλα στον δρόμο τους. Στον ἴσιο δρόμο. Ἄς κάνουμε ὅλοι μια προσπάθεια.

Προσωπικά θα αἰσθανθῶ τόσον εὐτυχῆς να ἀποδειχθῶ σέ ὄσα ἔγραψα ὅτι ἔκανα λάθος.

Ἀς θυμηθοῦμε τον Ἐθνικό μας Ποιητή τόν Ἀνδρέα Κάλβο:

«Θέλει ἀρετήν και τόλμην ἡ Ἐλευθερία.» Και ὄχι μόνον αὐτή !!!

«Mία Διδακτική Άνάμνησις», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄνοιξις 1964, Ἀπρίλιος μέ καλό καιρό περιέργως, ὁ πατέρας μου ἔρχεται στό Ἁννόβερο ὅπου σπούδαζα νά μέ δῆ, φυσικά με ἀφορμή τήν Βιομηχανική Ἔκθεσι τοῦ Ἀννοβέρου, τήν μεγαλυτέρα τοῦ Κόσμου. Ἔτσι γιά νά σᾶς ἐντυπωσιάσω νά σᾶς πῶ, ὅτι εἶχε, ἄν δέν κάνω λᾶθος 28 ἤ 30 κτήρια, τριώροφα καί τεραστίων ἐπιφανειῶν, παράδειγμα ἠ Αἴθουσα 1/Halle 1- πού ἐκάλυπτε τότε τά ἠλεκτρονικά μηχανήματα γραφείου – κομπιοῦτερς, ἐκτυπωτές, φάξ, τηλέφωνα -, εἶχε διαστάσεις περ. 400 Χ 400=160.000 τετραγ.μέτρα δηλ. 160 στρέμματα.

Ἀφοῦ περάσαμε 15 μέρες ἐξαντλητικές, μέ ἀτελείωτα χιλιόμετρα μέσα στά κτήρια, συζητήσεις στά Γερμανικά, Ἀγγλικά, Γαλλικά, ἀπό τίς 10 το πρωΐ πού ἄνοιγε μέχρι τίς 6 τό ἀπόγευμα, κι ἀφοῦ πιά δέν νοιώθαμε τά πόδια μας ἤ τό κεφάλι μας, ἀπό τήν κούρασι, ἀποφασίσαμε νά πᾶμε στό Ἀνατολικό Βερολῖνο νά δοῦμε ἔνα παιδικό φίλο καί συγχωριανό τοῦ πατέρα μου.

Ὁ γιατρός Δημήτρης, Μῆτσος γιά τόν πατέρα μου, Φωτόπουλος, ἔφυγε τό 1948;; 49;; προκειμένου νά γλυτώση τό κεφάλι του ἀπό τίς ἐκκαθαρίσεις μετά τέλος του έμφυλίου πολέμου στην Έλλάδα και την ήττα της αριστεράς πλευράς. Ἦταν βλέπεις ἀπό τούς ἀγαθούς, ἀφελεῖς καί  ὀνειροπαρμένους πού νόμιζαν ὄτι ὁ Σταλινισμός θά ἔφερνε τήν εὐτυχία καί τόν πλοῦτο στούς λαούς. Στό Ἀνατολικό Βερολῖνο  ἔκανε τίς μεταπτυχιακές του σπουδές στήν νευρολογία καί ψυχιατρική, ὅπου πραγματικά ἡ λέξις ἀρίστευσε ἦταν λίγη. Τό κῦρος του στήν κοινωνία τῶν Ἰατρῶν ἦταν μέγα, ἐντυπωσιακό, τότε δέ, ἦταν διευθυντής τοῦ Τμήματος Νευρολογίας καί Ψυχιατρικῆς τοῦ σπουδαίου Πανεπιστημιακοῦ Νοσοκομείου Charité (Σαριτέ = Ἀγαθοερία, Ἐλεημοσύνη).

Μία ἀπό τίς πῦλες ἐπιτρεπομένης καί αὐστηρότατα ἐλεγχομένης εἰσόδου στό Σιδηροῦν Παραπέτασμα ἦταν στό Μετρό τοῦ Βερολίνου καί συνέδεε Δυτικό μέ Ἀνατολικό, δεδομένου ὅτι ὅταν φτιάχτηκε ἔγινε γιά μία ἐννιαία τότε πόλι…πού νά φαντασθοῦν ὅτι κάποια μέρα θά τούς χώριζε ἕνα Τεῖχος ἀπομονωτισμοῦ, πολιτικοῦ ἀναχρονισμοῦ καί κοινωνικῆς σκληρότητος καί ἀπανθρωπιᾶς.

Μετά ἀπό κἄνα μισάωρο ταξίδι μέ τίς σχετικές διατυπώσεις ἐλέγχου διαβατηρίων, γνωστά σ’ὄλους πού ταξιδεύουν, βγήκαμε ἀπό τό τραῖνο καί προχωρούσαμε πρός τήν ἔξοδο. Φυσικά δέν ὑπῆρχε ἠλεκτρική σκάλα, ἄν εἶναι δυνατόν ντροπή στό Δυτικό Βερολῖνο, τό κατάπτυστο, ἀνήθικο, βρωμερό καί βλαβερό γιά τούς Γερμανούς καμμουνιστές τοῦ Βάλτερ Οὔλμπριχτ (Walter Ulbricht) εἶχαν σέ κάθε μικροκατάστημα πού εἶχε πατάρι, ὄχι στήν Κεντρική Εἴσοδο τοῦ Κράτους.Τέλος πάντων.

Volkspolizist
Unter den Linden

Μέ ἀπορίες ζωγραφισμένες στό εἰκοσάχρονο κεφάλι μου ἀνεβαίνουμε τά ἀτελείωτα σκαλιά, συζητώντας ὄτι θά πρέπη νά ἀπευθυνθοῦμε σέ κάποιον νά μᾶς πῆ πόσο μακρυά ἦταν τό Νοσοκομεῖο πού θέλαμε νά πᾶμε. Φυσικά, τό καθῆκον αὐτό ἔπεφτε, λογικότατα, στήν δική μου πλάτη, αὐτονόητον…

Καμμιά εἰκοσαριά σκαλιά πρίν τό κεφαλόσκαλο, βλέπουμε νά στέκεται ἐκεῖ πάνω ἕνας θεόρατος, πάνω ἀπό 1.95, ἀγριοπρόσωπος κατάξανθος γερμαναράς «λαϊκός ἀστυνομικός», ἕνας ἀπό τούς περιωνύμους FOPO, ΦόΠο δηλ. Volkspolizist -Φόλκσπολιτσίστ). Γνωστοί παγκοσμίως γιά τίς ἀγριότητές τους πρός τούς συμπολίτες τους. Αὐτοί ὅλοι εἶχαν προπονηθεῖ ὡς παιδάκια κατά τήν ναζιστική περίοδο – δέν εἶχαν περάσει τόσα πολλά χρόνια ἄλλωστε, ἴσα-ἴσα 18 μέ 19 χρονάκια, δηλ -. θυμηθεῖτε πότε ἀποκτήσαμε τό καταραμένο €ὐρώ ἀντί τῆς δραχμούλας μας, ε, περίπου τόσος καιρός εἶχε περάσει, τί νἄχουν ξεχάσει; τίποτε.

Σκεκόταν λοιπόν μέ τά πόδια ἀνοικτά σέ διάστασι, σἄν τόν Κολοσσό τῆς Ρόδου, ὁπλισμένος μέ αὐτόματο ὑπό μάλης, μέ τό χέρι στήν σκανδάλη παρακαλῶ! Κοιταζόμαστε μέ τόν πατέρα μου μέ νόημα, καί άνεβαίνοντας πηγαίνω πρός τό μέρος του, μέ ἕνα παγωμένο μισοχαμόγελο στό στόμα, ἔτσι γιά νά τοῦ δείξω, μαθές, τίς ἀγαθές προθέσεις μου. Κι ὅμως, ἐκείνη τήν ὥρα, πιστέψτε με, μία σκέψις κυριαρχοῦσε μέσα μου: «Κι ἄν τύχη καί τόν πιάσει ἀκατάσχετος βῆχας δέν θά πατήση κατά λάθος τήν σκανδάλη;;; Πάει ὁ Ἀντρῖκος, πάνω στόν άνθό τῶν  νειάτων του!» 

Ταὐτόχρονα ντρεπόμουνα δύο πράγματα: Τό πρῶτο, τήν καταγωγή μου. Επιτρέπεται Ἑλληνόπουλο ἐγώ νά φοβᾶμαι ἕναν  γερμαναρά; Τόσους καί τόσους εἶχα πλακώσει στό ξῦλο ὅταν μ’ἐνοχλοῦσαν ἤ προσέβαλαν λόγω τοῦ ὅτι ἤμουν ξένος – κατ’αὐτούς πάντα «βρωμοξένος» «Dreckiger Ausländer».             Τό δεύτερο, τόν πατέρα μου. Εἶναι δυνατόν νἆναι ἐκεῖνος ψύχραιμος κι  ἀτρόμητος κι ἐγώ νά τά κάνω πάνω μου; Ὁπότε, μαζεύτηκα, συγκεντρώθηκα, ἀναστυλώθηκα συναισθηματικά καί μέ κουράγιο καί τό ἀνάλογο καί πρεπούμενο νεανικό θράσσος ἀπευθύνθηκα στὀν αστυνομικό. Καί ὅμως τήν τελευταία στιγμή μιά σκέψις μοῦ πέρασε ἀστραπή: «βρἐ σύ, μήν κάνεις τόν έξυπνάκια ὅτι μιλᾶς ἄριστα γερμανικά. Κάνε λίγο τόν ἀρχάριο καί μίλα μέ σπασμένα γερμανικά νά καταλάβη ὅτι εἶσαι ξένος».

Καί πράγματι, ἔτσι κι ἔγινε, καί μάλιστα στήν μέση τῆς ἐρωτήσεως ἀπευθύνθηκα στόν πατέρα μου στά Ἑλληνικά ὥστε νά ἐπιβεβαιωθῆ ὅτι εἴμαστε τουρίστες, κι ὅτι θά ἀφήσουμε καί παράδες στούς Ανατολικογερμαναρᾶδες, πού τότε ἔκαναν κρά γιά συνάλαγμα, πολύ χειρότεροι ἀπό ἐμᾶς.

Τελικά πέρασε τό γεγονός, πήραμε τήν πληροφορία καί ἐλλείψει ταξί περπατήσαμε κἄνα μισάωρο μέ τρία τέταρτα μέχρι τό νοσοκομεῖο. Μετά τά κλάμματα καί τά φιλιά τῶν δύο παιδικῶν φίλων, μᾶς πῆρε ὁ Μῆτσος νά πᾶμε νά φᾶμε, σ’ ἕνα ἀπό τά καλύτερα ἄν ὄχι τό καλύτερο ἐστιατόριο τοῦ Ἁνατολικοῦ Βερολίνου.

Εἶχε ἤδη βραδιάσει καί σκοτεινιάσει καί ἡ περίφημη Λεωφόρος Ὑπό τάς Φιλύρας (Unter den Linden- Ούν τερ ντέν λίνντεν) ἦταν δυστυχῶς μισοφωτισμένη ἤ ὀρθότερα μισοσκότεινη. Ρώτησα τόν Μῆτσο ἐάν ἦταν ἀπαγορευμένη ἡ διέλευσις αύτοκινήτων ἀπό αὐτόν τόν δρόμο, μήπως ἦταν μονόδρομος ἡ ἀπάντησις πού πῆρα, ψιθυριστά πάντα, ἦταν συγκλονιστική: τό Δυτικό Βερολῖνο εἶχε τότε 250.000 αὐτοκίνητα, ἐνῶ ὁλόκληρη ἡ Ἀνατολική Γερμανία εἶχε 90.000 αὐτοκίνητα. Λογικόν ἦταν, λοιπόν, ἡ κυκλοφορία νά εἶναι ἀραιή, τά δέ αὐτοκίνητα κάτι σαπάκια Trabant και Wartburg ἤ παληά DKW, ἀρχαιολογίες, πού βγάζανε ντουμάνι τόν καπνό από τήν ἐξάτμισι, κι ἀπό θόρυβο σἄν κάρο μέ παληοσίδερα σέ καλντερίμι (εἴδατε σέ τί τουρκόνομα κατέληξε τό κακόμοιρο τό καλλίδρομον).

Φθάσαμε στό ἐστιατόριο, ὁμολογῶ ἡ μνήμη μου δέν μέ βοηθάει καθόλου καί δέν θυμᾶται τό ὄνομα, μπήκαμε καί σἄν τόν Διογένη ψάχναμε νά βροῦμε ἄνθρωπο. Oὔτε ψυχή οὔτε ἀκρόασις, βαρειά τοῦ τάφου ἡ σιωπή. Ἀπό τό βᾶθος, πλησίασε ἕνας προχωρημένης ἡλικίας σερβιτῶρος, μᾶς εἶπε νά καθήσουμε ὅπου θέλουμε, ὅπου μᾶς ἄρεσε. Προφανῶς καί διαλέξαμε τραπέζι δίπλα στά παράθυρα, ἐλπίζοντας νά δοῦμε κόσμο νά περνάη, ἔτσι γιά τήν ποικιλία τοῦ θεάματος, κατά τό δεῖπνο μας.

Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι οἱ Γερμανοί συνήθιζαν νά τρῶνε ζεστό φαγητό τό μεσημέρι καί κρῦο τό βράδυ, δηλαδή, ψωμί μέ ἀλλαντικά ἤ τυριά, γι αὐτό καί τό βραδυνό τους, ἔστω κι ἄν τρῶνε στίς 6 με 7 τό ἀργότερο, τό λένε Abendbrot  δηλ. βραδυνό ψωμί. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ,  οἱ γερμανοί πού δεν τρῶνε ψωμί ὅπως ἐμεῖς, ἔχουν τούς ὡραιοτέρους καί πλουσιωτέρους σέ ποικιλίες ψωμιῶν φούρνους. Μιλᾶμε πραγματικά γιά κάτι τό θεσπέσιο.

Τά ψωμάκια τους ἀλλά ἀκόμη καί τό μεγάλο καρβέλι, τό χωριάτικο, μέ γκρίζο άλεῦρι, πού δέν τό τρώγανε μαλακό καί φρέσκο, ἀλλά μιᾶς  μέχρι καί οκτώ ἡμερῶν, ὧστε νά ἔχη δέσει, νά ἔχη σφίξει, κι ἐκεῖ ἐπάνω ἄλοιφαν τό βούτυρό τους καί τά φανταστικά σαλάμια τους –  μοῦ τρέχουν τά σάλια πού τά θυμᾶμαι.

Ἐν πάσει περιπτώσει, ἐμεῖς φάγαμε κάτι ἄλλο, πάντως ὄχι κρῦο φαγητό ἀλλά ζεστό. Μοῦ φαίνεται λουκάνικα καί πατατοσαλάτα, εὔκολα πράγματα, νά μήν τόν βάλουμε τόν Μῆτσο σέ σύσκολη θέσι. Κάποια στιγμή σηκώνω εὐγενικά τό χέρι καί φωνάζω χαμηλόφωνα: «Herr Ober»- Χέρ Όμπερ (Κύριε Σερβιτῶρε, ἦλθε ὁ ἀνθρωπᾶκος καί τοῦ ζήτησα δύο φέτες λευκό ψωμί.

Ἔφυγε καί ξαναγύρισε μετά ἀπό πέντε ὁλόκληρα λεπτά, σέ ἕνα ἄδειο μαγαζί καί φέρνει γκρίζο ψωμί, τό ὁποῖον μάλιστα χρειαζόταν ἀεροκομπρεσσέρ γιά νά κοπῆ καί φαγωθῆ. Ζήτησα τοῦ σερβιτώρου νά ἐπανέλθη καί μέ ὕφος ἐνοχλημένο (γιά νά μήν πῶ τσαντισμένο) τοῦ ζητάω τά ρέστα γιατί ἐνῶ τοῦ παρήγγειλα λευκό ψωμί μοῦ ἔφερε μαῦρο. Καί τότε, τρώω μιά κλωτσιά στό καλάμι πού μέ ξέρανε. Ήταν ὁ Μῆτσος, ὁ καθηγητής τῆς Ἰατρικῆς, πού μέ ἐπανέφερε στην τάξι, στήν πραγματικότητα. Ἀφοῦ γύρισε στόν σερβιτῶρο καί λίαν ταπεινά καί ὑποτακτικά ζήτησε συγγνώμη γιά τἠν ένόχλησι, τοῦ ζήτησε τρείς μπῦρες, γιά νά τόν ἐξευμενίση. Ὁπότε πετάγετε ὁ πατέρας μου καί μέ τά μισοαγγλικά του τοῦ λέει : «…Και μία γιά σένα!!!» Χαμογελάει ὁ σερβιτῶρος, πετάει τό ὡραῖο «Danke schön»-Ντάνκε σέν- (Ευχαριστῶ ὡραία (πολύ)) καί πάει για τίς μπῦρες.

Μόλις ἔφυγε τρία βήματα, σκύβει ὁ Μῆτσος μπροστά, νά μήν ἀκούγεται οὔτε στὀ ἕνα μέτρο καί μοῦ ψιθυρίζει μέσ’ ἀπ’ τά δόντια: «Πᾶψε, μήν μιλᾶς καθόλου» καί μ’ αγριοκοίταξε.

Κατάλαβα ὅτι κάτι τρέχει… Ὁ Μῆτσος ἦταν ἕνας τρυφερός ἄνθρωπος, δέν θά φερόταν ποτέ ἔτσι στό παιδί τοῦ φίλου του, πού ἦλθαν νά τόν δοῦν στήν ἐξορία.

Φάγαμε, ἤπιαμε τίς μπῦρες μας, πλήρωσε ὁ Θανασάκης μου, ὁ πατερούλης μου, λεβέντης πᾶντα κι ἄρχοντας, καί βγήκαμε νά πᾶμε στόν ὑπόγειο γιά νά ἐπιστρέψουμε πρίν τίς δώδεκα,  μιᾶς καί δέν εἴχαμε βίζα παρά γιά μία καί μοναδική ἠμέρα.

Στήν σκοτεινή καί ἄδεια λεωφόρο, ὁ Μῆτσος ἔρχεται στήν μέση, μᾶς πιάνει ἀγκαζέ καί τούς δυό καί μᾶς τραβάει πολύ κοντά. Στρίβει πίσω του, δεξιά του καί άριστερά του καί ἀφοῦ βεβαιώνεται ὅτι δέν ὑπάρχει ψυχή δίπλα μας, οὔτε κἄν μακρυά μας, σκύβει καί μᾶς μιλάει ψιθυριστά: «Βρέ Ἀνδρέα, παιδί μου, ποῦ νομίζεις ὄτι βρίσκεσαι καί ζητᾶς εἶδος πολυτελείας, ἄσπρο ψωμί; Θἄπρεπε νἄμαστε εὐτυχεῖς καί τυχεροί πού βρήκαμε νά φᾶμε. Ἐδῶ, παιδί μου, δέν  εἶναι ὁ παράδεισος πού πίστεψα, πού νόμισα, εἶναι μία σκληρή κόλασις, Θανάση μου!», γύρισε στόν πατέρα μου, «μόλις μπορέσεις κάτω στήν Πατρίδα, κάνε αἴτημα ἐπιστροφῆς μου. Σέ ἰκετεύω, δέν άντέχω ἄλλο».

Κόμπος κάθησε στόν λαιμό μας, τά μάτια μας βουρκώσανε, καί σιωπηρά, θλιμμένα, περπατήσαμε μέχρι τόν σταθμό. Ὁ χωρισμός ἔγινε μέ λιγμούς καί μέ βαρειά, ἀσήκωτη, σιωπή.

Ἐξι μῆνες ἀργότερα, ὁ Μῆτσος ἦλθε μόνιμα στήν Ἑλλάδα. Καί γελοῦσε, χαιρόταν τήν ζωή του. Τά ψηφοδέλτιά του ἄλλαξαν, κι ἔγιναν τοῦ Κέντρου, καί ἀργότερα, τό 1974 τῆς ΝΔ. Ποιός; Αὐτός ὁ βέρος ἐξιδανικευμένος άριστερός, θεώρησε πώς γιά τό καλό τῆς Ἑλλάδος ἡ καλυτέρα πολιτική ἦταν αὐτή, ἡ σοσιαλμανιακή δεξιά, τοῦ γερο-Καραμανλῆ.

Καί τῶρα 2018, 44 χρόνια μετά, καί ἤδη 29 χρόνια μετά τήν κατάρρευσι τοῦ Ἀνατολικοῦ Μπλόκ καί τοῦ ἐφηρμοσμένου κομμουνισμοῦ καί σοσιαλισμοῦ, ὑπάρχουν ἀκόμη Ἕλληνες πού πιστεὐουν σ’αὐτήν τήν τραγικά ἐπικίνδυνη πολιτική καί κοινωνική οὐτοπία καί παραλογισμό.  Ὁ κρατικός αὐταρχισμός πού ἐπέβαλαν στίς χῶρες πού μοίρασαν μεταξύ τους οἱ Τσῶρτσιλ, Στάλιν καί Ροῦσβελτ-Τροῦμαν, μόνον ζημιές καί καταστροφές ἐπέφερε στίς κοινωνίες καί τούς λαούς τῆς Σοβιετικῆς ἐπιρροῆς.

Κι ἐμεῖς βρήκαμε τήν χειρότερη παγκόσμιο συγκυρία νά ἐκλέξουμε ἀριστερόστροφα. Μᾶλλον κάποια μυῖγα μᾶς εἶχε τσιμπήσει, γιά νά τό πῶ εὐγενικά.  Δέν μπορούσαμε νά γεννήσουμε χειρότερο πολιτικό σύστημα γιά τήν παιδεία μας, γιά τόν πολιτισμό μας. Δἐν μιλάω για τά οικονομικά τῆς χώρας γιατί αὐτά τά ξεπουλήσαμε ἀποδεχόμενοι τήν ἐθνοκαταστρεπτική Συνθήκη τοῦ Maastricht. Κι αὐτό σᾶς το λέει ἕνας παθιασμένος «εὐρωπαϊστής» στο ξεκίνημα ὡς ΕΟΚ, 1981.

Νά θυμίσω καί νά ὑποστηρίξω σθεναρά τήν ἀδήρητο ἀνάγκη νά ἀποκτήσουμε 30,40,50 Πανεπιστήμια, ἰδιωτικά κατά προτίμησιν, διότι τά Κρατικά δέν προσφέρουν αὐτά πού θἄπρεπε, ἐπειδή ἔχουν γι ἀφεντικό τόν ἑκάστοτε ἀδαῆ Ὑπουργό Παιδείας. Δέν θἄπρεπε στόν κόσμο ὅλο νά διδάσκεται ἡ κλασική παιδεία χωρίς τήν ἔγκρισι και συνεργασία μέ ἕνα τοὐλάχιστον Ἑλληνικό Πανεπιστήμιο.

Ἡ Μεγ. Βρεττανία ἔχει 100 Πανεπιστήμια καί οἱ ξένοι φοιτητές τῆς ἀφήνουν ἐτησίως 73 δίς €  εκ τών ὁποίων 3,7 δίς € από τούς Εὐρωπαίους φοιτητές καί 380.000 θέσεις ἐργασίας. Οἱ ἀρρωστημένες πολιτικές τοποθετήσεις ἐναντίον τῶν ἰδιωτῶν καί ὑπέρ τοῦ ἀχρήστου Δημοσίου δείχνει, ὅτι οἱ ὑποστηρικτές ὄχι μόνον βρίσκονται περίπου στο 1860 στην ἐποχή τοῦ Μάρξ, ἀλλά εἶναι παντελῶς idiots. Ἀλλοῦ προορίζετο ἡ λέξις και ἀλλοῦ κατέληξε.

Πάντως οὔτε ὁ Κολοκοτρώνης, οὔτε ὁ Πλαποῦτας, οὔτε ὁ Μακρυγιάννης, οὔτε ὁ Καραϊσκάκης, οὔτε οἱ λοιποί ἀθάνατοι ἥρωες, οὔτε ὁ μέγιστος πολιτικός ἄνδρας τῆς Ἑλλάδος ὁ Καποδίστριας, μποροῦσαν ποτέ νά φαντασθοῦν ὄτι κάποια μέρα θά τούς διεδέχετο ἕνα τόσον ἀσήμαντο πολιτικό σκηνικό πού παρ’ ὅλα αὐτά  κατάφερε νά ρεζιλέψη τόν ἀρχαιότερο πολιτισμό. Νά γελοῦν μαζί μας δεν το περίμενα, με τίποτα.

Ὁποία, αἰσχύνη, ὁποία ντροπή, ὅνειδος καί θλίψις γιά τήν περήφανη ΕΛΛΑΔΑ.

Μία μόνον έλπίδα ὑπάρχει.  Ἀνάνηψις τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἄραγε τοῦτο ἐφικτόν;

Ἀμφίβολον. Ἐδῶ ἔμεινε βολεμένος ὁ λαός τετρακόσια χρόνια κάτω ἀπό τόν Ὀθωμανό, φρόντιζαν οἱ κοτζαμπάσηδες νά τόν κρατοῦν καί νά βγάζη τον σκασμό. Μέχρι πού ξύπνησαν κάποιοι λεβέντες -θἆταν δέν θἆταν καμμιά πενηνταριά νομάτοι, ἄντε πλούσια ἑκατό – καί  ἔτσι ἄλλαξαν τά πράγματα.

Τώρα ποῦ νά βροῦμε τούς λεβέντες νά μᾶς βγάλουν τί βδέλλες ἀπό τήν πλάτη;;

Οἱ λεβέντες πέθαναν, οἱ λεβέντες πᾶνε… Δυστυχῶς!

«Περί τῶν περί τήν ζωήν, περί τῶν βιωτικῶν: Ὁ Ἐπίκουρος χαιρετᾶ τόν Μενοικέα», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἐκλεκτοί ἀναγνῶστες,

Το ὅτι μπαίνετε στόν κόπο νἀ ἀνοίξετε τά δημοσιεύματά μου γιά νά τά διαβάσετε μέ συγκινεῖ ἀφάνταστα, ἀλλά και με τιμᾶ. Ἔτσι, αἰσθάνομαι διπλή τήν ὑποχρέωσι νά σᾶς προσφέρω κάτι ἄξιον λόγου.

Γνωρἰζω κάλλιστα ὅτι οἱ διδάσκαλοί μας ἀδυνατοῦσαν, ἀκόμη καί ἄν κάποιοι πεφωτισμένοι ἀπό αὐτούς ἤθελαν, να μᾶς διδάξουν τόν Μεγάλο Ἐπίκουρο, και τοῦτο διότι ἦταν σαφῶς και κατηγορηματικῶς «ἀπαγορευμένος» ἀπό το Ὑπουργεῖο Παιδείας διότι ὑπῆρχε ἀρνητική παρέμβασις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Γιατί;

Μά φυσικά διότι οἱ θεωρεῖες καί οί ἀπόψεις του ἤρχοντο είς ἄμεσον ἀντίθεσιν με αὐτές τοῦ ἱερατείου.

Διαβάζοντας τὀ κατωτέρω ἑπόμενο κείμενο θα διαπιστώσετε την ἀλήθεια τῶν λεγομένων μου.

Δῶστε σημασία σέ δυό-τρείς προτάσεις, πού εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς διδασκαλίας του:

  • «…ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές…»
  • «…Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας».
  • «Γιατί καθόλου δέν μοιάζει μέ θνητόν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ζεῖ έν μέσῳ ἀθανάτων ἀγαθῶν».

Εὐχαριστῶ γιά τήν προσοχή σας…

ΥΓ: Παρ’ὅτι προσφάτως ἡ μητέρα μου ἀπέδρασε εἰς ἄλλην ἐνεργειακήν πυκνότητα, εἶμαι πανευτυχῆς και ὑπερήφανος διότι εἶχα τό προνόμιον νά τήν ἔχω δίπλα μου 75 χρόνια. Λίγοι ἔχουμε τέτοια τύχη. Ὑπῆρξε σπουδαῖα γυναῖκα καί τῆς ὁφείλω πάμπολλα. Θά ἔπρεπε λοιπόν, κανονικά, να ἀλλάξω τό προσωνύμιόν  μου σέ κάτι πού θα ἀπέδιδε τιμή ἐξ ἴσου καί στούς δύο γεννήτορές μου. Προφανῶς ὅμως, δέν θέλω νά γίνω ἤ νά φανῶ οὔτε ὑπερβολικός, οὔτε «φιγουρατζής», γι αὐτό θα κρατήσω τό Εὐπάτωρ κλέβοντάς το ἀπό τόν δεκατετράχρονο Πτολεμαῖο τόν Εὐπάτορα, Πρίγκηπα τῆς Αἰγύπτου ἀπό τό 166 ἕως τό 152 π.Χ. 

Δέν τόν πειράζει καθόλου, ἐάν ἐγώ γίνω ξαφνικά πρίγκηψ τῆς πέννας.

χαχαχα, θά γελάει καί τό παρδαλόν κατσίκιον…

Επίκουρος

Ὡς λέγει ὁ Ἀπολλόδωρος στά Χρονικά του, ὁ Ἐπίκουρος γεννήθηκε στήν Σάμο τό 342 πΧ. (ἤ τό 341 π.Χ.).

Στήν Μυτιλήνη καί τήν Λάμψακο δημιούργησε πρῶτα-πρῶτα σχολή ἐπί πέντε χρόνια πρίν πεισθῆ νά μετακομίση στήν Ἀθήνα ὅπου πέθανε τό 271 πΧ. 

Στήν Ἀθήνα ἡ σχολή του ὠνομάζετο «Κῆπος» ἐπειδή ἐστεγάζετο σέ ἀθηναϊκό περιβόλι.

Οἱ διδασκαλίες του σχετικῶς μέ τήν ζωή, τόν θάνατο, τήν ἀγάπη καί τήν εὐτυχία ἐθεωροῦντο «αἱρετικές – προκλητικές».

Παρ’ ὅλ’ αὐτά ὅμως, εἶχε πάμπολλους μαθητάς καί ἐπηρέασε σημαντικότατα τήν ἀνθρωπίνη διανόησι καί φιλοσοφική σκέψι.

Ἡ ἀτομική θεωρεία τοῦ Δημοκρίτου καί ὁ ὑλισμός τοῦ Ἐπικούρου προφανῶς καθιστοῦν ἀνέφικτα τά ὑπό τοῦ Ἑβραιοχριστιανισμοῦ ἰσχυριζόμενα περί τά μεταφυσικά, ὁπότε ὁ Ἐπίκουρος καί οἱ μαθητές του ἔπρεπε ἀπαραιτήτως  νά ἐξοντωθοῦν.

Ὁπότε, ἡ ἐπίσημος, ἡ ἐπικρατοῦσα θρησκεῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προκειμένου νά μειώσῃ τό πνευματικό καί ἡθικό κῦρος τῶν Ἐπικουρείων καί  τῆς διδασκαλίας τους ἐσυκοφάντησε αὐτούς, διέσυρε τήν ζωή καί τήν βιογραφία τους καί «ἐβάπτισε» τήν ἀσκητική τους ἡθική σέ ἔκλυσι ἠθῶν, ξετσιπωσιά καί κτηνωδία.

Περί τῶν περί την ζωήν (περί τῶν βιωτικῶν)

Ὅποιος  εἶναι νέος δέν πρέπει νά διστάζει νά φιλοσοφῆ καί ὅποιος εἶναι γέρων δέν πρέπει νά κουράζεται νά φιλοσοφῆ. Διότι γιά κανέναν δέν εἶναι νωρίς καί γιά κανέναν δέν εἶναι ἀργά νά ένδιαφέρεται γιά τήν ὑγεία τῆς ψυχῆς του. Ὅποιος ἰσχυρίζεται ὅτι δέν ἦλθε ἀκόμη ἡ ὥρα νά φιλοσοφῆ ἤ ὅτι ἡ ὥρα ἤδη πέρασε μοιάζει μέ κεῖνον πού ἰσχυρίζεται ὅτι δέν εἶναι ὥρα νά εἶναι κανείς εὐδαίμων ἤ ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα νά εἶναι εὐτυχής. Γι αυτό ὀφείλουν καί ὁ νέος καί ὁ γέρων νά φιλοσοφοῦν, ὁ ἕνας ὥστε ὅταν γεράσῃ νά παραμένει νέος ἀπό τά καλά πού πέρασε στό παρελθόν, ὁ ἄλλος δε, νά εἶναι ταὐτόχρονα νέος καί γέρων γιατί δέν φοβᾶται τό μέλλον. Γι αυτό πρέπει νά μελετοῦμε καί νοιαζόμαστε γι αὐτά πού μᾶς κάνουν εὐτυχεῖς, γιατί ὅταν ὑπάρχει ἡ εὐδαιμονία ἔχουμε τά πάντα, ἐνῶ ὅταν αὐτή ἀπουσιάζει κάνουμε τά πάντα γιά  νά τήν ἀποκτήσουμε.

Γι αὐτό καί συνεχῶς σέ προτρέπω αὐτά νά πράττης καί νά μελετᾶς, κατανοῶν ὅτι αὐτά εἶναι τά στοιχεῖα τῆς καλῆς ζωῆς.

Πρῶτον μέν θεωρῶν τόν Θεόν ἄφθαρτον καί εὐτυχῆ (μακάριον), ἔτσι ὅπως ἡ κοινή ἀντίληψις τοῦ κόσμου περί Θεοῦ εἶναι, οὐδέποτε προσάπτων πρός αὐτόν κάτι τό ὁποῖον δέν συνάδει μέ τήν ἀφθαρσίαν του ἤ τήν μακαριότητά του. Διότι οἱ Θεοί ὑπάρχουν, ἡ δέ γνῶσις περί αὐτῶν εἶναι σαφής. Δέν εἶναι ὅμως ἔτσι ὅπως οἱ πολλοί νομίζουν. (Θεοί μέν γάρ εἰσίν. Ἐναργῆς γάρ αὐτῶν ἡ γνῶσις. Οἴους δ’ αὐτούς “οἱ πολλοί νομίζουσιν, οὐκ εἰσίν”).

Διότι οἱ ἄνθρωποι δέν διατηροῦν σταθερές τίς ἀπόψεις πού ἔχουν περί Θεῶν. Ἀσεβῆς (ἄθεος) δέν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναιρεῖ (ἀκυρώνει) τούς Θεούς τῶν πολλῶν ἀλλά ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσάπτει (ἀποδίδει)  στούς Θεούς ἀπόψεις τῶν ἀνθρώπων. Διότι oἱ ὁμολογίες (ἀπόψεις) τῶν ἀνθρώπων περί θεῶν δέν εἶναι προαισθήσεις ἀλλά λανθασμένες εἰκασίες. Γι αυτό καί ἀπό τούς Θεούς προέρχονται καί τά μεγαλύτερα κακά ἀλλά καί οἱ μεγαλύτερες ὡφέλειες ἀπό τά “καλά”.  Καθ’ ὅσον οἱ θεοί, ὄντες  πλήρως ἐξοικειωμένοι μέ τίς ἴδιες ἀρετές τους ἀποδέχονται μόνον ἐκείνους πού τούς ομοιάζουν. Κάθε τι πού δέν εἶναι ἔτσι τό ἀπορρίπτουν θεωρώντας το ξένο (ἀλλότριο).

Συνήθισε στήν ἰδέα ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ  (μηδέν πρός ἡμᾶς εἶναι τόν θάνατον) ἀφού διά τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμαστε κάθε τι τό καλόν ἤ κακόν.

Θάνατος ὅμως εἶναι ἡ στέρησις τῶν αἰσθήσεων.

Ὁπότε, ἡ ὁρθή γνῶσις ὅτι ὁ θάνατος δέν μᾶς ἀφορᾶ μᾶς κάνει νά ἀπολαμβάνουμε τήν θνητότητα τῆς ζωής, διότι δέν μᾶς δίδει-προσφέρει χρόνον ἀλλά μᾶς ἀφαιρεῖ τόν πόθον γιά ἀθανασία.

Διότι δέν ὑπάρχει τίποτε τό δυσάρεστον (δεινόν)  στήν ζωή γιά ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ὁρθῶς κατανοήσει ὅτι εἰς τήν μή ζωήν δέν ὑπάρχει τίποτε τό κακόν (δεινόν).

Εἶναι ἀφελῆς λοιπόν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι φοβᾶται τόν θάνατον διότι θά πονέσῃ ὅταν αὐτός (ὁ θάνατος) θά ὑπάρχῃ, ἐνῶ στήν πραγματικότητα πονᾶ τώρα πού τόν περιμένει.  Διότι ὅταν κάτι δέν μᾶς πονᾶ ὅταν πράγματι ὑπάρχει, δέν μπορεῖ νά μᾶς προξενῆ πόνο ὅταν ἁπλῶς τό περιμένουμε. 

Θάνατος και Ζωή - Γκουστάβ Κλιμτ

Τό πλέον φρικτόν, λοιπόν, ἐξ ὅλων τῶν κακῶν, ὁ θάνατος, δέν μᾶς ἀφορᾶ ἐπειδή ὅταν ἐμεῖς ὑπάρχουμε αὐτός δέν παρευρίσκεται, ὅταν δέ ὁ θάνατος ἔχει φθάση (ἐπέλθη) τότε ἐμεῖς δέν ὑπάρχουμε (τό φρικωδέστατον οὕν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐδέν πρός ἡμᾶς, ἐπειδῆπερ ὅταν μέν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὔ πάρεστιν, ὅταν δέ ὁ θάνατος παρήι, τόθ’ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν).

Ὁπότε ὁ θάνατος πραγματικῶς, δέν ἀφορᾶ οὔτε τούς ζωντανούς οὔτε τούς νεκρούς, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει διά τούς πρώτους οἱ δέ ἄλλοι δέν ὑπάρχουν πλέον.  Ἀλλά οἱ πολλοί θεωροῦν τόν θάνατον εἴτε ὡς τό μέγιστο τῶν κακῶν εἴτε ὡς ἀνάπαυσιν ἐκ τῶν  “κακῶν”  τῆς ζωῆς.

Ὁ σοφός ὅμως οὔ τε παραιτεῖται ἀπό τήν ζωή οὔ τε φοβᾶται τήν μή ζωή. Διότι οὔ τε τόν βαραίνει ἡ ζωή  οὔ τε θεωρεῖ κακό τό νά μήν ζῆ. Ὅπως δέ στό φαγητό του δέν προτιμᾶ τήν μεγάλη ποσότητα ἀλλά τό πλέον εὔγευστο γεῦμα, ἔτσι καί μέ τόν χρόνο, δέν προτιμᾶ νά ἀπολαύσει τόν μακρύτερο ἀλλά τόν καλύτερο.

Ὅποιος ὅμως πιστεύει ὅτι ὁ νέος πρέπει να ζῆ καλῶς ὁ δέ γέρων νά πεθαίνη καλῶς, εἶναι ἀνόητος-μωρός (εὐήθης), ὄχι μόνον διότι ἡ ζωή εἶναι καλή ἀλλά καί διότι ἡ ἔγνοια περί καλῆς ζωῆς ἤ περί καλοῦ θανάτου εἶναι μία καί ἡ  αὐτή. Πολύ χειρότερα ὅμως εἶναι καί μέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εἶναι καλύτερο νά μήν γεννηθῆς, κι ἄν γεννηθῆς τό ταχύτερο νά περάσης τίς πῦλες τοῦ Ἅδου. Ἐάν μέν τοῦτο έκ πεποιθήσεως λέγει, γιατί δέν ἀπέρχεται ἐκ τῆς ζωῆς ; Εἶναι ἐλεύθερος νά πράξη τοῦτο ἐάν πράγματι τό πιστεύει. Ἐάν ὅμως πρόκειται περί ἁπλῆς κοροϊδίας, τότε εἶναι ἀφελῆς χλεύη πρός πράγματα τά ὁποῖα δέν ἐπιδέχονται χλευασμό.

Ἀξίζει νά μνημονεύσουμε τό γεγονός ὅτι τό μέλλον οὔτε ὑπόκειται πλήρως εἰς τήν ἐξουσίαν μας οὔτε εἶναι πλήρως ἐκτός πάσης ἐπιρροῆς μας, καί ἔτσι, οὔτε νά ἀναμένουμε ὅτι κάτι θά γίνη οὔτε νά ἀπελπισθοῦμε ὅτι τοῦτο δέν θά γίνη.

Πρέπει νά ἀναλογισθοῦμε ὅτι ἐκ τῶν ἐπιθυμιῶν μας ἄλλες εἶναι φυσικές καί ἄλλες ἀσήμαντες. Ἀπό τίς φυσικές κάποιες εἶναι άναγκαῖες ἐνῶ ἄλλες ἁπλῶς φυσικές.

Ἀπό τίς ἀναγκαῖες δέ, ἄλλες εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν εὐδαιμονία μας, ἄλλες γιά νά μήν ἐνοχλεῖται τό σῶμα μας, καί ἄλλες ἀναγκαῖες γι αὐτήν τήν ἴδια τήν ζωή μας.

Μία σοβαρή θεώρησις τῶν πραγμάτων ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι κάθε ἐπιλογή ἤ ἀποφυγή ἀνάγεται στήν ἡγεία τοῦ σώματος και τήν ἀταραξία καί μακαριότητα τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ τοῦτος εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς.  Χάριν τούτου λοιπόν, τά πάντα πράττουμε, γιά νά μήν πονοῦμε καί νά μήν βρισκόμαστε σέ ταραχή. Ὅταν μᾶς συμβῆ αὐτό μία φορά τότε παύει ὁ χειμῶνας τῆς ψυχῆς. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν χρειάζεται νά αναζητῆ κάτι ἀγαθό πού θά τοῦ συμπληρώση τήν ψυχή καί τό σῶμα. Τότε ἔχουμε ἀνάγκη τήν εύχαρίστησι, ἀφοῦ χωρίς αὐτήν πονοῦμε. «Ὅταν ὅμως δέν πονοῦμε» τότε δέν ἔχουμε ἀνάγκη τήν εὐχαρίστησι, τήν ἡδονή. 

Διά τοῦτο λέγουμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς μακαρίας ζωῆς. Καθ’ ὅσον αὐτήν συνειδητοποιήσαμε ὡς τό πρῶτον ἀγαθόν τῆς ζωῆς μας καί ἀπό αύτήν ξεκινοῦμε κάθε ἐπιλογή και ἀποφυγή, καί σ’ αὐτήν ἐπιστρέφουμε ἀφοῦ μέ μέτρον τήν αἴσθησιν κρίνουμε κάθε ἀγαθό. Καί ἐπειδή αύτή εἶναι τό πρῶτο καί ἔμφυτο ἀγαθό γι αὐτό καί δέν ἐπιλέγουμε τήν ὁποιανδήποτε ἡδονή ἀλλά συμβαίνει νά ξεπερνοῦμε πολλές ἡδονές ὅταν ἀπό αὐτές προκύπτει εἰς βᾶρος μας μία ὑπερβολή σέ ἐνοχλήσεις.

Καί πολλούς πόνους νομίζουμε ἰσχυροτέρους τῶν ἡδονῶν ἐπειδή ὅταν ἐπί πολύ χρόνον ὑποφέρουμε τόν πόνο ἀκολουθεῖ μία ἐντονωτέρα ἡδονή. Κάθε ἡδονή λοιπόν, δεδομένου ὅτι ἔχει μία φύσιν ἡ ὁποία μᾶς ταιριάζει, εἶναι ἕνα ἀγαθόν, παρ’ ὅλα αὐτά δέν ἐπιλέγουμε ὁποιανδήποτε ἡδονή. Ὅπως, παρ’ ὅτι κάθε πόνος εἶναι ἕνα κακό, δέν εἶναι πάντα δυνατή  ἀποφυγή του. Μέ τήν σύγκρισι καί καταμέτρησι ὅσων μᾶς συμφέρουν καί ὅσων δέν μᾶς συμφέρουν, μπορεῖ κανείς νά κρίνει. Διότι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιοῦμε τό ἀγαθόν ὡς κακόν καί τό κακόν τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθόν.

Καί τήν αὐτάρκειαν θεωροῦμε ὅτι εἶναι μέγα ἀγαθόν, ὄχι πάντως γιά νά ἱκανοποιούμεθα μέ ὀλίγα, ἀλλ’ ὥστε, ὅταν δέν ἔχωμεν τά πολλά, νά μᾶς φθάνουν τά λίγα, γνησίως πεπεισμένοι ὅτι τήν πολυτέλεια ἀπολαμβάνουν γλυκύτερα ἐκεῖνοι πού ὀλιγώτερον τήν ἀπεζήτησαν καί ὅτι κάθε τι τό φυσικόν εἶναι εὔκολον νά αποκτηθῆ ἐνῶ τό ἄσκοπον δύσκολον νἀ ἐπιτευχθῆ, καί ὅτι ἕνας λιτός χυλός τήν ἰδίαν ἡδονήν μπορεῖ νά προσφέρη μέ ἕνα πολυτελές δεῖπνο, ὅπως ὅταν ἀφαιρεθεῖ ὁ πόνος ὅλα εἶναι καλά, καί τό νερό καί τό ψωμί προσφέρουν ὑψίστη ἡδονή ὅταν κάποιος τά χρειάζεται. Τό νά συνηθίσει λοιπόν κάποιος στό ἁπλό καί ὄχι πολυτελές φαγητό τοῦ προσφέρει ὄχι μόνον καλήν ὑγείαν ἀλλά καί τόν καθιστᾶ ἀκούραστο καί ὑπομονετικό ἔναντι τῶν ἀναγκαίων ἀσχολιῶν τῆς ζωῆς καί τόν κάνει τήν μέν πολυτέλεια νἀ ἀπολαμβάνει ὡς διαλείμματα, ἔναντι δέ τῆς ἐναλλαγῆς τῆς τύχης, ἄφοβο.

 

Ὅταν λοιπόν λέμε ὅτι ἡ ἡδονή εἶναι σκοπός τῆς ζωῆς, δέν ἐννοοῦμε βεβαίως τίς ἡδονές τῶν ἀσώτων καί τίς ἁπλές ἀπολαύσεις, τίς ὁποῖες κάποιοι λόγῳ ἀγνοίας ἤ διότι διαφωνοῦν μέ ἐμᾶς ἤ διότι δέν κατάλαβαν καλῶς, θεωροῦν ὅτι ἐννοοῦμε, ἀλλά τό νά μήν προξενοῦμε πόνο στό σῶμα μας καί νά μήν ταράζουμε τήν ψυχή μας.

Διότι δέν γεννοῦν εὐχαρίστηση εἰς τήν ζωή οὔτε τό ποτό, οὔτε οἱ διασκεδάσεις, οὔτε οἱ ἀπολαύσεις παιδιῶν καί γυναικῶν, οὔτε τά ψάρια, οὔτε ἄλλες πολυτέλειες στό τραπέζι, ἀλλά ἕνας νηφάλιος λογισμός ὁ ὁποῖος ἐρευνᾶ  εἰς βᾶθος τίς αἰτίες γιατί κάτι μᾶς ἀρέσει ἤ δέν ἀρέσει καί ἀπομακρύνει κάθε σκέψη ἡ ὁποία δημιουργεῖ ταραχή εἰς τήν ψυχήν μας.

Ἀρχή ὅλων τούτων καί μέγιστον ἀγαθόν εἶναι ἡ φρόνησις. Διά τοῦτο, καί ἀπό τήν φιλοσοφία ἀκόμη τιμιώτερον (σπουδαιότερον) εἶναι ἡ φρόνησις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκπηγάζουν ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές, καί ἡ ὁποία διδάσκει ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά ζῆ κανείς καλά ἐάν δέν ζῆ φρονίμως, μέ κάλλος καί δικαίως, ἐνῶ καί ἡ φρόνισις, τό κάλλος καί τό δίκαιον οὐδεμίαν ἔχουν ἀξίαν ἐάν ἡ ζωή δέν εἶναι γλυκειά, διότι συνυπάρχουν οἱ ἀρετές μέ τήν εὐχαρίστησιν στήν ζωήν ἐνῶ ἡ εὐχαρίστησις εἰς τήν ζωήν δέν νοεἶται χωρίς ἀρετές.

Γιατί, ποιός νομίζεις ὅτι εἶναι καλλίτερος ἀπό αὐτόν πού καί τούς θεούς σέβεται, καί τόν θάνατον δέν φοβᾶται καθόλου, καί τόν σκοπόν τῆς φύσεως ἔχει κατανοήσει καί θεωρεῖ ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι εὔκολο νά τά πλησιάσει καί νά κατακτήσει, ἐνῶ ταὐτοχρόνως ξεπερνᾶ σύντομα τά κακά καί τούς πόνους;

Τήν δέ ἄποψιν κάποιων, πού θωροῦν μάλιστα ὅτι αὐτή δεσπόζει ὅλων, «ὅτι κάποια πράγματα εἶναι ἀναγκαία», κάποια ἄλλα τυχαῖα ἐνῶ ἄλλα ἐξαρτῶναι ἀπό ἐμᾶς, γιά μέν τήν ἀνάγκη ἐμεῖς δέν εὐθυνόμεθα, διά τήν τύχην εἶναι ἀδύνατον νά τήν προβλέψουμε, ἐνῶ διά τά δικά μας ὑπάρχει ἡ μομφή ἤ ὁ ἔπαινος.

Γιατί ὁ μῦθος ἀφήνει τήν ἐλπίδα ὅτι μπορεῖ κανείς νά ἐξευμενίσει τούς θεούς μέ τήν λατρεία, ἐνῶ ἡ φυσική εἰμαρμένη (ἀναγκαιότης) δέν ὑποκύπτει εἰς τίς δεήσεις. Τήν δέ τύχη ὅμως, ὁ σοφός ἄνθρωπος, οὔτε θεωρεῖ θεόν, ὅπως πολλοί νομίζουν – διότι τίποτε δέν πράττεται ἀπό θεό ἐκτός τάξεως-, οὔτε ἀβέβαιον (ἀστάθμητον) αἰτίαν τῶν πραγμάτων. Οὔτε πιστεύει ὅτι ἀπό τύχη δίδονται εἰς τούς ἀνθρώπους τά ἀγαθά ἤ τά κακά γιά νά ζῆ ὁ ἄνθρωπος εὐτυχισμένος, παρ’ ὅλον ὅτι ἀπό τύχη ξεκινοῦν τά μεγάλα καλά ἤ δεινά στήν ζωή. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὀρθότερο νά σκέπτεται ὀρθά καί ἄς μήν πετυχαίνει, παρά νά ἔχῃ ἐπιτυχία χωρίς να ἔχη δώσει προσοχή στήν σκέψη του.

Εἶναι καλλίτερο νά ἀποτύχῃ σέ προσπάθεια τήν ὁποίαν εἶχε σκεφθεῖ ὀρθῶς παρά νά ἐπιτύχη ἐπί λανθασμένης σκέψεως.

Αὐτά τά σπουδαῖα ἔλεγε ὁ μέγας Ἐπίκουρος ἀλλά μέ τοῦτα καί μέ κεῖνα θἄκλεινε τό μαγαζάκι τῆς γωνιᾶς πού πουλάει ἠθικές ἀξίες περιτυλιγμένες σέ βλακώδη παραμυθάκια. Πάει, δέν τήν γλυτώνω, θά μέ κάψουν στήν πυρά καί εἰς τόν αἰώνα τόν ἄπαντα στήν κόλασί τους.

Εὐτυχῶς ὄμως, θἄχω πολύ καλές παρέες ἐκεί. πνευματώδεις, ἐξύπνους καί δημιουργικούς νόες, καί σίγουρα κανέναν ἀπό τά ἱερατεῖα.

Η φωτογραφία στο εξώφυλλο του άρθρου είναι από τις «Μάσκες» του Μιλανέζου γλύπτη  Adolfo Wildt (1 Μαρτίου 1868 – 12 Μαρτίου 1931), «Parsifal – Il Puro Folle» (1930).

«Τά Φοινικηία Γράμματα», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἀπό τήν Ἑλληνική μας παράδοσι καί τήν παγκόσμιον Ἱστορία, μᾶς εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Τῦρος ἦταν ἀποικία Ἑλληνική (Πελασγική) καί οἱ κάτοικοι εἶχαν προσβάσεις σέ πηγές γνώσεως τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας, καί ἀπό πιθανῶς ἕως ἀσφαλῶς, ἦσαν καί γνώστες τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Οἱ λοιποί κάτοικοι τῆς Φοινίκης ἦσαν Σύριοι ἤ Παλαιστίνιοι, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σέ σκηνές ὡς εἴθισται μέ τούς παλαιούς κτηνοτρόφους λαούς.

Εἶναι ἰδιαιτέρως περίεργος ἡ ἀναφορά ὁρισμένων μᾶλλον ἀδαῶν, δῆθεν ἀρχαιολόγων, ἤ φιλολόγων, εἰς τούς λαούς τῆς Συρίας και τής Έλλάδος άκόμα, ὅτι δῆθεν ἦσαν οἱ σχεδιαστές ἤ δημιουργοί ἀλφαβήτου, ἀπό τούς ὁποίους οἱ Ἕλληνες ἔλαβαν το ἀλφάβητο.

Προφανῶς πρόκειται περί φαιδροῦ ἀστείου. Εἶναι ὡσάν καθηγητής Μαθηματικῶν τοῦ Πολυτεχνείου ἤ Πανεπιστημίου νά ζητήση ἀπό ἀγράμματον ἐργάτη νά τοῦ ἐξηγήση τί θά πῆ ὁλοκλήρωμα ἤ ἀπειροστικός λογισμός ἤ τί εἶναι ἡ κβαντομηχανική.

Ἀπό πότε οἱ σκηνῖτες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θά μποροῦσαν νά συγκριθοῦν μέ τούς προηγμένου πολιτιστικοῦ καί μορφωτικοῦ ἐπιπέδου Ἕλληνες καί τούς μετέχοντας τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας;

Ἐδῶ, δέν μπορῶ νά μήν κάνω μία παρέκβαση καί ἀναφορά σέ ἕνα θέμα, πού, ὁσάκις ἀναφύεται, μέ κάνει νά αἰσθάνομαι ὅτι ὡς Ἕλληνες δυστυχῶς δέν ἀντιδροῦμε πάντοτε ὡς θά ἔδη, ὅπως θά‘πρεπε δηλαδή.  Συγκεκριμένως, ἀναφέρομαι στήν ψευδή φήμη ὅτι οἱ Ἕλληνες παρέλαβαν τήν γραφή καί τό ἀλφάβητο ἀπό τούς Φοίνικες.

Παρακολουθεῖστε τώρα τό πῶς συμβαίνουν μερικές φορές τά λάθη, ἀδικαιολόγητα ὅμως γιά ἐπιστήμονες.

Το πρώτο γραπτό κείμενο, η επιγραφή του Δισπηλιού της Καστοριάς

 

Ἡ λέξις βιβλίον εἶναι ὑποκοριστικόν τῆς λέξεως βίβλος καί εἶναι τό ὑλικόν πάνω στό ὁποῖον ἐγράφοντο τά γράμματα. 

Βίβλος ἤ βύβλος (κάποια στιγμή καθωρίσθη ὡς «βύβλιον» τό ἄγραφον καί «βιβλίον» τό γεγραμμένον).  Βίβλος, λοιπόν ἤ βύβλος εἶναι ὁ ἐσωτερικός φλοιός τοῦ παπύρου ἀπό τίς ἴνες τοῦ ὁποίου κατεσκευάζοντο σχοινία, ἱστία, στρώματα, χαρτί. Ἡ  χρῆσις εἶναι γνωστή καί στόν Ὅμηρο, ὁ ὁποῖος τόν ἐξοπλισμό τοῦ πλοίου τόν χαρακτηρίζει  «ὅπλον νεός βύβλινον».  Ἥ πόλις Βύβλος εἶναι  «Κρόνου κτίσμα, ἀπό Βύβλης τῆς θυγατρός Μιλήτου» καί  «Μίλητος υἱός Ἀπόλλωνος καί Ἀρείας, κτίσας τήν Μίλητον»  (Στέφ.. Βυζάντιος). 

Τό ὑδροχαρές φυτόν «πάπυρος» ἔδωσε στήν Δύσι τήν λέξιν γιά τό «χαρτί» papier, papel, paper… ἡ δέ περγαμηνή τῆς Περγάμου ( πέργαμα σημαίνει Ἀκρόπολις), τούς τίτλους εὐγενείας  «parchemins»  ( Εὐγενεῖς ἦσαν αὐτοί πού εἶχαν περιποιημένο γένι καί μουστάκι: εὐ –γενεῖς).  Οἱ Γάλλοι, οἱ Ἰταλοί και οί Ἱσπανοί τά βιβλία τους τά ὀνομάζουν Livre  καί  libro ἐκ τοῦ λατινικοῦ librum, πού καί αὐτό  προέρχεται ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λέπυρον = ἐξωτερική μεμβράνη, λέπος, λέπι, «ὁ εὐκολοχάρακτος ὑμήν πού ὑπάρχει στό ἐσωτερικόν τοῦ φλοιοῦ τῶν δένδρων». 

Τό βιβλίον Ἀγγλικά λέγεται book καί Γερμανικά Buch.  Ἀπό τό λατινικόν fagus πού εἶναι ἡ Ἑλληνική φαγός ἤ φηγός, ἡ ἱερά δρῦς τοῦ Διός. Ἀπό τόν φλοιό τῆς φηγός κατεσκεύαζαν πινακίδες γραφῆς (πίναξ = σανίς πχ. πινακίς τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς τοῦ 5250 πΧ.  Ἐπίσης ἡ λέξις σέλμα=σανίς, ἐξ οὖ καί ἡ σελίς). Γράφει ὁ Πλούταρχος εἰς τόν Βίον τοῦ Πύρρου : ἐπῆρε «φλοιόν δρυός καί ἐνέγραψε, πόρπῃ, γράμματα». Ἡ  ἔκφρασις «φύλλο χαρτί» διατηρῆ τήν ἀνάμνησιν τοῦ γραψίματος ἐπάνω σέ πλατειά φύλλα διαφόρων δένδρων: «πεταλισμός καί ἐκφυλλοφορία».  Ἐχρησιμοποιοῦντο κυρίως φύλλα φοινικοδένδρων, ἐπειδή εἶχαν μεγάλη ἔπιφάνεια

Ὁ Σουΐδας ἀναφέρει: «οἱ Κρῆτες λέγουν ὅτι τά γράμματα ὡνομάσθησαν φοινικήια ἀπό τοῦ γράφειν ἐν πετάλοις φοινίκων».   In palmarum foliis primum scriptitatum, deinde arborum libris = πρῶτα  ἔγραφαν σέ πέταλα φύλλων καί κατόπιν σέ φλοιούς δένδρων.  

Σίβυλλα, στήν ΑΙΝΕΙΑΔΑ (Γ’44) λέγει: «foliisque mandat notas et nomina» = ἐπάνω σέ φύλλα στέλνει μηνύματα καί ὁνόματα. 

Γι αὐτό καί πολλές πινακίδες τῆς ἀρχαιότητος ἔχουν τό σχῆμα φοινικοφύλλου.

Ἀπό ἐδῶ, λοιπόν, βγαίνει ἡ παρεξήγησις, ἡ παρανόησις. Τό φοινικόφυλλο ἔγινε Φοινίκη καί Φοίνικες.  Ὁποῖον τραγικόν λάθος. Τοὐλάχιστον ἄς μήν ξαναγίνη ἀπό ἐμᾶς πιά!

Ό Σουΐδας ἀκόμη ἀναφέρει: «Μουσαῖος Θηβαῖος Θαμῦρα υἱός, γεγονῶς πολλῶ πρό τῶν Τρωϊκῶν, ἔγραψε μέλη καί ἄσματα».

Ὁ Πολύαινος (στά Στρατηγήματα ΣΤ,52) ἀφηγεῖται ὅτι ὁ Σίσυφος, παπποῦς τοῦ Ὅδυσσέως, ἐπειδή ὁ Αὐτόλυκος (ὁ ἄλλος παπποῦς, πατέρας τῆς μητέρας του), τοῦ ἔκλεπτε τάς βόας, ἐνέτηξε εἰς τήν χηλήν τῶν βοῶν (ἐχύτευσεν εἰς τίς ὁπλές τῶν βοδιῶν του) λειωμένο μολύβι, ὅπου ἐχάραξε γράμματα ἐκτυποῦντα «ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ ΕΚΛΕΨΕΝ», κατηγοροῦντα εἰς τούς γείτονες τήν κλοπήν τοῦ Αὐτολύκου. Αὐτό δέν εἶναι μόνον μαρτυρία γραφῆς ἀλλά καί μαρτυρία ἐκτυπώσεως… !

Ὁ δέ Διογένης ὁ Λαέρτιος δικαίως διαμαρτύρεται είς τό ἔργον του  «Βίος Φιλοσόφων» (Α,3):  «Λανθάνουσι δ’αὐτούς τά τῶν Ἑλλήνων κατορθώματα, ἀφ’ ὥν μή ὅ τι γε φιλοσοφία, ἀλλά καί γένος ἀνθρώπων ἦρξε, βαρβάροις προσάπτοντες». (προσάπτουν, αποδίδουν εις τους βαρβάρους, τα των Ελλήνων κατορθώματα).

«Ἄτοπον γάρ τόν θεμέλιον τῆς Ἕλληνικῆς διαλέκτου, βαρβάρων εὑρήμαστα λέγειν» ἀναφέρει στά «Προλεγόμενα» του ὁ βυζαντινός γραμματικός μέ τό  ὄνομα Χοιροβοσκός.  

Θά κλείσω τό θέμα αὐτό ὑπενθυμίζοντας, ὅτι θά ἦταν παράλειψις νά μήν ἀναφερθῆ ὅτι οἱ παλαιότερες ἐπιγραφές κινεζικῆς ἀνάγονται στό 1450 π.Χ., ἐνῶ τά πιό παληά γραπτά μνημεἰα τῆς ἑβραϊκῆς χρονολογοῦνται γύρω στό 700 π.Χ. Τά ἀρχαιότερα κείμενα τῆς Ἀγγλικῆς ἀνάγονται στόν 8ον μ.Χ. αἰῶνα, τῆς Γερμανικῆς στόν 4ον αι. μ.Χ.  (εἶναι ἡ μετάφρασις τῶν Γραφῶν ὑπό τοῦ Βισιγότθου Ἐπισκόπου Οὐλφίλα πού ἔζησε ἀπό τό  311 ἕως τό 382 μ.Χ. καί μάλιστα χωρίς τά Βιβλία τῶν Βασιλειῶν, διότι ἤθελε νά ἀποφύγη τήν πολεμική ἔξαψι  τῶν πολεμοχαρῶν ὁμοφύλων του), τῆς δέ Γαλλικῆς ἀνήκουν στόν 9ον  αι. μ.Χ. (Les Serments de Strasbourg).

Τα παλαιότερα ίσπανικά κείμενα ἀνάγονται στόν 10ον αι. μ.Χ. καί τά πορτογαλλικά στόν 12ον αι. μ.Χ. Οἱ ἀρχαιότερες έλληνικές ἐπιγραφές εἶναι τοῦ 5.250 π.Χ, όπως η πινακίδα τοῦ Δισπηλιοῦ τῆς Καστοριᾶς, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἡ πρώτη γραφή τοῦ κόσμου. Ή κροκάλη τῆς Καυκανιᾶς (Μυκηναϊκή ἐπιγραφή σχεδόν σύγχρονος τοῦ Δισπηλιοῦ) καί τό ὄστρακο τοῦ 5.500 π.Χ. μέ Ἑλληνική γραφή πού ἀνευρέθη στά Γιοῦρα ἀπό τόν ἀρχαιολόγο Ἀδαμ. Σάμψων. Στήν ἐπιφάνειά του διακρίνονται εὐκρινῶς τά γράμματα Α, Υ, Δ,  ἄγνωστον βεβαίως μέ ποίαν φωνητικήν ἀξίαν.

Εἶναι γνωστή ἡ λατρεία μου πρός τἠν έλληνικήν γλῶσσαν, πού τείνει νά γίνη μονομανία. Δέν μέ πειράζει καθόλου. Κάποιοι  πρέπει νά διατηρήσουμε τό πᾶθος αὐτό, γιά νά διατηρηθῆ καί ἡ φλόγα τῶν σχετικῶν γνώσεων, γιά νά μήν σβήσουν τελείως.

«Εἰρεσιώνη: Ο Ἑλληνικός πρόγονος τοῦ Χριστουγεννιάτικου Δένδρου», γράφει ο Ανδρέας Μπλαμούτσης, ο Ευπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Ἄς κόψουμε ὅλοι ἕνα κλαδί ἐληᾶς (ἀπό τό έλαίας) καί νά τό στολίσουμε γιά τό καλό τοῦ καινούργιου χρόνου, γιά γονιμότητα καί εὐφορία (καί ὄχι ἐφορία!!)  

Ἄς φτιάξουμε μία Εἰρεσιώνη πού εἶναι καθαρά ¨Ελληνικό ἔθιμο.

Ἡ Εἰρεσιώνη (ἀπό τό εἶρος = ἔριον, μαλλί) εἶναι κλᾶδος ἀγριελιᾶς (κότινος) στολισμένος μέ γιρλᾶντες ἀπό μαλλί λευκό καί κόκκινο καί τούς πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σῦκα, καρύδια, ἀμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π., ἐκτός τοῦ μήλου καί τοῦ ἀχλαδιοῦ). Ἦταν ἔκφρασις εὐχαριστιῶν γιά τήν γονιμότητα τοῦ λήξαντος ἔτους καί παράκλησις συνεχίσεως τῆς γονιμότητος καί εὐφορίας καί κατά τό ἑπόμενον ἔτος καί ἦταν ἀφιερωμένη στήν θεά Ἀθηνά, τὀν θεό Ἀπόλλωνα καί τίς Ὦρες (Εὐνομία, Δίκη, Εἰρήνη).

Τήν ἑβδόμη ἡμέρα τοῦ μηνός Πυανεψιῶνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Ὀκτωβρίου), παιδιά τῶν ὁποίων καί οἱ δύο γονεῖς ζοῦσαν, περιέφεραν τήν Εἰρεσιώνην στούς δρόμους τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν τραγουδῶντας τίς καλένδες (κάλαντα) ἀπό σπίτι σέ σπίτι, παίρνοντας τό φιλοδώρημά τους ἀπό τόν νοικοκύρη ἤ τήν κυρά τοῦ σπιτιοῦ καί ὅταν ἔφθαναν στό σπίτι τους κρεμοῦσαν τήν Εἰρεσιώνη πάνω ἀπό τήν ἐξώπορτά τους, ὅπου ἔμενε ἐκεῖ μέχρι τῆς ἰδίας ἡμέρας τοῦ νέου ἔτους, ὁπότε, ἀφοῦ τοποθετοῦσαν τήν νέα, κατέβαζαν τήν παλαιά καί τήν ἔκαιγαν. Ἅλλα παιδιά κρεμοῦσαν τήν Εἰρεσιώνη πάνω ἀπό τήν θῦρα τοῦ Ἱεροῦ τοῦ Ἀπόλλωνος.

Ἰδοῦ ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τά κάλαντα:

«Ἡ Εἰρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό, σύκα καί ἀφράτα ψωμάκια πού μᾶς τρέφουν καί μέλι γλυκό καί λάδι ἁπαλό καί ξέχειλους κύλικες μέ καλό κρασί γιά νά μεθύση καί νά κοιμηθῆ».

Τά κλαδιά τών δέντρων τά στόλιζαν μέ ἄνθη, ταινίες (κορδέλες), ἔρια (μαλλιά) καί μικρές σφαίρες ἀπό μέταλλο, πού παρίσταναν τούς πλανῆτες, τόν Ἤλιον καί τήν Σελήνη.  (Ἱστορία τῆς λατρείας τοῦ Βάκχου –  Χ. Ζανμέρ)

Ἐκτός ἀπό τά κλαδιά τῆς ἐληᾶς, περιέφεραν έπίσης καί κλαδιά Δάφνης πρός τιμήν τοῦ Ἀπόλλωνος στά Θαργήλια, ἑορτή πού ἐτελεῖτο τήν Ἄνοιξι (27 Ἀπριλίου – 26 Μαΐου), ὅπου πάλι ἔκαιγαν τήν παλαιά Εἰρεσιώνη καί κρεμοῦσαν τήν νέα ἔξω ἀπό τίς πόρτες τους.

Πρόγονος, λοιπόν, τοῦ Χριστουγεννιάτικου δέντρου εἶναι ἡ Εἰρεσιώνη, ὅπου μέσῳ αὐτῆς μετεδόθη τό ἔθιμον τοῦ στολισμένου δέντρου στούς βορείους λαούς άπό τούς Ἕλληνες ταξιδευτές, οἱ ὁποῖοι ἐλλείψει ἐλαιοδένδρων, στόλιζαν κλαδιά ἀπό τά δέντρα πού ἐφύοντο στόν κάθε τόπο.

Τό ἔθιμο τῆς Εἰρεσιώνης κατεδικάσθη ὡς εἰδωλολατρικό ἔθιμο ἀπό τό θεοκρατικό καθεστώς τοῦ Βυζαντίου καί ἀπαγορεύθηκε ἡ τέλεσίς του. Αἰῶνες ἀργότερα, τό ἴδιο ἔθιμο ἐπανῆλθε μέ τήν μορφή Χριστουγεννιάτικου καί Πρωτοχρονιάτικου δένδρου άπό τούς Βαυαρούς πού συνόδευσαν τόν Βασιλέα Ὄθωνα στήν Ἑλλάδα, ὡς δικό τους Χριστουγεννιάτικο ἔθιμο.

Παρ’ όλα αὐτά, τό ἔιμο τῆς Εἰρεσιώνης ὑπῆρχε πάντοτε στήν ἱστορική μνήμη τῶν Ἑλλήνων, γι αυτόν τόν λόγο, τό Χριστουγεννιάτικο δένδρο υἱοθετήθη ἀμέσως.

Ειρεσιώνη (Κότινος) πρόγονος του Χριστουγεννιάτικοου δένδου
Δαίμων Ἀμμίτ

 

Ἀνάγκη  μεγάλη, νά διευκρινίσω μερικά πράγματα:

Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο ἱστορικό ψεύδος καί εἰρωνεία ἀπό τήν ὀνομασία τῶν προγόνων μας ὡς εἰδωλολατρῶν.  Καί τοῦτο διότι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες οὐδέποτε ἐλάτρευσαν τά ἀγάλματα τά ὁποῖα συμβόλιζαν μία συγκεκριμένη ἑκάστοτε θεότητα. 

Ἐν πάσει δέ περιπτώσει καθόλου δέν ἔμοιαζαν πρός τούς συγχρόνους συνέλληνες, οἱ ὁποῖοι, έν εἴδη ποιμνίου, κοπαδιοῦ δηλαδή, ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία νά ἀποκαλῆ ἐξαιρετικῶς ὑποτιμητικά τούς πιστούς της, ἔχει δέ καί σχετικόν ἱερατικόν βαθμόν τόν τοῦ Ἀρχιμανδρίτου, τοῦ πρώτου μέσα στό μαντρί, ἐκεῖ πού θέλει νά βρίσκονται τά ἀρνιά, τά ἀνθρωπάκια, πού δέν τά θεωρεῖ κατάλληλα καί ἄξια νά ἔχουν δική τους προσωπικότητα, ἀξιοπρέπεια καί πνευματικότητα, ἀλλά κρίνει ὅτι πρέπει νά τούς προσφέρη ἕνα μή ἐπιβεβαιωμένο παραμυθάκι πάντα γιά τάν μετά θάνατον ζωή και ουδέποτε λύσεις γιά τήν τωρινή.

Παρεμπιπτόντως, ἀδυνατῶ νά κατανοήσω γιατί ὡς Ἕλλην πρέπει νά ἀποδέχομαι ὡς παγκόσμιο θρησκευτική ἱστορία τήν προϊστορία τῶν ἑβραίων (ὅπου Ἑβραῖοι ἀποκαλοῦνται οἱ ἀκολουθοῦντες την Ἑβραϊκήν θρησκεία παγκοσμίως).

Ἑπανερχόμενος εἰς την εἰδωλολατρείαν νά θυμίσω, ὅτι εἰδωλολάτρες θά μποροῦσαν νά ἀποκληθούν πιθανόν καί ένδεχομένως κάποιοι ἀρχαῖοι λαοί πού φαίνεται (χωρίς ἱστορική βεβαιότητα) ὅτι ἐπίστευαν στήν ἱερότητα   τοῦ ἀγάλματος τό οποῖον συμβόλιζε κάποια θεότητα. 

Παραδείγματος χάριν οἱ Αἰγύπτιοι μέ τόν κυνόμορφο δαίμονα Ἀμμίτ ἤ οἱ ἴδιοι οἱ Ἐβραῖοι οἱ ὁποῖοι ὅταν ὁ Μωϋσῆς ἀνέβηκε στό ὅρος Σινᾶ γιά νά λάβη τίς ἐντολές τοῦ θεοῦ Ιεχωβᾶ (Γιαχβέ) καί ἄργησε νά κατέβη ἀπό τό βουνό οἱ Ἑβραῖοι ξέχασαν καί τόν θεούλη καί ἀδιαφόρησαν γιά τόν Ἀαρών πού ἦταν ἡ φωνή τοῦ βραδυγλώσσου Μωϋσέως καί ἐχύτευσαν ένα χρυσό ἄγαλμα, ἕνα μόσχο καί ἄρχισαν νά τό λατρεύουν.

Μήπως αὐτά δέν εἶναι εἰδωλολατρεία;

Ἡ ἀπίθανη αὐτή ὑστερία τῶν ἀνθρώπων μέ τίς θαυματουργές εἰκόνες, τί εἶναι;

 Ἡ ὁ ἀγιασμός ἀπό ἱερέα στό Ναύπλιο τῶν «αὐτοκινήτων» δέν εἶναι ἐπιεικῶς πράξις βλακώδης τήν ὀποίαν ἔχει ἀποδεχθῆ καί ἡ ἐκκλησιαστική διοίκησις ἐδῶ και χρόνια.

Ὡς Ἕλλην αἰσθάνομαι βαθύτατα προσβαλλόμενος ἀπό αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς ἀπόλυτες ἀνοησίες πού ἐπί αἰῶνες τώρα μᾶς ἔχουν «πλασάρει» καί τό «χριστεπώνυμον πλήρωμα» τίς ἔχει χάψει σέ σημεῖο πού νά θεωρῆ ὅτι ὁ ψευδεπίγραφος χριστιανισμός εἶναι ἡ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων.

Νά σημείωσετε παρακαλῶ θερμῶς ὅτι καμμία ἀπό τίς κύριες θρησκείες δεν εἶναι καλὐτερη ἤ χειρότερη. Ἡ ἑρμηνεία τῶν δῆθεν ἱερῶν βιβλίων διαφέρει (ἀπό ποῦ κι ὡς ποῦ εἶναι ἱερά βιβλία πού εγράφησαν ἀπό ἀνθρώπους; ) καί γίνεται αἰσθητή  ἡ διαφοροποίησις.

Σέ ἄλλη στιγμή θά επιχειρήσω νά σᾶς προβληματίσω ἀκόμη περισσότερο, με περισσότερα ἐπιχειρήματα και βαθύτερες σκέψεις, πρᾶγμα πού εἶναι ὁ οὐσιαστικός λόγος τῆς συγγραφῆς τῶν πονημάτων μου. Κανείς δέν ὑποχρεοῦται νά υἱοθετήση τίς ἀπόψεις ἤ θέσεις ἑνός συγγραφέως. Στόχος, σκοπός καί τέλος εἶναι ἡ πρόκλησις καί πρόσκλησις πρός τό πνεῦμα νά ἀφυπνισθῆ καί δραστηριοποιηθῆ.

Φτιάξτε μια Εἰρεσιώνη:

Πᾶρτε διάφανη κόλα, κόψτε την σέ κομμάτια, βάλτε σέ κάθε κομμάτι λίγες φακές, φασόλια, ρεβύθια, φάβα, κάστανα, ἀμύγδαλα καί καρύδια, δέστε το σἄν πουγκάκι μέ κόκκινη κορδέλα ἤ ὅ,τι ἄλλο χρῶμα θέλετε, στολῖστε τήν ἐληά μέ ἄσπρο καί κόκκινο μαλλί σἄν γιρλάντα, βᾶλτε μπαλίτσες καί λίγα λουλούδια, στηρῖξτε τό κλαδί μέ λίγο σύρμα καί ἔτοιμη ἡ Εἰρεσιώνη. Ἄς διδάξουμε τά παιδιά μας νά τήν κατασκευάζουν. (Ρένα Μ.)

Καλή Ἐπιτυχία! Καί τοῦ Χρόνου! 

Σημείωσις :    

Κότινος = αγριελαία – κοτινάς είναι ο καρπός του κοτίνου.

Κότινος ή Ειρεσιώνη – Κλάδος ελαίας στολισμένος με τούφες λευκού ερίου (μαλλιού) που έδιναν ακριβώς την εντύπωση του «βάμβακος».

«Είρια από ξύλου», «δενδρόμαλλον»

Cotton ή coton διεθνώς σημαίνει το βαμβάκι, βαμβακερόν κ.λ.π

Στην Γερμανική είναι Baum-Wolle .  Δηλαδή «έριον δένδρου«. Ο συνειρμός είναι εκ του Κοτίνου : «είρια από ξύλου».

Βιβλιογραφία:

  • Λεξικό Liddel & Scott, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών
  • Φινέα Γιορτές Αρχαίων Ελλήνων (περιοδικό ΙΧΩΡ, Γ. Λεκάκης)
  • Έλλην Λόγος – Πως η Ελληνική Γονιμοποίησε τον Παγκόσμιο Λόγο:  Άννα Τζιροπόυλου – Ευσταθίου