fbpx

«Bohemian Rhapsody»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σίνγκερ 
  • Με τους: Ράμι Μάλεκ, Λούσι Μπόιντον, Γκουίλουμ Λι, Μπεν Χάρντι, Τζόζεφ Μαζέλο
  • Διάρκεια: 134’
  • Διανομή: Odeon

Έπειτα από μια οδύσσεια ακυρώσεων, παραιτήσεις σκηνοθετών, αντικαταστάσεις ηθοποιών και μύριες σεναριακές αλλαγές, το biopic του επικού και πολυσχιδούς καλλιτέχνη Φρέντι Μέρκιουρι των Queen, επιτέλους, πήρε σάρκα και οστά στην μεγάλη οθόνη δια χειρός του έμπειρου, Αμερικανού σκηνοθέτη των «Συνηθισμένων Υπόπτων», των «X-Men 1 &2 & Αποκάλυψη», της «Επιχείρησης Βαλκυρία» και του «Superman: Η Επιστροφή», Μπράιαν Σίνγκερ. Η ταινία δεν είναι οι Queen, αλλά ο Φρέντι Μέρκιουρι (κατά κόσμο Φαρούκ Μπουλσάρα γεννημένος στην Ζανζιβάρη, από Ινδούς, Ζωροάστρες γονείς). Η σεναριακή αφετηρία της μονογραφίας του καλλιτέχνη ξεκινάει από την χρονική περίοδο του 1970 στο Λονδίνο, όταν ο Φρέντι είναι 24 χρόνων, καταλυτική στιγμή ως προς την γνωριμία του με τον κιθαρίστα Μπράιαν Μέι και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ, καταλήγοντας στην μεγαλειώδη εμφάνιση του συγκροτήματος στην θρυλική συναυλία «Live Aid» στις 13 Ιουλίου 1985 στο κατάμεστο αγγλικό, στάδιο Γουέμπλεϊ.

Τελειόφοιτος του Κολεγίου Τεχνών Ίλινγκ Άρτ του Δυτικού Λονδίνου και πρόσφυγας από την Ζανζιβάρη μαζί με τους γονείς και την νεώτερη αδελφή του, ο 24χρονος Φαρούκ (Ράμι Μάλεκ  – κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς!), που έγινε Φρέντι και το Μπουλσάρα το άλλαξε σε Μέρκιουρι, εργάζεται ως χειριστής αποσκευών στο αγγλικό αεροδρόμιο Χίθροου. Το ανήσυχο, καλλιτεχνικό του πνεύμα τον φέρνει να γνωριστεί με δυο ακόμα, ταλαντούχους, νεαρούς μουσικούς των αγγλικών live clubs, τον καθαρίστα Μπράιαν Μέι (Γκουίλουμ Λι –πολύ καλός) και τον ντράμερ Ρότζερ Τέιλορ (Μπεν Χάρντι – επίσης πολύ καλός) για να φτιάξουν μαζί την βάση του γκρουπ που ονομάστηκε «Queen», σχεδιάζοντας ό ίδιος το λογότυπο του συγκροτήματος, έχοντας στο σχήμα και τον μπασίστα Τζον Ντίκον (Τζόζεφ Μαζέλο – καλός). Η εκρηκτική, αισθησιακή, σκηνική παρουσία του Φρέντι, το ταλέντο του, η βαρύτονη, πρωτότυπη φωνή του, ο δυναμισμός του, η παράξενη υπερδοντία του (γεννήθηκε διαθέτοντας τέσσερις επιπλέον κοπτήρες στην οδοντοστοιχία του, που του χάριζαν το τονικό εύρος της μουσικής οκτάβας), οι Queen δεν άργησαν να δημιουργήσουν αίσθηση. Πριν την δημιουργία του λυρικού ροκ τραγουδιού «Bohemian Rhapsody», που έγραψε ιστορία στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, ο Φρέντι παντρεύεται την Μέρι Όστιν (Λούσι Μπόιντον – πολύ καλή), την γυναίκα που στάθηκε πλάι του με απέραντη αγάπη μέχρι το τέλος της ζωής του, παρότι είχαν χωρίσει και οι σεξουαλικές προτιμήσεις του Μέρκιουρι άλλαξαν, (άλλωστε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ο Φρέντι μετά την αποχώρηση του από τον κόσμο των ανθρώπων το άφησε στην αγαπημένη του Μέρι). Οι εξαιρετικού θεατρικού ύφους συναυλίες του γκρουπ σε όλο τον κόσμο, η επικοινωνία του με το κοινό, η φήμη και η δόξα με τα πρώτα τρία πετυχημένα άλμπουμ, για να φτάσει η στιγμή της ηχογράφησης του δίσκου που έγραψε εποχή: «A Night at the Opera» (1975) και το οπερατικό «Bohemian Rhapsody». Το συγκρότημα απομονώνεται σε ένα αγρόκτημα για να ηχογραφήσει τον δίσκο, που γίνεται μεγάλη επιτυχία. Οι αντιρρήσεις και οι διαμάχες με τους μάναντζερ και τους παραγωγούς, η σχέση του με την Μέρι και οι ερωτικές επιλογές, μαζί με τα οργιώδη πάρτι, τους αυλοκόλακες και την εμπλοκή με τα ναρκωτικά είναι ο διάκοσμος της ταινίας. Οι πρωταγωνιστές είναι τα συναισθήματα του καλλιτέχνη, η μοναξιά, το οικογενειακό του περιβάλλον, οι ερωτικοί του σύντροφοι, η ανασφάλεια, οι ευαισθησίες, το χιούμορ, το ταλέντο, το βάρος της δόξας, η διάλυση του γκρουπ, η μεγάλη του εσωτερική δύναμη, η επανένωση του συγκροτήματος, και τέλος το έιτζ. Σε όλα παρών ο Φρέντι Μέρκιουρι.

Ο σκηνοθέτης Μπράιαν Σίνγκερ κινείται έξυπνα στην ταινία. Η κινηματογραφική αφήγηση στην αρχή είναι ήρεμη, βατή, πλαισιωμένη με βιογραφικά στοιχεία (κάποια μικρά λαθάκια), για να φτάσει στο κρεσέντο οργανωμένο σε ένα εικοσάλεπτο φινάλε, εκεί στην μεγάλη συναυλία του 1985 στο Γουέμπλεϊ, με γύρισμα και σκηνές που σε ανατριχιάζουν σύγκορμο, γεμίζοντας τους δακρυγόνους πόρους σου με νερό εξιλέωσης. Έπειτα, το σενάριο (Άντονι ΜακΚάρτεν, Πίτερ Μόργκαν), λειτουργεί άκρως νοσταλγικά από την αρχή έως το τέλος- για αυτούς που έζησαν την εποχή της δόξας των Queen, αποδίδοντας εξαιρετικά την περίοδο και τις μουσικές τους – παράλληλα, όμως, ανοίγει ένα καλό, κινηματογραφικό λεύκωμα του Φρέντι Μέρκιουρι για να γνωρίσουν οι νεώτεροι τον καλλιτέχνη, αποφεύγοντας τις ακρότητες και δίχως υπερβάσεις. Δεν αποποιείται τον εσωτερικό κόσμο, τα πάθη και τις αδυναμίες του μεγάλου τραγουδιστή και όλα όσα τον δαιμόνιζαν, απλά δεν τα εκθέτει σε υπερβολικό βαθμό, που άλλωστε δεν υπάρχει λόγος, καθότι το ψυχογράφημα Μέρκιουρι βγαίνει αβίαστα από το φάσμα των συμπεριφορών του στην ταινία. Το να εστιάσει κάποιος επί τούτου στα ρωμαϊκά όργια που έστηνε, προσωπικά εκτιμώ, πως θα ήταν άκρατος λαϊκισμός και ο Μπράιαν Σίνγκερ είναι σοβαρός σκηνοθέτης. Το μοντάζ του Τζον Ότμαν είναι στακάτο και ο φωτογράφος Νιούτον Τόμας Σίγκελ μαζί με την διεύθυνση παραγωγής (Άαρον Χάι) κάνουν θαύματα, ειδικά στο τέλος με την εμφάνιση του Φρέντι στην συναυλία του live Aid το 1985.

Το φαινόμενο είναι ο πρωταγωνιστής Ράμι Μάλεκ, που σηκώνει αγόγγυστα το ερμηνευτικό βάρος και το εκτόπισμα της περσόνας Μέρκιουρι και σίγουρα θα βρίσκεται στην οσκαρική πεντάδα με μεγάλες πιθανότητες να κρατήσει το αγαλματίδιο στα χέρια του. Ο 37χρονος Αμερικανο-Αιγύπτιος ηθοποιός εισέρχεται καθολικά στην προσωπικότητα του Μέρκιουρι υφολογικά και κινησιολογικά. Πραγματικά πολύ δουλεμένος ο ρόλος, τόσο στην απόδοση των τραγουδιών που δεν τα ερμηνεύει ο ηθοποιός (φωνητικό μιξάζ του Μάλεκ, ενός Καναδού που μοιάζει η φωνή του στον Μέρκιουρι και ονομάζεται Μαρκ Ματέλ και του ίδιου του Φρέντι) όσο και στην αποτύπωση των συναισθημάτων του καλλιτέχνη. Ρόλος που θα στιγματίσει τον ηθοποιό από τούδε και στο εξής. Υπέροχος, αισθαντικός, υπερήφανος, αληθινός, εκθαμβωτικός… ο Ράμι Μέρκιουρι.