25 χρόνια «Coverdale –Page». Better than Zeppelin; Γράφει ο Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

Νάσος Καββαθάς

jokersbonus@yahoo.com

Εκείνες τις μέρες οι αγαπημένοι μου καινούργιοι δίσκοι ήταν: το «Coverdale Page» και το «Get a grip» των Aerosmith. Ήταν όταν οι αληθινοί, «επικίνδυνοι» GunsnRoses έπαιζαν στο Ολυμπιακό Στάδιο με support τον Brian May των Queen, (Μάϊος 1993). Στην αποκλειστική τηλεοπτική συνέντευξη με τον Brian May, όταν τον ρώτησα ποιοί είναι οι αγαπημένοι του δίσκοι εκείνες τις μέρες μου απάντησε: «..Ενθουσιάζομαι με τους καινούργιους δίσκους των Aerosmith και των CoverdalePage, για να ακούσω τι κάνουν, τι ανακάλυψαν..»

Jimmy Page

David Coverdale

Better than Zeppelin;   

Ανακαλύψτε λοιπόν μαζί μου το μοναδικό άλμπουμ που έπλασαν οι κύριοι David Coverdale (Deep Purple – Whitesnake) και Jimmy Page (Led Zeppelin) – ή ξεσκονίστε το αν το έχετε ξεχάσει σε κάποιο ράφι- ένα πλήρες αριστούργημα του είδους του, που επικοινωνεί με όλες τις βαθιές ρίζες πίσω του και κινείται αγέρωχα στο χρόνο. Το απόλαυσα ξανά, απανωτές φορές, κατά τη συγγραφή αυτού του αφιερώματος που συνέπεσε με τα 25 χρόνια από την κυκλοφορία του, 15 Μαρτίου 1993. Μια καταιγίδα με κεραυνούς από «θεούς» του Ροκ, που κυκλοφόρησε στην εποχή της μιζέριας του grunge και ακόμη ακούγεται γι’ αυτό που είναι και θάναι:  Bluesy-Rock-παθιασμένο – μυστήριο, «playful & deep», παιχνιδιάρικο και βαθύ.  Light & Shade. Ακόμη περισσότερο: θεωρώ ότι είναι το τελευταίο δείγμα δουλειάς τόσο υψηλής απόδοσης και υψηλών προδιαγραφών από κάποιους από την όλη σχολή του Classic Rock που αποτελούν οι «οικογένειες» Led Zeppelin, Deep Purple, Rainbow, Whitesnake και τα παρακλάδια τους. Δεν υπάρχει δευτερόλεπτο που να πέφτει κάτω. Ο Page δεν έχει ηχογραφηθεί ποτέ καλύτερα και είναι σε κορυφαία φόρμα. Ο Coverdale είναι σε ακόμη καλύτερη φάση.

Ναι, το θεωρώ καλύτερο από μερικά Led Zeppelin albums, από τα τελευταία. Και στέκει άνετα ισάξιο δίπλα στα monumental πρώτα 5 – 6 albums των Zep. Για να μη μιλήσουμε για την Live παρουσίαση, μη συγκρίνουμε, θα τραυματιστεί κανένας Robert, κανένας Plant.. Ίσο με Zeppelin (και Whitesnake) στα καλύτερά τους.  Ο καλύτερος δίσκος του Jimmy Page εκτός Zeppelin, με διαφορά. Και ένα διαμάντι πολλών καρατίων για τον Coverdale, τουλάχιστον ισάξιο με τα Deep Purple άλμπουμ, όπου είχε ξεκινήσει.

Το χρονικό της συνεργασίας

Τους έφερε σ’ επαφή ο παραγωγός John Kalodner το 1991, (που βρίσκεται πίσω και από το «Get a grip» των Aerosmith που προαναφέρθηκε), και αμέσως «δέσανε». Ο Coverdale στην κορυφή της διασημότητας του, αλλά και στην κορυφή των καλλιτεχνικών δυνατοτήτων του. Ο Page είχε κάνει ένα ψιλό-comeback, με το άλμπουμ «Outrider» μερικά χρόνια πριν (1988), με το οποίο δεν έγινε και κανένας χαμός -μέτριο υλικό, μέτρια αποδοχή – έτσι κι αλλιώς ο Page ασχολείται κυρίως με τη διαχείριση της κληρονομιάς των Led Zeppelin: κυκλοφορούσε και κυκλοφορεί Live, Best Of, Remasters των Zeppelin κι όλο προσπαθεί να «ψήσει» τον Robert Plant για reunion – από το ’80 και μετά το έργο είναι γνωστό: ο Jimmy θέλει – ο Plant κάνει τον δύσκολο και σπανίως ενδίδει. Μετά όμως απ’ αυτό το monument, το «Coverdale Page» album, ο Plant ενέδωσε με συνοπτικές διαδικασίες. «Βρε, θες να κάνουν κι άλλα και να χάσουμε την πατέντα;» Αλλά θα φτάσουμε κι εκεί. Να και ένας σημαντικός συνδετικός κρίκος: το περίφημο «Still of the night».

Όταν οι Zeppelin «δανειστήκανε βαριά» διάφορους bluesmen ή και συνεργάτες τους στα πρώτα 2-3 albums τους (Whole lotta love, Dazed and confused κ.α.) πως μπορεί να κατηγορήσει κάποιος τον Coverdale για μίμηση στο «Still of the night;» Στην τελική ανάλυση: όχι μόνο δεν έβλαψε τους Zep, ίσα-ίσα που τους έφτιαξε – και ας μην ξεχνάμε ότι στο ίδιο το παρόν κείμενο, εδώ, μιλάμε για τη λαμπρή συνεργασία του ίδιου του Page με τον κατηγορούμενο να παίζουν τελικά μαζί το «Still of the night», δίπλα σε όλα τα άλλα, Zeppelin και λοιπά.  Και μην ξεχνάμε, ο Coverdale εκείνες τις μέρες ήταν φρέσκος από «πλατίνες»: «Whitesnake 1987», «Slip of the tongue» και το όμορφο «Last note of freedom» στο soundtrack του box office hit «Days of Thunder» με τον Tom Cruise. Ακόμη περισσότερο: ήταν ένας last man standing εκείνη την εποχή o Coverdale, με όλο το παρελθόν του με τους Deep Purple – έχει συγγράψει και πει: «Mistreated», «Burn», «Soldier of fortune» κ.α., κορυφαίος blues-rocker. Πρέπει να επισημανθεί γενικά, ότι δεν υπάρχει κακό Whitesnake album, (κάποια απ’ τα παλιά είναι σχεδόν Deep Purple, με Jon Lord και Ian Paice μέσα), ακόμη και στα πρόσφατα άλμπουμ: υπάρχει ένα υψηλό standard ποιότητας στις δουλειές του Coverdale. (Εκτός αν δε σου αρέσει το classic rock, οπότε μάλλον ..είσαι σε λάθος κείμενο).

Με το album «Coverdale-Page», τότε, είναι που μπήκε οριστικά και αμετάκλητα στον Όλυμπο των μετρημένων στα δάχτυλα του Classic Rock. Ο Page απ’ την άλλη, βολεμένος στο παρελθόν του, είχε χρόνια να δώσει κάτι νέο, δημιουργικό, κάποια απ’ αυτά τα χρόνια είχε παρατήσει και τελείως την κιθάρα και πάλευε με καταθλίψεις και ναρκομανίες. Πάμε στα περιεχόμενα του αδάμαντος τώρα.

 

Και τώρα: βάλε να παίζει.

Το εξώφυλλο δείχνει ήδη το class. Η ταμπέλα της συμπόρευσης. Στο οπισθόφυλλο η ταμπέλα είναι καρφωμένη στο Φεγγάρι. Εκεί που φιλοδοξεί να σε πάει η μουσική μέσα. Πάμε: Shake My Tree: Καλωσήρθατε. Καταλάβατε ε; Δεν είναι αρπαχτή εδώ. Είναι masterclass! Σύνθεση, κιθάρες, φωνές, παραγωγή; Αστειεύεσαι; State of the Art. Δεν πα’  να’ ταν η μόδα το grunge  εκείνη την εποχή – εδώ έχουμε Zeppelin με Coverdale, Whitesnake με Page, and they mean business. Άλλη κλάση. Το ωραίο είναι ότι το δέσιμο των δύο συμπρωταγωνιστών είναι αρμονικό: ΔΕΝ είναι Zeppelin με Coverdale, ΔΕΝ είναι Whitesnake με Page. Και ναι: ΕΙΝΑΙ Zeppelin με Coverdale , ΕΙΝΑΙ Whitesnake με Page. Είναι αυτό που είναι: Δύο σπουδαίοι μουσικοί στο ύψος των δυνατοτήτων τους. Το Waiting On You είναι κι αυτό «εκεί πάνω»: Ό,τι καλύτερο περίμενες απ’ τους κυρίους.  Η φωνή του Coverdale γδέρνει -bluesy- καλύτερα από ποτέ και φτάνει όπου θες, διακοσμώντας σε όλα τα ενδιάμεσα επίπεδα. Αγαπημένο; Το έβγαλα στην κιθάρα και το τραγουδούσα από τότε στα live μου. Όπως και το επόμενο. 

 

Το εξώφυλλο του LP:  «Coverdale – Page», 15 Μαρτίου 1993 

Το οπισθόφυλλο του LP:  «Coverdale – Page», 15 Μαρτίου 1993 

 

Δε θα μπορούσε να υπάρχει κάτι λιγότερο σε μπαλάντα απ’ το «Take Me For A Little While», ήταν και το 2ο single, με το αρχοντικό του video clip. Η φωνή του Coverdale σε χαμηλό, ζεστό register, στο hit του δίσκου.

Επόμενο στο tracklisting είναι το «Pride And Joy», το 1ο single, με το εξίσου flashy video clip του. Ήδη έχεις μπει στο vibe του album. Η καλοπέραση συνεχίζεται με το ατμοσφαιρικό «Over Now» με τα χαρακτηριστικά break-tempos του και η πρώτη πλευρά του βινυλίου ολοκληρώνεται με το καταιγιστικό «Feeling Hot». (The boys are feeling hot tonight – fingers crossed they’ll get it right)  and they do, indeed.

 

Η δεύτερη πλευρά του δίσκου βινυλίου ανοίγει ιδανικά με το μυστηριώδες και σαγηνευτικό «Easy Does It». Οι ακουστικές κιθάρες δίνουν τη θέση τους σε απρόβλεπτες αλλαγές και μέσα σε μια ορχηστρική διάθεση. Είναι ένα από τα ‘deep cuts’ του album. Κι αν πέσανε μερικές Zep σταγόνες παραπάνω, η ισορροπία δε χαλάει και ο classic rock παράδεισος στα ηχεία σου θα σταματήσει να υφίσταται μόνο όταν τελειώσει το album.

 

To «Take A Look At Yourself» είναι το Whitesnake κομμάτι, το πιο απλό ας πούμε, ξεκούραστο κομμάτι του album. Δεν άκουσα ποτέ να χαλάστηκε κανείς, μια χαρά τραγούδι είναι.

Το «Dont Leave Me This Way» ήταν λέει απ’ τα πρώτα κομμάτια που παίξανε οι δυο τους μαζί. Ένας σπαραξικάρδιος blues-rock ερωτικός οδυρμός, θεατρικό, με τον Coverdale ένα βήμα πιο πέρα – δεν υπάρχει σταθερή μελωδία, είναι μια τραγουδισμένη διήγηση – κοινώς, ο Coverdalle ζωγραφίζει: Ο καλύτερος blues rock βοκαλίστας εν δράσει. (σ’ ένα βίντεο από τις πρόβες τους φαίνεται ξεκάθαρα ότι πρόκειται για κομμάτι που ξεκίνησε απ’ τον Coverdale, αλλά βέβαια ο Page προσέθεσε τα πλείστα με τη μαεστρία του).

Ένα deep cut κι αυτό, όπως και το επόμενο, το «Absolution Blues»: Ατμοσφαιρική εισαγωγή και μετά φεύγει σφεντόνα, (με αυτό άνοιγαν τα live τους), μεγαλειώδες κι αυτό σε όλα του. Όπως και το τελευταίο κομμάτι του album, το «Whisper A Prayer For The Dying» και τον βαθύ, βαρύ του στίχο: «Αν είναι να κατηγορήσω για υποκρισία τους κυρίους -ότι ανησυχούν και πονούν για τα προβλήματα του κόσμου- τότε πρέπει πρώτα να ξεκινήσω από μένα και εσένα κι οποιονδήποτε ενδιάμεσα». Επικός επίλογος ενός ασύγκριτου album.

Αλλά δεν τελειώσαμε. Υπάρχουν 3 ακυκλοφόρητα bonus tracks που τα είχανε για b’ sides ή οτιδήποτε. Διαρρεύσανε: το «Good Love» είναι φανταστικό – θα προτιμούσα ακόμη και να έπαιρνε τη θέση του «Take a look at yourself» στο κανονικό album. Κοφτή ροκιά, στο ύψος των περιστάσεων, ακόμη και για single θα μου άρεσε. Το «Saccharine» είναι εξίσου δυνατό με οτιδήποτε άλλο Coverdale-Page. To 3ο έχει τον τίτλο «Southern Comfort», είναι κι αυτό ένα κλικ καλύτερο από την κλάση b’side, μιλώντας βέβαια στο πλαίσιο του ήδη υψηλού επιπέδου. Διάχυτο class δηλαδή και στα ακυκλοφόρητα – b’ sides, που ’ναι καλύτερα κι από βασικά κομμάτια άλλων δίσκων ή άλλων καλλιτεχνών. Ο δίσκος δικαίως έσκισε: Top-5 US, Top-4 UK, κορυφαίες θέσεις και αλλού στον κόσμο. Μερικά εκατομμύρια σε πωλήσεις. Success.

Η περιοδεία

Ωϊμέ, τι χάσαμε! Μόνο 7 ημερομηνίες κι αυτές στην Ιαπωνία, τότε, Δεκέμβριος του 1993. Προετοιμάστηκε αμερικάνικη περιοδεία αλλά δεν έγινε ποτέ – ευρωπαϊκή δε συζητήθηκε καν. Λάθος των διοργανωτών θεωρώ. Ή ποιός ξέρει τι δεσμεύσεις είχανε, συμβόλαια κλπ. Για κάν’ τε μια βόλτα στο Youtube, υπάρχουν videos από τις συναυλίες στην Ιαπωνία: O Page στην καλύτερη φόρμα ever, η μπάντα: Tony Franklin (Bass) , Denny Carmassi (Drums), Brett Tuggle (Keyboards) σφιχτοδεμένοι όλοι τους, κι ο Coverdale στην κορυφή των δυνατοτήτων του λέει τα Zeppelin όπως δεν τα είπε ΠΟΤΈ ο Plant. Π-Ο-Τ-Ε. To setlist περιείχε σχεδόν όλο το album C-P (8 κομμάτια – μόνο το Whisper a prayer for the dying δεν είχε), 7 Ζeppelin, (6 στην ουσία – μόνο το intro του Out in the tiles παίζεται ως εισαγωγή του Black Dog), 3 Whitesnake και 1 Yardbirds(μόνο το intro του White summer). Δηλαδή: Black Dog, Kashmir, Still of the Night, Here I go again, κ.α. στο ίδιο setlist.

Ο Plant, (που, όπως εκτιμώ, η τελευταία φορά που τραγούδησε καλά ήταν γύρω στο 1973, max), τους κορόιδευε και τους ειρωνευόταν στις συνεντεύξεις της εποχής, για να βάλει ευθύς αμέσως την ουρά στα σκέλια και να ξανασυνεργαστεί με τον Page, (που για μοναδική φορά, τότε, τον τύλιξε με 5ετές συμβολαιάκι), για το «Unledded Mtv Unplugged» (1994) που αξίζει λόγω των extra ανατολιτών και αιγυπτίων μουσικών που επιστρατεύτηκαν σ’ αυτές τις ethnic decorated διασκευές σε κομμάτια των Zeppelin. Αξιόλογη δουλειά βέβαια, όπου και πάλι ο Plant είναι ο αδύναμος κρίκος αφού δεν έχει πια φωνή εδώ και αιώνες πια. Υπάρχει μάλιστα μία live εκτέλεση του «Shake my tree» (κομμάτι του album Coverdale-Page) από συναυλία Page-Plant όπου ο Plant σέρνεται αξιολύπητος. Δεν μπορεί να το πει. Δες τον Coverdale φιλαράκι πως ξέσκισε τα Zeppelin στην Ιαπωνία την προηγούμενη χρονιά. Μάλιστα, το impact της επιτυχίας του Coverdale-Page έφερε τον Page στην πλεονεκτική θέση να δέσει τον μουγκοθόδωρα (με το συμπάθιο δηλαδή!) Plant, ώστε μετά το «Unledded» κάνανε και studio album! To σχεδόν τρισάθλιο «Walking into Clarksdale», ως Jimmy Page – Robert Plant κουρασμένο, υποτονικό, βαρετό, πήρε και στημένο grammy, πανάθεμα τη γελοιότητά τους, «best hard rock performance», (1999). Ντροπή. Σιγά μην το θυμάται και κανείς. Κι αν το θυμηθεί κανείς για να συρθεί στην πιο φτηνή zeppeliνοσταλγία, πάντα θα υπάρχει η ανώτερη επιλογή της ακρόασης του Coverdale-Page album, to see and hear how it’s done. Κι ας ρίξει και μια ματιά στο «Live at Nagoya Osaka 1993», να δει τι έχασε ο Rock κόσμος: τον Page να παίζει καλύτερα απ’ ότι έπαιξε ποτέ στους Zeppelin και τον Coverdale στα μεγαλειώδη του. Ο Coverdale μετά το «C- P» κινήθηκε πιο ξεκούραστα, συνέχισε να βγάζει καλούς δίσκους, βγάζει ακόμα. Επέστρεψε δυναμικά και στα συναυλιακά από το 2003 με καλούς μουσικούς αλλά δυστυχώς: στην πορεία έχει φύγει μεγάλο μέρος της φωνητικής  γκάμας και δεξιοτεχνίας στα live – κάτι που βγάζει γκρίνια σε κάποιους φανς.. Πραγματικά, ο καλύτερος Coverdale που έχω δει και ακούσει στη ζωή μου είναι εκεί, στα videos από την γιαπωνέζικη περιοδεία Coverdale-Page. Και το album τους είναι ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα για να ανακαλύπτεται στο μέλλον ξανά και ξανά. Timeless. Μοναδικό!