fbpx

Η ηθοποιός Ορνέλα Καπετάνι συζητάει με τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«… Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον».

Υπάρχει ένα αδιόρατο, μα, καταλυτικό συστατικό σε ορισμένους ερμηνευτές της υποκριτικής τέχνης που διαφοροποιεί την θέση τους από τους υπόλοιπους, τόσο στον ρόλο, όσο και στον χώρο που είναι τοποθετημένοι για να τον αποδώσουν. Ο εντοπισμός αυτού του συστατικού είναι μια διαδικασία, κάτι σαν ιεροτελεστία ας πούμε, που λίγο έως πολύ την διαθέτουν οι προσεκτικοί θεατές της τέχνης.

Παρακολουθείς μια καλή θεατρική παράσταση και η ερμηνεία του ηθοποιού στο σανίδι είναι καταιγιστική σε τέτοιο βαθμό, που πολιορκεί ανελέητα τις αισθήσεις σου με σκοπό να σε κατακτά καθολικά. Ο ρόλος μπορεί να μοιάζει απλός σε πρώτη ανάγνωση, αλλά η εκπέμπουσα εκφραστική δύναμη του «υποκριτή» επί σκηνής πολλαπλασιάζει ευεργετικά το απλό για να το παραδώσει θριαμβευτικά στον προορισμό του μαγευτικού. Το ίδιο συμβαίνει και στην 7η Τέχνη, με την διαφορά από αυτής του θεάτρου, ότι μια κινηματογραφική σκηνή έχει την δυνατότητα των πολλών γυρισμάτων έως ότου ο σκηνοθέτης και ο ηθοποιός να αποκομίσουν το άριστον της απόδοσης. Είναι κι αυτό μια επώδυνη διαδικασία. Παρά ταύτα η αξία του καλού ηθοποιού, είτε συστήνεται θεατρικά, είτε από το άσπρο πανί δεν αλλοιώνεται ούτε χιλιοστό της μοίρας και, φυσικά, παραμένει σταθερά ακλόνητη. Έτσι κινήθηκε και το ενδιαφέρον για την ηθοποιό Ορνέλα Καπετάνι.

Κινηματογραφικά την πρωτοείδα το 2008 σε δυο ελληνικές παραγωγές. Αρχικά, στην ταινία  του Σωτήρη Γκορίτσα, «Παρέες», με ένα εντυπωσιακό full cast Ελλήνων ηθοποιών, όπως ο Βαγγέλη Μουρίκης, ο Ιεροκλής Μιχαηλίδης, ο Ερρίκος Λίτσης, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Γιώργος Γιαννακόπουλος, ο Μάκης Παπαδημητρίου και η Μαρία Πρωτόπαππα. Την ίδια χρονιά συμμετείχε και στην ταινία του Θάνου Αναστόπουλου «Διόρθωση» (Correction), δίπλα στον ηθοποιό Γιώργο Συμεωνίδη. Η ταινία ταξίδεψε με επιτυχία εκτός των ελλαδικών τειχών και έφερε την Ορνέλα Καπετάνι να κρατήσει στα χέρια της το βραβείο της «Καλύτερης Ηθοποιού» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Δυρραχίου. Η ταινία του Αναστόπουλου εκπροσώπησε, επίσης, την Ελλάδα στους ξένους υποψηφίους Oscar Contenders το 2008. Η επιτυχημένη πορεία της ηθοποιού ήταν πλέον προδιαγεγραμμένη.

Το 2012 πρωταγωνιστεί στην ταινία «Η Κόρη» και πάλι στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Θάνος Αναστόπουλος. Η ίδια δύναμη, το αποφασιστικό βλέμμα, η ίδια σαρωτική παρουσία και το συστατικό της διαφορετικότητας της να φωτίζει πλέον απροκάλυπτα κάθε πτυχή της Τέχνης της. Για να φτάσουμε στο σύγχρονο δράμα με τον τίτλο «Ξεκίνημα της Μέρας» (Dita zë fill  / Daybreak), που παίζεται στους ελληνικούς κινηματογράφους. Η ταινία είναι το κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Τζεντιάν Κότσι και ακόμα ένα βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο προσφέρεται αβίαστα στην πρωταγωνίστρια Ορνέλα Καπετάνι.  

Πριν ξεκινήσουμε την συζήτηση μας να σας συστήσω την ηθοποιό. Γεννήθηκε στους Αγίους Σαράντα και το 1991 μαζί με τους γονείς και την αδελφή της μεταναστεύει στην Αθήνα. Συνεχίζει το σχολείο στην Αγία Παρασκευή και παίρνει το απολυτήριο της από το λύκειο της Νέας Ιωνίας. Ολοκληρώνει τις θεατρικές σπουδές το 2004 στη Δραματική σχολή «Αρχή» της Νέλλης Καρρά και ξεκινάει να πρωταγωνιστεί στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Το 2007 αναχωρεί από την Ελλάδα και με προορισμό το Λονδίνο φοιτά στο Royal Central School of Speech and Drama και αποκτά ΜΑ στη Δραματοθεραπεία. Στην αγγλική πρωτεύουσα διαμένει έως το 2016, συμμετέχοντας σε θεατρικές παραστάσεις, ενώ τα δυο τελευταία χρόνια κατοικεί μονίμως στο Μόντρεαλ του Καναδά.

Με την χρήση της τηλεφωνικής συσκευής η θεόρατη απόσταση της βραδινής ευρωπαϊκής Αθήνας και του πρωινού Μόντρεαλ της αμερικανικής ηπείρου εκμηδενίστηκε, οπότε η συνάντηση μας με την Ορνέλα Καπετάνι έλαβε πνοή και λόγο.

Διαμένετε και συγχρόνως ταξιδεύετε συχνά στο εξωτερικό, κα Καπετάνι λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Τα κοινωνικά στιγμιότυπα, οι εικόνες που συλλέγετε και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, μοιάζουν μεταξύ τους; Για να χρησιμοποιήσω ως σημείο επαφής και σύγκρισης την Λέτα, που υποδύεστε στην ταινία, είναι το ίδιο δύσκολες οι συνθήκες επιβίωσης για μια νέα γυναίκα μόνη με παιδί στις χαρακτηρισμένες «πολιτισμένες» χώρες; 

Οι βασικές, πολύ συχνά, οι ανώτερες  ανάγκες όλων μας παραμένουν κοινές ανεξάρτητα από την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Αυτό που αλλάζει δραματικά είναι το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούμε και διεκδικούμε την πλήρωση αυτών των αναγκών. Για να επιστρέψω στο παράδειγμα της Λέτας, η έλλειψη επιλογών και η ανάγκη επιβίωσης της, στο συγκεκριμένο περιβάλλον την οδηγούν στα άκρα.  Έχω τη αίσθηση, ότι στις πιο «πολιτισμένες» κοινωνίες γίνεται – και απαιτείται επίσης-  μια προσπάθεια διαφύλαξης της ανθρώπινης υπόστασης, είτε μέσω των κρατικών, είτε των κοινωνικών – εθελοντικών  πρωτοβουλιών. Οι δίκες μας υστερούν στη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρεπείας. Επίσης, αυτό που στο εξωτερικό παρατηρώ είναι, παρότι οι βασικές, κρατικές δομές λειτουργούν με κάποια επάρκεια, ο εθελοντισμός εξακολουθεί να  είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος, αποβλέποντας στην συμπληρωματική και συχνά ποιοτικά αναβαθμισμένη παροχή υποστήριξης.

Από το 2003 έως σήμερα, εκτός των καλλιτεχνικών σας δραστηριοτήτων, είστε και ενεργό μέλος του Ευρωπαϊκού Δικτύου Γυναικών. Στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης, όλων των πεδίων για να αναφερθούμε αποκλειστικά στην Ευρώπη, η θέση της γυναίκας ποιόν σημαντικό ρόλο θα επωμιστεί, ώστε να μετασχηματίσει την υπάρχουσα άρνηση;

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Γυναικών δραστηριοποιείτε χρόνια με την παροχή βοήθειας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική σε θύματα βίας, ενδοοικογενειακής βίας και σωματεμπορίας, είτε πρακτική, είτε ψυχολογική. Ήταν πραγματικά καθοριστική η ενασχόληση μου με το Δίκτυο κι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα διαμόρφωση μου. Ήρθα αντιμέτωπη με γυναίκες που είχαν χάσει πραγματικά τα πάντα. Η άρνηση πιστεύω είναι συνδεδεμένη με τον φόβο. Αρνούμενοι τις αδυναμίες μας, μαθαίνουμε να είμαστε σκληροί με τον κόσμο. Μ ’αύτη την έννοια σκληραίνει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας. Η αλλαγή του κλίματος δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση, πρέπει να αντιμετωπιστεί από όλους μας, είτε γυναίκες είτε άντρες. Οι ατομικές μας πράξεις και οι επιλογές μας είναι αποτέλεσμα σκέψεως και διεργασιών, που υπερβαίνουν σε σημαντικότητα το φύλο του καθενός.

Είστε της άποψης, ότι η παιδεία ενός ανθρώπου εκπορεύεται από την οικονομική κατάσταση της χώρας που ζει;

Σε έναν μεγάλο βαθμό ναι. Ασφαλώς και οι βασικές αρχές της παιδείας και της συμπεριφοράς είναι σημαντική ευθύνη της οικογένειας, όμως εξίσου σημαντική είναι και η κοινωνική επιρροή που δέχεται σε όλους τους χώρους που ζει και μαθαίνει ένα μικρό παιδί.  Η παιδεία ενός ανθρώπου είναι η συλλογή των δεξιοτήτων που έχει αποκτήσει, αλλά επίσης και οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει στο περιβάλλον του.  Η οικονομική ευμάρεια δεν είναι προϋπόθεση μιας καλής παιδείας, όμως σίγουρα έχει επιρροή στις ευκαιρίες που προσφέρονται.

Πόσο σημαντικές είναι οι μνήμες για εσάς, κα Καπετάνι; Όταν εννοώ μνήμες δεν αναφέρομαι μόνο στις ιστορικές, αλλά στις μνήμες της οικογένειας, του άμεσου περιβάλλοντος, των οικείων ανθρώπων, των αναμνήσεων που σμιλεύουν όνειρα. Ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει την ζωή του δίχως μνήμες;

Μνήμη είναι η συλλογή εμπειριών, σωματικών και συναισθηματικών. Η μνήμη ορίζει την τωρινή υπόσταση ενός ανθρώπου ως ο συνδυασμός αυτών των εμπειριών. Υπό αυτή την έννοια ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την μνήμη. Ακόμη και ένα νεογνό έχει κωδικοποιημένη μνήμη και γνώση. Όμως, είναι σημαντικό να μην βλέπουμε την μνήμη ως κάτι ντετερμινιστικό και στατικό. Η μνήμη εξελίσσεται, μεταλλάσσεται και κάθε μας ενέργεια στο παρόν έχει την δυνατότητα να επηρεάσει το μέλλον μας.  Η μνήμη σε μεγάλο βαθμό θα ορίσει τις ενέργειες μας και τις αποφάσεις που θα πάρουμε στο μέλλον.

Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 2017

«Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε σαν κοινωνία κι άνθρωποι με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση»

Από την ταινία ΤοΞεκίνημα της Μέρας

Στην ταινία του Τζεντιάν Κότσι, «Το Ξεκίνημα της Μέρας» (Daybreak), που προβάλλεται αυτές τις ημέρες στην Ελλάδα, υποδύεστε την 30χρονη, Αλβανή Λέτα, μάνα ενός μωρού αγοριού, που την κατατρέχουν όλα τα κακά της μοίρας. Είναι ανέστια, άφραγκη, δίχως σύντροφο και σε part time ενασχόληση φροντίζει μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα την Σοφία (ερμηνεύει μοναδικά η Σουζάνα Πρίφτι) με επιθυμία να εγκαταλείψει τα γήινα και να ξεκουραστεί από το βάσανο της αρρώστιας, του ψυχικού και του σωματικού πόνου. Κάποια στιγμή ζητάει από την Λέτα να τερματίσει την ζωή της και η γυναίκα αρνείται γιατί έχει ανάγκη την δουλειά. Στο παρελθόν η Λέτα, όπως μας αφηγείται η ίδια, το είχε επιχειρήσει στο νοσοκομείο που εργαζόταν και αυτή την ενέργεια την πλήρωσε με το χάσει την δουλειά της. Τι σημαίνει για εσάς ανθρώπινη ζωή, κα Καπετάνι, και ποια θεωρείτε, πως είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι της;

Η ευθύνη της ζωής είναι πρωταρχικά ατομική και εγωκεντρική.  Είναι όλα, πολύ πιο εύκολα όταν ο μόνος για τον οποίο αποφασίζεις είναι ο εαυτός σου. Η ευθύνη μιας μητέρας για την επιβίωση του παιδιού της είναι συντριπτική. Πόσο ένοχη είναι σήμερα η μάνα Λέτα, που κρατάει κρυφό τον θάνατο της ηλικιωμένης, με σκοπό να εισπράττει την σύνταξη της για να ζήσει η ίδια και το παιδί της; Ποια είναι η ατομική της ευθύνη και ποια είναι η συλλογική ευθύνη μιας κοινωνίας που εξαθλιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη σε αυτό το  βαθμό;

Ο ρόλος της Λέτα είχε δυσκολίες για εσάς;

Η Λέτα βιώνει πολύ έντονες δυσκολίες. Απειλείται η ύπαρξη της και του παιδιού της, φοβάται την επόμενη μέρα. Πρέπει να δαμάσει την συναισθηματική της φόρτιση και να δράσει αποφασιστικά ακόμα και αδίστακτα. Η Λέτα, όσο περνούν οι μέρες και οι καταστάσεις γύρω της δυσκολεύουν, δείχνει να αποκόπτεται σε έναν βαθμό από τον φόβο αλλά και όποιους δισταγμούς. Το κύριο ζητούμενο για εμένα ήταν η απόδοση αυτής της δυναμικής με έναν τρόπο που επιτρέπει τη συμβίωση του φόβου με την δράση. Η Λέτα σε κανένα σημείο δεν σταμάτησε να φοβάται αλλά επίσης και δεν δίστασε να προχωρήσει με το πλάνο της. Ήταν σημαντικό για εμένα να αποδώσω αυτό το δίπολο των συναισθημάτων όχι στα άκρα τους, αλλά ως μια διαρκή κίνηση από την μια πλευρά στην άλλη χωρίς ξεκάθαρα όρια μεταξύ τους. Έτσι πιστεύω, ότι επιτρέπεις και στον θεατή να προσδιορίσει μόνος του την μέση και τα άκρα για να αποφασίσει ο ίδιος πόσο κοντά ή πόσο μακριά από αυτά είναι η Λέτα.

Σε ποιους δρόμους διαβλέπετε, ότι θα οδηγηθεί η Τέχνη του θεάτρου και του κινηματογράφου την ζοφερή περίοδο της διάλυσης των ανθρώπινων αξιών που διανύουμε; Θέατρο και σινεμά θα ακολουθήσουν τις γλιστερές οδούς της απλής καταγραφής γεγονότων και καταστάσεων ή θα ορμήσουν δυναμικά στην μάχη των υπερβάσεων, παρουσιάζοντας λύσεις;

Η τέχνη θα αντανακλά αυτό που είμαστε ως κοινωνία κι άνθρωποι, με σκοπό να οδηγηθούμε στη όποια διαφώτιση. Η ιστορία μας έχει πολλά σκοτεινά κεφαλαία χωρίς αυτό να είναι ενδεικτικό της υποβάθμισης μας. Πιστεύω, ότι ο σκοπός του θεάτρου και του κινηματογράφου δεν είναι για να δώσει λύσεις, αλλά για να προβληματίσει. Μερικές φόρες καταφέρνει να γεννά ερωτήσεις που οδηγούν σε λύσεις, άλλες πάλι φορές παραμένει στη καταγραφή.

«…Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών, αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα»

Ποιο ήταν το κύριο ερέθισμα, ο λόγος ας πούμε, που σας ώθησε να ασχοληθείτε με την υποκριτική, το θέατρο και τον κινηματογράφο; Ήταν κάποια ταινία, κάποιος ηθοποιός ή σκηνοθέτης;

Στη κομουνιστική Αλβανία για κάποιο λόγο ήταν αποδεκτό το Bollywood, κι έτσι θυμάμαι στη τηλεόραση το «Mother India». Είχα εντυπωσιαστεί τόσο ως παιδί, που για πολλά χρονιά μου είχε εντυπωθεί έντονα η εικόνα αυτής της μάνας. Δεν θυμάμαι να αποφάσισα να γίνω ηθοποιός, αλλά όταν βρέθηκα στη δραματική σχολή, φαινόταν σαν να ήταν η μόνη επιλογή.

Ποια είναι η κινηματογραφική σχολή ή η χώρα που θαυμάζετε για το σινεμά της και θα θέλατε να συμμετέχετε σε ταινία της; Υπάρχει κάποιος σύγχρονος σκηνοθέτης, που ψιθυρίζετε, δροσερά μέσα σας: «ναι, θα ήθελα να σταθώ απέναντι από τον κινηματογραφικό φακό του!»

Έχω μια μικρή εμμονή με τον Μάικ Λι, όταν πρωτοείδα την Μπρέντα Μπλέθιν στο «Μυστικά και Ψέματα», δονήθηκα. Με τάραξε η εσωτερικότητα της κι ο συναισθηματικός της πλούτος. Θαυμάζω πολύ τέτοιου είδους δημιουργία. Το αν θα ήθελα να βρεθώ αντιμέτωπη με το φακό του, δεν τολμώ καν να το σκεφτώ…

Την τελευταία δεκαπενταετία το βαλκανικό σινεμά σερβίρει φρέσκιες, «ψαγμένες» κινηματογραφικές παραγωγές και παρότι τα τεχνικά μέσα είναι οριακά, στα διεθνή φεστιβάλ πολλές ταινίες από την Ρουμανία, τα Σκόπια, την Αλβανία, την Ελλάδα, την Σερβία κατακτούν πρώτες θέσεις στα μεγάλα βραβεία. Η φαντασία, η όρεξη, το σθένος, η «ψυχούλα», όπως λέμε υπάρχει. Πόση δουλειά χρειάζεται ακόμα σε ποσότητα και ποιότητα παραγωγής για να ανεβεί ψηλότερα ο πήχης, αφού γνωρίζετε και εσείς, πως για να κινηθεί σωστά η συγκεκριμένη Τέχνη το μέσον είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα. Οι εύρωστοι οικονομικά πολίτες της χώρας σας επενδύουν στην τοπική, κινηματογραφική παραγωγή; Στην Ελλάδα, πάντως τα πράγματα είναι κάτι περισσότερο από σκούρα. Στην Αλβανία;

Η ανάγκη μας για δημιουργία δεν θα παύσει ποτέ. Με ή χωρίς χρήματα αυτοί που έχουν ανάγκη να  δημιουργήσουν θα βρουν τον τρόπο να το κάνουν.  Θα ήταν ευτυχία να υπέχουν ιδιώτες στην στήριξη των τεχνών αλλά δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει τώρα.

Μετά το δυνατό «Το Ξεκίνημα της Μέρας», που σας χάρισε το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Σαράγεβο, ετοιμάσατε με την Στέλλα Θεοδωράκη στην σκηνοθεσία την ταινία «Free Subject». Τα σχέδια σας στην συνέχεια πού οδηγούν;

Η συνεργασία με την κα Θεοδωράκη ήταν πολύ ευτυχής συγκυρία. Την ευχαριστώ πολύ που με συμπεριέλαβε στη ταινία και μου δόθηκε η ευκαιρία  να συνεργαστώ με μια πληθωρική και χαρισματική δημιουργό.

Τα σχέδια στο άμεσο μέλλον προβλέπουν μελομακάρονα κι χριστουγεννιάτικο δέντρο με τον γιο μου.

Οινογνωσία, Βιβλιογνωσία, Γαστρονομία στο «Poems n’ Crimes» των Εκδόσεων Γαβριηλίδης

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Το Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018, θα πραγματοποιηθεί η νέα οινογνωσία-βιβλιογνωσία-γαστρονομία στο «Poems n’ Crimes» των Εκδόσεων Γαβριηλίδης, στο χώρο που έχει φιλοξενήσει τη σειρά αυτών των εκδηλώσεων για τέσσερα χρόνια.

Ο οινολόγος Παναγιώτης Κορνιώτης θα παρουσιάσει τρία εξαιρετικά κρασιά, την Ποικιλία Βιδιανό (Παραγωγός Σίλβα Δασκαλάκη), την Ποικιλία Λημνιό (Παραγωγός Πόρτο Καρράς) και την Ποικιλία Μούχταρο (Παραγωγός Κτήμα Μουσών).

Δημιουργίες μεγάλου κόπου και μόχθου από Έλληνες παραγωγούς, που κατάφεραν να ξαναζωντανέψουν πολύτιμες παλιές ποικιλίες.Θα συνοδευτούν από πιάτα, ειδικά εμπνευσμένα για να ταιριάζουν στα κρασιά από τον σεφ Κοσμά Γιαννούκο.

 

Η συμμετοχή της βιβλιογνωσίας θα βασιστεί στο έργο του μεγάλου ποιητή της αρχαίας Ελλάδας, Όμηρου, του οποίου οι αναφορές στο κρασί είναι πολλές και πασίγνωστες.

Γι΄ αυτά θα μιλήσει ο σπουδαίος ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας.

Οίνος, γαστρονομία και βιβλίο σε μια ακόμη ιδιαίτερη και απολαυστική συνάντηση.

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018, Ώρα 21:00 στο «Poems n’ Crimes» των Εκδόσεων Γαβριηλίδης

Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι (60 μέτρα από το μετρό), τηλ.210-3228839

Τηλέφωνο για κρατήσεις θέσεων 2103228839, εσωτ. 201.

Κόστος συμμετοχής 25 ευρώ το άτομο.

Η παράσταση «Σήμερα Ξύπνησα Παιδί…» βασισμένη σε έργα του Έρμαν Έσσε

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

 «Ό, τι για έναν άνθρωπο είναι θησαυρός, στον άλλον ηχεί σαν τρέλα» (Έρμαν Έσσε)

2ος χρόνος στο θέατρο «FAUST». Από 1ηΔεκεμβρίου η παράσταση θα είναι κοντά σας το Σάββατο στις 18:00

Ένα παιδί έρχεται στον κόσμο. Το αιώνιο ερώτημα, που ταλανίζει τις ψυχές των ανθρώπων «πού βρίσκεται τελικά  η ευτυχία;» έρχεται να θέσει ο μικρός Αύγουστος, μια απορία που διχάζει ένα παιδί, το οποίο αγνοεί τα δεινά αλλά και την χαρά που του επιφυλάσσει η ζωή. Σαν από μηχανής θεός, εμφανίζεται ο νονός του παιδιού και ζητά από την μητέρα του να κάνει μία και μόνο ευχή για τον  γιο της, την οποία και πραγματοποιεί.

Όλοι αγαπούν τον Αύγουστο και νιώθουν μια περίεργη έλξη όταν βρίσκονται κοντά του. Όταν ο Αύγουστος μεγαλώνει, γνωρίζει μια άσωτη ζωή επιθυμιών, ηδονών, δίχως όνειρα, με παροδικά σχέδια, τα οποία για έναν παράδοξο λόγο δεν μένουν ανεκπλήρωτα. Είναι όμως ευτυχισμένος; Μήπως αυτή η ζωή, δίχως όρια, που κάνει, δεν είναι η ευτυχία, αλλά η οδυνηρή παραπλανητική πραγματικότητα;

Το λουλούδι που άνθισε στην ψυχή αυτού του παιδιού, θα μαραθεί και ίσως τότε καταλάβει πως  η αληθινή ευτυχία δεν βρίσκεται στην αγάπη και τον θαυμασμό που εισπράττει από τους συνανθρώπους του, αλλά στην αγάπη που εκείνος τους παραχωρεί.

Η θεατρική ομάδα Αντιστροφή, τον Ιανουάριο – Μάρτιο του 2018 παρουσίασε με μεγάλη επιτυχία,  στο Faust Theatre Bar, τα σημαντικότερα έργα του Έρμαν Έσσε, τα οποία συσσώρευσε και τα τοποθέτησε σε ένα αδιάσπαστο θεατρικό δρώμενο, το «Σήμερα Ξύπνησα Παιδί»

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ομάδα Αντιστροφή

Σκηνοθετική Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Μουταφτσής

Πρωτότυπη Μουσική: Αθηνά Ξανθάκου

Φωτογραφία: Σπύρος Περδίου  

Σκηνικά: Νάσια Πλέτση

Πρωταγωνιστούν: Δανάη Καρρά, Κύρα Καρυτινού, Φιλίππα Σκούρτη, Αλεξία Στολιδάκη

Επικοινωνία : Άντζυ Νομικού ( APriori )

Διάρκεια Παράστασης: 90’ χωρίς διάλλειμα

Από 1η Δεκεμβρίου και κάθε Σάββατο 18:00 στο FAUST

 Σάββατο 10€ κανονικό και 5€ άνεργοι, φοιτητικό, αμεα

Προπώληση : https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-theatro-faust/simera-ksipnisa-paidi/

Θέατρο FAUST: ( Καλαμιώτου 11, Αθήνα)

Τηλ: 2103234095

Συναυλία κλασικής μουσικής υπέρ των παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια: «Από τον Μόλυβο για την Φλόγα!»

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Ανατέλλοντα αστέρια της Ευρώπης στην συναυλία του Φεστιβάλ Μολύβου υπέρ του Συλλόγου «Φλόγα», στην Αθήνα το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018 και ώρα: 20:30

Το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου, στην Λέσβο, είναι γνωστό για το πάθος και την ενέργεια των ερμηνευτών που συμμετέχουν σε αυτό. Κάθε καλοκαίρι νεαροί δεξιοτέχνες, ανατέλλοντα αστέρια από διάφορα μέρη του κόσμου, συμπράττουν δίνοντας νέα πνοή σε έργα κλασικού ρεπερτορίου.

Με την ίδια ενέργεια το Φεστιβάλ έρχεται στην Αθήνα, το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου, για μία φιλανθρωπική εκδήλωση, τα έσοδα της οποίας θα διατεθούν υπέρ των σκοπών της Φλόγας, του δυναμικού συλλόγου γονιών παιδιών με νεοπλασματική ασθένεια και του Διεθνούς Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου. Οι διακεκριμένοι διεθνώς καλλιτέχνες Δανάη και Κυβέλη Ντέρκεν -πιάνο,  Μπένεντικτ Κλέκνερ  -βιολοντσέλο και Κλεμάνς ντε Φορσβίλ–βιολί υπόσχονται μία συναρπαστική βραδιά όπου η φλόγα της μουσικής συναντά την Φλόγα της δύναμης, της αγάπης και της αλληλοπροσφοράς.

Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στις 20:30, στην Αίθουσα Συναυλιών του Ελληνογερμανικού Συλλόγου «Φιλαδέλφεια» στο Μαρούσι  -του αρχαιότερου εν ενεργεία συλλόγου στην Ελλάδα που ιδρύθηκε το 1837. Το πρόγραμμα παρουσιάζει ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και ραδιοφωνικός παραγωγός Γιώργος Γιανναράκος και περιλαμβάνει έργα των Φ.Μέντελσον-Μπαρτόλντι, Ρ.Σούμαν, Γ.Χάλβορσεν και Γ.Μπραμς.

Η Δανάη και η Κυβέλη Ντέρκεν

 

«Η Φλόγα είναι ο Σύλλογος των Γονιών που τα παιδιά μας αρρώστησαν από καρκίνο και αγωνίζονται για την υγεία και τη ζωή τους. Κύριος σκοπός του Συλλόγου είναι η συνεχής βελτίωση της παρεχόμενης ιατρικής, ψυχικής και κοινωνικής φροντίδας των παιδιών μας” αναφέρουν οι άνθρωποι της Φλόγας που από το 1982 αγκαλιάζει χιλιάδες οικογένειες σε όλη την Ελλάδα.

»Μέσα από τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε όλη την Ελλάδα, και με τη βοήθεια και τη στήριξη ανώνυμων και επώνυμων φίλων μας, εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα των προγραμμάτων μας που στοχεύουν πάντα στη στήριξη και την πλαισίωση της οικογένειας που αντιμετωπίζει το πρόβλημα, αλλά και η ομαλή κοινωνική επανένταξη του παιδιού που βιώνει την ασθένεια.

Ευχαριστούμε όλους τους συντελεστές του Διεθνούς Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου που αποφάσισαν αφιλοκερδώς και με άκρως κοινωνικά αλληλέγγυα στάση να πραγματοποιήσουν την συναυλία αυτή αφιερωμένη στη Φλόγα και τον αγώνα των παιδιών μας και να συνεισφέρουν ουσιαστικά στο έργο μας.»

Η Δανάη και η Κυβέλη Ντέρκεν, ερμηνεύτριες στην συναυλία και καλλιτεχνικές διευθύντριες του Φεστιβάλ Μολύβου προσθέτουν: «Σε δύσκολες στιγμές η μουσική είναι πηγή ελπίδας και δύναμης. Η συνεργασία των μουσικών επάνω στην σκηνή είναι ένα ωραίο παράδειγμα του αποτελέσματος που φέρνουν οι άνθρωποι όταν ενώνουν τις δυνάμεις τους και αφιερώνονται στο ίδιο όραμα. Ανυπομονούμε να σας δούμε στην συναυλία.»

Μετά το τέλος της συναυλίας οι ακροατές θα έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν από κοντά τους καλλιτέχνες και να συνομιλήσουν μαζί τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κάτοχοι των εισιτηρίων θα μπουν αυτόματα στην κλήρωση 3 έργων τέχνης, προσφορά ειδικά για την εκδήλωση των καταξιωμένων καλλιτεχνών: Βασίλη Κομνηνού, Ιόλης Ξιφαρά και Αριστείδη Πατσόγλου.

Ευχαριστούμε τον Ελληνογερμανικό Σύλλογο «Φιλαδέλφεια» για την φιλοξενία.

 Το Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου από την ίδρυσή του πραγματοποιείται με την υποστήριξη της Πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Πρόγραμμα: 15ης Δεκεμβρίου 2018

Φέλιξ Μέντελσον Μπαρτόλντι (1809-1847): 
Εισαγωγή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας, έργο 21

Δανάη Ντέρκεν πιάνο

Κυβέλη Ντέρκεν πιάνο

Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856)

Φανταστικά κομμάτια για βιολοντσέλο και πιάνο, έργο 73

Δανάη Ντέρκεν πιάνο

Μπένεντικτ Κλέκνερ βιολοντσέλο

Γιόχαν Χάλβορσεν (1864 – 1935)
Πασακάλια για βιολί και βιολοντσέλο

Κλεμάνς ντε Φορσβίλ βιολί

Μπένεντικτ Κλέκνερ βιολοντσέλο

ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856)

Αντάτζιο & Αλέγκρο, έργο 70

Δανάη Ντέρκεν πιάνο

Μπένεντικτ Κλέκνερ βιολοντσέλο

Γιοχάνες Μπραμς (1833-1897)
Τρίο για πιάνο αρ. 3 σε ντο ελάσσονα, έργο 101

Κυβέλη Ντέρκεν  πιάνο

Κλεμάνς ντε Φορσβίλ βιολί

Μπένεντικτ Κλέκνερ βιολοντσέλο

Μπένεντικτ Κλέκνερ
Clemence de Forceville

Τιμή εισιτηρίου: €31

Αγορά εισιτηρίων: www.ticketservices.gr

και στον Ελληνογερμανικό Σύλλογο «Φιλαδέλφεια»

δύο ώρες πριν την έναρξη της εκδήλωσης

Διεύθυνση:

Αίθουσα Συναυλιών

Ελληνογερμανικού Συλλόγου “Φιλαδέλφεια”

Μονεμβασίας & Κριεζή 62 – 64

151 25 Μαρούσι

«Ανατολικογερμανοί έφηβοι επαναστατούν, ποίηση και μποξ στα άκρα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Ο ιεροφάντης των εσωτερικών Αρχών, ο Αυστραλός σκηνοθέτης Πίτερ Γουίαρ, το 1989 πρόσφερε γενναιόδωρα στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό την ταινία «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».  Οι θεατές εκείνης της εποχής με το πέρας της προβολής αναφώνησαν δακρυσμένοι: «Τι, καταπληκτική ταινία για την εκπαίδευση!», «Έτσι, πρέπει να μαθαίνουν γράμματα στα παιδιά μας», συμπλήρωσαν, φευγαλέα κάποιοι γονείς του «πολιτικού ορθού» γίγνεσθαι.

Το αστείο είναι, πως ο Γουίαρ δεν έφτιαξε μια ταινία για την εκπαίδευση, μηδέ για τους «ψαγμένους» γονείς που αναζητούν το σούπερ σύστημα εκπαίδευσης για τα βλαστάρια τους. Κι αν θα έπρεπε κάποιοι να προβληματιστούν σοβαρά αυτοί κανονικά θα είναι οι γονείς και όχι οι εκπαιδευτικοί.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης ζωγράφισε τον άνθρωπο στο πλατύσκαλο της πνευματικής του νεότητας και με την επιλογή της καθαρής οδού, αυτής της απαλλαγμένης από πεποιθήσεις, μπορεί η προσωπικότητα ελευθέρως να αναδειχθεί, φανερώνοντας το αήττητο μέγεθος της απέναντι στο σύστημα. Κανονικά η ταινία σε άλλα σκληρά, πολιτικά καθεστώτα θα έπρεπε να απαγορευτεί και ο Γουίαρ να περάσει από σωκρατική δίκη γιατί σπέρνει καινά δαιμόνια στις «αθώες», νεανικές ψυχές. Όλοι όμως είδαν μια ταινία για το εκπαιδευτικό σύστημα. Τι ατυχία, ρε γαμώτο…

Η κρυφή και καλά προστατευμένη αμερικανική διανόηση, αυτοί οι ελάχιστοι και αφανείς λόγιοι του αμερικανικού έθνους, προφύλαξαν την ταινία, όπως κράτησαν ασφαλή και την ταινία του Ματ Ρος «Captain Fantastic» το 2016, με τον Βίγκο Μόρντενσεν. Και στις δυο ταινίες οι βασικοί πρωταγωνιστές, αυτοί που φέρνουν τα πάνω κάτω στο σύστημα της φορμόλης και της χειραγώγησης είναι οι έφηβοι. Εκεί είναι το παιχνίδι όλο, στην νεότητα, στον μπαξέ του κάθε έθνους. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα δεξιόθεν και τα αριστερόθεν, στήριξαν όλο το μηδενιστικό τους σχέδιο στα κρίνα των χωρών τους, στους νεολαίους.

Η αρχή της φιλοσοφίας (κι όταν εννοώ φιλοσοφική σκέψη μόνο τους αρχαίους παππούδες μας έχω μπροστά μου), εκτός του θέματος του θανάτου, αναπτύσσει ασφαλώς την ανθρώπινη πρόοδο ακριβώς στο σημείο του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, ούτε μέλλον παρά μόνο παρών. Άλλωστε η ανθρωπότητα κινείται στις πλευρές της μνήμης και του μέλλοντος και πουθενά αλλού. Ό,τι συμβαίνει στο πλανήτη κρίνεται στο μετά. Το παρών είναι η δράση της κοινωνίας, δηλαδή εμείς και τα όποια έργα μας που θα «συζητηθούν» στο μέλλον της ανθρωπότητας.

Η κάθε νεολαία είναι το τώρα. Και ο καθηγητής (Τζον Κίτινγκ, λογοπαίγνιο το όνομα του) συστήνεται στους έφηβους μαθητές του, δια μέσω του παρελθόντος, στημένος στην βιτρίνα με τα αθλητικά τρόπαια και τους πεθαμένους αθλητές του κολλεγίου, προβάλλοντας τον θάνατο, ψιθυρίζοντας τελετουργικά στα ώτα τους το λατινογενές «carpe diem» (seize the day: άδραξε την μέρα). Ο επικούρειος καθηγητής προσφέρει στους μαθητές την τέχνη της ζωή στους νεολαίους του μέσα από το ανθρώπινο τέλος.

Είναι αλήθεια, ότι κάποιο ποσοστό των σημερινών νέων της χώρας μας, όπως σε όλες τις χώρες του κόσμου συμβαίνει, είναι αμόρφωτο και «αιχμαλωτισμένο» στην επιρροή της συστημικής προπαγάνδας, ακολουθώντας σχεδόν πειθήνια, οτιδήποτε του σερβίρουν σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο, φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να τρώγεται εύπεπτα και να δουλεύει το σύστημα όπως εκείνο έχει σχεδιάσει. Υπάρχει όμως και ένα αντίστοιχου μεγέθους και δυναμικής ποσοστό νεολαίων μορφωμένο, αηδιασμένο που δεν ψωνίζει φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες, αλλά αντιδρά και ενίοτε δείχνει άφοβα το μπόι του στον γεμάτο φωτιές δαιμονικό δράκο.

Αυτοί οι σημερινοί, νέοι πολίτες που διαμορφώνουν το μέλλον της χώρας μας αντέδρασαν όχι για πολιτικό-οικονομικούς λόγους, αλλά για ιστορικούς. Έκπληξη! Γιατί διαβάζουν, γνωρίζουν, κατανοούν, απορρίπτουν τα άχυρα, διαθέτουν λόγο και θέση στην πορεία της πατρίδας τους, κι έτσι πρέπει. Δεν είναι αμέτοχοι, μηδέ παραγκωνισμένοι επειδή είναι ανήλικοι. Κι ήρθε το σύστημα της εξουσίας με μπροστάρηδες τους δασκάλους-εκπαιδευτές (ώιμε!) να τους επιπλήξουν, να τους φιμώσουν, να τους τιμωρήσουν, να τους κολλήσουν ταμπέλες για να διαβάζουν πιο καλά τα έτερα, ενήλικα δίποδα τα ευανάγνωστα και κατανοητά: «φασίστες», «εθνικόφρονες», «ταραξίες».

Δεν γνωρίζουν όμως, ότι το αυθόρμητο, το προερχόμενο εκ της νεανικής ψυχής είναι άδολο, ευγενικό και συνοδεύεται από δέος και ορμή ανυπολόγιστης αόρατης δύναμης. Όπως των μαθητών στον «Κύκλο των Χαμένων Ποιητών», όπως των πολυάριθμων τέκνων του «Captain Fantastic», όπως των γερμανόπουλων στην πραγματική ιστορία της ταινίας «Η Σιωπηλή Επανάσταση».

Όταν χρησιμοποιείς βία για το δίκιο σου, τότε το κράτος είναι ο σύμμαχος σου. Δεν το πολεμάς αλλά το δυναμώνεις. Σπείρε προβληματισμό, πανικό και φόβο, όπως οι αρχαίοι πρόγονοι σου… με την αλάθητη και κυρίαρχη γνώση! Αυτός είναι ο ένας και μοναδικός εφιάλτης τους…

«Η Σιωπηλή Επανάσταση»

(Das Schweigende Klassenzimmer / The Silent Revolution)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
  • Με τους: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμενς Γιόνας Ντάσλερ, Μπούρχαρτ Κλάουσνερ, Λένα Κλένκε
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Seven Films

Στην διαταραγμένη και κοινωνικό-πολιτικά και οικονομικά διαλυμένη χώρα, όπως ήταν η μεταπολεμική Γερμανία, μια ιστορία με έφηβους, Γερμανούς μαθητές έρχεται να δώσει πολύχρωμη πινελιά στο μουντό κινηματογραφικό τοπίο.

Να ξεκαθαρίσουμε, όμως, πως οτιδήποτε διαδραματίζεται στην υπόθεση αφορά την πέρα του «τείχους» ζωή, εκεί, στην πλευρά της λεγόμενης ανατολικής Γερμανίας, στο κομμάτι, που διαφέντευε το ίδιο τυραννικά όπως και οι ναζί, η σοβιετική ζώνη επικράτειας.

Ήταν τέτοιο το πλήγμα του διαμελισμού της χώρας το 1949, κατόπιν της απόφασης της Φολκσκάμερ, που ο λαός δεν ήξερε τελικά ποια τραύματα να θεραπεύσει. Το ό,τι έχασαν τον πόλεμο μέσα από τα χέρια τους και όλη η αίγλη και η εξουσία του Γ΄ Ράιχ αποκαλύφθηκε ως ύψιστου μεγέθους κτηνωδία ή το ό,τι αδέλφια και συγγενείς διαμοιράστηκαν από την ρωσική αρκούδα και τον αμερικανικό κογιότο πίσω και μπρός μιας αισχρής γραμμής;

Το χιτλερικό παρελθόν είναι ακόμα νωπό στην ιστορία, καθώς η χρονική περίοδος της ταινίας ορίζεται το 1956 με την εξέγερση της Ουγγαρίας ενάντια στην σοβιετική εισβολή, οι δε μνήμες του 2ου μεγάλου πολέμου ζωντανές και ο θυμός, η οργή, αλά και η υπερηφάνεια, ότι ο σοσιαλισμός είναι καλύτερος από τον καπιταλισμό (βλέπε Χίτλερ), ειδικά στις αντιλήψεις των νέων, ανεβάζουν το ενδιαφέρον στον κοίλο, πορφυρό λόφο των εκρήξεων.

Οι Σοβιετικοί εισβολείς στο δικό τους έδαφος συναγωνίζονται σε τρόμο και βαναυσότητα τους ναζί, επιβάλλοντας με σκληρότητα στους ανατολικογερμανούς την παύση της όποιας ελεύθερης έκφρασης και της όποιας σκέψης που αντιτίθεται στα σοβιετικά ιδεώδη της σκαλοβοποίησης. Και λογικό είναι, καθώς το κάθε τι που έχει σχέση με τους Ες Ες, τον Χίτλερ και την ναζιστική κυριαρχία είναι κολάσιμο έως προδοτικό.

Η αντίθεση όμως καταφθάνει από τους αλογάριαστους μαθητές ενός καλού γερμανικού σχολείου, που λειτουργεί στα πρότυπα του υπαρκτού σοσιαλισμού (διαβαστεροί έφηβοι με άποψη και δυναμισμό, τα ακατανίκητα αυριανά μυαλά), σε προνομιακή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας, δημιουργώντας ρήγμα και αναστάτωση στο μεταλλικό σύστημα.

Για να μην ξεχνιόμαστε και γλυκαίνουμε χάπια που δεν καταπίνονται και να θυμόμαστε καλά, πως ακόμα και σήμερα η φανερή αλλά και η αθέατη νεαρή, ώριμη και ηλικιωμένη κοινωνία της ενωμένης πια Γερμανίας κοιμάται και ξυπνάει ενθουσιαστικά με το παρελθόν του Γ΄ Ράιχ. Ουδείς Γερμανός ξεχνά το πρόσφατο, «ένδοξο» παρελθόν του και μάλιστα θα ήθελε να το ξαναζήσει τα μάλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ε, εδώ που λέμε μεταξύ μας δεν είναι και λίγο από αυτοκράτωρ και δυνάστης του κόσμου να καταλήξεις δούλος και τσανακογλύφτης των Άγγλων και των Αμερικανών…

Εν ολίγοις, βρισκόμαστε στο 1956 στην Ανατολική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κινηματογράφο του Δυτικού Βερολίνου (ακόμα τα πήγαινε έλα είχαν μια ελαστικότητα), ο Τέο (ο νεαρός Λέοναρντ Σάιχερ πολύ καλός) και ο Κουρτ (επίσης πολύ καλός και ο νεαρός Τομ Γκράμενς), μαθητές λυκείου και φίλοι, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εικόνες από τα τραγικά γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την ουγγρική εξέγερση στη Βουδαπέστη (στις 22 Οκτωβρίου του 1956, φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης συνέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας απαιτούσαν ελευθερία του τύπου, ελευθερία της έκφρασης, εθνική ανεξαρτησία, ελεύθερες εκλογές και απομάκρυνση της ρωσικής παρουσίας από τη χώρα).

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά τους, την πόλη πρότυπο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίζουν όλοι οι μαθητές να κρατήσουν δύο λεπτών σιγή κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τα θύματα της εξέγερσης. Η ενέργειά τους αυτή, όμως, προκαλεί πολύ μεγαλύτερη αναταραχή από την αναμενόμενη.

Αρχικά, ο διευθυντής προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά των μαθητών ως καπρίτσιο της ηλικίας τους. Οι μαθητές, όμως, τελικά δεν αργούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης των πολιτικών μηχανισμών της νεοσύστατης χώρας. Αν και έξυπνα σκεπτόμενα οι έφηβοι, για να μην δημιουργήσουν πρόβλημα στο μέλλον τους και στο σχολείο, αποφάσισαν να δηλώσουν, ότι η δίλεπτη σιωπή τους ήταν αθλητικού ενδιαφέροντος και αφορούσε την απώλεια του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή Φέρεντς Πούσκας (μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού). Ο ορφανός συμμαθητής τους, ο Έρικ (Γιόνας Ντάσλερ, κ-α-τ α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς !!!), με πατέρα αντιναζί ήρωα, ταγμένο στο σοβιετικό όραμα της εργατικής κυριαρχίας που εκτελέστηκε από συμπατριώτες του στον πόλεμο, διαφωνεί με την όλη στάση των συμμαθητών του και γίνεται ο καταλύτης για να δημιουργηθούν οι ανατροπές.

Ο υπουργός παιδείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μπούρχαρτ Κλάουσνερ  – πολύ καλός) αναλαμβάνει προσωπικώς το θέμα και καταδικάζει την κίνηση των μαθητών ως ξεκάθαρα αντεπαναστατική. Απαιτεί δε να βρεθεί και να κατονομαστεί ο υποκινητής, εκείνος που ηγήθηκε της ενέργειας μέσα σε μια βδομάδα, αλλιώς θα αποβάλει όλη την τάξη και θα στερήσει το δικαίωμα στους καλούς μαθητές να δώσουν εξετάσεις στις ανώτατες σχολές της χώρας.

Οι μαθητές, που ο καθένας έχει την προσωπική, οικογενειακή του ιστορία, αποφασίζουν να μείνουν ενωμένοι, να μην γίνουν «καρφιά» και να υποστηρίξουν την επιλογή τους. Αυτή τους η απόφαση θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα…

Ο 45χρονος, Γερμανός σκηνοθέτης Λαρς Κράουμε, γεννημένος στην Ιταλία και μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, γνωστός στο ελληνικό κοινό από την προ τριετίας ταινίας του «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα», στήριξε το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο, στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα. Όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται η πλοκή συνέβησαν, είναι αληθινά και στο τέλος, μάλιστα, οι φωτογραφίες των πραγματικών, έφηβων πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης φιγουράρουν στο μεγάλο πανί.

Πέρα από αυτό, ο Κράουμε συνδιαλέγεται με τραύματα και ανοιχτές πληγές ης χώρας του, έχοντας ως ήρωες νέους, όπου η οπτική τους είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη και ανιδιοτελής από αυτή των ενηλίκων. Υπ΄ όψιν, οι μαθητές δεν είναι εχθροί του συστήματος. Και εδώ είναι το πασπαρτού για να ανοίξει όλες τις θύρες των μυστικών ενός λαού που τραμπαλίζεται στην ύβρη, στην ανάγκη να προχωρήσει παρακάτω και στην επιθυμία για ελευθερία.

Ο σκηνοθετικός του άξονας είναι καλά στερεωμένος στην νεανική ορμή, που σαφώς εκπορεύεται από το γνωσιακό επίπεδο και την μόρφωση των εφήβων. Το ναζιστικό παρελθόν των αποδώ κατοίκων είναι απαγορευτικό, κάτι που στερεί την επαφή στους νεαρούς Γερμανούς με την ιστορία τους.  Ήρωες και προδότες  του πολέμου λαμβάνουν τοτεμική αξία, οπότε η λατρεία και η απέχθεια στήνουν τους στρατούς τους στις νεανικές συνειδήσεις. Αν και πολίτες της ανατολικής πλευράς δεν παύει να είναι Γερμανοί και σκεπτόμενοι. Άλλωστε η πόλη που διαμένουν οι νέοι μαθητές είναι το Στάλινσταντ του 1956, που σημαίνει πως το τείχος δεν είχε χτιστεί ακόμα. Για πολύ κόσμο υπήρχε η πίστη και η ελπίδα πως ο σοσιαλισμός ήταν μια ανώτερη μορφή κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό μετά το τείχος.

Στιβαρή σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα η μυθοπλασία της με δραματικές στιγμές έντεχνα πλασαρισμένες, άριστα αποτυπωμένη η ιστορική περίοδος με υπέροχη ατμόσφαιρα, εκπληκτικές ερμηνείες, και ένα φινάλε που σε πολλούς θα θυμίσει, vice versa, την ταινία του Πίτερ Γουίαρ «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».

Κλείνω τον διάδρομο της κρίσης ως προς την αντικειμενικότητα της καταγραφής των δυο πλευρών η οποία είναι ελλιπής: Του τρομερού και φοβικού σοβιετικού καθεστώτος και αυτού του ναζιστικού με την πλάστιγγα να γέρνει εμφανώς υπέρ των Γερμανών. Μόνο ο σύντροφος υπουργός παιδείας εκφράζει ένα μίσος για τους ναζί, λόγω των βασανιστηρίων του ίδιου και της οικογένειας του από τα Ες Ες… oh, captain my captain!             

«Κριντ ΙΙ»

(Creed II)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζ.
  • Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμπσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Φλόριαν Μουντεάνου, Γουντ Χάρις, Φιλίσια Ρασάντ, Άντριου Γαρντ, Μπριγκίτε Νίλσεν, Ράσελ Χόρνσμπι.
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Tanweer

Για τους παλαιότερους του μπαλπμοϊκού έπους οι μνήμες βγήκαν σεργιάνι στο sequel και κάθισαν σε καλό στέκι για να μαζέψουν λίγη, καλή νοσταλγία. Δυο πρόσωπα από το «βαθύ» παρελθόν του Ρόκι (Ντολφ Λούντγκρεν και Μπριγκίτε Νίλσεν) μαζί με κάποια καλά σε διάρκεια μέτρα από τον γνωστό, μουσικό θούριο του Μπιλ Κόντι «Gonna Fly Now», σήμα κατατεθέν της οθονικής πολυλογίας του Ρόκι, πιθανώς να γεμίσουν με υγρασία τα οφθαλμικά ζεύγη διαφόρων γκριζομάλληδων. Για τους νεότερους τώρα, που απλά, απόλαυσαν τους άθλους του θρυλικού Μπαλμπόα στο σπιτικό dvd τους και βρήκαν στέγη και κατανόηση στον απόγονο Κριντ, το σίγουρο είναι, ότι στα 130 λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία θα περάσουν φίνα.

Ο Ρόκι δεν δέρνει, ρίχνει μόνο φονικά βλέμματα στον Ντράγκο. Δέρνει όμως ο Κριντ, κι όταν έρχεται η ώρα να δικαιώσει τον μπαμπά Απόλο, που έπεσε νεκρός, τότε στο «Ρόκι 4», στο ρινγκ από το γροθίδι της σοβιετικής μηχανικής θανάτου, τρώει της χρονιάς του από τον γιο του Ιβάν Ντράγκο, τον τερατώδη Βίκτορ. Και ο Βίκτορ με την σειρά του θέλει να δικαιώσει τον πατέρα Ντράγκο, που έφαγε και εκείνος της χρονιάς του από τον Ρόκι, εντός σοβιετικής έδρας, παρουσία του Γ. Γ. του κόμματος, Γκορμπατσόφ (ήταν εξαιρετικός ο σωσίας).

Η ζωή έχει γίνει ένας διαρκής αγώνας ισορροπίας για τον πρωταθλητή Άντοναϊς Κρίντ (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν – καλός). Εν μέσω προσωπικών υποχρεώσεων, ενός αρραβώνα με την καλή του Μπιάνκα (Τέσα Τόμπσον – καλή) και προπόνησης με τον Μπαλμπόα (Συλβέστερ Σταλόνε – καλός, αλλά ούτε σφαλιάρα δεν ρίχνει στην ταινία) για τον επόμενο μεγάλο αγώνα του, βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Αυτή τη φορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο ρινγκ έναν αντίπαλο που έχει βλάψει την οικογένεια του. Ο θηριώδης, Ρώσος σκοτώστρας Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντεάνου – καλός) γιός του Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν – σταθερή αξία του ψυχρού, κακού και αγέλαστου), προκαλεί τον Κριντ σε έναν αγώνα για τον τίτλο.

Ο Κριντ απομακρύνει τον Ρόκι Μπαλμπόα από δίπλα του γιατί τον αποθαρρύνει στο να αγωνιστεί με ένα μποξέρ που είναι μεγαλωμένος στο μίσος. Στον αγώνα ο Ρώσος Βίκτορ κάνει τον πρωταθλητή ακόμα πιο μαύρο απ΄ ότι είναι από το ξύλο, στέλνοντας τον στο νοσοκομείο σκόρπιο. Ο Κριντ γίνεται πατέρας και με πληγωμένη την υπερηφάνεια που δεν τίμησε τον πατέρα του Απόλο ξαναφέρνει τον Μπαλμπόα κοντά του για να τον «φτιάξει» με σπαρτιάτικες μεθόδους, ώστε κερδίσει την επαναληπτική μάχη.

 

Ο νεότατος σε ηλικία, Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Κέιπλ Τζ, μόλις 30 χρόνων, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σηκώνει ένα ιστορικό βάρος από τον χώρο της κινηματογραφικής πυγμαχίας, μαζί και έναν ηθοποιό θρύλο, όπως ο Σλάι (στην πρώτη ταινία κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου, και προτάθηκε για Όσκαρ). Στήνει το sequel του «Κριντ» και τα πάει περίφημα. Η ταινία έχει ότι απαιτεί το genre, μαζί με την εξαίσια R&B μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον. Το τραγούδι «Midnight», ερμηνευμένο από την Τέσα Τόμπσον (παίζει και μια χαρά το ρόλο της Μπιάνκα), είναι μεγαλείο. Επίσης, η ταινία έχει ό,τι ποθεί ο «προπονημένος» στο είδος θεατής. Καλές σκηνές πυγμαχίας, αίμα, κορμιά αγάλματα, κοιλιακούς φέτες, ένταση, το σορτσάκι αστερόεσσα, έρωτα, διδάγματα, μελό τραβηγμένο από τα ώτα, νοσταλγία, σύγχρονη, σκληρή, αμερικανική προπαγάνδα σε σενάριο του Τζούελ Τέιλορ και του Σιλβέστερ Σταλόνε.

Ο  Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στον ρόλο του Άντοναϊ Κριντ, είναι αυτός που μου είχε κάνει εντύπωση στον μαρβελικό «Black Panther» ως ο αδικημένος διεκδικητής για τον θρόνο στο βασίλειο της Γουακάντα. Ο Σλάι πια σε αυτόν τον ρόλο έχει πλήρως μεταμορφωθεί σε ήρεμο Μίκι (για τους νεότερους είναι ο ηλικιωμένος, σοφός προπονητής του Ρόκι, που τον ερμήνευε ο αείμνηστος Μπέρτζες Μέρεντιθ). Σε μια μίξη από Ρόκι 2, 3 και 4, το Κριντ δεν σε κοροϊδεύει και τα χρήματα σου δεν είναι για πέταμα. Το γράψαμε…. για τους funs του genre και τους νοσταλγούς του Ρόκι!     

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

(The Happy Prince)

 

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’

Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Ρομπέν των Δασών»

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες».

Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία.

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα. 

Προβάλλονται επίσης:

Το ντοκιμαντέρ  «Ο Δρόμος Μας», των:  Κώστα Σταματόπουλου, Σήφη Στάμου, Παυλίνα Αγαλιανού με την ιστορία των 100 χρόνων του ΚΚΕ (New Star)

«Ρομπέν των Δασών»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Robin Hood)

 

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ότο Μπάθερστ
  • Με τους: Τάρον Έτζερτον, Τζέιμι Φοξ, Μπεν Μέντελσον, Ιβ Χιούσον, Τιμ Μίντσιν, Τζέιμι Ντόρναν
  • Διάρκεια: 116’
  • Διανομή: Odeon

Ο πρασινοκάπελος Ρομπέν των Δασών είναι η πιο διαδεδομένη Αγγλοσαξωνική ιστορία μετά από τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ. Η ύπαρξη του ήρωα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην αλήθεια και στον μύθο. Κινηματογραφικά έχει περάσει από σαράντα κύματα, είτε για να υποστηρίξει επιδερμικά την δράση του ευγενούς κατατρεγμένου, προστάτη των φτωχών, όπως ο Έρολ Φλυν το 1938 με τις «Περιπέτειες του Ρομπέν των Δασών» και o Κέβιν Κόστνερ το 1991 με τον δικό του απλοϊκό «Ρομπέν των Δασών», είτε για να αναζητήσει την αληθοφάνεια του πρασινολαίμη του Σέργουντ με τον Σον Κόνερι στο «Ρόδο και το Βέλος» (Robin and Marian – 1976) και με τον Ράσελ Κρόου στο «Robin Hood» του 2010.

Ο μύθος από μόνος του είναι διανθισμένος με τα ομορφότερα, ανθρώπινα στοιχεία, γεμάτα αρετές και συναισθήματα, που τον καταστούν γοητευτικό και αρεστό στο φιλοθεάμον κοινό. Αυτή η εκδοχή του Ρομπέν όμως είναι κομμένη και ραμμένη για τους millenials, των video games και των digital comics. Δεν έχει την αίσθηση της παλαιότητας, το άρωμα του πραγματικού, ανθρώπινου ήρωα και είναι ένα «μηχανικό» κατασκεύασμα που πετάει, σαλτάρει, κάνει τούμπες και ρίχνει άπειρα βέλη ταυτόχρονα. Μια χαζομάρα, που από το πρώτο λεπτό της έναρξης έως το φινάλε είναι μια ασταμάτητη βαβούρα.

 

Ο κόμης Ρομπέν του Λόξλεϊ (Τάρον Έγκερτον), ένας σκληραγωγημένος από τον πόλεμο Σταυροφόρος, επιστρέφει στη Αγγλία, σχεδόν με το στίγμα του προδότη γιατί εμπόδισε την άδικη εκτέλεση ενός καλού Μαυριτανού πολεμιστή, του Λιτλ Τζον (Τζέιμι Φοξ). Ο Μαυριτανός, που οι σταυροφόροι δολοφόνησαν μπροστά στα μάτια του τον γιο του θέλει να εκδικηθεί τους Άγγλους. Ακολουθεί κρυφά τον Ρόμπεν στο ταξίδι του στην Ευρώπη.

Στην πατρίδα του όλοι τον έχουν για νεκρό, ακόμα και η αγαπημένη του Μάριον (Ιβ Χιούσον), η οποία έχει δώσει την καρδιά της αλλού. Ο Σερίφης και ο Καρδινάλιος έχουν δημιουργήσει μια πηγή πλούτο ξεζουμίζοντας τον φτωχό λαό, βάζοντας συνεχώς φόρους και αρπάζοντας γη. Ο Ρόμπεν με τον Λιτλ Τζον ξεκινούν μια τολμηρή εξέγερση ενάντια στο διεφθαρμένο αγγλικό στέμμα.

Εάν ο τηλεοπτικός Arrow είναι ο σύγχρονος Ρομπέν των Δασών, τότε αυτός ο Ρομπέν των Δασών είναι ο προμεσαιωνικός Arrow. Ίδιο ντύσιμο (κουκούλα φούτερ, μάσκα), ίδιο στήσιμο, ίδιες μάχες. Στην ταινία ντεμπούτο προς την μεγάλη οθόνη του 47χρονου, Λονδρέζου, τηλεοπτικού Ότο Μπάθερστ (σκηνοθέτησε και τρία επεισόδια της σειράς «Peaky Blinders») τα πράγματα εντάσσονται σε ένα απίστευτο σκεπτικό μεταφοράς του Ρομπέν των Δασών σε ότι πιο σύγχρονο.

Ενδυματολογικά τουλάχιστον νομίζεις πως βρίσκεσαι στην kings Road και ως δράση θαρρείς ότι απολαμβάνεις ήρωα εικονογραφημένου κόμιξ. Χάθηκε η αίγλη του Ρόμπιν. Παρά ταύτα ο 29χρονος Τάρον Έτζερτον των «Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία», στηρίζει αυτή την άποψη, που εκτός από τα βέλη, το τόξο και το Ντουμπρόβνικ της Κροατίας, που αντικατέστησε την αγγλική ύπαιθρο για τις ανάγκες των γυρισμάτων, ο καινούργιος Ρομπέν των Δασών δεν τράβηξε ούτε για ένα δευτερόλεπτο το ενδιαφέρον μου.   

«Ευτυχισμένος Όσκαρ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Happy Prince)

  • Είδος: Βιογραφία ιστορικής περιόδου
  • Παραγωγή: Γερμανία, Βέλγιο, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ρούπερτ Εβερετ
  • Με τους: Ρούπερτ Εβερετ, Κολιν Φερθ, Εμιλι Γουατσον, Κόλιν Μόργκαν, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Filmtrade

Βγαλμένος από θεατρική στόφα ο αγαπητός ηθοποιός Ρούπερτ Έβερετ, μεταφέρει κινηματογραφικά σε σκηνοθεσία δική του, την τελευταία περίοδο της ζωής του Όσκαρ Γουάιλντ. Και αυτό κάνει ο Ρούπερτ… παίζει θέατρο μπροστά στον σκηνοθετικό του φακό σε μια overacting απόδοση των ερωτικών, ξεσαλωμένων χρόνων του Άγγλου συγγραφέα, εκεί στην εξορία μακριά από την θεατρική δόξα, τις κριτικές δάφνες, τον πλούτο, τις τιμές της αριστοκρατίας σε τέλεια πτώση και εξαθλίωση.

 

Ένα road movie σε διάφορους ευρωπαϊκούς προορισμούς, όπου τελικά ενημερωνόμαστε για το πόσο «κραγμένος» και πόσο «ξεκατινιασμένος» ήταν ο σπουδαίος «ζωγράφος» του «Ντόριαν Γκρέι». Καμιά σχέση δεν έχει η ταινία του ηθοποιού-σκηνοθέτη Έβερετ με την «Η Ταραγμένη Ζωή του Όσκαρ Γουάιλντ» (Wilde -1997) από τον ομοεθνή του Μπράιαν Γκίλπμερτ. Μπορεί η ταινία του Γκίλμπερτ να μην είναι το αριστούργημα της 7ης Τέχνης, παρότι το επιτελείο των πρωταγωνιστών είναι μεγαλειώδες, είναι όμως ένα ευπρεπές biopic, που τιμά το ύψος και το εκτόπισμα του συγγραφέα με όλες τις ιδιαίτερες ερωτικές θέσεις που τον διέκριναν και του στοίχησαν την ζωή, την έμπνευση, την οικογένεια. Ο μεν Γκίλμπερτ παρουσιάζει ένα Γουάιλντ παλικάρι, που τα βάζει χωρίς φόβο και πάθος με την υποκριτική, αγγλική συντηρητικούρα, ο δεν Έβερετ παρουσιάζει τον συγγραφέα διαλυμένο. Οκ, προϋπήρξε η διετής φυλάκιση και ο διασυρμός του, αλλά όχι και έτσι.    

 

Σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στο Παρίσι, ο Όσκαρ Γουάιλντ (Ρούπερτ Έβερετ) περνά  τις τελευταίες στιγμές της ζωής του και οι εικόνες του παρελθόντος ζωντανεύουν και τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές. Κάποτε υπήρξε ο διασημότερος άνθρωπος στο Λονδίνο, ένας καλλιτέχνης που «σταυρώθηκε» από μια κοινωνία που αρχικά τον λάτρευε. Ήταν εκείνος ο εραστής που οδηγήθηκε στη φυλακή, αφέθηκε ελεύθερος, αλλά συνέχιζε μια καταστροφική πορεία ως τα τελευταία κεφάλαια της ζωής του.

Υπό το πρίσμα του θανάτου ο Όσκαρ αναστοχάζεται την αποτυχημένη προσπάθειά του να συμφιλιωθεί με την γυναίκα του Κόνστανς (Έμιλι Γουάτσον), την αναζωπύρωση της ολέθριας ερωτικής σχέσης του με τον Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας (Κόλιν Μόργκαν) και τον γεμάτο ζεστασιά και αφοσίωση Ρόμπυ Ρος (Έντγουιν Τόμας), ο οποίος μάταια προσπάθησε να τον σώσει από τον εαυτό του.

Από την Διέππη στην Νορμανδία, την Νάπολη και το Παρίσι, η ελευθερία για τον Όσκαρ Ουάιλντ είναι άπιαστο όνειρο κι εκείνος είναι πια ένας απένταρος περιπλανώμενος, παραγκωνισμένος από τους παλιούς γνωστούς του και αγαπημένος μιας παράξενης ομάδας παρανόμων και περιθωριακών, στους οποίους αφηγείται ιστορίες από τα παλιά με το ασύγκριτο και ακούραστο πνεύμα του.  

Μέσες άκρες ο συμπαθής Έβερετ, που η ταινία πήρε 10 χρόνια για να υλοποιηθεί λόγω οικονομικών θεμάτων, θέλει να πει, ότι ναι μεν η εξορία απελευθέρωσε αυτό που η Αγγλία καταδυνάστευε στον Γουάλιντ και είναι η ερωτική προτίμηση του συγγραφέα στα όμορφα νέα αγόρια, παράλληλα όμως τον κατέστρεψε γιατί βρισκόταν αγνοημένος, παρατημένος μακριά από την πατρίδα του. Στην δίνη της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ο Όσκαρ «λιώνει» σαν ευωδιαστό, χρωματιστό κερί από την έκφυλη ζωή που έχει επιλέξει σε Γαλλία και Ιταλία. Δεν γνωρίζω ποιος ο λόγος ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας, που το παίξιμο του Έβερετ είναι τόσο υπερβολικό και θεατράλε καταντώντας τον Γουάιλντ θλιβερή καρικατούρα. Η δε συνεχόμενη αναζήτηση του ερωτικών συντρόφων επί πληρωμή οδηγεί όλο το σχήμα στα χωρικά ύδατα του ανεξάρτητου queer cinema με την ρεντιγκότα του ακαδημαϊσμού και το λόγιο πνεύμα της ευφάνταστης ατάκας.

Δεν γνωρίζω εάν όντως ήταν σε αυτά τα χάλια ο Όσκαρ Γουάιλντ (ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς) στα τελευταία χρόνια της ζωή του, όπως μας τον περιγράφει η ταινία ή όχι. Πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρει διόλου. Γνωρίζω όμως, πως ο αγαπητός Ρούπερτ Έβερετ ως ομοφυλόφιλος για να τιμήσει τον Άγγλο συγγραφέα ήθελε διακαώς η ταινία να δει το φως της σκοτεινής αίθουσας.

Δεν μ΄ άρεσε και αποκαρδιώθηκα, βλέποντας έναν αγαπημένο των Τεχνών στην τέλεια ξεφτίλα και τον ξεπεσμό. Δεν είναι ότι με χάλασε, αλλά ένοιωσα σαν να έβαζα αδιάκριτα το μάτι μου σε μια κλειδαρότρυπα, κάνοντας μπανιστήρι σε έναν ευφυή άνθρωπο που ξέρω τι είναι και τον κρατώ ψηλά στην σκέψη μου, μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσω αυτό που ήδη γνωρίζω και δεν με απασχολεί. Ωραία η ατμόσφαιρα της εποχής, καλή δουλειά στα κοστούμια, αλλά τόσο βαρετό το ίδιο και το ίδιο μαράζι. Ο Οιδίπους επί Κολωνό με πούδρα και κραγιόν στα μάγουλα.  

«Μαρλίνα, Η Δολοφόνος σε Τέσσερις Πράξεις»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Marlina the Murderer in Four Acts)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα – περιπέτεια
  • Παραγωγή: Ινδονησία, Γαλλία, Μαλαισία, Ταϊλάνδη, (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μούλι Σουρία
  • Με τους: Μάρσα Τίμοθι, Ντέα Πανέντρα, Έγκι Φέντλι, Γιόγκα Πρατάμα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Weird Wave

Αναφέρει η σκηνοθέτις Μούλι Σουρία: «Το 2014 ήμουν στην κριτική επιτροπή των βραβείων Citra (τα ινδονησιακά Όσκαρ) μαζί με τον Γκάριν Νουγκρόχο, τον πιο επιφανή σκηνοθέτη της Ινδονησίας. Πάνω σε μια συζήτησή μας, μου ζήτησε να κάνουμε μια ταινία μαζί. Μου είπε πως είχε σκεφτεί μια ιστορία που θα ήθελε, οπωσδήποτε, να τη σκηνοθετήσει γυναίκα. Μου εξήγησε πως η βασική ιδέα προήλθε από ένα ταξίδι που έκανε στο νησί Σούμπα και πρόσθεσε: «Είμαι πολύ περίεργος να δω πως θα οπτικοποιήσεις αυτή την ιστορία».

Με έπεισε, και την επόμενη μέρα μου έστειλε ένα προσχέδιο πέντε σελίδων με τον τίτλο «Οι Γυναίκες». Οι παραγωγοί μου ξετρελάθηκαν με την ιστορία κι αποφάσισαν ότι αυτή θα ήταν η επόμενη παραγωγή τους. Ο Γκάριν μου έδωσε το ελεύθερο να αναπτύξω την ιστορία του και μου ανέφερε πόσο τον είχαν εντυπωσιάσει οι γυναίκες της Σούμπα. Δεν ήξερα τι εννοούσε μέχρι που πήγαμε στο νησί: υποθέτω πως η Μαρλίνα και όλα της τα χαρακτηριστικά (το πέπλο μυστηρίου που την περιβάλει, ο αισθησιασμός που αποπνέει και η επιμονή της) προέρχονται από τις γυναίκες του νησιού και τις εντυπώσεις που μου δημιούργησαν».

 

Στους έρημους λόφους ενός νησιού της Ινδονησίας, μια συμμορία εισβάλει στο σπίτι της Μαρλίνα, μιας νεαρής χήρας, με κακούς σκοπούς: όχι μόνο της κλέβουν τα ζώα αλλά την αναγκάζουν να τους προσφέρει όλων των λογιών τις «υπηρεσίες». Η Μαρλίνα αντεπιτίθεται: δηλητηριάζει κάποια από τα μέλη της συμμορίας κι αποκεφαλίζει τον αρχηγό τους. Μετά ξεκινάει ένα ταξίδι με τελικό προορισμό τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, την εκδίκηση και την εξιλέωση. Όμως, ο δρόμος είναι μακρύς. Ειδικά όταν το φάντασμα του ακέφαλου θύματός της αρχίζει να την καταδιώκει.

Η Σούμπα είναι ένα νησί που ξεχωρίζει ανάμεσα στα χιλιάδες που απαρτίζουν την Ινδονησία. Το τοπίο είναι πολύ παράξενο. Το μεγαλύτερο μέρος της Ινδονησίας είναι γεμάτο πράσινο αλλά η Σούμπα είναι ξερονήσι. Το τοπίο θυμίζει το Τέξας. Ανήκει σε μία από τις φτωχότερες επαρχίες της Ινδονησίας, και τα πράγματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν εκεί φαντάζουν εξωπραγματικά σε μια σύγχρονη κοινωνία. 

Υπάρχουν άνθρωποι που κυκλοφορούν με σπαθιά και ληστές που μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να εμφανιστούν στο σπίτι σου στη μέση του πουθενά και να σε ληστέψουν χωρίς εσύ να μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Όμως, είναι ταυτόχρονα ένα μέρος φυσικής ομορφιάς που διατηρεί την κουλτούρα και τα πιστεύω του εδώ και αιώνες.

Στην Ινδονησία συνυπάρχουν διαφορετικές κουλτούρες. Σε ένα κομμάτι του πληθυσμού, συνηθίζεται η γυναίκα να δουλεύει για να συντηρεί όλη την οικογένεια. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι περισσότερες γυναίκες είναι ανεξάρτητες. Στην Ινδονησία, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πολλές ισχυρές γυναίκες που λειτουργούν ως πρότυπα στην πολιτική, στην κυβέρνηση αλλά και σε άλλους τομείς. Γενικά, υπάρχουν πολλές εργαζόμενες γυναίκες. Σε μέρη όπως η Σούμπα, όμως, η θέση της γυναίκας είναι ξεκάθαρα στην κουζίνα. 

«Κριντ ΙΙ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Creed II)

 

  • Είδος: Περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Στίβεν Κέιπλ Τζ.
  • Με τους: Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Σιλβέστερ Σταλόνε, Τέσα Τόμπσον, Ντολφ Λούντγκρεν, Φλόριαν Μουντεάνου, Γουντ Χάρις, Φιλίσια Ρασάντ, Άντριου Γαρντ, Μπριγκίτε Νίλσεν, Ράσελ Χόρνσμπι.
  • Διάρκεια: 130’
  • Διανομή: Tanweer

Για τους παλαιότερους του μπαλπμοϊκού έπους οι μνήμες βγήκαν σεργιάνι στο sequel και κάθισαν σε καλό στέκι για να μαζέψουν λίγη, καλή νοσταλγία. Δυο πρόσωπα από το «βαθύ» παρελθόν του Ρόκι (Ντολφ Λούντγκρεν και Μπριγκίτε Νίλσεν) μαζί με κάποια καλά σε διάρκεια μέτρα από τον γνωστό, μουσικό θούριο του Μπιλ Κόντι «Gonna Fly Now», σήμα κατατεθέν της οθονικής πολυλογίας του Ρόκι, πιθανώς να γεμίσουν με υγρασία τα οφθαλμικά ζεύγη διαφόρων γκριζομάλληδων. Για τους νεότερους τώρα, που απλά, απόλαυσαν τους άθλους του θρυλικού Μπαλμπόα στο σπιτικό dvd τους και βρήκαν στέγη και κατανόηση στον απόγονο Κριντ, το σίγουρο είναι, ότι στα 130 λεπτά της ώρας που διαρκεί η ταινία θα περάσουν φίνα.

Ο Ρόκι δεν δέρνει, ρίχνει μόνο φονικά βλέμματα στον Ντράγκο. Δέρνει όμως ο Κριντ, κι όταν έρχεται η ώρα να δικαιώσει τον μπαμπά Απόλο, που έπεσε νεκρός, τότε στο «Ρόκι 4», στο ρινγκ από το γροθίδι της σοβιετικής μηχανικής θανάτου, τρώει της χρονιάς του από τον γιο του Ιβάν Ντράγκο, τον τερατώδη Βίκτορ. Και ο Βίκτορ με την σειρά του θέλει να δικαιώσει τον πατέρα Ντράγκο, που έφαγε και εκείνος της χρονιάς του από τον Ρόκι, εντός σοβιετικής έδρας, παρουσία του Γ. Γ. του κόμματος, Γκορμπατσόφ (ήταν εξαιρετικός ο σωσίας).

Η ζωή έχει γίνει ένας διαρκής αγώνας ισορροπίας για τον πρωταθλητή Άντοναϊς Κρίντ (Μάικλ Μπ. Τζόρνταν – καλός). Εν μέσω προσωπικών υποχρεώσεων, ενός αρραβώνα με την καλή του Μπιάνκα (Τέσα Τόμπσον – καλή) και προπόνησης με τον Μπαλμπόα (Συλβέστερ Σταλόνε – καλός, αλλά ούτε σφαλιάρα δεν ρίχνει στην ταινία) για τον επόμενο μεγάλο αγώνα του, βρίσκεται απέναντι στη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του. Αυτή τη φορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει στο ρινγκ έναν αντίπαλο που έχει βλάψει την οικογένεια του. Ο θηριώδης, Ρώσος σκοτώστρας Βίκτορ Ντράγκο (Φλόριαν Μουντεάνου – καλός) γιός του Ιβάν Ντράγκο (Ντολφ Λούντγκρεν – σταθερή αξία του ψυχρού, κακού και αγέλαστου), προκαλεί τον Κριντ σε έναν αγώνα για τον τίτλο.

Ο Κριντ απομακρύνει τον Ρόκι Μπαλμπόα από δίπλα του γιατί τον αποθαρρύνει στο να αγωνιστεί με ένα μποξέρ που είναι μεγαλωμένος στο μίσος. Στον αγώνα ο Ρώσος Βίκτορ κάνει τον πρωταθλητή ακόμα πιο μαύρο απ΄ ότι είναι από το ξύλο, στέλνοντας τον στο νοσοκομείο σκόρπιο. Ο Κριντ γίνεται πατέρας και με πληγωμένη την υπερηφάνεια που δεν τίμησε τον πατέρα του Απόλο ξαναφέρνει τον Μπαλμπόα κοντά του για να τον «φτιάξει» με σπαρτιάτικες μεθόδους, ώστε κερδίσει την επαναληπτική μάχη.

 

Ο νεότατος σε ηλικία, Αφροαμερικανός σκηνοθέτης Στίβεν Κέιπλ Τζ, μόλις 30 χρόνων, στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του σηκώνει ένα ιστορικό βάρος από τον χώρο της κινηματογραφικής πυγμαχίας, μαζί και έναν ηθοποιό θρύλο, όπως ο Σλάι (στην πρώτη ταινία κέρδισε την Χρυσή Σφαίρα Β΄ Ανδρικού Ρόλου, και προτάθηκε για Όσκαρ). Στήνει το sequel του «Κριντ» και τα πάει περίφημα. Η ταινία έχει ότι απαιτεί το genre, μαζί με την εξαίσια R&B μουσική του Λούντβιχ Γκόρανσον. Το τραγούδι «Midnight», ερμηνευμένο από την Τέσα Τόμπσον (παίζει και μια χαρά το ρόλο της Μπιάνκα), είναι μεγαλείο. Επίσης, η ταινία έχει ό,τι ποθεί ο «προπονημένος» στο είδος θεατής. Καλές σκηνές πυγμαχίας, αίμα, κορμιά αγάλματα, κοιλιακούς φέτες, ένταση, το σορτσάκι αστερόεσσα, έρωτα, διδάγματα, μελό τραβηγμένο από τα ώτα, νοσταλγία, σύγχρονη, σκληρή, αμερικανική προπαγάνδα σε σενάριο του Τζούελ Τέιλορ και του Σιλβέστερ Σταλόνε.

Ο  Μάικλ Μπ. Τζόρνταν στον ρόλο του Άντοναϊ Κριντ, είναι αυτός που μου είχε κάνει εντύπωση στον μαρβελικό «Black Panther» ως ο αδικημένος διεκδικητής για τον θρόνο στο βασίλειο της Γουακάντα. Ο Σλάι πια σε αυτόν τον ρόλο έχει πλήρως μεταμορφωθεί σε ήρεμο Μίκι (για τους νεότερους είναι ο ηλικιωμένος, σοφός προπονητής του Ρόκι, που τον ερμήνευε ο αείμνηστος Μπέρτζες Μέρεντιθ). Σε μια μίξη από Ρόκι 2, 3 και 4, το Κριντ δεν σε κοροϊδεύει και τα χρήματα σου δεν είναι για πέταμα. Το γράψαμε…. για τους funs του genre και τους νοσταλγούς του Ρόκι!     

«Η Σιωπηλή Επανάσταση»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Das Schweigende Klassenzimmer / The Silent Revolution) 

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Παραγωγή: Γερμανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Λαρς Κράουμε
  • Με τους: Λέοναρντ Σάιχερ, Τομ Γκράμενς Γιόνας Ντάσλερ, Μπούρχαρτ Κλάουσνερ, Λένα Κλένκε
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Seven Films

Στην διαταραγμένη και κοινωνικό-πολιτικά και οικονομικά διαλυμένη χώρα, όπως ήταν η μεταπολεμική Γερμανία, μια ιστορία με έφηβους, Γερμανούς μαθητές έρχεται να δώσει πολύχρωμη πινελιά στο μουντό κινηματογραφικό τοπίο.

Να ξεκαθαρίσουμε, όμως, πως οτιδήποτε διαδραματίζεται στην υπόθεση αφορά την πέρα του «τείχους» ζωή, εκεί, στην πλευρά της λεγόμενης ανατολικής Γερμανίας, στο κομμάτι, που διαφέντευε το ίδιο τυραννικά όπως και οι ναζί, η σοβιετική ζώνη επικράτειας.

Ήταν τέτοιο το πλήγμα του διαμελισμού της χώρας το 1949, κατόπιν της απόφασης της Φολκσκάμερ, που ο λαός δεν ήξερε τελικά ποια τραύματα να θεραπεύσει. Το ό,τι έχασαν τον πόλεμο μέσα από τα χέρια τους και όλη η αίγλη και η εξουσία του Γ΄ Ράιχ αποκαλύφθηκε ως ύψιστου μεγέθους κτηνωδία ή το ό,τι αδέλφια και συγγενείς διαμοιράστηκαν από την ρωσική αρκούδα και τον αμερικανικό κογιότο πίσω και μπρός μιας αισχρής γραμμής;

Το χιτλερικό παρελθόν είναι ακόμα νωπό στην ιστορία, καθώς η χρονική περίοδος της ταινίας ορίζεται το 1956 με την εξέγερση της Ουγγαρίας ενάντια στην σοβιετική εισβολή, οι δε μνήμες του 2ου μεγάλου πολέμου ζωντανές και ο θυμός, η οργή, αλά και η υπερηφάνεια, ότι ο σοσιαλισμός είναι καλύτερος από τον καπιταλισμό (βλέπε Χίτλερ), ειδικά στις αντιλήψεις των νέων, ανεβάζουν το ενδιαφέρον στον κοίλο, πορφυρό λόφο των εκρήξεων.

Οι Σοβιετικοί εισβολείς στο δικό τους έδαφος συναγωνίζονται σε τρόμο και βαναυσότητα τους ναζί, επιβάλλοντας με σκληρότητα στους ανατολικογερμανούς την παύση της όποιας ελεύθερης έκφρασης και της όποιας σκέψης που αντιτίθεται στα σοβιετικά ιδεώδη της σκαλοβοποίησης. Και λογικό είναι, καθώς το κάθε τι που έχει σχέση με τους Ες Ες, τον Χίτλερ και την ναζιστική κυριαρχία είναι κολάσιμο έως προδοτικό.

Η αντίθεση όμως καταφθάνει από τους αλογάριαστους μαθητές ενός καλού γερμανικού σχολείου, που λειτουργεί στα πρότυπα του υπαρκτού σοσιαλισμού (διαβαστεροί έφηβοι με άποψη και δυναμισμό, τα ακατανίκητα αυριανά μυαλά), σε προνομιακή πόλη της Ανατολικής Γερμανίας, δημιουργώντας ρήγμα και αναστάτωση στο μεταλλικό σύστημα.

Για να μην ξεχνιόμαστε και γλυκαίνουμε χάπια που δεν καταπίνονται και να θυμόμαστε καλά, πως ακόμα και σήμερα η φανερή αλλά και η αθέατη νεαρή, ώριμη και ηλικιωμένη κοινωνία της ενωμένης πια Γερμανίας κοιμάται και ξυπνάει ενθουσιαστικά με το παρελθόν του Γ΄ Ράιχ. Ουδείς Γερμανός ξεχνά το πρόσφατο, «ένδοξο» παρελθόν του και μάλιστα θα ήθελε να το ξαναζήσει τα μάλα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ε, εδώ που λέμε μεταξύ μας δεν είναι και λίγο από αυτοκράτωρ και δυνάστης του κόσμου να καταλήξεις δούλος και τσανακογλύφτης των Άγγλων και των Αμερικανών…

Εν ολίγοις, βρισκόμαστε στο 1956 στην Ανατολική Γερμανία. Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε κινηματογράφο του Δυτικού Βερολίνου (ακόμα τα πήγαινε έλα είχαν μια ελαστικότητα), ο Τέο (ο νεαρός Λέοναρντ Σάιχερ πολύ καλός) και ο Κουρτ (επίσης πολύ καλός και ο νεαρός Τομ Γκράμενς), μαθητές λυκείου και φίλοι, παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα εικόνες από τα τραγικά γεγονότα, που ακολούθησαν μετά την ουγγρική εξέγερση στη Βουδαπέστη (στις 22 Οκτωβρίου του 1956, φοιτητές του Πολυτεχνείου της Βουδαπέστης συνέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή μέσω της οποίας απαιτούσαν ελευθερία του τύπου, ελευθερία της έκφρασης, εθνική ανεξαρτησία, ελεύθερες εκλογές και απομάκρυνση της ρωσικής παρουσίας από τη χώρα).

Επιστρέφοντας στη γενέτειρά τους, την πόλη πρότυπο Στάλινσταντ, στην Ανατολική Γερμανία, αποφασίζουν όλοι οι μαθητές να κρατήσουν δύο λεπτών σιγή κατά τη διάρκεια του μαθήματος της ιστορίας, ως ένδειξη αλληλεγγύης προς τα θύματα της εξέγερσης. Η ενέργειά τους αυτή, όμως, προκαλεί πολύ μεγαλύτερη αναταραχή από την αναμενόμενη.

Αρχικά, ο διευθυντής προσπαθεί να κατευνάσει τα πνεύματα και να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά των μαθητών ως καπρίτσιο της ηλικίας τους. Οι μαθητές, όμως, τελικά δεν αργούν να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης των πολιτικών μηχανισμών της νεοσύστατης χώρας. Αν και έξυπνα σκεπτόμενα οι έφηβοι, για να μην δημιουργήσουν πρόβλημα στο μέλλον τους και στο σχολείο, αποφάσισαν να δηλώσουν, ότι η δίλεπτη σιωπή τους ήταν αθλητικού ενδιαφέροντος και αφορούσε την απώλεια του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή Φέρεντς Πούσκας (μετέπειτα προπονητή του Παναθηναϊκού). Ο ορφανός συμμαθητής τους, ο Έρικ (Γιόνας Ντάσλερ, κ-α-τ α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ό-ς !!!), με πατέρα αντιναζί ήρωα, ταγμένο στο σοβιετικό όραμα της εργατικής κυριαρχίας που εκτελέστηκε από συμπατριώτες του στον πόλεμο, διαφωνεί με την όλη στάση των συμμαθητών του και γίνεται ο καταλύτης για να δημιουργηθούν οι ανατροπές.

Ο υπουργός παιδείας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Μπούρχαρτ Κλάουσνερ – πολύ καλός) αναλαμβάνει προσωπικώς το θέμα και καταδικάζει την κίνηση των μαθητών ως ξεκάθαρα αντεπαναστατική. Απαιτεί δε να βρεθεί και να κατονομαστεί ο υποκινητής, εκείνος που ηγήθηκε της ενέργειας μέσα σε μια βδομάδα, αλλιώς θα αποβάλει όλη την τάξη και θα στερήσει το δικαίωμα στους καλούς μαθητές να δώσουν εξετάσεις στις ανώτατες σχολές της χώρας.

Οι μαθητές, που ο καθένας έχει την προσωπική, οικογενειακή του ιστορία, αποφασίζουν να μείνουν ενωμένοι, να μην γίνουν «καρφιά» και να υποστηρίξουν την επιλογή τους. Αυτή τους η απόφαση θα αλλάξει τη ζωή τους για πάντα…

Ο 45χρονος, Γερμανός σκηνοθέτης Λαρς Κράουμε, γεννημένος στην Ιταλία και μεγαλωμένος στην Φρανκφούρτη, γνωστός στο ελληνικό κοινό από την προ τριετίας ταινίας του «Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική ατζέντα», στήριξε το σενάριο της ταινίας, γραμμένο από τον ίδιο, στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα. Όλα τα γεγονότα που πραγματεύεται η πλοκή συνέβησαν, είναι αληθινά και στο τέλος, μάλιστα, οι φωτογραφίες των πραγματικών, έφηβων πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης φιγουράρουν στο μεγάλο πανί.

Πέρα από αυτό, ο Κράουμε συνδιαλέγεται με τραύματα και ανοιχτές πληγές ης χώρας του, έχοντας ως ήρωες νέους, όπου η οπτική τους είναι σαφώς πιο ξεκάθαρη και ανιδιοτελής από αυτή των ενηλίκων. Υπ΄ όψιν, οι μαθητές δεν είναι εχθροί του συστήματος. Και εδώ είναι το πασπαρτού για να ανοίξει όλες τις θύρες των μυστικών ενός λαού που τραμπαλίζεται στην ύβρη, στην ανάγκη να προχωρήσει παρακάτω και στην επιθυμία για ελευθερία.

Ο σκηνοθετικός του άξονας είναι καλά στερεωμένος στην νεανική ορμή, που σαφώς εκπορεύεται από το γνωσιακό επίπεδο και την μόρφωση των εφήβων. Το ναζιστικό παρελθόν των αποδώ κατοίκων είναι απαγορευτικό, κάτι που στερεί την επαφή στους νεαρούς Γερμανούς με την ιστορία τους.  Ήρωες και προδότες  του πολέμου λαμβάνουν τοτεμική αξία, οπότε η λατρεία και η απέχθεια στήνουν τους στρατούς τους στις νεανικές συνειδήσεις. Αν και πολίτες της ανατολικής πλευράς δεν παύει να είναι Γερμανοί και σκεπτόμενοι. Άλλωστε η πόλη που διαμένουν οι νέοι μαθητές είναι το Στάλινσταντ του 1956, που σημαίνει πως το τείχος δεν είχε χτιστεί ακόμα. Για πολύ κόσμο υπήρχε η πίστη και η ελπίδα πως ο σοσιαλισμός ήταν μια ανώτερη μορφή κοινωνίας σε σχέση με τον καπιταλισμό μετά το τείχος.

Στιβαρή σκηνοθεσία, ενδιαφέρουσα η μυθοπλασία της με δραματικές στιγμές έντεχνα πλασαρισμένες, άριστα αποτυπωμένη η ιστορική περίοδος με υπέροχη ατμόσφαιρα, εκπληκτικές ερμηνείες, και ένα φινάλε που σε πολλούς θα θυμίσει, vice versa, την ταινία του Πίτερ Γουίαρ «Ο Κύκλος των Χαμένων Ποιητών».

Κλείνω τον διάδρομο της κρίσης ως προς την αντικειμενικότητα της καταγραφής των δυο πλευρών η οποία είναι ελλιπής: Του τρομερού και φοβικού σοβιετικού καθεστώτος και αυτού του ναζιστικού με την πλάστιγγα να γέρνει φανερά υπέρ των Γερμανών. Μόνο ο σύντροφος υπουργός παιδείας εκφράζει ένα μίσος για τους ναζί, λόγω των βασανιστηρίων του ίδιου και της οικογένειας του από τα Ες Ες… oh, captain my captain!

Pin It on Pinterest